← Κύπρος

ΕΙΣ ΠΤΩΧΕΥΣΙΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΚΕΛΛΗ, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 9/16, 8/7/2016

ΕΙΣ ΠΤΩΧΕΥΣΙΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΚΕΛΛΗ, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 9/16, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης: 9/16 ΕΙΣ ΠΤΩΧΕΥΣΙΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΚΕΛΛΗ (ΑΔΤ 820248), από την Πάφο. Οφειλέτρια Ημερομηνία: 8 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια (ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης): Ουδείς για να ακούσει απόφαση. Για Καθ΄ ής η αίτηση (Αιτήτρια στην έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης): κ.Παπακλεοβούλου για Κίκης Α. Μακρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Societe Generale Bank-Cyprus Limited (στο εξής «η Καθ΄ ής η αίτηση») στις 25/5/2016 καταχώρησε αίτηση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον της Δήμητρας Σακελλή (στο εξής «η Αιτήτρια»). Η Αιτήτρια καταχώρησε στις 27/5/2016 ένορκη δήλωση στην οποία ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης στερείται νομικής και ουσιαστικής βάσης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι διαθέτει την οικονομική δυνατότητα για αποπληρωμή των χρεών της καθώς είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας στην τουριστική περιοχή της Κάτω Πάφου αξίας πέραν των €800.000 επί της οποίας μάλιστα η Καθ΄ ής η αίτηση καταχώρησε το memo με αρ. 1249/
  2. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι κατά διαστήματα κατέβαλε στην Καθ΄ ής η αίτηση έναντι του χρέους της διάφορα ποσά τα οποία όμως η τελευταία δεν έχει αφαιρέσει. Τέλος, είναι ισχυρισμός της Καθ΄ ής η αίτηση ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην οικονομική της καταστροφή και ζητά την απόρριψη της αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν, η μεν συνήγορος της Αιτήτριας ότι η αίτηση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης θα πρέπει να παραμεριστεί, ο δε συνήγορος της Καθ΄ ής η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να απορριφθεί. Η κα Ταλιώτου στην αγόρευση της επικαλούμενη και σχετική νομολογία δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική, καθώς ουσιαστικά χρησιμοποιείται, ως η σχετική εισήγηση της, προκειμένου να εξαναγκαστεί η πελάτιδα της στην εξόφληση του χρέους της προς την Καθ΄ ής η αίτηση. Στην αντίπερα όχθη η συνήγορος της Καθ΄ ής η αίτηση εστιάζει την αγόρευση της στο ότι οι λόγοι που επικαλείται η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της εκφεύγουν των όσων προνοούνται στον κανονισμό 40

(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Καταρχάς θα πρέπει να επισημάνω ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να ζητά την απόρριψη ή τον παραμερισμό της αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Αυτό διότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης ήδη έχει εκδοθεί και κατά συνέπεια ό,τι μπορεί να ζητά η Αιτήτρια είναι την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση καταγράφεται ο κανονισμός 39 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ο οποίος όμως αναφέρεται στην καταχώρηση της αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης από πιστωτή. Είναι προφανές ότι η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στην βάση του κανονισμού 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Σύμφωνα δε με τον κανονισμό 41 τέτοια ένορκη δήλωση επενεργεί ως αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Συνεπώς η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας λαμβάνεται υπόψη ως αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Στον κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών σε συνδυασμό με τον κανονισμό 40
(3)προβλέπεται ότι εντός τριών ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης στον οφειλέτη, ο τελευταίος πρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία θα εξειδικεύει κατά πόσον έχει εναντίον του εξ αποφάσεως πιστωτή ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και την οποία δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση. Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 3
(1)(ε) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποία παραθέτω αυτούσιο: «(ε) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα». Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η τελευταία επικαλείται ως λόγους για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης την απουσία νομικής και ουσιαστικής βάσης, το ότι η Καθ΄ ής η αίτηση είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, το ότι διαθέτει την οικονομική ικανότητα για αποπληρωμή των χρεών της, ότι έχει μέχρι σήμερα καταβάλει διάφορα ποσά έναντι του χρέους της προς την Καθ΄ ής η αίτηση, καθώς και ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική. Το βασικό επομένως ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Το προαναφερόμενο ερώτημα έχει επιλυθεί από τη νομολογία μας από την οποία προκύπτει ότι οι μοναδικοί λόγοι που μπορούν να περιληφθούν σε ένορκη δήλωση που επενεργεί ως αίτηση ακύρωσης Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι αυτοί που περιοριστικά προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Στην υπόθεση Νίκος Λάρκος v. Ελένη Παναγή Κατσιαρή
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1694 λέχθηκε ότι: «Οι περιπτώσεις που παρέχονται στον καθ'ου η αίτηση για να προσβάλει την εγκυρότητα μιας πτωχευτικής ειδοποίησης περιορίζονται σε δύο μόνο λόγους. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε καταφυγή σε κανένα από αυτούς τους δύο λόγους». Επίσης στις πιο πρόσφατες Πολιτικές Εφέσεις 5/12 και 62/12, Ιωάννης Αλεξάνδρου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Αλέκος Αλεξάνδρου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 15/1/2016 ειπώθηκαν τα ακόλουθα τα οποία απαντούν και στην εισήγηση της κας Ταλιώτου περί κατάχρησης της διαδικασίας: «Το θέμα είναι απλό και έχει λυθεί από τη νομολογία μας από καιρό. Όπως είναι παραδεκτό, αμφότεροι οι εφεσείοντες προκειμένου να ακυρώσουν τις επιδοθείσες σ' αυτούς ειδοποιήσεις πτώχευσης, επέλεξαν και καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις στις 24/10/11. Η καταχώρηση ένορκης δήλωσης, όπως προβλέπεται ρητά από τον Καν. 41 των περί Πτωχεύσεως Θεσμών, επενεργεί (operates) ως αίτηση γι' ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Με την ένορκη του δήλωση ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα παρά αυτά που ρητά αναφέρονται στον Καν. 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Θεσμών. «40
(2)There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off, or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar. Such affidavit shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the debtor may be left by the Registrar." "
  1. The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice, and thereupon the Registrar shall fix a day for hearing such application, and not less than three days before the day so fixed shall give notice thereof both to the debtor and the creditor at the addresses given by them under rule
  2. If the application cannot be heard until after the expiration of the time specified in the bankruptcy notice as the day on which the act of bankruptcy will be complete, the Court shall extend the time, and no act of bankruptcy shall be deemed to have been committed under the notice until the application has been heard and determined." (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Όπως ξεκάθαρα φαίνεται από τους Κανονισμούς, το πρωτόδικο Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει μόνο τα όσα αναφέρονται στον Καν. 40
(2)και τίποτε άλλο. (βλ.Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. ν. Δημητρίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 425, 431). Παρέχεται σε χρεώστη η δυνατότητα δι' αιτήσεως επίκλησης και των όσων ρητά προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ΚΕΦ. 5 (πριν την τροποποίηση του) για ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης κάτω από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ΄ αυτό αλλά και άλλων λόγων πέραν αυτών, με ειδική αίτηση. (βλ. Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd.
(2006)1 Α.Α.Δ. 788,790). Στα περιστατικά των υποθέσεων αυτών πολύ ορθά τα δύο πρωτόδικα Δικαστήρια αποφάσισαν ότι τα θέματα που εγείροντο με τις αιτήσεις/ένορκες δηλώσεις των εφεσειόντων/αιτητών δεν καλύπτοντο από τον Καν. 40
(2)με αποτέλεσμα την απόρριψη τους. Όσον αφορά την εισήγηση περί κατάχρησης της διαδικασίας, με την παράκληση έκδοσης των ειδοποιήσεων πτωχεύσεων, μετά από 12 έτη από την έκδοση της απόφασης, και πάλι παρατηρούμε ότι και το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να εγερθεί με ξεχωριστή ειδική αίτηση, αλλά όχι στα πλαίσια ενόρκου δηλώσεως με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση ειδοποίησης πτωχεύσεως. Η διαδικασία αποβλέπει στη διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη υπέρ όλων των πιστωτών του. Συνεπώς δεν βλέπουμε πως η υπό εξέταση διαδικασία αποτελεί κατάχρηση χωρίς αναφορά υπό των εφεσειόντων προκατάληψης ή λήψης εκβιαστικών ή καταπιεστικών μέτρων από τους εφεσίβλητους (βλ. Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 533)». Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι παρά το γεγονός ότι η προαναφερθείσα νομολογία αφορά περιπτώσεις Ειδοποιήσεων Πτώχευσης που εκδόθηκαν πριν την τροποποίηση του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 με το Νόμο 61(Ι)/2015, εντούτοις η νομική αρχή που προκύπτει από αυτήν ισχύει και για τις περιπτώσεις έκδοσης Ειδοποιήσεων Πτώχευσης μετά την τροποποίηση που επήλθε με τον Νόμο 61(Ι)/2015 καθώς η διατύπωση του άρθρου 3
(1)(ζ) ως αυτό ίσχυε πριν την προαναφερόμενη τροποποίηση είναι ακριβώς η ίδια με τη διατύπωση του νέου άρθρου 3
(1)(ε). Καθίσταται επομένως σαφές από τα πιο πάνω αναφερόμενα ότι όσα η Αιτήτρια επικαλείται στην ένορκη της δήλωση δεν περιλαμβάνονται στα ζητήματα που το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει με βάση τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Καταληκτικά αναφέρω ότι μία Ειδοποίηση Πτώχευσης μπορεί να ακυρωθεί για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Σε μία τέτοια περίπτωση όμως δεν καταχωρείται ένορκη δήλωση, αλλά αίτηση (motion) με την οποία θα προβάλλονται λόγοι που δεν προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2)(βλ. Williams and Muir Hunter The Law and Practice in Bankruptcy 19η έκδοση σελ.38). Υπό το φως των πιο πάνω η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ής η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Bankruptcy/Final (Αναφορά: Πτώχευση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.