← Κύπρος

CHRISTOPHER EDWARD JONES ν. MARK JEFFREY WISTANLEY, Αρ. Αγωγής: 450/2011, 29/7/2016

CHRISTOPHER EDWARD JONES ν. MARK JEFFREY WISTANLEY, Αρ. Αγωγής: 450/2011, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 450/2011 Μεταξύ: CHRISTOPHER EDWARD JONES, από Αμμόχωστο Ενάγοντα και MARK JEFFREY WISTANLEY, από Πάφο Εναγομένου Ημερομηνία: 29.07.16 Εμφανίσεις: Ενάγοντας: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για Εναγόμενο: κος Π. Κωνσταντίνου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και ταλαιπωρία που επικαλείται ότι υπέστηκε συνεπεία δυστυχήματος στο οποίο το κατ' ισχυρισμό ιδιοκτησίας του όχημα κτυπήθηκε στις 18.04.08 από άλλο διερχόμενο όχημα που οδηγείτο από τον Εναγόμενο ενώ αυτό ήταν σταθμευμένο στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων της επαρχίας Πάφου. Ο Ενάγοντας επίσης διεκδικεί νόμιμο τόκο επί των αποζημιώσεων που τυχόν επιδικαστούν από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι εξόφλησης καθώς και τα δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν από την καταχώρηση και εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι με βάση τα πρακτικά του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης ο Ενάγοντας αντιπροσωπευόταν από δικηγόρο, από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι τις 08.10.14 που αποσύρθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, οπότε από εκείνη την ημερομηνία μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης ο ίδιος επέλεξε να αναλάβει προσωπικά τον χειρισμό της υπόθεσης του εκπροσωπώντας με τη βοήθεια διερμηνέα τον εαυτό του. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Μέσα από την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας επικαλείται ότι περί τις 18.04.08 και ώρα 23:45 το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSF860 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων με κατεύθυνση προς τη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου συγκρούστηκε με το σταθμευμένο και κατ' επέκταση ακινητοποιημένο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056, του οποίου ιδιοκτήτης ισχυρίζεται ότι ήταν ο ίδιος αλλά τελούσε υπό τον έλεγχο της Suzan James, το οποίο και κτύπησε βίαια. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αμέλεια και στην παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων και σε ισχύ κανονισμών καθηκόντων και υποχρεώσεων του Εναγομένου, λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στα σημεία (α) μέχρι (ιθ) της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης. Είναι ακόμη η θέση του Ενάγοντα ότι ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης υπέστηκε ζημιές συνολικού ύψους €44.639,30, ποσό το οποίο διεκδικεί υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος καθώς και άλλα συναφή έξοδα ανέρχονται σε €4.703,30 ενώ ποσό €39.936 διεκδικείται ως απώλεια εσόδων και/ή εισοδημάτων λόγω απώλεια χρήσης και ενοικίασης του συγκεκριμένου οχήματος από 18.04.08 μέχρι 30.11.09 στην τιμή των €512 εβδομαδιαίως. Ανάλυση των ζημιών που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστηκε παρέχεται στα σημεία (α) μέχρι (ι) της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης. Επιπλέον είναι η θέση του Ενάγοντα ότι υπέστηκε ταλαιπωρία μέσα από το επίδικο συμβάν και προς τούτο αξιώνει γενικές αποζημιώσεις. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος παρόλο ότι δέχεται ότι στις 18.04.08 οδηγώντας το όχημα του ενεπλάκη σε ατύχημα με το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ 056, εντούτοις ισχυρίζεται ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο και/ή οφειλόταν σε δίλημμα και/ή την αγωνία της στιγμής. Ειδικότερα είναι η θέση του Εναγομένου ότι ενώ οδηγούσε κανονικά και νόμιμα το όχημα του ένας σκύλος εισήλθε απότομα στην πορεία του και στην προσπάθεια του να τον αποφύγει αναγκάστηκε να οδηγήσει αριστερότερα του δρόμου και επί του αριστερού πεζοδρομίου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το σταθμευμένο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ

  1. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο Ενάγοντας υπέστη τις ζημιές που επικαλείται, τις οποίες χαρακτηρίζει μη υπαρκτές, έκδηλα διογκωμένες, δόλιες και παράνομες και ισχυρίζεται ότι η αξία τους στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ 056 ανέρχεται στα €1.712,80 ενώ ο χρόνος επιδιόρθωσης τους στις 5 ημέρες. Παράλληλα είναι η θέση του Εναγομένου ότι ο ισχυριζόμενος δανεισμός του εν λόγω οχήματος απαγορευόταν από τις πρόνοιες του ασφαλιστικού συμβολαίου. Ο Εναγόμενος επίσης ισχυρίζεται ότι η θέση του Ενάγοντα ότι υπέστη ταλαιπωρία από το προαναφερόμενο συμβάν είναι αβάσιμη, επιπόλαιη και ενοχλητική. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας ήταν ο μοναδικός μάρτυρας ενώ ο Εναγόμενος επέλεξαν να μην παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν επτά έγγραφα ως Τεκμήρια 1Α, 1Β, 2, 3Α, 3Β, 4 και
  2. Όπως έχει ήδη λεχθεί μοναδικός μάρτυρας στην υπόθεση ήταν ο Ενάγοντας. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 18.04.08 και ώρα 23:50 ενώ το όχημα του χρησιμοποιείτο από μια κοπέλα για να αδειάσει το κατάστημα της ήταν σταθμευμένο έξω από το εν λόγω υποστατικό στο δρόμο παρά το πεζοδρόμιο πίσω από ένα μεταλλικό φράκτη στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων, κτυπήθηκε από το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSF 860 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Από το κτύπημα στο φράκτη και τη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα του Ενάγοντα, ο τελευταίος συμπεραίνει ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα σε δρόμο που το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα. Για το συμβάν ειδοποιήθηκε την επόμενη ημέρα από την αστυνομία όταν του είπαν να μετακινήσει το όχημα του, πράγμα που έπραξε. Το όχημα είχε άδεια κυκλοφορίας. Επικοινώνησε με την Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ που ήταν η ασφαλιστική εταιρεία του οχήματος του Εναγομένου και την ενημέρωσε για το δυστύχημα. Κάποιος δε μηχανικός της επιθεώρησε τις ζημιές του οχήματος του που εκτιμήθηκαν στα €1.
  3. Το ποσό αυτό αποτέλεσε προσφορά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας για εξώδικη διευθέτηση του περιστατικού, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή από τον Ενάγοντα επειδή ο δικός του εμπειρογνώμονας εκτίμησε τις ζημιές στα €3.793,
  4. Όταν αντιλήφθηκε ότι η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία δεν ήταν διατεθειμένη να αυξήσει την προσφορά της για διακανονισμό του ζητήματος έδωσε οδηγίες στο μηχανικό, στο γκαράζ του οποίου είχε μεταφέρει το όχημα του, να το επιδιορθώσει. Το συνολικό κόστος περιλαμβανομένου εργατικών, αγορά ανταλλακτικών και εξαρτημάτων και αμοιβή εκτίμησης ανέρχεται στα €5.308,
  5. Η επιδιόρθωση του οχήματος ολοκληρώθηκε το έτος
  6. Ερχόμενος στο θέμα της απώλειας εισοδήματος ο Ενάγοντας είπε ότι το ύψος του ποσού που αξιώνεται αφορά την περίοδο 8 ετών, δηλαδή από την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι σήμερα, που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το εν λόγω όχημα. Περαιτέρω κατά την ένορκη μαρτυρία του ο Ενάγοντας κατάθεσε τα πιο κάτω έγγραφα ως τεκμήρια προς υποστήριξη της εκδοχής του: Τεκμήριο 1Α - Γραπτή βεβαίωση άνευ ημερομηνίας της εταιρείας N.C. Autobody Enterprises Ltd που ανέλαβε την επιδιόρθωση του οχήματος (στην αγγλική γλώσσα) Τεκμήριο 1Β - Πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του Τεκμηρίου 1Α Τεκμήριο 2 - Επιστολή ημερομηνίας 08.08.08 της εταιρείας C & K Enterprises Ltd προς την Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ Τεκμήριο 3Α - Απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό 101 ημερομηνίας 30.11.09 του ποσού €3.105 που πληρώθηκε από την εταιρεία C & K Enterprises Ltd προς την εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd Τεκμήριο 3Β - Τιμολόγιο υπ' αριθμό 201 ημερομηνίας 30.11.09 εις το όνομα της εταιρείας C & K Enterprises Ltd από την εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd για το ποσό των €3.105 περιλαμβανομένου €405,00 Φ.Π.Α. με χειρόγραφη σημείωση ότι εξοφλήθηκε με μετρητά την ίδια ημέρα Τεκμήριο 4 - Επιστολή ημερομηνίας 25.06.08 του δικηγορικού γραφείου A.G. Kouzali, τότε δικηγόρου του Ενάγοντα, προς την Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ Τεκμήριο 5 - Εκτίμηση ημερομηνίας 25.06.08 του κυρίου Ορθόδοξου Ευαγγελίδη, εκτιμητή αυτοκινήτων Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι δεν ήταν παρών όταν συνέβηκε το δυστύχημα και το συμπέρασμα του ότι αυτό προκλήθηκε λόγω υπερβολικής ταχύτητας αλλά και κατανάλωσης αλκοόλ από τον Εναγόμενο στηρίζεται σε ενημέρωση που έτυχε από την αστυνομία καθώς και στην εμπειρία του που απέκτησε μέσα από αστυνομική εκπαίδευση που είχε ως πρώην αστυνομικός του Ηνωμένου Βασιλείου επιθεωρώντας το βαθμό και έκταση των ζημιών που είχε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ
  7. Ερχόμενος στο ζήτημα του χρόνου επιδιόρθωσης του οχήματος του ο Ενάγοντας είπε ότι έγινε σχεδόν το Νοέμβριο 2009 αλλά λόγω κάποιων προβλημάτων που εμφανίστηκαν αργότερα το όχημα επιδιορθώθηκε πλήρως το έτος
  8. Δίδοντας περαιτέρω εξηγήσεις για το θέμα αυτό ο Ενάγοντας ανάφερε ότι ανάμενε προσφορά από την Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ για την επιδιόρθωση του οχήματος και όταν αυτή δεν έγινε αποδεκτή προχώρησε ο ίδιος στην αγορά εξαρτημάτων και ανταλλακτικών. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 ως την προσφορά της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία δεν αποδέχτηκε επειδή θεώρησε λανθασμένη και ότι δεν σχετίζεται με το πραγματικό κόστος της ζημιά που το προαναφερόμενο όχημα υπέστηκε. Παράλληλα ο Ενάγοντας συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι η εταιρεία C & K Enterprises Ltd πλήρωσε στην εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd το ποσό των €3.105, ως φαίνεται στα Τεκμήρια 3Α και 3Β. Ακολούθως ο Ενάγοντας διαφώνησε με την εκδοχή του συνηγόρου του Εναγομένου ότι το επίδικο δυστύχημα προκλήθηκε όταν ένας σκύλος εμφανίστηκε μέσα στο δρόμο και ο Εναγόμενος προσπάθησε να τον αποφύγει. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα αν η εκδοχή αυτή του Εναγομένου ευσταθούσε θα του το έλεγαν ως αληθές γεγονός οι αστυνομικοί που τον ενημέρωσαν για το δυστύχημα. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές μέσα από τις αγορεύσεις τους επέμειναν στην ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Στην προσπάθεια του όμως να πείσει για την εκδοχή του ο Ενάγοντας στην τελική του αγόρευση παρέθεσε μαρτυρία που για πρώτη φορά τίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα ο Ενάγοντας στο στάδιο αυτό επιχείρησε να καταθέσει νέα έγγραφα στο Δικαστήριο, πλην όμως η προσπάθεια του αυτή δεν έγινε δεκτή. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ο Ενάγοντας τελικά χειρίστηκε μόνος του την εκδίκαση της υπόθεσης του χωρίς να τύχει βοήθεια από δικηγόρο, πλην όμως η μη εκπροσώπηση του από δικηγόρο αποτελεί δική του επιλογή και οι λόγοι που τον οδήγησαν στο να χειριστεί ο ίδιος προσωπικά την υπόθεση του δεν αφορούν το Δικαστήριο. Στο λόγο της μη εκπροσώπησης του από δικηγόρο αποδίδεται η προσπάθεια του να εισαγάγει νέα μαρτυρία στο στάδιο της τελικής του αγόρευσης τόσο με τις νέες αναφορές του όσο και με την προσπάθεια του να καταθέσει νέα τεκμήρια. Η νομολογία υποδεικνύει ότι οι αγορεύσεις δεν είναι τρόπος προσαγωγής μαρτυρίας. Σχετική είναι η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A

(2000)1A Α.Α.Δ. 447 στην οποία και παραπέμπω. Η νομική αυτή αρχή ισχύει είτε οι αγορεύσεις διεξάγονται από δικηγόρο είτε από το διάδικο προσωπικά. Αυτό καθιστά ως ορθή την ενέργεια του Δικαστηρίου να μην επιτρέψει στον Ενάγοντα να καταθέσει νέα έγγραφα στο στάδιο της τελικής του αγόρευσης. Κατ' επέκταση, σε σχέση με τη νέα μαρτυρία, η οποία τέθηκε για πρώτη φορά από τον Ενάγοντα υπό τη μορφή αναφορών επίσης στο στάδιο της τελικής του αγόρευσης, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να την αγνοήσει. Ως εκ τούτου αυτή η μαρτυρία δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Στη δική του νομική επιχειρηματολογία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Ενάγοντας ήταν ο ιδιοκτήτης του με αριθμούς εγγραφής KRJ 056, ζήτημα που όπως είπε με βάση την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης αλλά και την παράγραφο 1 της υπεράσπισης είναι επίδικο. Σύμφωνα με το συνήγορο του Εναγομένου, ένεκα της αδυναμίας απόδειξης της ιδιοκτησίας του πιο πάνω οχήματος ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις. Μάλιστα με αναφορά στα Τεκμήρια 1Β, 2 και 3Α και 3Β ο συνήγορος του Εναγομένου υποστήριξε ότι αυτό που προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία είναι ότι ιδιοκτήτης του επιδίκου οχήματος είναι η εταιρεία C & K Enterprises Ltd, χωρίς να υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει εάν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ της εταιρείας αυτής και του Ενάγοντα. Ερχόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες το δυστύχημα προκλήθηκε ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε πως δεν υπάρχει καμία μαρτυρία γι' αυτό και οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα για κατανάλωση αλκοόλ (αν και αυτό όπως είπε δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης) καθώς υπερβολική ταχύτητα από τον Εναγόμενο δεν έχουν αποδειχτεί. Όπως ο εν λόγω συνήγορος υπέδειξε, η μαρτυρία του Ενάγοντα στο θέμα αυτό είναι εξ' ακοής επειδή προέρχεται από πληροφόρηση που έτυχε από την αστυνομία καθώς και πάνω στη δική του εμπειρία. Σύμφωνα ακόμη με τον κύριο Κωνσταντίνου ο Ενάγοντας δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη κλήση του αστυνομικού που διερεύνησε την υπόθεση ως μάρτυρα. Κατά τον συνήγορο τα όσα έχουν λεχθεί από τον Ενάγοντα στο ζήτημα αυτό δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Σχολιάζοντας τις ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνονται, ο κύριος Κωνσταντίνου, με παραπομπή σε νομολογία, ανάφερε ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει με σαφήνεια και στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων ότι υπέστηκε οποιαδήποτε ειδική ζημιά με αποτέλεσμα να μην δικαιούται στην επιδίκαση οποιουδήποτε από τα κονδύλια που απαιτεί. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα: (α) Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 τελούσε υπό τον έλεγχο και κατοχή της Suzan James. (β) Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KSF860. (γ) Στις 18.04.08 και ώρα 23:45 το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSF860 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων με κατεύθυνση προς τη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου συγκρούστηκε με το σταθμευμένο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο και κατοχή της Suzan James. (δ) Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω σύγκρουσης το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 υπέστηκε ζημιές. (ε) Στις 30.11.09 η εταιρεία C & K Enterprises Ltd πλήρωσε στην εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd το ποσό των €3.105 σε μετρητά αναφορικά με την επιδιόρθωση ζημιών του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ056 που προκλήθηκαν συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήματος. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα πιο κάτω επίδικα θέματα θα απασχολήσουν το Δικαστήριο:
(1)Η ιδιοκτησία του σταθμευμένου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ 056 που υπέστηκε ζημιές κατά το επίδικο δυστύχημα. Είναι προφανές ότι σε μια αγωγή που αξιώνονται ειδικές αποζημιώσεις, λόγω ζημιών που υπέστηκε το εν λόγω όχημα, απώλεια εισοδήματος από την αδυναμία χρήσης ή διάθεσης του, καθώς και γενικές αποζημιώσεις λόγω ταλαιπωρίας εξαιτίας του δυστυχήματος, αυτός που έχει locus standi να την καταχωρήσει και να την προωθήσει είναι ο ιδιοκτήτης του πιο πάνω ενεχομένου οχήματος.
(2)Όταν διασαφηνιστεί το επίμαχο ζήτημα της ιδιοκτησίας του εν λόγω οχήματος, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν το δυστύχημα προκλήθηκε συνεπεία αμελούς πράξης του Εναγομένου και/ή παράβαση εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του υπό την ιδιότητα του οδηγού οχήματος που εμπλάκηκε σε δυστύχημα. Αυτό θα κριθεί μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το δυστύχημα συνέβηκε, τα αίτια που το προκάλεσαν και τα γεγονότα που το περιβάλλουν.
(3)Κατά πόσο οποιαδήποτε αμελή πράξη του Εναγόμενου και/ή παράβαση εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του ως οδηγού ευθύνεται για την πρόκληση ζημιών στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056.
(4)Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού που διεκδικεί είτε ως ειδική αποζημίωση είτε ως γενικές αποζημιώσεις. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του Ενάγοντα που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας στην υπόθεση αυτή είναι σχεδόν όλη εξ' ακοής αφού μεταφέρει δηλώσεις μελών της αστυνομίας που τον ενημέρωσαν για το δυστύχημα καθώς και του εκτιμητή του ως προς το ύψος των ζημιών που το όχημα του υπέστηκε. Ο ίδιος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού και το γεγονός αυτό τον καθιστά κομιστή αναφορών που έγιναν από άλλα άτομα, τις οποίες αναφορές ο ίδιος διαβίβασε στο Δικαστήριο. Ασφαλώς το ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα είναι εξ' ακοής δεν την αποκλείει από αξιολόγηση και έτσι δεν την καθιστά απορριπτέα απλά επειδή είναι εξ' ακοής (βλέπε άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Παράμετροι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Κεφ.9, στο περιεχόμενο του οποίου παραπέμπω. Μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Πρόκειται για τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα που έχουν καταγραφεί πιο πάνω υπό τα σημεία (α) μέχρι (ε) και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, στα οποία και παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Άλλο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα αφορά τα αίτια και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το επίμαχο δυστύχημα συνέβηκε, ο βαθμός και τη σοβαρότητα των ζημιών που το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 υπέστηκε καθώς και το κόστος επιδιόρθωσης τους, για την οποία ο Εναγόμενος αμφισβητεί την αλήθεια και αξιοπιστία τους. Σε σχέση με τα αίτια και τις συνθήκες του δυστυχήματος ο Ενάγοντας έκανε αναφορά σε πληροφόρηση που είχε από μέλη της αστυνομίας ενώ καθ' όσον αφορά τις ζημιές και την αξία επιδιόρθωσης τους επισήμανε ενημέρωση που είχε από το δικό του εκτιμητή. Με γνώμονα την χαραγμένη μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής γραμμή υπεράσπισης και έχοντας υπόψη στις προαναφερόμενες παραμέτρους αξιολόγησης αναφέρω τα εξής:
(1)Παρόλο ότι ο Ενάγοντας είπε ότι έτυχε πληροφόρηση για τα αίτια και τις συνθήκες του δυστυχήματος από μέλη της αστυνομίας εντούτοις στο Δικαστήριο δεν ανάφερε από ποιον συγκεκριμένα αστυνομικό ενημερώθηκε γι' αυτά.
(2)Ο Ενάγοντας ουδέποτε ανάφερε το όνομα και τον αριθμό του αστυνομικού που διερεύνησε το δυστύχημα.
(3)Παρόλο ότι ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το δυστύχημα οφειλόταν στην κατανάλωση αλκοόλ και σε υπερβολική ταχύτητα από τον Εναγόμενο, εντούτοις κατά την εκδίκαση της υπόθεσης καμία αστυνομική έκθεση και κανένα σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος που κατά κανόνα σε τέτοιες περιπτώσεις ετοιμάζονται και εκπονούνται από τον αστυνομικό που έχει την ευθύνη διερεύνησης του δυστυχήματος έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο.
(4)Παρόλο ότι ο Ενάγοντας ανάφερε ότι η κατάσταση των ζημιών στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ 056 εκτιμήθηκε από δικό του εκτιμητή, εντούτοις καμία έκθεση εκτίμησης του εκτιμητή του Ενάγοντα τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ίδιο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
(5)Παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό για τον Ενάγοντα να κλητεύσει ως μάρτυρες τόσο τον αστυφύλακα που είχε την ευθύνη διερεύνησης των αιτιών και των συνθηκών του δυστυχήματος όσο και τους αστυνομικούς που τον ενημέρωσαν για τα αποτελέσματα της διερεύνησης, οι οποίοι θα κατέθεταν και θα εξηγούσαν το περιεχόμενο της αστυνομικής έκθεσης και το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος που κατά κανόνα ετοιμάζονται και εκπονούνται από την αστυνομία, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία γι' αυτό.
(6)Παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό για τον Ενάγοντα να κλητεύσει ως μάρτυρα τον εκτιμητή, ο οποίος θα κατέθετε και θα εξηγούσε εκτίμηση που συνηθίζεται να ετοιμάζεται σε περιπτώσεις δυστυχημάτων, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία γι' αυτό.
(7)Παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό για τον Ενάγοντα να κλητεύσει ως μάρτυρα την Suzan James, την κοπέλα στην κατοχή της οποίας βρισκόταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ 056 τη στιγμή του δυστυχήματος και η μαρτυρία της οποίας θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τα περιστατικά που περιβάλλουν το εν λόγω δυστύχημα, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία γι' αυτό.
(8)Αν ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για τον Ενάγοντα να παρουσιάσει οποιονδήποτε εμπλεκόμενο αστυνομικό και/ή τον εκτιμητή ως μάρτυρες στην υπόθεση αυτή εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για τον Εναγόμενο να τους κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που του παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9.
(9)Η μη προσαγωγή των προσώπων αυτών ως μάρτυρες και να υποστούν τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από τον Εναγόμενο τη δυνατότητα να θέσει τις δικές του τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που ο Ενάγοντας προώθησε μέσα από τις οποίες γίνεται επίρριψη αποκλειστικά στον Εναγόμενο της ευθύνης πρόκλησης του δυστυχήματος που αποδίδει σε υπερβολική ταχύτητα και κατανάλωση αλκοόλ από τον τελευταίο και παράλληλα, ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος, δημιουργίας ζημιών στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 του βαθμού, έκτασης και κόστους επιδιόρθωσης που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται.
(10)Ο Ενάγοντας έχει κάθε λόγο και κίνητρο να μην παρουσιάσει τις δηλώσεις των αστυνομικών και του εκτιμητή που μετέφερε στο Δικαστήριο ακριβώς όπως αυτές έγιναν επειδή ο ίδιος, ως διάδικος, έχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης αυτής. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Ως προς τα αίτια και τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ο Ενάγοντας παρουσιάζει τον εαυτό του ως εμπειρογνώμονα οδικών ατυχημάτων. Επικαλούμενος την ιδιότητα πρώην αστυνομικού (προφανώς στο Ηνωμένο Βασίλειο) και την εμπειρία που είχε από την άσκηση του επαγγέλματος αυτού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο βαθμός και η σοβαρότητα των ζημιών που υπέστηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 υποδεικνύει πως το ατύχημα προκλήθηκε λόγω οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα και εξαιτίας κατανάλωσης αλκοόλ από τον Ενάγοντα, στον οποίο και επιρρίπτει αποκλειστικά την ευθύνη. Η μαρτυρία του όμως κάθε άλλο παρά εμπειρογνώμονα θεωρείται. Ειδικότερα κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να αναδεικνύει την επικαλούμενη εμπειρογνωμοσύνη του Ενάγοντα στον τομέα των δυστυχημάτων προκειμένου να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο Ενάγοντας: (α) δεν ανάφερε πόσα χρόνια υπηρέτησε ως αστυφύλακας, (β) δεν ανάφερε εάν και πόσα χρόνια υπηρέτησε στην αστυνομική υπηρεσία δυστυχημάτων, (γ) δεν ανάφερε πόση εμπειρία έχει με δυστυχήματα, (δ) δεν ανάφερε εάν παρακολούθησε οποιαδήποτε σεμινάρια ή αν συμμετείχε σε συνέδρια που αφορούσαν αίτια και συνθήκες πρόκλησης δυστυχημάτων. Η απουσία των πιο πάνω λεπτομερειών δεν καθιστούν τον Ενάγοντα εμπειρογνώμονα στον τομέα δυστυχημάτων. Κατά συνέπεια η μαρτυρία αυτή του Ενάγοντα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και κατ' επέκταση δεν δύναται να αξιολογηθεί υπό το φακό του εμπειρογνώμονα αφού ο Ενάγοντας δεν θεωρείται ως τέτοιος. Παράλληλα ο ίδιος δεν εξηγεί πως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ζημιές του οχήματος φωτογραφίζουν ως αίτια πρόκλησης του δυστυχήματος την υπερβολική ταχύτητα και την κατανάλωση αλκοόλ, αποκλείοντας έτσι οποιοδήποτε άλλο λογικό ενδεχόμενο. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι, ανεξάρτητα του ότι δεν παρέχεται εξήγηση για το πως ο Ενάγοντας καταλήγει σε συμπέρασμα για τα αίτια του εν λόγω δυστυχήματος, η θέση του ότι ένα από αυτά είναι η κατανάλωση αλκοόλ από τον Εναγόμενο δεν δικογραφείται μέσα από την έκθεση απαίτησης του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Στη βάση των δεδομένων αυτών αποδίδω μηδενική βαρύτητα και στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Περαιτέρω μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα αφορά διεκδίκηση ποσού €39.936 ως απώλεια εισοδήματος λόγω στέρησης της ευκαιρίας ενοικίασης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ056. Ενώ όμως στην έκθεση απαίτησης (παράγραφος 5(θ)) υπάρχει ισχυρισμός ότι το εν λόγω ποσό που αξιώνεται δικαιολογείται από το ότι η περίοδος αδυναμίας ενοικίασης είναι από τις 18.04.08 μέχρι τις 30.11.09 στην τιμή ενοικίασης των €512 εβδομαδιαίως, στην ένορκη μαρτυρία του ο Ενάγοντας διαφοροποιείται ουσιωδώς λέγοντας ότι το ποσό αυτό που διεκδικείται αφορά απώλεια εισοδήματος για περίοδο 8 ετών χωρίς να αναφέρει την τιμή ενοικίασης του. Πρόκειται για μια διάσταση που παρατηρείται ανάμεσα στη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα στο συγκεκριμένο ζήτημα και στην προσαχθείσα μαρτυρία του που για να έχει οποιαδήποτε αξία και σημασία αυτή η εκ των υστέρων νέα ουσιωδώς θέση του θα έπρεπε να συνοδευόταν από τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Το γεγονός ότι αυτό δεν έγινε, την αφήνει κενού περιεχομένου. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε στοιχεία που να καθορίζουν τα εβδομαδιαία ή μηνιαία εισοδήματα του καθώς και λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν το χρόνο που ισχυρίζεται ότι αδυνατούσε να ενοικιάσει το εν λόγω όχημα. Οι παραλείψεις αυτές του Ενάγοντα καθιστούν τη μαρτυρία του στο θέμα αυτό χωρίς αποδεικτική αξία. Συνεπώς ούτε σ' αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα αποδίδεται, κατόπιν αξιολόγησης της, οποιαδήποτε βαρύτητα. Μηδενική βαρύτητα αποδίδεται και στο Τεκμήριο 4, το οποίο, μετά από μελέτη και αξιολόγηση του, δεν περιέχει οτιδήποτε το ουσιαστικό καθ' όσον αφορά τα επίδικα θέματα της αγωγής. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Το εν λόγω άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης μόνο στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Στην προκειμένη περίπτωση για να προσδιοριστεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας απαιτείται
(1)ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από κάθε ένα Εναγόμενο,
(2)η πρόκληση ζημιάς και/ή βλάβης στην Ενάγουσα και
(3)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης οποιουδήποτε από τους Εναγομένους και της ζημιάς και/ή βλάβης που προκλήθηκε στην Ενάγουσα ως αποτέλεσμα της απώλειας ισορροπίας και της πτώσης της στο έδαφος και συγκεκριμένα στην επιφάνεια του δρόμου. Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: "Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)." Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας διέπεται από το άρθρο 57 του Κεφ. 148 και η ύπαρξη της αποτελεί παράγοντα μείωσης των αποζημιώσεων που θα καταβάλει ο εναγόμενος (Covotsos Textiles v. Serghiou
(1981)1 C.L.R. 475). Ο καταμερισμός ευθύνης πρόκλησης ατυχήματος στα άτομα που ευθύνονται αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας απορρέει από την παράλειψη του ενάγοντα να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για να προστατεύσει τον ίδιο τον εαυτό του από βλάβη ή ζημιά. Το κριτήριο για να αποφασιστεί αν έχει επιτευχθεί συντρέχουσα αμέλεια είναι βασικά το ίδιο με την αμέλεια αφού το προβλεπτό πρόκλησης ζημιάς και η παράλειψη να ληφθούν προφυλάξεις έναντι προβλεπτών κινδύνων είναι το κλειδί για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας (Charalambous and Another v. Kassapis and Another
(1988)1 C.L.R. 25, Odysseos v. Mantovani & Sons
(1989)1 C.L.R. 321). Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Ο δε καταμερισμός της ευθύνης γίνεται κατά ευρεία σκοπιά με γνώμονα την λογική και την κοινή εμπειρία σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506, Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, Metalco (Heaters) Ltd v. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 211). Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που συνήθως απαιτούνται στις περιπτώσεις δυστυχημάτων, είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να καταγράφονται αναλυτικά και ξεκάθαρα στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Βάσω Μιχαήλ v Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, R.K.B. Leathergoods Limited v Βιργίνια Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοκλής Αντωνιάδης v Μιχάλης Σπύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Κούνουνα κ.α. v Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Επομένως, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται πάντοτε σε αυστηρά πλαίσια και το βάρος απόδειξης τους το φέρει πάντοτε ο ενάγοντας (Παναγιώτη Παναγή v Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε, τα ευρήματα στα οποία κατέληξε σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Πρώτο ζήτημα που θα εξεταστεί είναι αν ο Ενάγοντας δικαιούται να προωθεί την παρούσα αγωγή. Το θέμα αυτό τέθηκε στο Δικαστήριο από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου στην τελική του αγόρευση. Αποτελεί βασική νομική αρχή ότι ένα άτομο καταχωρεί και προωθεί μια αγωγή στο Δικαστήριο μέσα από την οποία αξιώνει θεραπείες εναντίον άλλου προσώπου όταν έχει locus standi στην υπόθεση. Με άλλα λόγια μόνο αυτός του οποίου τα συμφέροντα και δικαιώματα επηρεάζονται από τις πράξεις και/ή παραλείψεις κάποιου άλλου δύναται να προχωρήσει μια δικαστική διαδικασία εναντίον του άλλου στη βάση αγώγιμου δικαιώματος διεκδικώντας θεραπείες από αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας αξιώνει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις από τον Εναγόμενο για ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 στη βάση ισχυριζόμενης αμέλειας και παράβασης νομοθετικού καθήκοντος από τον Εναγόμενο. Μέσα από την έκθεση απαίτησης ο Ενάγοντας επικαλείται ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος (παράγραφος 1), ισχυρισμός όμως που αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο μέσα από την υπεράσπιση του (παράγραφος 1). Οι εκατέρωθεν θέσεις αυτές διατηρήθηκαν από τους διαδίκους κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Ως ιδιοκτήτης του οχήματος ο Ενάγοντας αξιώνει το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών που το πιο πάνω όχημα υπέστηκε καθώς και αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων που ο ίδιος επιβαρύνεται από την στέρηση χρήσης του οχήματος αυτού. Η αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ056 από τον Εναγόμενο υποχρέωνε τον Ενάγοντα να προσκομίσει σχετική μαρτυρία που θα αποδείκνυε ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος προκειμένου να θεμελιωθεί η θέση του στο συγκεκριμένο θέμα. Η παρουσίαση πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος αυτού εις το όνομα του Ενάγοντα θα ήταν αρκετό για στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του. Κανένα όμως πιστοποιητικό εγγραφής ή άλλο συναφές με τη ιδιοκτησία του οχήματος έγγραφο έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο που να αποδεικνύει ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος είναι όντως ο Ενάγοντας, όπως ισχυρίζεται. Αντίθετα από την ενώπιον μου μαρτυρία υπάρχει το Τεκμήριο 2 που είναι επιστολή ημερομηνίας 08.08.08 της εταιρείας C & K Enterprises Ltd με την οποία καλείται η ασφαλιστική εταιρεία του Εναγομένου, Cosmos Insurance, προς την οποία απευθύνεται η εν λόγω επιστολή, να μεριμνήσει για την πληρωμή των ζημιών στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ
  1. Το Τεκμήριο 2 έχει κατατεθεί από τον Ενάγοντα και κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι την ύπαρξη και τον προορισμό αποστολής του. Η τελευταία παράγραφος της εν λόγω επιστολής είναι άξια αναφοράς και γι' αυτό το περιεχόμενο της εκτίθεται αυτούσιο: "Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός 10 ημερών από την ημερομηνία της παρούσας επιστολής τότε η C & K Enterprises δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της Cosmos Insurance και του πελάτη τους για πλήρη αποζημίωση, πλέον πλήρη κόστα επιδιόρθωσης και νομικές υπηρεσίες." Την ανάμιξη της εταιρείας C & K Enterprises Ltd με την επιδιόρθωση του πιο πάνω οχήματος ενισχύουν τα Τεκμήρια 3Α και 3Β που κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, αποδέχομαι ότι το μεν Τεκμήριο 3Α πρόκειται για το τιμολόγιο υπ' αριθμό 201 που εκδόθηκε στις 30.11.09 από την εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd εις το όνομα της πιο πάνω εταιρείας και αφορά επιδιόρθωση ζημιών στο εν λόγω όχημα και το δε Τεκμήριο 3Β την απόδειξη υπ' αριθμό 101 ημερομηνίας 30.11.09 που εκδόθηκε από την εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd και παραπέμπει σε εξόφληση του Τεκμηρίου 3Α από την εταιρεία C & K Enterprises Ltd. Είχα ακόμη την ευκαιρία να εξετάσω το Τεκμήριο 1Β που είναι πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1Α. Πρόκειται για έγγραφο, το οποίο, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, αποδέχομαι ότι πρόκειται για γραπτή βεβαίωση που ετοιμάστηκε από την εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd και απευθύνεται στην ασφαλιστική εταιρεία του Εναγομένου αναφορικά με τις ζημιές που το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 υπέστηκε από το επίμαχο δυστύχημα. Το περιεχόμενο του όμως δεν παρέχει στοιχεία που να αποδεικνύουν την ιδιοκτησία του οχήματος. Η αναφορά του ονόματος του Ενάγοντα στην πληρωμή κόστους επιδιόρθωσης του πιο πάνω οχήματος δεν θεμελιώνουν ισχυρισμό ιδιοκτησίας του και υπό το φως των Τεκμηρίων 3Α και 3Β, μέσα από τα οποία έγγραφα αναδεικνύεται ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις 30.11.09 η εταιρεία C & K Enterprises Ltd πλήρωσε στην εταιρεία N.C. Autobody Enterprises Ltd το ποσό των €3.105 σε μετρητά αναφορικά με την επιδιόρθωση ζημιών του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ056 που προκλήθηκαν συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήματος, αλλά και του Τεκμηρίου 2 που φαίνεται να είναι επιστολή της εταιρείας C & K Enterprises Ltd συνταγμένη από τον Ενάγοντα, εκλαμβάνεται ότι πρόκειται για ενέργειες που αποδίδονται στον Ενάγοντα και φαίνεται να έγιναν εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας C & K Enterprises Ltd. Τούτο λεχθέντος όμως χωρίς ενώπιον μου να υπάρχει μαρτυρία που να καθορίζει την όποια τυχόν σχέση υπάρχει μεταξύ του Ενάγοντα και της εταιρείας C & K Enterprises Ltd. Εν πάση περιπτώσει, από τα πιο πάνω αλλά και γενικότερα από την όλη προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει θεμελιωθεί ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ
  2. Αντίθετα η ενώπιον μου μαρτυρία τείνει να δείξει ότι το εν λόγω όχημα ενδεχομένως να ανήκει στην εταιρεία C & K Enterprises Ltd, χωρίς όμως να υπάρχει θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η εταιρεία είναι μια ξεχωριστή και αυτοτελή νομική οντότητα ανεξάρτητη από τους διευθυντές και μετόχους της, η οποία από μόνη της μπορεί να ενάγει άτομα που θεωρεί ότι της προκάλεσαν ζημιά ή βλάβη (Καλησπέρα v. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 και Σολωμού v. Εταιρεία Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1Α Α.Α.Δ. 300). Με γνώμονα ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η θέση ότι ο Ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος, ο Ενάγοντας δεν έχει locus standi να προωθεί την παρούσα αγωγή ή έστω δεν έχει locus standi στην παρούσα υπόθεση, η οποία χωρίς να έχει προοπτική επιτυχίας είναι έκθετη σε απόρριψη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, θα προχωρήσω να εξετάσω τα υπόλοιπα επίδικα θέματα της αγωγής θεωρώντας ότι ο Ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ056 και τούτο στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένο το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης. Το Δικαστήριο καλείται τώρα να κρίνει αν το δυστύχημα προκλήθηκε συνεπεία αμελούς πράξης του Εναγομένου και/ή παράβαση εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του υπό την ιδιότητα του οδηγού οχήματος που εμπλάκηκε σε δυστύχημα. Μέσα από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν έχουν διασαφηνιστεί τα αίτια και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το δυστύχημα συνέβηκε. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα που έχουν προωθηθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην υπερβολική ταχύτητα οδήγησης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KSF860 και κατανάλωση αλκοόλ από τον Εναγόμενο παρέμειναν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής μετέωροι και ως εκ τούτου απορρίφθηκαν. Η αποδεκτή μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν του επιτρέπει να καταλήξει με ασφάλεια σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με τα αίτια και τις συνθήκες που προκάλεσαν το επίδικο δυστύχημα. Σε τελική ανάλυση καμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να αποδεικνύει ότι το δυστύχημα οφείλεται εξ' υπαιτιότητας του Εναγομένου λόγω οποιασδήποτε δικογραφημένης κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειας αμέλειας του Εναγομένου. Τα μοναδικά ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε που δεν συνδέονται με τα αίτια πρόκλησης του δυστυχήματος αλλά αφορούν γεγονότα που το περιβάλλουν είναι ότι στις 18.04.08 και ώρα 23:45 το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSF860 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων με κατεύθυνση προς τη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου συγκρούστηκε με το σταθμευμένο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο και κατοχή της Suzan James και ότι ως αποτέλεσμα της πιο πάνω σύγκρουσης το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 υπέστηκε ζημιές. Στα πλαίσια της θέσης του ότι ο Εναγόμενος ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος, ο Ενάγοντας έχει δικογραφήσει ισχυρισμό ότι ισχύει η νομική αρχή res ipsa loquitur (τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους). Το πιο πάνω νομικό αξίωμα καθιερώθηκε στο άρθρο 55 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι πρόνοιες του οποίου αυτούσια σημειώνουν τα εξής: "Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται— (α) Οτι ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά." Η νομική αρχή res ipsa loquitur αποτελεί κανόνα απόδειξης και ισχύει όταν ο ενάγοντας αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του εναγομένου με την προσκόμιση μαρτυρίας για τις πράξεις ή παραλείψεις του επειδή τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγομένου. Εκεί που κριθεί ότι εφαρμόζεται το αξίωμα αυτό ο ενάγοντας αποδεικνύει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης, δηλαδή το συμβάν που οδήγησε στην πρόκληση των ζημιών. Εφόσον ο ενάγοντας πετύχει αυτό το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους τους εναγομένου, ο οποίος καλείται να δώσει μία λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής. Υπάρχει πλούσια νομολογία που αναλύει και εξηγεί το θέμα αυτό. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117, Χατζηπαύλου v. Ιντζιρτζιάν κ.α.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1278, Σάββα v. ΣΠΕ Λιοπετρίου και άλλη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1915, Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ v. Φιλίππου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1330, Πανταζής και άλλος v. Θεμιστοκλέους
(2006)1Β Α.Α.Δ. 898 και Παπαλλής και άλλος v. Κυριακίδη
(2008)1 Α.Α.Δ. 83. Όταν όμως ο ενάγοντας αφήνει να νοηθεί ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα ή όπου ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αιτία της ζημιάς ή όπου τα γεγονότα είναι γνωστά και ο ενάγων βασίζεται σ' αυτά και τα παραθέτει, θα πρέπει να τα αποδεικνύει για να πετύχει. Στην υπόθεση Ιωαννίδης v. Καλλία ως παραλήπτη και διαχειριστή της Intercosmetics Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1522 τονίστηκε ότι εφόσον ο εφεσείοντας ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι γνώριζε την αιτία που του προκάλεσε τον τραυματισμό του δεν ίσχυε η αρχή του res ipsa loquitur. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή: "Η αρχή αυτή [res ipsa loquitur] εφαρμόζεται όταν το πράγμα ή το αντικείμενο που προκαλεί τη ζημιά αποδεικνύεται ότι βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του εναγόμενου ή των υπηρετών του και το ατύχημα ήταν τέτοιο που, στην κανονική πορεία των πραγμάτων, δεν θα συνέβαινε αν εκείνοι που είχαν τον έλεγχο του, ασκούσαν την απαιτούμενη επιμέλεια. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο αυτό αποτελεί εύλογη μαρτυρία, στην απουσία εξήγησης από τον εναγόμενο, ότι το ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αμέλειας. Επιπρόσθετα, για να ισχύει η προαναφερόμενη αρχή, θα πρέπει να ικανοποιείται και η προϋπόθεση της παραγράφου (α) του Άρθρου 55, ότι δηλαδή ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών τα οποία προκάλεσαν το συμβάν που οδήγησε στη ζημιά. Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι γνώριζε την αιτία της ζημιάς του και εν πάση περιπτώσει ούτε και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής αυτής ικανοποιούνται. (Δέστε: Savvides v. Mesaritis a.ο.
(1985)1 C.L.R. 261, Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117 και Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 53-55.)." Περαιτέρω στην υπόθεση Φιλίππου και άλλος v. Τσολάκη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1188, η οποία αφορά δυστύχημα, αναφέρθηκε ότι η εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας από τον ενάγοντα για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου και ότι ο κανόνας αυτός δύσκολα τυγχάνει εφαρμογής σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων. Άξιο αναφοράς είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση αυτή που είναι άκρως διαφωτιστικό: "Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανόνας δύσκολα εφαρμόζεται σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων (βλ. Savvides v. Mesaritis
(1985)1 C.L.R. 261 και Μιλτιάδους ν. Καϊάφα
(1992)1 Α.Α.Δ. 964). Οι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή του επεξηγούνται στο σύγγραμμα Charlesworth on Negligence (5η έκδοση, παράγραφος 985) ως ακολούθως: "The application of the doctrine is rarely justified in road accidents. This, with respect, is a sound approach considering the object of the doctrine. It is common knowledge, we may add, that human folly as well as inexperience of drivers of motor vehicles may take a variety of forms that make it difficult and often impossible to predicate the facts or attribute liability to anyone of the drivers involved before first ascertaining the circumstances of the accident." Σε μετάφραση, "Η εφαρμογή του δόγματος σπανίως δικαιολογείται σε τροχαία ατυχήματα. Τούτο ευσεβάστως, είναι ορθή αντιμετώπιση έχοντας υπόψη το σκοπό του δόγματος. Είναι πασίγνωστο, μπορούμε να προσθέσουμε, ότι η ανθρώπινη επιπολαιότητα καθώς επίσης και η απειρία οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές που καθιστούν δύσκολο και συχνά αδύνατο να βεβαιωθούν τα γεγονότα ή να αποδοθεί ευθύνη σε οποιοδήποτε από τους οδηγούς που ενέχονται πριν πρώτα επιβεβαιωθούν οι περιστάσεις του ατυχήματος." Στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο δεν υπήρχαν ισχυρισμοί για γεγονότα ή και μαρτυρία ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι θα ήταν δυνατό να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο η αρχή του res ipsa loquitur, αλλά αντίθετα είχαν δικογραφηθεί ισχυρισμοί αμέλειας με λεπτομέρειες και δόθηκε μαρτυρία για τέτοια αμέλεια. Είναι προφανές ότι υπήρχε μαρτυρία από τους αυτόπτες μάρτυρες και τους εμπειρογνώμονες, στην οποία βασίστηκε ο εφεσίβλητος και δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν γνώριζε τα γεγονότα, επειδή ο ίδιος προσωπικά δεν ήταν σε θέση να μαρτυρήσει γι' αυτά. Ακόμη περισσότερο, με βάση τις αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που το έπραξε και αφού εξέτασε όλη τη μαρτυρία που δόθηκε σχετικά με τους ισχυρισμούς αμέλειας και την απέρριψε, να επανέλθει και να βασισθεί στην αρχή του res ipsa loquitur και να βρει εκ των υστέρων υπεύθυνο τον οδηγό του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο εφεσίβλητος, με την αιτιολογία ότι ο οδηγός δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το ατύχημα, αφού η εκδοχή του κρίθηκε ως ψευδής." Επίσης στην υπόθεση Parthenon Shirts (Exporters) Ltd v. Γαβριηλίδου
(2010)1 Α.Α.Δ. σημειώθηκε ότι η νομική αρχή res ipsa loquitur δεν έχει ισχύ όπου ο ενάγοντας δεν ισχυρίζεται ότι στερείται γνώσης των περιστατικών που οδήγησαν στο συμβάν. Παράλληλα υποδείχτηκε ότι ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή μόνο όπου κρίνεται ότι το συμβάν που προκαλεί τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση δεν παραγνωρίζω ότι η δικογραφημένη θέση του Εναγομένου ότι σκύλος εισήλθε απότομα στην πορεία του οχήματος που ο Εναγόμενος οδηγούσε και ότι αυτός στην προσπάθεια του να τον αποφύγει αναγκάστηκε να οδηγήσει αριστερότερα του δρόμου και επί του αριστερού πεζοδρομίου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το σταθμευμένο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056, δεν έχει υποστηριχτεί από οποιανδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου, ως μετέωρη που παρέμεινε, απορρίπτεται. Επιπλέον δεν αγνοώ το γεγονός ότι καμία μαρτυρία από μέρους του Εναγομένου τέθηκε ενώπιον μου που να στοιχειοθετεί περίπτωση ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο και/ή οφειλόταν σε δίλημμα και/ή την αγωνία της στιγμής, ως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στην παράγραφο 3 της υπεράσπισης, θέση που αναπόφευκτα, εφόσον δεν προωθήθηκε, απορρίπτεται. Ωστόσο από την άλλη παρατηρώ ότι ο Ενάγοντας στην παράγραφο 4 της έκθεση απαίτησης υπό τα σημεία (α) μέχρι (ιζ) και στο σημείο (ιθ) καταγράφει λεπτομέρειες πράξεων και παραλείψεων που κατά τη γνώμη του αποδίδουν παράβαση καθήκοντος επιμέλειας από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω στην ακρόαση της αγωγής ο Ενάγοντας προώθησε ισχυρισμούς υπερβολικής ταχύτητας και κατανάλωσης αλκοόλ από τον Εναγόμενο στη βάση δικής του ένορκης μαρτυρίας, τους οποίους ισχυρισμούς απέδωσε ως τα αίτια πρόκλησης του δυστυχήματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τα αίτια και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το εν λόγω δυστύχημα συνέβηκε, θέσεις τις οποίες προώθησε ανεπιτυχώς στη δίκη στη βάση ένορκης μαρτυρίας. Επομένως δεν ήταν ποτέ η θέση του Ενάγοντα ότι στερείται γνώσης των περιστατικών που προκάλεσαν το δυστύχημα, το οποίο προκάλεσε ζημιές στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 αλλά αντίθετα επικαλέστηκε ότι γνώριζε με ποιο τρόπο ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής προκαλώντας το δυστύχημα και ως αποτέλεσμα αυτού τις ζημιές στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου την προαναφερόμενη νομολογία κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται η αρχή res ipsa loquitur. Από τη στιγμή που οι θέσεις του Ενάγοντα δεν έγιναν αποδεκτές και γενικότερα η εκδοχή που προέβαλε δεν κρίθηκε ότι ευσταθούσε μετά που η προσκομισθείσα μαρτυρία αξιολογήθηκε, δεν ήταν δυνατό εκ των υστέρων ο Εναγόμενος να κριθεί αμελής επειδή δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για την πρόκληση του δυστυχήματος. Κατά προέκταση δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 55 του Κεφ.148 που σημειώνει ότι ο ενάγοντας πρέπει να στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, οι οποίες προϋποθέσεις, με βάση το λεκτικό των προνοιών του εν λόγω άρθρου, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Συνεπώς η αρχή res ipsa loquitur και παράλληλα το άρθρο 55 του Κεφ.148 δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Από τα πιο πάνω δεδομένα, δεν θα οδηγούμουν στο συμπέρασμα ότι το δυστύχημα προκλήθηκε ως αποτέλεσμα παράβασης καθήκοντος επιμέλειας από τον Εναγόμενο. Σχετικά με τον δικογραφημένο ισχυρισμό του Ενάγοντα για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων του Εναγομένου ως βάση αγωγής, αυτός δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής μέσω της παρουσίασης σχετικών αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός του να παραμείνει μετέωρος. Ούτε υπήρξε εξειδίκευση της θέσης αυτής με αναφορά σε ποιες νομοθεσίες και σε ποια άρθρα αυτών ο Ενάγοντας θεωρεί ότι υπάρχει από τον Εναγόμενο παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα θεωρούσε ότι η θέση αυτή είχε εγκαταλειφθεί. Η μη διαπίστωση αμέλειας στον Εναγόμενο και ο μη εντοπισμός στοιχείου παράβασης θεσμοθετημένων καθηκόντων από μέρους του θα καταδίκαζε την εκδοχή του Ενάγοντα και κατ' επέκταση την αγωγή σε αποτυχία. Αν τώρα η κατάληξη του Δικαστηρίου στο θέμα αμέλειας ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη, δεδομένου του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 βρισκόταν σταθμευμένο όταν το όχημα του Εναγομένου που βρισκόταν σε κίνηση συγκρούστηκε με αυτό, δεν θα εντόπιζα οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας δια της κατόχου του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο Suzan James προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια που συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος καθώς και των ζημιών στο εν λόγω όχημα. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσα, υπό τις περιστάσεις, να είχα αποδώσει ευθύνη και κατ' επέκταση συντρέχουσα αμέλεια στον Ενάγοντα μέσω της Suzan James. Με γνώμονα την παράλειψη από μέρους του Ενάγοντα να προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής το δικογραφημένο ισχυρισμό του για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων του Εναγομένου ως βάση αγωγής αυτό που υπολείπεται είναι το Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο να επιδίκαζε στον Ενάγοντα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια του Εναγομένου επί πλήρους ευθύνης, πάντοτε στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθούν εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης πρώτα η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ056 και συνεπώς δεν έχει locus standi στην υπόθεση αυτή και στη συνέχεια η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το δυστύχημα δεν προκλήθηκε από αμέλεια του Εναγομένου. Ασχολούμενος πρώτα με το ζήτημα των ειδικών αποζημιώσεων σχετικά με το ποσό που διεκδικείται υπό το σημείο 5(θ) της έκθεσης απαίτησης για απώλεια εισοδήματος λόγω στέρησης της ευκαιρίας ενοικίασης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRJ056, κρίνω ότι ελλείψει στοιχείων η αξίωση αυτή δεν θα είχε αποδειχτεί. Για περισσότερες εξηγήσεις παραπέμπω στο μέρος της παρούσας απόφασης που πραγματεύεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα κονδύλια που διεκδικούνται υπό τα σημεία 5(α)-(η) και 5(ι) της έκθεσης απαίτησης θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Ενάγοντας κατά την ακρόαση της υπόθεσης δεν παρουσίασε καμία λεπτομέρεια και δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο αλλά και κανένα έγγραφο αναφορικά με οποιοδήποτε από τα αξιούμενα αυτά ποσά. Ειδικότερα κανένα τιμολόγιο και καμία απόδειξη πληρωμής-είσπραξης χρημάτων παρουσιάστηκε στη δίκη που να έχει εκδοθεί εις το όνομα του Ενάγοντα. Ούτε καν τα έγγραφα για τα οποία ζητούνται τα κονδύλια έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, όπως για παράδειγμα η αστυνομική έκθεση, η έκθεση του εκτιμητή του Ενάγοντα κ.λ.π. Συνεπώς, ο Ενάγοντας θα αποτύγχανε να αποδείξει ότι δικαιούται στην ανάκτηση αυτών των ποσών που απαιτεί υπό τη μορφή ανάλογης αποζημίωσης. Μπροστά σ' αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν θα δικαιούταν στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως ειδικές αποζημιώσεις. Για σκοπούς ολοκληρωμένης απόφασης, χωρίς αυτό να επηρέαζε το αποτέλεσμα της αγωγής, θα σημείωνα ότι η επιλογή του Εναγομένου να μην προσκομίσει μαρτυρία κατά την εκδίκαση της αγωγής καθιστά έκθετους σε απόρριψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ότι οι ζημιές στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRJ056 ανέρχονται σε €1.712,80 καθώς και ότι ο χρόνος που χρειαζόταν για την επιδιόρθωση του οχήματος ήταν 5 ημέρες. Συνεπώς, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο 5 που όπως λέχθηκε στο Δικαστήριο είναι εκτίμηση ζημιών του πιο πάνω οχήματος από εκτιμητή του Εναγομένου. Σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις που διεκδικούνται στη βάση δικογραφημένης θέσης για ταλαιπωρία, απώλειες και ζημιές (παράγραφος 7 της έκθεσης απαίτησης), παρατηρώ ότι ουδεμία μαρτυρία έχει δοθεί από μέρους του Ενάγοντα που να αναλύει, να εξειδικεύει, να εξηγεί και κατ' επέκταση να τεκμηριώνει το σκεπτικό αυτού του ισχυρισμού και ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις και τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον μου, η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις που θα δικαιολογείτο η επιδίκαση οποιουδήποτε τέτοιου ποσού. Η τυχόν δικαίωση του Ενάγοντα ως προς το βάσιμο της εκδοχής του υπό τις πιο πάνω υποθετικές συνθήκες, σε συνάρτηση με την αποτυχία απόδειξης οποιασδήποτε ζημιάς, θα οδηγούσε το Δικαστήριο στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων που θα καθόριζε στο ποσό των €
  2. Σχετική είναι η υπόθεση Χριστοφόρου v. Ρούμπα
(2010)1 Α.Α.Δ. 754. Στο ποσό των ονομαστικών αποζημιώσεων θα επιδίκαζα νόμιμο τόκο (Θρασυβούλου v. Βιολάρη, Πολιτική Έφεση Αρ. 314/2009, ημερομηνίας 15.10.13). Αντλώντας καθοδήγηση από την κυπριακή υπόθεση Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083 καθώς και από την αγγλική υπόθεση Anglo-Cyprian Agencies v. Paphos Industries [1951] 1 All E.R. 873, οι οποίες μνημονεύονται στην προαναφερόμενη υπόθεση Χριστοφόρου v. Ρούμπα
(2010)1 Α.Α.Δ. 754, όπου διατυπώθηκε η αρχή ότι ο ενάγοντας, υπέρ του οποίου επιδικάζονται ονομαστικές και μόνο αποζημιώσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί στη συνήθη ορολογία ως επιτυχών διάδικος και έχοντας υπόψη τα δεδομένα της προκειμένης περίπτωσης η αδυναμία του Ενάγοντα να αποδείξει ζημιές στην παρούσα υπόθεση δεν θα επέτρεπε την υπέρ του επιδίκαση δικηγορικών εξόδων. Στο θέμα του τόκου δεν θα παραγνώριζα ότι παρόλο ότι το δυστύχημα είχε συμβεί στις 18.04.08 και αφορούσε μόνο υλικές ζημιές οχήματος η αγωγή καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα στις 17.02.11 υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή μετά από πάροδο σχεδόν 3 ετών, ενώ η έκθεση απαίτησης στις 29.03.13, δηλαδή μετά πάροδο 2 ετών από την καταχώρηση της αγωγής. Ελλείψει οποιασδήποτε πειστικής δικαιολογίας σε σχέση με την καθυστερημένη προώθηση της αγωγής θα θεωρούσα ότι υπήρχε αδικαιολόγητη ολιγωρία από μέρους του Ενάγοντα στην καταχώρηση της υπόθεσης του στο Δικαστήριο. Το ύψος του χρονικού διαστήματος καθυστέρησης με βάση τα πιο πάνω γεγονότα είναι υπέρμετρο. Η υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση επιτρέπει παρέκκλιση από τις καθιερωμένες αρχές νομολογίας επί του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Miller Roza Maria v Ute Petek
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2091 αποφασίστηκε πως πέραν της πρόβλεψης του άρθρου 58Α του Κεφ.148 στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση και με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, θα θεωρούσα ορθό και δίκαιο να επιδίκαζα νόμιμο τόκο επί του ποσού των €100 που θα ήταν ονομαστικές αποζημιώσεις από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από τις 17.02.11, μέχρι εξόφλησης. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Εναγομένου στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται στην ολότητα της. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα. Το ποσό των €4.450,00 που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δυνάμει της Διαταγής 22 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να επιστραφεί στο δικηγόρο του Εναγομένου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Tort of Negligence/Road Accident/Breach of Statutory Duty/Special and General Damages /Final Judgment Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αμέλεια/Οδικό ατύχημα/Παράβαση θέσμιου καθήκοντος/ Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.