Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Brian Samuel Mundy κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1505 / 2010, 26/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A164 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1505 / 2010 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και
- Brian Samuel Mundy
- Marion Susan Mundy
- Α/φοί Παπίρης Εστέϊτς Λιμιτεδ Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τρίτη 26η Ιουλίου 2016 Για την Ενάγουσα :- κα. Χρυσταλλένη Μαυρικίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Για την εναγόμενη 3 :- Καμία Εμφάνιση ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Έχοντας υπόψη πως σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης εκδόθηκε και σχετικό διάταγμα από το Ανώτατο Δικαστήριο εξαιτίας της καθυστέρησης η οποία παρατηρήθηκε στην έκδοση της, παρατίθενται σε σχετική υποσημείωση στο τέλος αυτής της απόφασης ορισμένες παρατηρήσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με αυτό το θέμα [1]. Διευκρινίζεται παράλληλα πως το θέμα αυτό ούτε λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην έκδοση αυτής της απόφασης αλλά ούτε βεβαίως και έχει οποιαδήποτε σχέση με την ουσία αυτής της απόφασης. Απλά θεώρησα ορθό όπως διευκρινιστούν από το Δικαστήριο ορισμένα δεδομένα σε σχέση με τα όσα λήφθηκαν υπόψη κατά την εξέταση του θέματος της καθυστέρησης.
- Ο ορισμός της αγωγής για απόδειξη προέκυψε μετά από απόσυρση των δικηγόρων της εναγομένης 3, παράλειψη στη συνέχεια της εναγομένης 3 είτε να διορίσει νέους δικηγόρους είτε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο εκπρόσωπος της ο οποίος να αιτηθεί χρόνο για αυτό το σκοπό. Ως αποτέλεσμα η ενάγουσα αιτήθηκε χρόνο από το Δικαστήριο έτσι ώστε να προχωρήσει σε απόδειξη της αξίωσης της εναντίον της εναγομένης 3 (στο εξής θα καλείται η "εναγόμενη").
- Εξετάζεται με αυτή την απόφαση κατά πόσο παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο όπως επιδικάσει στο σύνολο του τις θεραπείες τις οποίες η ενάγουσα αναφέρει στην έκθεση απαίτησης της πως διεκδικεί σε σχέση με την εναγόμενη.
- Το αντικείμενο της αγωγής είναι τραπεζικό δάνειο προς τους εναγόμενους 1 και 2 ενώ σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης (παράγραφος 4), προς ".περαιτέρω εξασφάλισιν και εγγύησιν πάσης προς τους ενάγοντας υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2, οι εναγόμενοι 3 υπεθήκευαν (sic) προς όφελος των εναγόντων το κάτωθι περιγραφόμενο κτήμα του (sic) δυνάμει Υποθήκης Υ.1481/2006.". Η μοναδική άλλη αναφορά στην εναγόμενη στην έκθεση απαίτησης βρίσκεται στην παράγραφο 10, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας οι ".ενάγοντες με επιστολή των ημερ. 12.8.2009 εκάλεσαν τους εναγόμενους 3, ως ενυπόθηκους οφειλέτες, όπως προσέλθουν και εξοφλήσουν το ποσό δια το οποίον ευθύνονται δυνάμει της υποθήκης τους".
- Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σύμφωνα με την ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αγωγής - κατά παράδοξο τρόπο και μάλλον εκ παραδρομής - η ενάγουσα δεν διεκδικεί ως θεραπεία εναντίον της εναγομένης την έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. Δηλαδή δεν ζητείται η θεραπεία η οποία αναφέρεται στην υποπαράγραφο (γ) της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης ενώ επιδιώκεται η έκδοση απόφασης τόσο για το οφειλόμενο ποσό από τους εναγόμενους 1 και 2 (παράγραφος 12 (α) και (β) της έκθεσης απαίτησης) όσο και για τις υπόλοιπες θεραπείες, όπως αυτές παρατίθενται στις υποπαραγράφους (δ) έως (ι) της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης.
- Ακόμη και εντός της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη των θέσεων της ενάγουσας ως πρός την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης υπάρχουν δύο αναφορές στις ίδιες θεραπείες οι οποίες αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ενώ υπάρχει και μία διαζευκτική αναφορά στο σύνολο των θεραπειών όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Επιπλέον, στην πρώτη παράγραφο της γραπτής αγόρευσης συμπεριλαμβάνεται και η υποπαράγραφος (γ) της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης ανεξάρτητα και από την παράλειψη αναφοράς της στην ένορκη δήλωση.
- Παρά και την απουσία αναφοράς εντός της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αγωγής της συγκεκριμένης θεραπείας διατηρώντας υπόψη το θέμα το οποίο το ίδιο το Δικαστήριο έθεσε ως πρός το είδος ουσιαστικά των θεραπειών τις οποίες η ενάγουσα διεκδικεί εναντίον της εναγομένης, θεωρώ πως η απουσία αυτή δεν αποτελεί εμπόδιο στην επιδίκαση της συγκεκριμένης θεραπείας. Θεραπεία η οποία μάλιστα εκ πρώτης όψεως θεωρήθηκε από το Δικαστήριο ως η κύρια θεραπεία η οποία θα μπορούσε να επιδικαστεί προς όφελος της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης.
- Αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση με την αξίωση της ενάγουσας εντός της έκθεσης απαίτησης της είναι πως η ίδια αξιώνει στο σύνολο τους, την έκδοση των ίδιων θεραπειών για όλους τους εναγόμενους ανεξάρτητα βεβαίως και από το γεγονός πως με την ένορκη δήλωση της διεκδικεί την έκδοση των ίδιων ακριβώς θεραπειών τις οποίες εξασφάλισε εναντίον των εναγομένων 1 και 2 με εξαίρεση βεβαίως της θεραπείας η οποία δεν επιδικάστηκε σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και
- Θεωρεί ουσιαστικά η ενάγουσα πως η εναγόμενη ως ενυπόθηκος οφειλέτρια ταυτόχρονα ανέλαβε και ρόλο εγγυητή του δανείου των εναγομένων 1 και 2 αγνοώντας παράλληλα τον κύριο ουσιαστικά ρόλο της εναγομένης ως διαδίκου, δηλαδή αυτό της ενυπόθηκου οφειλέτριας. Η θέση αυτή προκύπτει με σαφήνεια από την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας. Είναι σε σχέση κυρίως με αυτή τη θέση που το Δικαστήριο έθεσε εκ πρώτης όψεως ερώτημα κατά πόσο δηλαδή δικαιολογείται η επιδίκαση ως θεραπειών σε σχέση με την εναγόμενη και αυτών οι οποίες έχουν σχέση με τα οφειλόμενα ποσά από τους εναγόμενους 1 και 2 προς την ενάγουσα. Βεβαίως το Δικαστήριο παράλληλα είχε και εξακολουθεί να έχει πρόθεση όπως εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση και των υπόλοιπων θεραπειών εναντίον της εναγομένης.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο ενόρκως δηλών προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 3, πέραν από αναφορά της ιδιότητας με την οποία ορκίζεται και των καθηκόντων του σε σχέση με αυτή, περιορίζεται σε υιοθέτηση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, ως επίσης και εκτός από καταγραφή ενός ιστορικού της αγωγής από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης, σε δικές του ανεπίτρεπτες εκτιμήσεις, υπό μορφή γνώμης, ως πρός την ύπαρξη ή μή υπεράσπισης της εναγομένης σύμφωνα και με το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης της. Επιπλέον, επαναλαμβάνει και πάλι τους όσους ισχυρισμούς έχει ήδη υιοθετήσει από την έκθεση απαίτησης συνδέοντας τους και με τα τεκμήρια τα οποία έχει καταθέσει προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης. Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο δεν θεωρεί με οποιοδήποτε τρόπο πως στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν θέματα παρόμοια με αυτά τα οποία εξετάστηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ. ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 αναφορικά με την επάρκεια της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας.
- Τονίζω και πάλι πως αυτό το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει είναι το είδος των θεραπειών την επιδίκαση των οποίων η ενάγουσα διεκδικεί σε σχέση με την εναγόμενη κυρίως δε τις θεραπείες των οφειλόμενων ποσών από τους εναγόμενους 1 και
- Εισηγείται η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας σε σχέση με τις θεραπείες για τα οφειλόμενα ποσά πως σχετικό είναι το περιεχόμενο του προοιμίου του τεκμηρίου Γ δηλαδή της "Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου" σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη ".σύναψε σύμβαση με τους Ενάγοντες ως Ενυπόθηκος Δανειστής." ενώ στη συνέχεια παραθέτει απόσπασμα από το συγκεκριμένο έγγραφο. Βεβαίως το έγγραφο αυτό δεν είναι οτιδήποτε άλλο παρά το τυποποιημένο έντυπο (όπως αναφέρεται επί αυτού, του Τύπου Ν.271) δηλαδή του Τύπου "Β" σύμφωνα και με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)όπως αυτός ίσχυε κατά την ημερομηνία υπογραφής του συγκεκριμένου εγγράφου στις 28/3/2006 και για τον οποίο υπάρχει σχετική αναφορά στο άρθρο 21
(2)του συγκεκριμένου Νόμου. Προσθέτει πως βάσει των όσων αναφέρονται εντός του συγκεκριμένου εγγράφου η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη τα οφειλόμενα ποσά.
- Σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του συγκεκριμένου Νόμου "υποθήκη" ".µετά των γραµµατικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων σηµαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, µέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηµατικού τίνος χρέους ή υποχρεώσεως" ενώ "ενυπόθηκος δανειστής" ".σηµαίνει το πρόσωπον υπέρ ου συνιστάται υποθήκη" και "ενυπόθηκος οφειλέτης" ".σηµαίνει κύριον ακινήτου συνιστώντα υποθήκην επί του τοιούτου ακινήτου".
- Αναφέρεται επίσης η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στον όρο 5 του "Εγγράφου Υποθήκης" το οποίο σύμφωνα και με σχετική σφραγίδα επί αυτού αποτελεί έγγραφο το οποίο περιέχει πρόσθετους όρους της υποθήκης Υ1481/
- Παραθέτει επίσης ολόκληρο τον όρο εντός της γραπτής αγόρευσης της δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φράση σύμφωνα με την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης υποχρεώνεται προσωπικά να πληρώσει όλο το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη.
- Βεβαίως το συγκεκριμένο έγγραφο θα πρέπει να ιδωθεί και τύχει ερμηνείας από το Δικαστήριο στο σύνολο του και όχι με αποσπασματική αναφορά σε οποιοδήποτε όρο αυτού. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες ενώ όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Θεολόγου κ. ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή με κριτήριο την έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο ενώ προς επίτευξη αυτού του σκοπού μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, έχοντας ως αντικείμενο της ερμηνείας πάντοτε την έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο όπως αυτή μεταδίδεται σε αυτόν για τα συμφωνηθέντα (βλ. σχετικά και την απόφαση του House of Lords, Investors Compensation Scheme v. West Bromwich Building Society [1998] 1 All ER 98 και ιδιαίτερα του Lord Hoffman στις σελίδες 114 έως 115).
- Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, με δίκαιο και αμερόληπτο τρόπο, παραθέτει τον όρο 5 στο σύνολο του εντός της γραπτής αγόρευσης της. Καθότι μετά και από τη φράση, η οποία υπογραμμίζεται εντός της γραπτής αγόρευσης, ακολουθεί περιγραφή των συνεπειών σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραλείψει να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό. Ότι δηλαδή η τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα και πως στη συνέχεια θα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης για να ξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη ή όλες ή οποιεσδήποτε από αυτές τις υποχρεώσεις.
- Επιπλέον θεωρώ πως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο όρος 4 του συγκεκριμένου εγγράφου αλλά και τα όσα αναφέρονται σχετικά στον όρο
- Σε αυτό το σημείο της απόφασης όμως, προτού εξεταστούν και αυτοί οι όροι, θεωρώ πως η αιτιολόγηση της απόφασης θα ήταν σαφέστερη έαν το Δικαστήριο αναφερόταν και στην υπόλοιπη επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας.
- Αναφέρεται επίσης η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας και στο τεκμήριο Ν, το οποίο η ίδια περιγράφει ως επιστολή. Όπως επίσης το χαρακτηρίζει και ο ενόρκως δηλών. Βεβαίως το τεκμήριο Ν δεν πρόκειται για επιστολή αλλά, όπως αναφέρεται επί του ιδίου του τεκμηρίου, για απόσπασμα πρακτικών συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, δηλαδή της εναγομένης αν και βεβαίως αναφέρεται στην παράγραφο 6 όπως η συγκεκριμένη απόφαση κοινοποιηθεί στην Τράπεζα (δηλαδή την ενάγουσα). Ουσιαστικά, σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, η εναγόμενη ως εταιρεία αποφάσισε την εγγραφή της υποθήκης. Παραθέτει η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση της και απόσπασμα από αυτό το έγγραφο, το οποίο όμως δεν εντοπίζεται εντός αυτού ενώ ακόμη και το ποσό το οποίο αναφέρεται είναι διαφορετικό. Όμως αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς το Δικαστήριο βεβαίως λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο του τεκμηρίου Ν ως έχει και όχι όπως αυτό επαναλαμβάνεται. Σημασία έχει η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας πως με το τεκμήριο Ν, ή επιστολή όπως το αποκαλεί, η εναγόμενη αποδέχεται την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών εναγομένων 1 και
- Κρίνω ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί και ότι σκοπός του συγκεκριμένου εγγράφου ήταν τόσο η καταγραφή της απόφασης της εναγομένης ως εταιρεία ως προς την εγγραφή υποθήκης όσο και η εξουσιοδότηση από την εναγόμενη και πάλι ως εταιρεία η οποία δόθηκε σε συγκεκριμένο άτομο αναφορικά με την υπογραφή του εγγράφου υποθήκης.
- Διευκρινίζω σε σχέση με την επιχειρηματολογία ως προς το ότι η εγγύηση της εναγομένης είναι συνεχής ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσο η εγγύηση είναι συνεχής αλλά κατά πόσο όντως υπάρχει αυτή η εγγύηση. Θέτοντας το διαφορετικά εάν το Δικαστήριο καταλήξει σε συμπέρασμα πως όντως η εναγόμενη έχει εγγυηθεί τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 προς την ενάγουσα τότε δεν θα τίθεται καν θέμα εξέτασης κατά πόσο η εγγύηση αυτή είναι συνεχής ή όχι.
- Έχοντας αναφερθεί στην επιχειρηματολογία προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας στη συνέχεια θα αναφερθώ και στους υπόλοιπους όρους του "Εγγράφου Υποθήκης". Σαφώς εντός του όρου 1 αναφέρεται πως η ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει δάνεια προς τους εναγομένους 1 και 2 οι οποίοι περιγράφονται ως «ο Πρωτοφειλέτης» ενώ με τον όρο 2 αναφέρεται πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης υποθηκεύει τα κτήματα του και πως σύμφωνα με τον όρο 3 η υποθήκη θα αποτελεί πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του Πρωτοφειλέτη «και/ή» του ενυπόθηκου οφειλέτη προς την ενάγουσα. Σύμφωνα με τον όρο 4 η υποθήκη είναι εξασφάλιση επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η ενάγουσα έχει.
- Ο όρος 5 στον οποίο παρέπεμψε και η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας όντως έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με το θέμα το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση. Σημειώνεται απλά πως εάν εξεταστεί με προσοχή το περιεχόμενο του υπόλοιπου εγγράφου, με εξαίρεση του όρου 6, είναι εμφανές πως τα όσα περιγράφονται στους όρους 7 έως και 17 αποτελούν είτε υποχρεώσεις τις οποίες η εναγόμενη αναλαμβάνει ως η ενυπόθηκη οφειλέτρια είτε διευκρινίσεις σε σχέση με την εξασφάλιση η οποία παρέχεται βάσει της υποθήκης διατηρώντας υπόψη το ενδεχόμενο εκποίησης της.
- Αξίζει επομένως να δοθεί η ανάλογη σημασία στον όρο
- Η ερμηνεία η οποία είναι δυνατό να δοθεί από το Δικαστήριο σε αυτό τον όρο είναι η εξής. Σε περίπτωση πρώτης ζήτησης ή από τη στιγμή που το οποιοδήποτε ποσό το οποίο εξασφαλίζεται από την υποθήκη καταστεί πληρωτέο τότε όντως η εναγόμενη υποχρεώνεται να πληρώσει αυτό το ποσό. Όμως ο όρος 5 δεν καταλήγει εκεί αλλά συνεχίζει καθώς βεβαίως αποτελεί ένα μόνο μέρος ενός εγγράφου υποθήκης. Στη συνέχεια αναφέρεται πως σε περίπτωση που θα παραλείψει η εναγόμενη να πληρώσει αυτό το ποσό τότε η ενάγουσα θα δικαιούται να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Τέλος, η ενάγουσα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει το προϊόν της πώλησης για να εξοφληθούν μερικώς ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές.
- Σαφώς δεν αναφέρεται πουθενά στο συγκεκριμένο έγγραφο πως σε περίπτωση κατά την οποία η εναγόμενη παραλείψει να πληρώσει το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη και στη συνέχεια αφού πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο η εναγόμενη θα εξακολουθεί να έχει υποχρέωση όπως πληρώσει το οποιοδήποτε ποσό.
- Ο λόγος μάλιστα για τον οποίο ο όρος 5 έχει διατυπωθεί ως έχει είναι πολύ απλός. Όπως τυγχάνει να εξηγείται με αναφορά σε παρόμοια περίπτωση και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις αδελφών Δικαστών με το σκεπτικό των οποίων το Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα και υιοθετεί πλήρως επί του συγκεκριμένου θέματος.
- Η πρώτη είναι αυτή του αδελφού Δικαστή Λοΐζου Μουγή Ε. Δ. στην Αγωγή 2826/11 μεταξύ Σ.Π.Ε. Μακράσυκας ν. Telemachou κ. ά. του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 21/12/2011 και η δεύτερη αυτή της αδελφού Δικαστή Στέφης Λουκίδου Βασιλείου Ε. Δ. στην αγωγή 1183/2012 μεταξύ Societe General Bank - Cyprus Ltd v. Κον. Αντωνίου Καλούπια Λτδ. επίσης του Επαρχιακού Δικαστήριου Λάρνακας, ημερομηνίας 8/3/
- Αμφότερες οι αποφάσεις αυτές παραπέμπουν και στην αγγλική αυθεντία Re National Provincial Bank Ltd.
(1941)1 All E.R.
- Στην πρώτη απόφαση, Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, το Δικαστήριο αναφέρεται πρώτα στο ερώτημα το οποίο τέθηκε προς εξέταση δηλαδή κατά πόσο ".οι ενάγοντες πέραν της έκδοσης εναντίον της εναγόμενης 2 διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ως αναφέρεται με λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης δικαιούνται και απόφασης για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού . ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 με γραπτή σύμβαση εγγύησης" ενώ στη συνέχεια αναλύει την εφαρμογή όρου σχεδόν πανομοιότυπου με τον όρο 5 στο «Έγγραφο Υποθήκης» σε αυτή την αγωγή.
- Παραθέτω πιο κάτω εκτενές απόσπασμα από την απόφαση στην Σ. Π. Ε. Μακράσυκας με το οποίο συμφωνώ απόλυτα και σε σχέση με το οποίο δεν θεωρώ αναγκαίο όπως προσθέσω οτιδήποτε αναφορικά και με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση το οποίο θεωρώ ως πανομοιότυπο. Αναφέρει συγκεκριμένα ο αδελφός Δικαστής Λοΐζος Μουγής Ε. Δ. τα ακόλουθα,:- "Θεωρώ ότι ο όρος 4 του εγγράφου υποθήκης δεν τέθηκε για κανένα άλλο λόγο παρά για να υπάρχει σύμπλευση και να έρχεται σε αρμονία με την πρόνοια του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65. Εδώ δηλαδή ο νόμος καθορίζει τι ακριβώς πρέπει να περιλαμβάνουν οι έγγραφες δηλώσεις υποθήκης έτσι ώστε με την προσαγωγή τους από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και ενυπόθηκο δανειστή στον εκάστοτε Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό να είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης. Δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί οιαδήποτε άλλη ερμηνεία και πόσο μάλλον τέτοια που να καθίσταται ο ενυπόθηκος οφειλέτης προσωπικά υπόλογος για την καταβολή του οιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου και για το οποίο πρόσφερε ως εξασφάλιση κάποιο ακίνητο. Αυτό που ακριβώς προνοείται είναι ότι αν ποσό το οποίο καλύπτεται από υποθήκη, καταστεί πληρωτέο τότε ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει την ευκαιρία εφόσον του ζητηθεί να καταβάλει το εν λόγω ποσό και να εξαλειφθεί η υποθήκη από το ενυπόθηκο ακίνητο ως προνοεί και το άρθρο 35 του Νόμου. Σε διαφορετική περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το εκ της συμφωνίας αλλά και εκ του νόμου δικαίωμα να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου. Δίδεται δηλαδή η ευχέρεια στον ενυπόθηκο οφειλέτη να ανακόψει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και να το περισώσει νοουμένου όμως ότι θα καταβάλει το ποσό το οποίο εξασφαλίζει η υποθήκη και είναι απαιτητό από τον ενυπόθηκο δανειστή. Τα ως άνω που αναφέρονται προκύπτουν σαφέστατα και από τα άρθρα 37 και 44 του Νόμου 9/65 και στα οποία προβλέπεται η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του διευθυντή του Κτηματολογίου είτε μέσω του Δικαστηρίου. Επίσης στην υπόθεση Re National Provincial Bank Ltd.
(1941)1 All E.R. 97, που η πλευρά των εναγόντων επικαλέστηκε για υποστήριξη της θέσης της λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ιn the present case, so far as I can see, he is under no obligation whatsoever to the bank. He is in this position. The bank has demanded payment of the money owing by Mrs Milburn. That does not create an obligation upon the mortgagor to pay anything. It puts him in this position. Either he must find the money which is demanded or the mortgagees will be entitled to realize their security. The fact that he is put in that dilemma does not create an obligation of any sort or kind upon him. If he chooses not to pay, or is unable to pay, he may find himself in the unhappy position of having his property taken away from him. That may be his misfortune, but that does not create an obligation upon him which he has to satisfy and which arises from the mortgage into which he has entered. The mortgage creates no such obligation whatsoever.».." 27. Υπενθυμίζω σχετικά πως στο άρθρο 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965), όπως αυτός ίσχυε κατά την ημερομηνία υπογραφής του "Εγγράφου Υποθήκης" στις 28/3/2006 και στο οποίο παραπέμπει το Δικαστήριο στο πιο πάνω απόσπασμα αναφέρονται τα ακόλουθα,:- "..(γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:." 28. Στη δεύτερη απόφαση της Societe General Bank - Cyprus Ltd v. Κον. Αντωνίου Καλούπια Λτδ. η αδελφή Δικαστής Στέφη Λουκίδου Βασιλείου Ε. Δ. επίσης αναφέρεται σε όρο σχεδόν πανομοιότυπο με τον όρο 5 στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Εξετάστηκε επιχειρηματολογία σύμφωνα με την οποία υποστηρίχθηκε πως η συμφωνία την οποία είχε υπογράψει η εναγόμενη σε εκείνη την περίπτωση αποτελούσε ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής χρέους και πως η πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων ήταν μία επιλογή και δυνατότητα που είχαν οι ενάγοντες και δικαίωμα το οποίο μπορούσαν να ασκήσουν προς εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού. Το Δικαστήριο απέρριψε αυτή τη θέση με αναφορά επίσης στο άρθρο 21
(1)(γ) του σχετικού Νόμου και με σκεπτικό παρόμοιο με αυτό του αδελφού Δικαστή Λοΐζου Μουγή Ε. Δ. Σ.Π.Ε. Μακράσυκας ν. Telemachou κ. ά. του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω πως δεν δικαιολογείται η επιδίκαση της θεραπείας των υποπαραγράφων (α) και (β) της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης. Σαφώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, το δάνειο παραχωρήθηκε από την ίδια προς τους εναγομένους 1 και 2 ενώ η εναγόμενη δεν υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης αλλά υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητο προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και
- Τα δεδομένα αυτά εμπεριέχονται και στο τεκμήριο Α με επαρκή λεπτομέρεια ενώ σχετικά βεβαίως είναι και τα τεκμήρια Β και Γ.
- Αυτό το οποίο απομένει προς ολοκλήρωση αυτής της απόφασης είναι η εξέταση κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση των υπολοίπων θεραπείων τις οποίες η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγομένης. Σε σχέση με την υποπαράγραφο (γ) της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης ασφαλώς και δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε πρόβλημα αναφορικά με την επιδίκαση της, διατηρώντας υπόψη τη σύνδεση της με την επίδικη συμφωνία υποθήκης. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (δ) της παραγράφου 12, πέραν και από το γεγονός της αναφοράς σε νομοθεσία η οποία καταργήθηκε - ομολογουμένως μετά από την καταχώρηση της αγωγής - αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως δεν είναι δυνατό να δοθεί μία αόριστη θεραπεία, ιδιαίτερα δε υπό μορφή διατάγματος του Δικαστηρίου, επί μελλοντικά θεωρητικού επιπέδου (παραδείγματος χάριν, εάν και εφόσον εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος) ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως δεν έχει καν παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με την τήρηση των απαραίτητων όρων για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (81(I)/2011). Ως πρός τις θεραπείες των υποπαραγράφων (ε) και (στ) θεωρώ πως αυτές δεν έχουν σχέση με την εναγόμενη αλλά με τους εναγόμενους 1 και
- Αναφορικά με τη θεραπεία της υποπαραγράφου (ζ) έστω και με την ενδεικτική ουσιαστικά μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί ως πρός την ύπαρξη πωλητηρίου εγγράφου θεωρώ πως παρέχεται η ευχέρεια έκδοσης σχετικού διατάγματος το οποίο να συνάδει και με την ίδια θεραπεία όπως αυτή επιδικάστηκε προς όφελος της ενάγουσας σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και
- Αναφορικά με τη θεραπεία (η) πέραν από την πλήρη αοριστία της καθώς η πρόταση εμφανώς είναι ασυμπλήρωτη καθώς λήγει με οριστικό άρθρο (δηλαδή, τη λέξη "των") δίχως να ακολουθείται από οποιοδήποτε όνομα ή άλλη λέξη, επιπλέον σαφώς παραπέμπει, εντός παρενθέσεως, σε μέθοδο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης (δηλαδή, σε writ of possession) και η οποία βεβαίως, διατηρώντας υπόψη αυτό το δεδομένο, δεν κρίνεται ορθό να δοθεί από το Δικαστήριο ως μέρος των θεραπειών μίας αγωγής. Ως προς την αναγνωριστική απόφαση της υποπαραγράφου (θ) θεωρώ πως παρέχεται η ευχέρεια έκδοσης αυτής έτσι ώστε να συνάδει και με την ίδια θεραπεία όπως αυτή επιδικάστηκε προς όφελος της ενάγουσας σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας εις βάρος της εναγομένης 3 ως η έκθεση απαίτησης παράγραφος 12 (γ) και εις βάρος της εναγομένης 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους εναγόμενους 1 και 2 διάταγμα ως η έκθεση απαίτησης παράγραφος 12 (ζ) και αναγνωριστική απόφαση ως η έκθεση απαίτησης παράγραφος 12 (θ).
- Τέλος, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης 3 τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η αγωγή σε σχέση με την οποία η ενάγουσα διεκδικεί την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 3 (στο εξής θα καλείται η "εναγομένη") καταχωρήθηκε στις 5/5/
- Σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγομένους η ενάγουσα εξασφάλισε αποφάσεις εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα την 8/4/2011 και την 19/9/
- Κατά τη διάρκεια της περιόδου από την ημερομηνία έκδοσης των αποφάσεων εναντίον των εναγομένων 1 και 2 μέχρι και την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης του Δικαστηρίου σε σχέση με την εναγόμενη δεν παρατηρείται η ενάγουσα να έχει προχωρήσει σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης εναντίον των συγκεκριμένων εναγομένων παρά μόνο με καταχώρηση, περίπου 4 χρόνια αργότερα, σχετικής αίτησης για έκδοση πιστοποιητικού Ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου, ημερομηνίας 13/7/2015, η οποία όμως αποσύρθηκε στις 20/10/
- Η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 16/11/2011 δίχως όμως η αγωγή να είχε εκδικαστεί μέχρι και τις 6/11/2015 ημερομηνία κατά την οποία, δηλαδή περίπου 4 χρόνια αργότερα, δόθηκε άδεια απόσυρσης στους δικηγόρους της εναγομένης. Όταν για πρώτη φορά στις 11/1/2016 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα σύνθεση ο φάκελος της αγωγής, λόγω απουσίας της Δικαστού στο πρόγραμμα εργασίας της οποίας είχε ανατεθεί η εκδίκαση της αγωγής, ζητήθηκε ημερομηνία απόδειξης της αγωγής και η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη, σε 10 εργάσιμες ημέρες, στις 25/1/2016, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο η οποία εμφανιζόταν εκ μέρους της ενάγουσας επιπρόσθετος χρόνος για απόδειξη της αγωγής, με αποτέλεσμα η αγωγή να οριστεί εκ νέου για απόδειξη και πάλι σε 10 εργάσιμες ημέρες, στις 8/2/
- Κατά την ημερομηνία αυτή το Δικαστήριο έθεσε υπόψη των δικηγόρων της ενάγουσας πως εκ πρώτης όψεως οι θεραπείες τις οποίες ζητούσαν εναντίον της εναγομένης 3 δεν δικαιολογούνται. Ορίστηκε τότε η αίτηση για απόδειξη 2 εργάσιμες ημέρες αργότερα στις 10/2/2016 έτσι ώστε να ακουστεί και σχετική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων της ενάγουσας, ημερομηνία κατά την οποία η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας παρουσίασε γραπτή αγόρευση προς απόδειξη της αγωγής σε σχέση με όλες τις θεραπείες οι οποίες αναφέρονται επί της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 8/2/
- Ορίστηκε η αγωγή για διευκρινίσεις σε 4 εργάσιμες ημέρες στις 16/2/2016, ημερομηνία κατά την οποία θα ήταν παρούσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, έτσι ώστε να δοθεί η ευχέρεια στο Δικαστήριο να μελετήσει το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης. Κατά την ημερομηνία αυτή επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. Διατηρώντας υπόψη ότι το Ανώτατο Δικαστήριο όρισε αυτεπάγγελτα στις 4/7/2016 τη συγκεκριμένη αγωγή προς εξέταση των λόγων καθυστέρησης στην έκδοση της παραπέμπω σχετικά στην επιστολή μου προς την Αρχιπρωτοκολλητή ημερομηνίας 24/6/2016 αναφορικά με αυτό το θέμα και τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται εντός αυτής για την καθυστέρηση στην έκδοση όχι μόνο αυτής αλλά και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων από το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση. Αξίζει να σημειωθεί πως, όπως ρητά αναφέρεται εντός αυτής της επιστολής, μόνο κατά τη διάρκεια του μηνός Φεβρουαρίου του 2016 επιφυλάχθηκε όχι μόνο αυτή η απόφαση αλλά και άλλες 12 ενδιάμεσες αποφάσεις. Ο μόνος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται σε αυτό το θέμα είναι το γεγονός της απομόνωσης της συγκεκριμένης απόφασης και της επικέντρωσης της διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην παρουσία και των δικηγόρων της ενάγουσας, σε εξέταση της καθυστέρησης στην έκδοση αυτής της συγκεκριμένης απόφασης και στη συνέχεια η έκδοση διατάγματος για την έκδοση της νωρίτερα από όλες τις υπόλοιπες επιφυλαγμένες αποφάσεις. Επιπλέον τηρήθηκε και σχετικό πρακτικό το περιεχόμενο του οποίου το Ανώτατο Δικαστήριο ζήτησε όπως τεθεί υπόψη μου. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως εμφανώς η ευπαίδευτη δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν ήταν ορθά ενημερωμένη αναφορικά με την πορεία της αγωγής καθώς τα όσα αναφέρει σχετικά με τα χρονικά δεδομένα της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Καθότι η αγωγή δεν ορίστηκε στις 11/1/2016 για απόδειξη και σε καμία περίπτωση είχε ζητήσει χρόνο το Δικαστήριο για απόδειξη μέχρι και τις 8/2/
- Αντιθέτως ισχύουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και τα οποία βεβαίως μπορούν να επιβεβαιωθούν από το φάκελο της αγωγής. Διευκρινίζω παράλληλα, όπως αναφέρεται και στο κείμενο αυτής της απόφασης, πως το θέμα αυτό δεν έχει ασφαλώς οποιοδήποτε σχέση με την εξέταση της ουσίας της απόφασης. Απλά θεωρώ πως θα ήταν ορθότερο το Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον οι δικηγόροι των διαδίκων ειδοποιούνται σχετικά αναφορικά με τον ορισμό υποθέσεων βάσει του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού, να ενημερώνεται πλήρως από τους δικηγόρους σε σχέση με τα χρονικά και άλλα δεδομένα της διαδικασίας τα οποία συνήθως οδηγούν στην ημερομηνία επιφύλαξης μίας απόφασης. Η οποία προφανώς είναι και η μόνη ημερομηνία η οποία λαμβάνεται υπόψη ανεξάρτητα και από όλα τα υπόλοιπα σχετικά χρονικά δεδομένα μέχρι και αυτή την ημερομηνία. Παράλληλα βεβαίως το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση αποδέχεται πλήρως την ευθύνη για την καθυστέρηση στην έκδοση αυτής της απόφασης από την ημερομηνία επιφύλαξης της διατηρώντας όμως παράλληλα υπόψη το φόρτο εργασίας ο οποίος οδήγησε σε αυτή την καθυστέρηση αλλά και τη χρονική σειρά προτεραιότητας η οποία συνήθως δίδεται σε σχέση με την έκδοση επιφυλαγμένων αποφάσεων ανάλογα και πάλι με το απομονωμένο χρονικό κριτήριο της ημερομηνίας επιφύλαξης μίας απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο