ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΕΣΣΙΟΥ κ.α. ν. KARVELIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2771/2014, 15/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2771/2014 Μεταξύ:
- ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΕΣΣΙΟΥ, από τη Λευκωσία
- ΘΕΟΔΟΣΙΑΣ ΜΕΣΣΙΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- KARVELIA LTD, από την Πάφο
- ΠΑΥΛΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14.01.16 για αναστολή εκτέλεσης ενδιάμεσου απαγορευτικό διάταγμα μέχρι εκδίκασης της εφέσεως του Ημερομηνία: 15.07.16 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2-Αιτητή: κος Κ. Καλαβάς (ο ίδιος για ν΄ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντες 1 & 2- Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κος Μ. Λιώτης (ο ίδιος για ν΄ακούσει απόφαση) Εναγόμενος 2 - Αιτητής: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13.07.15 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στους Εναγομένους 1 και 2, στους υπηρέτες και αντιπροσώπους αυτών να προκαλούν και/ή επιτρέπουν τη λειτουργία και μετάδοση μουσικής και τη χρήση μουσικών οργάνων, μεγαφώνων και άλλων συναφών συσκευών εντός του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 87, Φύλλο/Σχέδιο L1/46 στην Τίμη της Πάφου, στο οποίο βρίσκεται το κέντρο αναψυχής με την επωνυμία 'Base Events', με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλείται οχληρία στο ακίνητο των Εναγόντων με αρ. τεμαχίου 86, Φύλλο/Σχέδιο L1/47 στην Τίμη της Πάφου (στο εξής το 'ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα'). Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 04.01.16 ο Εναγόμενος 2 (στο εξής ο 'Αιτητής') ζητεί την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση του προαναφερόμενου ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της εφέσεως υπ' αριθμό 156/2015 που ασκήθηκε εναντίον της πιο πάνω δικαστικής απόφασης. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στη Διαταγή 35 Κανονισμούς 18 και 19, στη Διαταγή 40 Κανονισμό 7 και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-3 και 8
(1)(ee) των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική και των εμφύτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογεί την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 14.01.16, στην οποία επισυνάπτονται έγγραφα ως τεκμήρια και περιληπτικά αναφέρει τα εξής: - Στις 13.07.15 εκδόθηκε το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εναντίον του οποίου ασκήθηκε η έφεση υπ' αριθμό 156/
- Το έντυπο ειδοποίησης έφεσης επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 'Α' και επιστολή του Αρχιπρωτοκολλητή ημερομηνίας 24.09.15 για τον αριθμό καταχώρησης της εν λόγω έφεσης επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 'Β'. - Σύμφωνα με έρευνα που ενόρκως δηλών διενήργησε το τεμάχιο στο οποίο αναφέρεται το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα βρίσκεται πλησίον του χωριού Μαντριά και είναι πολύ μακριά από το ακίνητο της Εναγομένης
- - Η Εναγόμενη 1 εταιρεία τελεί υπό διαχείριση από το καλοκαίρι 2015 δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και ο ενόρκως δηλών ουδεμία σχέση έχει με τις επαγγελματικές δραστηριότητας της εν λόγω εταιρείας καθώς και καμία ανάμιξη έχει στη λειτουργία ή μετάδοση μουσικής ή με τη χρήση μουσικών οργάνων ή μεγαφώνων. Τμήμα της ιστοσελίδας του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 'Γ'. - Σύμφωνα με συμβουλή που ο ενόρκως δηλών έλαβε από το δικηγόρο του, η εν λόγω έφεση που σκοπεύει να προωθήσει έχει σοβαρές πιθανότητας επιτυχίας. Επειδή όλοι οι λόγοι έφεσης είναι βάσιμοι ο ενόρκως δηλών πιστεύει ότι η πρωτόδικη απόφαση που οδήγησε στην έκδοση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος θα ανατραπεί. - Στις 23.10.15 οι Ενάγοντες έχουν καταχωρήσει αίτηση παρακοής, ο οποία αποσύρθηκε εναντίον της Εναγομένης 1 αλλά εκκρεμεί εναντίον του ενόρκως δηλών προσωπικά. Σε περίπτωση που η αίτηση αυτή επιτύχει και στη συνέχεια εάν επιτύχει και η έφεση, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα καταστεί άνευ αντικειμένου με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η απονομή δικαιοσύνης. Στις 22.02.16 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους των Εναγόντων 1 και 2 (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση') επί των ακόλουθων λόγων ένστασης:
(1)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
(2)Η έφεση των Εναγομένων 1 και 2 δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής.
(3)Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα θέσει σε αχρηστία και θα εξουδετερώσει το διάταγμα ημερομηνίας 13.07.15 με αποτέλεσμα να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση.
(4)Η παρούσα αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 35 Κανονισμούς 2, 18 και 19, στη Διαταγή 40 Κανονισμούς 2, 3, 7-9, 11 και 15 και στη Διαταγή 48 Κανονισμό 4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22.02.16 της Καθ' ης η αίτησης 2, Θεοδοσίας Μέσσιου, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Ο Αιτητής προώθησε την παρούσα αίτηση μόνο όταν στις 23.10.15 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν εναντίον του αίτηση παρακοής του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, η οποία εκκρεμεί. Το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 'Α'. · Την 01.02.16 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση για διόρθωση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος επειδή καταγράφηκε λανθασμένος αριθμός φύλλου/σχεδίου του ακινήτου των Καθ' ων η αίτηση. Επ' αυτού ο Αιτητής καταχώρησε ένσταση στις 09.02.16. · Ο Αιτητής διαχειρίζεται τις επαγγελματικές δραστηριότητες της Εναγομένης 1 εταιρείας και οι ισχυρισμοί του για μη ανάμιξη του στη λειτουργία ή μετάδοση μουσικής είναι ψευδείς και γίνονται με σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων του. · Σύμφωνα με συμβουλή που η ενόρκως δηλούσα είχε από τους δικηγόρους της η έφεση δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. · Επίσης με βάση συμβουλής που η ενόρκως δηλούσα είχε από τους δικηγόρους της και από ότι ή ίδια γνωρίζει ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει γιατί η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της. · Επιπλέον δεν εγείρεται κανένας ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας της ενόρκως δηλούσας και του Καθ' ου η αίτηση 1 (προφανώς η αναφορά σε εναγόμενο 1 οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος). · Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο Αιτητής και η Εναγόμενη 1 δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ενώ αντίθετα οι Αιτητές θα υποστούν μεγάλη ταλαιπωρία και ζημιά επειδή θα εδραιωθεί η παρανομία της ιδιωτικής οχληρίας. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Όπως διαπιστώνεται από το σώμα της υπό κρίση αίτησης, βασικός νομικός πυλώνας της είναι το άρθρο 47 του Ν.14/60, η Διαταγή 35 Κανονισμός 18 και η Διαταγή 40 Κανονισμός 7 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι διατάξεις αυτές καθορίζουν το δικαιοδοτικό και δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η παρούσα αίτηση. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του σκεπτικού του Δικαστηρίου κρίνεται χρήσιμο να εκτεθεί αυτολεξεί το περιεχόμενο των πιο διατάξεων: Το άρθρο 47 του Ν.14/60 προνοεί ρητά τα εξής: "Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ'οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον." Οι πρόνοιες της Διαταγής 35 Κανονισμός 18 έχουν ως ακολούθως: "An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given." Η δε Διαταγή 40 Κανονισμός 7 σημειώνει τα εξής: "Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows :— (a) If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period ; (b) The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit." [η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η απόφαση ενός Δικαστηρίου εκτελείται εκτός εάν διαταχτεί αναστολή της εκτέλεσης της για το χρονικό διάστημα και κάτω από τους όρους που το Δικαστήριο κρίνει ορθό. Το πνεύμα του πιο πάνω νομικού άξονα έχει ως αντικείμενο την αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος που επιβάλλεται από την δικαστική απόφαση, η οποία εφεσιβάλλεται (Thanos Club Hotels Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας κ.α.
(2003)1Α Α.Α.Δ. 312, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd και άλλης
(2008)1 Α.Α.Δ. 764 και Αναφορικά με το αίτημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, λήψη μαρτυρίας από τον Ευάγγελο Εμπεδοκλή (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 986). Αντικείμενο όμως της υπό εξέταση αίτησης είναι η θέση του Αιτητή για αναστολή της ισχύος του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε μέχρι την εκδίκαση έφεσης που ασκήθηκε σε σχέση με αυτό. Με γνώμονα ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά απλά μια απόφαση για πληρωμή χρέους ή εν πάση περιπτώσει μια τελική απόφαση Δικαστηρίου για την οποία ζητείται αναστολή εκτέλεσης της εκκρεμούσης έφεσης, το νομικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι προαναφερόμενες πρόνοιες εφαρμόζονται όταν το επίμαχο ζήτημα αφορά προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε και εναντίον του οποίου εκκρεμεί έφεση. Ως προς το θέμα αυτό αμφότεροι συνήγοροι θεωρούν ότι ισχύουν οι ίδιες αρχές που διέπουν την αναστολή τελικής απόφασης εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε έφεση. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, πρώτη έκδοση 2016, σελίδα 381, σημειώνεται ότι υπάρχει δυνατότητα αναστολής της ισχύος απόφασης για ακύρωση παρεμπίπτοντος διατάγματος καθότι το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει της Διαταγής 35 Κανονισμούς 18 και 19 να αναστείλει θετική απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφού πρώτα τέθηκε προς εκδίκαση σε επίπεδο πρωτόδικου δικαστηρίου, ως προνοεί ο Κανονισμός 19 της Διαταγής 35. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Penderhil Holdings Limited v. Κλούκινα
(2011)1 Α.Α.Δ. 1921 το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε υπό όρους αναστολή εκτέλεσης προσωρινού διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal για αποκάλυψη πληροφοριών που εκδόθηκε μέχρι εκδίκασης της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της ισχύος του. Περαιτέρω στην υπόθεση P. & MA. Restaurant Limited κ.α. v. Wakeham
(2011)1 Α.Α.Δ. 1239 αίτημα για αναστολή εκτέλεσης προσωρινών διαταγμάτων που απαγόρευαν, μεταξύ άλλων, την κατακράτηση, ιδιοποίηση της επιχείρησης και την επέμβαση στη λειτουργία της, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης απορρίφθηκε. Επίσης στην υπόθεση Βλάχου v. Οικονόμου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1520 καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος που θα ανέστελλε την ισχύ προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας μέχρι την εκδίκαση έφεσης που καταχωρήθηκε, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η αναστολή της ισχύος ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδόθηκε μέχρι εκδίκασης της έφεσης εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Οι αρχές που προσμετρούν στη κρίση του Δικαστηρίου είναι ακριβώς αυτές που λαμβάνονται υπόψη σε τελικές αποφάσεις. Αποφασιστικό κριτήριο για να δοθεί ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση από τη μία της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και από την άλλη της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας έτσι χωρίς κανένα αντίκρισμα. Αυτό που βασικά εξετάζεται είναι η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης έτσι ώστε ο επιτυχών διάδικος χωρίς ουσιαστικό λόγο να μην αποστερείται να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του, παράμετρος όμως που αντισταθμίζεται με τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τον μη επιτυχών διάδικο. Η δε πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, παρόλο ότι είναι σχετικός παράγοντας, δεν αποτελεί βασική παράμετρο στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του αλλά είναι οριακής σημασίας, εκτός όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της. Σχετικά με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης μέχρι την εκδίκασης έφεσης υπάρχει πλούσια νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, ABP Holdings Ltd και Άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη και Άλλων (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 592, Βογαζιάνου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 107, Παπακόκκινου v. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 513, Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978 και Παπά v. Οικονομίδου κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 58. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα εξετάσω μαζί τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο ένστασης επειδή όλοι παραπέμπουν στους παράγοντες που επενεργούν στην κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Η προκειμένη περίπτωση αφορά ενδιάμεσο διάταγμα που απαγορεύει στον Αιτητή να προκαλεί ή να επιτρέπει τη λειτουργία και μετάδοση μουσικής καθώς και τη χρήση μουσικών οργάνων, μεγαφώνων και άλλων συναφών συσκευών από συγκεκριμένο ακίνητο, του οποίου τα χαρακτηριστικά περιγράφονται και εντός του οποίου υπάρχει συγκεκριμένο κέντρο αναψυχής, με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλείται οχληρία στο ακίνητο των Καθ' ων η αίτηση. Είναι η θέση του Αιτητή ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση έχει με τις επαγγελματικές δραστηριότητες της εναγομένης 1, εναντίον της οποίας επίσης απευθύνεται το εν λόγω διάταγμα. Είναι ακόμη η θέση του Αιτητή ότι ο ίδιος ουδεμία ανάμιξη έχει στη λειτουργία ή μετάδοση μουσικής ή με τη χρήση μουσικών οργάνων ή μεγαφώνων. Σε σχέση με το ακίνητο από όπου απαγορεύεται να εκπέμπεται μουσική κατά τρόπο που να προκαλείται οχληρία, ο Αιτητής αναφέρει ότι δεν ανήκει στον ίδιο αλλά στην εναγόμενη 1 που τελεί υπό διαχείριση δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Εάν ευσταθούν όλες αυτές οι θέσεις του Αιτητή τότε σημαίνει ότι ο ίδιος: (α) δεν έχει τον έλεγχο, διαχείριση και λειτουργία της εναγομένης 1 εταιρείας αφού τελεί υπό διαχείριση, (β) δεν έχει σχέση και ούτε συμμετέχει στις επαγγελματικές δραστηριότητες της εναγομένης 1 εταιρείας, (γ) δεν έχει καμία ανάμιξη ή συμμετοχή στη λειτουργία ή μετάδοση μουσικής ή με τη χρήση μουσικών οργάνων ή μεγαφώνων από ακίνητο που ανήκει στην εναγόμενη 1 εταιρεία, (δ) εφόσον δεν έχει συμμετοχή ή ανάμιξη στις επαγγελματικές δραστηριότητες της εναγομένης 1 εταιρείας που τελεί υπό διαχείριση ο ίδιος λογικά δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με τη λειτουργία του κέντρου αναψυχής που βρίσκεται εντός του ακινήτου που ανήκει στην εναγόμενη 1 και από τη λειτουργία του οποίου οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται οχληρία και (ε) ο Αιτητής λογικά δεν φαίνεται να έχει λόγο να βρίσκεται στο ακίνητο που δεν του ανήκει και εντός του οποίου βρίσκεται κέντρο αναψυχής. Το επίμαχο διάταγμα είναι απαγορευτικής φύσεως και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης απλά θα αρθεί η απαγόρευση προς το πρόσωπο του Αιτητή, η οποία απαγόρευση με βάση τις πιο πάνω θέσεις του Αιτητή δεν τον επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Την ίδια στιγμή ο περιορισμός που το απαγορευτικό διάταγμα επιβάλλει στον Αιτητή με τη συμμόρφωση στο περιεχόμενο του είναι, με βάση τις θέσεις του Αιτητή, τυπικός και θεωρητικός χωρίς να δημιουργεί μη αναστρέψιμη κατάσταση. Παράλληλα ο Αιτητής δεν εξηγεί συγκεκριμένα με ποιο τρόπο το δικαίωμα της έφεσης του πλήττεται αποτελεσματικά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Δεδομένου των πιο πάνω θέσεων που ο Αιτητής αναφέρει δεν μπορώ να αντιληφθώ πως η αίτηση παρακοής που επικαλείται θα καταστήσει στην πράξη άνευ αντικειμένου το δικαίωμα έφεσης του ή το αποτέλεσμα αυτής σε περίπτωση επιτυχίας της. Ο Αιτητής είναι ακόμη της άποψης ότι η έφεση του έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας που θα οδηγήσει στην ανατροπή του προσωρινού διατάγματος. Επ' αυτού είχα την ευκαιρία να μελετήσω την απόφαση του αδελφού δικαστή αλλά και το περιεχόμενο της ειδοποίησης έφεσης και μέσα από αυτή τη μελέτη δεν έχω οποιεσδήποτε σαφείς ενδείξεις ως προς τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης. Τα θέματα που εγείρονται δεν κλίνουν εκ προοιμίου την πλάστιγγα προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, ούτε μπορεί να γίνει πρόγνωση είτε ως προς την επιτυχία είτε ως προς την αποτυχία της και έτσι οποιοδήποτε αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το δεδομένο αυτό είναι μία παράμετρος που συνυπολογίζεται με τους υπόλοιπους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Συνεπώς από τα δεδομένα που ο Αιτητής θέτει δεν μπορεί να εξουδετερωθεί είτε η σημασία είτε ο σκοπός της έφεσης. Αυτό με τη σειρά του δεν διαταράζει την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος έφεσης του Αιτητή σε περίπτωση που δεν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα αν οι θέσεις των Καθ' ων η αίτηση για συμμετοχή του Αιτητή στη λειτουργία των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της εναγομένης 1 και ανάμιξη του στη μετάδοση μουσικής αληθεύουν τότε το ζήτημα της πρόκλησης οχληρίας θα συνεχίσει να υφίσταται και απλά θα στερήσει στους Καθ' ων η αίτηση την επιτυχία που πέτυχαν με την έκδοση του διατάγματος για παρεμπόδιση της, το οποίο για να εκδοθεί λήφθηκε υπόψη ο παράγοντας επηρεασμού των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση και η ανάγκη προστασίας τους. Επομένως καταλήγω ότι οι λόγοι ένστασης 1, 2 και 3 επιτυγχάνουν. Υπό το φως των πιο πάνω παραμέτρων και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν έχω διαπιστώσει εκείνες τις περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την κλίση της πλάστιγγας υπέρ της αρχής ότι "το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του" και ταυτόχρονα εις βάρος και κατά παρέκκλιση της αρχής ότι "ο διάδικος που επιτυγχάνει δεν πρέπει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, να στερείται των καρπών της επιτυχίας του." Δεν έχω δηλαδή διαπιστώσει οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η συμμόρφωση με τη δικαστική ετυμηγορία θα καθιστούσε αναποτελεσματική και άνευ σημασίας την έφεση του Αιτητή επί της εκδοθείσας πρωτόδικης δικαστικής απόφασης που αφορά το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης θα εξετάσω και τον τέταρτο λόγο ένστασης με τον οποίο οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη, ότι αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Δεν συμμερίζομαι τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η προώθηση της παρούσας διαδικασίας αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι προϊόν άσκησης δικαιώματος που παρέχεται από το άρθρο 47 του Ν.14/60, τη Διαταγή 35 Κανονισμούς 18 και 19 αλλά και τη νομολογία επί του θέματος. Είναι η πρώτη φορά που καταχωρήθηκε στην υπόθεση τέτοιας φύσεως αίτηση και μέχρι στιγμής δεν εκκρεμεί οποιοδήποτε άλλο μέτρο που εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό με την προώθηση παράλληλης διαδικασίας (Διευθυντής των Φυλακών v. Perella
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Οι δε Καθ' ων η αίτηση δεν εξηγούν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο γιατί θεωρούν ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης είναι καταχρηστική. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ενώ το διάταγμα που ζητείται η αναστολή της ισχύος του μέχρι την εκδίκασης της έφεσης κάτω από την οποία τελεί, εκδόθηκε στις 13.07.15 η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.01.16. Για το χρονικό διάστημα των 6 μηνών περίπου που διέρρευσε ουδεμία εξήγηση παρέχεται από τον Αιτητή. Η καθυστέρηση που παρατηρείται και που δεν δικαιολογείται δεν μπορεί να θεωρηθεί μικρή. Ούτε μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση λίγο μετά που του επιδόθηκε αίτηση παρακοής. Αντίθετα αυτό εγείρει σκοπιμότητα αφού κάποιος μπορεί να πει ότι στόχος είναι η εξουδετέρωση της εκδίκασης της αίτησης παρακοής. Στα μάτια ενός λογικά σκεπτόμενου προσώπου τα ειλικρινή ελατήρια του Αιτητή στην επιδίωξη του για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης θα φαίνονταν αν προχωρούσε αμέσως με το σχετικό ένδικο διάβημα αμέσως μετά την έκδοση του υπό έφεση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος ή έστω με την καταχώρηση της έφεσης. Στην υπόθεση Χαψίδου v. Νικολαΐδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1493 το Ανώτατο Δικαστήριο εντοπίζοντας κακοπιστία του αιτητή και καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης προχώρησε στην απόρριψη της. Θεωρώ ότι το σκεπτικό της απόφασης αυτής υιοθετείται στην προκειμένη περίπτωση επιφέροντας τις ίδιες συνέπειες. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει μερικώς και ειδικότερα στο βαθμό και την έκταση που εξηγήθηκε προηγουμένως. Έχοντας σταθμίσει τα στοιχεία και τους παράγοντες που αφορούν στο επίδικο θέμα της αναστολής εκτέλεσης της εφεσιβαλλόμενης απόφασης και τις επιπτώσεις που ενδεχομένως θα προκύψουν εκ του αποτελέσματος, κρίνω πως η διακριτική μου ευχέρεια με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης πρέπει να ασκηθεί υπέρ της διατήρησης της ισχύος του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 1 και 2-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον του Εναγομένου 2-Αιτητή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για αναστολή προσωρινού διατάγματος εκκρεμούσης έφεσης /Διαταγή 35 Κανονισμοί 18 και 19, Άρθρο 47 Ν.14/60/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο