← Κύπρος

ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. SELENIOR NON-METALLICS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2517/2012, 8/8/2016

ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. SELENIOR NON-METALLICS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2517/2012, 8/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2517/2012 Μεταξύ: ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας-Αιτήτριας και

  1. SELENIOR NON-METALLICS LIMITED (HE 11430)
  2. SPAKO CONSTRUCTION LIMITED (HE 127830)
  3. Σωτήρης Κούνουνας (αρ. ταυτότητας 615092) Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ---------------------------- Αίτηση παρακοής ημερομηνίας 8.6.2015 ---------------------------- Ημερομηνία: 8.8.2016 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Ν. Μάντης για MANTIS & ATHINODOROU LLC Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Α. Αλεξάνδρου Καθ΄ ου η αίτηση 3-Εναγόμενος 3 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H Ενάγουσα είναι κάτοχος του προνομίου λατομείου με αρ. εγγραφής Ε15139 που πειρλαμβάνει τα τεμάχια 158, 203, 209, 253, 256 και 400 στο Φυλ./Σχ. ΧΧΧΩ/1, 9 στο χωριό Ανδρολύκου της επαρχίας Πάφου. Η Εναγόμενη 1 είναι επίσης κάτοχος προνομίου λατομείου που γειτνιάζει με τα τεμάχια της Ενάγουσας. Στις 9.8.2012 εξεδόθη μετά από ακρόαση προσωρινό διάταγμα το οποίο προνοούσε τα κάτωθι: «Δια του παρόντος εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο δια του παρόντος εμποδίζει τους εναγόμενους είτε προσωπικά είτε με τους υπηρέτες ή αντιπροσώπους των ή υπαλλήλους είτε άλλως πως από του να κατέχουν, εισέρχονται και χρησιμοποιούν και/ή από του να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στο επίδικο ακίνητο που κατέχει η ενάγουσα δηλαδή στο προνόμιο με αρ. εγγραφής Ε15139 που περιλαμβάνει τα τεμάχια 158, 203, 209, 253, 256 και 400 στο Φυλ/Σχ ΧΧΧΩ/1, 9 στο χωριό Ανδρολύκου της επαρχίας Πάφου, εντός 30 ημερών από την ημέρα της επίδοσης του εν λόγω διατάγματος. Δια του παρόντος εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΣΣΟΝΤΑΙ οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση στην πιο πάνω αγωγή και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή άλλως, όπως μετακινήσουν και/ή μεταφέρουν τους σωρούς υλικών και/ή οποιονδήποτε μηχάνημα και/ή μηχανήματα και/ή τους αποθηκευτικούς χώρος καυσίμων και/ή τα υφιστάμενα εγκαταλειμμένα μεταλλικά αντικείμενα και/ή τα κοντέϊνερ και/ή τις ποσότητες μπάζων και/ή μεταχειρισμένων ελαστικών και/ή οποιονδήποτε συναφών και/ή άλλων αντικειμένων και/ή υλικών και το λυόμενο υποστατικό που έχουν παράνομα τοποθετηθεί στο Προνόμιο Λατομείου της Ενάγουσας με αρ. εγγραφής Ε 15139 που περιλαμβάνει τα τεμάχια 158, 203, 209, 253, 256 και 400 στο Φυλ./Σχ. ΧΧΧΩ/1, 9, στο χωριό Ανδρολύκου της επαρχίας Πάφου, εντός 30 ημερών από την ημέρα της επίδοσης του εν λόγω διατάγματος.» Το ανωτέρω διάταγμα με την προνοούμενη από το άρθρο 42Α οπισθογράφηση επεδόθηκε στους Καθ΄ ων η αίτηση στις 29.4.
  4. Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η τιμωρία και/ή φυλάκιση του Εναγόμενου 3 Σωτήρη Κούνουνα υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως διευθυντή των Εναγομένων εταιρειών αρ. 1 και 2, συνεπεία της ισχυριζόμενης μη συμμόρφωσης του και/ή παρακοής του προς το ανωτέρω διάταγμα. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κυριάκου Αντωνίου, διευθυντή της Ενάγουσας. Παραθέτει σε αυτήν το γεγονός της έκδοσης του ανωτέρω διατάγματος, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει (Τεκμήριο Α) και δηλώνει επίσης το γεγονός της επίδοσης, η οποία όπως αναφέρει, επιτεύχθηκε μετά από μεγάλο αγώνα, αφού ο Εναγόμενος 3 κρυβόταν και απέφευγε την επίδοση, γι΄ αυτό ο επιδότης νυχτοξημερωνόταν έξω από την πόρτα του. Παρά την γενόμενη επίδοση, οι Εναγόμενοι σκόπιμα αρνούνται να συμμορφωθούν. Στις 18.5.2015 οι Ενάγουσα-Αιτήτρια ζήτησε από τοπογράφο-χωρομέτρη να αποτυπώσει και αποτύπωσε σε σχέδιο, το οποίο επεσύναψε ως Τεκμήριο Β, το μέρος του λατομείου της που οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα (αποτυπώνεται με πράσινη γραμμή στο Τεκμήριο Β). Σ΄ εκείνο το μέρος οι Εναγόμενοι έχουν παράνομα τοποθετήσει σωρούς υλικών, μεταλλικά αντικείμενα, παλιά ελαστικά, κινητά μηχανήματα, ηλεκτρογεννήτρια, ντεπόζιτα καυσίμων, μεταφορικές ταινίες της σκυροθραυστικής μονάδας, κοντέϊνερ και άλλα υλικά. Με επιστολή της ημερομηνίας 20.5.20015 ενημέρωσε την Υπηρεσία Μεταλλείων για τη συνεχιζόμενη παράβαση και παράνομη επέμβαση (επιστολή Τεκμήριο Γ). Είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι δεν αναγνωρίζουν τα επίσημα χωρομετρικά σημεία και όρια του προνομίου της, τα οποία έχει τοποθετήσει τόσο στην παρουσία της Υπηρεσία Μεταλλείων, όσο και του κ. Κούνουνα, Εναγόμενου
  5. Η Υπηρεσία Μεταλλείων, με επιστολή της (Τεκμήριο Δ), ημερομηνίας 28.5.2015, ενημέρωσε την Αιτήτρια πως μετά από επιθεώρηση που διενεργήθηκε από τους λειτουργούς της Υπηρεσίας, βεβαίωσαν ότι οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση διατηρούν υλικά και μηχανήματα εντός του λατομείου της Ενάγουσας-Αιτήτριας και βεβαίωσαν ότι τα εν λόγω υλικά και μηχανήματα εμποδίζουν την απρόσκοπτη ανάπτυξη του λατομείου σε όλη την έκταση του. Η Αιτήτρια έχει αναθέσει στον τοπογράφο μηχανικό κ. Λαδιά να προβεί σε αποτύπωση του τεμαχίου έτσι ώστε να φανεί ξεκάθαρα η κατάσταση που επικρατεί αλλά και τα πραγματικά εμπόδια που υπάρχουν για την αξιοποίηση του ακινήτου. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα πως μέχρι τώρα οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να μην συμμορφώνονται με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Την ίδια θέση εξέφρασε ο κ. Αντωνίου και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη μαρτυρία. Μέχρι της ημερομηνίας που κατέθεσε στο Δικαστήριο (11.3.2016) οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν μετακινήσει τα αντικείμενα που έχουν τοποθετήσει στο λατομείο του και εισέρχονταν σε αυτό, παρκάροντας μηχανήματα και τοποθετώντας σωρούς υλικών. Εκ μέρους της Αιτήτρια κλήθηκαν και κατέθεσαν ακόμη δύο μάρτυρες. Ο Μ. Λαδιάς (Μ.Ε.3) εγγεγραμμένος αδειούχος τοπογράφος και αρμόδιος χωρομέτρης ήταν εκείνος ο οποίος είχε κληθεί από την Ενάγουσα να οριοθετήσει το τεμάχιο που κάλυπτε το προνόμιο της υπ΄ αρ. ΑΛ.. 373/ΠΑΦ/2009/
  6. Ο μάρτυρας κατέθεσε γραπτή κατάθεση (Ένδειξη Β) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία περιέγραφε τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώραν το 2009 κατά την οριοθέτηση του ακινήτου. Εκείνο που ενδιαφέρει την υπό κρίση αίτηση είναι ότι: Μετέβηκε και αποτύπωσε και πάλιν το χώρο στις 28.11.2014 και 18.5.2015 και ετοίμασε το σχεδιάγραμμα Τεκμήριο Β. Στο σχεδιάγραμμα αυτό κατέγραψε τα αντικείμενα των Εναγομένων που βρίσκονταν εντός του τεμαχίου της Ενάγουσας και τα οποία σε όλες τις περιπτώσεις που επισκέφθηκε το ακίνητο υπήρχαν εκεί. Ο κ. Στέλιος Μιχαήλ (Μ.Α.2) είναι απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου. Υπηρετεί στην Υπηρεσία Μεταλλείων και ασκεί καθήκοντα λειτουργού Α΄ τάξης. Υπό την ιδιότητα του αυτή γνωρίζει τα λατομεία των διαδίκων και τα όρια αυτών, αφού γειτνιάζουν. Επισκέπτεται το χώρο αρκετά συχνά, ήτοι από δύο μέχρι και τέσσερις φορές το μήνα. Το λατομείο της Ενάγουσας της παραδόθηκε το
  7. Ερωτηθείς εάν οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να διατηρούν αντικείμενα εντός του λατομείου της Ενάγουσας από τον χρόνο της παραχώρησης μέχρι και σήμερα (ημερ. κατάθεσης του Μ.Ε.2 η 17.5.2016), απάντησε «Μάλιστα, συνεχίζουν να έχουν ακόμη μηχανήματα και υλικά εντός του προνομίου της εταιρείας Πούλλας Τσαδιώτης. Φυσικά πρέπει να αναφέρω ότι έχουν μετακινηθεί και αρκετά υλικά από το προνόμιο, αλλά συνεχίζουν ακόμη και υπάρχουν και αρκετά υλικά εντός του προνομίου λατομείου.» Διευκρίνισε δε ο μάρτυρας ότι τα αντικείμενα υπήρχαν και πριν την χορήγηση του προνομίου λατομείου, στην Ενάγουσα. Ανταποκρινόμενος σε επιστολή της Ενάγουσας επιθεώρησε το λατομείο τον Φεβρουάριο του 2012 και διαπίστωσε ότι τα υλικά και αντικείμενα αυτά παρεμπόδιζαν τη λειτουργία του λατομείου. Για το λόγο τούτο απέστειλε την επιστολή ημερ. 10.2.2012 (Τεκμήριο 11) προς τους Εναγόμενους καλώντας τους να μετακινήσουν τα εν λόγω υλικά. Πρόσθετα, επειδή σύμφωνα με το άρθρο 431.Α του περί Ρύθμισης Μεταλλείων και Λατομείων Νόμου η επέμβαση σε χώρο λατόμευσης και παρακώλυσης λατομικών εργασιών του κατόχου προνομίου λατομείου αποτελεί αδίκημα, κατήγγειλε το γεγονός στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου, την 1η Μαρτίου
  8. Τα ανωτέρω γεγονότα αποτελούν βέβαια πράξεις και ενέργειες πριν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Καταγράφονται, για την περιγραφή και μόνο των υλικών και αντικειμένων τα οποία κατ΄ ισχυρισμό των Εναγομένων τοποθετήθηκαν νόμιμα. Πρόσφατα στις 17 Μαρτίου 2016 έγινε δεύτερη καταγγελία από την Υπηρεσία Μεταλλείων, μετά από σχετική επιστολή της Ενάγουσας και έχει ο ίδιος προβεί σε κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε πως πριν παραχωρηθεί το προνόμιο στην Ενάγουσα κανείς δεν χρησιμοποιούσε νόμιμα το χώρο. Απλά οι Εναγόμενοι είχαν από πριν τοποθετήσει μηχανήματα και υλικά στο χώρο. Ξεκαθάρισε ο μάρτυς πως για να παραχωρηθεί οποιοδήποτε προνόμιο λατομείου θα πρέπει η περιοχή να είναι ελεύθερη από οιανδήποτε άλλη άδεια. Για να δοθεί η ερευνητική άδεια η περιοχή δεν ήταν εκμισθωμένη σε κανένα. Άρα, συμπέρανε, εάν πραγματικά υπήρχαν οποιαδήποτε μηχανήματα άλλης εταιρείας, προφανώς δεν ήταν εξουσιοδοτημένη ή μπορεί να χρησιμοποιείτο ο χώρος χωρίς την εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας και κατέληξε: «Η περιοχή να ξεκαθαρίσω ήταν ελεύθερη και ως εκ τούτου η Υπηρεσία Μεταλλείων προχώρησε στην αδειοδότηση, κατ΄ αρχήν με την έκδοση πολεοδομικής άδειας στην εταιρεία Πούλλας Τσαδιώτης και μετά έδωσε θετικές απόψεις για να εκδοθεί η σχετική άδεια από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και στη συνέχεια με την εξασφάλιση από την εν λόγω εταιρεία της πολεοδομικής άδειας, η υπηρεσία έκδωσε το προνόμιο λατομείου.» Σημείωσε ο μάρτυρας πως τελευταία δεν έχει παρατηρήσει αύξηση των υλικών διότι η Εναγόμενη εταιρεία προχώρησε με πωλήσεις υλικών θεμελίου και συνεπώς ο σωρός ελαττώθηκε. Προτού όμως μειωθεί, είχε αυξηθεί ο σωρός, έγινε ένα απόθεμα υλικού θεμελίου και μετά το υλικό πωλήθηκε και κατά συνέπεια μειώθηκε ο σωρός. Σήμερα υπάρχουν κάποια αποθέματα, ο άμμος δεν έχει διαφοροποιηθεί καθόλου και συνεχίζει να παρεμποδίζει την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, αύξηση των υλικών έγινε εντός του 2015 και μετά προς το τέλος του 2015 υπήρξε μείωση των εν λόγω υλικών λόγω πωλήσεων. Δήλωσε επίσης ότι τοποθετούνταν μηχανήματα επίτηδες για να παρακωλύουν την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών λατόμευσης και υπήρχαν και κατά την ημερομηνία κατάθεσης του στο Δικαστήριο. Στην υποβολή ότι τα μηχανήματα είναι τοποθετημένα εντός της περιοχής που υπάρχει συνοριακή διαφορά, ο Μ.Α.2 αρνήθηκε ότι υπήρχε τέτοια διαφορά. Εξήγησε ότι τους έχουν δοθεί από το Κτηματολόγιο συντεταγμένες τις οποίες τόσο ο χωρομέτρης του Τμήματος Μεταλλείων όσο και ο χωρομέτρης που διόρισε η Ενάγουσα, εφάρμοσαν και διαπίστωσαν ότι τα όρια του ακινήτου είναι ορθά. Το αίτημα τούτο προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Αυτή συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 Σωτήρη Κούνουνα. Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση αφορούν πράξεις και ενέργειες που έλαβαν χώραν προγενέστερα της έκδοσης του επίδικου προσωρινού διατάγματος. Αναλύονται οι θέσεις και ισχυρισμοί του διευθυντή της Αιτήτριας, οι οποίοι περιέχονταν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος, εισηγούμενος ότι προσφέρθησαν ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία για επίτευξη της έκδοσης του. Αναφέρει πως το Δικαστήριο στηριζόμενο σε ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία που προσκόμισε η Ενάγουσα, εξέδωσε στις 9.8.2012 το ειρημένο προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στα γεγονότα τούτα ούτε στο εάν καλώς ή κακώς εξεδόθη το προσωρινό διάταγμα. Εξάλλου δεν είναι το κατάλληλο στάδιο ούτε το ορθό δικονομικό μέτρο για εξέταση του διατάγματος. Όμως θα πρέπει να τονισθεί πως το Δικαστήριο εξέδωσε το επίδικο διάταγμα αφού άκουσε αμφότερους τους διαδίκους. Οι Καθ΄ ων η αίτηση είχαν προσκομίσει σ΄ εκείνο το στάδιο τα έγγραφα και τεκμήρια επί των οποίων στήριζαν την ένσταση τους, τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα οποία σχολιάζει στην απόφαση του. Ένα θέμα που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο το οποίο σχετίζεται με την ένσταση, αν και δεν έχει εγερθεί από το συνήγορο της Αιτήτριας, αφορά το νομότυπο της. Η ειδοποίηση ένστασης δεν εξειδικεύει τους λόγους ένστασης επί των οποίων αυτή στηρίζεται. Μετά την καταγραφή των θεσμών επί των οποίων βασίζεται, εκεί όπου έπρεπε να καταγράφονται οι λόγοι ένστασης καταγράφονται γεγονότα. θα μπορούσε ενδεχομένως κάποιος να εισηγηθεί ότι τα γεγονότα αυτά, τα οποία περιλαμβάνουν και νομικά ζητήματα, προσλαμβάνουν τη μορφή και τη θέση των λόγων ένστασης. Όμως ο τρόπος με τον οποίο αυτά απαριθμούνται και καταγράφονται δεν αφήνει τέτοια επιλογή αφού καταγράφει ρητά πως: Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του Σωτήρη Κούνουνα από την Πάφο, ημερομηνίας 23.12.2015 και είναι τα ακόλουθα: Απαριθμούνται αμέσως πιο κάτω τα γεγονότα τα οποία επαναλαμβάνονται και στην ένορκη δήλωση του κ. Κούνουνα. Τούτο δε έγινε κατά παράβαση των διατάξεων της Δ.48 θ.4 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροπ.) (αρ. 3) Κανονισμού που εκδόθηκε στις 4.11.
  9. Η ρηθείσα διάταξη προνοεί πως: «4.

(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Σχολιάζοντας τη διάταξη αυτή λέχθηκε στη σελίδα 97 της υπόθεσης Σοφοκλέους v. Ταβελούδη
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 92: «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» Στην ανωτέρω υπόθεση δεν δόθηκε απάντηση στο θέμα ούτε συνέχεια στο ζήτημα, αφού η υπόθεση κρίθηκε σε άλλο σημείο. Όμως τονίσθηκε ο επιτακτικός χαρακτήρας της διάταξης αυτής και η αναγκαιότητα συμμόρφωσης με τους Θεσμούς. Η αναγκαιότητα αυτή τονίσθηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση MI HOLDINGS PUBLIC LTD v. Τασούλα Γεωργίου Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. σελ. 298, στην οποία πρωτόδικα είχε εκδοθεί απόφαση μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση, ενώ η αγωγή είχε καταχωρηθεί επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρά το ότι η διατύπωση και η οπισθογράφηση ήταν ειδική και όχι γενική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρώντας ότι η παράλειψη αυτή ήταν απλή παρατυπία από την οποία δεν προέκυψε αδικία στους εφεσείοντες, κατέληξε ότι επληρούτο η προϋπόθεση της Δ.18 θ.1(α) για την ύπαρξη οπισθογραφημένου κλητηρίου και εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας. Το Εφετείο εξετάζοντας το ζήτημα, με αναφορά στη Δ.64 θ.1, απεφάσισε πως ακόμα κι αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο έκρινε πως δεν ήταν απαραίτητο να υπεισέλθει, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των Θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που υπέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των Θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschalt
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς (Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. σελ. 1157). Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει. Όπου δεν λαμβάνεται διορθωτικό μέτρο η παράτυπη-άκυρη ειδοποίηση ένστασης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η ένορκη δήλωση περιέχει γεγονότα, μαρτυρία που πρέπει να στηρίζει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης. Δεδομένης της ανυπαρξίας τέτοιων λόγων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία η δοθείσα μέσω της ενόρκου δηλώσεως. Στην Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ. 741, η παράτυπα καταχωρηθείσα ένσταση αγνοήθηκε. Επετράπη όμως στη δικηγόρο του συγκεκριμένου διαδίκου να αγορεύσει και επικροτήθηκε σαν ορθή η ενέργεια αυτή, με την επισήμανση ότι το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε νομότυπα η γραπτή ένσταση δεν αποστερεί τη δικηγόρο της εφεσίβλητης να αγορεύσει. Δεδομένου όμως του χαρακτήρα της παρούσας διαδικασίας και του βάρους απόδειξης που φέρει ο Αιτητής θα εξετασθεί η αίτηση, μη αγνοώντας τα όσα ο Καθ΄ ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, αφού η κρινόμενη αίτηση είναι οιονεί ποινική υπόθεση με σοβαρά επακόλουθα. Μαρτυρία Καθ΄ ου η αίτηση: Όπως ανωτέρω λέχθηκε, τα γεγονότα και ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση-Εναγόμενου 3 περιστρέφονται γύρω από πράξεις, ενέργειες και συμφωνίες προγενέστερες της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος - το οποίο σημειωτέον δεν προσβλήθηκε με έφεση - και συνεπώς δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστούν σε σχέση είτε με τη νομιμότητα αυτού είτε με το ορθό και το δίκαιο της έκδοσης του. Όσα θέματα και γεγονότα περιγράφονται σε μεταγενέστερες της έκδοσης του διατάγματος ενέργειες, μνεία γίνεται κατωτέρω. Υπάρχουν νομικά ζητήματα τα οποία ενδείκνυται να εξεταστούν αφού τα γεγονότα που τα στηρίζουν αναδεικνύονται μέσα από το φάκελο της υπόθεσης. Κατάχρηση διαδικασίας: Η εισήγηση αυτή στηρίζεται στο γεγονός πως η παρούσα αίτηση παρακοής είναι η τρίτη κατά σειρά που καταχωρείται αφού άλλες δύο προηγουμένως έχουν απορριφθεί. Αγορεύοντας ο κ. Αλεξάνδρου και επιχειρηματολογώντας για τούτο περιέγραψε τη χρονική διαδρομή των αιτήσεων και των ενεργειών που έλαβε η Ενάγουσα, υποδεικνύοντας πως η διαδικασία αυτή επιδιώκει αλλότριους σκοπούς. Επιδιώκει, όπως αιτείται, τη φυλάκιση του Εναγόμενου 3 και όχι τη συμμόρφωση στο διάταγμα. Παρέπεμψε προς ενίσχυση των θέσεων του στις αποφάσεις Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 217 και Aναφορικά με την αίτηση της Beogradska D.D., Πολιτική Έφεση 9495, ημερ. 6.9.
  1. Μια προσεκτική μελέτη του φακέλου αναδεικνύει τα εξής γεγονότα: Καταχωρήθηκε η αγωγή στις 19.7.2012 και στις 20.7.2012 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η οποία ορίστηκε στις 23.7.
  2. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα αλλά διέταξε επίδοση της αίτησης ορίζοντας την στις 25.7.
  3. Οι Εναγόμενοι την ανωτέρω ημερομηνία ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση ένστασης την οποία και καταχώρησαν στις 2.8.
  4. Η ακρόαση της αίτησης με γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων έλαβε χώρα στις 6.8.
  5. Στις 9.8.2012 το Δικαστήριο έδωσε την απόφαση του με την οποία εξέδωσε τα επίδικα διατάγματα. Ακολούθησε η επίδοση του διατάγματος στους Εναγόμενους στις 2.12.2012 και στη συνέχεια η καταχώρηση στις 4.1.2013 της πρώτης αίτησης παρακοής. Η πρώτη αίτηση απορρίφθηκε στις 7.10.2013 λόγω μη εμφάνισης των Αιτητών και του συνηγόρου τους και αυθημερόν καταχωρήθηκε η δεύτερη. Η δεύτερη αίτηση ημερ. 7.10.2013 απορρίφθηκε όπως προκύπτει από τη σχετική απόφαση ημερ. 24.7.2014 συνεπεία της μη ύπαρξης οπισθογράφησης συνάδουσας με το διάταγμα. Συγκεκριμένα, ενώ το διάταγμα έτασσε προθεσμία 30 ημερών για συμμόρφωση, η οπισθογράφηση διέτασσε την άμεση συμμόρφωση. Προφανώς από λάθος στη δακτυλογράφηση αφού συνήθως τέτοιες οπισθογραφήσεις συντάσσονται συνήθως με εκείνο το λεκτικό. Προωθήθηκε τρίτη αίτηση, η κρινόμενη, στις 8.6.2015, δηλαδή έντεκα περίπου μήνες μετά. Παρά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος εντούτοις η μη συμμόρφωση με τα διατάγματα του Δικαστηρίου είτε αστικής είτε ποινικής φύσεως αποτελεί θέμα που απειλεί την υπονόμευση της δικαιοσύνης και ο Αιτητής οφείλει, εάν ισχυρίζεται ότι παρατηρείται περιφρόνηση του διατάγματος, να αποτείνεται στο Δικαστήριο. Ας σημειωθεί ότι η εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης εκκρεμούσε για ένα σχεδόν χρόνο λόγω αιτημάτων αναβολής του Εναγόμενου 3 ή λόγω απουσίας του στο εξωτερικό, λόγω αλλαγών του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση και τροποποίησης της ένστασης του. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Οι ανωτέρω αναφερθείσες αποφάσεις αφορούσαν υποθέσεις με τις οποίες επιδιώκετο ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά μέσα. Προβάλλεται ως πρόσθετος λόγος απόρριψης της αίτησης η παράλειψη προώθησης της αγωγής, η μη εκδίκαση της μέχρι σήμερα και συνεπώς η εισήγηση ότι αυτοδίκαια η αίτηση καθίσταται απορριπτέα. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής ο κ. Αλεξάνδρου αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία. Λέχθηκε στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και επιβεβαιώθηκε στις Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 A.A.Δ. σελ. 1572, Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.α. v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 1247 και Χριστόφορος Κίτσιος κ.α. v. Α.C. Kitsios Motors Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, το εξής: «Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Στις ανωτέρω υποθέσεις ενώ είχε καταχωρηθεί γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι εκδίκασης της έφεσης η Έκθεση Απαίτησης και είχαν παρέλθει χρόνια από την καταχώριση της αγωγής. Στην κρινόμενη περίπτωση η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο περιλάμβανε την Έκθεση Απαίτησης. Καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης στις 10.1.2013 αφού καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους της Ενάγουσας για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης του εν λόγω δικογράφου. Εν τω μεταξύ καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων αίτηση ημερ. 31.12.2012 για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας και αφού ακολούθησαν διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες αναβλήθηκε η εκδίκαση της, αυτή αποσύρθηκε από το συνήγορο της Αιτήτριας και συνακόλουθα απορρίφθηκε στις 16.9.
  1. Ακολούθησε καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και αίτηση ορισμού στις 28.11.
  2. Εν τω μεταξύ, με κατάλληλη άδεια από το Δικαστήριο, καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των διαδίκων και η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση. Για τούτο κρίνεται πως η παρούσα διαφοροποιείται από τις ανωτέρω, όπου κανένα δικονομικό μέτρο δεν είχε ληφθεί, ούτε δικόγραφο είχε καταχωρηθεί. Έχοντας αποφασίσει τα ανωτέρω θέματα, προχωρώ αμέσως κατωτέρω στην εξέταση της αίτησης. Νομική πτυχή: Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ο Κανονισμός 42 Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχει εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, δια προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριο δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπων προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτο ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον.» Έχει επεξηγηθεί στην Krasias Shoes Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabiken Adi Dassier KG
(1989)1 (E) A.A.Δ. σελ. 750 ότι το ρηθέν άρθρο αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η αίτηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση, ενώ ο Κανονισμός 42 Α των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας το δικονομικό τοιούτο. Οι πρόνοιες του συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν. 14/
  1. Η φύση της διαδικασίας αυτής και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο
  2. Στις αγγλικές αποφάσεις Chittern D.C. v. Keane
(1985)2 All. E.R. 118 και Attorney General v. Leveller
(1979)1 All E.R. 74 υποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Η έκταση της εξομοίωσης καταφαίνεται και από την αγγλική απόφαση Jelson (Estates) Ltd v. Harvey
(1984)1 Αll E.R. 12 (CA), στην οποία επεξηγείται ότι η αρχή του δεδικασμένου στις ποινικές υποθέσεις (autrefois acquit και autrefois convict) ισχύει με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό στην πολιτική διαδικασία για καταφρόνηση του Δικαστηρίου (δέστε Krashias (ανωτέρω) και Halin v. Timour
(2005)1 A.A.Δ. 424). Ενδελεχής ανάλυση της νομολογίας σε ότι αφορά τη διάκριση της αστικής (civil) από την ποινική (criminal) παρακοή βρίσκεται στην υπόθεση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Constantinos Ioannides v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 8, σελ. 48- 7 και Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α.
(2009)2 Α.Α.Δ. σε. 634, από όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: «Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Law of Contempt των Anthony Arlidge και David Eady, έκδοση 1982, παράγραφος 2-28, ιστορικά, πίσω από τη διάκριση μεταξύ αστικής και ποινικής καταφρόνησης κρυβόταν η γενική διάκριση ότι διατάγματα που εκδίδονται σε υποθέσεις ποινικής καταφρόνησης σκοπό έχουν την τιμωρία, ενώ στην αστική καταφρόνηση, σκοπός σχετικού διατάγματος είναι να αναγκαστεί ο απειθών να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη ενέργεια επ' ωφελεία διαδίκου σε πολιτική υπόθεση. Υπήρχε επίσης η γενική άποψη ότι από την ποινική καταφρόνηση απειλείται η απονομή της δικαιοσύνης ως σύνολο, ενώ τα μόνα πρόσωπα που ενδιαφέρονται στην άρση αστικής καταφρόνησης είναι οι διάδικοι της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όμως, κατά το τέλος του 19ου αιώνα συνειδητοποιήθηκε ότι τέτοιες γενικές αρχές συνιστούσαν υπεραπλούστευση του θέματος. Καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να είναι είτε ποινική, είτε πολιτική. Η ποινική καταφρόνηση είναι πράξη η οποία απειλεί την απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα και η οποία απαιτεί τιμωρία.» Στην Καναδέζικη υπόθεση Videotron Ltd v. Industries Microlec Produits Electroniques Inc.
(1993)96 D.L.R. (4th) 376, 398, αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά ότι: ". the imposition of penalties for contempt of court, even when used to enforce a purely private order, still involves an element of "public law" because "respect for the role and authority of the courts, one of the foundations of the rule of law, is always at issue." Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή. Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287. To βάρος απόδειξης το φέρει το αιτητής, ο οποίος και έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση του, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (ανωτέρω). Όπως τονίστηκε ιδιαιτέρως στην πιο πάνω απόφαση η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφαση του υποκείμενη σε ακύρωση. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται (Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margarita Μιχαηλίδου Poliakova, Έφεση αρ. 22/2009, ημερ. 24.2.2011, In re Barmblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Tο αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον ικανοποιητικό βαθμό και στην διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ' ου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions 8η έκδοση, παρ. 618 και 619). Στο ίδιο σύγγραμμα, 10η έκδοση, σελ. 160, αναφέρθηκε ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση σε αστικής φύσεως διαδικασία δεν έχει δικαίωμα να εισηγηθεί ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, όπως στην ποινική απαιτείται: "The respondent has no right to make a submission of "no case to answer", aw in a criminal court, before deciding whether to adduce evidence (BZW Securities Ltd v. Nadir, The Times, March 25, 1992)." Για να είναι δυνατή, κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ' ου, τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και κάτω από ποια ιδιότητα. Ο καθ' ου θα πρέπει να γνωρίζει με πάσα δυνατή λεπτομέρεια τι δεν επιτρέπεται να πράξει: οι πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες επιζητείται η τιμωρία του, θα πρέπει να εμπίπτουν στο λεκτικό του διατάγματος, οι πρόνοιες του οποίου θα πρέπει να είναι ρητές και αναμφισβήτητες (Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1668)1 All E.R. 963, οι οποίες υιοθετούνται από τον Ναθαναήλ, Δ. στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης (ανωτέρω). Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (γ) θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο Εναγόμενος έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος. Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 395. Τι απαιτείται για να αποδειχθεί παρακοή αναφέρεται ευσύνοπτα στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης (ανωτέρω), απ' όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: « Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.»» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο, δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η Έκδ. σελ. 400-
  1. Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην ανάλυση της μαρτυρίας για να εξετάσει την ουσία του πράγματος, θα πρέπει να κριθούν προκαταρκτικά τυπικά στην ουσία ζητήματα, τα οποία όμως δυνατό να εκθεμελιώνουν τα συστατικά στοιχεία της παρακοής: της πρόθεσης του καθ' ου η αίτηση και της όποιας υπεράσπισης του για αμέλεια ή και λάθους:
  2. Ύπαρξη διατάγματος.
  3. Αναγκαία οπισθογράφηση.
  4. Προσωπική επίδοση του διατάγματος.
  5. Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής.
  6. Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, άρθρο 42, Ν.14/
  7. Στο σημείο τούτο καθίσταται αναγκαία η αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας για τους σκοπούς και μόνον της παρούσας διαδικασίας, αφού η ηθελημένη ανυπακοή πρέπει να αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται. Καταγράφεται εδώ και η δυνατότητα και ευχέρεια του Δικαστηρίου να αντλήσει πληροφορίες και να εξετάσει έγγραφα και ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν για την ίδια υπόθεση αλλά σε άλλη διαδικασία και γεγονότα εμφανή από το φάκελο του (Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1938). Χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Α.2 και Μ.Α.
  1. Ήσαν, κυρίως ο Μ.Α.2, άτομο αποστασιοποιημένο από τα γεγονότα, Λειτουργός Μεταλλείων, χωρίς κανένα συμφέρον ή κίνητρο να καταθέσει υπέρ του ενός και εναντίον του άλλου. Εξάλλου ούτε του τέθηκε ή υποβλήθηκε η ύπαρξη τέτοιων κινήτρων. Η μαρτυρία του Μ.Α.3, παρά την υποβολή ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει υπέρ της Αιτήτριας, κρίνεται επίσης ειλικρινής και αξιόπιστη χωρίς αμφιταλαντεύσεις. Απαντούσε άμεσα και αμέσως στις τιθέμενες σε αυτόν ερωτήσεις χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές. Από αμεσότητα, απλότητα και ειλικρίνεια χαρακτηρίζεται η μαρτυρία του Μ.Α.1 κ. Αντωνίου. Ενδεικτικό της φιλαλήθειας του, η χωρίς δισταγμό αποδοχή θεμάτων τα οποία ενδεχομένως να μην λειτουργούσαν υπέρ του, όπως π.χ. για την ύπαρξη του μηχανήματος επεξεργασίας σκυροδέματος το οποίο ενώ στο σχέδιο Τεκμήριο Β το οποίο ετοίμασε ο Μ.Α.3 παρουσιαζόταν εντός του ακινήτου του, δέχθηκε αμέσως ότι αυτό ήταν λάθος. Αποτελούσε λανθασμένη αποτύπωση αφού δεν κάνουν σκυρόδεμα. Συναίνεσε δε τονίζοντας πως στο σημείο που καταγράφει επί του Τεκμηρίου Β ή Τεκμήριο 10 μηχανήματα επεξεργασίας σκυροδέματος, εκεί που είναι η σκυροθραυστική μονάδα του κ. Σωτήρη, δεν τους εμπόδιζαν. «Δεν ζητήσαμε εμείς κάτι για τη σκυροθραυστική μονάδα, για το όνομα του Θεού.» Αποδέχτηκε άμεσα το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δύο εκρήξεις σε σημείο που δεν εμποδιζόταν. Δέχθηκε επίσης πως τα παλιά ελαστικά που επίσης αποτυπώνονται στο Τεκμήριο Β δεν υπάρχουν πλέον εκεί. Τα μετακίνησε η Ενάγουσα. Από την αντίπερα όχθη θεωρώ ότι δεν είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου
  2. Παραβλέποντας το έντονο, επιθετικό και ενίοτε προσβλητικό του ύφος, πρέπει να λεχθεί πως παρουσιάσθηκαν εκ μέρους του αντιφατικά στοιχεία όπως κατωτέρω εξηγείται. Από την όλη παρουσίαση της υπόθεσης ήταν ουσιαστικά αποδεκτή η τοποθέτηση αντικειμένων. Όμως: Προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα στο Δικαστήριο περί δικαιώματος χρήσης και τοποθέτηση μηχανημάτων στο ακίνητο της Ενάγουσας, τα οποία ουσιαστικά αντιμάχονται των εγγράφων που παρουσίασε. Κυρίως όμως αποτελούν προσπάθεια ακύρωσης του εν ισχύει διατάγματος, για την έκδοση του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα αυτά. Χαρακτηριστικά αναφέρει στην παράγραφο 11 της δήλωσης του Ένδειξη Γ (αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του) πως: «Όλα τα αντικείμενα, σωροί από υλικά και παλιά μηχανήματα είχαν από τότε τοποθετηθεί, νόμιμα και εις γνώση και με συναίνεση των αρμοδίων αρχών, στα συγκεκριμένα τεμάχια από την εναγομένη αρ.
  3. Παρουσιάζω επιστολή της εναγομένης αρ. 1 ημερ. 26.5.2009 προς τον Υπουργό Εσωτερικών καθώς και απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 26.10.2009 για το εν λόγω θέμα.» Για σκοπούς της διαδικασίας αυτής σημειώνονται τα εξής: Οι επιστολές ημερ. 26.5.2009 (Τεκμήριο 14) και 26.10.2009 (Τεκμήριο 15) δεν παρέχουν αυτό το δικαίωμα. Με το Τεκμήριο 14 υποβάλλει αίτημα για παραχώρηση στην Εναγόμενη 1 επέκτασης της λατομικής ζώνης περιοχής Ανδρολύκου καθόσον μεγάλο μέρος της λατομικής ζώνης το χρησιμοποιεί ήδη ως αποθηκευτικό χώρο, γκαράζ κ.λ.π.. Παραπονείτο δε πως παρά το αίτημα του προς την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από 26.1.2001 εντούτοις δεν είχε πάρει απάντηση. Το Τεκμήριο 15 είναι απαντητική προς το Τεκμήριο 14 επιστολή και τον ενημερώνει ότι το αίτημα του δεν γίνεται αποδεκτό. Ενημερώνεται δε πως ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών έδωσε συγκατάθεση για ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης της Εναγόμενης 1 εταιρείας για περίοδο δύο ετών, για εμβαδόν 98950τ.μ. από το τεμάχιο 400 και λωρίδα έκτασης 950 τ.μ. για σκοπούς πρόσβασης προς το χώρο του λατομείου. Το Τεκμήριο 2 που είναι επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επί του οποίου στηρίζει τη θέση ότι μετακινήθηκαν υλικά (και το οποίο είναι επιστολή ημερ. 12.10.2012 από το Υπουργείο Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος) δεν υποστηρίζει αυτή του τη θέση. Επιβεβαιώνει την απομάκρυνση μέρους υλικών από το νοτιοδυτικό μέρος του λατομείου, αλλά υπογραμμίζει και τονίζει ότι δεν έχουν απομακρυνθεί όλα τα υλικά από το προνόμιο λατομείου της εταιρείας Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ. Στην ένορκη δήλωση ημερ. 2.8.2012 που συνόδευε την ένσταση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναφέρει (παράγραφος 6) ότι τα πλείστα αντικείμενα, σωροί από υλικά και παλιά μηχανήματα είχαν από τότε (το 1996) τοποθετηθεί στα ειρημένα τεμάχια από την Εναγόμενη αρ.
  4. Στην ένορκη δήλωση ημερ. 31.12.2012 που συνόδευε αίτηση του για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος, παραδέχεται και πάλιν την ύπαρξη των αντικειμένων την οποία χαρακτηρίζει δικαιωματική. Στην ένορκη δήλωση ημερ. 7.3.2016 επαναλαμβάνει τον ίδιο ισχυρισμό ότι (παράγραφος 6) «Ο χώρος που καταλαμβάνει σήμερα το προνόμιο των εναγόντων-αιτητών και αποτελείται από κρατικά και Τουρκοκυπριακά τεμάχια είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από το 1996 ως αποθηκευτικοί χώροι των εναγομένων 1 δηλαδή 13 χρόνια πριν από την παραχώρηση προνομίου λατομείου στους ενάγοντες-αιτητές. Όλα τα αντικείμενα, σωροί από υλικά και παλιά μηχανήματα είχαν από τότε τοποθετηθεί στα ειρημένα τεμάχια από την εναγομένη αρ. 1.» Παρόμοιοι ισχυρισμοί προβάλλονται με την κυρίως εξέταση του, Ένδειξη Γ. Στην προφορική περαιτέρω κυρίως εξέταση του αλλά και στην αντεξέταση, έχει διαφοροποιηθεί σημειώνοντας πως όλα τα αντικείμενα είχαν μετακινηθεί πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Για να παραδεχθεί σε κατοπινότερο στάδιο ότι κάποια αντικείμενα παραμένουν εκεί. Οι υποβολές τέλος που τέθηκαν προς τον Μ.Α.1 έθεταν τη θέση πως νόμιμα τοποθετήθηκαν εκεί εκείνα τα υλικά από πλευράς Εναγομένων και ότι νόμιμα βρίσκονταν εκεί τα αντικείμενα, επειδή δεν τα μετακίνησε η Ενάγουσα. Ότι τέλος, οποιαδήποτε υλικά υπάρχουν εντός του χώρου υπάρχουν νόμιμα και τοποθετήθηκαν πολύ παλαιότερα, πριν να τους ανατεθεί το 2009 το λατομείο. Από την αποδεκτή μαρτυρία διαπιστώνεται πως: Σε χρόνο που ανάγεται έξι μήνες πριν την ημερομηνία αντεξέτασης του Μ.Α.1 (25.4.2016), δηλαδή περί τον Οκτώβριο του 2015, οι Εναγόμενοι τοποθέτησαν μεταλλικό στέγαστρο, ελαστιχοφόρο φορτωτή και καδενοφόρο εκσκαφέα, εντός του ακινήτου της Ενάγουσας, δηλαδή μετά την επίδοση του διατάγματος η οποία υπενθυμίζεται ότι έγινε στις 29.4.
  5. Εξακολουθούν να παραμένουν στο ακίνητο που καλύπτεται από το προνόμιο λατομείου σωρός υλικών, σωρός αδρανών υλικών, μηχανήματα (κινητό γεωτρύπανο, εκσκαφέας καδενοφόρος, βίντζι) container. Έχει ανωτέρω καταγραφεί η νομική πτυχή που διέπει τις σχετικές αιτήσεις παρακοής. Έχει νομολογηθεί πως από την ίδια τη φύση της διαδικασίας παρακοής, ως οιονεί ποινικής (Halim v. Timur
(2005)1 A.A.Δ. 424) αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης της ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας (Μακρίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401): (α) ύπαρξη διατάγματος, (β) ύπαρξης σχετικής οπισθογράφησης, (γ) προσωπική επίδοση του διατάγματος και (δ) προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. Μετά τη διαπίστωση των ανωτέρω τυπικών, αλλά απαραίτητων προϋποθέσεων θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη πράξης ή παράλειψης των Καθ΄ ων η αίτηση η οποία παραβιάζει το διάταγμα και περαιτέρω ότι η παρακοή του διατάγματος είναι ηθελημένη. Τα υπό στοιχεία (α) και (β) καταδεικνύονται άμεσα και προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει η ύπαρξη του διατάγματος είναι αποδεκτή. Η οπισθογράφηση είναι επίσης σύμμορφη με τη Δ.42Α. Καθορίζεται ως χρόνος συμμόρφωσης οι 30 ημέρες από την επίδοση. Οι προϋποθέσεις υπό (γ) και (δ) αποδεικνύονται από τα Τεκμήρια 4, και 5 και το γεγονός της επίδοσης του διατάγματος καταγράφεταικαι στην επίδικη αίτηση. Με δήλωση δε του συνηγόρου των Καθ΄ ων η αίτηση κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 3, δηλώθηκε αποδεκτή η επίδοση του διατάγματος και η μη αμφισβήτηση της. Ενόψει της αποδεκτής ως καταγράφεται ανωτέρω μαρτυρίας, έχει αποδειχθεί η παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου, τόσο με την επέμβαση στο ακίνητο/προνόμιο δια της τοποθέτησης μηχανημάτων όσο και δια της μη απομάκρυνσης εκείνων που το διάταγμα πρόστασσε. Εξάλλου με τις διάφορες δηλώσεις του Καθ΄ ου η αίτηση 3 ως ανωτέρω καταγράφησαν, εξάγεται παραδοχή των υπαρχόντων εκεί αντικειμένων. Προβάλλεται με την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση 3 ότι δεν καθορίζεται ο χρόνος της ισχυριζόμενης παρακοής. Με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καταγράφεται η ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος και το γεγονός πως μέχρι την καταχώριση της αίτησης οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν απομάκρυναν τα αντικείμενα τα οποία έπρεπε να μετακινήσουν εντός 30 ημερών από την επίδοση. Δεδομένου του προστακτικού χαρακτήρα του δεύτερου σκέλους του διατάγματος χρόνος παρακοής καθίσταται ο χρόνος μετά την παρέλευση της προθεσμίας προς συμμόρφωση. Να σημειωθεί δε πως κυρίως κατά την αντεξέταση του Μ.Α.1 Αντωνίου, ο τελευταίος έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το χρόνο τοποθέτησης νέων αντικειμένων και υλικών επί του τεμαχίου του προνομίου του. Ο λόγος που προτάσσεται για τη μη συμμόρφωση του αποτέλεσε ο ισχυρισμός περί δικαιωματικής τοποθέτησης τους στο χώρο. Ότι δεν τοποθετήθηκαν παράνομα. Ότι τα πρακτικά ημερ. 2.8.2010 και 31.8.2010 του παρέχουν δικαίωμα χρήσης και συναίνεσης εκ μέρους των Αρχών και της Ενάγουσας. Οι λόγοι αυτοί έχουν προβληθεί από τον Καθ΄ ου η αίτηση 3 στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση του στην έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Κρίθηκαν ανεδαφικοί αφού θεωρήθηκε ότι ήσαν τοποθετημένα στο προνόμιο της Αιτήτριας. Η μαρτυρία του Μ.Α.2 επί του θέματος τούτου ήταν καταλυτική. Προτού δοθεί η οποιαδήποτε άδεια και το προνόμιο στην Αιτήτρια, καμιά άλλη άδεια δεν βάρυνε το ακίνητο. Ούτε ο Καθ΄ ου η αίτηση 3 παρουσίασε οποιαδήποτε άδεια χρήσεως ή δικαιώματος τοποθέτησης αντικειμένων ή χρήσης του ακινήτου επί του οποίου δόθηκε το προνόμιο της Ενάγουσας. Το Τεκμήριο 14 που παρουσίασε εξέφραζεν το παράπονο του για τη μη παραχώρηση σε αυτόν τέτοιου προνομίου και τέτοιας άδειας. Πρόσθετα, προεβλήθη με την παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσης του ότι: «Το διάταγμα είναι αδύνατο να εκτελεσθεί λόγω του τρόπου που είναι διατυπωμένο και συνταγμένο ήτοι το πρώτο σκέλος είναι απαγορευτικό και το δεύτερο προστακτικό, αφού αφενός το πρώτο σκέλος απαγορεύει στους εναγόμενους-καθ΄ ων η αίτηση να εισέρχονται στα επίδικα ακίνητα, αφ΄ ετέρου το δεύτερο σκέλος του διατάγματος καλεί τους εναγομένους-καθ΄ ων η αίτηση να μετακινήσουν και/ή μεταφέρουν αντικείμενα που βρίσκονται εντός των επίδικων ακινήτων, με συνεπακόλουθο να καθίσταται μη υλοποιήσιμο.» Το λεκτικό του επίδικου διατάγματος είναι απόλυτα σαφές. Απαγορεύεται η επέμβαση των Καθ΄ ων η αίτηση επί των συγκεκριμένων ακινήτων και προστάσσονται να μετακινήσουν τα αντικείμενα και μηχανήματα που τοποθετήθηκαν. Το ένα δεν αναιρεί αλλά ούτε εμποδίζει το άλλο. Εξάλλου, δεν παραπονείται ο Καθ΄ ου η αίτηση 3 ότι προσπάθησε να μετακινήσει τα αντικείμενα για να συμμορφωθεί με το διάταγμα και εμποδίσθηκε ή καταγγέλθηκε από την Ενάγουσα. Η σαφής του θέση και στάση ήταν πάντοτε ότι δικαιωματικά έχει τοποθετήσει και τοποθετεί τα μηχανήματα εκεί και η όλη του προσπάθεια ήταν να πλήξει το επίδικο διάταγμα προσφέροντας γεγονότα για τον προγενέστερο χρόνο της έκδοσης του. Ένα διάταγμα που όπως και ανωτέρω λέχθηκε, η ισχύς του δεν εθίγη με κανένα δικονομικό μέσο. Αντίθετα μάλιστα, η αίτηση για ακύρωση που κατέθεσαν οι Εναγόμενοι, αποσύρθηκε από τους ίδιους. Η ένοχη διάνοια (mens rea) ως προς το ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από τα όλα περιστατικά της υπόθεσης. Η κλασσική διατύπωση εμπεριέχεται στην υπόθεση Stanclombe v. Trowbridge UDV
(1910)2 Ch 190, ότι όπου διάταγμα απαγορεύει κάποια πράξη, η ίδια η εκτέλεση της πράξης αποτελεί την αναγκαία ένοχη διάνοια, και ".it is no answer to say that the act was not contumacious in the sense that, in doing it, there was no direct intention to disobey the order." Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύλογα καταλογίζεται ένοχη διάνοια (Μιχαηλίδης (ανωτέρω)). Η όλη αυτή θέση και στάση του Καθ΄ ου η αίτηση αποδεικνύει το ηθελημένο της επιδειχθείσας παρακοής αφού καμιά αδυναμία ή δυσκολία συμμόρφωσης προέταξε. Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη όλα όσα ανωτέρω καταγράφηκαν, οι Καθ΄ ων η αίτηση κρίνονται ένοχοι ηθελημένης παρακοής του επίδικου διατάγματος. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση παρακοής) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.