← Κύπρος

Άνθιμος Μονοβούκκας ως διαχειριστής της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Ιωαννίδου Μονοβούκκα ν. Τηλέμαχος Τηλεμάχου κ.α., Αγ. Αρ. 2246/2010, 27/7/2016

Άνθιμος Μονοβούκκας ως διαχειριστής της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Ιωαννίδου Μονοβούκκα ν. Τηλέμαχος Τηλεμάχου κ.α., Αγ. Αρ. 2246/2010, 27/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A165 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 2246/2010 Μεταξύ: Άνθιμος Μονοβούκκας ως διαχειριστής της περιουσίας της Ιφιγένειας Ιωαννίδου Μονοβούκκα από την Πάφο και

  1. Τηλέμαχος Τηλεμάχου, από τη Λάρνακα
  2. Σταυρούλλα Λάμπρου, από την Πάφο
  3. Μάρω Κόκκινου, από την Πάφου Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/03/
  4. Μεταξύ: Άνθιμος Μονοβούκκας ως διαχειριστής της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Ιωαννίδου Μονοβούκκα από την Ίννια Πάφου και
  5. Τηλέμαχος Τηλεμάχου, από τη Λάρνακα
  6. Σταυρούλλα Λάμπρου, από την Πάφο
  7. Μάρω Κόκκινου, από την Πάφου Ημερ.: 27/07/
  8. Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Καραπατάκης μαζί με κα Καραπατάκη για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Για τον εναγόμενος αρ. 1: κα Μ. Κορακίδου για Επαμειμώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ. Για την εναγομένη αρ. 2: κα Λ. Λεμονάρη Για την εναγομένη αρ. 3: κ. Μ. Βασιλειάδης για Μιχάλης Βασιλειάδης ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 από τον Άνθιμο Μονοβούκκα ο οποίος αρχικά ήταν διαχειριστής της περιουσίας και των προσωπικών υποθέσεων της Ιφιγένειας Ιωαννίδου Μονοβούκκα λόγω του ότι αυτή είχε κηρυχτεί από το Δικαστήριο διανοητικά ασθενής και στην συνέχεια, μετά το θάνατο της, κατέστη διαχειριστής της περιουσίας της. Ισχυρίζεται ότι η εν λόγω Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα ήταν ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του ακινήτου με εγγραφής 0/12345, ΦΥΛ/ΣΧ. 35/33, Τμήμα 0, τεμάχιο 276, στην περιοχή Αππίδες Ίνεια Πάφου, με αγοραία αξία €80,
  9. Στις 21/10/2008 η πιο πάνω αναφερόμενη υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε την εναγομένη αρ. 2 ως πληρεξούσια αντιπρόσωπο της με σκοπό να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο της επ' ονόματι του εναγομένου αρ. 1 έναντι του ποσού των €20,
  10. Το εν λόγω πληρεξούσιο πιστοποιήθηκε από την εναγομένη αρ.
  11. Στις 21/11/2008 οι εναγόμενοι 1 και 2 παρουσιάστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου όπου και έγινε η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι του εναγομένου 1 και το οποίο ενεγράφη στις 05/12/
  12. Είναι η θέση του ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης του ότι η εν λόγω Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα κατά τον ουσιώδη χρόνο λόγω της ψυχολογικής και ψυχικής της κατάστασης δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την πράξη και/ή το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε προς όφελος των εναγομένων 1 και 2 και ότι αυτοί την εξανάγκασαν να το πράξει με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή ψυχική πίεση. Η δε εναγομένη αρ. 3, ισχυρίζεται, ότι πιστοποίησε το εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο στην απουσία της εν λόγω αποβιώσασας και/ή ότι το πιστοποίησε γνωρίζοντας ότι αυτή αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα. Είναι περαιτέρω θέση του ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και/ή 2 ουδέποτε κατέβαλαν στην αποβιώσασα το ποσό των €20,000 ενώ η αξία του επίδικου ακινήτου ανερχόταν σε €40,
  13. Συνεπεία των πιο πάνω, ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή του, αξιώνει απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €80,000 πλέον τόκους από 21/11/2008 ως αποζημίωση λόγω της παράνομης οικειοποίησης του επίδικου ακινήτου, διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει το επίδικο πληρεξούσιο ημερομηνίας 21/10/2008 λόγω του ότι υπογράφτηκε κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατόπιν άσκησης ψυχικής πίεσης και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θα κρίνει με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης λογική και δίκαιη. Ο εναγόμενος αρ. 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται ότι η Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα και ότι δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου που υπέγραψε και ότι ο ίδιος άσκησε οποιαδήποτε ψυχική πίεση στο εν λόγω πρόσωπο. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με αυτή ούτε οποιαδήποτε σχέση και ότι εξόφλησε πλήρως το τίμημα για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ήταν συνιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου και ότι κατά το έτος 2008 έλαβε τηλεφώνημα από κτηματομεσιτικό γραφείο της Πάφου και του προτάθηκε η αγορά του υπόλοιπου ½ μεριδίου του εν λόγω ακινήτου έναντι του ποσού των €20,000, πρόταση την οποία αποδέχθηκε αφού μερίμνησε και εξασφάλισε δάνειο. Προσήλθε στο Κτηματολόγιο Πάφου όπου η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αντιπροσωπευόταν δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου από την εναγομένη αρ.
  14. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι καλόπιστος αγοραστής. Επιπρόσθετα, προβάλλει τη θέση ότι ο ενάγοντας κωλύεται να προωθεί την παρούσα αγωγή και να προβάλει αυτούς τους ισχυρισμούς περί ψυχικής κατάστασης της αποβιώσασας διότι ο ίδιος κατά το έτος 2009 αποδέχθηκε τη μεταβίβαση δια δωρεάς από αυτήν δύο ακινήτων. Η εναγόμενη αρ. 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης της αρνείται όσα της καταλογίζονται και ότι άσκησε ψυχική πίεση στην Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα ή ότι δυνάμει δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων απέσπασε από αυτή το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 21/10/
  15. Ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 21/10/2008 η αποβιώσασα μαζί με τον εναγόμενο αρ. 1, την επισκέφθηκαν στο γραφείο όπου εργαζόταν ως δικολάβος, ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπε και της ζήτησαν να λειτουργήσει ως δικολάβος για λογαριασμό τους αναθέτοντας της την εκτέλεση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του εναγομένου αρ.
  16. Η ίδια στο γραφείο της παρέδωσε το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο στην αποβιώσασα με το οποίο την διόριζε ως αντιπρόσωπο της, της το είχε αναγνώσει και εξηγήσει και αφού την είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν σύμφωνη με το περιεχόμενο της και τον σκοπό του, είχε αποχωρήσει από το γραφείο της και κατευθύνθηκε προς το χώρο εργασίας της εναγομένης αρ. 3 όπου από ότι πιστεύει υπογράφτηκε στην παρουσία της. Περαιτέρω, αρνείται ότι η αποβιώσασα κατά τον ουσιώδη χρόνο αντιμετώπιζε τα προβλήματα που αναφέρει ο ενάγοντας και ότι αυτή βρισκόταν σε πλήρη συνειδητή κατάσταση η οποία της επέτρεπε να κατανοεί το περιεχόμενο και τον σκοπό του πληρεξουσίου εγγράφου που υπέγραφε. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν γνώριζε τί είχε συμφωνηθεί και ποια ήταν η αξία του επίδικου ακινήτου και ότι η ίδια εκτελούσε οδηγίες της αποβιώσασας και του γραφείου στο οποίο εργαζόταν ως δικολάβος για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Η ίδια δεν απέσπασε το ποσό των €20,000 και ούτε πληρώθηκε για την μεταβίβαση αυτή αλλά το γραφείο στο οποίο εργαζόταν ως υπάλληλος. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι δύο μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση ο ενάγοντας της ανάθεσε ως δικολάβου την μεταβίβαση δύο ακινήτων της αποβιώσασας επ' ονόματι του και ότι ο σκοπός του με την παρούσα αγωγή είναι να αποκομίσει κέρδος. Η εναγόμενη αρ. 3, με τη δική της Έκθεση Υπεράσπισης, ισχυρίζεται ότι το ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 21/10/2008 υπογράφηκε νόμιμα και κανονικά από την Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα στην παρουσία της και το πιστοποίησε δεόντως. Αρνείται ότι παρέβηκε τα καθήκοντα της που απορρέουν από το Νόμο και ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε ούτε αντιλήφθηκε ότι η εν λόγω Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα και δεν αντιλαμβανόταν το πληρεξούσιο. Επίσης, ισχυρίζεται ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι προσωπικά γνωστή της. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογράφηση του ενάγοντα, η βάση αγωγής του είναι ο δόλος και/ή η απάτη και/ή οι ψευδείς παραστάσεις και/ή η άσκηση ψυχικής πίεσης προς την αποβιώσασα από τους εναγομένους 1 και 2 (λεπτομέρειες αυτών για έκαστο από τους εναγομένους 1 και 2 αναφέρονται στην παράγραφο 14) ενώ εναντίον της εναγομένης 3 στηρίζει την αγωγή του στην παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της που σχετίζεται με την πιστοποίηση του ειδικού πληρεξουσίου (βλ. λεπτομέρειες που αφορούν την εναγομένη 3 όπως παρατίθενται στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης). Ενώ ουσιαστικά ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε η συναίνεση της αποβιώσασας για την πράξη αυτή, οι θεραπείες οι οποίες επιζητεί φαίνεται να είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Ζητά από τη μια να ακυρώσει το ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 21/10/2008, χωρίς να επιζητεί την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου και επανεγγραφή του στο όνομα του υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας και από την άλλη ζητά αποζημιώσεις, βασικά ίσες με την πραγματική αξία του ακινήτου που πωλήθηκε. Θα αναφερθώ στην κατάληξη μου και στο θέμα αυτό, αφού πρώτα ανευρεθούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του ενάγοντα, κατέθεσε στο Δικαστήριο η κα Έλενα Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1), ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.2) και η Δρ. Μαρία Παλέξα (Μ.Ε.3). Για λογαριασμό της υπεράσπισης των εναγομένων 1, 2 και 3 κατέθεσαν μόνο οι ίδιοι οι εναγόμενοι 1,2 και
  17. Επίσης, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο συνολικά 21 τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί από τους διάδικους είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Δεν κρίνω απαραίτητο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να την επαναλάβω. Οι θέσεις των μερών θα διαφανούν και κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα της ως υπαλλήλου στο Κτηματολόγιο Πάφου, στο Κλάδο Δηλώσεων και κατέθεσε ουσιαστικά τη Δήλωση Μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου Π2400/08 ημερομηνίας 21/11/2008 (βλ. τεκμήριο 1) στην οποία περιλαμβάνεται και το ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 21/10/2008 το οποίο φαίνεται να είναι δεόντως υπογραμμένο από την αποβιώσασα και πιστοποιημένο από την εναγομένη
  1. Η μάρτυρας αυτή επεξήγησε το τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι κατά την μεταβίβαση εμφανίστηκαν στο Κτηματολόγιο ο εναγόμενος 1 ως δικαιοδόχος και η εναγόμενη 2, δυνάμει του πιο πάνω πληρεξουσίου εκ μέρους της δικαιοπαρόχου. Δεν υπήρχε αγοραπωλητήριο έγγραφο και η τιμή πώλησης που είχε συμφωνηθεί ήταν €20,000 ενώ κατά την εκτίμηση από το Κλάδο εκτιμήσεων του Κτηματολογίου, αυτό εκτιμήθηκε στις €40,000, αξία η οποία έγινε αποδεχτή από τα μέρη. Διευκρίνισε επίσης, ότι ταυτόχρονα με την μεταβίβαση, το ακίνητο υποθηκεύτηκε για το ποσό των €31,000 προς όφελος της ΣΠΕ Ακανθούς. Ανέφερε επίσης, ότι το εν λόγω ακίνητο (το ΟΛΟ) πωλήθηκε στις 12/06/2009 στον Μάριο Δημήτρη Προκοπίου και Πολύμνια Χαραλάμπους με δηλωθέν τίμημα πώληση €25,000 ενώ η εκτίμηση του Κτηματολογίου ήταν ότι η αξία του ήταν €80,
  2. Η μάρτυρας αυτή ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ένεκα της ιδιότητας της, η αντεξέταση της από πλευράς εναγομένων 1 και 3 ήταν πολύ σύντομη και διευκρινιστικής φύσεως ενώ δεν έτυχε αντεξέτασης από πλευράς εναγομένης
  3. Δεν διαπιστώνω κάτι μεμπτό στην μαρτυρία της και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο ενάγοντας, αδελφός της αποβιώσασας Ιφιγένειας Ιωαννίδου Μονοβούκκα, ο οποίος ήγειρε την παρούσα αγωγή, αρχικά ως διαχειριστής της περιουσίας της λόγω του ότι είχε κηρυχτεί στις 10/11/2009 ανίκανο πρόσωπο (βλ. τεκμήριο 4) και την συνέχισε ως διαχειριστής της περιουσίας της μετά που αυτή απεβίωσε στις 26/03/2012 δυνάμει διατάγματος διαχείρισης στην Αίτηση Διαχείρισης Αρ. 49/13 (βλ. τεκμήριο 3). Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση του η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. τεκμήριο 2) στην οποία ουσιαστικά αναφέρει ότι η αδελφή του από το 1960, περίοδο που χώρισε με το σύζυγο της, άρχισε να αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα τα οποία επιδεινώνονταν σταδιακά και δεν της επέτρεπαν να αντιληφθεί τις πράξεις της. Ένεκα αυτών των προβλημάτων που αντιμετώπιζε άρχισε να επισκέπτεται την Δρ. Μ. Παλέξα, ψυχίατρο από τις 27/07/
  4. Λόγω αυτής της ψυχικής κατάστασης της αποβιώσασας, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις ενέργειες και τις συνέπειες των πράξεων της. Ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν πραγματική εξουσία επ' αυτής και απέσπασαν το ειδικό πληρεξούσιο με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή ψυχική πίεση. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν πραγματική εξουσία επί της αποβιώσασας και δεν αποκάλυψαν ότι με την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου θα μεταβιβαζόταν η περιουσία της επ' ονόματι του εναγομένου
  5. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η αποβιώσασα ουδέποτε πήρε το ποσό των €20,000 για την πώληση του εν λόγω ακινήτου ενώ για την εναγομένη 3 ισχυρίζεται ότι ήταν αυτή που πιστοποίησε το επίδικο πληρεξούσιο στην απουσία της και γνωρίζοντας ότι αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον μου και την υπόλοιπη μαρτυρία. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε γνώση για το τί πραγματικά έλαβε χώρα κατά την μεταβίβαση της επίδικης περιουσίας της αποβιώσασας. Τα όσα αποδίδει στους εναγομένους 1 και 2 περί δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων αποτέλεσαν γενικές τοποθετήσεις χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία που να υποστηρίζουν τα όσα τους αποδίδει. Όσον αφορά τις θέσεις του περί πραγματικής εξουσίας των εναγομένων 1 και 2 επί της αποβιώσασας, επίσης αποτέλεσαν μια γενική τοποθέτηση χωρίς να είναι σε θέση να παραθέσει κάποια γεγονότα που να υποστηρίζουν αυτή του τη θέση. Δεν γνώριζε καν αν οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν οποιαδήποτε σχέση, γνώριζαν την αποβιώσασα ή την συνάντησαν σε οποιοδήποτε στάδιο και κάτω από ποιες συνθήκες αυτή υπέγραψε το πληρεξούσιο ημερομηνίας 21/10/
  6. Ούτε γνώριζε κατά πόσο η αποβιώσασα γνώριζε ή επισκέφθηκε καθοιονδήποτε χρόνο την εναγομένη 3 που πιστοποίησε την υπογραφή της, η οποία να σημειωθεί δεν αμφισβητείται. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα, αργούσε να απαντά τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, σε άλλες ζητούσε να του επαναληφθεί η ερώτηση διότι δεν την αντιλήφθηκε ενώ προέκυψε αυτός να είναι μορφωμένο άτομο και όλα αυτά θεωρώ σε μια προσπάθεια του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την περιουσία της αποβιώσασας. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, έχει προκύψει ότι στην παρούσα υπόθεση εμπλέκονται και άλλα άτομα, ο κ. Λεμονάρης και ο κ. Καλαϊτζής με τους οποίους φαίνεται ο μάρτυρας αυτός να είχε προβεί σε μεταβίβαση δύο ακινήτων της αποβιώσασας επ' ονόματι του τρείς μήνες περίπου μετά την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του εναγομένου
  7. Φαίνεται από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ο ίδιος να είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο στον κ. Καλαϊτζή για να δεχθεί επ' ονόματι του την μεταβίβαση δύο ακινήτων της αποβιώσασας με πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο εξασφαλίστηκε από την αποβιώσασα, επικαλούμενος ότι ούτε και τότε αυτή είχε επίγνωση των πράξεων της. Όταν ερωτήθηκε γι αυτό το ζήτημα απέφυγε να απαντήσει ή προφασίστηκε ότι δεν αντιλήφθηκε την ερώτηση για να πει σε κάποια στιγμή ότι αυτός είχε δικαίωμα να το κάνει διότι ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της αποβιώσασας και για να γλιτώσει την περιουσία της από τους άλλους τους απατεώνες, όπως είπε. Ποιούς εννοεί όμως δεν εξήγησε και με βάση όσα ανέφερε για τους εναγομένους, όπως θα αναφέρω και κατωτέρω, προφανώς δεν εννοούσε αυτούς. Εκείνο το οποίο αναφύεται από το μέρος αυτό της μαρτυρίας του είναι ότι δεν ανάφερε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα, ούτε τα παράθεσε ολοκληρωμένα σε σχέση με το τί πραγματικά γινόταν με την περιουσία της αποβιώσασας κατά τον επίδικο χρόνο, ποιοί προσπαθούσαν να την «φάνε» όπως χαρακτηριστικά είπε και ποιά η δική του εμπλοκή σε όλα αυτά. Σε άλλο σημείο γι αυτό το θέμα είπε ότι οι μεταβιβάσεις επ' ονόματι του έγιναν μετά το διάταγμα διαχείρισης και όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είναι έτσι είπε ότι δεν το θυμάται αυτό. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του εναγομένου 1, είπε ότι τον εναγόμενο 1 δεν το γνωρίζει, δεν τον είδε ποτέ του και ότι μίλησε μια φορά στο τηλέφωνο μαζί του, γύρω στους 4 μήνες περίπου μετά που έγινε η μεταβίβαση στο όνομα του. Του φάνηκε τίμιος άνθρωπος είπε και ότι αγόρασε ένα χωράφι για το οποίο έδωσε τα χρήματα. Σε ερώτηση κατά πόσο αυτός άσκησε ψυχική πίεση στην αποβιώσασα απάντησε ως ακολούθως: «Δεν το ξέρω αυτό. Στο τηλέφωνο μου φάνηκε καλός. Δεν ξέρω». Του είπε την ιστορία, προφανώς της αγοράς του τεμαχίου από αυτόν, τί έγινε και ότι έδωσε λεφτά. Δεν εξήγησε όμως τί ιστορία του είπε και το κυριότερο που προκύπτει από τη μαρτυρία του είναι ότι αυτός αναίρεσε τα όσα, έστω και γενικά του αποδίδει περί απάτης, δόλου και άσκησης ψυχικής πίεσης. Όταν του τέθηκε αυτό το θέμα, η θέση του ήταν ότι κάτι θα έκανε, κάποιας μορφής δόλου ή απάτης αλλά δεν το ξέρει. Συμφώνησε επίσης ότι ο εναγόμενος 1 αγόρασε το επίδικο τεμάχιο και πλήρωσε το τίμημα στην πληρεξούσια αντιπρόσωπο με δάνειο το οποίο έκανε. Στο τέλος ανάφερε ότι δεν έχει απαίτηση εναντίον του εναγομένου 1 για την μεταβίβαση αλλά το παράπονο του είναι ότι το χωράφι άξιζε €40,000 και αυτός πλήρωσε €20,
  8. Να εκληφθεί δηλαδή από αυτή την αναφορά του μάρτυρα ότι το παράπονο του δεν είναι ότι η πώληση έγινε με την ελεύθερη συναίνεση της αποβιώσασας αλλά ότι η τιμή που το πώλησε ήταν χαμηλότερη από την πραγματική και εκείνο το οποίο απαιτεί είναι το υπόλοιπο ποσό; Η θέση του αυτή αναιρεί ολόκληρη τη βάση της αγωγής του και θεωρώ καταδεικνύει και το κίνητρο και τον σκοπό του με αυτή την αγωγή. Όσον αφορά την κατάσταση της ψυχικής υγείας της αποβιώσασας ισχυρίστηκε ότι αυτή είχε πρόβλημα από το 1960 - 61 και ότι από τότε δεν μπορούσε να προστατέψει τα συμφέροντα της προσπαθώντας να επεξηγήσει τη συμπεριφορά της. Στη συνέχεια είπε ότι η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε πρόσφατα και ερωτούμενος για να το εξηγήσει αυτό, είπε από το 2000, 2003 - 2004 για να πεί ότι αυτά δεν είναι σαφή. Ύστερα είπε ότι το 2009 εκδόθηκε διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας της διότι τότε του είπε το Γραφείο Ευημερίας να διοριστεί διαχειριστής. Προκύπτει από αυτό αλλά και από τις υπόλοιπες αναφορές του ότι ο ίδιος δεν είχε σχέσεις μαζί της, αυτός διέμενε στη Λεμεσό και δεν μπορεί να γνωρίζει την ακριβή ψυχική της κατάσταση. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να την βοηθήσει διότι η αποβιώσασα δεν δεχόταν ενώ πιο κάτω είπε ότι δεν ήθελε κάτι από αυτούς. Ζούσε τη ζωή της όλη στο χωριό, επικοινωνούσε μαζί της στο τηλέφωνο και κάθε τόσο την επισκεπτόταν και της έλεγαν να αλλάξει κάποια πράγματα σπίτι της χωρίς να αποδεχόταν αποφεύγοντας όμως ο μάρτυρας να απαντήσει κατά πόσο ήταν σε θέση να αποφασίζει για τον εαυτό της. Κατά την αντεξέταση του συνηγόρου της εναγομένης 3 και στην προσπάθεια του να εξηγήσει την κατάσταση της υγείας της ανέφερε ότι αυτή είχε σε αρκετά μεγάλο βαθμό διανοητική ασθένεια ανέκαθεν και το IQ της ήταν χαμηλό. Παρόλα αυτά, δεν προκύπτει από την ιατρική μαρτυρία, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί ότι η αποβιώσασα είχε διανοητικά προβλήματα από την αρχή και ότι αυτά δεν της επέτρεπαν να έχει αντίληψη. Σε σχέση με την εμπλοκή της εναγομένης 2, ο μάρτυρας πάλι δεν ήταν σε θέση να πει ποιά ήταν αυτή ούτε και να υποστηρίξει τη θέση του ότι αυτή διέπραξε οποιοδήποτε δόλο, απάτη ή ψυχική πίεση στην αποβιώσασα. Ενώ ανέφερε ότι η αδελφή του δεν την γνώριζε, στη συνέχεια είπε ότι δεν ξέρει αν τη γνώριζε τελικά και παραδέχθηκε ότι η εναγόμενη 2 μπορεί να μην γνώριζε ότι η αδελφή του είχε προβλήματα. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι είναι σίγουρος ότι έγινε δόλος ή απάτη εις βάρος της αδελφής του και ισχυρίστηκε ότι ίσως το πληρεξούσιο να μην υπογράφτηκε στην παρουσία της εναγομένης
  9. Τότε πώς αποδίδει όλα αυτά που αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του και ανέφερε και στην κυρίως του εξέταση στην εναγομένη 2; Αφού είναι σίγουρος ότι έγινε δόλος ή απάτη στην εξασφάλιση του πληρεξουσίου εγγράφου από την αδελφή του και ότι αυτό μπορεί να μην υπεγράφη στην παρουσία της εναγομένης 2, τότε από ποιους έγινε αυτός ο δόλος και η απάτη; Από αυτά συνάγεται ότι ενδεχομένως ο μάρτυρας να γνωρίζει από ποιους και δεν αναφέρει ή απλώς υπολογίζει; Αν γνωρίζει όμως, γιατί δεν το πράττει; Και αν εμπλέκονται άλλα άτομα γιατί η αγωγή του δεν στρέφεται εναντίον αυτών; Ακολούθως, είπε ότι το πιο πιθανόν που φαντάζεται ότι έγινε είναι ο Πανίκος Καλαϊτζής να την εξαπάτησε και υπέγραψε. Αν είναι έτσι τότε γιατί η αγωγή του δεν στρέφεται εναντίον αυτού; Να σημειωθεί ότι και ο ίδιος είναι με τον εν λόγω Καλαϊτζή που πέτυχε την μεταβίβαση των ακινήτων της αδελφής του επ' ονόματι του. Αξιοσημείωτη επίσης, είναι και η αναφορά του κατά την αντεξέταση της εναγομένης 2 ότι η αδελφή του για να δεχόταν να υπογράψει το πληρεξούσιο έγγραφο έπρεπε να της πεις χίλιες δικαιολογίες και να την παραπλανήσεις, διαφορετικά δεν θα υπέγραφε. Αυτό δείχνει ότι η αποβιώσασα ήταν άτομο που δεν μπορούσε εύκολα να ξεγελαστεί και γνώριζε να προστατεύει τα συμφέροντα της, σε αντίθεση με όσα ο μάρτυρας προσπάθησε να καταδείξει, ότι δηλαδή η ψυχική της κατάσταση ήταν τέτοια που δεν της επέτρεπε να αντιληφθεί τί έκανε. Όσον αφορά επίσης το τίμημα της πώλησης, φάνηκε ότι ούτε και γι αυτό το θέμα να έχει γνώση και ότι τα λεφτά δεν τα πήρε η αδελφή του αλλά την έβαλαν, είπε και υπέγραψε απόδειξη ύψους €20,
  10. Ποιοί την έβαλαν όμως δεν διευκρινίζει και ούτε προκύπτει ότι η εναγόμενη 2 οικειοποιήθηκε αυτό το ποσό. Αναφορικά με το κατά πόσο η εναγόμενη 3 γνώριζε την αποβιώσασα, ο μάρτυρας δεν γνώριζε να πει. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ανάφερε είναι ότι βλέποντας την πιστοποίηση της που αναγράφει ότι είναι προσωπικά γνωστή της τότε αν είναι έτσι σημαίνει ότι δεν την γνώριζε διότι αν την γνώριζε θα ήξερε τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και δεν θα έπρεπε να πιστοποιήσει το πληρεξούσιο. Επίσης, φάνηκε ότι δεν γνώριζε κάτω από ποιες συνθήκες η εναγόμενη 3 πιστοποίησε το πληρεξούσιο έγγραφο και κατά πόσο τελικά ήταν παρούσα ή όχι η αδελφή του κατά την πιστοποίηση αυτή παρά το ότι επέμενε ότι όλα όσα είπε στην κυρίως του εξέταση είναι σωστά. Ότι δηλαδή, από την μια ότι πιστοποίησε το πληρεξούσιο έγγραφο γνωρίζοντας ότι είχε ψυχικά προβλήματα και από την άλλη ότι αυτό έγινε στην απουσία της. Πιο κάτω είπε ότι η πιστοποίηση δεν έγινε στην παρουσία της. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να την αποδεχτώ και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ο μάρτυρας αυτός αποδίδει εναντίον των εναγομένων 1 και 2 με την αγωγή του και την κυρίως εξέταση του πράξεις δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και άσκηση ψυχικής πίεσης στην αποβιώσασα χωρίς να είναι σε θέση να υποστηρίξει οτιδήποτε το συγκεκριμένο ή να έχει οποιαδήποτε γνώση για τέτοιες συμπεριφορές. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο διαφάνηκε από τη μαρτυρία του είναι ότι ενδεχομένως στην λήψη του πληρεξουσίου από την αποβιώσασα να έπαιξαν ρόλο άλλα άτομα και συγκεκριμένα κάποιος Πανίκος Καλαϊτζής εναντίον του οποίου η αγωγή δεν στρέφεται. Ούτε και ο μάρτυρας παρουσίασε όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την εμπλοκή, τόσο του πιο πάνω προσώπου όσο και τη δική του που σχετίζεται με την αποξένωση της περιουσίας της αποβιώσασας. Η θέση του επίσης ότι αυτή είχε ψυχικά προβλήματα στο βαθμό που της στερούσαν τη δικαιοπρακτική της ικανότητα κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι αντιφατική και αλληλοσυγκρουόμενη. Ούτε μπορούσε να τεκμηριώσει τη θέση του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 οικειοποιήθηκαν το ποσό των €20,
  11. Η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της. H M.Ε. 3 ήταν η Δρ. Παλέξα, ψυχίατρος του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου η οποία από τις 24/07/2007 παρακολουθούσε την αποβιώσασα. Κατάθεσε στο Δικαστήριο το ιατρικό πιστοποιητικό (βλ. τεκμήριο 6) το οποίο εξέδωσε στις 18/09/2009 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Σε αυτό αναφέρει ότι η κα Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα παρουσίαζε ψυχωτικά στοιχεία (παραληρητικές ιδέες διωκτικού περιεχομένου και δηλητηριάσεως). Πέραν της ψυχωσικής συμπτωματολογίας παρουσίαζε γνωστικά ελλείμματα γι αυτό της χορηγήθηκε το Μ.Μ.S.E με βαθμολογία 23/30, με το οποίο επιβεβαιώθηκε ελαφρά ανοϊκή διαταραχή (Νόσος Alzheimer ελαφριάς μορφής). Ταυτόχρονα παρουσίαζε καταθλιπτική σημειολογία. Προτάθηκε φαρμακευτική αγωγή, συστηματική παρακολούθηση και στηρίχθηκε με κοινοτικό νοσηλευτή σε μηνιαίες επισκέψεις. Λόγω της κατάστασης της δεν ήταν συνεπής στη λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Στις 14/04/2009 έγινε επανεκτίμηση της ψυχικής της υγείας και διαπιστώθηκε επιδείνωση της άνοιας. Επαναχορηγήθηκε το M.M.S.E με βαθμολογία 18/30 (Νόσος Alzheimer μέτριου βαθμού). Επίσης, έγινε αξονική τομογραφία, όπου διαπιστώθηκε φλοιώδης ατροφία που συνηγορεί υπέρ της Νόσου Alzheimer. Στις 18/09/2009 έγινε εκτίμηση της ψυχικής της υγείας και διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει βελτίωση της ψυχικής της κατάστασης και συνεχίζει να παρουσιάζει ψυχωσική σημειολογία και άνοια και ως εκ τούτου κρίθηκε ανίκανη να διαχειρίζεται τα περιουσιακά της. Η μάρτυρας αυτή ανέφερε στο Δικαστήριο τα προσόντα της τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και με βάση αυτά κρίνω ότι αυτή μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας και ότι είναι σε θέση να αναφερθεί στο Δικαστήριο για ψυχιατρικά ζητήματα. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι ως τέτοια. Είναι γνωστές οι αρχές στο Δικαστήριο πώς αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013, Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής και έλαβα υπόψη μου τις εξηγήσεις που έδωσε στα διάφορα ζητήματα που αφορούν την ειδικότητα της. Η μάρτυρας αυτή κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια υπό την ιδιότητα της ως ψυχιάτρου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου η οποία κατά τους χρόνους που ανέφερε εξέτασε την αποβιώσασα Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα. Σε καμία περίπτωση έχω διαπιστώσει ότι η μάρτυρας αυτή ήταν μεροληπτική ή ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή του ενάγοντα. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι η επάρκεια της μαρτυρίας της και κατά πόσο έδωσε στα Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα με βάση τα οποία μπορεί το ίδιο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα αναφορικά με την ψυχική και νοητική κατάσταση της αποβιώσασας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Θεωρώ ότι η μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια το τι η ίδια απεκόμισε τόσο από την κλινική εξέταση της αποβιώσασας όσο και από τις επιστημονικές εξετάσεις στις οποίες την υπέβαλε από την αρχή που την επισκέφθηκε αλλά και στις μετέπειτα επισκέψεις της. Εκείνο το οποίο αναφύεται και προκύπτει από το ιατρικό πιστοποιητικό της μάρτυρος αλλά και από τις διευκρινήσεις που έδωσε κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο είναι ότι η αποβιώσασα αντιμετώπιζε αρχικά πρόβλημα ψύχωσης που ήταν και το σοβαρότερο παρά ζήτημα άνοιας που αυτό ήταν στα αρχικά του στάδια. Περιέγραψε την κλινική της εικόνα κατά την πρώτη της επίσκεψη σε αυτήν στις 24/07/
  1. Η αποβιώσασα ήταν παραμελημένη, με φτωχή υγιεινή και καχεκτική. Είχε παρανοϊκές και παραληρητικές ιδέες και ζούσε στον κόσμο της και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι έχρηζε βοήθειας. Ήταν σε θέση να πηγαίνει στην τράπεζα και να παίρνει χρήματα αλλά είχε και ψυχαναγκασμό να μην τα χρησιμοποιεί για τον εαυτό της. Αγόραζε μόνο ζαχαρούχο γάλα και κόρνφλεϊκς που ήταν το φαγητό της. Έκανε τα πράγματα που έμαθε να κάνει μόνο, ζούσε με τα περιστέρια και τους γάτους στο σπίτι μόνη της, ήταν συναισθηματική και ένοιωθε μοναξιά. Δεν είχε τουαλέτα στο σπίτι της και χρησιμοποιούσε για την ανάγκη της κουβά. Έχρηζε βοήθειας γι αυτό ορίστηκε νοσηλευτής ο οποίος την επισκεπτόταν μια φορά τον μήνα αλλά κάποτε δεν ήταν σπίτι η αποβιώσασα και δεν συνεργαζόταν διότι δεν είχε αντίληψη ότι έχρηζε βοήθειας. Ακολούθως, ειδοποιήθηκε και το γραφείο ευημερίας και ορίστηκε φροντίστρια. Η μάρτυρας ανέφερε ότι εκείνο που την προβλημάτισε από την αρχή δεν ήταν η άνοια η οποία ήταν στα αρχικά της στάδια αλλά η ψύχωση της και εξήγησε ότι ένα άτομο με παρανοϊκές ιδέες δεν μπορεί να λειτουργά και δεν μπορεί να έχει κριτική ικανότητα. Η προσπάθεια της, γενικά, είναι να βοηθά τα άτομα αυτά με φαρμακευτική αγωγή να βελτιώσουν την κατάσταση τους και όχι από την πρώτη επίσκεψη να καταφεύγουν στο να κηρυχτούν διανοητικά ανίκανα. Εξέτασε την αποβιώσασα και τις 04/09/2007, 6/11/2007, 27/02/2008 και 14/04/
  2. Αυτή δεν ήταν συνεπής στα ραντεβού της και όπως προκύπτει ούτε λάμβανε την φαρμακευτική της αγωγή και δεν είχε επίγνωση της κατάστασης της και ότι έχρηζε βοήθειας. Η αντεξέταση της μάρτυρος αυτής επικεντρώθηκε στην νόσο της άνοιας και η μάρτυρας εξήγησε ότι στις 24/07/07 που έκανε το πρώτο τεστ Μ.Μ.SE. αυτό κατέδειξε 23/30 που σημαίνει ότι ήταν στα αρχικά της στάδια. Στις 04/09/2007 έκανε δεύτερο τεστ το οποίο κατέδειξε 25/30 ενώ στις 14/04/2009 τρίτο τεστ που κατέδειξε 18/30 που χαρακτηρίζεται ως μεσαίο στάδιο. Είπε επίσης ότι η νόσος αυτή σε τέτοιας ηλικία άτομα εξελίσσεται αργά. Διευκρίνισε επίσης ότι άτομα με τέτοια νόσο μπορεί να έχουν καθαρότητα και διαύγεια για περιορισμένο χρόνο, πέντε με δέκα λεπτά αλλά διαφώνησε ότι μπορούν να κάνουν πράξεις. Η αποβιώσασα όμως είπε θα μπορούσε να κάνει πράξη διότι η νόσος της άνοιας ήταν στα αρχικά της στάδια αλλά αντιμετώπιζε και ψωχωσικές διαταραχές που μειώνουν την κριτική της ικανότητα. Παρά το ότι εξέφρασε τη θέση στην αρχή ότι η ψύχωση που αντιμετώπιζε την εμπόδιζε να κάνει πράξη εντούτοις στη συνέχεια κατ' επανάληψη και ευθαρσώς είπε ότι δεν μπορεί να πει πώς ήταν η ψυχική της κατάσταση κατά τον Οκτώβριο του 2008 διότι δεν την εξέτασε την περίοδο εκείνη αλλά τον 2ον/09 που την είδε είχε μια έκπτωση γενικά η ψυχική της κατάσταση. Κατά την πρώτη επίσκεψη της είπε ότι η αποβιώσασα μιλούσε και αντιλαμβανόταν. Είχε κρίση αλλά ήταν μειωμένη το ίδιο και στις 27/02/2008 που την είδε εκ νέου. Παρά ταύτα ανέφερε ότι χρειαζόταν βοήθεια και πριν το διάταγμα του Δικαστηρίου διότι δεν είχε επίγνωση της κατάστασης της λόγω της ψύχωσης της. Επίσης, ανέφερε ότι κάποιος τρίτος που την έβλεπε θα αντιλαμβανόταν ότι είχε ψυχιατρικά προβλήματα από την εμφάνιση της και από την ομιλία της. Θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και να εξάξω τα δικά μου συμπεράσματα αναφορικά με την ψυχική κατάσταση της αποβιώσασας και τα προβλήματα υγείας που διαπιστώθηκε ότι αντιμετώπιζε από τον Ιούλιο του 2007 και μετά κατά τα χρονικά διαστήματα που η μάρτυρας την εξέτασε. Εκείνο το οποίο φαίνεται να μην διευκρινίστηκε από τη μάρτυρα ήταν κατά πόσο η κατάσταση της υγείας της ήταν τέτοια που την εμπόδιζε να αντιληφθεί την αξία του χρήματος, την αποξένωση της περιουσίας της και γενικά κατά πόσο τον Οκτώβριο του 2008 η ίδια θα μπορούσε να αντιληφθεί τί υπέγραφε χωρίς οποιαδήποτε άλλη παράσταση προς αυτήν. Ουσιαστικά η μάρτυρας εξήγησε την κατάσταση που βρισκόταν λόγω της ψύχωσης της και ότι αυτή δεν αντιλαμβανόταν ότι έπρεπε να πάρει θεραπεία και δεν δεχόταν φροντίδα. Εξήγησε επίσης ότι δεν ήταν νοητικά καθυστερημένη, ότι με βάση τα στοιχεία της πήγε μέχρι την Γ΄ τάξη Γυμνασίου αλλά αντιμετώπιζε ψυχωτικά προβλήματα χωρίς όμως να γνωρίζει πώς ήταν η κατάσταση της κατά τον Οκτώβριο του 2008 διότι δεν την είδε. Ο εναγόμενος αρ. 1 ανέφερε στο Δικαστήριο την εκδοχή του αναφορικά με τον τρόπο που αγόρασε και κατέστη ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Ουσιαστικά ανέφερε ότι από τις 22/11/2007 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του άλλου ½ μεριδίου του ακινήτου το οποίο αγόρασε για το ποσό των £6,
  3. Στην πορεία αποφάσισε να αγοράσει και το άλλο μισό μερίδιο και ανάθεσε στους δικηγόρους του να προβούν σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης. Κατά τον Οκτώβριο του 2008 τον πήρε τηλέφωνο ο κ. Νικόλας Λεμονάρης και του ανέφερε ότι ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας η οποία ενδιαφερόταν να το πωλήσει και επειδή ήταν συνιδιοκτήτης το ρώτησε αν ενδιαφέρεται να το αγοράσει. Αρχικά του ανάφερε το ποσό των €40,000 και μετά από αρκετές συνομιλίες που είχε τόσο με τον κ. Λεμονάρη όσο και με τον κ. Πανίκο Καλαϊτζή ο οποίος του είπε ότι ήταν συνεργάτης του κτηματομεσιτικού γραφείου του κ. Λεμονάρη, κατέληξαν στις €20,000 διότι θεωρούσε το αρχικό ποσό που του είπε υπερβολικό. Αφού συμφώνησαν και τον διαβεβαίωσε ο κ. Λεμονάρης ότι εκπροσωπούσε την ιδιοκτήτρια, την οποία δεν γνώριζε και ούτε είδε ποτέ του, συναντήθηκαν στο Κτηματολόγιο στις 21/11/2008 όπου έγινε η μεταβίβαση. Εκεί στο Κτηματολόγιο συνάντησε τον κ. Λεμονάρη, τον κ. Καλαϊτζή και την εναγομένη
  4. Ακολούθως, οι δύο πρώτοι αποχώρησαν και του είπαν ότι θα κάνει τη μεταβίβαση με την εναγομένη 2 η οποία είχε πληρεξούσιο και αν έχουν κάποιο πρόβλημα να ειδοποιήσουν τον κ. Λεμονάρη. Εν τω μεταξύ ο ίδιος είχε αποταθεί στη ΣΠΕ Ακανθούς για να εξασφαλίσει δάνειο ύψους €31.000 και η τράπεζα του ήταν παρούσα κατά την μεταβίβαση, το ακίνητο, το ΟΛΟ μερίδιο υποθηκεύτηκε και η τράπεζα του εξέδωσε μια επιταγή στο όνομα του την οποία οπισθογράφησε και παράδωσε στην εναγομένη
  5. Προς υποστήριξη της θέσης του, κατάθεσε στο Δικαστήριο Αίτηση για παροχή δανείου ως τεκμήριο 8, Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 21/11/2008 ως τεκμήριο 9, Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 21/11/2008 ως τεκμήριο 10, Έγγραφο Υποθήκης ως τεκμήριο 11, τίτλο ιδιοκτησίας ως τεκμήριο 12, Έκθεση Εκτίμησης που έγινε για λογαριασμό της ΣΠΕ Ακανθούς ως τεκμήριο 13, αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού ως τεκμήριο 14, αντίγραφο επιταγής ημερομηνίας 21/11/2008 ως τεκμήριο 15 και πιστοποιητικό έρευνας ως τεκμήριο
  6. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που κατέθεσε και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Γενικά ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κάποιες ενδεχομένως αδυναμίες στην επεξήγηση της λειτουργίας του λογαριασμού του, στις αναλήψεις από αυτόν και στο τίμημα πώλησης του όλου μεριδίου του ακινήτου του δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της εκδοχής που πρόβαλε στο Δικαστήριο αναφορικά με τον τρόπο που αγόρασε το επίδικο ακίνητο. Ουσιαστικά αποδέχομαι τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αγόρασε το επίδικο ακίνητο και ότι αυτό έγινε μέσω του κτηματομεσιτικού γραφείου του κ. Λεμονάρη και μέσω του κ. Καλαϊτζή και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε και ουδέποτε είδε την αποβιώσασα ή συμφώνησε οτιδήποτε μαζί της. Άλλωστε δεν υπάρχει και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί προς κάτι το αντίθετο. Ο ίδιος φαίνεται να ενδιαφερόταν να αγοράσει το επίδικο ακίνητο αλλά ακολούθησε τη διαδικασία της καταναγκαστικής πώλησης, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα. Άλλωστε ο ίδιος ο ενάγοντας στη μαρτυρία είπε ότι ενημερωνόταν από το Κτηματολόγιο για τη πώληση αυτή και γνώριζε ότι θα πωλείτο με αυτό τον τρόπο. Πέραν τούτου, δεν έχει καταδειχθεί καθοιονδήποτε τρόπο ότι ο μάρτυρας αυτός, πέραν τούτου έκανε και άλλες προσπάθειες για να αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο από τον συνιδιοκτήτη του ή ότι πίεζε προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε του υποβλήθηκε μια τέτοια θέση αλλά ούτε υποστηρίχτηκε και με άλλη μαρτυρία. Ούτε του τέθηκε ότι αποτάθηκε στην αποβιώσασα και αυτή αρνείτο να το πωλήσει. Περαιτέρω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ότι για την αγορά του εν λόγω ακινήτου εξασφάλισε δάνειο αφού υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο του ακινήτου, κάτι που προκύπτει από τα τεκμήρια 8, 9, 10 και 11 που κατάθεσε. Το ότι το εν λόγω ακίνητο υποθηκεύτηκε ταυτόχρονα με την μεταβίβαση προκύπτει και από τη Δήλωση Μεταβίβασης και τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 Επίσης, προκύπτει ότι στις 21/11/2008 εκδόθηκε και η επιταγή αρ. 4863899 της ΣΠΕ Ακανθούς για το ποσό των €20,000 η οποία εξαργυρώθηκε και χρεώθηκε ο λογαριασμός του. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι η επιταγή αυτή οπισθογραφήθηκε και παραδόθηκε στην εναγομένη
  7. Η θέση του αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του αλλά αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Εκείνο το οποίο υποβλήθηκε στο μάρτυρα ήταν ότι πέραν της επιταγής αυτής έδωσε στην εναγομένη 2 και επιπλέον €5,000, θέση που αρνήθηκε. Όσον αφορά την αξία του επίδικου ακινήτου ο μάρτυρας έδωσε τη δική του εξήγηση για την τιμή που συμφώνησε. Ο ίδιος βασίστηκε στην τιμή που αγόρασε το άλλο ½ μερίδιο κατά το 2006 και ανερχόταν σε £6,500 και με βάση πληροφορίες που έλαβε αυτός ήταν διατεθειμένος να δώσει το ποσό των €20,000 για την αγορά του άλλου ½ μεριδίου το
  8. Κατάθεσε επίσης εκτίμηση που φέρεται να έκανε η ΣΠΕ Ακανθούς στις 3/11/2008 με την οποία εκτιμάται η αξία του όλου μεριδίου στις €30,
  9. Παρόλα αυτά, η εκτίμηση αυτή δεν επεξηγήθηκε περαιτέρω, είναι πολύ συνοπτική, ο εκτιμητής που την ετοίμασε δεν προσήλθε για την δικαιολογήσει και δεν κρίνω ότι μπορώ να της δώσω βαρύτητα. Επίσης, να σημειωθεί ότι η εκτίμηση του Κτηματολογίου η οποία αναφέρθηκε στη Δήλωση Μεταβίβασης και ανεβάζει την αξία του επίδικου ακινήτου σε €40,000, υπογράφτηκε από τον μάρτυρα και την αποδέχτηκε, παρά τις περί αντιθέτου αναφορές του και ούτε αμφισβητήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο η αξία αυτή. Επομένως και γι αυτό το λόγο δεν θα μπορούσα να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εκτίμηση που κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός, τεκμήριο
  10. Η εναγόμενη αρ. 2 κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση της (βλ. τεκμήριο 17) η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως της εξέτασης. Ουσιαστικά πρόβαλε την εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως γραμματέας και δικολάβος στο κτηματομεσιτικό γραφείο του κ. Νικόλα Λεμονάρη και ότι διεκπεραίωνε μεταβιβάσεις πελατών του γραφείου αφού την διόριζα ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους γι αυτό το σκοπό. Στις 21/10/2008 επισκέφθηκαν το γραφείο το οποίο εργαζόταν ο κ. Πανίκος Καλαϊτζής μαζί με την κας Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα και είχαν ζητήσει τις υπηρεσίες του γραφείου όπου εργαζόταν με σκοπό να πωλήσει το επίδικο ακίνητο στον εναγόμενο αρ.
  11. Είναι η θέση της ότι παρέδωσε στην κα Ιφιγένεια το ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 21/10/2008 αφού πρώτα της το ανάγνωσε, της είχε εξηγήσει το περιεχόμενο του και η ίδια την διαβεβαίωσε ότι ήταν σύμφωνη με το περιεχόμενο του. Πριν την ημερομηνία αυτή δεν γνώριζε την κα Ιφιγένεια και ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε. Από όσο της είχε μιλήσει σε καμία περίπτωση αντιλήφθηκε ότι αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα ή ήταν άτομο με διανοητικά προβλήματα, αντιθέτως έκρινε ότι βρισκόταν σε πλήρη συνειδητή κατάσταση που της επέτρεπε να κατανοεί το περιεχόμενο και το σκοπό του πληρεξουσίου που υπέγραφε. Αρνείται τα όσα της καταλογίζονται με την παρούσα αγωγή και ισχυρίζεται ότι η ίδια δεν είχε κανένα όφελος από την επίδικη συναλλαγή και ο μοναδικός σκοπός της ήταν να εκτελέσει τη δουλειά που της είχε ανατεθεί. Τον εναγόμενο 1 τον είχε γνωρίσει για πρώτη φορά στο Κτηματολόγιο στις 21/11/2008 για την εκπλήρωση της επίδικης σύμβασης. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι στις 11/02/2009, δύο περίπου μήνες μετά την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, ο ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο όπου εργαζόταν και παράδωσε στον κ. Νικόλα Λεμονάρη ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 09/01/2009 με το οποίο η κα Ιφιγένεια διόριζε ως ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της τον κ. Πανίκο Καλαϊτζή και ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο την ίδιας ημερομηνίας με το οποίο ο ενάγοντας διόριζε τον κ. Πανίκο Καλαϊτζη ως αντιπρόσωπο του με σκοπό να διενεργηθεί δυνάμει δωρεάς η μεταβίβαση δύο ακινήτων της κας Ιφιγένειας επ' ονόματι του ενάγοντα (βλ. τεκμήρια 18 και 19). Μετέβηκε στο κτηματολόγιο δυνάμει των εν λόγω πληρεξουσίων και διενέργησε τη Δωρεά Δ.229/09 μετά από οδηγίες του κ. Λεμονάρη. Η εναγόμενη 2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι δεν είπε στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με τη λήψη του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 21/10/2008 και το πώς τελικά έλαβε χώρα η επίδικη πράξη. Παρά το ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η ίδια προέβηκε στις πράξεις και ενέργειες που της καταλογίζονται προς την κα Ιφιγένεια, εντούτοις η μαρτυρία της και η εκδοχή που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο που λήφθηκε το επίδικο πληρεξούσιο και ότι αυτή το έδωσε στην κα Ιφιγένεια να το υπογράψει μετά από επίσκεψη στο γραφείο όπου εργαζόταν, δεν πείθει. Η μαρτυρία της παρουσιάζει σοβαρές αντιφάσεις και σε κάποια μέρη συγκρούεται και με την δικογραφημένη εκδοχή της κάτι που προσπάθησε να επεξηγήσει στο Δικαστήριο ανεπιτυχώς. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης της αναφέρει ότι τον εναγόμενο 1 τον γνώρισε για πρώτη φορά στις 21/10/2008, στο γραφείο όπου εργαζόταν όταν ήρθε με την κα Ιφιγένεια για να κάνουν την μεταβίβαση. Κατά την κυρίως της εξέταση στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η κα Ιφιγένεια πήγε στο γραφείο όπου εργαζόταν στις 21/10/2008 με τον Πανίκο Καλαϊτζή και όχι με τον εναγόμενο 1 τον οποίο γνώρισε για πρώτη φορά στο Κτηματολόγιο στις 21/11/
  12. Ερωτούμενη να επεξηγήσει τη διαφορά αυτή στην εκδοχή της, είπε ότι πρέπει να έγινε λάθος με την δικηγόρο της διότι την περίοδο εκείνη είχαν να ετοιμάσουν δύο Εκθέσεις Υπερασπίσεως χωρίς να επεξηγεί περαιτέρω τη θέση της αυτή. Αντεξεταζόμενη, φάνηκε ότι δεν μπορούσε να δώσει μια βάσιμη εξήγηση γι αυτή την αλλαγή στην τοποθέτηση της και προσπάθησε να εμπλέξει τις άλλες πράξεις δωρεάς που αφορούσαν όμως τον ενάγοντα και όχι τον εναγόμενο
  13. Επίσης, φάνηκε να μην μπορεί να δικαιολογήσει αυτή τη διαφορά και να αναφέρεται σε άσχετα γεγονότα συσκοτίζοντας την όλη κατάσταση για το ζήτημα αυτό. Το θέμα δεν είναι μόνο πότε γνώρισε τον εναγόμενο 1 αλλά άπτεται της ουσιαστικής εκδοχής που πρόβαλε στην Έκθεση Υπεράσπισης της και αυτή ήταν λίγο ή πολύ ότι ο εναγόμενος 1 και η κα Ιφιγένεια συμφώνησαν και την επισκέφθηκαν για να κάνει την μεταβίβαση. Θέση την οποία αναίρεσε κατά την προφορική της μαρτυρία χωρίς επαρκή δικαιολογία. Αυτό καταδεικνύει ότι σκοπός της δεν ήταν να δικογραφήσει ευθύς εξαρχής τα πραγματικά γεγονότα αλλά γεγονότα που να την απαλλάσσουν από οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη μπορεί να φέρει, είτε αυτή είτε ενδεχομένως άλλα τρίτα πρόσωπα και κατά την μαρτυρία της να τα διαφοροποιήσει σε μια προσπάθεια να προσαρμόσει ενδεχομένως την εκδοχή της με την υπόλοιπη μαρτυρία που είχε προσαχθεί. Για πρώτη φορά αναφέρθηκε και ενέπλεξε στην όλη ιστορία και τον κ. Καλαϊτζή που ασχέτως αν αυτό ευσταθεί ή όχι, καταδεικνύει την πρόθεση της να μην πει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα κάτι που κλονίζει την αξιοπιστία της. Πέραν των πιο πάνω, η αναξιοπιστία της μαρτυρίας της φαίνεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία της η οποία παρουσιάζει αντιφάσεις. Στην προσπάθεια της να υποστηρίξει τη θέση της ότι η κα Ιφιγένεια την επισκέφθηκε στο γραφείο όπου εργαζόταν στις 21/10/2008 και ότι της διάβασε και επεξήγησε το πληρεξούσιο έγγραφο υπέπεσε σε αντιφάσεις και ανακρίβειες. Είπε αρχικά ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε την κα Ιφιγένεια ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της είπε ότι αυτή επισκέφθηκε αρκετές φορές το γραφείο τους χωρίς να εξηγεί αυτή της θέση. Είπε ότι της διάβασε και εξήγησε το πληρεξούσιο ενώ αντεξεταζόμενη είπε ότι συνήθως είναι αυτό που κάνουν. Στην πορεία είπε ότι εκείνη την ημέρα της έδωσε δύο πληρεξούσια για να υπογράψει, ένα για την μεταβίβαση του εναγομένου 1 και ένα για την μεταβίβαση κάποιου Νίκου Παλατέ. Ερωτούμενη αν θα πωλούσε δύο ακίνητα, δεν απάντησε και άρχισε πλέον να εμπλέκει τον κ. Λεμονάρη λέγοντας ότι αυτή εκτελούσε οδηγίες του. Συνεχίζοντας, είπε ότι εκείνο που έκανε ήταν να της παραδώσει δύο πληρεξούσια για να πάει να τα πιστοποιήσει. Όταν ερωτήθηκε να πει ποιες οδηγίες της έδωσε η κα Ιφιγένεια όταν μπήκε στο γραφείο τους, δεν απάντησε και είπε ότι αυτή ήταν δικολάβος του γραφείου και συνεχίζοντας είπε ότι δεν είναι αυτή που ετοίμασε και συμπλήρωσε το πληρεξούσιο αλλά ο κ. Λεμονάρης και ότι αυτής η κα Ιφιγένεια της ανάθεσε τις δικολαβικές εργασίες και όχι την πώληση, θέση μη αντιληπτή και ακατανόητη. Πιο κάτω φαίνεται να αποστασιοποιείται από τη θέση ότι το πληρεξούσιο το συμπλήρωσε ο κ. Λεμονάρης, λέγοντας ότι δεν ήταν αυτή που το συμπλήρωσε και ούτε καν να θυμάται αν ήταν παρών ο κ. Λεμονάρης παρόλο που σε άλλο σημείο προηγουμένως είπε ότι ήταν αυτός που της το έδωσε και με οδηγίες να το διαβάσει στην κα Ιφιγένεια. Μετά λέει ότι το βρήκε σε φάκελο που ανοίγουν για κάθε υπόθεση. Πέραν των πιο πάνω, στην Έκθεση Υπεράσπισης της, παράγραφο 4 αναφέρει ότι από ότι γνωρίζει όταν έφυγε από το γραφείο της η κα Ιφιγένεια πήγε στην πιστοποιούσα υπάλληλο και πιστοποίησε την υπογραφή της. Στη μαρτυρία της είπε ότι αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι η υπογραφή της ήταν πιστοποιημένη και όταν ερωτήθηκε να πει πότε η ίδια το ανακάλυψε αυτό δεν ήξερε τί να απαντήσει. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω στην μαρτυρία της μάρτυρος αυτής. Απλώς να αναφερθεί ότι αυτή δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και ήταν ξεκάθαρη η προσπάθεια της να μην αναφέρει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα τα οποία η ίδια γνώριζε και την ενδεχόμενη εμπλοκή τόσο του κ. Λεμονάρη όσο και του κ. Καλαϊτζή στην εξασφάλιση του πληρεξουσίου από την κα Ιφιγένεια. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ μέρος της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και υποστηρίζεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεχτή, μαρτυρία που δεν επηρεάζεται από την αξιοπιστία της μάρτυρος. Αυτή η μαρτυρία συνίσταται στη θέση της ότι πήγε στο Κτηματολόγιο όπου έγινε η μεταβίβαση και ότι πήρε μια επιταγή στο όνομα του εναγομένου 1 την οποία ο τελευταίος οπισθογράφησε και ότι την έβαλε στο φάκελο της υπόθεσης που πήρε πίσω στο γραφείο. Επίσης, κατάθεσε απόδειξη πληρωμής ως τεκμήριο 20 την οποία υπογράφει η κα Ιφιγένεια και δηλώνει ότι παρέλαβε το πόσο των €20,
  14. Δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή της κας Ιφιγένειας στην εν λόγω απόδειξη, πέραν από μια γενική υποβολή ότι και αυτή ήταν ένα μέρος της προσπάθειας εξαπάτησης της. Παρά το ότι η ίδια δεν είχε σχέση με την εν λόγω απόδειξη εντούτοις αυτή καθεαυτή δεν αμφισβητείται. Επομένως, θεωρώ ότι τα πιο πάνω γεγονότα μπορώ να τα αποδεχτώ από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και τα αποδέχομαι. Οτιδήποτε άλλο η μάρτυρας αυτή ανέφερε δεν γίνεται αποδεχτό και απορρίπτεται. Η εναγόμενη 3 ήταν η πιστοποιούσα υπάλληλος η οποία πιστοποίησε την υπογραφή της κας Ιφιγένειας στο επίδικο πληρεξούσιο. Όπως έχει αναφερθεί και σε άλλο σημείο της παρούσας απόφασης το γεγονός ότι η υπογραφή που φέρει το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ανήκει στην κα Ιφιγένεια δεν αμφισβητείται και ως εκ τούτου θεωρώ οτιδήποτε άλλο πέραν τούτου δεν έχει σημασία. Ουσιαστικά εκείνο που αμφισβητείται είναι ο τρόπος λήψης της υπογραφής της κας Ιφιγένειας και ότι αυτός έγινε δυνάμει δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άσκησης ψυχικής πίεσης. Εν πάσει περιπτώσει όμως έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας της τόσο κατά την κυρίως της εξέτασης όσο και κατά την αντεξέταση της και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία της διότι αυτή αρχικά ήταν γενική σε σχέση με τις συνθήκες που αυτή πιστοποίησε το πληρεξούσιο έγγραφο ενώ στη συνέχεια και κατά την αντεξέταση της οι θέσεις που εξέφρασε εγείρουν ερωτηματικά και αμφιβολίες στο κατά πόσο αυτά που αναφέρει είναι ορθά. Αναφέρθηκε στην κυρίως της εξέταση ότι στις 21/10/2008 η κα Ιφιγένεια πήγε στο γραφείο της μαζί με δύο άτομα, ένα εξ' αυτών δικολάβο για να τις πιστοποιήσει δύο πληρεξούσια έγγραφα, το ένα εξ' αυτών το επίδικο. Απέφυγε να αναφέρει τα άτομα αυτά και όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της αναφέρει ότι το ένα εξ' αυτών ήταν κάποιος Μακαρίου, δικολάβος και το άλλο από ότι αντιλήφθηκε ήταν ο κ. Πανίκος Καλαϊτζής. Γιατί δεν αναφέρει ευθύς εξ' αρχής τα ονόματα των πιο πάνω που κατά τη θέση της συνόδευαν την κα Ιφιγένεια; Πέραν τούτου, πώς εξηγείται η κα Ιφιγένεια να συνοδευόταν από άλλο δικολάβο ενώ με το επίδικο πληρεξούσιο να διόριζε άλλα δικολάβο, την εναγομένη 2, για την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου; Γεννάται το ερώτημα πως δικαιολογείται η παρουσία του άλλου δικολάβου στο γραφείο της συνοδεύοντας όπως είπε την κα Ιφιγένεια. Περαιτέρω, ανάφερε ή καλύτερα προσπάθησε να πει ότι η κα Ιφιγένεια ήταν προσωπικά γνωστή της διότι δήθεν την έβλεπε όταν κάποιους μήνες έμενε στις Αρόδες από όπου κατάγεται και χρειαζόταν να μεταβαίνει στο χωριό Ιννια για να ψωνίζει και την έβλεπε στο μπακάλι. Αυτά στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την αναφορά της στην πιστοποίηση ότι η κα Ιφιγένεια ήταν προσωπικά γνωστή της. Σε κάποιο σημείο όμως της μαρτυρίας της είπε ότι τα δύο άτομα που την συνόδευαν της επιβεβαίωσαν ότι ήταν η κα Ιφιγένεια. Αφού ήταν προσωπικά γνωστή της και μάλιστα είπε ότι η ίδια της έδωσε την ταυτότητα της, γιατί χρειάστηκε τα άλλα δύο άτομα να της επιβεβαιώσουν ότι ήταν η κα Ιφιγένεια; Η απάντηση της περί τούτου δεν είναι πειστική και ούτε συνάδει με τη λογική. Είπε ότι ήθελε ακόμη μια πιστοποίηση από άλλο άτομο ότι πράγματι πρόκειται για την κα Ιφιγένεια. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε ότι η κα Ιφιγένεια είχε ψυχικά προβλήματα ή ότι δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφε. Η θέση της αυτή συγκρούεται με άλλη αποδεχτή μαρτυρία από το Δικαστήριο και συγκεκριμένα της Μ.Ε.3, ψυχιάτρου η οποία ανάφερε ότι κάποιος που την έβλεπε, τόσο από την ενδυμασία όσο και από την ομιλία της μπορούσε να καταλάβει ότι πρόκειται για άτομο με ψυχιατρικά προβλήματα. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της, αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο την αποδέχεται και/ή αυτή που αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτω αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/12345, ΦΥΛ/ΣΧ 35/33, Τμήμα Ο, τεμάχιο 726 βρίσκεται στο χωριό Ίννια της Επαρχίας Πάφου και είναι εκτάσεως 5 δεκαρίων και 686 τ.μ.. Το ½ μερίδιο του εν λόγω τεμαχίου άνηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην αποβιώσασα Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα από την Ίννια. Το υπόλοιπο ½ μερίδιο άνηκε στον εναγόμενο 1, ο οποίος το είχε αγοράσει στις 16/11/2006 για το ποσό των £6,500 και μεταβιβάστηκε στο όνομα του στις 22/01/
  15. Μετά από την απόκτηση του μεριδίου αυτού ο εναγόμενος 1 ενδιαφερόταν να αγοράσει και το υπόλοιπο ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου και για το σκοπό αυτό διόρισε δικηγόρο ο οποίος προχώρησε με τη διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης στο Κτηματολόγιο. Περί τον Οκτώβριο του 2008, δέχθηκε τηλεφώνημα από κτηματομεσιτικό γραφείο της Πάφου και συγκεκριμένα από τον κ. Νικόλα Λεμονάρη και του είπε ότι εκπροσωπούσε την ιδιοκτήτρια του υπόλοιπου ½ μεριδίου του εν λόγω ακινήτου, ότι το πουλούσε για το ποσό των €40,000 και ως συνιδιοκτήτης είχε προτεραιότητα. Μετά από διαπραγμάτευση ο εναγόμενος 1, ρωτώντας για την αξία του εν λόγω μεριδίου και έχοντας υπόψη του και την προηγούμενη αγορά του άλλου ½ μεριδίου, συμφώνησε με τον κ. Λεμονάρη ο οποίος του είπε ότι εκπροσωπούσε την αποβιώσασα να το αγοράσει για το ποσό των €20,
  16. Είχε προβεί σε όλες τις διευθετήσεις και αποτάθηκε στην ΣΠΕ Ακανθούς όπου αιτήθηκε δάνειο για την αγορά του εν λόγω μεριδίου. Στις 21/10/2008 παρευρέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου μαζί με την τράπεζα του με σκοπό να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του. Εκεί συνάντησε και γνώρισε για πρώτη φορά τον κ. Λεμονάρη και τον κ. Πανίκο Καλαϊτζή. Ο κ. Λεμονάρης του είπε ότι η εναγόμενη 2, η οποία εργαζόταν στο κτηματομεσιτικό του γραφείου είχε ειδικό πληρεξούσιο από την ιδιοκτήτρια και ότι θα έκαναν την μεταβίβαση μαζί, αυτός θα έφευγε και αν είχε κανένα πρόβλημα να τον ειδοποιούσαν. Η εναγομένη 2 είχε ειδικό πληρεξούσιο υπογραμμένο από την κα Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα με σκοπό εκ μέρους και για λογαριασμό της να προχωρήσει στην μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου του ακινήτου της επ' ονόματι του εναγομένου
  17. Δυνάμει της πώλησης Π 2400/08 το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 1 στις 21/10/
  18. Ως τίμημα πώλησης δηλώθηκε το ποσό των €20,000, το οποίο ο εναγόμενος 1 κατέβαλε με επιταγή που είχε εκδοθεί στο όνομα του από την τράπεζα του και την οποία οπισθογράφησε, παραδίδοντας την στην εναγομένη
  19. Κατά την εκτίμηση από το Κλάδο Εκτιμήσεων του Κτηματολογίου καθορίστηκε ότι η αξία του εν μεριδίου που μεταβιβαζόταν ήταν €40,000, εκτίμηση την οποία αποδέχτηκε τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγόμενη
  20. Η εναγομένη 2 ασχολείται με δικολαβικές εργασίες εκ μέρους του κτηματομεσιτικού γραφείου του κ. Λεμονάρη. Την επιταγή αυτή την πήρε στο εν λόγω γραφείο και την έβαλε στο φάκελο της υπόθεσης και αργότερα διαπίστωσε ότι σε αυτή υπήρχε απόδειξη εξόφλησης του τιμήματος των €20,000 υπογραμμένη από την κα Ιφιγένεια και ότι το ποσό αυτό το έλαβε από τον εναγόμενο 1 μέσω του κ. Νικόλα Λεμονάρη από την Πάφο. Η κα Ιφιγένεια κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 72 ετών περίπου, πήγε σχολείο μέχρι την Γ΄ τάξη Γυμνασίου, είχε παντρευτεί περί το 1960 αλλά χώρισε και ο χωρισμός αυτός την είχε επηρεάσει. Έζησε ολόκληρη τη ζωή της, αρχικά μαζί με τους γονείς της και αργότερα όταν απεβίωσαν μόνη της, στο χωριό Ίννια της Επαρχίας Πάφου. Από τις 24/07/2007 παρακολουθείτο από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του Νοσοκομείου Πάφου και από την Δρ. Μ. Παλέξα. Κατά την 1ην της επίσκεψη, διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε ψυχωτικά στοιχεία (παραληρητικές ιδέες διωκτικού περιεχομένου και δηλητηριάσεως). Διαπιστώθηκε επίσης ελαφρά ανοϊκή διαταραχή. Της προτάθηκε φαρμακευτική αγωγή και της δόθηκαν φάρμακα για περίοδο δύο εβδομάδων. Επίσης, της προτάθηκε συστηματική παρακολούθηση και στηρίχθηκε με κοινοτικό νοσηλευτή σε μηνιαίες επισκέψεις. Αυτή δεν είχε αντίληψη ότι χρειαζόταν βοήθεια και δεν επανερχόταν για παρακολούθηση της κατάστασης της στα καθορισμένα ραντεβού και ούτε λάμβανε την φαρμακευτική της αγωγή. Διέμενε μόνη της στην οικία της στην Ίννια μαζί με τα περιστέρια και τους γάτους και χωρίς να έχει και χρησιμοποιεί χώρους υγιεινής. Έκανε τα πράγματα που είχε μάθει να κάνει μια ζωή στο χωριό και έτρωγε μόνο κορνφλεικς με ζαχαρούχο γάλα. Μπορούσε και πήγαινε στο μπακάλι και στην Τράπεζα για να παίρνει χρήματα αλλά παρουσίαζε και ψυχαναγκασμό να μην χρησιμοποιεί τα χρήματα για τον εαυτό της. Ήταν συναισθηματική, ένοιωθε μοναξιά και ήταν παραμελημένη, με φτωχή υγιεινή και καχεκτική και κάποιος που την έβλεπε θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι παρουσίαζε ψυχιατρικά προβλήματα. Εξετάστηκε από την Δρ. Παλέξα και στις 04/04/2007, 06/11/2007, 27/02/2008 και 14/04/
  21. Την τελευταία φορά που την είδε είχε μια έκπτωση στην ψυχική της κατάσταση και παρουσίαζε μέτριου πλέον βαθμού άνοια. Στις 27/02/2008 μπορούσε να συζητήσει και αντιλαμβανόταν αλλά ένα άτομο με ψύχωση δεν αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να πάρει θεραπεία και φροντίδα και παρουσιάζει μειωμένη κριτική αντίληψη. Κλήθηκε και το Γραφείο Ευημερίας για να την παρακολουθεί και να την φροντίζει αλλά δεν συνεργαζόταν ούτε έπαιρνε τα φάρμακα της. Στις 18/09/2009 έγινε εκτίμηση της κατάστασης της και διαπιστώθηκε ότι η ψυχική της υγεία δεν παρουσίαζε βελτίωση, συνέχιζε να παρουσιάζει ψυχωσική σημειολογία και άνοια και κρίθηκε ανίκανη να διαχειρίζεται τα περιουσιακά της. Στην Αίτηση Αρ. 1/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η κα Ιφιγένεια Μονοβούκκα κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο να διαχειρίζεται την περιουσία της και διορίστηκε ως διαχειριστής της ο αδελφός της Άνθιμος Μονοβούκκας. Κατά τις 26/03/2012 η πιο πάνω αναφερόμενη απεβίωσε και ως διαχειριστής της περιουσίας της διορίστηκε το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι κατά τις 11/02/2009 ο Άνθιμος Μονοβούκκας απέκτησε δια δωρεάς από την κα Ιφιγένεια Μονοβούκκα και αδελφή του δύο ακίνητα, το ακίνητο με αρ. εγγραφής 9784 του ΦΥΛ/ΣΧ. 34/32, τεμάχιο αρ. 111 και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 9856 του ΦΥΛ/ΣΧ. 35/33, τεμάχιο αρ. 100 στο χωρίο Ίννια. Η δωρεά αυτή διενεργήθηκε μέσω του κ. Πανίκου Καλαϊτζή ο οποίος ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, τόσο της κας Ιφιγένειας Μονοβούκκα όσο και του Άνθιμου Μονoβούκκα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προϋποθέτει πως για να είναι έγκυρη μια σύμβαση πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. Σωκράτης Σάββα Σωκράτους v. Πανίκου Σιβιτανίδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αγάπιου Ζάκκα
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1602). Η συναίνεση σύμφωνα με το άρθρο 14, θεωρείται ότι δόθηκε ελευθέρως, όταν δεν προκαλείται με: - Εξαναγκασμό, όπως ορίζεται το άρθρο
  1. - Ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο
  2. - Απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο
  3. - Ψευδή παράσταση, όπως ορίζεται στο άρθρο
  4. - Πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22 Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης, ή ψευδούς παράστασης ή ψυχικής πίεσης υπόκειται σε ακύρωση κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Αποτελεί βασικό αξίωμα του δικαίου της επιείκιας ότι ο αδικοπραγείσας δεν επιτρέπεται να αποκομίσει οφέλη από την άδικη πράξη του. Ο δόλος κατά το δίκαιο της επιείκιας έχει ευρύτερη έννοια από αυτή του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αικημάτων Νόμου και καλύπτει ποικίλες ενέργειες και συμπεριφορές (βλ. Νicolas Pyrgas v. Theodora Charalambous Stavridou
(1969)1 A.Α.Δ. 332). Πέραν τούτου, το άρθρο 2
(1)του Κεφ. 149 προβλέπει ότι ο Νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές περί νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σ' αυτές θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια την οποία απέδωσε σ' αυτές το Αγγλικό Δίκαιο (βλ. Πατσαλίδου v. Κυριακίδης
(1979)1 C.L.R. 71 και Κεφάλας κ.α. v. Νικόλα
(2000)1Β Α.Α.Δ. 332). Όπως έχει λεχθεί στην Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason και τώρα Ρίτσα Παπαδημητρίου, το γένος Κυριάκου Διάκου (από την Ιταλία) v. 1. Αντώνη Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολ. Έφεση Αρ. 273/2010, Ημερ. 08/04/2014, το ζήτημα σε κάθε περίπτωση είναι καθαρά πραγματικό και έτσι πρέπει να αντικρίζεται από το Δικαστήριο. Θα προβώ κατωτέρω σε αναφορά και ανάλυση της νομικής πτυχής που αφορά την ψυχική πίεση, καθότι όπως έχει διαφανεί, ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή βασίζεται και επικεντρώνεται ουσιαστικά στο πιο πάνω δόγμα και διεκδικεί τις θεραπείες που ζητεί. Το άρθρο 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου έχει ως ακολούθως: «16 -
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) Έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 16
(2)(α) ή 16
(2)(β) δημιουργείται τεκμήριο ότι το ένα μέρος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 16
(3), όταν είναι τέτοια η περίπτωση και η συναλλαγή είναι υπερβολικά επαχθής για τον τελευταίο, τότε δημιουργείται τεκμήριο άσκησης ψυχικής πίεσης. Σε τέτοια περίπτωση δεν απαιτείται η απόδειξη, ως πραγματικό γεγονός άμεσης άσκησης ψυχικής πίεσης. Αρκεί να στοιχειοθετηθούν οι προϋποθέσεις οι οποίες κατά νόμο στην Κύπρο, μεταθέτουν στο πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου, το βάρος να αποδείξει ότι ο επηρεαζόμενος ενήργησε με ελεύθερη βούληση και όντας καλά πληροφορημένος (βλ. Χρυσούλλας Σεργίδη, το γένος Σάββα Χατζηπαύλου v. Μαρίας Σάββα Χατζηπαύλου, σύζυγου Γεώργιου Κούκου, από το Στρόβολο, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου, τέως από το Στρόβολο, δυνάμει διατάγματος διαχειρίσεως εκδοθέντος εις την αίτηση διαχειρίσεως 727/2007 Ε.Δ. Λευκωσίας, Πολ. Έφεση Αρ. 317/2010, Ημερομηνίας 16 Μαϊου 2016). Οι συμβάσεις οι οποίες μπορεί να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Δηλαδή, θα πρέπει απαραιτήτως να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σε αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στη δεύτερη περίπτωση, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει (βλ. 1. Μιχαήλ Κεφάλας κ.α v. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα (ανωτέρω)). Η «ψυχική πίεση» είναι δόγμα του δικαίου της επιείκιας το οποίο δίνει το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο μέρος να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης και να αποτρέψει τη θυματοποιήση του από τρίτα πρόσωπα και όχι να το διασώσει από τα επακόλουθα της αφροσύνης του. Στην Allcard v. Skinner [1886-1890] All E.R. 90, 98 έχουν συνοψισθεί οι λόγοι της δημιουργίας του δόγματος της ψυχικής πίεσης ως εξής: "Ιt would obviously be to encourage folly, recklessness, extravagance and vice if persons could get back property which they foolishly made away with, whether by giving it to charitable institutions or by bestowing it on less worthy objects. On the other hand, to protect people from being forced, tricked or misled in any way by others into parting with their property is one of the most legitimate objects of all laws; and the equitable doctrine of undue influence has grown out of and been developed by the necessity of grappling with insidious forms of spiritual tyranny and with varieties of fraud." (βλ. επίσης Re Brocklehurst (deceased) Hall and Another v. Roberts [1978] 1 All E.R. 767). Παραπέμπω επίσης στην Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555 όπου επιχειρήθηκε ο ορισμός της «ψυχικής πίεσης» ως εξής: «Η ψυχική πίεση αποτελεί δόγμα του δικαίου της επιείκιας. Είναι μια περιεκτική φράση η οποία καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής πίεσης όπου υπάρχουν ειδικές σχέσεις και επίσης περιπτώσεις εξαναγκασμού, επιβολής ή πίεσης έξω από εκείνες τις ειδικές σχέσεις.» Προκύπτει δηλαδή, ότι στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση απαιτείται μαρτυρία για κάποιου είδους εξαναγκασμό, πίεσης ή επιβολής. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, twenty - first edition, para. 7-066, κάτω από τον τίτλο «(
  1. b)Direct Proof of Undue Influence» «"Αctual" undue influence» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ιf there is no special relationship, of the kind to be mentioned below, between the parties, or if there is such a relationship but the transaction that is challenged is not one that "requires explanation", the onus is upon the person seeking to avoid the transaction to establish that undue influence was used. In Bank of Credit and Commerce International SA v. Aboody Slade L.J., delivering the judgment of the Court of Appeal, said: "...we think that a person relying on a plea of actual undue influence must show that (
  2. a)the other party to the transaction ..had the capacity to influence the complainant; (
  3. b)the influence was exercised; (
  4. c)its exercise was undue; (
  5. d)that its exercise brought about the trancaction."» Θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην Κύπρο το δόγμα της ψυχικής πίεσης κωδικοποιείται και ρυθμίζεται νομοθετικά σε αντίθεση με την Αγγλία και οι πρόνοιες της σχετική νομοθεσίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Παρόλο που δεν φαίνεται οι δύο κατηγορίες οι οποίες με βάση το Νόμο εγείρουν τεκμήριο κυριαρχίας επί της θέλησης του άλλου να καθορίζονται με σαφήνεια φαίνεται ότι παραμένει η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ περιπτώσεων όπου η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός και αυτών που τεκμαίρεται ότι υπάρχει λόγω της ειδικής σχέσης που υπάρχει μεταξύ των συμβαλλομένων. Στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανία Πουλλά
(2004)1Β Α.Α.Δ. 961 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Όπου δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητα του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση.» Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χρυσούλλας Σεργίδη, το γένος Σάββα Χατζηπαύλου v. Μαρίας Σάββα Χατζηπαύλου, σύζυγου Γεώργιου Κούκου, από το Στρόβολο, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου, τέως από το Στρόβολο, δυνάμει διατάγματος διαχειρίσεως εκδοθέντος εις την αίτηση διαχειρίσεως 727/2007 Ε.Δ. Λευκωσίας (ανωτέρω) στην οποία έγινε αναφορά στο τεκμήριο ψυχικής πίεσης που καθορίζει ο Νόμος και το άρθρο 16 προκύπτει ότι πέραν της ύπαρξης ειδικής σχέσης, θα πρέπει να υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις ώστε χωρίς μαρτυρία για άμεση ψυχική πίεση να μπορεί να ακυρωθεί μια πράξη επί τη συνδρομή των τεκμηρίων κυριαρχίας και ψυχικής πίεσης. Επίσης, στην πιο πάνω υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο,τι θα θέλαμε να προσθέσουμε είναι πως η επίκληση και εφαρμογή του τεκμηρίου ψυχικής πίεσης από τα Δικαστήρια, ενόψει και της νομοθετικής ρύθμισης στην Κύπρο, αναμένεται να γίνεται με ρητή αναφορά και προσεκτική στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16, τόσο σε σχέση με το ζήτημα της κυριαρχίας επί της θέλησης του άλλου με βάση τα προνοούμενα στο εδάφιο
(2)(α) και (β), όσο και σε σχέση με την εξίσου απαιτούμενη προϋπόθεση του εδαφίου
(3)που απαιτεί στοιχειοθέτηση ότι η συναλλαγή, είτε από μόνη της, είτε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, φαίνεται ότι είναι υπέρμετρα επαχθής.» Προκύπτει από τα πιο πάνω και τη νομολογία επί του θέματος, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει την κάθε υπόθεση με βάση τα δικά της δεδομένα και στην περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική σχέση θα πρέπει να ικανοποιείται ότι υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις που δικαιολογούν την επίκληση τόσο του τεκμηρίου της κυριαρχίας επί της θέλησης του άλλου όσο και του γεγονότος ότι η σύμβαση φαίνεται να είναι υπέρμετρα επαχθής. Στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts, Ninth Edition, Pollock & Mulla, p.147 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Where undue influence is alleged it is necessary to examine very closely all the circumstances of the case. The principles are always the same though the circumstances differ, and, as a general rule, the same questions arise. No single circumstance is conclusive. The character of the transaction is an important circumstance but unfairness of the transaction by itself is insufficient to invalidate the transaction. Whether a transaction is vitiated on the ground of undue influence is primarily a question of fact." Στην περίπτωση που αποδεικνύεται η ψυχική πίεση, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του προσώπου που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου, να αποδείξει ότι ο επηρεαζόμενος ενήργησε με ελεύθερη βούληση και όντας καλά πληροφορημένος (βλ. Χριστοφόρου v. Ιακώβου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33 και Κεφάλας κ.α. v. Νικόλα (ανωτέρω)). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Ο ενάγοντας στηρίζει την αξίωση του στη βάση του δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης που έγιναν εις βάρος της αποβιώσασας από τους εναγομένους 1 και 2 οι οποίοι απέσπασαν το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο από αυτή και προχώρησαν στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του εναγομένου
  1. Παρόλα αυτά οι λεπτομέρειες των πιο πάνω στην Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτουν οτιδήποτε σε σχέση με δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Ούτε και η μαρτυρία που δόθηκε κατέδειξε κάτι τέτοιο. Αν και η μαρτυρία του Μ.Ε.1 απορρίφθηκε εντούτοις ακόμη και να γινόταν αποδεχτή δεν καταδεικνύει οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με τον τρόπο που λήφθηκε το εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, πόσο μάλλον ότι αυτό λήφθηκε με τον τρόπο που γενικά ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησης του. Όσο δε αφορά την ψυχική πίεση, ούτε και γι αυτή τη βάση αγωγής δίδονται συγκεκριμένες λεπτομέρειες στην Έκθεση Απαίτησης αλλά ούτε έχει προκύψει οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία για την άσκηση από τους εναγομένους 1 και 2 οποιασδήποτε πίεσης ή εξαναγκασμού ή οτιδήποτε άλλο συγκεκριμένο προς την αποβιώσασα με σκοπό την υπογραφή του ειδικού πληρεξουσίου. Η πλευρά του ενάγοντα ουσιαστικά βασίζεται στην ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε και στην κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας με σκοπό να καταδείξει ότι το ειδικό πληρεξούσιο αποσπάστηκε από αυτή από τους εναγομένους 1 και 2, όπως δικογραφεί, μετά από άσκηση ψυχικής πίεσης. Είναι η θέση του συνηγόρου του στην αγόρευση του, ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται ότι ασκήθηκε ψυχική πίεσης στην αποβιώσασα για την υπογραφή του εν λόγω πληρεξουσίου. Θα πρέπει να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό, ότι με βάση τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα, εκείνο το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 άσκησαν ψυχική πίεση στην αποβιώσασα Ιφιγένεια Ιωαννίδου Μονοβούκκα κατά την υπογραφή από αυτή του ειδικού πληρεξουσίου ημερομηνίας 21/10/
  2. Είναι προφανές με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και όλη τη μαρτυρία που προσάχθηκε ότι δεν προκύπτει οι εναγόμενοι 1 και 2 να ήταν σε οποιαδήποτε ειδική σχέση με την αποβιώσασα έτσι ώστε να θεωρούνται ότι ήταν σε θέση να κυριαρχούν επί της θέλησης της. Επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής που πρόνοιες του άρθρου 16
(2)(α) του Νόμου ούτε προωθείται αυτή η θέση στο δικόγραφο του ενάγοντα ή άλλως πως. Εκείνο το οποίο ισχυρίζεται ο ενάγοντας είναι ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες από τις οποίες θα πρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το ειδικό πληρεξούσιο αποσπάστηκε από την αποβιώσασα από τους εναγομένους 1 και 2 κατόπιν ψυχικής πίεσης. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση, ελλείψει άμεσης μαρτυρίας για άσκηση ψυχικής πίεσης, είναι κατά πόσο οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν σε θέση να κυριαρχούν επί της βούλησης της αποβιώσασας και κατ' επέκταση ότι αυτοί άσκησαν ψυχικά πίεση σε αυτή. Ουσιαστικό μέρος των περιστάσεων αυτών και που επικεντρώνεται η πλευρά του ενάγοντα είναι η κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας. Περί τούτου, η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, είναι η ιατρική από την οποία θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν, γενικά, τέτοια ώστε να μην αναμένετο κατά αυτόν το χρόνο να έχει αντίληψη και δικαιοπρακτική ικανότητα. Σε αυτή την κατάσταση της υγείας της θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι υπόλοιπες περιστάσεις και γεγονότα όπως έχουν προκύψει και κατά πόσο μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 άσκησαν οποιαδήποτε ψυχική πίεση στην αποβιώσασα. Ως προς την κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας, κρίνω ότι η μαρτυρία της ψυχιάτρου από μόνη της δεν είναι τέτοια έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει ότι η αποβιώσασα κατά τον Οκτώβριο του 2008 δεν είχε αντίληψη του τί υπέγραφε ή δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τις ενέργειες της και συνέπειες των πράξεων της. Κατ' αρχή η εν λόγω ιατρός δεν ήταν σε θέση να πει και δεν γνώριζε ποιά ήταν η κατάσταση της ψυχικής υγείας της αποβιώσασας κατά την πιο πάνω περίοδο καθότι δεν την είχε εξετάσει. Πέραν τούτου, έχει προκύψει ότι τόσο κατά την πρώτη εξέταση της από την εν λόγω ιατρό στις 24/07/2007 όσο και κατά την εξέταση της στις 11/02/2008 αυτή μπορούσε να συζητήσει και να κάνει διάλογο. Η ίδια δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε νοητική στέρηση. Εκείνο από το οποίο έπασχε ήταν ψύχωση η οποία επηρέαζε την κριτική της αντίληψη και συγκεκριμένα εκείνο το οποίο η μάρτυρας ανέφερε ήταν ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι χρειαζόταν βοήθεια. Πέραν τούτου, η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τους πιο πάνω χρόνους που την εξέτασε μπορούσε να πάει στο μπακάλι και να ψωνίσει καθώς επίσης και στην τράπεζα και να πάρει χρήματα ακόμη και να πάρει το λεωφορείο και να έρθει στην πόλη. Επίσης, φαίνεται να γνώριζε πώς να χρησιμοποιεί τα χρήματα της αφού η μάρτυρας είπε ότι η αποβιώσασα είχε ψυχαναγκασμό να μην τα χρησιμοποιεί για τον εαυτό της. Δεν παραγνωρίζω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ζούσε και ότι αποφασίστηκε ότι έχρηζε βοήθειας. Όλη η μαρτυρία της ψυχιάτρου όμως δεν καταδεικνύει ότι αυτή δεν είχε αντίληψη ότι υπογράφοντας το ειδικό πληρεξούσιο θα πουλούσε το επίδικο ακίνητο της κατά τις πιο πάνω ουσιώδεις ημερομηνίες που την εξέτασε, πόσο μάλλον κατά τον Οκτώβριο του 2008 που υπογράφηκε το πληρεξούσιο έγγραφο, περίοδος για την οποία δεν υπάρχει μαρτυρία για την κατάσταση της ψυχικής της υγείας. Να σημειωθεί επίσης, το πρόβλημα άνοιας που διαπιστώθηκε κατά τις 24/07/2007 ήταν ήπιας μορφής και αυτό εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς. Στις 14/09/2009 που έγινε εκ νέου τέστ έδειξε 18/30, το οποίο χαρακτηρίζεται ως μέτριας μορφής άνοια. Επίσης, η εν λόγω ιατρός είπε ότι η άνοια στην αρχή που την είδε δεν ήταν το πρόβλημα αλλά η ψύχωση και έκανε προσπάθειες να βελτιώσει την κατάσταση της αλλά η αποβιώσασα δεν συνεργαζόταν και στις 14/09/2009 που την είδε δεν παρουσίαζε βελτίωση η κατάσταση της αλλά αντιθέτως παρουσίαζε περαιτέρω ψυχική κατάπτωση και η άνοια είχε προχωρήσει και τότε κηρύχτηκε διανοητικά ασθενής. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία της εν λόγω ιατρού ότι ένα άτομο με ψύχωση δεν μπορεί να έχει αντίληψη στο τρόπο διαχείρισης της περιουσίας του ή να μην μπορεί να αντιλαμβάνεται την πώληση του ακινήτου του. Αναφέρθηκε σε μειωμένη κριτική αντίληψη, συσχετίζοντας το με τη θέση ότι δεν μπορούσε να ανιτληφθεί ότι χρειαζόταν βοήθεια. Η τελευταία εξέταση της έλαβε χώρα οκτώ περίπου μήνες πριν την επίδικη συναλλαγή και τότε η αποβιώσασα, με βάση τη μαρτυρία της ιατρού έκανε διάλογο, συζητούσε και μπορούσε να πηγαίνει στο μπακάλι και να ψωνίζει και στην τράπεζα να παίρνει χρήματα. Ακόμη και να θεωρήσω ότι αυτή η κατάσταση της παρέμεινε η ίδια και τον Οκτώβριο του 2008, δεδομένης της θέσης της ότι η άνοια προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς αλλά και τα αποτελέσματα αυτής στις 14/04/2009, 11 μήνες μετά την επίδικη συναλλαγή, δεν καταδεικνύεται ότι η κατάσταση της υγείας της ήταν τέτοια έτσι ώστε να μην αντιλαμβάνεται τις πράξεις της. Πέραν των πιο πάνω, δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη άμεση μαρτυρία που να διαφωτίζει το Δικαστήριο αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της κατά τον επίδικο χρόνο υπογραφής του ειδικού πληρεξουσίου η οποία σε συνδυασμό με την ιατρική μαρτυρία να καταδεικνύει ότι η αποβιώσασα δεν είχε αντίληψη των πράξεων της ή ότι δεν είχε αντίληψη του τί σημαίνει πώληση ή αξία του χρήματος. Δεν θα πρέπει η ιατρική μαρτυρία να υπερεκτιμάται στις περιπτώσεις ύπαρξης άλλης άμεσης μαρτυρίας για την κατάσταση της ψυχικής υγείας της αποβιώσασας (βλ. Karaolis v. The Estate of the Deceased Christodoulos (alias Towlis) Savva Karaolis
(1965)1 CLR 24, Anoniades and Another v. Solomonidou
(1980)1 CLR 441). Eδώ, παρόλο που δεν υπάρχει άλλη άμεση μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η αποβιώσασα είχε αντίληψη των πράξεων της, εντούτοις η ιατρική μαρτυρία από μόνη της, δεν καταδεικνύει, πρώτον ποια ήταν η ψυχική της κατάσταση κατά τον επίδικο χρόνο και δεύτερο, ακόμη και να θεωρηθεί ότι η κατάσταση της ήταν η ίδια με την τελευταία εξέταση της, που να σημειωθεί έλαβε χώρα 8 περίπου μήνες προηγουμένως, δεν καταδεικνύει έλλειψη αντίληψης των πράξεων της. Λαμβάνω υπόψη μου όμως την γενική εικόνα της ψυχικής της κατάστασης τόσο πριν όσο και μετά την επίδικη συναλλαγή, η οποία όμως θα πρέπει να συνυπολογιστεί με τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης. Ο εναγόμενος 1 ήταν συνιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου και επιθυμούσε την απόκτηση και του άλλου ½ μεριδίου το οποίο άνηκε στην αποβιώσασα. Προς το σκοπό αυτό αποτάθηκε στη δικηγόρο του και προχώρησε μέσω του Κτηματολογίου με τη διαδικασία της καταναγκαστικής πώλησης. Πέραν τούτου, δεν προέκυψε να είχε οποιαδήποτε σχέση με την αποβιώσασα. Αντιθέτως έχει προκύψει ότι δεν την γνώριζε. Το ίδιο ισχύει και για την εναγομένη 2 η οποία ενεργούσε ως υπάλληλος σε κτηματομεσιτικό γραφείο η οποία διενέργησε τη μεταβίβαση. Δεν έχει προκύψει να είχε οποιαδήποτε σχέση με την αποβιώσασα που θα μπορούσε να της ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή. Επίσης, έχει προκύψει ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον εναγόμενο 1 καταβάλλοντας το ποσό των €20,000, ποσό που με βάση την απόδειξη την οποία αποδέχθηκε το Δικαστήριο φαίνεται να καταβλήθηκε τελικά στην αποβιώσασα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταρρίπτει αυτό το γεγονός ούτε άλλα στοιχεία ότι το ποσό αυτό δεν ανευρέθηκε στην περιουσία της αποβιώσασας. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι η αποβιώσασα δεν ήταν παντρεμένη και ζούσε μόνη της στο χωριό της. Το επίδικο ακίνητο το οποίο αγοράστηκε από τον εναγόμενο 1 αφορούσε χωράφι και δεν ήταν η μοναδική περιουσία που είχε. Το τίμημα πώλησης ανερχόταν σε €20,000 ενώ από το Κτηματολόγιο εκτιμήθηκε στις €40,000. Το γεγονός αυτό δεν καταδεικνύει υπό τις περιστάσεις κάτι ύποπτο στη συναλλαγή. Δεν πρόκειται για δωρεά χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου ή σχέσης αλλά για πώληση του εν λόγω ακινήτου. Η τιμή της πώλησης, αν και είναι χαμηλότερη από την πραγματική του αξία, δεν μπορεί να θεωρηθεί εξευτελιστική σε βαθμό που να καταδεικνύει το ύποπτο της συναλλαγής. Ούτε προκύπτει ότι η συναλλαγή αυτή έφερε την αποβιώσασα σε δυσμενέστατη θέση και τον εναγόμενο 1 σε ευνοϊκότερη. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να προκύψει από το χαρακτήρα της συναλλαγής ότι αυτή ήταν σε τέτοιο βαθμό ανισκοσκελής έτσι ώστε να μην δικαιολογείται (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανία Πουλλά (ανωτέρω). Eπίσης, η φύση της συναλλαγής δεν είναι τέτοια για την οποία απαιτείτο η λήψη νομικής συμβουλής από την αποβιώσασα. Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα Pollock & Mulla κάτω από τον τίτλο Proof of Undue Influence, στη σελ. 146 αναφέρονται τα ακόλουθα: "In dealing with cases of undue influence there are four important questions which the Court should consider, namely,
(1)whether the transaction is a righteous transaction, that is, whether it is a thing which a right-minded person might be expected to do;
(2)whether it was improvident, that is to say, whether it shows so much improvidence as to suggest the idea that the donor was not a master of himself and not in a state of mind to weigh what he was doing;
(3)whether it was a matter requiring a legal adviser; and
(4)whether the intention of making the gift originated with the donor. All these are question of fact." Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί προβεί στο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν σε θέση να κυριαρχούν επί της θέλησης της αποβιώσασας. Οι περιστάσεις της υπόθεσης όπως έχουν αποδειχθεί, δεν είναι ικανές στον αναγκαίο βαθμό που απαιτείται να καταδείξουν ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 άσκησαν ψυχική πίεση στην αποβιώσασα. Ως εκ των ανωτέρω, εκείνο το οποίο χρειαζόταν στην παρούσα περίπτωση ήταν άμεση μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η αποβιώσασα υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο και μεταβιβάστηκε το εν λόγω ακίνητο επ' ονόματι του εναγομένου 1. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσφερθεί ούτε η απόρριψη της μαρτυρίας της εναγομένης 2 αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου από την αποβιώσασα μπορεί να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντα. Αυτό θα είχε σχέση στην περίπτωση που αποδεικνυόταν η άσκηση της ψυχικής πίεσης, έτσι ώστε το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση και η πώληση έγινε με την ελεύθερη βούληση της αποβιώσασας να μεταφερόταν στους εναγομένους. Όπως το έθεσε ο Lord Eldon L.C. στην υπόθεση Huguenin v. Basely
(1807)14 Ves., όταν εγείρεται ζήτημα ψυχικής πίεσης το βασικό ερώτημα: «...is, not, whether she knew what she was doing, had done, or proposed to do, but how the intention was produced.». Σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να εξεταστεί και κατά πόσο ο εναγόμενος 1 ενέπιπτε στην κατηγορία του καλόπιστου αγοραστή. Σε συνέχεια των πιο πάνω όμως, δεν έχει αποδειχθεί η οποιαδήποτε σχέση των εναγομένων 1 και 2 με την αποβιώσασα ή άλλες περιστάσεις έτσι ώστε χωρίς μαρτυρία για άμεση ψυχική πίεση να μπορούσε να ακυρωθεί το επίδικο πληρεξούσιο. Ο εναγόμενος 1 δεν γνώριζε ούτε είχε καμία σχέση με την αποβιώσασα και αυτός ενημερώθηκε για την πώληση του ½ μεριδίου του ακινήτου της από κτηματομεσιτικό γραφείο καθότι ήταν ο συνιδιοκτήτης του άλλου ½ μεριδίου και είχε προτεραιότητα αγοράς του. Η δε εναγόμενη 2 έχει καταδειχθεί ότι ενεργούσε ως υπάλληλος σε συγκεκριμένο κτηματομεσιτικό γραφείο και εκτελούσε την εργασία της. Η ίδια δεν έχει καταδειχθεί να εξασφάλισε το εν λόγω πληρεξούσιο με οποιοδήποτε αθέμιτο τρόπο από την αποβιώσασα, παρά την απόρριψη της μαρτυρίας της. Κατά το δίκαιο της επιείκιας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομη του πράξη. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε παράνομη πράξη κατά την εξασφάλιση του ειδικού πληρεξουσίου από τους εναγόμενους 1 και 2 και την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του εναγομένου 1, όπως ήταν και η βάση της αγωγής του ενάγοντα έτσι ώστε να κρίνεται δίκαιο και ορθό αυτή να ακυρωθεί. Όσον δε αφορά την εναγόμενη 3, η αγωγή εναντίον της στρέφεται στην βάση της παράβασης των νομοθετικών της καθηκόντων διότι δεν υπέγραψε η αποβιώσασα το πληρεξούσιο στην παρουσία της και ότι αυτή δεν ήταν προσωπικά γνωστή της. Σε κάθε περίπτωση όμως, η οποιαδήποτε παρατυπία ή παράβαση νομοθετικής πρόνοιας ως προς τη νενομισμένη διαδικασία, δεν θα μπορούσε να έχει καταλυτικές συνέπειες στην εγκυρότητα του πληρεξουσίου και της μεταβίβασης, δεδομένου πως ό,τι αμφισβητήθηκε δεν ήταν ότι έθεσε την υπογραφή της στο πληρεξούσιο η αποβιώσασα, αλλά κατά πόσο είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και ελεύθερη βούληση για την πώληση (βλ. Χρυσούλλας Σεργίδη, το γένος Σάββα Χατζηπαύλου v. Μαρίας Σάββα Χατζηπαύλου, σύζυγου Γεώργιου Κούκου, από το Στρόβολο, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου, τέως από το Στρόβολο, δυνάμει διατάγματος διαχειρίσεως εκδοθέντος εις την αίτηση διαχειρίσεως 727/2007 Ε.Δ. Λευκωσίας (ανωτέρω). Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 άσκησαν οποιαδήποτε ψυχική πίεση στην αποβιώσασα και κατ' επέκταση ότι θα πρέπει να εξεταστεί η ακύρωση το πληρεξουσίου και της πώλησης έτσι ώστε σε τέτοια περίπτωση να εξεταζόταν το ενδεχόμενο ακύρωσης της μεταβίβαση επ' ονόματι του εναγομένου 1 (κάτι που δεν ζητά ή δεν ζητά ευθέως με την αγωγή του και ούτε έχουν συνενωθεί όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι) ή η καταβολή αποζημιώσεων. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, ο ενάγοντας φαίνεται να ισχυρίζεται ότι το τίμημα πώλησης δεν καταβλήθηκε στην αποβιώσασα και να το ζητά δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ούτε μια τέτοια θεραπεία μπορεί να παρασχεθεί εν όψει των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Υπάρχει η απόδειξη πληρωμής του τιμήματος πώλησης υπογραμμένη από την αποβιώσασα. Πέραν τούτου, δεν έχει προσαχθεί και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι εν τέλει τα χρήματα αυτά δεν της αποδόθηκαν ή να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της υπογραφής της στην εν λόγω απόδειξη. Προτού τελειώσω, υπάρχει και μια άλλη παράμετρος στην παρούσα υπόθεση στην οποία θα πρέπει να γίνει αναφορά. Ο ενάγοντας δεν μπορεί από τη μια να ισχυρίζεται ακυρότητα του ειδικού πληρεξουσίου διότι λήφθηκε κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άσκησης ψυχικής πίεσης από τους εναγομένους 1 και 2 και από την άλλη αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό και ουσιαστικά το παράπονο του να επικεντρώνεται στην αξία πώλησης του ακινήτου. Περαιτέρω, φαίνεται ο ίδιος να είχε προβεί σε μεταβίβαση δύο ακινήτων της αποβιώσασας επ' ονόματι του μέσω πληρεξουσίων εγγράφων τρεις περίπου μήνες μετά την επίδικη συναλλαγή συνεργαζόμενος με τον κ. Πανίκο Καλαϊτζή όπως ανάφερε, ο ίδιος να υποψιάζεται ότι ενδεχομένως το πιο πάνω πρόσωπο να απέσπασε το επίδικο πληρεξούσιο με παράνομα μέσα από την αποβιώσασα και να μην ενάγει το εν λόγω πρόσωπο αλλά να στρέφει την αγωγή του εναντίον μόνο των εναγομένων για τους οποίους δεν είχε γνώση της εμπλοκής τους και εν πάσει περιπτώσει να μην έχει οποιαδήποτε στοιχεία για όλα αυτά που τους αποδίδει με την αγωγή του. Φαίνεται ότι στην παρούσα υπόθεση εμπλέκονται τρίτα πρόσωπα τα οποία ο ενάγοντας δεν συνένωσε στην αγωγή του ή ενδεχομένως να επέλεξε να μην το πράξει για ευνόητους λόγους. Η ενέργεια του αυτή όμως στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενδεχομένως να άσκησε ψυχική πίεση στην αποβιώσασα κατά την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου. Η αγωγή του περιορίζεται εναντίον των εναγομένων 1 και 2, για τους οποίους όμως δεν μπορεί με βάση τα πραγματικά γεγονότα, το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι αυτοί άσκησαν ψυχική πίεση στην αποβιώσασα. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αγωγή του ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.