← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Σ. & Κ. ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1031/2015, 8/7/2016

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Σ. & Κ. ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1031/2015, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1031/2015 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσας και

  1. Σ. & Κ. ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. Θεοδώρας Πέτρου Κυπριανού
  3. Κλείτου Πέτρου Κυπριανού
  4. Σωκράτης Πέτρου Σωκράτους Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 07.01.15 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 08.07.16 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 1-4/Αιτητές: κα Κ. Μενοίκου (η κα Λ. Λεμονάρη για ν΄ακούσει απόφαση) Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κα Π. Πέτρου (η κα Μ. Κορακίδου για ν΄ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση οι Εναγόμενοι 1-4 (στο εξής οι 'Αιτητές') αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται δικαστική απόφαση που στις 29.09.15 εκδόθηκε εναντίον τους και ερήμην τους. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 1 Κανονισμούς 2 και 3, στη Διαταγή 2, στη Διαταγή 17 Κανονισμό 10, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 2 και 4 και στη Διαταγή 64 Κανονισμούς 1 και 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 07.01.16 του Εναγομένου 4, ενός εκ των Αιτητών, στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.06.15 και επιδόθηκε σε όλους τους Αιτητές στις 22.06.
  5. - Λίγες ημέρες αργότερα ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε με δικηγόρο, ο οποίος αφού τον ενημέρωσε για την διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί, έλαβε οδηγίες να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Αιτητών και προωθήσει την υπεράσπιση τους. - Περί τις 07.07.15 ο ενόρκως δηλών κατέβαλε στο δικηγόρο κύριο Δανιήλ το χρηματικό ποσό των €200 ως μέρος των δικηγορικών εξόδων του για την προώθηση της υπεράσπισης των Αιτητών. Σχετική απόδειξη επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 'Α'. - Αναθέτοντας την υπόθεση σε δικηγόρο οι Αιτητές ανέμεναν από το δικηγόρο να τους ενημέρωνε για την πορεία της. - Περί τις 15.12.15 οι Αιτητές 3 και 4 έλαβαν με το ταχυδρομείο ειδοποίηση από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ότι προωθείται διαδικασία πώλησης ακίνητης περιουσίας τους. Σχετικές ειδοποιήσεις επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήρια 'Β' και 'Γ'. - Αμέσως ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το δικηγόρο τους ζητώντας από αυτόν εξηγήσεις, ο οποίος όμως αποφεύγει μέχρι σήμερα να το πράξει. - Περί τις 20.12.15 ο ενόρκως δηλών απευθύνθηκε σε νέο δικηγόρο, ήτοι την κυρία Λουΐζα Λεμονάρη, στην οποία έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. - Μετά από σχετική έρευνα που έγινε στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, η νέα δικηγόρος ανακάλυψε ότι ο προηγούμενος δικηγόρος δεν είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον τους και εν αγνοία τους δικαστική απόφαση. - Οι Αιτητές έχουν πολύ καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον της Καθ' ης η αίτησης επικαλούμενοι ότι: Ù Οι ισχυριζόμενες δοσοληψίες και συμφωνίες δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Αιτητών αλλά είναι προϊόν αμέλειας και ψευδών παραστάσεων από την Καθ' ης η αίτηση, Ù Οι ισχυριζόμενες συμφωνίες είναι άκυρες επειδή περιέχουν παράνομους και καταχρηστικούς όρους, Ù Η Καθ' ης η αίτηση ενέργησε κατά παράβαση της νομοθεσίας, των καθηκόντων της και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ù Ένεκα των πιο πάνω πράξεων της Καθ' ης η αίτησης οι Αιτητές υπέστηκαν μεγάλη χρηματική ζημιά και είναι εκτεθειμένοι σε ποσό που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, Ù Η Καθ' ης η αίτησης έχει υπερχρεώσει τον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης 1 με παράνομες χρεώσεις, τόκους και έξοδα. Στις 29.02.16 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους της Καθ' ης η αίτησης επί των ακόλουθων λόγων ένστασης: 1) Οι Αιτητές δεν έχουν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τη μη εμφάνιση τους στη διαδικασία. 2) Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν σοβαρό και εύλογο λόγο για τη μη εμφάνιση τους στη διαδικασία. 3) Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. 4) Η παρούσα αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου. 5) Η παρούσα αίτηση υπεβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα. 6) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 17 Κανονισμό 10 και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-13 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η αίτησης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 29.02.16 του κυρίου Ανδρόνικου Σταυρινού, δεόντως εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτησης, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του στοιχειοθετούν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Η ένορκη δήλωση του Αιτητή 4 δεν αναφέρει: ê πότε συγκεκριμένα ο ίδιος επικοινώνησε με τον πρώτο δικηγόρο και αν επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ή αν τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, ê πότε ετοιμάστηκαν τα σχετικά διοριστήρια και πότε υπογράφτηκαν από τους Αιτητές, ê πότε ο ίδιος επισκέφτηκε τον πρώτο δικηγόρο για να του παραδώσει τα εν λόγω διοριστήρια για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, ê εξήγηση γιατί στο Τεκμήριο 'Α' σημειώνεται μόνο το όνομα της Αιτήτριας 1 και όχι και των υπολοίπων Αιτητών, ê εξήγηση γιατί οποιοσδήποτε από τους Αιτητές δεν μερίμνησε να επικοινωνήσει εκ νέου με τον πρώτο δικηγόρο τους για να ενημερωθούν για την πορεία της υπόθεσης τους και να εξακριβώσουν κατά πόσο ο δικηγόρος τους είχε ενεργήσει στη βάση των ισχυριζόμενων εντολών τους. · Από τον Ιούνιο 2015 που ο Αιτητής 4 ισχυρίζεται ότι έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του μέχρι τον Δεκέμβριο 2015 που επικαλείται τη λήψη των γραπτών ειδοποιήσεων του Τμήματος Χωρομετρίας και Κτηματολογίου παρήλθε διάστημα πέραν των 4 μηνών χωρίς οποιοσδήποτε από τους Αιτητές να ενδιαφερθεί για την πορεία της υπόθεσης του και χωρίς να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με το δικηγόρο τους για την ετοιμασία της υπεράσπισης τους αλλά και για την ανταπαίτηση που είχαν εναντίον της Καθ' ης η αίτησης. · Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού παρόλο ότι ο Αιτητής 4 ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε για την έκδοση απόφασης στις 15.12.15 και ότι την ίδια ημέρα μερίμνησε να βρει άλλο δικηγόρο, εντούτοις μετά πάροδο 5 ημερών και συγκεκριμένα στις 20.12.15, ημέρα Κυριακή, απευθύνθηκε στη δικηγόρο Λουΐζα Λεμονάρη για να της δώσει οδηγίες για καταχώρηση τη αίτησης αυτής, η οποία τελικά καταχωρήθηκε στις 07.01.
  6. · Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επειδή οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί, αόριστοι, ασαφείς, αντιφατικοί και δεν τεκμηριώνονται με οποιονδήποτε τρόπο. Ειδικότερα ο Αιτητής 4 επικαλείται αόριστα μεγάλη χρηματική ζημιά χωρίς να την προσδιορίζει. Επίσης γίνεται αναφορά σε παράνομες χρεώσεις, τόκους και έξοδα στον επίδικο λογαριασμό από την Καθ' ης η αίτηση χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, παρέχεται από τη Διάταξη 17 Κανονισμό 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (βλέπε Λουκαΐδου v. Γερολέμου

(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 10 της Διάταξης 17, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το αγγλικό O.13 r.10, σημειώνει τα εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι." Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15.01.13):
(1)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος όχι με το δέοντα και νόμιμο τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.
(2)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος με τον δέοντα και νομότυπο τρόπο, ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως ύπαρξη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές παραδέχονται ότι η αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.06.15, τους επιδόθηκε δεόντως στις 22.06.15. Συνεπώς η εξέταση της περίπτωσης αυτής εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η κυπριακή νομολογία έχει υποδείξει ότι ο αιτητής για να επιτύχει παραμερισμό δικαστικής απόφασης θα πρέπει να δείξει και να πείσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση και να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό ότι δικαιολογείται η μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και η όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να συντρέχουν. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118). Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλέπε Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13). Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων όπως στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, στη Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, στη Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Δ. Σκάρος v Π. Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Γιάννης άλλως Γιαννάκης Κουδουνάς v ΣΚΥΜΕ Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 967, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, στην Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και στην Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 227 τονίζεται πως η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία πρέπει να περιέχει τέτοια μαρτυρία και πληροφορίες ώστε να πείσει επί της ουσίας για το αίτημα που υποβάλλεται δια της αίτησης, πάντοτε στη βάση των αρχών που θεμελιώνουν το εν λόγω αίτημα, όπως αυτές έχουν διαχρονικά προσδιοριστεί μέσα από τη νομολογία. Στο δε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37 στην παράγραφο 403 της σελίδας 296 αναγράφονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής υπό τον τίτλο 'Setting aside default judgment': ". the application must be supported by an affidavit of merits, stating the facts showing that the defendant has a defence on the merits, otherwise there may not be any point in setting it aside." Η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης συνιστά κυριαρχικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλέπε Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Παρόλο ότι το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του όταν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εντούτοις, όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, το Δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως περαιτέρω τονίστηκε στην υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010 ημερ. 14.10.15, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Σχετικές είναι και οι υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457 και Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345. Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767 χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: "Ο Εναγόμενος, για να επιτύχει παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να εξηγήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και την όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης." Ανάλογη δε αντιμετώπιση υπήρξε και στην υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, στην οποία και παραπέμπω. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα εξετάσω μαζί τους λόγους ένστασης 1-5 επειδή όλοι παραπέμπουν στους παράγοντες που επενεργούν στην κρίση του Δικαστηρίου προκειμένου να αποφασίσει για την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Θα ασχοληθώ πρώτα με το θέμα ύπαρξης εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης. Η διαπίστωση για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει σε κάποιο βαθμό αποκάλυψη θετικών γεγονότων που να καθιστούν λογικοφανή και κατ' επέκταση πειστικό το πλαίσιο υπεράσπισης του προσώπου που ζητεί τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του. Το Δικαστήριο αναζητεί κάποιου βαθμού μαρτυρικό υπόβαθρο όχι για να το αξιολογήσει και ούτε για να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης αλλά απλά και μόνο για να διαπιστώσει αν υπάρχει καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση. Προς το σκοπό αυτό έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι υπεράσπιση των Αιτητών εστιάζεται στα εξής σημεία: Ø Οι ισχυριζόμενες δοσοληψίες και συμφωνίες δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Αιτητών αλλά είναι προϊόν αμέλειας και ψευδών παραστάσεων από την Καθ' ης η αίτηση, Ø Οι ισχυριζόμενες συμφωνίες είναι άκυρες επειδή περιέχουν παράνομους και καταχρηστικούς όρους, Ø Η Καθ' ης η αίτηση ενέργησε κατά παράβαση της νομοθεσίας, των καθηκόντων της και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ø Ένεκα των πιο πάνω πράξεων της Καθ' ης η αίτησης οι Αιτητές υπέστηκαν μεγάλη χρηματική ζημιά και είναι εκτεθειμένοι σε ποσό που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, Ø Η Καθ' ης η αίτηση έχει υπερχρεώσει τον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης 1 με παράνομες χρεώσεις, τόκους και έξοδα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι πιο πάνω τοποθετήσεις παραπέμπουν σε γενικές και αόριστες θέσεις υπεράσπισης. Συγκεκριμένα είναι η θέση των Αιτητών ότι οι συμφωνίες μεταξύ αυτών και της Καθ' ης η αίτησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας και ψευδών παραστάσεων της Καθ' ης η αίτησης. Ουδεμία όμως λεπτομέρεια παρέχεται που να προσδίδουν στη θέση αυτή κάποια μορφή πειστικής υπόστασης. Κανένα συγκεκριμένο στοιχείο τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που να δείχνει που εδράζεται η θέση των Αιτητών περί αμέλειας και ψευδών παραστάσεων. Είναι ακόμη η θέση των Αιτητών ότι οι δοσοληψίες που είχαν με την Καθ' ης η αίτηση δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση τους. Ούτε εδώ όμως παρέχεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία που να προσδιορίζει την επικαλούμενη έλλειψη ελεύθερης βούλησης των Αιτητών, στοιχεία που αν υπήρχαν θα μετέτρεπαν σε λογικοφανή αυτήν τη γενική και αόριστη τοποθέτηση των Αιτητών. Οι Αιτητές επίσης επικαλούνται παράνομους και καταχρηστικούς όρους, οι οποίοι καθιστούν κατά τη γνώμη τους άκυρες τις συμφωνίες. Αυτή η επίκληση γίνεται χωρίς να συνοδεύεται από αναφορά στο περιεχόμενο των συμφωνιών που θεωρούν παράνομο και καταχρηστικό. Πρόκειται για ακόμη μία γενικόλογη τοποθέτηση των Αιτητών. Οι Αιτητές περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η Καθ' ης η αίτηση ενέργησε κατά παράβαση της νομοθεσίας, των καθηκόντων της και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς όμως να παρέχονται οποιεσδήποτε διευκρινίσεις που θα καθόριζαν το πλαίσιο της εν λόγω θέσης τους. Επιπλέον οι Αιτητές αναφέρονται σε χρηματική ζημιά που υπέστηκαν χωρίς όμως να προσδιορίζουν το ύψος αυτής όπως ούτε και την πηγή πρόκλησης τέτοιας ζημιάς. Επιπροσθέτως οι Αιτητές ισχυρίζονται υπερχρεώσεις και παράνομες χρεώσεις, τόκων και εξόδων από την Καθ' ης η αίτηση στο λογαριασμό της Αιτήτριας 1, πλην όμως καμία αναφορά γίνεται ως προς το ύψος τόσο των επικαλούμενων υπερχρεώσεων όσο και των ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων και ουδεμία συγκεκριμένη πληροφόρηση υπάρχει προς αυτήν την κατεύθυνση. Oι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών τέθηκαν με νεφελώδες και καθόλου πειστικό τρόπο και χωρίς την αναγκαία στήριξη, συνθέτοντας έτσι ένα ομιχλώδες περιεχόμενο υπεράσπισης. Δεν υπάρχει τίποτε το απτό και συγκεκριμένο. Ακόμη δεν παρατίθενται θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν εδράζεται σε σταθερό πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο θα προέκυπτε ένα πειστικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι απαιτείται απόδειξη του. Οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν νομικές θέσεις χωρίς πνοή και δίχως βαρύτητα. Τα δεδομένα αυτά δεν αναδεικνύουν στοιχείο καλόπιστης συζητήσιμης υπεράσπισης και ούτε αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση αλλά περιορίζονται στην παρουσίαση ενός γενικού και σκιώδους πλαισίου υπεράσπισης, με αποτέλεσμα το εν λόγω κριτήριο να μην ικανοποιείται. Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της παρούσας αίτησης, θα εξετάσω, εκ του περισσού θα έλεγα, κατά πόσο οι Αιτητές δικαιολογούν την μη εμφάνιση τους στη διαδικασία καθώς και την όποια τυχόν καθυστέρηση τους να αποταθούν στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Αυτό γίνεται σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρατηρώ ότι από τις 07.07.15 που ο Αιτητής 4 αναφέρει ότι πλήρωσε τον δικηγόρο του το χρηματικό ποσό των €200 ως μέρος της αμοιβής του για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και προώθησης υπεράσπισης μέχρι τις 15.12.15 που επικαλείται ότι περιήλθε εις γνώση του η έκδοση δικαστικής απόφασης, οι Αιτητές δεν εκδήλωσαν κανένα ενδιαφέρον για την πορεία της υπόθεσης τους. Ενώ αρχικά ο Αιτητής 4 είχε ενημερωθεί από τον πρώτο δικηγόρο του για την διαδικασία που θα ακολουθείτο, εντούτοις ουδείς από τους Αιτητές μεριμνά στη συνέχεια να ενημερωθεί για το πώς προχωρούσε η υπόθεση τους. Ουδείς από αυτούς ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει το δικηγόρο τους αν εφαρμόστηκαν οι οδηγίες τους για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Ουδείς από αυτούς φρόντισε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο τους προκειμένου να του διαβιβάσουν τις πληροφορίες που χρειάζονταν για να ετοιμαστεί η υπεράσπιση τους. Πολύ δε περισσότερο απαιτείτο εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους Αιτητές όταν μαζί με την υπεράσπιση τους θα ετοιμαζόταν και ανταπαίτηση από μέρους τους. Στο λογικό ερώτημα πως οι Αιτητές ήταν σίγουροι για την προώθηση της υπόθεσης τους όταν ουδέποτε συναντήθηκαν με το δικηγόρο τους προκειμένου να τον εφοδιάσουν με επαρκή και κατάλληλα στοιχεία για την ετοιμασία της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους δεν δόθηκε απάντηση. Στο επιπλέον λογικό ερώτημα γιατί οι Αιτητές δεν επικοινώνησαν με το δικηγόρο τους όταν έβλεπαν πως δεν είχε μεταξύ τους διευθετηθεί συνάντηση για την σύνταξη και καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους επίσης δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση. Θα έλεγα ότι η απουσία αναφοράς από τον Αιτητή 4 για υπογραφή από οποιονδήποτε Αιτητή έγγραφο με το οποίο διόρισε τον κύριο Δανιήλ δικηγόρο στην παρούσα αγωγή σε συνδυασμό με την μη αναφορά για συνάντηση οποιουδήποτε από τους Αιτητές με το δικηγόρο κύριο Δανιήλ και παροχή σ' αυτόν των αναγκαίων πληροφοριών για καταχώρηση υπεράσπισης και ανταπαίτησης θέτουν σε σοβαρή αμφιβολία τον ισχυρισμό τους ότι όταν προσέγγισαν τον εν λόγω δικηγόρο δίδοντας του προκαταβολή του είχαν διαβιβάσει οδηγίες για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και ακολούθως να προωθήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Η αμφιβολία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στην απόδειξη είσπραξης που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο 'Α' σημειώνεται ότι η πληρωμή αφορά μόνο ένα εκ των τεσσάρων Αιτητών τη στιγμή που η υπεράσπιση και ανταπαίτηση θα περιλάμβανε όλους τους Αιτητές. Δεν έχω, υπό τις περιστάσεις, πειστεί ότι ο δικηγόρος Δανιήλ είχε λάβει τις οδηγίες που ο Αιτητής 4 επικαλείται ότι του είχε δώσει ή ότι αποδέχτηκε να αναλάβει την εκτέλεση τέτοιων οδηγιών, παρόλο ότι δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι το ποσό των €200 πληρώθηκε στο εν λόγω δικηγόρο σε σχέση με την παρούσα αγωγή (Τεκμήριο 'Α' στην υπό κρίση αίτηση). Η θέση των Αιτητών ότι έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο κ. Δανιήλ να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και να προωθήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση εκ μέρους της αμφισβητήθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση. Οι ισχυρισμοί που οι Καθ΄ών η αίτηση παρουσίασαν αμφισβητώντας τη θέση αυτή των Αιτητών δεν έχουν καταρριφθεί με άλλη μαρτυρία των Αιτητών. Έχοντας εξετάσει όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δεν αποδέχομαι ως αληθή τον ισχυρισμό αυτό των Αιτητών αφού τα ενώπιον μου δεδομένα δεν τον καθιστούν πειστικό. Συνοψίζοντας προκύπτει ότι ενώ η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους Αιτητές η αντίδραση τους και κατ' επέκταση το ενδιαφέρον τους για την υπόθεση ήλθε μετά από 5 μήνες και τότε μόνο όταν η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε σε εναντίον τους εκτέλεση της απόφασης. Είναι προφανές ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης στοχεύει αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Παράλληλα παρατηρείται ολιγωρία και στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Ειδικότερα ενώ όπως ο Αιτητής 4 αναφέρει η έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον των Αιτητών υπέπεσε στην αντίληψη τους στις 15.12.15 η υπό κρίση αίτηση τελικά καταχωρήθηκε στις 07.01.16, δηλαδή μετά από 3 εβδομάδες. Ουδεμία εξήγηση παρέχεται από τους Αιτητές για το χρονικό αυτό διάστημα που διέρρευσε. Μπροστά στα πιο πάνω δεδομένα οι Αιτητές παραμένουν εκτεθειμένοι στην παροχή πειστικής εξήγησης για την επιλογή τους να μην λάβουν μέρος στη διαδικασία της παρούσας αγωγής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαγωγή των Αιτητών είναι ασυγχώρητα αδικαιολόγητη και τέτοια που αν επικροτηθεί θα πλήξει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Η αδιαφορία και επιπολαιότητα που οι Αιτητές επέδειξαν αγγίζουν τα όρια της περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας αλλά και έλλειψης σεβασμού στα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτησης. Τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, θα διαβιβάσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι η πορεία της δικαστικής διαδικασίας είναι δέσμια της κρίσης των Αιτητών ως προς το χρόνο που επιλέγουν για να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και ότι όποτε το θελήσουν μπορούν να εγκλωβίσουν δικαιώματα της Καθ' ης η αίτησης. Στη βάση των προαναφερομένων δεν ικανοποιείται ούτε αυτή η προϋπόθεση. Κατά συνέπεια, οι λόγοι ένστασης 1, 2, 3, 4 και 5 επιτυγχάνουν. Ενόψει της επιτυχίας των λόγων ένστασης 1-5 παρέλκει η εξέταση του έκτου λόγου ένστασης. Ισοζυγίζοντας με μεγάλη προσοχή και προβληματισμό τους δύο θεμελιώδεις παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο γνωρίζει ότι το δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν είναι κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι και το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτησης να έχει εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρο 30.2. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))." Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτησης και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4-Αιτητών 1, 2, 3 και 4. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Αίτηση Παραμερισμού Δικαστικής Απόφασης/ Διάταξη 17 Κανονισμός 10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.