Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Sean Robert Bell κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1720 / 2013, 30/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A182 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1720 / 2013 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και
- Sean Robert Bell
- Ashleigh Mould
- Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρέας Γεωργίου Λτδ Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 9/4/2015 Ημερομηνία :- Τρίτη 30η Αυγούστου 2016 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Σάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σάβια Ζαχαρία Για τους Εναγομένους 1 και 2 - Αιτητές :- κα. Έλλη Πόγιανου για Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Έλλη Πόγιανου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι "εναγόμενοι") διάφορα διατάγματα με τα οποία είτε να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή η ίδια επίδοση ή ακόμη και το ίδιο το κλητήριο ένταλμα λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή διάταγμα αναστολής του κλητηρίου εντάλματος ή διάταγμα απόρριψης και/ή αναστολής της αγωγής και/ή κάθε διαδικασίας στην αγωγή εναντίον των εναγομένων.
- Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω περιγράφουν περιληπτικά το αίτημα των εναγομένων το οποίο παρατίθεται σε πέντε συνολικά παραγράφους. Το περιεχόμενο των οποίων βεβαίως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ως έχει. Εξετάζεται δηλαδή το αίτημα όπως αυτό έχει διατυπωθεί και όχι σύμφωνα με την πιο πάνω συνοπτική διατύπωση.
- Η ενάγουσα έχει καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Πριν από οποιαδήποτε αναφορά όμως στους λόγους ένστασης θα ήταν χρήσιμο όπως πρώτα γίνει αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της αίτησης. Η οποία εξ ανάγκης καθίσταται αρκετά εκτεταμένη εξαιτίας της φύσης του περιεχομένου της αίτησης και ιδιαίτερα δε της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της. Β. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ
- Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου και διευθύνοντα σύμβουλου των δικηγόρων των εναγομένων. Ο οποίος, όπως εξηγεί, γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία αναφέρει εντός της ένορκης δήλωσης του από "εκτενείς και λεπτομερείς πληροφορίες" τις οποίες έλαβε τόσο από τους δικηγόρους των εναγομένων στην Αγγλία οι οποίοι έχουν απευθείας επαφή με τους εναγόμενους όσο και από άλλο δικηγόρο στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων (του οποίου ο ενόρκως δηλών είναι διευθύνων σύμβουλος) και ο οποίος "χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση". Αναφέρει επίσης πως γνωρίζει τα γεγονότα από μελέτη όλων των σχετικών εγγράφων.
- Βεβαίως γιατί οι δικηγόροι των εναγομένων επέλεξαν να υπογράφει ως ενόρκως δηλών ο διευθύνων σύμβουλος των δικηγόρων των εναγομένων στην Κύπρο και όχι ο ίδιος ο δικηγόρος, ο οποίος όχι μόνο επίσης εργάζεται στο γραφείο των ίδιων δικηγόρων αλλά "χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση", είναι ερώτημα στο οποίο δεν δίδεται οποιαδήποτε απάντηση με την ένορκη δήλωση.
- Δίχως όμως αυτό να κρίνεται πως έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης. Καθώς, όπως διαπιστώνεται, το κύριο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης δεν είναι η προσωπική γνώση των γεγονότων από το άτομο το οποίο υπογράφει την ένορκη δήλωση αλλά το γεγονός ότι το ίδιο το περιεχόμενο της δεν αποτελείται τόσο από μαρτυρία όσο από επιχειρηματολογία.
- Επιχειρηματολογία μάλιστα με την οποία, όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών δηλώνει (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης), θα επιχειρήσει να καταδείξει, πρώτο, ότι τα κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την αγωγή και δεύτερο, ότι η επίδοση των σχετικών εγγράφων η οποία έγινε δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/2/2013 δεν έγινε με τον δέοντα τρόπο και/ή δεν επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα έτσι ώστε να είναι δυνατό η επίδοση να θεωρηθεί ως καλή επίδοση.
- Βεβαίως, ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του, προς ενίσχυση και της επεξήγησης η οποία δίδεται αναφορικά με το γεγονός πως η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από τους ίδιους τους εναγομένους, πως όπως ο ίδιος πιστεύει τα πλείστα θέματα στα οποία θα αναφερθεί είναι είτε νομικά θέματα είτε βασίζονται σε αδιαμφισβήτητα έγγραφα.
- Δεν αποφεύγει όμως ο ενόρκως δηλών να προβάλει ευθέως και νομικά επιχειρήματα με παρόμοιο τρόπο όπως αυτά θα προβάλλονταν εντός μίας γραπτής αγόρευσης παρά εντός μίας ένορκης δήλωσης. Παραδείγματος χάριν, όταν αναφέρει πως είναι η «θέση» του «... ότι το να διορίζεται πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Αιτητών το ίδιο το αντισυμβαλλόμενο μέρος αποτελεί σοβαρότατη κατάχρηση της όλης διαδικασίας...» η οποία πρακτική «... ουσιαστικά αφαίρεσε κάθε ίχνος δικαιώματος και προστασίας των συμφερόντων των Αιτητών αφού τίθεται θέμα σύγκρουσης συμφερόντων καθώς και ουσιαστικής παραβίασης του Κώδικα Συμπεριφοράς με τον οποίο όφειλε να συμμορφώνεται η Τράπεζα» (παράγραφος 15).
- Επιπλέον, η προβολή τέτοιων θέσεων εντάσσεται βεβαίως στο πλαίσιο θεμάτων τα οποία έχουν σχέση με την ουσία της αγωγής παρά με το περιορισμένο αντικείμενο της αίτησης. Διευκρινίζεται απλά πως τέτοιου είδους επιχειρήματα, τα οποία δεν είναι δυνατό να κριθούν ως σχετικά με το αντικείμενο της αίτησης, όχι μόνο δεν εξετάζονται από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης αλλά ασφαλώς ούτε και θα ήταν ορθό να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με το αίτημα των εναγομένων.
- Επιπλέον, ιδιαίτερη σημασία έχει και το εξής. Ως κείμενο μία ένορκη δήλωση αποτελεί μορφή μαρτυρίας και όχι επιχειρηματολογίας. Η επιχειρηματολογία από δικηγόρους θα πρέπει να περιορίζεται σε αγορεύσεις είτε γραπτές είτε προφορικές και όχι να αναπτύσσεται εντός ενόρκων δηλώσεων οι οποίες υπογράφονται από δικηγόρους αντί διαδίκους.
- Ανεξάρτητα και από το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η υπογραφή ένορκης δήλωσης από ένα δικηγόρο αντί από τον διάδικο τον οποίο εκπροσωπεί (βλ. σχετικά την απόφαση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Διευκρινίζω απλά πως στη συγκεκριμένη περίπτωση η απουσία των εναγομένων στο εξωτερικό γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ικανοποιητικός λόγος για το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από ένα εκ των δικηγόρων τους και όχι από τους ίδιους.
- Αναπόφευκτα, ως αποτέλεσμα της ίδιας της διατύπωσης της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, οδηγείται ουσιαστικά το Δικαστήριο στην καταβολή μίας υπό διαφορετικές περιστάσεις αχρείαστης προσπάθειας ως προς το εξής. Ως προς το όχι μόνο να διακρίνει και εξάξει από τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση το μέρος αυτό το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μαρτυρία αλλά επιπλέον και το εξής. Έχοντας υπόψη και το εκτενής εμβέλειας περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αναφορικά με άλλα άτομα - εντελώς άσχετα με τους διάδικους αυτής της αγωγής - θα πρέπει να ελέγξει κατά πόσο αυτή η μαρτυρία έχει όντως πραγματικά σχέση, έστω και έμμεσα, με τους ίδιους τους εναγομένους και όχι με άλλα πρόσωπα.
- Η χρήση της λέξης «έμμεσα» στη συγκεκριμένη περίπτωση βεβαίως δεν μπορεί παρά να γίνεται ως προς το ενδεχόμενο ύπαρξης έμμεσης σχέσης υπό την έννοια της νομικής πτυχής της αίτησης ή της αγωγής. Λόγω δηλαδή ομοιοτήτων των δεδομένων των εναγομένων με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις άλλων προσώπων.
- Διευκρινίζω δηλαδή πως η αναφορά σε έστω και έμμεση σχέση ασφαλώς δεν σημαίνει πως αρκεί να κριθεί πως οι εναγόμενοι ανήκουν σε μία συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων εάν παράλληλα δεν είναι δυνατό να κριθεί και το εξής. Πως μία τέτοια διαπίστωση είναι αρκετή έτσι ώστε να υποστηριχθεί επίσης μία σχέση βάσει της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να οδηγηθεί και σε συμπέρασμα ως προς τη νομική σημασία αυτής της διαπίστωσης αναφορικά και με τους ίδιους τους εναγομένους. Η σημασία των όσων αναφέρονται εντός αυτής της παραγράφου θα καθίσταται πιο εύκολα αντιληπτή αφού πρώτα το Δικαστήριο αναφερθεί στο υπόλοιπο της μαρτυρίας βάσει της οποίας οι εναγόμενοι στηρίζουν το αίτημα τους.
- Όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών (παράγραφος 7) η αγωγή μεταξύ των διαδίκων «...αποτελεί μέρος μίας σοβαρότατων διαστάσεων διαφοράς που υπάρχει μεταξύ μεγάλου αριθμού Άγγλων πολιτών που ζουν στην Αγγλία (στο εξής ''οι Άγγλοι Αγοραστές''... και ... των Εναγομένων 3 καθώς και άλλων κυπριακών εταιρειών που ασχολούνται με κατασκευές και με ανάπτυξη γης (''οι Κυπριακές Εταιρείες'') και της Τράπεζας και/ή άλλων Τραπεζών...». Σημειώνεται απλά σε σχέση με τις αναφορές σε «Τράπεζα» εντός της ένορκης δήλωσης πως, όπως διευκρινίζεται, αυτές αναφέρονται στην ίδια την ενάγουσα.
- Ουσιαστικά, όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, οι Άγγλοι Αγοραστές θεωρούν ότι εξαπατήθηκαν από τις κυπριακές εταιρείες και από την Τράπεζα «...οι οποίες ενήργησαν σε σχέση με το θέμα αυτό από κοινού». Βεβαίως το θέμα αυτό αποτελεί θέμα ουσίας της αγωγής και συνεπώς δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης. Ούτε βεβαίως και έχει σημασία για σκοπούς εκδίκασης αυτής της αίτησης κατά πόσο έχει ή δεν έχει παραδοθεί μέχρι σήμερα στους εναγομένους το εξοχικό διαμέρισμα το οποίο αγόρασαν. Αυτά, ως επίσης και άλλα γεγονότα σε σχέση με την ουσία της διαφοράς μεταξύ των εναγομένων είτε με την ενάγουσα είτε με την εναγόμενη 3 αποτελούν μέρος της ουσίας της αγωγής μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου ασφαλώς και δεν εξετάζονται με αυτή την απόφαση.
- Διαπιστώνεται πως το περιεχόμενο ολόκληρων παραγράφων της ένορκης δήλωσης αναφέρεται αποκλειστικά στην ουσία της αγωγής είτε γενικά, δηλαδή σε σχέση με όλους τους Άγγλους Αγοραστές (όπως οι παραγράφοι 9 και 10 της ένορκης δήλωσης) είτε σε σχέση με τους ίδιους τους εναγομένους (όπως οι παραγράφοι 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21 και 23 της ένορκης δήλωσης) αν και σε ορισμένο βαθμό θα μπορούσε να θεωρηθεί πως υπάρχουν αναφορές εντός αυτών των παραγράφων οι οποίες να είναι δυνατό να κριθεί πως θα μπορούσαν να έχουν σχέση με το αντικείμενο αυτής της αίτησης. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με την ύπαρξη αντιπροσώπων της ενάγουσας και της εναγομένης
- Εξετάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης με προσοχή αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε μεγάλη έκταση γενικά στην ουσία της αγωγής και στην ούτω καλούμενη «σοβαροτάτων διαστάσεων» διαφορά μεταξύ «μεγάλου αριθμού Άγγλων πολιτών που ζουν στην Αγγλία» τον οποίο αριθμό σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης του καθορίζει ως περίπου 1.000 (παράγραφος 27 (Α) ). Επιπλέον, βεβαίως αναφέρεται και σε διαδικασίες οι οποίες εκκρεμούν στο Ηνωμένο Βασίλειο δίχως όμως σε οποιαδήποτε από αυτές να ισχυρίζεται πως είναι διάδικοι και οι εναγόμενοι (στις παραγράφους 11, 26, 27 και 28 της ένορκης δήλωσης).
- Παραμένοντας στην προσπάθεια διαχωρισμού της μαρτυρίας από την επιχειρηματολογία εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως παρέχεται η δυνατότητα έτσι ώστε να διακριθούν μόνο ορισμένα σημεία ως μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης των εναγομένων. Σημεία δηλαδή τα οποία να προκύπτουν από μαρτυρία η οποία να έχει σχέση με τους εναγομένους (βλ. σχετικά την παράγραφο 13 αυτής της απόφασης).
- Κατ΄ αρχάς διευκρινίζω πως ασφαλώς το Δικαστήριο στο βαθμό στον οποίο είναι δυνατό να θεωρηθεί πως τα γεγονότα σε σχέση με τους εναγόμενους είναι τα ίδια με αυτά της ομάδας την οποία ο ενόρκως δηλών αποκαλεί οι "Άγγλοι Αγοραστές" τότε αυτά και βεβαίως λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση.
- Τονίζω επίσης τη χρήση της λέξης τα "ίδια" και όχι απλά "παρόμοια" με αυτά της συγκεκριμένης ομάδας. Παραδείγματος χάριν, δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα πως επειδή περίπου 1.000 Άγγλοι Αγοραστές έχουν καταχωρήσει εννέα μαζικές αγωγές στο "High Court" πως σε αυτό τον αριθμό συμπεριλαμβάνονται και οι εναγόμενοι. Έαν όντως οι εναγόμενοι είναι και ενάγοντες στο Ηνωμένο Βασίλειο σε οποιαδήποτε είτε ατομική είτε ομαδική αγωγή εναντίον της ενάγουσας τότε αυτό το γεγονός θα έπρεπε να αναφέρεται με επαρκή σαφήνεια και σχετικές λεπτομέρειες ως ένα από τα σημαντικά δεδομένα τα οποία οι εναγόμενοι καλούν το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του κατά την εξέταση της αίτησης τους.
- Τέτοια αναφορά βεβαίως υπάρχει σε άλλο σημείο εντός της ένορκης δήλωσης. Όμως, όπως διευκρινίζεται πιο κάτω, ακόμη και η αναφορά αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Γενικά αναφέρεται στις υποπαραγράφους (Ι) έως (ΧΙ) της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης η καταχώρηση στην Αγγλία εννέα συνολικά αγωγών. Έστω και εάν αναφέρεται πως τα επίδικα θέματα είναι πανομοιότυπα με αυτά της παρούσης αγωγής ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει πως μεταξύ των εναγόντων στις αγωγές στην Αγγλία συγκαταλέγονται και οι εναγόμενοι. Ανεξάρτητα δηλαδή και από τον ισχυρισμό πως τα επίδικα θέματα είναι πανομοιότυπα. Επίσης αναφέρεται αδιευκρίνιστα ουσιαστικά πως μεταξύ των εναγομένων στις αγωγές οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στην Αγγλία είναι και η ενάγουσα αν και βεβαίως στις υποπαραγράφους (IV), (VI), (VII), (VIII), (X) και (ΧΙ) αναφέρεται συγκεκριμένα πως έχει προστεθεί ως εναγόμενη και η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή.
- Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με τον ανάμεικτο βαθμό στον οποίο η ένορκη δήλωση περιέχει επιχειρηματολογία και τα όσα αναφέρονται σχετικά στις παραγράφους 28, 29 και
- Μάλιστα η παράγραφος 29 αρχίζει με αναφορά του ενόρκως δηλούντος της θέσης του «υπό τις περιστάσεις», παραθέτοντας ακολούθως σε τέσσερεις υποπαραγράφους τις θέσεις του ως προς το ότι οι εναγόμενοι είναι καταναλωτές με παράλληλες αναφορές ως προς τη πραγματική πτυχή αυτής της θέσης και ότι τα αγγλικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία.
- Βεβαίως στην υποπαράγραφο (Α) της παραγράφου 29 της ένορκης δήλωσης διαπιστώνεται η ύπαρξη μίας ανάμεικτης διατύπωσης τόσο επιχειρηματολογίας όσο και μαρτυρίας καθώς αφού πρώτα ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει, επιχειρηματολογώντας, ότι οι εναγόμενοι είναι καταναλωτές στην έννοια των άρθρων 15 με 17 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 στη συνέχεια παραθέτει τον εξής ισχυρισμό. Σημειώνει συναφώς πως οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία επαγγελματική σχέση με την αγορά ακινήτων ή με τη σύναψη δανείων και αγόρασαν το επίδικο διαμέρισμα για να το χρησιμοποιούν ως εξοχικό.
- Στη συνέχεια στην παράγραφο 30 παραθέτει και άλλες νομικές θέσεις ως προς τη λανθασμένη έκδοση του διατάγματος επίδοσης, της αντικανονικότητας στην επίδοση, την παράλειψη να λάβει η ενάγουσα άδεια σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος ως επίσης και θέση ουσίας αναφορικά με την νομιμότητα της επιστολής τερματισμού από την ενάγουσα. Επίσης, στη συνέχεια μέχρι και το τέλος της ένορκης δήλωσης αναφέρεται στην απουσία πρόθεσης από τους εναγομένους να περιφρονήσουν τη δικαστική διαδικασία και τις ενέργειες τους μετά και από την επίδοση σε αυτούς του κλητηρίου εντάλματος.
- Επιπλέον στην παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσης υπάρχει αναφορά και σε καταχώρηση αγωγής από τους ίδιους μαζί με άλλους «Άγγλους Αγοραστές». Η οποία, όπως αναφέρεται, καταχωρήθηκε στις 12/11/2014, δηλαδή μετά από την καταχώρηση της αγωγής της ενάγουσας (8/7/2013) αλλά πριν και από την επίδοση στους εναγομένους στις 5/2/
- Τέλος, η προτελευταία παράγραφος της ένορκης δήλωσης (παράγραφος 33) αποτελείται πλήρως από νομικά επιχειρήματα.
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος στην παράγραφο 32 ως προς την ύπαρξη απαίτησης από τους εναγομένους εναντίον, μεταξύ άλλων, και της ενάγουσας και της καταχώρησης μαζικής αγωγής από τους ίδιους παραπέμπει σχετικά ο ενόρκως δηλών στο τεκμήριο 9 ως αντίγραφο της συγκεκριμένης αγωγής με αριθμό 2014-1370 ημερομηνίας 12/11/
- Δυστυχώς δεν δίδονται οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες προς υποβοήθηση εντοπισμού των ονομάτων των εναγομένων. Όπως ο αριθμός ενάγοντος σε σχέση με τους εναγομένους.
- Ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο έπρεπε από μόνο του να αναλώσει πολύτιμο χρόνο για εντοπισμό των ονομάτων μεταξύ 119 εναγόντων σε σχετικό παράρτημα το οποίο αποτελείται από 47 σελίδες συνολικά στις οποίες αναφέρονται, με αύξοντες αριθμούς, όχι μόνο τα ονόματα των εναγόντων αλλά και λεπτομέρειες αναφορικά με με την αξίωση του κάθε ενάγοντα. Μάλιστα, έχοντας υπόψη και καταχώρηση άλλης μαζικής αγωγής ως τεκμήριο 6, αυτή τη φορά με 160 ενάγοντες, το Δικαστήριο έλεγξε και αυτό το τεκμήριο προς αποκλεισμό της πιθανότητας να είχε γίνει λάθος αναφορά σε αριθμό τεκμηρίου εντός της ένορκης δήλωσης.
- Πραγματικά είναι λυπητερή η εμφανής απουσία εκτίμησης ως προς το πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος του Δικαστηρίου κατά τη συγγραφή μίας απόφασης και η αναγκαιότητα να αφοσιώνεται σε έλεγχο αυτού του είδους, ο οποίος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με ανάλογη υποβοήθηση από τον ενόρκως δηλούντα ο οποίος τυγχάνει να είναι και δικηγόρος. Επισημαίνεται απλά το αυτονόητο πως δικαστικός χρόνος ο οποίος αφοσιώνεται σε οποιαδήποτε υπόθεση ασφαλώς στερεί τη δυνατότητα αφοσίωσης αυτού του χρόνου σε άλλες υποθέσεις.
- Ακόμη πιο λυπητερό είναι όταν η αφοσίωση τέτοιου χρόνου οδηγεί σε διαπίστωση πως οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Καθότι οι εναγόμενοι δεν συγκαταλέγονται στους 119 ενάγοντες οι οποίοι αναφέρονται στο τεκμήριο 9 στη μαζική δηλαδή αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 12/11/2014 στην Αγγλία. Θέτοντας το πολύ απλά η κατ΄ ισχυρισμό συμμετοχή τους σε αυτή τη δικαστική διαδικασία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο τόσο ως προς την προχειρότητα και έλλειψη εκτίμησης της αξίας του δικαστικού χρόνου με την οποία προβάλλεται ένας τόσο βασικός ισχυρισμός σε σχέση με το αίτημα των εναγομένων όσο και ως προς το γεγονός ότι αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Επιπλέον, δεν μπορεί παρά βεβαίως να τονίσει το Δικαστήριο σε σχέση και με την έκβαση αυτής της απόφασης την ιδιαίτερη σημασία αυτού του κατ΄ ισχυρισμό δεδομένου εάν όντως αυτό υπήρχε. Ασφαλώς, εάν όντως οι εναγόμενοι ήταν διάδικοι σε αγωγή στην Αγγλία, το οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής το οποίο ενδεχομένως θα εκδιδόταν σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας θα είχε διαφορετική μοφή έτσι ώστε να λαμβανόταν υπόψη η συγκεκριμένη εκκρεμότητα.
- Σκόπιμα το Δικαστήριο έχει αφοσιώσει μεγάλο μέρος αυτής της απόφασης μέχρι αυτού του σημείου έτσι ώστε να καθίσταται πιο εύκολα αντιληπτή η αιτιολόγηση της. Βεβαίως αυτή η καταγραφή θα ήταν αχρείαστη εάν η ένορκη δήλωση περιοριζόταν σε μαρτυρία και δεν επεκτεινόταν κυρίως σε επιχειρηματολογία καθιστώντας αναγκαία την παροχή μίας επεξήγησης από το Δικαστήριο ως προς το βαθμό στον οποίο λαμβάνεται υπόψη ή ουσιαστικά είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη ως μαρτυρία το οποιοδήποτε μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης.
- Παρατηρείται επίσης πως εντός της γραπτής αγόρευσης η οποία δόθηκε προς υποστήριξη της αίτησης υπάρχουν και αναφορές σε μαρτυρία δίχως όμως η έκταση αυτής να ανταποκρίνεται πλήρως στη μαρτυρία η οποία όντως έχει δοθεί. Παραδείγματος χάριν, αναφέρεται στη σελίδα 10 στην παράγραφο 29 της γραπτής αγόρευσης πως όπως «...φαίνεται από τη προσαχθείσα μαρτυρία, οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη σύναψη συμφωνίας δανείου με τους Ενάγοντες εντός οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας, ούτε διαφάνηκε από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι ασχολούνταν επαγγελματικά με την κατασκευή ή ενοικίαση ακινήτων». Στην αμέσως επόμενη παράγραφο στην ίδια σελίδα υπάρχουν και άλλες αναφορές σε σχέση με κατ΄ ισχυρισμό πραγματικά γεγονότα επί του ίδιου θέματος.
- Όντως υπό μορφή μαρτυρίας αναφέρεται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης ότι οι εναγόμενοι προχώρησαν στη σύναψη του επίδικου δανείου κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών τους διακοπών στην Κύπρο ενώ βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο 26 αυτής της απόφασης) ο ενόρκως δηλών προβάλει και συγκεκριμένο ισχυρισμό ως προς την πραγματική πτυχή της θέσης του ότι οι εναγόμενοι είναι καταναλωτές.
- Τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση, ανεξαρτήτως και της βασιμότητας τους, αποτελούν κυρίως συμπεράσματα παρά επανάληψη της ούτω καλούμενης προσαχθείσας μαρτυρίας η οποία όντως να εμπεριέχεται εντός της ένορκης δήλωσης δίχως όμως παράλληλα να διαπιστώνεται από το Δικαστήριο η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας σχετικής επί του θέματος. Όπως αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο 26 αυτής της απόφασης, σε συνάρτηση με νομική θέση επί του προκειμένου, υπάρχει και αναφορά υπό μορφή ισχυρισμού του ενόρκως δηλούντος στην υποπαράγραφο (Α) της παραγράφου 29 της ένορκης δήλωσης ως προς το ότι οι εναγόμενοι καμία επαγγελματική σχέση έχουν με την αγορά ακινήτων ή με τη σύναψη δανείων και ότι αγόρασαν το διαμέρισμα για να το χρησιμοποιούν ως εξοχικό. Υπενθυμίζω επίσης πως όπως αναφέρεται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης οι εναγόμενοι προχώρησαν στη σύναψη του επίδικου δανείου κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών τους διακοπών στην Κύπρο.
- Συνεπώς οι αναφορές στη γραπτή αγόρευση σε «προσαχθείσα μαρτυρία» ουσιαστικά περιορίζονται σε αυτά τα σημεία της ένορκης δήλωσης. Καθώς δηλαδή δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιπρόσθετη ή λεπτομερή μαρτυρία ως προς την πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων έτσι ώστε να ο ευπαίδευτος συνήγορος τους να αναφέρεται σε «προσαχθείσα μαρτυρία» επί του προκειμένου. Αναμφίβολα το ίδιο το Δικαστήριο είναι σε θέση να εξάξει ορισμένα συμπεράσματα και από άλλα στοιχεία, ακόμη και μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την ίδια την ενάγουσα, όμως η αναφορά σε «προσαχθείσα μαρτυρία» με την εύλογα αντιληπτή έννοια μαρτυρίας η οποία να είχε προσαχθεί από τους ίδιους τους εναγομένους αναφορικά με τα όσα θέματα αναφέρονται εντός της γραπτής αγόρευσης στις προαναφερόμενες παραγράφους δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς την έκταση ουσιαστικά της μαρτυρίας η οποία όντως έχει παρουσιαστεί από τους εναγομένους.
- Η πραγματικότητα είναι ότι εν τέλει το Δικαστήριο οδηγείται με επαρκή ασφάλεια σε συμπέρασμα ως προς την ιδιότητα ή μη των εναγομένων ως καταναλωτές διατηρώντας υπόψη μία συνολική εικόνα των όσων στοιχείων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο από την ενάγουσα όσο και από τους εναγομένους.
- Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 21 της ένορκης δήλωσης ως προς το ότι η αγορά του εξοχικού διαμερίσματος θα ήταν «κερδοφόρα» και η εξασφάλιση σημαντικού εισοδήματος για τους εναγομένους, θα μπορούσε να θεωρηθεί και αντιφατική με τα όσα αναφέρονται εντός της γραπτής αγόρευσης. Υπάρχει όμως συσχετισμός αυτών των ισχυρισμών με την αποπληρωμή των δόσεων του δανείου και την αναφορά ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν γνώστες «τέτοιων εμπορικών συναλλαγών». Ενώ η αναφορά, όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών σημειώνει «συναφώς», ότι οι εναγόμενοι «...ουδεμία επαγγελματική σχέση έχουν με την αγορά ακινήτων ή με τη σύναψη δανείων και ... αγόρασαν το επίδικο διαμέρισμα για να το χρησιμοποιούν ως εξοχικό...» παρά και το ότι εντάσσεται επίσης ως μέρος της επιχειρηματολογίας ως προς το ότι οι εναγόμενοι είναι καταναλωτές υπό την έννοια των άρθρων 15 και 17 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001, δεν παύει επίσης να αποτελεί και ισχυρισμό ως προς την πραγματική πτυχή της αίτησης των εναγομένων.
- Διευκρινίζεται δηλαδή πως με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν απορρίπτει τη θέση των εναγομένων ότι ήταν καταναλωτές λόγω έλλειψης μαρτυρίας ή ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία αναφορικά με αυτό το θέμα εντός της ένορκης δήλωσης. Απλά αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως επί του συγκεκριμένου θέματος υπάρχει μία υπερβολική αναφορά εντός της γραπτής αγόρευσης σε ύπαρξη μαρτυρίας ενώ εντός της ένορκης δήλωσης η μαρτυρία στην οποία παραπέμπεται το Δικαστήριο είναι δυνατό εκ πρώτης όψεως λανθασμένα να εκληφθεί ως μαρτυρία υπό συμπερασματική μορφή προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων παρά ως μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική πτυχή του αιτήματος. Θέτοντας το πολύ απλά αν και διαπιστώνεται ότι όντως υπάρχει μαρτυρία εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης υπάρχει μία μεγαλοποίηση με την επιχειρηματολογία ως προς την έκταση αυτής της μαρτυρίας.
- Παράλληλα όμως δεν διαπιστώνεται πως εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης της ενάγουσας είναι δυνατό να θεωρηθεί πως προκύπτει με οποιοδήποτε επαρκή βαθμό βεβαιότητας αντίθετη θέση ως προς τη πραγματική πτυχή της ιδιότητας των εναγομένων. Ως προς το ότι δηλαδή η επίδικη συμφωνία δανείου όντως έγινε εντός και όχι εκτός του πλαισίου της οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας των εναγομένων.
- Ουσιαστικά η ενάγουσα τόσο με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε όσο και την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της προσπαθεί εκ των υστέρων να προωθήσει μία εικόνα ως προς τους λόγους σύναψης του επίδικου δανείου από τους εναγομένους, ιδιαίτερα δε με αναφορά σε επενδυτικούς σκοπούς δίχως όμως αυτή η προσπάθεια να κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο. Καθότι, υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, δεν αποκλείεται η επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία ακόμη και από άτομα τα οποία να μην ασκούν οποιαδήποτε συναφή επαγγελματική δραστηριότητα. Σύμφωνα δηλαδή με τους ισχυρισμούς επί του προκειμένου του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης, οι οποίοι εν τέλει κρίνονται επαρκείς σε σχέση με τη θέση την οποία υποστηρίζουν. Γ. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ
- Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε εξέταση των 16 λόγων ένστασης με τους οποίους η ενάγουσα υποστηρίζει πως η αίτηση των εναγομένων δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο.
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (α) οι «...εναγόμενοι εμποδίζονται από το να αμφισβητούν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή/και έχουν υπαχθεί (have submitted) στην δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης με βάση την Δ.16 θ. 3 και όχι εμφάνιση υπό διαμαρτυρία με βάση την Δ.16 θ. 9». Διατηρώντας υπόψη τη σχετικότητα του συγκεκριμένου λόγου ένστασης με τον λόγο ένστασης (β) το Δικαστήριο θα εξετάσει από κοινού τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (β) οι «...εναγόμενοι εμποδίζονται από το να αμφισβητούν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή/και έχουν υπαχθεί (have submitted) στην δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης χωρίς να καταχωρήσουν ταυτόχρονα αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης και/ή χωρίς να έχουν λάβει σχετική προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου επί τούτου» (σημειώνεται απλά πως η λέξη «ταυτόχρονα» τονίζεται με έντονα γράμματα (bold)).
- Αμφότεροι οι λόγοι ένστασης κρίνονται αβάσιμοι. Κατ΄ αρχάς, σε σχέση με το λόγο ένστασης (α), σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας ένας είναι ο τύπος σημειώματος εμφάνισης και αυτός είναι ο τύπος
- Δηλαδή, δεν υπάρχει διαφορετικός τύπος σε περίπτωση καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης βάσει της Δ.16 θ. 9 και όχι της Δ.16 θ.
- Συνεπώς, εάν αυτό το οποίο εννοεί η ενάγουσα είναι ότι το σημείωμα εμφάνισης το οποίο οι εναγόμενοι καταχώρησαν φέρει τίτλο στον οποίο εμπεριέχεται η φράση «Δ.16 θ. 3» αυτό δε σημαίνει ότι η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης έχει γίνει βάσει της Δ.16 θ. 3 και ότι ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι εμποδίζονται από το να αμφισβητούν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή ότι έχουν υπαχθεί σε αυτή. Σαφώς οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία όπως εξηγείται πιο κάτω κατά την εξέταση του λόγου ένστασης (β).
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (β) ουσιαστικά με τη χρήση της λέξης «ταυτόχρονα» η ενάγουσα εισηγείται πως η ορθή διαδικασία είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση και αίτησης για παραμερισμό επίδοσης και σημειώματος εμφάνισης. Παράλληλα όμως - και αντιφατικά - εντός του ίδιου λόγου ένστασης αναφέρεται, συζευκτικά και διαζευκτικά, πως οι εναγόμενοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Προφανώς άδεια για να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Ως προς την ορθή διαδικασία καταχώρησης εμφάνισης υπό διαμαρτυρία παραπέμπω σχετικά στο Annual Practice του 1958 στις σελίδες 197 και 198 και τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την αντίστοιχη διαταγή των αγγλικών θεσμών (O.12 r. 30) δίχως να θεωρώ απαραίτητο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης όπως περιγράψει το Δικαστήριο τη συγκεκριμένη διαδικασία.
- Πέραν όμως και από τη νομική πτυχή του θέματος τα όσα αναφέρονται στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης διαψεύδονται βεβαίως από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Καθότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία εξασφάλισαν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία η οποία συνοδευόταν από οδηγίες του Δικαστηρίου για καταχώρηση εντός 30 ημερών από την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, αίτησης για παραμερισμό «...της Διαδικασίας και/ή της επίδοσης της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος». Επιπλέον, το Δικαστήριο έθεσε ως όρο ότι σε περίπτωση παράλειψης καταχώρησης αίτησης σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου εντός 30 ημερών τότε η εμφάνιση των εναγομένων θα θεωρείτο κανονική. Η αίτηση εγκρίθηκε στις 19/2/2015, το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 10/3/2015 και η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση καταχωρήθηκε στις 9/4/
- Συνεπώς, ο λόγος ένστασης (β) δεν ευσταθεί. Διατηρώντας υπόψη τη διαδικασία την οποία οι εναγόμενοι ακολούθησαν δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι εμποδίζονται από το να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή ότι έχουν υπαχθεί σε αυτή. Αμφότεροι οι λόγοι ένστασης (α) και (β) κρίνονται αβάσιμοι.
- Θεωρώ πως ο λόγος ένστασης (γ) έχει άμεση σχέση με το αντικείμενο της αίτησης και ως εκ τούτου θα εξεταστεί εντός του πλαισίου εξέτασης γενικότερα του θέματος της δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με αυτό τον λόγο ένστασης αποκλειστική δικαιοδοσία ".για εκδίκαση της . αγωγής έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια σύμφωνα με τα άρθρα 22 και/ή 23 και/ή 27 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001". Επιπλέον, προστίθεται πως τα Κυπριακά Δικαστήρια ".έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για εκδίκαση της . αγωγής με βάση την επίδικη συμφωνία δανείου μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, αλλά και τον περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960". Παρά και το γεγονός πως αυτός ο λόγος ένστασης εξετάζεται πιο κάτω αξίζει να σημειωθεί η ασάφεια στην όλη θέση της ενάγουσας όπως αυτή προβάλεται με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης διατηρώντας υπόψη πως αυτός όχι μόνο συζευκτικά και διαζευκτικά ("και/ή") βασίζεται, είτε ξεχωριστά είτε και σε συνδυασμό, σε τρεις διαφορετικές πρόνοιες του συγκεκριμένου Ευρωπαϊκού Κανονισμού αλλά επιπλέον συμπλέκεται με αυτό το θέμα και αναφορά σε θέματα αρμοδιότητας σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίων Νόμο του
- Ο λόγος ένστασης (δ) σύμφωνα με τον οποίο τα ".Αγγλικά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για να εκδικάσουν τις μεταξύ των διαδίκων διαφορές και καμία από τις διατάξεις του Κανονισμού 44/2001 που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν προσδίδουν τέτοια δικαιοδοσία στα Αγγλικά Δικαστήρια" επίσης ανήκει στην ίδια κατηγορία λόγων ένστασης με τον λόγο ένστασης (γ) και ως εκ τούτου και αυτός θα εξεταστεί εντός του γενικότερου πλαισίου εξέτασης του θέματος της δικαιοδοσίας.
- Ο λόγος ένστασης (ε) έχει σχέση με τη διαδικασία επίδοσης προς τους εναγόμενους και έστω και εάν η αποδοχή της βασιμότητας του συγκεκριμένου λόγου ένστασης από μόνη της δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης των εναγομένων το Δικαστήριο όντως συμφωνεί πως η ενάγουσα ακολούθησε την ορθή διαδικασία προς εξασφάλιση του διατάγματος για επίδοση προς τους εναγόμενους. Ανεξάρτητα και από το γεγονός πως, αχρείαστα ουσιαστικά, ο λόγος ένστασης βασίζεται σε 5 τουλάχιστον συζευκτικές ή διαζευκτικές βάσεις με αναφορές στους ".σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή τον Νόμο και/ή τους Θεσμούς και/ή τους Αγγλικούς Θεσμούς και/ή το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 14/10/2013". Η αναφορά σε θεσμούς άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως καθοριστική της ορθότητας της διαδικασίας για επίδοση ενδεχομένως να παραπέμπει στο τελικό στάδιο της ίδιας της επίδοσης σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- Ο τρόπος όμως με τον οποίο συμπλέκεται ουσιαστικά το τελικό με το αρχικό στάδιο ή ολόκληρη η διαδικασία η οποία οδήγησε στην επίδοση προς τους εναγόμενους δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικός προς καλύτερη κατανόηση της θέσης της ενάγουσας επί του συγκεκριμένου θέματος.
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (στ) οι εναγόμενοι ".κωλύονται από το να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση τους . και στην ένορκη δήλωση που στηρίζει αυτή . και οι οποίοι αφορούν τη διαδικασία επίδοσης που ακολούθησαν οι ενάγοντες και/ή το είδος των εγγράφων που επιδόθηκαν στους εναγόμενους . διότι επιδόθηκαν τα ορθά έγγραφα σε αυτούς και/ή οι εναγόμενοι έλαβαν πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκαν τόσο για την ύπαρξη της . αγωγής εναντίον τους όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα για αντιμετώπιση της". Πραγματικά το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να συμφωνήσει με τη θέση πως εξαιτίας των όσων εγγράφων είχαν επιδοθεί προς τους εναγόμενους, αυτό από μόνο του θα μπορούσε να θεωρηθεί πως εμποδίζει τους εναγόμενους από το να προβάλλουν τους όσους ισχυρισμούς (και θέσεις βεβαίως) όπως αυτοί προβάλλονται με την αίτηση και ένορκη δήλωση τους. Επιπλέον δημιουργείται και ερώτημα σε σχέση με κατά πόσο όντως επιδόθηκαν όλα τα "ορθά έγγραφα" προς αυτούς. Ερώτημα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης καθώς διαπιστώνεται, βάσει πρόσφατης νομολογίας, πως αυτό δεν έχει συμβεί στην ολότητα του.
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (ζ) οι εναγόμενοι ".δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό". Πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο ως πρός τη χρησιμότητα προβολής λόγων ένστασης αυτού του είδους των οποίων τόσο η γενικότητα όσο και αοριστία δεν παρέχει καν οποιοδήποτε εύλογο περιθώριο εξέτασης τους. Εντάσσει το Δικαστήριο το συγκεκριμένο λόγο ένστασης στο γενικό ερώτημα κατά πόσο ή όχι δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης των εναγομένων δίχως να θεωρείται αναγκαίο όπως εξεταστεί ξεχωριστά ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης.
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (η) η αίτηση των εναγομένων ".αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια εκ μέρους τους να αποφύγει (sic) και/ή να δικαιολογήσει (sic) την παράλειψη τους να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες". Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο σε σχέση με τη χρησιμότητα και αυτού του λόγου ένστασης. Έστω και εάν θα ήταν ποτέ δυνατό, από άποψης της πραγματικής πτυχής της αγωγής ουσιαστικά, να κριθεί ως βάσιμος αυτός ο λόγος, τότε αυτό είτε από μόνο του είτε σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης, θα οδηγούσε σε απόρριψη της αίτησης των εναγομένων; Σε καμία περίπτωση. Καλείται δηλαδή το Δικαστήριο να προαποφασίσει το αποτέλεσμα της ενδεχόμενης εκδίκασης της αγωγής; Δίχως να ακουστεί μαρτυρία; Και στη συνέχεια να κρίνει ότι όντως υπάρχουν συμβατικές υποχρεώσεις των εναγομένων σε σχέση με τις οποίες οι εναγόμενοι προσπαθούν να αποφύγουν τη συμμόρφωση τους δια μέσω της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση; Πέραν και των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να προσθέσει οτιδήποτε περισσότερο το Δικαστήριο αναφορικά με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης ο οποίος κρίνεται αβάσιμος.
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (θ) η ".αναστολή και/ή ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος και/ή η αναστολή της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή μη βολικότητας του θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες". Προκαλεί και αυτός ο λόγος ένστασης απορία στο Δικαστήριο όχι ως λόγος ένστασης αλλά σε σχέση με την προβολή του ως λόγος ένστασης. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δεν εξετάζει καν κατά πόσο όντως το αποτέλεσμα αποδοχής ουσιαστικά της αίτησης θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα. Δεν έχει θέσει οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου η ενάγουσα υπό μορφή μαρτυρίας βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Όμως ακόμη και να μπορούσε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε αυτό το συμπέρασμα ή έστω και σε συμπέρασμα πως όντως κάποιο είδος ζημιάς θα προκαλείτο στην ενάγουσα. Αυτό θα αποτελούσε βάσιμο λόγο επί του οποίου το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι η αίτηση των εναγομένων δε θα πρέπει να γίνει δεκτή; Δηλαδή σε περίπτωση κατά την οποία όντως κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η αίτηση δικαιολογείται, παραδείγματος χάριν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, θα πρέπει να προσποιηθεί ότι όντως έχει δικαιοδοσία διότι εάν η αίτηση γίνει δεκτή τότε θα προκληθεί κάποια μορφή ούτω καλούμενης "ανεπανόρθωτης ζημιάς" στην ενάγουσα;
- Αυτό το οποίο θα πρέπει να γίνει αντιληπτό σε διαδικασίες αυτού του είδους είναι πως το Δικαστήριο δεν ασκεί διακριτική εξουσία σε σχέση με την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο έχει ή δεν έχει δικαιοδοσία σε σχέση με την εκδίκαση μίας αγωγής. Είτε έχει δικαιοδοσία εκδίκασης αυτής της αγωγής είτε δεν έχει. Εάν όντως το Δικαστήριο καταλήγει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα τότε θα είναι εντελώς αδιάφορο κατά πόσο η ενάγουσα θα υποστεί την οποιαδήποτε ζημιά. Η οποία οφείλω να προσθέσει το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ήταν "ανεπανόρθωτη" καθότι εάν αυτό το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αυτή την αγωγή αυτό δε θα σημαίνει ότι άλλο Δικαστήριο, δηλαδή στο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο κατοικούν οι εναγόμενοι, δεν θα έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την οποιαδήποτε αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων.
- Ως πρός το θέμα της βολικότητας, δηλαδή εάν με αυτή την αναφορά η ενάγουσα αναφέρεται στο θέμα του forum non conveniens, όπως αναφέρεται και πιο κάτω, αυτό δεν έχει καμία σημασία σε σχέση με την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
- Συγκεκριμένα στη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας αναφέρει σχετικά πως για «σκοπούς πρακτικότητας» ορθά καταχωρήθηκε η αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου καθότι όλη η σχετική μαρτυρία με την αγωγή βρίσκεται εξ ολοκλήρου στην επαρχία Πάφου όπου υπογράφηκαν όλες οι επίδικες συμφωνίες προσθέτοντας πως όλοι οι μάρτυρες που θα προσφέρουν μαρτυρία περί της τήρησης «των λογαριασμών» των εναγομένων βρίσκονται στην Πάφο «...όπως επίσης και το ενυπόθηκο ακίνητο» (αξίζει παρεμπιπτόντως να σημειωθεί πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε ενυπόθηκο ακίνητο στη συγκεκριμένη αγωγή). Σε αντίθεση, εισηγείται, δεν υπάρχει μαρτυρία στην Αγγλία ενώ, όπως προσθέτει, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είναι κάτοικοι Αγγλίας δε συνεπάγεται ότι μόνο στην Αγγλία μπορεί να καταχωρηθεί η αγωγή ενώ ολοκληρώνει την επιχειρηματολογία της με αναφορά στο γεγονός ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγόμενη 3 διεξάγουν εργασίες στην επαρχία της Πάφου.
- Η εντύπωση η οποία δημιουργείται βάσει τόσο αυτή της επιχειρηματολογίας όσο και μέρος του λόγου ένστασης (θ) είναι ότι ουσιαστικά αυτό το οποίο προωθείται είναι η θεωρία του forum non conveniens. Εντούτοις, παρά και το γεγονός ότι ορισμένα στοιχεία όπως, παραδείγματος χάριν, ο χώρος υπογραφής και εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας αλλά όντως και διαμονής των μαρτύρων οι οποίοι πιθανώς θα κληθούν κατά την εκδίκαση της αγωγής ή ακόμη και η ύπαρξη της συνεναγομένης εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, συντείνουν σε μία βάσιμη εισήγηση ως προς το ότι το Δικαστήριο θα ήταν forum conveniens, το όλο θέμα πολύ απλά δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Καθώς αναφέρεται σε αυθεντία από δική μας νομολογία, δηλαδή στην απόφαση Hampton Advisory Group S. A. v.
- Bost Ad κ. ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 549, στην οποία αναφέρθηκε και η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, σε σχέση όμως με τη ρήτρα δικαιοδοσίας (για το οποίο θέμα βεβαίως η συγκεκριμένη αυθεντία είναι επίσης σχετική) το εξής. Ότι δηλαδή οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens ενώ υπάρχει και σχετική παραπομπή από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης C-281/02 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 1/3/2005, Owusu v. Jackson. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 46 της απόφασης Owusu ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών απαγορεύει σε δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία την οποία αντλεί από το άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως με το σκεπτικό ότι δικαστήριο μη συμβαλλόμενου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους ή η ως άνω διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Θέτοντας το πολύ απλά, η θεωρία ή η αρχή του forum non conveniens δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Αβάσιμος συνεπώς κρίνεται και ο λόγος ένστασης (θ).
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (ι) η «...αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της επίδοσης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις». Κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο το αίτημα των εναγομένων να εγκριθεί ως προς τον παραμερισμό ή την ακύρωση της επίδοσης αποτελεί ένα πολύ πιο γενικό ερώτημα το οποίο έχει σχέση με τα διάφορα θέματα τα οποία εγείρονται προς εξέταση εξαιτίας και της καταχώρησης της αίτησης των εναγομένων. Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης σε σχέση με αυτό το μέρος του λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο εντός του γενικότερου πλαισίου αυτής της απόφασης κατά την εξέταση της αίτησης. Ως προς το πρώτο μέρος του, δηλαδή κατά πόσο η ακύρωση ή παραμερισμός της επίδοσης «θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης», ασφαλώς εάν το αίτημα των εναγομένων κρινόταν ορθό και δίκαιο από το Δικαστήριο όπως γίνει δεκτό τότε δε θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αυτό θα ήταν και το αποτέλεσμα αυτής της αποδοχής. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει δηλαδή εάν οι εναγόμενοι έχουν κάποιο απώτερο στόχο ή σκοπό αλλά κατά πόσο το αίτημα τους σε σχέση με το θέμα της επίδοσης δικαιολογείται ή όχι.
- Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (κ) η «... καταχώρηση της αίτησης των εναγομένων προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court)". Παρατηρείται βάσει και της εμπειρίας του Δικαστηρίου από την εκδίκαση αιτήσεων σε άλλες αγωγές το εξής. Με ανεξήγητο τρόπο ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης συνηθίζεται να προβάλλεται από τους δικηγόρους της ενάγουσας ανεξαρτήτως και από το είδος της αίτησης σε σχέση με την οποία καταχωρείται μία ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Πραγματικά παρερμηνεύεται με αυτό τον λόγο ένστασης η έννοια, όπως έχει καθιερωθεί νομολογιακά, είτε της περιφρόνησης του Δικαστηρίου ή ακόμη και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (εάν όντως είναι δυνατό να θεωρηθεί πως υπάρχει τέτοιο είδος περιφρόνησης κατά την εκδίκαση μίας αίτησης βάσει της Δ.48) είτε της κατάχρησης της διαδικασίας.
- Δικαιωματικά οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει μία αίτηση η οποία εξετάζεται από το Δικαστήριο αφού πρώτα είχε δοθεί και η ευκαιρία στην ενάγουσα να καταχωρήσει την ειδοποίηση της για πρόθεση ένστασης στην αίτηση. Αδυνατεί πραγματικά το Δικαστήριο να εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο είτε περιφρόνησης του Δικαστηρίου είτε κατάχρησης της διαδικασίας. Ως πρός την ούτω καλούμενη περιφρόνηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει με οποιοδήποτε τρόπο την ύπαρξη τέτοιας περιφρόνησης. Εκτός βεβαίως εάν εννοεί η ενάγουσα ότι η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της επίδοσης ή της ύπαρξης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί από μόνη της περιφρόνηση αυτών των δικαιωμάτων. Πραγματικά λόγοι ένστασης αυτού του είδους θα πρέπει να προβάλλονται μόνο σε περιπτώσεις όπου όντως ο διάδικος ο οποίος τους επικαλείται είναι σε θέση να τους στοιχειοθετήσει έτσι ώστε και να αποφεύγεται η αχρείαστη ουσιαστικά εξέταση τους. Αχρείαστη βεβαίως υπό την έννοια να υπάρχει καν το οποιοδήποτε ενδεχόμενο αποδοχής τους ως βάσιμοι. Αβάσιμος κρίνεται συνεπώς και ο λόγος ένστασης (κ).
- Ουσιαστικά με τον λόγο ένστασης (λ) προβάλλονται δύο λόγοι ένστασης. Ο πρώτος είναι ότι η αίτηση των εναγομένων «...είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου». Πέραν από την αοριστία και γενικότητα αυτού του μέρους του λόγου ένστασης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως πραγματικά δεν έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε σαφήνεια ή πειστικότητα αυτή η θέση έτσι ώστε να είναι δυνατό - τουλάχιστον ως έχει - να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Παρά και το ότι είναι εμφανής η γενικότητα του πρώτου μέρους του λόγου ένστασης ενδεχομένως το δεύτερο μέρος αυτού να αποτελεί εξειδίκευση του πρώτου μέρους του λόγου ένστασης αν και η διατύπωση του μάλλον αναφέρεται σε επιπρόσθετο λόγο. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως η ένορκη δήλωση («...η δε ένορκη δήλωση») η οποία συνοδεύει την αίτηση «...γίνεται από δικηγόρο και είναι εν πάση περιπτώσει παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί». Η αναφορά στο ανυπόστατο της ένορκης δήλωσης και στην ύπαρξη αναληθών και παραπλανητικών ισχυρισμών εντός αυτής είναι μάλλον επιπρόσθετη ως και προς τη θέση ότι αυτή γίνεται από δικηγόρο. Δηλαδή ναι μεν προωθείται κατά κάποιο αόριστο τρόπο η θέση ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο, προφανώς σε σχέση με το πρώτο μέρος του λόγου ένστασης, αλλά, ανεξαρτήτως αυτού, εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης απορρίπτεται ως αναληθές και παραπλανητικό.
- Αφιερώνεται αρκετό μέρος της γραπτής αγόρευσης ως προς το ότι οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση είναι παραπλανητικοί. Αυτό το οποίο διατηρείται υπόψη όμως είναι πως σε μία αίτηση αυτού του είδους το Δικαστήριο δεν θα διερευνήσει εις βάθος την πραγματική πτυχή της αγωγής ενώ ουσιαστικά σε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης θα περιοριστεί σε γεγονότα τα οποία είτε είναι κοινώς αποδεκτά είτε προκύπτουν από τον ίδιο το φάκελο της αγωγής ή στα οποία είναι εύλογο για το ίδιο το Δικαστήριο να καταλήξει σε μία εκ πρώτης όψεως κατάληξη διατηρώντας υπόψη τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του από τους διάδικους.
- Επιπλέον, όπως παρατηρείται, η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας δεν έχει προωθήσει με οποιαδήποτε επιχειρηματολογία την αναφορά στο λόγο ένστασης ως προς το ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο. Το Δικαστήριο έχει βεβαίως υπόψη του σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. σχετικά την παράγραφο 12 αυτής της απόφασης) όμως εφόσον αυτή η αναφορά έχει γίνει γενικά και επιπλέον δεν έχει υποστηριχθεί με σχετική επιχειρηματολογία κρίνω ότι δεν θα πρέπει να εξεταστεί επί θεωρητικού επιπέδου. Προσθέτω εντούτοις ότι, όπως αναφέρεται πιο πάνω, η απουσία των εναγομένων στο εξωτερικό γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ικανοποιητικός λόγος για το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από ένα εκ των δικηγόρων τους και όχι από τους ίδιους.
- Αναφορικά δε με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, οφείλω να παρατηρήσω τα ακόλουθα. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εμπεριέχει 16 λόγους ένστασης. Κατά παράδοξο τρόπο αν και με τη γραπτή αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας υιοθετεί τους «...ισχυρισμούς που αναφέρονται τόσο στην ένσταση όσο και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει...» εντούτοις στη συνέχεια, στην αμέσως επόμενη παράγραφο, αναφέρει πως είναι η θέση της ενάγουσας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση «...ουσιαστικά για τους ακόλουθους λόγους...». Παραθέτει δε «ουσιαστικά» 4 λόγους βάσει και των οποίων μάλιστα καθορίζεται και ολόκληρη η υπόλοιπη δομή της γραπτής αγόρευσης.
- Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο ασφαλώς δεν εισηγείται με οποιοδήποτε τρόπο πως η δομή μίας αγόρευσης θα πρέπει να ακολουθεί πιστά και κατά γράμμα το περιεχόμενο μίας ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, ιδιαίτερα δε την αρίθμηση των λόγων ένστασης, όμως είναι εύλογο να αναμένεται είτε υποστήριξη των όντως προβαλόμενων λόγων ένστασης (και τους οποίους βεβαίως ο αντίδικος έχει υπόψη του) είτε εάν αυτό κρίνεται ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως ορισμένοι από αυτούς εγκαταλειφθούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικά αυτό το οποίο έχει συμβεί είναι μία νέα διατύπωση των λόγων ένστασης, ένας σιωπηρός περιορισμός των 16 λόγων ένστασης και ακόμη και η προσθήκη ενός νέου λόγου ένστασης ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους ένστασης με τους οποίους η ενάγουσα έδωσε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση των εναγομένων. Ο συγκεκριμένος νέος λόγος είναι ο λόγος με αριθμό 2 στη γραπτή αγόρευση παρά και την αναφορά στον λόγο ένστασης (ο) στο θέμα της επίδοσης της τυποποιημένης βεβαίωσης. Βεβαίως, έχοντας υπόψη και τη μεταγενέστερη έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/4/2016 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Si Senh Dau κ. ά., ουσιαστικά ο λόγος αυτός, όπως έχει διατυπωθεί, καθίσταται άνευ αντικειμένου.
- Διερωτάται το Δικαστήριο πραγματικά ως προς το τι θα ήταν ορθότερο υπό τις περιστάσεις. Να αγνοηθούν όλοι οι λόγοι ένστασης όπως έχουν τεθεί και να εξεταστούν μόνο οι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση; Να μην ληφθεί υπόψη ο επιπρόσθετος λόγος ένστασης ή ουσιαστικά η διατύπωση του, έστω δηλαδή και εάν παρέχεται η δυνατότητα κάποιου συσχετισμού του με τον λόγο ένστασης (ο);
- Έχοντας υπόψη ότι συνήθως κατά την εκδίκαση αιτήσεων οι δικηγόροι, προς εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, ετοιμάζουν γραπτές αγορεύσεις, αλλά παράλληλα διατηρώντας υπόψη πως δεν προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία επί του θέματος από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο αυτό μετά και από την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων ορίζει την αίτηση, συνήθως σε περίπου μία εβδομάδα, για διευκρινίσεις έτσι ώστε όχι μονο το Δικαστήριο αλλά και οι δικηγόροι των διαδίκων να έχουν το χρόνο να μελετήσουν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων με ενδεχόμενη προοπτική είτε να ζητηθούν διευκρινίσεις από το Δικαστήριο είτε να προσθέσουν οι δικηγόροι των διαδίκων οτιδήποτε εάν επιθυμούν είτε προφορικά είτε γραπτώς. Δυστυχώς στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγινε επαρκώς αντιληπτή από το Δικαστήριο η συγκεκριμένη δομή της γραπτής αγόρευσης. Δεν παύει όμως το θέμα αυτό να είναι υπαρκτό σε σχέση με την εκδίκαση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση όσο και να αξίζει επισήμανσης σε σχέση με άλλες πιθανές παρόμοιες περιπτώσεις. Όμως, ανεξάρτητα και από την υιοθέτηση των ισχυρισμών της ένστασης και της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της στην αρχή της γραπτής αγόρευσης, λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο όπως η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας είτε υποστηρίξει με σαφήνεια τους λόγους ένστασης οι οποίοι αναφέρονται στην ένσταση είτε να τους περιορίσει εγκαταλείποντας οποιουσδήποτε από αυτούς δεν θεωρούσε πως θα έπρεπε να προωθήσει. Πραγματικά η εντύπωση η οποία προκαλείται είναι αυτή της ετοιμασίας ουσιαστικά τυποποιημένων ενστάσεων αλλά και η σύνταξη γραπτών αγορεύσεων δίχως επαρκή μέριμνα έτσι ώστε το περιεχόμενο τους τουλάχιστον να συνάδει με αυτό των λόγων ένστασης.
- Θεωρώ πως θα ήταν ορθότερο όπως το Δικαστήριο ολοκληρώσει την εξέταση και των υπόλοιπων λόγων ένστασης ενώ παράλληλα θεωρώ πως το σημείο το οποίο εγείρεται ξεχωριστά ως λόγος με τη γραπτή αγόρευση ουσιαστικά εμπεριέχει θέμα στο οποίο αναπόφευκτα το Δικαστήριο θα αναφερόταν. Μάλιστα ήδη σχετική αναφορά υπάρχει πιο πάνω στην τελευταία πρόταση της παραγράφου 52 αυτής της απόφασης.
- Διατηρώντας υπόψη πως με τον λόγο ένστασης (μ) προβάλλεται μία τόσο συμπερασματική και γενική θέση ως προς το ότι δηλαδή δεν «...έχουν επιδειχθεί επαρκείς λόγοι για την ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 14/10/13 και/ή για την ακύρωση της επίδοσης στους εναγομένους και/ή για την αναστολή της διαδικασίας, συνεπώς και η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί» θεωρώ πως το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη λογική επιλογή παρά να προχωρήσει επίσης γενικά με την εξέταση της αίτησης των εναγομένων ιδιαίτερα δε ως προς το θέμα της αναστολής της διαδικασίας και αναλόγως να κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται το συμπέρασμα του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Εάν όντως δηλαδή οι εναγόμενοι δεν έχουν παρουσιάσει «επαρκείς» λόγους έτσι ώστε το αίτημα τους να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο.
- Διατηρώντας υπόψη πως με την ίδια γενικότητα προβάλλεται και ο λόγος ένστασης (ν) σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση «...είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούν οι εναγόμενοι» επίσης θεωρώ πως η επιλογή του Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή η οποία αναφέρεται πιο πάνω σε σχέση με τον λόγο ένστασης (μ). Παράλληλα αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι δεν κρίνεται ως βάσιμη η θέση ως προς το ότι η νομική βάση της αίτησης δεν είναι ορθή. Ούτε και έχει υποστηριχθεί με οποιοδήποτε τρόπο με τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας πως όντως υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με τη νομική βάση της αίτησης.
- Ως προς τον λόγο ένστασης (ξ) θα συμφωνήσω με αυτόν δίχως όμως η βασιμότητα του συγκεκριμένου λόγου ένστασης να επιλύει με συνολικό τρόπο τα θέματα τα οποία εγείρονται με την αίτηση των εναγομένων έτσι ώστε η αποδοχή του από μόνη της να καθορίζει την έκβαση αυτής της απόφασης. Όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί άδεια σφράγισης από το Δικαστήριο διατηρώντας υπόψη πως υπάρχει και συνεναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει παρόμοιο θέμα σε προηγούμενη απόφαση του. Θεωρώ πως τέτοια άδεια δεν είναι απαραίτητη σύμφωνα με τη νομολογία μας. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Εμπεριέχεται επίσης σχετική ανάλυση σε προηγούμενη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου, ημερομηνίας 23/6/2014, στην αγωγή 1154/2012 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Major Joanne κ. ά.). Η ανάλυση αυτή υιοθετείται ως μέρος και αυτής της απόφασης, δίχως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη της. Όντως διαπιστώνεται πως στη συγκεκριμένη περίπτωση το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε προς την εναγόμενη 3 στις 9/8/2013, δηλαδή πριν από την καταχώρηση της αίτησης για επίδοση προς τους εναγομένους στις 23/9/
- Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (ο) ο οποίος ουσιαστικά είναι διπλός καθότι με αυτό προβάλλεται η θέση, πρώτο, πως η επίδοση στους εναγομένους «...έγινε καθόλα νόμιμα και ορθά...» και δεύτερο ότι «... οι ενάγοντες δεν είχαν την υποχρέωση να επιδώσουν σε αυτούς βεβαίωση/πιστοποιητικό δυνάμει του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/07» παρατηρείται κατ΄ αρχάς πως ασφαλώς το πρώτο μέρος του λόγου ένστασης είναι πολύ γενικό και ουσιαστικά έχει ήδη εν μέρει εξεταστεί σε συνάρτηση με όλα τα υπόλοιπα θέματα τα οποία εξετάζονται αναφορικά με το θέμα της επίδοσης από το Δικαστήριο. Ενώ σε σχέση με το δεύτερο μέρος του λόγου ένστασης το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την ερμηνεία η οποία έχει δοθεί από τους δικηγόρους της ενάγουσας ως προς την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/4/2016 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Si Senh Dau κ. ά.. Θέμα σε σχέση με το οποίο το Δικαστήριο θα επιστρέψει πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης. Δ. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
- Υπό αμφισβήτηση από τους εναγόμενους τίθεται όχι μόνο η επίδοση (τόσο υπό την έννοια της διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε όσο και σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν) αλλά και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Συνεπώς, θεωρώ ως ορθότερο όπως εξεταστεί και το θέμα της επίδοσης εκτός από αυτό της δικαιοδοσίας έτσι ώστε ανεξαρτήτως και της οποιασδήποτε κατάληξης του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας να υπάρχει απόφαση του Δικαστηρίου και σε σχέση με το θέμα της επίδοσης. Επίσης θεωρώ πως θα ήταν πιο πρακτικό όπως το θέμα της επίδοσης εξεταστεί πρώτα και μετά αυτό της δικαιοδοσίας. Ε. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ
- Ήδη το Δικαστήριο κατά την παράθεση των λόγων ένστασης καταλήγει σε συμπέρασμα σε σχέση με τον λόγο ένστασης (ε) ως προς το ότι δηλαδή η ενάγουσα ακολούθησε την ορθή διαδικασία προς εξασφάλιση του διατάγματος για επίδοση προς τους εναγόμενους. Προσφέρεται αυτό το μέρος της απόφασης προς επεξήγηση του συμπεράσματος του Δικαστηρίου αλλά και διευκρίνιση σε σχέση με τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τον λόγο ένστασης (στ) κατά την παράθεση των λόγων ένστασης (βλ. σχετικά την παράγραφο 52 αυτής της απόφασης).
- Η κρίση του Δικαστηρίου ως πρός την ορθότητα της διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε για την εξασφάλιση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προκύπτει από το γεγονός πως αφού πρώτα η ενάγουσα είχε επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στην εναγόμενη εντός δικαιοδοσίας στη συνέχεια καταχώρησε την αίτηση της για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 1 και
- Η αίτηση ορθά βασίστηκε στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 και όπως κρίθηκε από το Δικαστήριο υποστηριζόταν από την απαραίτητη μαρτυρία έτσι ώστε αυτή να εγκριθεί. Η θέση των εναγομένων ως προς το ότι δεν είχε παρουσιαστεί μαρτυρία βάσει της οποίας να ήταν δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο πως η ενάγουσα είχε καλή βάση αγωγής κρίνεται ανυπόστατη. Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B Α. Α. Δ. 1460 ουσιαστικά αυτό το οποίο είναι απαραίτητο σε περίπτωση παρόμοια με την παρούσα, σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση, είναι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Επισημαίνεται πως εντός της νομικής βάσης της αίτησης της ενάγουσας υπάρχει αναφορά και στη Δ.6 θ. 1 (e) ενώ επιπλέον επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και φωτοαντίγραφο της επίδικης συμφωνίας.
- Αποτελεί θέση της ενάγουσας πως έχουν επιδώσει όλα τα έγγραφα τα οποία όφειλαν να επιδώσουν δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/10/
- Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως δεν επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα μεταφρασμένα στα Αγγλικά με ιδιαίτερη αναφορά στην τυποποιημένη βεβαίωση δυνάμει του άρθρου 10 (Παραρτήματος Ι) και του άρθρου 8 (Παραρτήματος ΙΙ) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- Πέραν όμως και από αυτή την ιδιαίτερη αναφορά οι εναγόμενοι δεν διευκρινίζουν ακριβώς με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης τα ούτω καλούμενα απαραίτητα έγγραφα τα οποία δεν επιδόθηκαν σε αυτούς μεταφρασμένα στα Αγγλικά που είναι και η γλώσσα που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι καταλαβαίνουν (παράγραφος 30 (Β) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης). Αντιθέτως, η ενάγουσα με την καταχώρηση σχετικής αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων (η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε) επισυνάπτει σε σχετική ένορκη δήλωση στο σύνολο τους τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν προς τους εναγομένους. Παρόμοια δέσμη εγγράφων επισυνάπτεται και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το δεδομένο ασφαλώς δεν είναι δυνατό να κριθεί έστω και υπό μορφή πραγματικής διαπίστωσης ότι όντως ευσταθεί η γενικότερη θέση των εναγομένων.
- Αναφορικά όμως επί του θέματος της τυποποιημένης βεβαίωσης θεωρώ ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013 έως και Ε29/2013 Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ. ά., ημερομηνίας 12/4/2016 είναι σαφέστατη. Εφαρμόζοντας ουσιαστικά την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau and Others C-519/13 ημερομηνίας 16/9/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρεί ως δικονομική παράλειψη την μη επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- Μάλιστα στην κατάληξη της απόφασης του δίδονται οι άναλογες οδηγίες έτσι ώστε να τύχει θεραπείας η συγκεκριμένη δικονομική παράλειψη παρέχοντας χρόνο 30 ημερών για το συγκεκριμένο σκοπό. Συνεπώς βάσει και αυτού του προηγουμένου το Δικαστήριο κρίνει πως ανάλογα και με το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της απόφασης δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο όπως δοθούν παρόμοιες οδηγίες αναφορικά με την επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης. Παράλληλα διευκρινίζεται πως η μετάφραση και επίδοση μεταφράσεων από μόνη της των εγγράφων σε γλώσσα την οποία η ενάγουσα θεώρησε πως θα ήταν κατανοητή στους εναγομένους (δηλαδή στην Αγγλική γλώσσα) από μόνο του έστω και εώς δεδομένο (ότι δηλαδή επιδόθηκαν οι μεταφράσεις όλων των εγγράφων) αλλά ακόμη και η θέση των ίδιων των εναγομένων ότι δηλαδή δεν επιδόθηκαν σε αυτούς τα έγγραφα μεταφρασμένα στα Αγγλικά που είναι και η γλώσσα που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι καταλαβαίνουν, δε σημαίνει πως και πάλι δεν θα αποτελούσε δικονομική παράλειψη η μη επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης. ΣΤ. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
- Έχοντας εξετάσει το θέμα της επίδοσης στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει το ερώτημα κατά πόσο όντως το Δικαστήριο έχει ή δεν έχει δικαιοδοσία για εκδίκαση της αγωγής σε σχέση με τους εναγομένους. Οι θέσεις των εναγομένων παρατίθενται πιο πάνω ενώ ήδη το Δικαστήριο έχει αναφερθεί και στους λόγους ένστασης επί του προκειμένου. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται επανάληψη των όσων αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την ασάφεια του λόγου ένστασης (γ) (βλ. σχετικά την παράγραφο 49 αυτής της απόφασης). Σημασία βεβαίως τόσο σε σχέση με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης όσο και τον λόγο ένστασης (δ) έχει η εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας. Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας ως προς τις διάφορες βάσεις ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σύμφωνα και με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 τις οποίες η ίδια έχει προτείνει. Ζ. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ - ΑΡΘΡΟ 22 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ
- Η πρώτη βάση στην οποία αναφέρεται στηρίζεται στο άρθρο 22 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Η δεύτερη βάση στην οποία αναφέρεται στηρίζεται στο άρθρο 23 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Το Δικαστήριο λογικά θα ανέμενε όπως η τρίτη βάση στην οποία θα αναφερόταν η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας να στηριζόταν στο άρθρο 27 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, όπως αναφέρεται δηλαδή και στον λόγο ένστασης (γ). Εντούτοις η ίδια δεν ανέπτυξε οποιαδήποτε σχετική επιχειρηματολογία σε σχέση με το συγκεκριμένο άρθρο. Αντιθέτως αναφέρθηκε στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου ο οποίος Νόμος βεβαίως επίσης αναφέρεται στον λόγο ένστασης (γ).
- Εισηγείται συγκεκριμένα η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας πως έχοντας υπόψη ότι είναι κοινά παραδεκτό από τις δύο πλευρές πως η επίδικη συμφωνία δανείου αφορά αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία βρίσκεται στην επαρχία της Πάφου και διατηρώντας υπόψη και τις θεραπείες τις οποίες αξιώνει η ενάγουσα σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο τότε «πολύ ορθά» η αγωγή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Σύμφωνα δηλαδή με το άρθρο 22
(1)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 στο οποίο αναφέρεται πως αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
- Βεβαίως στη συγκεκριμένη περίπτωση αξίζει να διερευνηθεί η ίδια η πραγματική πτυχή αυτής της θέσης, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη το ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, επί του οποίου βεβαίως βασίζεται και η ενάγουσα έτσι ώστε να εισηγηθεί πως δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Η απλή πραγματικότητα είναι πως δεν αναφέρεται οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία είτε στην επαρχία της Πάφου είτε σε οποιαδήποτε άλλη επαρχία της Κύπρου. Επισημαίνεται επίσης πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην έκθεση απαίτησης σε υποθήκη. Αναφέρεται μεν, στην παράγραφο 2 (α), πως το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε «...για σκοπούς αγοράς και/ή ανέγερσης και/ή μετατροπής και/ή προσθήκης και/ή βελτίωσης κτιρίων» δίχως όμως να προστίθεται οποιαδήποτε σχετική λεπτομέρεια επί του προκειμένου. Στην παράγραφο 6, σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο προς την ενάγουσα υπάρχουν αναφορές σε «ακίνητα». Επιπλέον, ζητούνται και θεραπείες σε σχέση με τα «ακίνητα» με αναφορές και σε ειδική εκτέλεση αγοραπωλητηρίων εγγράφων και τριμερών συμφωνιών. Άγνωστες όμως οι οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τα «ακίνητα». Ενώ εντός του κύριου μέρους της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά είτε σε συγκεκριμένο ακίνητο είτε σε οποιοδήποτε σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο. Υπάρχει αναφορά σε τριμερή συμφωνία. Η αναφορά αυτή εξετάζεται πιο κάτω (βλ. σχετικά την παράγραφο 86 αυτής της απόφασης) .
- Συνεπώς θα ήταν εντελώς αβάσιμη η οποιαδήποτε θέση η οποία να στηριζόταν στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ως προς το ότι η αγωγή έχει οποιαδήποτε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται στην επαρχία της Πάφου.
- Εντούτοις οι ίδιοι οι εναγόμενοι συμπληρώνουν ένα υπό διαφορετικές περιστάσεις δυσαναπλήρωτο κενό στην έκθεση απαίτησης της ενάγουσας. Με την ένορκη δήλωση του δικηγόρου τους. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία την οποία οι εναγόμενοι αγόρασαν συμπεριλαμβανομένης και της τοποθεσίας της.
- Επιπρόσθετο ενδεχομένως κενό ή τουλάχιστον εμφανής ασάφεια στην έκθεση απαίτησης είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε συμφωνία εκχώρησης είτε στο κύριο μέρος της είτε ακόμη και στις ίδιες τις θεραπείες τις οποίες αξιώνει η ενάγουσα. Βεβαίως υπάρχει αναφορά σε «τριμερή συμφωνία» στην παράγραφο 4 δηλαδή συμφωνία και με την εναγόμενη 3 ως επίσης και αναφορές σε «τριμερείς συμφωνίες» στις θεραπείες. Εντούτοις και σε σχέση με αυτό το κενό ουσιαστικά, ή έστω ασάφεια στην έκθεση απαίτησης, οι εναγόμενοι και πάλι «βοηθητικά» με την παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης σαφώς αναφέρονται στην ύπαρξη «τριμερής συμφωνίας εκχώρησης».
- Υπό τις περιστάσεις, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί με τη μαρτυρία την οποία οι διάδικοι, δηλαδή οι εναγόμενοι, έχουν παρουσιάσει, υπό μορφή αποδοχής ουσιαστικά ορισμένων δεδομένων, παρά και την απουσία συγκεκριμένων ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης θεωρώ πως παρέχεται η ευχέρεια εξέτασης της θέσης της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας ως πρός την εφαρμογή του άρθρου 22 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001, η οποία διαφορετικά δεν θα παρεχόταν.
- Διατηρώντας υπόψη δηλαδή πως η αγωγή σε κάποιο έστω και αόριστο βαθμό έχει σχέση και με κάποιο συγκεκριμένο ακίνητο. Αναδεικνύεται έστω και αμυδρά με την έκθεση απαίτησης κάποια σχέση των επίδικων θεμάτων με εμπράγματα δικαιώματα σε σχέση με κάποιο ακίνητο.
- Εντούτοις, σύμφωνα και με σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 22, σημείο 1, του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 θα πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Δηλαδή έστω και εάν σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων αποκλειστικώς αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου η εφαρμογή του συγκεκριμένου κανονισμού θα πρέπει να γίνεται βάσει αυτής της νομολογίας.
- Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή σε σχέση με το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η οποία ισχύει, κατά την αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 44/2001, και για την ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κρίνει πως το άρθρο αυτό έχει την έννοια ότι στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου δεν περιλαμβάνονται όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, αλλά μόνον οι αγωγές εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης Σύμβασης στις οποίες περιλαμβάνονται αγωγές βάσει των οποίων επιδιώκεται, αφενός, ο καθορισμός της εκτάσεως, της συστάσεως, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών και, αφετέρου, η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους (βλ. σχετικά την αιτιολογική σκέψη 21 της απόφασης ημερομηνίας 3/10/2013 στην υπόθεση C-386/12 Schneider εντός της οποίας υπάρχει αναφορά και στην αιτιολογική σκέψη 11 της απόφασης ημερομηνίας 10/1/1990 στην υπόθεση C-115/88 Reichert και Kockler ως επίσης και στην αιτιολογική σκέψη 30 της απόφασης ημερομηνίας 18/5/2006 στην υπόθεση C-343/04 Land Oberösterreich v. ČEZ a.s.).
- Δηλαδή αν και οι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων θα πρέπει γενικά να εκδικάζονται σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου εντούτοις δεν περιλαμβάνονται στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, αλλά μόνον οι αγωγές εκείνες οι οποίες, αφενός, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Συμβάσεως και, αφετέρου, περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της υφής, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομιών που συνδέονται με τον τίτλο τους.
- Επομένως, βάσει και των δεδομένων της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και κυρίως το γεγονός πως το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων αλλά και ολόκληρη η ουσία ή αντικείμενο της αγωγής βασίζεται σε συμφωνία τραπεζικού δανείου, έστω και εάν αυτό θα μπορούσε να περιγραφεί ως "στεγαστικό" δάνειο, κρίνω πως δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αυτό το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία εξαιτίας της εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού.
- Θεωρώ δηλαδή πως η αγωγή αυτή δεν εμπίπτει στην προαναφερόμενη κατηγορία αγωγών οι οποίες αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων και οι οποίες καλύπτονται από τον κανονισμό. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να κριθεί δίχως να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των εναγομένων, ότι αυτό το Δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία καθότι η αγωγή έχει σχέση με εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού. Η. ΘΕΜΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ - ΑΡΘΡΟ 23 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ - ΜΕΡΟΣ Ι
- Η δεύτερη εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας είναι πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου έχει δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 23 του συγκεκριμένου κανονισμού. Σύμφωνα με αυτό το άρθρο αν τα μέρη ".από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία." ενώ αυτή ".η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως".
- Παραπέμπει δε σχετικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στον όρο 18 της επίδικης συμφωνίας δανείου. Η παραπομπή αυτή εντός της γραπτής αγόρευσης είναι λανθασμένη. Καθότι ο όρος ο οποίος όντως παρατίθεται εντός της γραπτής αγόρευσης ως ο όρος 18 δεν είναι ο όρος 18 αλλά ο όρος 19 της επίδικης συμφωνίας δανείου. Σύμφωνα με τον οποίο όντως υπάρχει σχετική αναφορά. Ότι δηλαδή η επίδικη συμφωνία δανείου ".shall be governed by and construed in accordance with the laws of Cyprus and the parties hereby irrevocably submit to the jurisdiction of the Courts of Cyprus.".
- Επί του συγκεκριμένου θέματος παραπέμπει επίσης η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας σε σχετική κυπριακή νομολογία δηλαδή την απόφαση Hampton Advisory Group S. A. v.
- Bost Ad κ. ά.
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Στη συγκεκριμένη απόφαση αναφέρεται πως θεμελιώνεται μέσα από τη νομολογία η ελευθερία των διαδίκων να επιλέγουν το forum επίλυσης των διαφορών τους ενώ με βάση τόσο αυτή τη νομολογία αλλά και τις πρόνοιες του κανονισμού η ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας τυγχάνει σεβασμού, εκτός εάν υπάρχει λόγος για να μην ακολουθηθεί, λόγος που βαρύνει και θα πρέπει να αποδειχθεί από τον διάδικο που εισηγείται την μη εφαρμογή της.
- Η αυθεντία αυτή βεβαίως λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως σχετική με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση όπως αναφέρεται και πιο πάνω στην παράγραφο 59 αυτής της απόφασης. Όμως θα πρέπει παράλληλα να τύχει εξέτασης και η μαρτυρία την οποία οι εναγόμενοι έχουν παρουσιάσει ως επίσης και η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της θέσης τους ως πρός το ότι θα πρέπει να τύχουν αντιμετώπισης από το Δικαστήριο ως καταναλωτές. Θεωρώ δηλαδή πως το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος μη εφαρμογής της συγκεκριμένης ρήτρας η οποία υπάρχει στην επίδικη συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και τους εναγομένους, θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με την εξέταση από το Δικαστήριο του ερωτήματος κατά πόσο όντως οι εναγόμενοι έχουν αυτή την ιδιότητα, δηλαδή του καταναλωτή. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εντός αυτής της απόφασης η εξέταση του άρθρου 23 σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας αποτελείται από δύο μέρη. Το δεύτερο μέρος παρατίθεται πιο κάτω (βλ. σχετικά τις παραγράφους 105 έως και 124 αυτής της απόφασης). Θ. ΘΕΜΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ - ΑΡΘΡΟ 21 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ
- Προτού προχωρήσω όμως σε τελική εξέταση αυτού του θέματος οφείλω να διευκρινίσω σε σχέση με την εισήγηση πως η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προκύπτει βάσει του άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)πως αυτή η εισήγηση δεν κρίνεται σχετική σε σχέση με την εξέταση της εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
- Θεωρώ πως υπό τις περιστάσεις δεν θα έπρεπε καν να προβάλλεται επιχειρηματολογία βάσει κυπριακής νομοθεσίας εφόσον τίθεται θέμα εφαρμογής ενωσιακού δικαίου. Τόσο η Κυπριακή Δηµοκρατία αλλά και το Ηνωµένο Βασίλειο όπου κατοικούν οι εναγόµενοι είναι κράτη µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανεξάρτητα και από το αποτέλεσμα του πρόσφατου δημοψηφίσματος το Ηνωµένο Βασίλειο έχοντας προσχωρήσει σε αυτή το 1972 ήταν ήδη και εξακολουθεί να είναι κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ η Κυπριακή Δηµοκρατία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως είναι κοινά γνωστό την 1η Μαΐου
- Προσχώρησε µε τη Συνθήκη Προσχώρησης η οποία υπογράφηκε στην Αθήνα τη 16η Απριλίου 2003 και κυρώθηκε µε τον σχετικό κυρωτικό Νόµο (Ν. 35 (ΙΙΙ)/2003).
- Ακόµη και δίχως να ανατρέξει το Δικαστήριο σε σχετικά κείµενα είναι αυτονόητο ότι ένα κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισµένους τοµείς ουσιαστικά παραχωρεί ορισµένα κυριαρχικά δικαιώµατα έτσι ώστε να καταστεί και παραµείνει µέλος αυτής της ένωσης κρατών. Τα κράτη µέλη παραχωρούν κυριαρχία σε κοινά όργανα τα οποία αποφασίζουν επί θέµατα κοινού ενδιαφέροντος όπως, παραδείγµατος χάριν, η δηµιουργία χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης η οποία επιτυγχάνεται µε συνεργασία στον τοµέα της δικαιοσύνης.
- Σύµφωνα µε το άρθρο 179.1 του Συντάγµατος στην αρχική του µορφή το Σύνταγµα ήταν ο υπέρτατος νόµος της Δηµοκρατίας. Αυτό έχει πλέον αλλάξει µετά από τη ψήφιση του περί της Πέµπτης Τροποποίησης του Συντάγµατος Νόµος του 2006 (Ν. 127 (Ι)/2006) µε τη προσθήκη του άρθρου 1Α στο Σύνταγµα. Πλέον το Σύνταγµα είναι ο υπέρτατος νόµος της Δηµοκρατίας τηρουµένων όµως των διατάξεων του άρθρου 1Α.
- Αναφέρεται στο προοίµιο του περί της Πέµπτης Τροποποίησης του Συντάγµατος Νόµος του 2006 η απόλυτη αναγκαιότητα για τη προσθήκη ενός νέου άρθρου στο Σύνταγµα και η τροποποίηση συγκεκριµένων διατάξεων του για την επίτευξη του στόχου της δηµιουργίας των νοµικών συνθηκών που θα επιτρέπουν στη Δηµοκρατία να λειτουργεί οµαλά ως κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασκώντας όλα τα δικαιώµατα και συµµορφούµενη προς όλες τις υποχρεώσεις ενός τέτοιου κράτους µέλους.
- Το νέο άρθρο το οποίο προστίθεται, δηλαδή το άρθρο 1Α, προνοεί, µεταξύ άλλων, τα εξής. Ότι καµία διάταξη του Συντάγµατος θεωρείται ότι εµποδίζει Κανονισµούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσµευτικά µέτρα νοµοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσµικά τους όργανα ή από τα αρµόδια τους σώµατα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από το να έχουν νοµική ισχύ στη Δηµοκρατία.
- Εποµένως όταν καµία διάταξη του Συντάγµατος, το οποίο παραµένει ο υπέρτατος Νόµος της Δηµοκρατίας τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι εµποδίζει την εφαρµογή Κανονισµών που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση πόσο µάλλον μία νομοθετική πρόνοια. Εάν και εφόσον βεβαίως πρώτα κριθεί ότι μία συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια όντως ουσιαστικά εµποδίζει την εφαρµογή του οποιουδήποτε Ευρωπαϊκού Κανονισµού. Συνεπώς η συγκεκριμένη εισήγηση ως προς την εφαρμογή του άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ι. ΘΕΜΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ - ΑΡΘΡΟ 23 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ - ΜΕΡΟΣ ΙΙ
- Στη συνέχεια σε σχέση με το θέμα κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή αξίζει να σημειωθεί πως παρά και το γεγονός ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος ένστασης ως προς την ιδιότητα των εναγομένων ως καταναλωτές, δηλαδή ότι αυτοί δεν θα πρέπει να θεωρηθούν από το Δικαστήριο ως καταναλωτές, εντούτοις υπάρχουν γενικοί λόγοι ένστασης ως προς την ύπαρξη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου και με τους οποίους απορρίπτεται η ύπαρξη δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων, όπως οι λόγοι ένστασης (γ) και (δ), ενώ ακόμη και εντός της γραπτής αγόρευσης αναπτύσσεται η θέση πως οι εναγόμενοι δεν είναι καταναλωτές και ότι αγόρασαν το ακίνητο ως επένδυση με σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους και ότι γι΄ αυτό το λόγο δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των άρθρων 15 έως 17 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
- Βεβαίως τα συγκεκριμένα άρθρα έχουν σχέση με τη σημασία της ύπαρξης της ιδιότητας του καταναλωτή. Σχετικοί ισχυρισμοί προβάλλονται επίσης εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, ιδιαίτερα δε στην παράγραφο 18 (α). Βεβαίως η θέση κυρίως της ενάγουσας ως προς το ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή βασίζεται κυρίως στον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος πως οι εναγόμενοι αγόρασαν το «επίδικο» ακίνητο για σκοπούς επένδυσης.
- Ασφαλώς η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι είναι ή δεν είναι καταναλωτές θα πρέπει να βασίζεται στα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου.
- Ήδη το Δικαστήριο έχει αναφερθεί μερικώς και ουσιαστικά εισαγωγικά σε αυτό το θέμα στις παραγράφους 35 έως και 43 αυτής της απόφασης. Υπενθυμίζω σχετικά πως εντός της έκθεσης απαίτησης το επίδικο δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε στους εναγομένους περιγράφεται με την ονομασία ALPHA FLEXIHOME ενώ όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται αυτό παραχωρήθηκε «...για σκοπούς αγοράς και/ή ανέγερσης και/ή μετατροπής και/ή προσθήκης και/ή βελτίωσης κτιρίων». Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους της ενάγουσας εντός της έκθεσης απαίτησης ως προς το ότι ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας δανείου είχει οποιαδήποτε σχέση με επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων.
- Ούτε και εντός της ίδιας της επίδικης συμφωνίας, η οποία έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της ενάγουσας και στο οποίο η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας έχει αναφερθεί προς προώθηση της θέσης της αναφορικά με τη ρήτρα δικαιοδοσίας, υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων.
- Αντιθέτως, μία απλή ανάγνωση του ίδιου του εγγράφου εύλογα δημιουργεί την εντύπωση πως το δάνειο δεν ήταν οτιδήποτε άλλο από ένα είδος στεγαστικού δανείου. Παραδείγματος χάριν, ενδεικτικά η ίδια η ονομασία του δανείου (Loan Agreement Alpha Flexihome) ή η αναφορά σε πληρωμή του δανείου βάσει διατακτικών του επιβλέποντα αρχιτέκτονα στον όρο 2 της συμφωνίας. Ενώ σύμφωνα και με άλλη μαρτυρία η οποία έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης υπάρχει αναφορά σε πωλητήριο έγγραφο ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων. Δηλαδή η επιστολή προς την εναγόμενη 3 ημερομηνίας 8/5/2013 (μέρος του τεκμηρίου 2).
- Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας εισηγείται πως η αγορά έγινε για σκοπούς επένδυσης και συνεπώς αυτό από μόνο του αναδεικνύει ότι οι εναγόμενοι δεν είναι καταναλωτές αλλά ουσιαστικά επενδυτές. Βεβαίως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης (παράγραφος 21 της ένορκης δήλωσης) ισχυρίζεται πως η ενάγουσα «και/ή» η εναγόμενη 3 και αντιπροσώποι της εξώθησαν τους εναγομένους να προβούν στην αγορά εξοχικού διαμερίσματος δια μέσω της σύναψης στεγαστικού δανείου.
- Ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος ή η επίδικη συμφωνία δανείου είναι δυνατό να θεωρηθεί πως εντάσσεται στην επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων καθότι η αγορά έγινε με σκοπό την επένδυση, υπενθυμίζω πως παρά και τις αναφορές στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, ότι δηλαδή είχε επιβεβαιωθεί από τους ατζέντες στους εναγομένους ότι η αγορά θα ήταν κερδοφόρα και ότι η ενοικίαση του διαμερίσματος θα συνείσφερε σημαντικά στην αποπληρωμή του δανείου, αυτό δεν οδηγεί σε συμπέρασμα πως ο σκοπός της επίδικης συμφωνία εντασσόταν σε οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων.
- Πραγματικά έστω και ο σκοπός της αγοράς να ήταν αποκλειστικά η επένδυση (κάτι το οποίο δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση) και όχι η χρήση του διαμερίσματος ως εξοχική κατοικία και πάλι δεν θα ήταν εύλογο δίχως να συνυπάρχουν και άλλοι σχετικοί παράγοντες να θεωρηθεί πως η επίδικη συμφωνία δανείου έγινε εξαιτίας οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας των εναγομένων.
- Ο λόγος βεβαίως για τον οποίο έχει τόση σημασία η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας ήταν ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων (for a purpose which can be regarded as being outside his trade or profession) είναι οι επιπτώσεις σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί πως όντως οι εναγόμενοι σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ενεργούσαν ως καταναλωτές. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής της ρήτρας δικαιοδοσίας η οποία υπάρχει στην επίδικη συμφωνία δανείου.
- Επισημαίνεται πως σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη
(14)στο προοίμιο του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 η «...αυτονομία των μερών μιας σύμβασης όσον αφορά τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου πρέπει να τηρείται με την επιφύλαξη των αποκλειστικών βάσεων δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό, εκτός εάν πρόκειται για συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας, όπου επιτρέπεται μόνον περιορισμένη αυτονομία» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
- Επίσης στο άρθρο 17 του κανονισμού αναφέρεται πως παρέκκλιση σύμφωνα με ένα από τους τρεις τρόπους παρέκκλισης από τις διατάξεις του τμήματος 4 (το οποίο καλύπτει το θέμα της διεθνής δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών) είναι δυνατή μόνο με συμφωνίες μεταγενέστερες από τη γένεση της διαφοράς. Συνεπώς μία ρήτρα δικαιοδοσίας η οποία ήδη υπάρχει εντός μίας συμφωνίας προ της γένεσης μίας διαφοράς ασφαλώς και δεν θα έχει εφαρμογή σε περίπτωση κατά την οποία ο συμβαλλόμενος, δηλαδή οι εναγόμενοι σε αυτή την περίπτωση, είναι δυνατό να κριθεί πως ενεργούσαν ως καταναλωτές.
- Η θέση των εναγομένων σύμφωνα με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι ότι οι ίδιοι είναι καταναλωτές καθώς καμία επαγγελματική σχέση έχουν με την αγορά ακινήτων ή τη σύναψη δανείων και ότι ο σκοπός για τον οποίο αγόρασαν το διαμέρισμα ήταν έτσι ώστε αυτό να χρησιμοποιείται ως εξοχική κατοικία.
- Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο τους τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, κρίνω πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος αυτή η θέση να μην γίνει δεκτή ως βάσιμη.
- Μάλιστα η ίδια η ενάγουσα παρά και το γεγονός πως αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος εντούτοις δεν προβάλει οποιαδήποτε πραγματικά αντίθετη θέση. Υπό την έννοια δηλαδή να ισχυρίζεται πως όντως ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων. Μάλιστα ούτε καν ισχυρισμός προβάλεται ως πρός αυτή την επαγγελματική δραστηριότητα ενώ η απλή αναφορά ως πρός το ότι η επίδικη αγορά έγινε για σκοπούς επένδυσης ασφαλώς και δεν αναδεικνύει από μόνη της την οποιαδήποτε συναφή επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων.
- Μάλιστα διατηρώντας υπόψη πως το επίδικο δάνειο ουσιαστικά θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα απλό στεγαστικό δάνειο εύλογα προκύπτει το ερώτημα ως πρός το κατά πόσο θα ήταν λογικό ένα τέτοιο δάνειο να θεωρηθεί πως αποτελεί μέρος της επαγγελματικής δραστηριότητας των εναγομένων. Σημειωτέον και πάλι βεβαίως πως η ίδια η ενάγουσα δεν προβάλει καν οποιοδήποτε σαφή θέση ως πρός την επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων. Η αναφορά και μόνο πως η αγορά έγινε για σκοπούς επένδυσης ασφαλώς και δεν αναδεικνύει την ύπαρξη τέτοιας επαγγελματικής δραστηριότητας.
- Θα μπορούσε να προβληθεί ως επιχείρημα πως το Δικαστήριο με το να κρίνει ότι οι εναγόμενοι ενεργούσαν ως καταναλωτές κατά κάποιο τρόπο υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας ή εξάγει συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα μίας αγωγής στην οποία οι εναγόμενοι δεν έχουν καν καταχωρήσει δικόγραφο.
- Εντούτοις τέτοιο επιχείρημα δεν θα ευσταθούσε καθότι εάν το συγκεκριμένο ερώτημα αφεθεί να εξεταστεί, μετά και από απόρριψη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, κατά την εκδίκαση της αγωγής, τότε μια τέτοια επιλογή θα αναιρούσε και το σκοπό ύπαρξης του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 σε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Θεωρώ δηλαδή πως εφόσον εξετάζεται θέμα δικαιοδοσίας δεν θα ήταν ορθό ουσιαστικά το θέμα αυτό να μην εξεταστεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και το Δικαστήριο αδόκιμα αλλά και αχρείαστα να προχωρήσει σε εκδίκαση της αγωγής θεωρώντας πως όντως έχει δικαιοδοσία και στη συνέχεια να προκύψει ή ουσιαστικά να εμπεδωθεί και από επιπρόσθετη μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή.
- Το συγκεκριμένο θέμα εγείρεται εντός του πλαισίου εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και θα πρέπει να τύχει ανάλογης εξέτασης και το Δικαστήριο εάν κρίνει ότι έχει στη διάθεση του τα απαραίτητα στοιχεία θα πρέπει να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο οι εναγόμενοι ενεργούσαν ως καταναλωτές. Θεωρώ πως η δυνατότητα αυτή παρέχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και καταλήγω συνεπώς σε συμπέρασμα πως όντως οι εναγόμενοι ενεργούσαν ως καταναλωτές και ότι ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας είναι ξένος προς την επαγγελματική τους δραστηριότητα, για την οποία υπενθυμίζω και πάλι πως η ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε σαφή μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να ανατρέψει τον απλό και εύλογο ισχυρισμό των εναγομένων ότι αγόρασαν το διαμέρισμα ως εξοχική κατοικία. Κ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
- Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς το ότι σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου οι εναγόμενοι ενεργούσαν ως καταναλωτές, σε συνάρτηση και με οποιαδήποτε άλλα συναφή δεδομένα, επισφραγίζει το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της αίτησης καθότι έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 η ενάγουσα θα έπρεπε να είχε καταχωρήσει την αγωγή της ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου οι καταναλωτές έχουν την κατοικία τους, δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Βάσει και αυτής της ιδιότητας του καταναλωτή η ρήτρα δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατό να τύχει εφαρμογής καθότι η αυτονομία της ενάγουσας και των εναγομένων όσον αφορά τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου περιορίζεται. Συνεπώς η αίτηση των εναγομένων κρίνεται δικαιολογημένη ως προς το ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου σύμφωνα και με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/
- Διευκρινίζω σε σχέση με την επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης η οποία προβλέπεται από το άρθρο 8 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 πως εάν η αίτηση δεν γινόταν δεκτή τότε η ενάγουσα θα έπρεπε να λάβει τα απαραίτητα δικονομικά μέτρα θεραπείας της συγκεκριμένης παράλειψης.
- Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ενώ λαμβάνοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο