← Κύπρος

Aθανασία Ευρυπίδου Χρυσάνθου ή Σωτηρίου ν. Κατερίνας Ελισσαίου, Αίτηση Έφεση Αρ.: 616/2011, 29/7/2016

Aθανασία Ευρυπίδου Χρυσάνθου ή Σωτηρίου ν. Κατερίνας Ελισσαίου, Αίτηση Έφεση Αρ.: 616/2011, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A168 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αίτηση Έφεση Αρ.: 616/2011 Επί τοις Αφορώσιν τον Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο Κεφ. 224, άρθρα 58, 61 και 80 Μεταξύ: Aθανασία Ευρυπίδου Χρυσάνθου ή Σωτηρίου από την Επισκοπή Εφεσείουσας / Αιτήτριας και Κατερίνας Ελισσαίου, το γένος Μιλτιάδης Χριστοδούλου από την Πάφο Εφεσίβλητης / Καθ' ής η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------- Ημερ.: 29/07/2016 Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείουσα / Αιτήτρια: κα Ευαγγελία Πουλλά. Για την Εφεσίβλητη/Καθ' ής η Αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εφεσείουσα / Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 9374 του ΦΥΛ/ΣΧ.45/62 του χωριού Επισκοπή της Επαρχίας Πάφου, τεμάχιο αρ. 584 εκτάσεως 14679 τ.μ. και η Εφεσίβλητη / Καθ' ής η Αίτηση ιδιοκτήτρια του όμορου τεμαχίου με αρ. εγγραφής 10601 του ΦΥΛ/ΣΧ. 45/62, τεμάχιο αρ. 822, εκτάσεως 12770 τ.μ. Κατόπιν αίτησης της Εφεσείουσας / Αιτήτριας για επίλυση συνοριακής διαφοράς ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΧ 2165/07 και την 01ην/09/2011 αποφασίσθηκε η συνοριακή διαφορά από το Διευθυντή του Κτηματολογίου και καθορίστηκε ότι η διαφιλονικούμενη έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση του Κτηματολογίου, αποτελεί μέρος του ακινήτου της Καθ' ής η Αίτηση. Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση επιδιώκει την ακύρωση της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για τους λόγους που αναφέρονται στην Αίτηση της. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι η απόφαση αυτή λήφθηκε παράνομα και αυθαίρετα παραβλέποντας τα επί τόπου ευρήματα και/ή την επιτόπου κατάσταση και/ή τους σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας και ο Διευθυντής παράβλεψε τις προηγούμενες αποφάσεις του. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η όλη διαδικασία είναι άκυρη και παράτυπη καθότι οι Κτηματολόγοι και Χωρομέτρες με την συμπεριφορά και ενέργειες τους παραπλάνησαν και/ή εξανάγκασαν την Αιτήτρια να προβεί σε Αίτηση για συνοριακή διαφορά αντί να προωθηθεί και να εξεταστεί η προϋπάρχουσα αίτηση της για διόρθωση λάθους που ήταν η ενδεδειγμένη διαδικασία. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η εν λόγω απόφαση έχει στηριχθεί σε ανεπαρκή στοιχεία και κτηματολογικά δεδομένα τα οποία αμφισβητούνται όσον αφορά την ορθότητα και βασιμότητα τους και παράλληλα ζητεί και διάταγμα που να διατάσσει τον Διευθυντή του Κτηματολογίου να εκδώσει απόφαση στην Άιτηση ΑΔΛ 85/03 για διόρθωση λάθους και επαναχωρομέτρηση των δύο τεμαχίων. Είναι περαιτέρω, η θέση της Αιτήριας, όπως αναφέρεται στους λόγους Έφεσης, ότι ο Διευθυντής δεν προέβηκε σε διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου, των τίτλων σύμφωνα με την επί τόπου κατάσταση και τις έγγραφες συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των επηρεαζόμενων τεμαχίων 584, 583, 822 και 821 του ΦΥΛ/ΣΧ. 45/62 με αποτέλεσμα να καθοδηγήσει εσφαλμένα την Εφεσείουσα να προβεί σε συνοριακή διαφορά. Η αίτηση της Αιτήτριας υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Πολύδωρου Σωτηρίου ημερομηνίας 30/09/2011, του κ. Ευαγόρα Οδυσσέως, Αγρονόμου, Τοπογράφου Μηχανικού ημερομηνίας 30/09/2011, της κας Τιμοθέας Μιχαήλ Ττοουλή ημερομηνίας 24/02/2012 και του κ. Γεώργιου Γεωργιάδη Ειδικού Εκτιμητή και πρώην Επαρχιακού Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου, ημερομηνίας 24/02/2012 και 21/11/2013 (συμπληρωματική). Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Ανδρέα Ελισσαίου, συζύγου της, ημερομηνίας 02/02/

  1. Όπως διαφαίνεται από την εν λόγω ένορκη δήλωση, η καθ' ής η αίτηση, υπεραμύνεται της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, το περιεχόμενο της οποίας, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει και ισχυρίζεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η Αιτήτρια εκείνο που ισχυρίζεται είναι λάθος στο εν χρήσει σχέδιο που δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η οποία αφορά απόφαση για συνοριακή διαφορά. Η ακροαματική διαδικασία δεν περιορίστηκε μόνο στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση αλλά όλοι οι ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τις ένορκες δηλώσεις, τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές και την αντεξέταση όλων των μαρτύρων προκύπτουν ότι τα κάτωθι αποτελούν γεγονότα που αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή αναντίλεκτα και μπορούν να ληφθούν υπόψη: Tα τεμάχια αρ. 584 και 822 δημιουργήθηκαν από τους διαχωρισμούς του αρχικού τεμαχίου 189 ως ακολούθως: Με το φάκελο CPL 6/42 το τεμάχιο 183 διαχωρίστηκε σε δύο νέα τεμάχια, το τεμάχιο 183/1 και 183/
  2. Το 1972 με το φάκελο Α275/72 έγινε παραχώρηση δημόσιου δρόμου από τα τεμάχια 189/1 και 189/2 και προέκυψαν τα τεμάχια 189/1/1 (νέο τεμάχιο 583), 189/1/2 (νέο τεμάχιο 584), 189/2/1 (τεμάχιο 586 και νυν 822) και 189/2/2 (τεμάχιο 585 και νυν 821). Με το φάκελο Α687/80 παραχωρήθηκε μέρος των πιο πάνω τεμαχίων για σκοπούς κατασκευής και βελτίωσης του δημόσιου δρόμου. Κατά το 1998 η Εφεσείουσα αποτάθηκε για διαχωρισμό του τεμαχίου της με αρ. 584 σε τρία νέα τεμάχια, το τεμάχιο αρ. 584 Α, 584 Β και 584 Γ και ανοίχθηκε ο φάκελος Α838/
  3. Στα πλαίσια εξέτασης της εν λόγω αίτησης ανοίχθηκε από τον Διευθυντή ο φάκελος διόρθωσης λάθους ΑΔΛ 85/
  4. Είχε διαπιστωθεί από το Κτηματολόγιο ότι ο διαχωρισμός που έγινε με βάση το φάκελος αρ. CPL 6/42 του τεμαχίου 183 δεν συνάδει με την επί τόπου κατάσταση. Ο εν λόγω φάκελος τελικά παραμερίστηκε. Με το φάκελο ΑΧ 2165/07 η Αιτήτρια αιτήθηκε την επίλυση της συνοριακής διαφοράς με το τεμάχιο αρ. 822 και την 01ην/09/2011 εκδόθηκε η υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή. Θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία των ενόρκως δηλούντων λαμβάνοντας υπόψη μου και την προφορική τους μαρτυρία κατά το στάδιο που έτυχαν αντεξέτασης από τους συνηγόρους των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου. Διευκρινίζω ότι η αξιολόγηση των μαρτύρων αυτών θα γίνει επί ουσιαστικών γεγονότων που σχετίζονται και αφορούν την παρούσα διαδικασία καθώς επίσης και επί γεγονότων και ισχυρισμών που καλύπτονται από την Αίτηση και Ένσταση. Ο Μ. Αιτήτριας αρ. 1 ήταν ο κ. Πολύδωρος Σωτηρίου, σύζυγος της Αιτήτριας. Στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 30/09/2011 αναφέρει το ιστορικό του τεμαχίου 183, τον μετέπειτα διαχωρισμό αυτού και την ιδιοκτησία του, ιστορικό το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης και προκύπτει και από τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Το εν λόγω ιστορικό του συγκεκριμένου τεμαχίου και ο τρόπος που προέκυψαν τα νέα τεμάχια αρ. 583, 584, 822 και 821 είναι αποδεκτό και αναφέρθηκε ανωτέρω περιληπτικά. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός στην ένορκη του δήλωση ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι ο διαχωρισμός που έγινε το 1942 ήταν λανθασμένος καθότι δεν συνάδει με την επί τόπου κατάσταση όπου υπάρχει μια δόμη και όχθος ο οποίος διαχωρίζει τα τεμάχια 584 και 822 και βασίζει τη θέση του αυτή σε ένα πιστοποιητικό χωρητικής αρχής ημερομηνίας 02/12/1980 το οποίο βρίσκεται στα φάκελο Α687/
  5. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν ισχυρίζεται ότι ο σχεδιασμός του 1942 είναι λανθασμένος αλλά ότι από το 1969 που ο ίδιος γνωρίζει ο όχθος ήταν εκεί και διαχώριζε τα δύο ακίνητα χωρίς καμία φιλονικία από τους ιδιοκτήτες. Ερωτούμενος επίσης, διευκρίνισε ότι το παράπονο του δεν είναι ότι υπήρχε ο όχθος αλλά ότι τα εν λόγω ακίνητα κατέχονταν για τόσα χρόνια με αυτό τον τρόπο χωρίς καμία φιλονικία. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός δεν επέμεινε στη θέση ότι ο διαχωρισμός του 1942 ήταν λανθασμένος αλλά περιόρισε το παράπονο του στο ότι από το 1969 που ο ίδιος θυμάται και γνωρίζει τα εν λόγω τεμάχια κατέχονταν αδιαφιλονίκητα κατ' αυτό τον τρόπο. Είναι προφανές ότι το ζήτημα αυτό, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, εκφεύγει του σκοπού της παρούσας διαδικασίας διότι αφορά ιδιοκτησιακά δικαιώματα που δεν μπορεί να εξεταστούν στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Παρά ταύτα, θα προχωρήσω να εξετάσω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης του ομολογίας έχοντας υπόψη τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει για να διαφανεί το τί ακριβώς συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση τα τεκμήρια 16-27 τα οποία προκύπτουν από το φάκελο Α687/80 και ισχυρίζεται ότι ενώ δόθηκαν οι συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των τεμαχίων για εκσυχρονισμό των τίτλων τους για να συνάδουν με την επί τόπου κατάσταση, αυτό δεν έγινε από το Κτηματολόγιο και αυτό ήταν η γενεσιουργός αιτία της εσφαλμένης σημερινής κατάστασης. Η θέση αυτή όμως, δεν υποστηρίζεται από τα πιο πάνω τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει. Εκείνο το οποίο προκύπτει από αυτά είναι ότι δόθηκε η συγκατάθεση των ιδιοκτητών των εν λόγω τεμαχίων για την παραχώρηση μέρους αυτών για σκοπούς του δημόσιου δρόμου και τροποποίηση του τίτλου ιδιοκτησίας τους ανάλογα, μετά την εν λόγω παραχώρηση. Το τεκμήριο 23, το οποίο αφορά Πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής, εκείνο το οποίο πιστοποιεί είναι ότι ο Κτηματολόγος Ανδρέας Συμεού τους εξήγησε όλες τις λεπτομέρειες πάνω στους ενσφράγιστους τύπους Ν63 σελ.1-4 και ότι όλες είναι ορθές. Επίσης, αναφέρεται ότι τα υπό εξέταση τεμάχια κατέχονται διαχωρισμένα από το 1925 όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα με σελ. 3 και όχι όπως λανθασμένα εδείχθησαν στην υπόθεση CPL 6/
  6. Περαιτέρω, ότι ο δρόμος ο οποίος κατασκευάστηκε το έτος 1930 και διαπλατύνθηκε το 1973 είναι όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα με σελ. 3 και όχι όπως λανθασμένα εδείχθει στις υποθέσεις Α275/72 και Δ.2296/
  7. Το πιο πάνω είναι ένα πιστοποιητικό χωρητικής αρχής που βεβαιώνει ότι τους εξηγήθηκε από τον Κτηματολογικό λειτουργό ότι η επί τόπου κατάσταση, τόσο των συνόρων των εν λόγω τεμαχίων όσο και του δρόμου δεν είναι σύμφωνη με το εν χρήσει σχέδιο. Δεν προκύπτει να έγινε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία για διόρθωση αυτού του γεγονότος ούτε φαίνεται οι τότε ιδιοκτήτες των επίδικων ακινήτων να έλαβαν γνώση γι αυτό το γεγονός και να συγκατατέθηκαν για διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου έτσι ώστε να συνάδει με την επί τόπου κατάσταση. Ούτε φαίνεται το Κτηματολόγιο να προχώρησε με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Ως εκ τούτου, δεν είναι ακριβής η θέση που προβάλλει ο μάρτυρας αυτός στην παράγραφο 24 της ένορκης του δήλωσης ότι ενώ υπήρχαν συγκαταθέσεις για εκσυγχρονισμό των τίτλων και του εν χρήσει σχεδίου όπως η επί τόπου κατάσταση, αυτό δεν έγινε. Οι συγκαταθέσεις φαίνεται να αφορούσαν των εκσυγχρονισμό των τίτλων ανάλογα με το μέρος το οποίο παραχωρείτο για σκοπούς του δημόσιου δρόμου και δεν προκύπτει τίποτε άλλο πέραν τούτου. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το φάκελο Α275/72 όπου η τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 189/1/2 συγκατατέθηκε στην παραχώρηση έκτασης γης για σκοπούς του δημόσιου δρόμου (βλ. τεκμήρια 28-33 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα). Με το φάκελο Α838/98 η Αιτήτρια αιτήθηκε τον διαχωρισμό του τεμαχίου 584 σε τρία νέα τεμάχια και διεξήχθη χωρομετρική εργασία. Στο τεκμήριο 34 της ένορκης δήλωσης του μάρτυρα φαίνεται ο προτεινόμενος διαχωρισμός όπως προτάθηκε από την Αιτήτρια και βασίζεται στην επί τόπου κατάσταση και σε πετρόκτιστο τοίχο που χωρίζει το τεμάχιο 584 και 822 ο οποίος όμως δεν συνάδει με το εγγεγραμμένο σύνορο. Μετά από αυτό, προκύπτει ότι ένεκα του ότι κατά την εξέταση της πιο πάνω αίτησης για διαχωρισμό του τεμαχίου 584 διαπιστώθηκε η ύπαρξη λανθασμένης χωρομετρίας και σχεδιασμός αναφορικά με τη θέση του δημόσιου δρόμου που επηρεάζει τα τεμάχια 583, 584, 585 (νυν 821) και 586 (νυν 822) ζητήθηκε από τον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό όπως ανοιχθεί φάκελος διόρθωσης λάθους με αιτητή τον Διευθυντή (και όχι την Αιτήτρια όπως αναφέρεται στην παράγραφο 31 της ένορκης δήλωσης του μάρτυρα) και ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΔΛ 85/
  8. Στο εν λόγω σημείωμα του αρμόδιου Λειτουργού (βλ. τεκμήριο 37) αναφέρεται επίσης ότι ο διαχωρισμός του τεμαχίου 183 με το φάκελο CPL 6/42 συμφωνεί με το εν χρήσει σχέδιο και δεν διαπιστώνεται λάθος. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν συμφωνεί με την επιτόπου κατάσταση. Αν όμως οι ιδιοκτήτες όλων των επηρεαζόμενων τεμαχίων συγκατατεθούν στην υιοθέτηση της επί τόπου κατάστασης τότε θα μπορούσε να υιοθετηθεί η επί τόπου κατάσταση, διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε αλλαγή. Προκύπτει επίσης από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα ότι κατά το έτος 2006 η Αιτήτρια υπέβαλε παράπονο στην Επίτροπο Διοικήσεως για το ζήτημα που προέκυψε με το διαχωρισμό του τεμαχίου της η οποία απάντησε με την επιστολή της ημερομηνίας 31/07/
  9. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρονται ότι η αίτηση για διαχωρισμό δεν μπορεί να συμπληρωθεί καθότι ζητήθηκε η συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 586 (νυν 822) για να υιοθετηθεί η επιτόπου κατάσταση και να τροποποιηθεί το χωρομετρικό σχέδιο, πλην όμως δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους της. Επίσης, της υποδεικνυόταν ότι αν αποδεχόταν τα εγγεγραμμένα σύνορα, τότε θα προχωρούσε ο διαχωρισμός διαφορετικά αν επιμένει στην επί τόπου κατάσταση θα έπρεπε να υποβάλει αίτηση συνοριακής διαφοράς για να εξακριβωθεί το μέρος που καταλάμβανε από το τεμάχιο 586 (νυν 822) και ακολούθως να αποφασίσει με το δικηγόρο της τις περαιτέρω ενέργειες. Μετά από αυτό, η αιτήτρια κατάθεσε την αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς ΑΧ 2165/07 για την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα που έλαβα χώρα, μπορώ να τα αποδεχτώ αφού δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την πλευρά της Καθ' ής η αίτηση και διαγράφουν και τις ενέργειες τόσο του Κτηματολογίου όσο και της Αιτήτριας στην προσπάθεια της να συμπληρωθεί η αίτηση της για διαχωρισμό του τεμαχίου της. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρει στην παράγραφο 35 της ένορκης του ομολογίας ότι ο Διευθυντής αντί να λάβει υπόψη του την επί τόπου κατάσταση, τις δόμες που υφίσταντο και την υψομετρική διαφορά και ότι η Αιτήτρια και οι προκάτοχοι της κατείχε το ακίνητο αδιαμφισβήτητα και ανενόχλητα πέραν των 70 χρόνων προχώρησε με την έκδοση της επίδικης απόφασης αντί να διορθώσει το λάθος. Η θέση αυτή είναι νομική και θα εξεταστεί κατωτέρω. Το ίδιο και οι υπόλοιπο ισχυρισμοί που προβάλει στις παραγράφους 39 μέχρι
  10. O M. Αιτητών αρ. 2 προέβηκε σε δύο ένορκες ομολογίες για σκοπούς υποστηρίξεως της αιτήσεως της Αιτήτριας. Στην ένορκη του ομολογία ημερομηνίας 24/02/2012 επισυνάπτει σχετική Έκθεση την οποία ετοίμασε και ουσιαστικά αφορά εκτίμηση για την αξία του διαφιλονικούμενου μέρους. Ισχυρίζεται ότι αυτό είναι έκτασης 2950 τ.μ. και έχει αξία €90,
  11. Η εκτίμηση αυτή του μάρτυρα και τα στοιχεία που έλαβε υπόψη δεν έτυχαν αμφισβήτησης αλλά θεωρώ ότι δεν είναι και σχετική με την παρούσα υπόθεση, της οποίας σκοπός της είναι να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή σε σχέση με τη συνοριακή διαφορά. Πέραν τούτου, από την εκτίμηση αυτή και αυτοψία (βλ. τεκμήριο Χ) προκύπτει και μια άλλη θέση την οποία αναφέρει ο μάρτυρας αυτός. Ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι η επί τόπου κατάσταση διαφέρει από το εν χρήσει σχέδιο και ότι η συνοριακή γραμμή των δύο επίδικων τεμαχίων αποτελούσε πάντα ένας πετρότοιχος (όχι κτισμένος) ύψους δύο πόδια περίπου. Η ύπαρξη του εν λόγω τοίχου που χώριζε τα δύο τεμάχια δεν έτυχε αμφισβήτησης, προκύπτει και από τη μαρτυρία του Μ. Αιτήτριας αρ. 1 αλλά και από αυτή του μάρτυρα της καθ' ής η Αίτηση και αποδέχομαι τη θέση αυτή. Περαιτέρω, ο μάρτυρας στο τεκμήριο Χ αναφέρει ότι ο Διευθυντής παρέλειψε και δεν έλαβε υπόψη του τα όσα αναφέρονται στον Φακ. Κτηματολογίου Α687/80 όπου οι τότε ιδιοκτήτες έδωσαν και γραπτή συγκατάθεση τους για να διορθωθούν οι τίτλοι. Επίσης, αναφέρει ότι δεν έλαβε υπόψη του την αίτηση με αρ. Φακ. Α.Δ.Λ. 85/03 που εκκρεμεί ενώπιον του για διόρθωση του λάθους που υπάρχει στο αρχικώς ετοιμασθέν Σχέδιο. Σε σχέση με το ζήτημα της συγκατάθεσης των τότε ιδιοκτητών των τεμαχίων για διόρθωση των τίτλων, ο μάρτυρας προέβηκε και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21/11/2013 και διευκρινίζει ότι στηρίζει τη θέση του αυτή στα τεκμήρια 15-27 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Μ. Αιτήτριας αρ. 1, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Αιτήτριας αρ. 1 αναφερόμενος στα εν λόγω τεκμήρια, από αυτά δεν προκύπτει ότι οι τότε ιδιοκτήτριες συγκατατέθηκαν στην αναπροσαρμογή των συνόρων τους. Σκοπός του Φακ. Αρ. Α687/80 ήταν η παραχώρηση μέρους των εν λόγω τεμαχίων από τους τότε ιδιοκτήτες τους για σκοπούς βελτίωσης και κατασκευής δημόσιου δρόμου. Παρά τη διαπίστωση ότι η επί τόπου κατάσταση δεν συμφωνούσε με το εν χρήσει σχέδιο, εντούτοις δεν προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια και τα όσα παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς Αιτήτριας, ότι οι ιδιοκτήτες τους συγκατατέθηκαν στην αναπροσαρμογή των συνόρων τους με βάση την επιτόπου κατάσταση. Ο μάρτυρας προσπάθησε να συσχετίσει όλα τα επισυναπτόμενα στην συμπληρωματική του ένορκη ομολογία έγγραφα με το σχέδιο που ετοίμασε ο κτηματολόγος στο φάκελο Α687/80 και να εξάξει το συμπέρασμα ότι οι έγγραφες συγκαταθέσεις που δόθηκαν για την έκδοση νέων τίτλων περιλάμβαναν και την αναπροσαρμογή των συνόρων τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να προκύπτει και η αλλαγή έγινε μόνο σε σχέση με το δημόσιο δρόμο και την παραχώρηση του μέρους των επίδικων τεμαχίων προς όφελος αυτού δυνάμει των εν λόγω συγκαταθέσεων. Δεν έγινε οποιαδήποτε διόρθωση των τίτλων σε σχέση με τα σύνορα ούτε οποιαδήποτε αναπροσαρμογή αυτών. Σε άλλο μέρος της αντεξέτασης του ο μάρτυρας φαίνεται να συμφωνεί με υποβολή της υπεράσπισης ότι οι συγκαταθέσεις αυτές ήταν μόνο για το μέρος εκείνο το οποίο παραχωρούσαν οι τότε ιδιοκτήτριες των επίδικων τεμαχίων για την κατασκευή και βελτίωση του δημόσιου δρόμου και φαίνεται να εξηγεί ότι υπέγραψαν τις συγκαταθέσεις αυτές για να μην πάρουν αποζημίωση. Επομένως, δεν προκύπτει ότι έγινε συμφωνία για αναπροσαρμογή των συνόρων των δύο τεμαχίων με βάση την επιτόπου κατάσταση από τις τότε ιδιοκτήτριες και το Κτηματολόγιο την αγνόησε και δεν διόρθωσε τους τίτλους σε σχέση με τα σύνορα, όπως ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και δεν αποδέχομαι τη θέση του αυτή. Ο Μ. Αιτήτριας αρ. 3 ήταν ο Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός των Αιτητών ο οποίος προέβηκε σε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 30/09/2011 στην οποία επισυνάπτει σχετική έκθεση του ως τεκμήριο Χ. Στην εν λόγω έκθεση του όπως αναφέρει και προκύπτει από αυτή, ασχολείται με τις διάφορες μετρήσεις των κτηματολόγων και/ή χωρομετρών που έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς με υποθέσεις που αφορούν το αρχικό τεμάχιο
  12. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός μελέτησε το ιστορικό του τεμαχίου 189, τους διαχωρισμούς του και στα εμβαδά που αποδόθηκαν σε κάθε ένα τεμάχιο για να πει ότι υπήρξαν λανθασμένες χωρομετρικές εργασίες με αποτέλεσμα το εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο στο οποίο βασίστηκε το Κτηματολόγιο για επίλυση της συνοριακής διαφορά να είναι λάθος και κατ΄ επέκταση και η απόφαση του Διευθυντή η οποία βασίστηκε σε αυτό. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι υπήρξαν λάθος μετρήσεις το 1942 όταν έγινε ο διαχωρισμός του τεμαχίου 183, οι οποίες δεν λάμβαναν υπόψη τη δόμη και το φυσικό σύνορο που υπήρχε, αφού αυτό απέχει 36 μέτρα από το όριο που σχεδιάστηκε στο σχέδιο του
  13. Τα αρχικά σύνορα του τεμαχίου 189 είναι σωστά λέει αλλά μετά κατά το διαχωρισμό του 1942 έγινε λάθος διότι ουσιαστικά δεν διαχωρίστηκε με βάση τη δόμη που υπήρχε. Το 1972 συνεχίζει, οι μετρήσεις του Κτηματολογίου διαφέρουν από τις προηγούμενες και είναι λάθος. Ακολούθως, αναφέρει ότι το 1980 διαπιστώθηκε από το ίδιο το Κτηματολόγιο ότι οι μετρήσεις του 1942 ήταν λάθος και ο Κτηματολόγος Ανδρέας Συμεού προέβηκε σε νέο σχεδιασμό. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι το Κτηματολόγιο θα έπρεπε να αναιρέσει τις μετρήσεις του 1942 έτσι ώστε οι ιδιοκτήτες να κατέχουν τα ακίνητα τους με βάση το φυσικό τους σύνορο και όπως τα κατείχαν για τόσα χρόνια. Τα πιο πάνω τα αναφέρω για να καταδείξω ότι ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά στηρίζει τη θέση του ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη καθότι βασίστηκε σε λανθασμένα εν χρήσει σχέδια τα οποία δεν συμφωνούν με την επιτόπου κατάσταση. Πουθενά στην έκθεση του δεν αναφέρεται ο μάρτυρας σε λάθος μετρήσεις του Κτηματολογίου βασιζόμενο στα εν χρήσει τοπογραφικά σχέδια κατά τον καθορισμό των συνόρων. Ούτε προωθεί ένα τέτοιο θέμα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ρωτήθηκε για τεκμήριο Α4 που επισυνάπτει στην Έκθεση του και αφορά το σχέδιο που ετοίμασε ο κ. Συμεού κατά το 1980 και του ζητήθηκε να εξηγήσει πού βασίστηκε ο κ. Συμεού για να καταλήξει σε εκείνο το σχέδιο, χωρίς ο μάρτυρας ουσιαστικά να γνωρίζει. Ανέφερε ότι θα πρέπει να έλαβε υπόψη του το φυσικό σύνορο και την απόσταση που απείχε από το εγγεγραμμένο σχέδιο και να προχώρησε σε δικές του μετρήσεις. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι ο μάρτυρας θεωρεί ως δεδομένο και ορθό το σχέδιο που ετοίμασε ο κ. Συμεού για να καταδείξει λάθος μετρήσεις του Κτηματολογίου το 1942, χωρίς όμως η ορθότητα αυτού να μπορεί να ελεχθεί από το Δικαστήριο, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία αλλά και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πιο πάνω σχέδιο του κ. Συμεού το σύνορο των δύο τεμαχίων δεν τοποθετείται πάλι με βάση τον πετρότοιχο αλλά σε άλλο σημείο. Εκείνο που ουσιαστικά φαίνεται από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι δεν προκύπτει λάθος σχεδιασμός και διαχωρισμός των τεμαχίων κατά το 1942 με βάση τις μετρήσεις του Κτηματολογίου. Από το σχέδιο του κ. Συμεού και τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε δεν καταδεικνύεται ο τρόπος που κατέληξε σε αυτό και τί έλαβε υπόψη του και κατά πόσο οι μετρήσεις του Κτηματολογίου το 1942 ήταν λάθος. Εκείνο που αναφέρει ο μάρτυρας στην Έκθεση του είναι ότι από τη πείρα του έχει συναντήσει πολλές φορές λάθος μετρήσεις που έκαναν οι Κτηματολόγοι αφού δεν είχαν τα απαραίτητα όργανα ώστε να μετρούν με ακρίβεια τις μετρήσεις τους. Η γενική αυτή θέση όμως, δεν είναι ικανή να καταδείξει λάθος μετρήσεις του Κτηματολογίου κατά το
  14. Παρά τη πιο πάνω θέση του μάρτυρα, δηλαδή ότι υπάρχουν λάθος μετρήσεις και αυτό φαίνεται και από το σχέδιο του κ. Συμεού, εντούτοις ο ίδιος δεν φαίνεται να υιοθετεί το σχέδιο αυτό ως ορθό. Η θέση του μάρτυρα είναι ότι το εγγεγραμμένο σύνορο θα πρέπει να συμπίπτει με το φυσικό σύνορο και το Κτηματολόγιο θα έπρεπε να προχωρήσει με τη διόρθωση του. Δηλαδή, ισχυρίζεται ουσιαστικά με την Έκθεση του ότι ο σχεδιασμός που έγινε ήταν λάθος λόγω του ότι δεν λαμβάνει υπόψη τη δόμη και το φυσικό σύνορο για να αποτυπώνει την πραγματική κατάσταση των ακινήτων που κατέχονται κατ' αυτό τον τρόπο για χρόνια. Η θέση αυτή θα απαντηθεί κατωτέρω. Η Μ. Αιτήτριας 4 με την ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 22/02/2012 επιβεβαιώνει ότι από τον καιρό που η ίδια θυμάται τα επίδικα τεμάχια (η ίδια γεννήθηκε το 1939 και ενεγράφηκε ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 189/2 όταν ήταν τριών χρόνων είπε) κατέχονταν με τον τρόπο που κατέχονται μέχρι σήμερα και διαχωρίζονται με τοίχο / κτισμένη δόμη. Στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει ότι δεν γνωρίζει γιατί οι προκάτοχοι της το χώρισαν με αυτό τον τρόπο και όπως έχει προκύψει κατά την αντεξέταση της ούτε γνώριζε πώς διαχωρίστηκε το τεμάχιο 189 από το Κτηματολόγιο. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της και την αποδέχομαι, στο βαθμό που αυτή μπορεί να είναι σχετική με την παρούσα διαδικασία. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ. Καθ' ής η αίτηση προέβηκε σε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 02/12/2012 και έτυχε αντεξέτασης από την πλευρά της Αιτήτριας. Ουσιαστικά στην ένορκη του ομολογία υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Aπόφασης του Διευθυντή και ισχυρίζεται ότι αυτή είναι ορθή και ο Διευθυντής δεν διέπραξε κανένα σφάλμα στη λήψη της. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι αφορά κατ' ισχυρισμό λάθος στο εν χρήσει σχέδιο. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης, ειδικότερα σε σχέση με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 7 και για τις μετρήσεις του Κτηματολογίου που ισχυρίζεται ότι είναι ορθές. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε σχέδιο που τους απέστειλε το Κτηματολόγιο κατά το έτος 2011 το οποίο δεν επισυνάπτει. Παρά ταύτα δεν προκύπτει ο μάρτυρας αυτός να έχει οποιαδήποτε γνώση για τις μετρήσεις του Κτηματολογίου και ο ίδιος όπως ανέφερε δεν ήταν αρμόδιος γι αυτά τα θέματα. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως ότι δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας συγκεκριμένες μετρήσεις του Κτηματολογίου κατά τη λήψη της εκκαλούμενης απόφασης με την έννοια ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση από δικό της εμπειρογνώμονα. Πέραν τούτου, το κατά πόσο η Αιτήτρια έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης από το Κτηματολόγιο, ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 10 της ένορκης ομολογίας του μάρτυρα, αυτό φαίνεται να μην υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία ούτε παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ή επιστολή - παράπονο προς την Επίτροπο Διοικήσεως για την οποία κάνει αναφορά. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του αυτή και δεν την αποδέχομαι, πέραν του ότι δεν είναι και σχετική για την επίλυση της παρούσας αίτησης η γενική αυτή του τοποθέτηση. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν και την Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα κάτωθι πραγματικά γεγονότα: Όσον αφορά το ιστορικό του τεμαχίου 189 και τον τρόπο που προέκυψαν τα υπόλοιπα τεμάχια από αυτό κατά το διαχωρισμό του 1942 και μετέπειτα με την παραχώρηση μέρους αυτών για σκοπούς του δημόσιου δρόμου, καταγράφονται ανωτέρω στην αρχή της απόφασης και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Πέραν τούτου, έχει προκύψει ότι με το Φακ. Α687/80 οι τότε ιδιοκτήτριες των επίδικων τεμαχίων με έγγραφες συγκαταθέσεις παραχώρησαν μέρος των τεμαχίων τους προς όφελος του δημόσιου δρόμου. Κατά το 1998 η Αιτήτρια αιτήθηκε το διαχωρισμό του τεμαχίου της σε τρία νέα τεμάχια και υπέβαλε σχέδια για το σκοπό αυτό με βάση την επί τόπου κατάσταση. Τα τεμάχια των διαδίκων επί τόπου διαχωρίζονταν με ένα πετρότοιχο και μια δόμη και κατέχονταν κατ' αυτό τον τρόπο. Ο επιτόπου αυτός διαχωρισμός όμως δεν συμφωνεί με το εν χρήσει σχέδιο αφού σε αυτό το εγγεγραμμένο σύνορο απέχει 36 πέτρα από το φυσικό σύνορο προς όφελος του τεμαχίου της Καθ' ής η αίτηση. Ο λόγος που τα εν λόγω ακίνητα επί τόπου κατέχονταν κατ' αυτό τον τρόπο παρέμεινε άγνωστος. Εν όψει αυτής της ασυμφωνίας εγγεγραμμένου και επί τόπου συνόρου, ο διαχωρισμός της Αίτητριας δεν μπορούσε να προχωρήσει αφού τα σχέδια που υπέβαλε βασίζονταν στην επί τόπου κατάσταση. Κατά το 2003 σε μια προσπάθεια του Κτηματολογίου να επιλύσει το ζήτημα ανοίχθηκε από τον Διευθυντή ο φάκελος διόρθωσης λάθους ΑΔΛ 85/
  15. Σύμφωνα με το Κτηματολόγιο διαπιστώθηκε ότι δεν τίθετο θέμα λάθους, βασιζόμενος ειδικότερα στον διαχωρισμό του αρχικού τεμαχίου 183 που έγινε το 1942 αλλά ουσιαστικά περί συνοριακής διαφοράς. Προκύπτει επίσης, ότι δεν εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 822 για αναπροσαρμογή των συνόρων με βάση την επί τόπου κατάσταση και ο φάκελος αυτός παραμερίστηκε και ενημερώθηκε η Αιτήτρια ότι για να προχωρούσε η αίτηση της για διαχωρισμό έπρεπε να επιλυθεί η συνοριακή διαφορά. Περαιτέρω, η Αιτήτρια είχε υποβάλει και παράπονο στην Επίτροπο Διοικήσεως η οποία με την επιστολή της ημερομηνίας 31/07/2006 την ενημέρωνε ότι το Κτηματολόγιο δεν νομιμοποιείται να υιοθετήσει την επί τόπου κατάσταση και ότι αν ήθελε να προχωρήσει η αίτηση της για διαχωρισμό έπρεπε να καταχωρήσει αίτηση για συνοριακή διαφορά. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η Αιτήτρια κατά το έτος 2007 καταχώρησε αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς και ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΧ 2165/
  16. Στις 19/02/2008 στάληκαν στα ενδιαφερόμενα μέρη οι απαιτούμενες από το Νόμο ειδοποιήσεις και καθορίστηκε ως ημερομηνία επιτόπιας επίσκεψης η 6η Μαρτίου
  17. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία διεξήχθη επιτόπια εξέταση από το χωρομέτρη Κυριάκο Τρύφωνος σε συνεργασία με τον Κτηματολόγο Γιάννη Στόκκο στην παρουσία της Αιτήτριας και του κ. Ανδρέα Σωκράτους Ελισσαίου ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Καθ' ής η Αίτηση. Η Αιτήτρια υπέδειξε το διαφιλονικούμενο μέρος, το οποίο αμφισβήτησε ο αντίδικος της. Ο πιο πάνω χωρομέτρης έλαβε υπόψη του προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες και άλλους σχετικούς φακέλους. Αποτύπωσε επιτόπου καταστάσεις που αποτελούν ή σχετίζονται με σύνορα και συσχέτισε αρμονικά τις καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκόμενων ακινήτων. Με βάση την παραπάνω εργασία ο χωρομέτρης κατέληξε και υιοθέτησε σταθερά σημεία ή άλλα χαρακτηριστικά στα οποία βασίστηκε για να καθορίσει τα εγγεγραμμένα σύνορα για τα οποία τοποθέτησε προσωρινά ορόσημα. Η χωρομετρική εργασία έγινε με τον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό που διαθέτει το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέχθηκε από το Κλάδο Χαρτογραφίας και θεωρήθηκε απόλυτα ορθή και ετοιμάστηκε σχέδιο στην κλίμακα του εν χρήσει σχεδίου στο οποίο φαίνονται τα σύνορα των τεμαχίων, το διαφιλονικούμενο μέρος και οι επιτόπου καταστάσεις. Ετοιμάστηκε επίσης σχέδιο σε μεγαλύτερη κλίμακα 1:500 στο οποίο φαίνονται με ψηφία Α, Β και Γ τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επιτόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων στο οποίο με κίτρινο χρώμα φαίνεται το διαφιλονικούμενο μέρος και ότι αυτό ανήκει στο τεμάχιο
  18. Με βάση τα πιο πάνω, των εμβαδά των κτημάτων των διαδίκων δεν επηρεάζονται καθοιονδήποτε τρόπο, διότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των ακινήτων παρέμειναν αναλλοίωτα. Η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 01/09/2011 βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο και στα εγγεγραμμένα σύνορα και όχι στην επιτόπου κατάσταση και λήφθηκαν υπόψη όλοι οι προηγούμενοι διαχωρισμοί με βάση τους οποίους έχει ετοιμαστεί το εν χρήσει σχέδιο. Το άρθρο 58 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 παρέχει εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης. Το δε άρθρο 80 του Νόμου έχει ως ακολούθως: «
  19. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού δύναται, εντός τριάντα ηµερών από την ηµεροµηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαµβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήµατος σε σχέση µε το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός µε έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη ∆ηµοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούµενο πρόσωπο εµποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ηµερών, να παρατείνει την προθεσµία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιµο.» Το άρθρο αυτό και η εξουσία που έχει το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μιας Έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή έχει αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας Έφεσης δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του Διευθυντή, αλλά η εξουσία του επεκτείνεται και σε θέμα ορθότητας τους (βλ. Αθανασάκη και Άλλοι v. Χ΄΄ Μάμα και Άλλου

(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Κουμή v. Κούντουρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1313 και Χειμώνα v. Γεωργίου κ.α.
(1999)1(Α) 108). Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Λουκία Μιχαήλ Αντωνίου v.
  1. Μιχαλάκη Αριστοκλή
  2. Αναστασία Μ. Αριστοκλή, ECLI:CY:AD:2016:D315, Πολ. Έφεση Αρ. 213/2011, Ημερομηνίας 29/06/2016 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας του δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 ακολουθεί τις αρχές με βάση τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο παλαιότερα στη διοικητική του δικαιοδοσία (και τώρα βέβαια το Διοικητικό Δικαστήριο) προβαίνει σε δικαστικό έλεγχο σε συνάρτηση με διοικητικές πράξεις αποφάσεις στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Με τη διαφορά ότι υπάρχει η δυνατότητα ο έλεγχος του Δικαστηρίου να μην περιοριστεί στον έλεγχο νομιμότητας μιας απόφασης αλλά να επεκταθεί στην ορθότητα αυτής και γενικότερα να προβεί σε ρυθμίσεις δικαιωμάτων των διαδίκων. Ωστόσο, όπως είναι νομολογημένο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός αν αποδειχτούν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου. Το βάρος δε απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσειών.» Σε υποθέσεις που αφορούν συνοριακή διαφορά εκείνο που το Δικαστήριο ουσιαστικά εξετάζει είναι κατά πόσο έχει καταδειχθεί από τον Αιτητή ότι η επιτόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά (βλ.
  3. Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.α. v. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1859). Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Το Κτηματολόγιο για επίλυση της συνοριακής διαφοράς δυνάμει του Άρθρου 58, οφείλει να εφαρμόσει το εν χρήσει επίσημο σχέδιο. Αν οι Αιτήτριες θεωρούσαν ότι τα εν χρήσει σχέδια που στηρίζονταν στη Χωρομετρία του 1932 ήταν εσφαλμένα, τότε θα έπρεπε να προβούν σε διαβήματα π.χ. δυνάμει του Άρθρου 61, ώστε αφού εντοπιστεί το λάθος και διορθωθεί, τότε να υποβάλουν την αίτηση τους για συνοριακή διαφορά, δυνάμει του Άρθρου 58. Παρόμοιο πρόβλημα είχαμε να αντιμετωπίσουμε πρόσφατα στην υπόθεση Χατζησωφρονίου κ.α. v. Βασιλείου κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1534 όπου τονίσαμε την κρίσιμη διαφορά μεταξύ συνοριακής διαφοράς (Άρθρο 58) και διόρθωσης σχεδίου που αντανακλά στην έκταση γης (Άρθρο 61). Το πιο κάτω απόσπασμα είναι επεξηγηματικό:- "Η θεωρημένη μας κατάληξη είναι (ότι) ορθά έκρινε η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής. Το άρθρο 50 ορίζει σαφώς ότι: "The area of land covered by a registration of title to immovable property shall be the area of the plot to which the registration can be related on any Government survey plan or any other plan made to scale by the Director. Provided that where the registration of title to immovable property shall be the area of the land to which the holder of the title may be entitled by adverse possession, purchase or inheritance." Στην προκειμένη περίπτωση ισχύει η κυρίως πρόνοια του Άρθρου 50 εφ' όσον και τα δύο ακίνητα ήσαν εγγεγραμμένα και συσχετιζόμενα προς το κτηματολογικό σχέδιο. Ορθώς λοιπόν ο Διευθυντής είχε βασισθεί στο σχέδιο, δυνάμει του Άρθρου 50, για να αποφασίσει.» Παραπέμπω επίσης στην Παναγιώτης Ηρακλή Κωμοδρόμου v. Όλγας Χριστάκη Κόκου, Πολ. Έφεση Αρ. 293/2007, Ημερομηνίας 18 Ιουλίου του 2013 όπου αναφέρθηκε ότι ο Διευθυντής έχε επιτακτική υποχρέωση να επιλύσει μια συνοριακή διαφορά υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου παραθέτοντας απόσπασμα από την Μάρκου v. Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829 (βλ. επίσης Μιχαήλ κ.α. Πότση κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. 39/2008, ημερομηνίας 22/03/2011). Η Αιτήτρια oυσιαστικά παραπονείται με την παρούσα αίτηση ότι η απόφαση του Διευθυντή πάσχει καθότι αυτή στηρίχθηκε στο εν χρήσει σχέδιο και προηγούμενα σχέδια του Κτηματολογίου τα οποία είναι λανθασμένα καθότι δεν λαμβάνουν υπόψη την επί τόπου κατάσταση και τον τρόπο που τα επίδικα ακίνητα είναι διαχωρισμένα και κατέχονται εδώ και χρόνια και ουσιαστικά τον πετρότοιχο και τη δόμη. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η υποχρέωση που έχει ο Διευθυντής κατά την επίλυση μιας συνοριακής διαφοράς είναι να αποφασίσει βασιζόμενος στο εν χρήσει σχέδιο και να καθορίσει επί τόπου τα εγγεγραμμένα σύνορα. Στην περίπτωση που η επί τόπου κατάσταση και τα φυσικά σύνορα δεν συνάδουν με το εν χρήσει σχέδιο, δεν επιτρέπεται στο Διευθυντή να προβεί σε διόρθωση του εν λόγω σχεδίου ή να μην το λάβει υπόψη του. Ακόμη και στην περίπτωση λανθασμένου σχεδίου, ο Διευθυντής κατά την επίλυση συνοριακής διαφοράς οφείλει και έχει υποχρέωση να βασιστεί σε αυτό. Στην παρούσα περίπτωση έχει προκύψει ότι τα επίδικα τεμάχια δεν κατέχονται με βάση το εγγεγραμμένο σύνορο αλλά με βάση ένα πετρότοιχο και μια δόμη που τα διαχώριζε. Δεν έχει προκύψει ο λόγος που κατέχονταν και διαχωρίστηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο και εν πάσει περιπτώσει ούτε θα μπορούσε ο Διευθυντής να μην εφαρμόσει το εν χρήσει σχέδιο κατά την επίλυση της αίτησης για συνοριακή διαφορά και να βασιστεί στην επί τόπου κατάσταση. Στην Χατζησωφρονίου Σωφρόνιος Χρίστου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Αντώνη Χρίστου Χατζησοφρωνίου κ.α. v. Βάσου Βασιλείου κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1534, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση ισχύει η κυρίως πρόνοια του Άρθρου 50 εφ' όσον και τα δύο ακίνητα ήσαν εγγεγραμμένα και συσχετιζόμενα προς το κτηματολογικό σχέδιο. Ως εκ τούτου, η έκταση κάθε κτήματος ήταν εκείνη η οποία καθορίζετο από το σχέδιο. Ορθώς λοιπόν ο Διευθυντής είχε βασισθεί στο σχέδιο, δυνάμει του άρθρου 50, για να αποφασίσει. Η κορυφογραμμή, ως ένδειξη του φυσικού συνόρου - και χωρίς να υπεισερχόμεθα στην ακρίβεια ή τη διαχρονική σταθερότητα της - δεν μπορούσε να επηρέαζε την κρίση του Διευθυντή στα πλαίσια αίτησης για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς. Καθήκον του Κτηματολογίου επί τοιαύτης αίτησης ήταν να μεταφέρει, μέσω των μετρήσεων του, το σχέδιο επί τόπου και να καθορίσει τα προκύπτοντα σύνορα που καθόριζαν την έκβαση της συνοριακής διαφοράς. Δεν του επιτρέπετο είτε να διορθώσει το σχέδιο ως λανθασμένο είτε να μην το εφαρμόσει ως τέτοιο, στη βάση της επί τόπου κατάστασης ως προς τα φυσικά στοιχεία, τα οποία δυνατό να αντιστρατεύοντο την πιστότητα του ή να δημιουργούσαν αμφιβολίες για αυτήν. Αν υπήρχε τέτοια εισήγηση, η ορθή πορεία, όπως υπέδειξε και η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής, δεν θα ήταν η ακολουθησείσα προσφυγή σε διαδικασία διευθέτησης συνοριακής διαφοράς δυνάμει του άρθρου 58 αλλά η προσφυγή στο Άρθρο 61 προς διόρθωση λάθους στο σχέδιο και της προς αυτό συσχετιζόμενης εγγραφής. Η διαφορά είναι κρίσιμη διότι, ενώ το άρθρο 58 αφορά απλώς διαφωνία ως προς τα σύνορα η επιλύεται με βάση το σχέδιο, η ορθότητα του οποίου εκλαμβάνεται ως δεδομένη, το Άρθρο 61 αφορά τη διόρθωση του σχεδίου που αντανακλά στην έκταση της γης που οι ιδιοκτήτες δικαιούνται. Εδώ, εφ' όσον δεν έχει καταδειχθεί ότι η επιτόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά, το θέμα λήγει.» Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπάρχει λάθος στο εν χρήσει σχέδιο και λανθασμένες μετρήσεις κατά το διαχωρισμό του τεμαχίου 183 το 1942 αλλά και μετέπειτα με την παραχώρηση μέρους των τεμαχίων που προέκυψαν προς όφελος του δημόσιου δρόμου. Δεν έχει προκύψει ότι συγκεκριμένες μετρήσεις είναι λάθος. Ακόμη και έτσι να είναι όμως και να θεωρούσα ότι το σχέδιο του κ. Συμεού το 1980 αναγνωρίζει το λανθασμένο σχεδιασμό και μετρήσεις, ο Διευθυντής στα πλαίσια της αίτησης για συνοριακή διαφορά δεν είχε υποχρέωση να προχωρήσει με την διόρθωση του και ακολούθως να εξετάσει την αίτηση, όπως εισηγείται η Αιτήτρια. Εν πάσει περιπτώσει όμως, φαίνεται να ανοίχθηκε από τον Διευθυντή φάκελος για διόρθωση λάθους το 2003, ο οποίος, όπως έχει προκύψει παραμερίστηκε καθότι κατά το Κτηματολόγιο δεν υπήρχε λάθος σχέδιο. Αν η Αιτήτρια θεωρούσε ότι υπήρχε λάθος σχέδιο, τότε όφειλε να προβεί σε διαδικασία διόρθωσης λάθους με βάση το άρθρο 61 του Νόμου και αν η απόφαση του Διευθυντή δεν την ικανοποιούσε, είχε δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να εξετάσει ένα τέτοιο ζήτημα (βλ. επίσης 1. Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.α. v. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1859). Παραπονείται η Αιτήτρια ότι εξαναγκάστηκε ή παραπλανήθηκε στο να υποβάλει την αίτηση για συνοριακή διαφορά από κτηματολογικούς λειτουργούς. Είναι γεγονός ότι είχε λεχθεί στην Αιτήτρια ότι για να προχωρήσει η Αίτηση της για διαχωρισμό του ακινήτου της έπρεπε να υποβληθεί Αίτηση για συνοριακή διαφορά. Πέραν τούτου, δεν προκύπτει όμως να παραπλανήθηκε στο να προβεί σε αυτή την ενέργεια. Φαίνεται και προκύπτει να της είχε εξηγηθεί ότι η αίτηση διαχωρισμού του τεμαχίου της με βάση τα σχέδια που υπέβαλε και στηρίζονταν στην επιτόπου κατάσταση δεν μπορούσε να προχωρήσει καθότι τα εγγεγραμμένα της σύνορα δεν ανταποκρίνονταν σε αυτή. Επίσης, φαίνεται να διαπιστώθηκε από το Κτηματολόγιο ότι δεν πρόκειται για λάθος, ο φάκελος που είχε ανοιχθεί γι αυτό το σκοπό παραμερίστηκε και ότι επρόκειτο για συνοριακή διαφορά. Τα πιο πάνω της εξηγήθηκαν και με την επιστολή της Επιτρόπου Διοικήσεως στην οποία προσέφυγε και κατόπιν τούτου η Αιτήτρια υπέβαλε την αίτηση της για επίλυση της συνοριακής της διαφοράς. Ήταν παρούσα κατά την επιτόπια εξέταση και δεν έχει προκύψει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο αυτή είχε οποιαδήποτε ένσταση για την προώθηση της και επίλυση της αίτησης της. Επομένως, θεωρώ ότι με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να παραπονείται γιατί ο Διευθυντής εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που ήταν άλλωστε επιτακτικό του καθήκον να το πράξει, βασιζόμενος στο εν χρήσει σχέδιο. Επαναλαμβάνω ότι αν η Αιτήτρια θεωρούσε τους προηγούμενους σχεδιασμούς και διαχωρισμούς και κατ' επέκταση το εν χρήσει σχέδιο λανθασμένο είχε δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για διόρθωση λάθους και στα πλαίσια μιας τέτοιας απόφασης που ο Διευθυντής θα είχε υποχρέωση να εκδώσει να την προσβάλει στο Δικαστήριο και να εξεταζόταν η ορθότητα της. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας όμως δεν μπορεί να επικαλείται ότι ο Διευθυντής βασίστηκε σε λάθος εν χρήσει σχέδιο στο να εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση. Όσον αφορά αυτή καθεαυτή την απόφαση του Διευθυντή που είναι και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Διευθυντής δεν προέβηκε σε ολοκληρωμένες και ακριβείς μετρήσεις και δεν συσχέτισε την επί τόπου κατάσταση με το εν χρήσει σχέδιο. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία προκύπτουν από την Αιτιολογημένη Έκθεση την οποία ο Διευθυντής καταχώρισε στο φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτει η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τις εν λόγω μετρήσεις και ότι αυτές συσχετίστηκαν με το εν χρήσει σχέδιο. Αυτές ελέχθησαν από τον Κλάδο Χαρτογραφίας και θεωρήθηκαν απόλυτα ορθές. Η πλευρά της Αιτήτριας, που έχει και το βάρος απόδειξης, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που να καταδεικνύει το λανθασμένο των εν λόγω μετρήσεων και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε. Ο εμπειρογνώμονας των Αιτητών ουδεμία αναφορά κάνει στην Έκθεση του αναφορικά με τις μετρήσεις του Κτηματολογίου για σκοπούς επίλυσης της συνοριακής διαφοράς και ότι αυτές είναι λανθασμένες. Εκείνο το οποίο αναφέρει είναι ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη διότι ουσιαστικά βασίστηκε σε λανθασμένα εν χρήσει σχέδια που δεν λαμβάνουν υπόψη την επί τόπου κατάσταση. Εν όψει την απουσίας οποιασδήποτε μαρτυρίας προς αυτήν την κατεύθυνση και των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί ότι η χωρομετρική εργασία του Κτηματολογίου είναι λανθασμένη. Να σημειωθεί επίσης, ότι η μαρτυρία που οι Αιτητές παρουσίασαν δεν είναι ότι ο Διευθυντής παράβλεψε το εν χρήσει σχέδιο αλλά το αντίθετο. Ότι δηλαδή βασίστηκε σε λανθασμένο σχέδιο κατά τον καθορισμό των συνόρων κάτι που καταρρίπτει τη θέση που προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη το εν χρήσει σχέδιο. Πέραν τούτου, με την Αίτηση προβάλλεται και η θέση ότι ο Διευθυντής παράνομα και καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας ή δικαιώματος προχώρησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Πουθενά δεν έχει διαφανεί ότι ο Διευθυντής δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση ή ότι ακολούθησε λανθασμένη διαδικασία. Ουσιαστικά η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη η επί τόπου κατάσταση και ότι το διαφιλονικούμενο μέρος κατέχεται από αυτή αδιαμφισβήτητα για χρόνια και χωρίς φιλονικία. Το κατά πόσο η Αιτήτρια όμως δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του διαφιλονικούμενου μέρους για τους λόγους που αναφέρει, είναι ζήτημα που εκφεύγει του σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Μια τέτοια θέση μόνο στα πλαίσια αγωγής μπορεί να εξεταστεί (βλ. Χ΄΄Ιωάννου v. Κωνσταντίνου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844 όπου λέχθηκε ότι επίλυση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων μόνο με αγωγή επιλύνονται). Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Διευθυντής όφειλε να είχε προβεί σε διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου με βάση τις γραπτές συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των επίδικων τεμαχίων κατά το 1980 και μετά να προχωρήσει με την επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Δεν έχει προκύψει, όπως διαφάνηκε και ανωτέρω, ότι οι εν λόγω γραπτές συγκαταθέσεις αφορούσαν την αναπροσαρμογή των συνόρων των τεμαχίων με βάση την επιτόπου κατάσταση και ως εκ τούτου ο Διευθυντής δεν είχε υποχρέωση αλλά και δικαίωμα από μόνος του να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια. Ακόμη και έτσι να ήταν όμως σημαίνει ότι το εν χρήσει σχέδιο είναι λανθασμένο και η Αιτήτρια θα έπρεπε να προβεί σε αίτηση για διόρθωση λάθους πριν την επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Παρά ταύτα εκείνο που προκύπτει είναι ότι το Κτηματολόγιο ουδέποτε θεώρησε λάθος το εν χρήσει σχέδιο σε σχέση με τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων, κάτι για το οποίο η Αιτήτρια έλαβε γνώση και παρά ταύτα προχώρησε με την αίτηση για συνοριακή διαφορά, την επίλυση της οποίας ο Διευθυντής είχε υποχρέωση να πράξει με βάση εν χρήσει σχέδιο. Τέλος, γίνεται αναφορά στην Αίτηση ότι ο Διευθυντής παρέλειψε να τοποθετήσει στο σχέδιο διαστάσεις που να δεικνύουν και να είναι κατανοητά τα ακριβή σύνορα των 2 τεμαχίων όπως είναι επί τόπου και όπως στο εν χρήσει σχέδιο. Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς αιτητών που να καταδεικνύει ένα τέτοιο σφάλμα στην απόφαση του Διευθυντή. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου όμως προκύπτει ότι ετοιμάστηκε σχέδιο στην κλίμακα του εν χρήσει σχεδίου στο οποίο φαίνονται τα σύνορα των τεμαχίων, το διαφιλονικούμενο μέρος και οι επιτόπου καταστάσεις. Ετοιμάστηκε επίσης σχέδιο σε μεγαλύτερη κλίμακα 1:500 στο οποίο φαίνονται με ψηφία Α, Β και Γ τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επιτόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων. Στην Έκθεση περιλαμβάνεται το εν λόγω σχέδιο που καταδεικνύει ότι το μέρος με κίτρινο χρώμα ανήκει στο τεμάχιο 822. Επομένως, ούτε η θέση αυτή ευσταθεί. Πριν τελειώσω, επειδή η συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρει κατά την αγόρευση της ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Καθ' ής η Αίτηση που να τεκμηριώνει ότι οι μετρήσεις του Κτηματολογίου είναι ορθές, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε μια τέτοια υποχρέωση εν όψει και των λόγων Έφεσης που προβάλλονται. Το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη, επί της ουσίας και επί του τύπου, βαραίνει την Αιτήτρια η οποία στην παρούσα περίπτωση ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε προς αυτήν την κατεύθυνση. Επομένως, τα όσα καταγράφονται στην Αιτιολογημένη Έκθεση του Διευθυντή αναφορικά με την ορθότητα των μετρήσεων του και τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε παρέμεινα αναντίλεκτα και αποτέλεσαν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να επιτύχει και δεν έχει καταδειχθεί καθοιονδήποτε τρόπο το λανθασμένο της χωρομετρικής εργασίας που διεξήχθη κατά την επίλυση της συνοριακής διαφοράς ούτε ότι ο Διευθυντής άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Επομένως, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης / Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εφεσείουσας / Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.