← Κύπρος

Y.NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD ν. Γ.Π. ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 64/10, 8/7/2016

Y.NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD ν. Γ.Π. ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 64/10, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 64/10 Μεταξύ: Y.NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD Ενάγουσας και Γ.Π. ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΤΔ Εναγόμενης Ημερομηνία: 8 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ.Χρ. Χατζηλοϊζου (για να ακούσει απόφαση η κα Χαραλάμπους). Για την Εναγόμενη: Ο κ.Π. Φιλίππου (για να ακούσει απόφαση η κα Αναστάση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη διαφορά προέκυψε από ισχυριζόμενες εργασίες που η Ενάγουσα προσέφερε προς όφελος της Εναγόμενης σε σχέση με το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΤ 616 (στο εξής το "όχημα"). Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά ή περί τον Ιούνιο του 2008 η Ενάγουσα κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης εκτέλεσε διάφορες μηχανικές και άλλες συναφείς εργασίες στο όχημα έναντι του συμφωνηθέντος και/ή ευλόγου ποσού των €
  2. Στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφονται λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό εκτελεσθέντων εργασιών και αναφέρεται ότι η Εναγόμενη αρνείται και/ή αμελεί να εξοφλήσει το προαναφερόμενο ποσό. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Ενάγουσα και ειδικότερα αρνείται ότι συμφώνησε με την τελευταία για την εκτέλεση των ισχυριζόμενων εργασιών καθώς επίσης και για το διεκδικούμενο ποσό. Περαιτέρω, η Εναγόμενη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι είχε προβεί σε επισκευή της αντλίας πετρελαίου του οχήματος και μετά την εν λόγω επισκευή το όχημα παρουσίασε προβλήματα και ανατέθηκε στον Γ. Νικολαΐδη (προφανώς εννοεί τον ΜΕ1) ο έλεγχος του οχήματος. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μετά τον έλεγχο του οχήματος ο ΜΕ1 ζήτησε να πληρωθεί για την τοποθέτηση καινούριας αντλίας πετρελαίου πράγμα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από την Εναγόμενη. Ακολούθως, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι αντικατέστησε την αντλία πετρελαίου με άλλη μεταχειρισμένη και ζήτησε να πληρωθεί το διεκδικούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Ωστόσο η Εναγόμενη αρνήθηκε να πληρώσει το εν λόγω ποσό διότι αφενός ουδέποτε συμφώνησε και ανέθεσε στον ΜΕ1 να προβεί στην αλλαγή της αντλίας πετρελαίου και αφετέρου ο ΜΕ1 επιχείρησε να ξεγελάσει την Εναγόμενη προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η αντλία πετρελαίου ήταν χαλασμένη και αντικαταστάθηκε. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι κατά ή περί τις 5.8.2008 απέστειλε ταχυδρομικώς στην Ενάγουσα επιταγή για το ποσό των €402,50 χαριστικά και προς το σκοπό αποφυγής δικαστικών διαδικασιών. Τέλος, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι επανατοποθέτησε στο όχημα την αντλία πετρελαίου που αντικατέστησε η Ενάγουσα και κατέβαλε το ποσό των €300,00 για την εν λόγω επανατοποθέτηση το οποίο και ανταπαιτεί. Η Ενάγουσα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από την Εναγόμενη και επαναλαμβάνει τους δικούς της ισχυρισμούς ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά επτά μάρτυρες, τέσσερεις για την πλευρά της Ενάγουσας και τρεις για την πλευρά της Εναγόμενης. Συγκεκριμένα εκ μέρους της Ενάγουσας κατέθεσε ο Διευθυντής της Γιαννάκης Νικολαΐδης (ΜΕ1), ο Σάββας Σωκράτους (ΜΕ2), ο Νίκος Μαρκουλλής (ΜΕ3) και ο Ευθύμιος Ευθυμίου (ΜΕ4). Στην αντίπερα όχθη για λογαριασμό της Εναγομένης κατέθεσαν ο εκ των διευθυντών της Παναγιώτης Πουμπουρής (ΜΥ1), ο Σάββας Σαγιάς (ΜΥ2) και ο Νίκος Τσαγγαρίδης (ΜΥ3). Περαιτέρω κατατέθηκαν συνολικά 15 τεκμήρια. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις τελικές αγορεύσεις τους αναφέρθηκαν τόσο στην ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όσο και στα επίδικα θέματα επιχειρηματολογώντας ο μεν κ. Χατζηλοίζου υπέρ της έκδοσης απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης, ο δε κ. Φιλίππου υπέρ της απόρριψης της αγωγής. Ειδικότερα όσον αφορά την τελική αγόρευση της Εναγόμενης σημειώνω ότι από αυτήν προκύπτει ότι η Εναγόμενη δεν διεκδικεί την έκδοση απόφασης υπέρ της ως η σχετική Ανταπαίτηση. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο ΜΕ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι Διευθυντής και υπάλληλος της Ενάγουσας. Γνωρίζει την Εναγόμενη εταιρεία η οποία ανέθετε στην Ενάγουσα τη συντήρηση (service) ενός φορτηγού οχήματος μάρκας VOLVO. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ο ΜΕ1 είπε ότι τον Μάιο του 2008 ο ιδιοκτήτης της Εναγόμενης ονόματι Πανίκος (προφανώς εννοεί τον ΜΥ1 Παναγιώτη άλλως Πανίκο Πουμπουρή) ζήτησε την βοήθεια της Ενάγουσας καθώς το όχημα παρουσίασε βλάβη και ακινητοποιήθηκε στον δρόμο Έμπας - Πάφου. Ο ΜΕ1 μαζί με τον υπάλληλο της Ενάγουσας Σάββα Σωκράτους (ΜΕ2) μετέβηκαν στην περιοχή που είχε ακινητοποιηθεί το όχημα. Εκεί παρόντες ήταν ο ΜΥ1, ο οδηγός του οχήματος και ο Σάββας Σαγιάς (ΜΥ2). Ο ΜΕ2 τοποθέτησε το διαγνωστικό στο όχημα και αφού έγινε η σχετική διάγνωση διαπίστωσε ότι είχε καεί ο εγκέφαλος της κεντρικής αντλίας πετρελαίου, η οποία χρειαζόταν να αντικατασταθεί. Επίσης, έπρεπε να αντικατασταθεί και η βοηθητική αντλία πετρελαίου διότι η πίεση της ήταν χαμηλή. Μετά τη διάγνωση οι ΜΕ1 και 2 επέστρεψαν στο συνεργείο της Ενάγουσας για να κοστολογήσουν τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν για την επιδιόρθωση του οχήματος. Όταν έγινε η σχετική κοστολόγηση ο ΜΕ1 τηλεφώνησε του ΜΥ1 στην παρουσία του ΜΕ2 και του ανέφερε ότι το κόστος για την αντικατάσταση της κεντρικής και της βοηθητικής αντλίας πετρελαίου και για τα εργατικά θα ανερχόταν γύρω στις €4.
  1. Ο ΜΥ1 συμφώνησε και τους ζήτησε να προχωρήσουν στις εργασίες, λέγοντας μάλιστα ότι ήταν σημαντικό το όχημα να μετακινηθεί από τον δρόμο διότι ήταν φορτωμένο με εμπόρευμα αξίας €15.
  2. Ακολούθως, μετέβηκαν εκ νέου με τον ΜΕ2 στον χώρο που βρισκόταν το όχημα όπου και έγινε η αντικατάσταση των αντλιών και ο ΜΕ2 το οδήγησε στο συνεργείο, όπου διορθώθηκε και τελειοποιήθηκε η ηλεκτρονική εγκατάσταση και το όχημα λειτούργησε κανονικά. Ειδοποιήθηκε ο ΜΥ1, ο οποίος την επόμενη ημέρα, δηλαδή το Σάββατο, παρέλαβε το όχημα από το συνεργείο και ζήτησε από τον ΜΕ1 να του στείλει το τιμολόγιο τη Δευτέρα για να το εξοφλήσει. Επίσης, ο ΜΥ1 ζήτησε και παρέλαβε την κεντρική αντλία πετρελαίου που αντικαταστάθηκε. Όντως τη Δευτέρα υπάλληλος της Ενάγουσας μετέβη στα γραφεία της Εναγόμενης για να παραδώσει το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2), πλήν όμως ο ΜΥ1 αρνήθηκε την πληρωμή του και ζήτησε να έρθει ο ΜΕ
  3. Την ίδια ημέρα οι ΜΕ1 και 2 μετέβηκαν στα γραφεία της Εναγόμενης και ο ΜΥ1 είπε ότι δεν πληρώνει το τιμολόγιο. Τότε ο ΜΕ1 ζήτησε από τον ΜΥ1 να του φέρει το όχημα για να αφαιρέσει την αντλία και τα άλλα εξαρτήματα που τοποθέτησε και ο ΜΥ1 του ζήτησε να φύγει από το γραφείο του πράγμα το οποίο και έπραξε. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα τα τιμολόγια αγοράς από την Ενάγουσα της κεντρικής και βοηθητικής αντλίας πετρελαίου που εγκαταστάθηκε στο όχημα. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ανέφερε ότι η διαφορά που παρουσιάζεται μεταξύ της αγοράς της κεντρικής αντλίας πετρελαίου από την Ενάγουσα (Λ.Κ.1.265) και της χρέωσης της τελευταίας προς την Εναγόμενη (€2.904,62) οφείλεται στο γεγονός ότι η Ενάγουσα ως αντιπρόσωπος της εταιρείας VIAMAX λάμβανε έκπτωση στις αγορές των εξαρτημάτων. Επομένως, η Ενάγουσα κατά την τοποθέτηση των εν λόγω εξαρτημάτων σε οχήματα συμπεριελάμβανε στην τιμή που χρέωνε και το κέρδος της. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο ΜΕ2 δεν είναι πλέον υπάλληλος της Ενάγουσας καθώς δημιούργησε δική του επιχείρηση κατά το 2009 ή
  4. Ερωτηθείς σε σχέση με την ένδειξη του διαγνωστικού, ο ΜΕ1 παρέπεμψε στον ΜΕ2 ο οποίος χειρίστηκε το διαγνωστικό κατά το επίδικο περιστατικό. Σε σχέση με την επίσκεψη του στα γραφεία της Εναγόμενης για την πληρωμή του τιμολογίου (Τεκμήριο 2), ο ΜΕ1 είπε ότι η επίσκεψη έγινε ημέρα Δευτέρα και επανέλαβε ότι ο ΜΥ1 του ζήτησε να πληρωθεί το τιμολόγιο από τον ΜΥ
  5. Αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πληρώθηκε το τιμολόγιο ήταν διότι η αντλία πετρελαίου είχε επιδιορθωθεί προηγουμένως. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι η αντλία πετρελαίου δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε επιδιόρθωση ή αντικατάσταση και ανέφερε ότι διαπίστωσαν πως τόσο η αντλία όσο και η εγκατάσταση παρουσίαζαν πρόβλημα διότι ενώθηκαν λανθασμένα σύρματα με αποτέλεσμα να καεί ο εγκέφαλος της κεντρικής αντλίας πετρελαίου. Αναφορικά με το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) και την επισήμανση του κ.Φιλίππου ότι φέρει ως ημερομηνία έκδοσης την 24.6.2008, ο ΜΕ1 επανέλαβε ότι το τιμολόγιο εκδόθηκε την ημέρα που επιδιορθώθηκε το όχημα και αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι αυτό ετοιμάστηκε εκ των υστέρων. Ο ΜΕ1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης ότι στάληκε σχετική επιστολή από τον τότε δικηγόρο της Εναγόμενης (Τεκμήριο 5) με την οποία τον καλούσε η Εναγόμενη να λάβει πίσω την αντλία πετρελαίου, επισημαίνοντας όμως ότι η εν λόγω επιστολή στάληκε περίπου 40 ημέρες μετά την τοποθέτηση της αντλίας και διερωτήθηκε ποιος θα ελάμβανε πίσω ένα ηλεκτρονικό εξάρτημα μετά την χρησιμοποίηση του για περίοδο 40 ημερών. Επανέλαβε δε ότι ο ίδιος είχε ζητήσει από τον ΜΥ1, την ίδια ημέρα που τον επισκέφθηκε για την πληρωμή του τιμολογίου, να του επιστρέψει την αντλία πετρελαίου, πράγμα όμως το οποίο ο ΜΥ1 δεν έπραξε. Στην επισήμανση του κ.Φιλίππου ότι στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 7 δεν εμφαίνεται οποιαδήποτε έκπτωση εκ μέρους της εταιρείας VIAMAX, ο ΜΕ1 απάντησε ότι ο ίδιος ζήτησε ως αντιπρόσωπος να γίνει σχετική έκπτωση και στο τιμολόγιο απλά περιλήφθηκε η τιμή πώλησης της αντλίας. Τα ίδια ανάφερε και σε σχέση με την αγορά των βοηθητικών αντλιών λέγοντας ότι στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 8 έγιναν επίσης ειδικές τιμές. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η τελευταία πλήρωσε €300,00 για να αφαιρέσει την αντλία πετρελαίου που τοποθέτησε η Ενάγουσα στο όχημα, ο ΜΕ1 απάντησε ότι από την πρώτη στιγμή που δεν εξοφλήθηκε το τιμολόγιο της Ενάγουσας ζήτησε από τον ΜΥ1 να του παραδώσει το αυτοκίνητο προκειμένου να αφαιρέσει την αντλία πετρελαίου. Τέλος αρνήθηκε την υποβολή του κ. Φιλίππου ότι όλα όσα ανέφερε στην μαρτυρία του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Ο ΜΕ2 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός αυτοκινήτων και εργαζόταν στην Ενάγουσα για την περίοδο 2005 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του
  6. Ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό καθώς μετέβηκε με τον ΜΕ1 στον χώρο όπου είχε ακινητοποιηθεί το όχημα. Μάλιστα ήταν αυτός που χειρίστηκε το διαγνωστικό και η ένδειξη του ήταν ότι είχε καεί ο εγκέφαλος της κεντρικής αντλίας πετρελαίου, ενώ η βοηθητική αντλία είχε χαμηλή πίεση. Μετά την διάγνωση επέστρεψαν με τον ΜΕ1 στο συνεργείο, όπου εντόπισαν τα αναγκαία εξαρτήματα για την επιδιόρθωση και έγινε εκτίμηση του κόστους. Ήταν παρών όταν ο ΜΕ1 τηλεφώνησε του ΜΥ1 και του ανέφερε τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν και το κόστος τους. Ο ΜΥ1 έδωσε εντολή στον ΜΕ1 να γίνει ό,τι ήταν απαραίτητο προκειμένου να επιδιορθωθεί το όχημα. Άκουσε ο ίδιος αυτά τα λόγια, καθώς το τηλέφωνο ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Μετά από την εντολή του ΜΥ1 έλαβε από την αποθήκη της Ενάγουσας καινούρια κεντρική και καινούρια βοηθητική αντλία μαζί με τα απαραίτητα εργαλεία και επέστρεψε με τον ΜΕ1 στον χώρο που βρισκόταν το όχημα. Έγιναν οι απαραίτητες εργασίες, αλλάχθηκε η κεντρική και η βοηθητική αντλία πετρελαίου, επιδιορθώθηκε προσωρινά η ηλεκτρονική εγκατάσταση και το όχημα ξεκίνησε. Το μετέφερε ο ίδιος στο συνεργείο της Ενάγουσας, όπου έγιναν οι τελικοί έλεγχοι και επιδιορθώσεις. Ακολούθως ειδοποιήθηκε ο ΜΥ1, ο οποίος ήλθε την επόμενη ημέρα και παρέλαβε το όχημα και την αντικατασταθείσα κεντρική αντλία. Σε σχέση με τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν όταν μετέβηκαν με τον ΜΕ1 στα γραφεία της Εναγόμενης για την πληρωμή του τιμολογίου, ο ΜΕ2 επανέλαβε ουσιαστικά όσα ανέφερε επί του θέματος ο ΜΕ
  7. Αναφορικά με το τιμολόγιο - Τεκμήριο 2, είπε ότι το ετοίμασε ο ίδιος και ανέφερε ότι η κεντρική αντλία του Τεκμηρίου 2 είναι αυτή που αγοράστηκε με το τιμολόγιο - Τεκμήριο 7 και η βοηθητική αντλία είναι μία από τις τρεις που αγοράστηκαν με το Τεκμήριο
  8. Ερωτηθείς για το κόστος αγοράς των αντλιών πετρελαίου το 2008, απάντησε ότι στοίχιζαν όσο οι τιμές που χρεώθηκαν στο Τεκμήριο
  9. Τέλος, σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, απάντησε ότι οι αντλίες πετρελαίου, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοστασίου, δεν μπορούσαν να τύχουν επιδιόρθωσης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η επιδιόρθωση του οχήματος έγινε περί τον Μάιο του 2008 ημέρα Παρασκευή και την επόμενη Δευτέρα εξέδωσε το τιμολόγιο - Τεκμήριο
  10. Στην επισήμανση του κ. Φιλίππου ότι το τιμολόγιο εκδόθηκε στις 24.06.08 ημέρα Τρίτη, ο ΜΕ2 είπε ότι μπορεί να ήταν και ημέρα Τρίτη, ήταν πάντως μετά το Πάσχα. Σε σχέση με την κεντρική αντλία πετρελαίου είπε ότι αποτελείται από δύο μέρη, ήτοι το μηχανικό και το ηλεκτρονικό. Ο εγκέφαλος είναι το ηλεκτρονικό εξάρτημα της αντλίας και από το εργοστάσιο της VOLVO δεν πωλείται ως ξεχωριστό εξάρτημα, ούτε και έχει ξεχωριστό κωδικό. Κληθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης να κατονομάσει το μέρος της κεντρικής αντλίας που παρουσίασε το πρόβλημα, ο ΜΕ2 είπε ότι η αντλία αλλάζει ως σύνολο. Αναφορικά με το διαγνωστικό είπε ότι υπάρχει η δυνατότητα να εκτυπώσει την ένδειξη του, ωστόσο δεν ακολουθούσαν αυτή την τακτική. Ούτε και στην προκείμενη περίπτωση εκτυπώθηκε η ένδειξη διότι δεν του ζητήθηκε και δεν γνώριζε ότι θα αμφισβητείτο στη συνέχεια από την Εναγόμενη η αναγκαιότητα των εργασιών. Ερωτηθείς γιατί δεν εκτύπωσε την ένδειξη όταν μετά από δύο ημέρες αρνήθηκε να πληρώσει η Εναγόμενη, ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα διότι η μνήμη διατηρείται μόνο την ώρα που διενεργείται η εργασία. Σε σχέση με τις βοηθητικές αντλίες, διευκρίνισε ότι δεν μπορούν να τύχουν επιδιόρθωσης. Περαιτέρω, συμφώνησε με τον κ. Φιλίππου ότι οι αντλίες που καταγράφονται στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 8 δεν είναι της VOLVO, επισημαίνοντας όμως ότι είναι μάρκας BOSCH η οποία είναι η κατασκευάστρια των εξαρτημάτων της VOLVO. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε την υποβολή του κ. Φιλίππου ότι ο ΜΥ1 δεν τους έδωσε οδηγίες για να αλλάξουν τις αντλίες και στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι δεν ήταν αναγκαία η αντικατάσταση των αντλιών είπε ότι από το τιμολόγιο - Τεκμήριο 12 αποδεικνύεται ότι ήταν αποτυχημένη η προσπάθεια που έγινε για επιδιόρθωση τους και για αυτό κλήθηκε στη συνέχεια η Ενάγουσα. Ο ΜΕ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι είναι εκτιμητής οχημάτων από το
  11. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι η αξία αντλίας πετρελαίου μάρκας BOSCH για όχημα όπως το επίδικο, με βάση την έρευνα που πραγματοποίησε μέσω των «Αναστασίου & Χρυσάνθου» οι οποίοι είναι εισαγωγείς ανταλλακτικών φορτηγών VOLVO, ανέρχεται σήμερα σε €5.200 πλέον Φ.Π.Α. Ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με την πείρα και τις γνώσεις του η αξία της προαναφερόμενη αντλίας κατά το 2008 κυμαινόταν μεταξύ των €3.000 - 3.500 πλέον Φ.Π.Α. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κωδικός αριθμός της αντλίας ήταν VO-20440675 και μόνο αυτή η αντλία εφαρμόζεται στο επίδικο όχημα. Ερωτηθείς κατά πόσο έχει δει την επίδικη αντλία, ο ΜΕ3 απάντησε αρνητικά. Για την τιμή των €5.000 διευκρίνισε ότι είναι η τιμή που θα δοθεί σε κάποιον καταναλωτή και χωρίς έκπτωση. Ερωτηθείς κατά πόσο ασχολήθηκε ξανά με ηλεκτρονικές αντλίες για οχήματα VOLVO, ο ΜΕ3 είπε ότι έτυχε να ασχοληθεί στο παρελθόν, ωστόσο δεν θυμόταν συγκεκριμένες περιπτώσεις και δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση. Ο ΜΕ4, μηχανολόγος στο επάγγελμα ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την περίοδο 1994-2007 ήταν υπάλληλος στην εταιρεία VIAMAX και συγκεκριμένα εκτελούσε καθήκοντα Service Manager. Κατέθεσε δέσμη από πιστοποιητικά σε σχέση με σεμινάρια που παρακολούθησε στην αυτοκινητοβιομηχανία VOLVO (Δέσμη Τεκμηρίου 10). Σε σχέση με το όχημα επεξήγησε ότι ανήκει στη μεσαία κατηγορία και ήταν παραλλαγή του βασικού μοντέλου που ήταν το FL
  12. Το FL6Ε υποδηλώνει ότι το πλαίσιο του οχήματος ήταν πιο ενισχυμένο. Ερωτηθείς σε σχέση με τις αντλίες πετρελαίου ανέφερε ότι σε όλες τις παραλλαγές του μοντέλου FL6 οι αντλίες ήταν οι ίδιες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε περίπτωση βλάβης ή καταστροφής του εγκεφάλου της αντλίας οι οδηγίες του εργοστασίου ήταν να αντικαθίσταται η αντλία. Σε σχέση με το τιμολόγιο - Τεκμήριο 7 ανέφερε ότι αριστερά καταγράφεται ο ισχύον αριθμός του εξαρτήματος και στην προκείμενη περίπτωση ο κωδικός που καταγράφεται
(20440675)ήταν ο νέος κωδικός του εξαρτήματος. Δεξιά δίνεται η περιγραφή του εξαρτήματος, δηλαδή αντλία πετρελαίου και ο προηγούμενος αριθμός του εξαρτήματος (8192300/Β0). Επίσης διευκρίνισε ότι σε περίπτωση που το εξάρτημα του τιμολογίου - Τεκμήριο 7 ήταν μεταχειρισμένο, τότε θα αναγραφόταν η λέξη "used". Κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι οι πωλήσεις εξαρτημάτων γίνονταν από το Τμήμα Εξαρτημάτων το οποίο βρισκόταν υπό την δική του καθοδήγηση, δεν έκδιδε όμως ο ίδιος τα τιμολόγια. Σε σχέση με το Τεκμήριο 7 είπε ότι δεν αναγράφεται το μοντέλο αυτοκινήτου για το οποίο προοριζόταν η αντλία, ούτε και γνωρίζει ποιο μοντέλο αφορούσε η εν λόγω αντλία. Αναφορικά με τις αντλίες πετρελαίου στο μοντέλο FL6, ο ΜΕ4 είπε ότι υπήρξε βελτίωση των εν λόγω αντλιών στην πάροδο του χρόνου, καθώς στο νέο μοντέλο οι αντλίες ήταν ηλεκτρονικές. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης κατά πόσο οι εν λόγω αντλίες θα μπορούσαν να τύχουν αντί αντικατάστασης επιδιόρθωσης, ο ΜΕ4 απάντησε ότι δεν υπήρχαν εξαρτήματα στη VIAMAX για να επιδιορθωθούν αντλίες και εξ όσων θυμάται δεν υπήρχε λύση για επιδιόρθωση τους. Αναφορικά με τις εκπτώσεις που γίνονταν κατά τις πωλήσεις εξαρτημάτων, ο ΜΕ4 είπε ότι το ποσοστό έκπτωσης που γινόταν σε κάθε αντιπρόσωπο ήταν θέμα που αφορούσε τη γενική διεύθυνση της VIAMAX. Ειδικότερα σε σχέση με την Ενάγουσα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το ποσοστό έκπτωσης που λάμβανε, σημειώνοντας ότι συνήθως η VIAMAX παραχωρούσε εκπτώσεις και το ποσοστό συνήθως καταγραφόταν στο τιμολόγιο. Υπήρχαν ωστόσο και περιπτώσεις που η τιμή στο τιμολόγιο ήταν καθαρή («net» όπως ανέφερε ο μάρτυρας) και περιλάμβανε την έκπτωση. Ο ΜΥ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Α). Στην εν λόγω δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος. Η Εναγόμενη είχε αναθέσει στην εταιρεία Γιάννης Σαγιάς & Υιός Λτδ την επισκευή της αντλίας πετρελαίου του οχήματος και προς το σκοπό αυτό η προαναφερόμενη εταιρεία εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο το οποίο και εξοφλήθηκε (βλ. Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα). Κατά το έτος 2008 το όχημα παρουσίασε προβλήματα και η Εναγόμενη ζήτησε από τον ΜΕ1 να ελέγξει το όχημα και να ενημερώσει σχετικά την Εναγόμενη. Μετά πάροδο ορισμένων ημερών ο ΜΥ1 παρέλαβε το αυτοκίνητο και ακολούθως ο ΜΕ1 ζήτησε να πληρωθεί για την τοποθέτηση καινούριας αντλίας πετρελαίου. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να πληρώσει το αξιούμενο ποσό και ακολούθως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι αντικατέστησε την αντλία πετρελαίου με άλλη μεταχειρισμένη και ζήτησε να πληρωθεί το ποσό το οποίο διεκδικείται με την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να πληρώσει και το εν λόγω ποσό διότι αφενός ουδέποτε ανατέθηκε στην Ενάγουσα η αλλαγή της αντλίας πετρελαίου ούτε και εγκρίθηκε η διεκπεραίωση τέτοιων εργασιών και αφετέρου ο ΜΕ1 προσπάθησε να ξεγελάσει την Ενάγουσα ισχυριζόμενος ότι η αντλία πετρελαίου ήταν χαλασμένη και αντικαταστάθηκε. Ο ΜΥ1 αναφέρει περαιτέρω ότι κατά την επίσκεψη του ΜΕ1 στα γραφεία της Εναγόμενης για την εξόφληση του τιμολογίου εξέφρασε τα παράπονα του προς τον τελευταίο, ο οποίος αντέδρασε και ζήτησε να του επιστρέψει την αντλία πετρελαίου που κατά τους ισχυρισμούς του τοποθέτησε στο όχημα. Στις 5.8.2008 στάληκε η επιστολή - Τεκμήριο 5 μαζί με επιταγή για το ποσό των €402,50 σεντ. Η εν λόγω επιταγή στάληκε χαριστικά προς το σκοπό αποφυγής δικαστικών διαδικασιών ωστόσο δεν παρουσιάστηκε για πληρωμή και ακυρώθηκε από την Εναγόμενη στις 5.8.
  1. Ακολούθως η Εναγόμενη επανατοποθέτησε την αντλία πετρελαίου που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ήταν χαλασμένη και κάλεσε την Ενάγουσα να παραλάβει από τα υποστατικά της Εναγομένης την αντλία που είχε τοποθετήσει στο όχημα. Ο ΜΥ1 αναφέρει ότι η Εναγόμενη ζήμιωσε το ποσό των €300,00 το οποίο αποτελεί το εύλογο κόστος για την επανατοποθέτηση της αντλίας και το οποίο ανταπαιτεί. Τέλος, αναφέρει ότι η αξία του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €6.
  2. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι το παράπονο της Εναγόμενης εντοπίζεται στην διενέργεια εργασιών από μέρους της Ενάγουσας χωρίς να δοθούν σχετικές οδηγίες. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν υπήρξε ενημέρωση για το κόστος των εργασιών έτσι ώστε να αξιολογηθεί από την Εναγόμενη κατά πόσον ήταν συμφέρον να επιδιορθωθεί το εν λόγω όχημα. Αρνήθηκε δε την υποβολή του κ.Χατζηλοϊζου ότι υπήρξε πλήρης ενημέρωση από μέρους της Ενάγουσας. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι το όχημα παρουσίασε για πρώτη φορά πρόβλημα τον Φεβρουάριο του 2008 και για αυτό το πρόβλημα αποτάθηκε στον ΜΥ
  3. Ο ΜΥ2 προχώρησε στην επιδιόρθωση του προβλήματος με την εκτέλεση των εργασιών που περιλαμβάνονται στο τιμολόγιο - Τεκμήριο
  4. Συμφώνησε ωστόσο με το συνήγορο της Ενάγουσας ότι το όχημα στη συνέχεια παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα και ακινητοποιήθηκε στο δρόμο κοντά στο χωριό Έμπα. Συμφώνησε επίσης ότι το όχημα ήταν φορτωμένο με κεραμικά. Ερωτηθείς κατά πόσον στον χώρο που ακινητοποιήθηκε το όχημα κάλεσε τον ΜΥ2, ο ΜΥ1 απάντησε αρνητικά και αρνήθηκε επίσης την υποβολή του κ.Χατζηλοϊζου ότι ο ΜΥ2 ήταν παρών στο συγκεκριμένο χώρο. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 ανάφερε ότι δεν θυμάται κατά πόσον είχε μεταβεί στο συγκεκριμένο χώρο μαζί με τον ΜΕ2 και ο ΜΕ1, ούτε και θυμόταν αν τα εν λόγω πρόσωπα είχαν μεταφέρει μαζί τους και το διαγνωστικό μηχάνημα. Επίσης ο ΜΥ1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι το όχημα δεν μπορούσε να ξεκινήσει και ότι ο ίδιος ζήτησε να επιδιορθωθεί διότι ήταν φορτωμένο με υλικά αξίας €15.
  5. Αρνήθηκε όμως τη θέση του κ.Χατζηλοϊζου ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 τον κάλεσαν στο τηλέφωνο από το συνεργείο της Ενάγουσας και του ανέφεραν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το όχημα, τις επιδιορθώσεις που έπρεπε να γίνουν καθώς και το κόστος των εργασιών. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε επίσης ότι συγκατατέθηκε στην εκτέλεση των επίδικων εργασιών αναφέροντας ότι θα έπρεπε να ήταν «βλάκας» για να δώσει τη σχετική συγκατάθεση, καθώς το όχημα είχε επιδιορθωθεί ένα μήνα προηγουμένως από τον ΜΥ2 και επομένως θα επικοινωνούσε πρώτα μαζί του. Ερωτηθείς κατά πόσον μετά τις εργασίες που έγιναν από την Ενάγουσα στο όχημα αυτό επιδιορθώθηκε, ο ΜΥ1 απάντησε ότι το όχημα τέθηκε σε λειτουργία μετά τις επιδιορθώσεις. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ίδιος παρέλαβε το όχημα από το συνεργείο της Ενάγουσας χωρίς ωστόσο να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο. Συμφώνησε επίσης ότι όταν παρέλαβε το όχημα από το συνεργείο της Ενάγουσας παρέλαβε μαζί και την αντλία πετρελαίου που αντικαταστάθηκε. Στην ερώτηση του κ.Χατζηλοϊζου κατά πόσον είπε στον ΜΕ1, όταν του παρουσίασε το τιμολόγιο προς πληρωμή, να απευθυνθεί στον ΜΥ2 για την εξόφληση του, ο ΜΥ1 απάντησε ότι πιθανόν να ανάφερε κάτι τέτοιο καθώς οι εργασίες που έγιναν από την Ενάγουσα συνδέονταν με τις εργασίες που είχε προηγουμένως κάνει ο ΜΥ
  6. Περαιτέρω, στην ερώτηση του κ.Χατζηλοϊζου για ποιο λόγο δεν επέστρεψε εκείνη την ώρα την αντλία πετρελαίου στον ΜΕ1, ο ΜΥ1 απάντησε ότι θεώρησε πως θα έπρεπε να επιθεωρήσει την αντλία πετρελαίου ο ΜΥ2, ο οποίος την είχε επισκευάσει προηγουμένως και ήταν ο αρμόδιος για να αποφανθεί για το ορθό ή το λανθασμένο των ενεργειών της Ενάγουσας. Τέλος ο ΜΥ1 αρνήθηκε την υποβολή του κ.Χατζηλοϊζου ότι οι εργασίες που εκτελέστηκαν ήταν αναγκαίες, λέγοντας ότι για εργασίες ύψους €4.000 το λογικό θα ήταν να ενημερωνόταν προηγουμένως και να ζητούσε η Ενάγουσα την πληρωμή προκαταβολής. Παραδέχθηκε ωστόσο ότι και στο παρελθόν η Ενάγουσα είχε επιδιορθώσει το όχημα και ουδέποτε τον είχε ενημερώσει γραπτώς σε σχέση με τις εργασίες και το κόστος επισημαίνοντας όμως ότι κατά το παρελθόν δεν είχε ξαναγίνει εργασία αυτού του μεγέθους. Ο ΜΥ2 στην κυρίως εξέταση του υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το όχημα μετά που επισκευάστηκε από τον ίδιο παρουσίασε πρόβλημα και ακινητοποιήθηκε στον δρόμο. Επισκέφθηκε τον χώρο όπου ακινητοποιήθηκε το όχημα μαζί με υπάλληλο του και αφού προέβησαν σε ελέγχους και δεν μπορούσαν να εντοπίσουν το πρόβλημα ζήτησαν τη βοήθεια του ΜΕ1 ο οποίος είχε διαγνωστικό. Στη σκηνή μετέβη ο ΜΕ2 μαζί με το διαγνωστικό, ενώ δεν θυμόταν αν ήταν μαζί του και ο ΜΕ
  7. Το διαγνωστικό δεν παρουσίασε κωδικό βλάβης και ο ΜΕ2 εισηγήθηκε ότι πιθανόν να υπάρχει ηλεκτρονικό πρόβλημα το οποίο όμως δεν το έβλεπαν. Στη συνέχεια και μετά πάροδο κάποιων ημερών, το όχημα ήλθε στο συνεργείο του παρουσιάζοντας διακοπές στη λειτουργία του. Εκεί πληροφορήθηκε ότι αλλάχθηκε η αντλία πετρελαίου και ο οδηγός του οχήματος τού παρέδωσε την αντλία πετρελαίου που είχε προηγουμένως επισκευάσει ο ίδιος. Αφαίρεσε την αντλία που τοποθέτησε η Ενάγουσα και επανατοποθέτησε την αντλία που είχε επισκευάσει. Το όχημα και πάλι δεν λειτούργησε και μετά από περαιτέρω ελέγχους διαπίστωσε ότι κάποιο σύρμα δημιουργούσε πρόβλημα στην τροφοδοτική αντλία. Επιδιορθώθηκε το συγκεκριμένο πρόβλημα, επανατοποθετήθηκε η αντλία που είχε επισκευάσει και το όχημα λειτούργησε κανονικά. Ο ΜΥ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 την αντλία πετρελαίου που εγκατέστησε στο όχημα ο ΜΕ1, την οποία του την παρέδωσε ο ΜΥ
  8. Σε σχέση με αυτήν ανέφερε ότι δεν είναι καινούρια, καθώς έχει αλλαγμένο εγκέφαλο και η επισκευή έγινε από την εταιρεία G&N DIESEL SERVICES LTD. Το γεγονός αυτό το κατάλαβε από τον κωδικό GN 7106 που είναι χαραγμένος στην αντλία (Τεκμήριο 15). Ο εν λόγω κωδικός χρησιμοποιείται από την προαναφερόμενη εταιρεία. Ανέφερε περαιτέρω ότι επί της αντλίας - Τεκμήριο 15 αναγράφεται ο κωδικός της BOSCH
(0470506017)και της VOLVO
(20440675). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι επί της αντλίας (Τεκμήριο 15) αναγράφεται και το barcode, το οποίο όταν σταλεί στο εργοστάσιο μπορεί να διαπιστωθεί σε ποιο αυτοκίνητο ήταν τοποθετημένη. Ο ίδιος ωστόσο δεν προέβη στην πιο πάνω ενέργεια. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, ο ΜΥ2 είπε ότι μετά την ημερομηνία που αφαίρεσε την αντλία πετρελαίου που τοποθέτησε η Ενάγουσα δεν ξαναείδε ούτε την εν λόγω αντλία, αλλά ούτε και το όχημα. Επίσης ανέφερε ότι δεν επικοινώνησε με τον ΜΕ1 όταν αφαίρεσε την αντλία που εγκατέστησε η Ενάγουσα, αλλά επικοινώνησε με τον ΜΕ
  1. Ανέφερε περαιτέρω, ότι μετά την ημερομηνία κατά την οποία το όχημα ακινητοποιήθηκε στο δρόμο, ξαναείδε το όχημα μετά από 1 - 2 εβδομάδες. Συγκεκριμένα του τηλεφώνησε ο ιδιοκτήτης και του είπε ότι αλλάχθηκε η αντλία πετρελαίου και ότι το όχημα παρουσίαζε διακοπές. Σε σχετική ερώτηση του κ. Χατζηλοϊζου απάντησε ότι για την επανατοποθέτηση της αντλίας που είχε επισκευάσει δεν προέβη σε οποιαδήποτε χρέωση. Ο ΜΥ2 αρνήθηκε τις υποβολές ότι το διαγνωστικό έδειξε ότι ο εγκέφαλος της αντλίας ήταν καμένος, καθώς και ότι υπήρχε ηλεκτρονικό πρόβλημα. Επίσης αρνήθηκε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι ο ίδιος δήλωσε πως «ψηλώνει τα χέρια» και δεν μπορούσε να εντοπίσει το πρόβλημα του οχήματος. Τέλος, αρνήθηκε τη θέση του κ. Χατζηλοϊζου ότι το όχημα μετά την επιδιόρθωση από την Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο ΜΥ3 είναι ένας εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας G&N DIESEL SERVICES LTD και ασχολείται με τις επιδιορθώσεις αντλιών πετρελαίου. Αναγνώρισε το τιμολόγιο - Τεκμήριο 8, λέγοντας ότι εκδόθηκε από τον ίδιο. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τον ΜΕ1 με τον οποίο είχαν συνεργασία, κατά το 2006 και το
  2. Μετά τις εν λόγω εργασίες, ο ΜΕ1 επανήλθε τέλη του 2012 με αρχές του
  3. Η συνεργασία τους τα τελευταία τρία - τέσσερα χρόνια αφορά επισκευές σε πέκκα πετρελαίου. Όταν του υποδείχθηκε η αντλία πετρελαίου (Τεκμήριο 15) δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση στο κατά πόσο έτυχε επισκευής από την εταιρεία του. Σε σχέση με τον κωδικό GN 7106, είπε ότι σε ορισμένες αντλίες χάρασσαν τα αρχικά της εταιρείας, δηλαδή GN και σε περίπτωση που ο κωδικός του Τεκμηρίου 15 είναι όντως της εταιρείας τους, αυτό σημαίνει ότι η επισκευή έγινε τον Ιανουάριο του
  4. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο κωδικός που είναι χαραγμένος στο Τεκμήριο 15 δεν είναι δικός τους, ο ΜΥ3 είπε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει λέγοντας ότι επισκευάζουν περί τις 1.000 αντλίες το χρόνο. Για μία αντλία που επισκευάστηκε πριν 10 έτη δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο κωδικός είναι ή όχι δικός τους. Επίσης στην ερώτηση αν υπάρχουν άλλοι που χρησιμοποιούν τα αρχικά GN απάντησε και πάλι ότι δεν γνωρίζει. Σε σχέση με τη συνεργασία που είχαν με την Ενάγουσα το 2006, είπε ότι δεν θυμάται τι ακριβώς αφορούσε και για να απαντήσει θα πρέπει να ζητήσει το τιμολόγιο από το λογιστήριο. Ανέφερε ωστόσο ότι η εργασία έγινε καλοκαίρι του 2006 και δεν είχε σχέση με τη συγκεκριμένη αντλία. Στην ιδιαίτερα σύντομη αντεξέταση του είπε ότι η γραμματοσειρά με την οποία είναι χαραγμένος ο κωδικός GN 7106 στο Τεκμήριο 15 είναι συνηθισμένη και συμφώνησε με τη θέση του κ. Χατζηλοϊζου ότι μπορεί εύκολα να χαραχθεί. Ο ΜΕ1 μού προκάλεσε θετική εντύπωση και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Στις απαντήσεις του υπήρξε θετικός, άμεσος και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια υπεκφυγής ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Κεντρικός άξονας της μαρτυρίας του ΜΕ1 ήταν η συμφωνία που επήλθε μεταξύ της Ενάγουσας, δια του ιδίου, και της Εναγόμενης, δια του ΜΥ1, σε σχέση με την αντικατάσταση της κεντρικής και βοηθητικής αντλίας πετρελαίου του οχήματος για το ποσό των €4.000 περίπου, ως ο σχετικός ισχυρισμός του. Σε αυτήν του τη θέση ο ΜΕ1 υπήρξε απόλυτος, ενώ οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί της Εναγόμενης παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και περιορίστηκαν σε γενικές υποβολές. Επιπροσθέτως, τα όσα ο ΜΕ1 κατέθεσε παρουσιάζουν συνοχή με γεγονότα που ουσιαστικά είναι κοινώς αποδεκτά. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στο γεγονός ότι το όχημα λόγω μηχανικού προβλήματος είχε ακινητοποιηθεί στο δρόμο πλησίον του χωριού Έμπα και στο ότι κλήθηκε στη σκηνή από την Εναγόμενη, καθώς ο ΜΥ2 δεν μπορούσε να επιδιορθώσει το πρόβλημα του οχήματος. Είναι επίσης κοινά αποδεκτό ότι το όχημα μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Ενάγουσας, από όπου το παρέλαβε την επόμενη ημέρα επιδιορθωμένο ο ΜΥ
  5. Επιπρόσθετα αποτελεί κοινό έδαφος ότι η αντλία πετρελαίου είχε παρουσιάσει ξανά πρόβλημα και για αυτόν άλλωστε τον λόγο είχε ανατεθεί στο ΜΥ2 η επιδιόρθωση της (βλ. Τεκμήριο 12). Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αντλία πετρελαίου με βάση τις οδηγίες του κατασκευαστή, δηλαδή της αυτοκινητοβιομηχανίας VOLVO, δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί (βλ. μαρτυρία ΜΕ4) οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι αυτό που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν η αντικατάσταση της κεντρικής και βοηθητικής αντλίας. Αποτελεί άλλωστε, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, κοινό έδαφος ότι το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας ήταν επιτυχές αφού το όχημα επιδιορθώθηκε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ΜΥ1 κατά την παραλαβή του οχήματος δεν διαμαρτυρήθηκε, είτε για τις εργασίες αντικατάστασης των αντλιών, είτε για το κόστος. Υπενθυμίζω ότι ο ισχυρισμός της Εναγομένης είναι ότι απλά ζήτησε από την Ενάγουσα να ελέγξει το όχημα. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το αναμενόμενο θα ήταν όταν ο ΜΥ1 παραλάμβανε το όχημα επιδιορθωμένο, να διερωτηθεί τουλάχιστον για το πως επιδιορθώθηκε. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ1 επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ2 η αξιολόγηση της οποίας θα γίνει πιο κάτω. Συνεπώς όσα ανέφερε ο ΜΕ1 περί εντολής που έλαβε η Ενάγουσα από την Εναγόμενη για επιδιόρθωση του οχήματος και σύναψης προφορικής συμφωνίας για ανάληψη της εν λόγω εργασίας η οποία περιελάβανε την αντικατάσταση της κεντρικής και βοηθητικής αντλίας πετρελαίου έναντι ποσού που κυμαινόταν γύρω στις €4.000 γίνονται αποδεκτά. Σημειώνω ότι η τελική χρέωση με βάση το Τεκμήριο 2, είναι για το ποσό των €4.037,
  6. Η απόκλιση του ποσού των €37,51 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφεύγει της συμφωνηθείσας αμοιβής. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν παραβλέπω πως έγινε πολύς λόγος για την αξία των αντλιών. Έναυσμα για την εν λόγω συζήτηση αποτέλεσαν τα τιμολόγια αγοράς των εν λόγω αντλιών (Τεκμήρια 7 και 8), τα οποία όντως παρουσιάζουν μία σημαντική διαφορά σε σχέση με το ποσό που κατέβαλε η Ενάγουσα για την αγορά τους και της χρέωσης που η ίδια έκανε στη συνέχεια με βάση το δικό της τιμολόγιο (Τεκμήριο 2). Παρατηρώ ωστόσο ότι το σημαντικό στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι η διαφορά που παρουσιάζεται μεταξύ της τιμής αγοράς των επίδικων αντλιών και της τιμής που τις χρέωσε στη συνέχεια η Ενάγουσα, αλλά κατά πόσο υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών στη βάση συμφωνηθείσας αμοιβής. Το εν λόγω ζήτημα έχει ήδη απαντηθεί πιο πάνω και επομένως η Εναγόμενη δεν μπορεί να διαμαρτύρεται για την αμοιβή της Ενάγουσας εφόσον είχε συμφωνήσει με αυτήν. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ λογική την εξήγηση που έδωσε ο ΜΕ1 για την διαφορά που παρατηρείται, αφού είναι αναμενόμενο η Ενάγουσα ως αντιπρόσωπος να λαμβάνει χαμηλότερες τιμές για εξαρτήματα τα οποία, όταν στη συνέχεια τα χρησιμοποιούσε σε επιδιορθώσεις που έκανε, χρέωνε σε υψηλότερες τιμές. Η θέση αυτή ενισχύεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ4 ο οποίος ανέφερε ότι η VIAMAX παραχωρούσε, κατά κανόνα, εκπτώσεις στους αντιπροσώπους της. Αρκετός λόγος επίσης έγινε και για την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου - Τεκμήριο
  7. Είναι αλήθεια ότι ο ΜΕ1 είπε ότι οι εργασίες έγιναν περί τον Μάιο του 2008 και παρουσιάστηκε βέβαιος ότι το τιμολόγιο εκδόθηκε ταυτόχρονα με την περάτωση των εργασιών. Μάλιστα, ο ΜΕ1 είπε ότι οι εργασίες έγιναν Παρασκευή, το όχημα το παρέλαβε επιδιορθωμένο ο ΜΥ1 την επόμενη μέρα, δηλαδή το Σάββατο, και ακολούθως την επόμενη Δευτέρα παρουσιάστηκε προς πληρωμή το τιμολόγιο. Ωστόσο το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) φέρει ως ημερομηνία έκδοσης την 24.06.
  8. Η ημερομηνία επομένως έκδοσης του τιμολογίου δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι εκδόθηκε ταυτόχρονα με τις εργασίες οι οποίες έγιναν τον Μάιο. Θεωρώ όμως ότι η εν λόγω διάσταση δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΕ
  9. Αυτό διότι, με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο ο χρόνος έκδοσης του τιμολογίου, αφού είναι κοινά αποδεκτό ότι το τιμολόγιο εκδόθηκε, όπως επίσης κοινά αποδεκτό είναι ότι αυτό παρουσιάστηκε στην Εναγόμενη δια του ΜΥ1, ο οποίος αρνήθηκε να το πληρώσει. Επισημαίνω πως δεν υποστηρίχθηκε από την Υπεράσπιση ότι υπήρξε οποιοδήποτε άλλο τιμολόγιο. Αντίθετα η Εναγόμενη απέστειλε επιταγή (βλ. Τεκμήριο 5) για το ποσό των €402,50 που ως αναφέρεται στη σχετική επιστολή αποτελεί το ποσό των εργατικών της Ενάγουσας. Το εν λόγω ποσό αντιστοιχεί στο ποσό που η Ενάγουσα χρέωσε ως εργατικά και στο τιμολόγιο - Τεκμήριο
  10. Οι διαζευκτικές υποβολές επομένως του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι το τιμολόγιο ουδέποτε εκδόθηκε, καθώς και ότι εκδόθηκε εκ των υστέρων δεν συνάδουν με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος ουδέποτε αρνήθηκε ότι το τιμολόγιο παρουσιάστηκε σε αυτόν αμέσως μετά την επιδιόρθωση. Συνεπώς η προαναφερόμενη διάσταση είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τον χρόνο έκδοσης του τιμολογίου. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Θεωρώ σκόπιμο να παρεμβάλω στη σειρά αξιολόγησης των μαρτύρων, τη μαρτυρία του ΜΥ1 διότι μαζί με τον ΜΕ1 αποτελούν τους βασικούς πρωταγωνιστές της επίδικης διαφοράς. Ο ΜΥ1 δεν έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του. Η μαρτυρία του δεν διακρινόταν από συνοχή, ενώ σε αρκετά σημεία αντιστρατεύεται την κοινή λογική και εμπειρία. Ξεκινώντας από το κύριο επίδικο ζήτημα, δηλαδή το ζήτημα της ανάθεσης στην Ενάγουσα της εκτέλεσης των επίδικων εργασιών, σημειώνω ότι δεν πείθει η θέση του μάρτυρα ότι αυτό το οποίο ζητήθηκε από την Ενάγουσα ήταν απλά ο έλεγχος του οχήματος. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω το όχημα είχε ακινητοποιηθεί στο δρόμο φορτωμένο με εμπόρευμα αξίας €15.
  1. Η Ενάγουσα, δια του ΜΕ1, κλήθηκε στη σκηνή ενόψει του ότι ο ΜΥ2 αδυνατούσε να εντοπίσει και να επιδιορθώσει το πρόβλημα που παρουσίασε το όχημα. Με αυτά επομένως τα δεδομένα το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η Ενάγουσα κλήθηκε στη σκηνή για να εντοπίσει το πρόβλημα και να επιδιορθώσει το όχημα, αφού μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε το όχημα να μετακινηθεί από τον δρόμο. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την επακολουθήσασα συμπεριφορά του ΜΥ1, ο οποίος παραλαμβάνοντας το όχημα από το συνεργείο της Ενάγουσας δεν διαμαρτυρήθηκε για το ότι εκτελέστηκαν εργασίες χωρίς τις οδηγίες ή τη συγκατάθεση της Εναγόμενης. Αντιθέτως παρέλαβε το όχημα, το οποίο είχε επιδιορθωθεί και λειτουργούσε, παραλαμβάνοντας μάλιστα και την κεντρική αντλία πετρελαίου η οποία είχε αντικατασταθεί από την Ενάγουσα. Συνεπώς, όταν παραλάμβανε το όχημα από το συνεργείο της Ενάγουσας, ο ΜΥ1 γνώριζε ότι οι αντλίες αντικαταστάθηκαν. Αφ' ης στιγμής όμως ισχυρίζεται ότι οι επίδικες εργασίες έγιναν χωρίς την ενημέρωση και την έγκριση της Εναγόμενης, το αναμενόμενο θα ήταν να διαμαρτυρηθεί όταν παρέλαβε το όχημα, να ρωτήσει για το κόστος των εργασιών ή τουλάχιστον να εκφράσει την έκπληξη του για την αντικατάσταση των αντλιών. Τίποτα όμως από τα πιο πάνω δεν έγινε, προφανώς διότι τόσο οι εργασίες που εκτελέστηκαν όσο και το κόστος ήταν γνωστά στην Εναγόμενη και οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί του ΜΥ1 αποτελούν όψιμες αιτιολογίες. Ούτε και η επιστολή ημερ. 30.06.08 (Τεκμήριο 14) διαφοροποιεί τα πράγματα. Η εν λόγω επιστολή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, στάληκε μετά την επιθεώρηση του οχήματος από τον ΜΥ2 και δεν μπορεί επομένως να αποτελέσει αιτιολογία στην παράλειψη της Εναγόμενης να αντιδράσει άμεσα κατά τον χρόνο παραλαβής του οχήματος από το συνεργείο της Ενάγουσας, ως θα ήταν και το αναμενόμενο. Ξενίζει επίσης και η ενέργεια του ΜΥ1 να αρνηθεί την πρόταση του ΜΕ1 για αφαίρεση των αντλιών από το όχημα. Εφόσον, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, οι επίδικες εργασίες δεν ήταν αναγκαίες και δεν έδωσε οδηγίες για να γίνουν τότε γιατί δεν συναίνεσε άμεσα στην πρόταση του ΜΕ1 παρά μόνο αρκετά αργότερα και συγκεκριμένα με την επιστολή του τότε δικηγόρου της Εναγόμενης ημερ. 05.08.08 (Τεκμήριο 5) κάλεσε την Ενάγουσα να ορίσει τόπο και χρόνο για την επιστροφή της αντλίας. Επιπροσθέτως των πιο πάνω παρατηρείται διάσταση σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και του ΜΥ
  2. Συγκεκριμένα ενώ ο ΜΥ2 τοποθετεί τον εαυτό του στον χώρο όπου ακινητοποιήθηκε το όχημα και μάλιστα για αρκετό χρόνο αφού, ως ισχυρίστηκε, βρισκόταν εκεί πριν έλθουν οι ΜΕ1 και 2 και εξακολούθησε να παρευρίσκεται εκεί μέχρι τουλάχιστον και την τοποθέτηση του διαγνωστικού, εντούτοις ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι ο ΜΥ2 ήταν παρών στη σκηνή. Περαιτέρω, ενώ ο ΜΥ2 είπε ότι το όχημα επανήλθε μετά από μερικές μέρες κοντά του διότι παρουσίαζε προβλήματα (έκανε διακοπές όπως χαρακτηριστικά δήλωσε), ουδέν ανάλογο ισχυρίστηκε ο ΜΥ
  3. Δεν υπήρξε εκ μέρους του οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το όχημα μετά την επιδιόρθωση του από την Ενάγουσα παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αυτό το οποίο αφέθηκε να εννοηθεί από τη μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν ότι το όχημα οδηγήθηκε στον ΜΥ2 για να εκφέρει τη γνώμη του ως προς τις εργασίες που εκτέλεσε η Ενάγουσα. Επιπλέον ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα κατέβαλε για την επανατοποθέτηση της αντλίας πετρελαίου το ποσό των €300,00 αντικρούεται από τον ΜΥ2 ο οποίος δήλωσε ότι δεν χρέωσε οποιοδήποτε ποσό για την επανατοποθέτηση της αντλίας. Τέλος, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στους ισχυρισμούς του ότι ο ΜΕ1 αρχικά ανέφερε ότι τοποθέτησε καινούρια αντλία πετρελαίου και ζήτησε να πληρωθεί για αυτήν και στη συνέχεια λόγω της άρνησης της Εναγόμενης ανέφερε ότι τελικά τοποθέτησε μεταχειρισμένη αντλία και ζήτησε το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Αυτοί οι ουσιώδεις ισχυρισμοί δεν τέθηκαν στο ΜΕ1 και επομένως δεν του δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551). Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΥ1 απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ο ΜΕ2 μου προξένησε θετική εντύπωση. Στις απαντήσεις του υπήρξε άμεσος, πειστικός και αυθόρμητος. Η μαρτυρία του στα ουσιώδη σημεία της επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ1, αλλά και του ΜΕ4 όσον αφορά τη θέση του ότι η κεντρική αντλία πετρελαίου δεν μπορεί να επιδιορθωθεί αλλά μόνο να αντικατασταθεί όταν παρουσιαστεί πρόβλημα. Κατά την αντεξέταση του δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του και δεν διεφάνη σε οποιοδήποτε σημείο αυτής ότι ήταν καθοδηγούμενη προς τον σκοπό υποβοήθησης της υπόθεσης της Ενάγουσας. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι ο ΜΕ2 υπήρξε για χρόνια εργοδοτούμενος της Ενάγουσας. Παρατηρώντας τον ωστόσο στο εδώλιο του μάρτυρα και εξετάζοντας τη μαρτυρία του δεν διέκρινα ότι το προαναφερόμενο γεγονός επηρέασε την αντικειμενικότητα του. Σημειώνω επίσης πως ούτε και μέσα από την αντεξέταση προέκυψε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ουσιώδη θέση του ότι το διαγνωστικό μηχάνημα έδειξε ότι είχε καεί ο εγκέφαλος της κεντρικής αντλίας και ότι η πίεση της βοηθητικής αντλίας ήταν χαμηλή. Επισημαίνω ότι δεν τέθηκε στον ΜΕ2 η θέση που προέβαλε ο ΜΥ2 ότι το διαγνωστικό δεν εντόπισε οποιαδήποτε βλάβη (βλ. ανωτέρω Tekinder Pal v. Δημοκρατίας). Άλλωστε το ότι η βλάβη εντοπίστηκε και επιδιορθώθηκε επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα γεγονότα, καθώς το όχημα μετά από τις εργασίες που έγιναν από την Ενάγουσα λειτούργησε. Συνεπώς, η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Το μοναδικό μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα αφορά τον χρόνο έκδοσης του τιμολογίου - Τεκμήριο
  1. Για το συγκεκριμένο ζήτημα ισχύουν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και δεν κρίνω σκόπιμη την επανάληψη τους. Ο ΜΕ3 κλήθηκε ως εκτιμητής οχημάτων για να μαρτυρήσει για την αξία της επίδικης κεντρικής αντλίας πετρελαίου κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι η αξία της κατά το 2008 κυμαινόταν μεταξύ €3.000 - 3.500 πλέον Φ.Π.Α. Ο μάρτυρας ωστόσο δεν τεκμηρίωσε την εν λόγω άποψη του, ούτε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να ενισχύουν την εν λόγω θέση του. Περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι η πιο πάνω δήλωση του απορρέει από την εμπειρία και τις γνώσεις του. Όταν όμως ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του κατά πόσο ασχολήθηκε στην επαγγελματική σταδιοδρομία του με ηλεκτρονικές αντλίες αυτοκινήτων VOLVO, o ΜΕ3 απάντησε με γενικό τρόπο καταφατικά χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει λεπτομέρειες έστω και για μία συγκεκριμένη περίπτωση. Η μοναδική συγκεκριμένη αναφορά που έγινε από τον ΜΕ3 ήταν στους εισαγωγείς «Αναστασίου & Χρυσάνθου» και αφορούσε τη σημερινή αξία της αντλίας, στοιχείο όμως ουδέτερο προς τα επίδικα θέματα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΕ
  2. Πολύ καλή εντύπωση άφησε ο ΜΕ4 στο Δικαστήριο και θεωρώ ότι υπήρξε ένας αντικειμενικός μάρτυρας. Το βασικό μέρος της μαρτυρίας του περιστράφηκε γύρω από τη δυνατότητα επιδιόρθωσης της κεντρικής αντλίας πετρελαίου. Ο ΜΕ4 δήλωσε ξεκάθαρα ότι οι εργοστασιακές οδηγίες ήταν όπως η αντλία αντικαθίσταται σε περιπτώσεις βλάβης και δεν υπήρχε δυνατότητα επιδιόρθωσης της. Διευκρίνισε μάλιστα, κατά την αντεξέταση του, ότι στη VIAMAX δεν υπήρχαν εξαρτήματα για επιδιόρθωση των αντλιών. Επίσης ξεκάθαρος υπήρξε και στο ζήτημα παραχώρησης εκπτώσεων λέγοντας ότι συνήθως παραχωρούνταν εκπτώσεις στους αντιπροσώπους και καταγράφονταν επί των τιμολογίων. Υπήρχαν ωστόσο και περιπτώσεις που η έκπτωση δεν αναγραφόταν στο τιμολόγιο, αλλά απλώς χρεωνόταν η καθαρή τιμή στην οποία περιλαμβανόταν και η έκπτωση. Σημειώνω ότι η αντεξέταση κινήθηκε κυρίως στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων στο μάρτυρα και δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η μαρτυρία του. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΥ4 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Αναφορικά τώρα με τον ΜΥ2, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του. Ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του ΜΥ2 δεν τέθηκαν στους ΜΕ1 και 2 έτσι ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν επ' αυτών (βλ. ανωτέρω Tekinder Pal v. Δημοκρατίας). Αναφέρομαι συγκεκριμένα στους ισχυρισμούς που προέβαλε ο ΜΥ2 ότι το διαγνωστικό δεν εντόπισε οποιαδήποτε βλάβη, αλλά απλώς ο ΜΕ2 εισηγήθηκε ότι πιθανόν να υπάρχει ηλεκτρονικό πρόβλημα, καθώς και στον ισχυρισμό ότι η αντλία πετρελαίου που τοποθετήθηκε στο όχημα από την Ενάγουσα ήταν η αντλία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 και ήταν επισκευασμένη. Ξεκινώντας από το διαγνωστικό παρατηρώ ότι ο ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε επί του εν λόγω σημείου, ούτε και του τέθηκε ο ισχυρισμός ότι το διαγνωστικό δεν εντόπισε βλάβη παρά μόνο ο τελευταίος εισηγήθηκε ότι μάλλον υπήρχε ηλεκτρονικό πρόβλημα. Ο ΜΕ2 υπήρξε απόλυτος στη θέση του ότι το διαγνωστικό εντόπισε ότι ο εγκέφαλος της κεντρικής αντλίας είχε καεί, καθώς και ότι η βοηθητική αντλία είχε χαμηλή πίεση. Όσον αφορά την αντλία πετρελαίου (Τεκμήριο 15) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη δίκη κατά τη μαρτυρία του ΜΥ2, με αποτέλεσμα οι ΜΕ1 και 2 να μην αντεξεταστούν σε σχέση με την προαναφερόμενη αντλία. Πρόκειται για μία ουσιαστική παράλειψη της Εναγόμενης, καθώς η εν λόγω αντλία δεν υποδείχθηκε καν στους ΜΕ1 και 2 και κατ' επέκταση δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθούν επί του κατά πόσο η εν λόγω αντλία ήταν αυτή που εγκατέστησαν στο όχημα. Παρατηρώ δε ότι ούτε δικογραφικά, αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας προωθήθηκε αυτή η συγκεκριμένη πτυχή, ότι δηλαδή η επίδικη αντλία ήταν επισκευασμένη από συγκεκριμένο μάλιστα συνεργείο. Σημειώνω επίσης ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη της Εναγόμενης να θέσει ευθύς εξαρχής τον εν λόγω ισχυρισμό και να παρουσιάσει την εν λόγω αντλία στους μάρτυρες της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΥ2 η συγκεκριμένη αντλία βρισκόταν στην κατοχή του ΜΥ1 από τον οποίο την παρέλαβε για να την καταθέσει ως Τεκμήριο. Σχετική με τα πιο πάνω είναι η υπόθεση Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, στην οποία λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Σχετική είναι η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it." «Οι εφεσείοντες δεν έθεσαν, ούτε και έθιξαν, την πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1. Δεν θεωρούμε την εξήγηση της παράλειψης, που καταγράψαμε πριν από λίγο, ικανοποιητική. Όπως εκτέθηκε ήδη παραπάνω, υπήρχε μαρτυρία που το Δικαστήριο θεώρησε επαρκή και έδειχνε πως τα πανεπιστήμια ήταν accredited. Δεν είναι επομένως ανατρέψιμο το συμπέρασμα του. Η παράγραφος 11 της γραπτής υπεράσπισης τους αναφέρει απλώς ότι οι συμφωνίες με τα τρία πανεπιστήμια που αυτή μνημονεύει δεν τηρήθηκαν. Το δικόγραφο αναφέρει επί λέξει "........did not comply with and were not within the terms and conditions of the agreement....." Ο ισχυρισμός δεν τέθηκε στην υπεράσπιση, όπως τώρα εγείρεται. Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» Επίσης στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου v. Λεοντίου Κ. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785 ειπώθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App.R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παράγρ. 33-69). Έτσι είναι φανερό ότι και ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί.» Επιπροσθέτως των πιο πάνω, αναφέρω ότι στερείται πειστικότητας ο ισχυρισμός του ΜΥ2 ότι η αντλία που τοποθέτησε η Ενάγουσα στο όχημα είναι η αντλία που αποτελεί το Τεκμήριο
  1. Καταρχάς ο ΜΥ2 δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια αντλία εγκαταστάθηκε στο όχημα της Εναγόμενης. Δεν ήταν παρών όταν εγκαταστάθηκε η αντλία από την Ενάγουσα, ούτε και η προσκομισθείσα μαρτυρία υποστηρίζει ότι το όχημα αμέσως μετά την παραλαβή του από το συνεργείο της Ενάγουσας οδηγήθηκε για έλεγχο στον ΜΥ2, έτσι ώστε να μπορεί μετά βεβαιότητας να υποστηρίξει ότι η αντλία - Τεκμήριο 15 είναι η αντλία που εγκατέστησε η Ενάγουσα. Αντιθέτως, από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι το όχημα μεταφέρθηκε στον ΜΥ2 μετά την πάροδο κάποιων ημερών. Επίσης, ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της θέσης του ΜΥ2 εγείρονται και από τα ακόλουθα. Όπως ο ίδιος δήλωσε έχει επισκευάσει περισσότερες από χίλιες αντλίες πετρελαίου μέχρι σήμερα και επομένως εύλογα δημιουργείται το ερώτημα πως ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ότι η αντλία - Τεκμήριο 15 ήταν η επίδικη. Πόσο μάλλον, αν αναλογιστεί κάποιος ότι παρήλθαν 8 περίπου χρόνια από την ημέρα που αντικατέστησε την επίδικη αντλία, χωρίς έκτοτε να την ξαναδεί, μέχρι την ημέρα που την κατέθεσε στο Δικαστήριο. Επισημαίνω δε, ότι δεν ισχυρίστηκε ότι είχε κάτι ιδιαίτερο η συγκεκριμένη αντλία έτσι ώστε να τυπώθηκε στην μνήμη του, ούτε και ανέφερε ότι του προκάλεσε εντύπωση το ότι ήταν επισκευασμένη και υπήρχε χαραγμένος κωδικός σε αυτήν. Σε κάθε περίπτωση θα ανέμενα, όταν μεταφέρθηκε το όχημα κοντά του και αφαίρεσε την αντλία της Ενάγουσας, να αναφέρει στον ΜΥ1 ότι η αντλία ήταν επισκευασμένη και όχι καινούρια. Τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν προβλήθηκε ούτε από τον ίδιο, ούτε και από τον ΜΥ
  2. Τέλος, ο ισχυρισμός του ΜΥ2 ότι το όχημα επανήλθε κοντά του λόγω του ότι παρουσίαζε διακοπές στη λειτουργία του δεν υποστηρίζεται από τον ΜΥ
  3. Όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1 τέτοιος ισχυρισμός δεν προωθήθηκε στη μαρτυρία του. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ2 απορρίπτεται. Η μαρτυρία του ΜΥ3 θεωρώ ότι δεν έριξε φως στα επίδικα θέματα, αφού κύριο γνώρισμα της ήταν η γενικότητα και η αδυναμία του μάρτυρα να δώσει σαφείς απαντήσεις. Ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε ουσιαστικά για να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με το κατά πόσο η εταιρεία G & N DIESEL SERVICES LTD επισκεύασε την αντλία - Τεκμήριο 15 για λογαριασμό της Ενάγουσας. Ο ΜΥ3 δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις επί των πιο πάνω ζητημάτων. Καταρχάς δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει αν ο κωδικός που είναι χαραγμένος στην αντλία - Τεκμήριο 15 έγινε από την εταιρεία του ή όχι. Επίσης δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τη συνεργασία που είχαν με την Ενάγουσα κατά το
  4. Δεν παραγνωρίζω ότι στην πορεία της εξέτασης του δήλωσε ότι δεν έγινε για λογαριασμό της Ενάγουσας εργασία επισκευής αντλίας πετρελαίου. Την ίδια στιγμή όμως σε άλλες ερωτήσεις που του τέθηκαν είπε ότι είναι σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για τη συνεργασία που έχει με την Ενάγουσα μόνο κατά τα τελευταία τρία - τέσσερα χρόνια και όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα για το 2006 είπε ότι θα πρέπει να δει το τιμολόγιο για να απαντήσει σε τι συνίστατο η συνεργασία που είχαν το
  5. Στη βάση επομένως των πιο πάνω δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΥ
  6. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου του 2008 το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΤ 616, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης, παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα και ακινητοποιήθηκε στο δρόμο πλησίον του χωριού Έμπα της Επαρχίας Πάφου. Στο σημείο όπου ακινητοποιήθηκε το όχημα μετέβη ο Σάββας Σαγιάς (ΜΥ2), ο οποίος προηγουμένως είχε επιδιορθώσει την αντλία πετρελαίου του οχήματος. Λόγω του ότι αδυνατούσε να εντοπίσει το πρόβλημα του οχήματος, κλήθηκε στη σκηνή η Ενάγουσα, δια του διευθυντή της Γιαννάκη Νικολαΐδη, για να βοηθήσει στη διακρίβωση του προβλήματος. Ο Γιαννάκης Νικολαΐδης (ΜΕ1) μετέβη στη σκηνή μαζί με τον τότε υπάλληλο του Σάββα Σωκράτους (ΜΕ2) μεταφέροντας μαζί τους και το διαγνωστικό μηχάνημα. Ο ΜΕ2 έλεγξε το όχημα με το διαγνωστικό μηχάνημα και η ένδειξη του ήταν ότι είχε καεί ο εγκέφαλος της κεντρικής αντλίας πετρελαίου, ενώ η βοηθητική αντλία παρουσίαζε χαμηλή πίεση. Μετά τη διάγνωση οι ΜΕ1 και 2 επέστρεψαν στο συνεργείο της Ενάγουσας για να ελέγξουν κατά πόσο είχαν διαθέσιμα τα εξαρτήματα και τα εργαλεία που απαιτούνταν για την επιδιόρθωση του οχήματος, αλλά και για να υπολογίσουν το κόστος των εν λόγω εργασιών. Αφού προέβησαν στις πιο πάνω ενέργειες ο ΜΕ1 τηλεφώνησε του ΜΥ1, στην παρουσία του ΜΕ2, και έχοντας σε ανοικτή ακρόαση το τηλέφωνο ενημέρωσε τον ΜΥ1 για το ότι θα έπρεπε να αντικατασταθούν η κεντρική και βοηθητική αντλία πετρελαίου και να γίνει επιδιόρθωση της ηλεκτρονικής εγκατάστασης. Επίσης ανέφερε στον ΜΥ1 ότι οι πιο πάνω εργασίες θα στοίχιζαν περί τις €4.
  7. Ο ΜΥ1 συμφώνησε και έδωσε οδηγίες να εκτελεστούν οι προαναφερόμενες εργασίες λέγοντας ότι είναι σημαντικό να μετακινηθεί το όχημα από το δρόμο καθώς ήταν φορτωμένο με εμπόρευμα αξίας €15.
  8. Οι ΜΕ1 και 2 επέστρεψαν στο χώρο όπου το όχημα ήταν ακινητοποιημένο και επί τόπου αντικατέστησαν την κεντρική και βοηθητική αντλία πετρελαίου με καινούρια κεντρική και βοηθητική αντλία. Επίσης επιδιόρθωσαν πρόχειρα την ηλεκτρονική εγκατάσταση. O κωδικός εξαρτήματος που χρησιμοποιείται από τη VOLVO για το συγκεκριμένο τύπο κεντρικής αντλίας που εγκαταστάθηκε στο όχημα είναι
  9. Μετά τις πιο πάνω εργασίες το όχημα λειτούργησε και οδηγήθηκε από τον ΜΕ2 στο συνεργείο της Ενάγουσας, όπου ολοκληρώθηκε η επιδιόρθωση στην ηλεκτρονική εγκατάσταση και έγιναν οι τελικοί έλεγχοι. Όταν πλέον διαπιστώθηκε ότι το όχημα λειτουργούσε κανονικά, ειδοποιήθηκε ο ΜΥ1 ο οποίος την επόμενη ημέρα το παρέλαβε από το συνεργείο της Ενάγουσας. Κατά την παραλαβή του οχήματος ο ΜΥ1 ζήτησε και έλαβε και την αντικατασταθείσα κεντρική αντλία πετρελαίου. Περαιτέρω, ζήτησε από τον ΜΕ1 όπως παραδώσει το τιμολόγιο της Ενάγουσας στα γραφεία της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο για το συνολικό ποσό των €4.037,51 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α και ο ΜΕ1 έστειλε με υπάλληλο της Ενάγουσας το τιμολόγιο στα γραφεία της Εναγόμενης. Εκεί ο ΜΥ1 αρνήθηκε να το πληρώσει και ζήτησε από τον εν λόγω υπάλληλο να καλέσει τον ΜΕ1 να μεταβεί ο ίδιος στα γραφεία της Εναγόμενης. Ο ΜΕ1 μετέβη με τον ΜΕ2 στα γραφεία της Εναγόμενης και αφού εντόπισαν τον ΜΥ1 ο τελευταίος αρνήθηκε να εξοφλήσει το τιμολόγιο λέγοντας του ΜΕ1 να αποταθεί στον ΜΥ2 για την πληρωμή του. Ο ΜΕ1 ανέφερε τότε ότι η εργασία εκτελέστηκε για λογαριασμό της Εναγόμενης και ζήτησε από τον ΜΥ1 να του παραδώσει το όχημα προκειμένου να αφαιρέσει την κεντρική αντλία πετρελαίου που εγκατέστησε η Ενάγουσα και να πληρώσει μόνο τα εργατικά. Ο ΜΥ1 αντί άλλης απάντησης ζήτησε από τους ΜΕ1 και 2 να φύγουν από τα γραφεία της Εναγόμενης, πράγμα το οποίο έπραξαν. Η Ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 01.07.08 αξίωσε την πληρωμή του ποσού των €4.037,51 εντός 7 ημερών από την ημέρα της επιστολής προειδοποιώντας για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Η Εναγόμενη με επιστολή του δικού της δικηγόρου ημερ. 05.08.08 έστειλε επιταγή στην Ενάγουσα για το ποσό των €402,50 για εξόφληση των εργατικών που εμφαίνονται στο τιμολόγιο και κάλεσε περαιτέρω την Ενάγουσα να ορίσει τόπο και χρόνο για την επιστροφή της αντλίας πετρελαίου. Ακολούθως η Ενάγουσα με νέα επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 27.08.08 επανέλαβε ότι το οφειλόμενο ποσό είναι €4.037,51, ότι οι εργασίες έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγόμενης και επέστρεψε την επιταγή για το ποσό των €402,
  10. Νομική πτυχή Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής «ο Νόμος») καθορίζει ποιες συμφωνίες είναι νομικά εκτελεστές με βάση τον Νόμο: «10
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες∙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Τα δικαιώματα συμβαλλομένου που έχει υποστεί ζημιά από την παράβαση σύμβασης προσδιορίζονται στο άρθρο 73 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Το δόγμα ή η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού βρίσκει την εφαρμογή του στο άρθρο 70 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «
  1. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Συμπεράσματα Προτού προχωρήσω στην διατύπωση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, θα ήθελα στο σημείο αυτό να σχολιάσω το εξής. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης και συγκεκριμένα στις παραγράφους 5.2 μέχρι 5.4 γίνεται αναφορά στον Γ. Νικολαϊδη (ΜΕ1) και όχι στην Ενάγουσα. Είναι όμως προφανές ότι με την εν λόγω αναφορά δεν υπονοείται ότι ο έλεγχος του οχήματος ανατέθηκε προσωπικά στον ΜΕ
  2. Αυτό συνάγεται από το ότι η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης σε σχέση με το ποσό που κατ΄ ισχυρισμό κατέβαλε για την επανατοποθέτηση της αντλίας πετρελαίου στρέφεται εναντίον της Ενάγουσας. Επίσης και η επιταγή για το ποσό των €402,50 εκδόθηκε επ΄ ονόματι της Ενάγουσας. Είναι επομένως προφανές ότι η αναφορά στον Γ. Νικολαϊδη γίνεται όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της Ενάγουσας. Επανερχόμενος στη διατύπωση των συμπερασμάτων επισημαίνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης στην αγόρευση του θέτει ορισμένα ερωτήματα που κατά την εισήγηση του θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να απασχολήσουν το Δικαστήριο προς επίλυση της επίδικης διαφοράς. Αναφέρει ο κ. Φιλίππου ότι θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα σε σχέση με το ποιες ήταν οι αναγκαίες εργασίες για την επιδιόρθωση του οχήματος, καθώς επίσης ποια είναι η εύλογη αμοιβή της Ενάγουσας για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης, θεωρώ ότι τα εν λόγω ζητήματα δεν είναι ζητήματα που μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Αυτό διότι το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι, κατά την κρίση μου, το κατά πόσο υπήρξε ή όχι συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Σε περίπτωση ύπαρξης συμφωνίας για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών με συμφωνηθείσα αμοιβή, είναι περιττή η ενασχόληση με την αναγκαιότητα των εργασιών ή το εύλογο της αμοιβής. Άλλωστε οι ισχυρισμοί που προβάλλονται μέσα από το δικόγραφο της Εναγόμενης αφορούν την απουσία συμφωνίας και την εκτέλεση εργασιών χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση της. Αυτή η γραμμή προωθήθηκε και από τον ΜΥ1 ο οποίος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το παράπονο της Εναγόμενης εστιάζεται στο ότι εκτελέστηκαν εργασίες χωρίς να δώσει οδηγίες και χωρίς να ενημερωθεί για το πρόβλημα του οχήματος αλλά και για το κόστος των εργασιών. Συνεπώς το επίδικο θέμα που τίθεται προς επίλυση είναι το κατά πόσο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών από την Ενάγουσα στο όχημα της Εναγόμενης με αρ. εγγραφής ΗΤΤ 616 έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής. Σύμφωνα με τα ευρήματα, όπως αυτά έχουν διατυπωθεί πιο πάνω, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε προφορική συμφωνία με την οποία η Εναγόμενη, δια του ΜΥ1, ανέθεσε στην Ενάγουσα την επιδιόρθωση του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΤΤ 616 έναντι αμοιβής η οποία ορίστηκε κατά προσέγγιση στο ποσό των €4.
  3. Η Ενάγουσα εκπλήρωσε τις δικές τις υποχρεώσεις με βάση την προφορική συμφωνία των διαδίκων, καθώς αντικατέστησε τις υφιστάμενες αντλίες πετρελαίου εγκαθιστώντας μία καινούρια κεντρική αντλία και μία καινούρια βοηθητική και επιδιόρθωσε την ηλεκτρονική εγκατάσταση. Μετά την εκτέλεση των προαναφερόμενων εργασιών το μηχανικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε το όχημα επιλύθηκε, αφού τέθηκε σε λειτουργία και παραλήφθηκε από την Εναγόμενη. Παρά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας, η Εναγόμενη υπαναχώρησε και αρνήθηκε να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα. Υπήρξε επομένως διάρρηξη της συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια η Ενάγουσα, ως το αναίτιο μέρος, δικαιούται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η γενική αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων συνίσταται στο ότι το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί (AΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α - και - ΚΑΚΑΒΟΥ Πολ. Έφεση αρ. 278/10 ημερ. 15.10.15 και Alpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679). Στην προκείμενη περίπτωση όπου η αμοιβή είχε συμφωνηθεί έστω και κατά προσέγγιση και η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) για τις προσφερθείσες υπηρεσίες στη βάση της συμφωνηθείσας αμοιβής, η ζημιά συνίσταται στο ποσό του τιμολόγιου το οποίο θα ελάμβανε η Ενάγουσα αν η Εναγόμενη εκπλήρωνε τις δικές της υποχρεώσεις. Δεν παραβλέπω ότι στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης δεν γίνεται ρητή αναφορά στη διεκδίκηση του ποσού των €4.037 ως αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων. Το Δικαστήριο όμως δύναται να αποδώσει θεραπεία, έστω και αν αυτή δεν περιλαμβάνεται στην αξίωση, νοουμένου ότι αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης τα γεγονότα που δικαιολογούν την επιδίκαση της και στη συνέχεια τα γεγονότα αυτά αποδεικνύονται στη δίκη (Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1Α Α.Α.Δ. 400). Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της Ενάγουσας με το ποσό των €4.037. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός αναγνωρίζεται πλέον πως, ως έννοια βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) (Ιωάννου ν. Χαραλάμπους
(2012)1Α Α.Α.Δ 507). Το άρθρο 70 του Νόμου προνοεί ότι αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε (Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ 2173 και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077). Εν προκειμένω, εφόσον υπήρξε πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής, η Ενάγουσα δικαιούται και στη βάση της αρχής της αποκατάστασης στην επιδίκαση του ποσού των €4.037. Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου, η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης αξιώνει νόμιμο τόκο, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει την ημερομηνία από την οποία αξιώνει την επιδίκαση τόκου. Σημειώνω ότι ούτε και στην αγόρευση του συνηγόρου της γίνεται οποιαδήποτε αναφορά. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας επίσης υπόψη μου ότι τα επίδικα γεγονότα εκτυλίχθηκαν μεταξύ Μαϊου και Ιουνίου του 2008, η δε αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.01.10 και δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, κρίνω ότι ο τόκος θα πρέπει να επιδικαστεί από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €4.037,00 (στην Έκθεση Απαίτησης δεν διεκδικείται το ποσό των €4.037,51) πλέον ο εκάστοτε νόμιμος τόκος από την 11.01.10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα εν όψει της συνεκδίκασης της με την αγωγή. (Υπ.) ................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Final (Αναφορά: Προφορική συμφωνία, Τιμολόγιο). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.