← Κύπρος

Mαρίας Στυλιανού ν. Βαλεντίνου Ονησιφόρου, Αρ. Αγ.: 3156/2010, 5/8/2016

Mαρίας Στυλιανού ν. Βαλεντίνου Ονησιφόρου, Αρ. Αγ.: 3156/2010, 5/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 3156/2010 Μεταξύ: Mαρίας Στυλιανού από τη Πάφο Ενάγουσας και Βαλεντίνου Ονησιφόρου από την Πάφο Εναγομένου ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 05/08/

  1. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Χ. Ζόππος. Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον του εναγομένου το ποσό των €10,000 πλέον νόμιμο τόκο από 05/08/2008 ως απώλεια εισοδημάτων από την απώλεια της χρήσης του επαγγελματικού της ταξί με αρ. εγγραφής ΤΚPT 121 για 32 μέρες. Iσχυρίζεται ότι το εν λόγω όχημα της είχε υποστεί ζημιές, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επισυνέβη στις 05/08/2008 στην Πάφο. Είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο επέδειξε αμέλεια και/ή παράβηκε τις νομικές του υποχρεώσεις κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΜΤ 071 και ότι ευθύνεται για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος. Ισχυρίζεται επίσης, ότι από το επίδικο δυστύχημα το εν λόγω όχημα της - ταξί υπέστη σοβαρές ζημιές ύψους €8.012 οι οποίες αποκαταστάθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου. Ένεκα των εν λόγω ζημιών όμως η ενάγουσα απώλεσε τη χρήση του οχήματος της από τις 05/08/2008 μέχρι τις 10/09/2008, περίοδος που χρειάστηκε για να επιδιορθωθεί, για την οποία απώλεσε εισοδήματα και/ή κέρδη ύψους €10,
  2. Είναι περαιτέρω θέση της ότι στις 10/09/2008 υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη απαιτήσεως προς την ασφαλιστική εταιρεία, αλλά αυτό έγινε ένεκα των ψευδών παραστάσεων, απάτης και δόλιων υποσχέσεων και/ή τεχνασμάτων αξιωματούχων και αντιπροσώπων της Ασφαλιστικής Εταιρείας Μινέρβα Λτδ, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτει στην Έκθεση Απαίτησης της. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της εν λόγω απόδειξης δεν είναι προϊόν της συναίνεσης της αλλά εξασφαλίστηκε κατόπιν υποσχέσεων από αξιωματούχο της ασφαλιστικής εταιρείας ότι θα την αποζημίωναν και για την απώλεια της χρήσης του εν λόγω οχήματος της προς €200 - €250 ημερησίως αλλά αντί αυτού της προσέφεραν το ποσό των €480 το οποίο αρνήθηκε να παραλάβει και/ή το επέστρεψε. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κωλύεται δια εγγράφου και/ή συμπεριφοράς να εγείρει την παρούσα αγωγή καθ' ότι στις 17/11/08 υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη απαιτήσεως και έλαβε το ποσό των €8,492 προς τελείαν εξόφληση κάθε απαίτησης εναντίον της MINEΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ και του ασφαλισμένου της εναγομένου σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη από το επίδικο δυστύχημα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι κατά τις 05/08/08 επεσυνέβη δυστύχημα μεταξύ του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΜΤ 071 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος και του οχήματος με αρ. εγγραφής ΤKPT 121 το οποίο οδηγούσε κάποιος Κωνσταντίνος Σαμανίδης αλλά αρνείται ότι αυτό επεσυνέβη ένεκα της αμέλειας και/ή παράβασης των απορρεόντων καθηκόντων του εναγομένου από το Νόμο και Κανονισμούς. Επίσης, ισχυρίζεται ότι για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος αποκλειστική και/ή συντρέχουσα ευθύνη φέρει η ενάγουσα και ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΤKPT 121 και παραθέτει λεπτομέρειες της αμέλειας τους. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί ψευδών παραστάσεων, απάτης, δόλου από τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της ασφαλιστικής του εταιρείας κατά την υπογραφή της εξοφλητικής απόδειξης και ισχυρίζεται ότι αυτοί είναι φανταστικοί, αβάσιμοι και καθοδηγούνται από αλλότρια κίνητρα και επιδιώξεις. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρνείται την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι η ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων είναι υπερβολική και/ή διογκωμένη και/ή αβάσιμη και/ή εκτός πραγματικότητας και/ή ανύπαρκτη. Αρνείται ότι δικαιούται τις θεραπείες που επιζητεί με την παρούσα αγωγή, ισχυρίζεται ότι αυτή είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, αστήριχτη και ανυπόστατη και ζητεί την απόρριψη της. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγομένου στην Έκθεση Υπεράσπισης του και ειδικότερα την πληρωμή προς την ενάγουσα του ποσού των €480 ή άλλου ποσού για απώλεια χρήσης του εν λόγω οχήματος της. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της ενάγουσας κατέθεσαν στο Δικαστήριο πέντε

(5)μάρτυρες, ο Α/Αστ. 2988 Μάριος Κρεμμάς (Μ.Ε.1), ο κ. Χριστάκης Γεωργίου (Μ.Ε.2), η ενάγουσα (Μ.Ε.3), ο κ. Μενέλαος Στεφάνου (Μ.Ε.4) και ο κ. Παρασκευάς Πουρίκου (Μ.Ε.5). Για λογαριασμό του εναγομένου κατέθεσε ο κ. Ευγένιος Γεωργίου (Μ.Υ.1), ο κ. Δημήτρης Ιωάννου (Μ.Ε.2), ο κ. Χρυσόστομος Χρυσοστόμου (Μ.Ε.3), η κα Μαρία Κλείτου (Μ.Υ.4) και ο κ. Αντώνης Ευριπίδου (Μ.Υ.5). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, έχω διεξέλθει και μελετήσει αυτή και δεν κρίνω αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτή. Θα γίνει αναφορά κατωτέρω στα κύρια σημεία αυτής κατά την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται(βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Ο Μ.Ε.1 ήταν ο αστυνομικός ο οποίος εξέτασε το επίδικο δυστύχημα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και ακολούθως συμμετρικό το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο και συνοπτική έκθεση για το επίδικο δυστύχημα την οποία ετοίμασε ο ίδιος ως τεκμήριο
  2. Σε αυτή αλλά και κατά την προφορική του μαρτυρία είπε ότι τα δύο οχήματα κινούνταν στην Λεωφόρο Χλώρακας με αντίθετη κατεύθυνση και σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος παρεξέκλινε της πορείας του και οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Όταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής TKPT 121, προφανώς, αντιλήφθηκε όταν θα επέρχετο σύγκρουση έκανε κίνηση αποφυγής προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του χωρίς όμως να αποφευχθεί η σύγκρουση, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν στο σημείο Χ που σημειώνει στο σχέδιο του και βρίσκεται σε απόσταση 80 εκατοστών από τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου, στην λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος με αρ. εγγραφής TKPT
  3. Όλα τα πιο πάνω που ο μάρτυρας ανάφερε σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα δεν μπορεί να γίνουν αποδεχτά και ούτε το Δικαστήριο μπορεί να δώσει βαρύτητα στις αναφορές του αυτές καθότι ο μάρτυρας δεν ήταν παρόν κατά την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος για να έχει προσωπική γνώση. Οι αναφορές του αυτές στηρίζονται στα όσα οι ενεχόμενοι οδηγοί του ανέφεραν, όπως είπε στο Δικαστήριο. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει στο Δικαστήριο ακριβώς τα όσα του είχαν αναφέρει ούτε είχε μαζί του τις γραπτές τους καταθέσεις. Το συμπέρασμα του αυτό βασίζεται στις αναφορές των ενεχόμενων οδηγών, αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, οι αναφορές τους δεν έχουν μεταφερθεί στο Δικαστήριο με τον ακριβή τρόπο ή με άλλο συγκεκριμένο τρόπο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα του εν λόγω συμπεράσματος του γι αυτό δεν θα δώσω βαρύτητα σε αυτό. Να σημειωθεί επίσης ότι ουδείς εκ των ενεχόμενων οδηγών προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν για τις συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος και ειδικότερα ο οδηγός του οχήματος της ενάγουσας χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, που ουσιαστικά αφορά τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε στα πλαίσια διερεύνησης του επίδικου δυστυχήματος και την πραγματική μαρτυρία που κατάθεσε, κρίνω ότι μπορώ να το αποδεχτώ. Ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο δυστύχημα, συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπής μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Eπίσης, έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267). Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός έδωσε στο Δικαστήριο εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα για να μπορεί να βασιστεί και να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και προέβηκε σε μετρήσεις οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν και καταγράφονται στο τεκμήριο
  1. Η πορεία επίσης των ενεχόμενων οχημάτων και η τελική θέση τους, την οποία ο μάρτυρας εντόπισε κατά την επίσκεψη του στη σκηνή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης ούτε και η αναφορά του μάρτυρα ότι τα οχήματα έφεραν ζημιές στο μπροστινό τους μέρος και συγκεκριμένα το όχημα με αρ. εγγραφής ΤKPT 121 στο μπροστινό αριστερό του μέρος. Όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης, ο μάρτυρας το τοποθετεί στην λωρίδα κυκλοφορίας του οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής TKPT 121 σε απόσταση 80 εκατοστά από το μέσω του δρόμου και τη διαχωριστική γραμμή. Ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο που κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης, λέγοντας ότι αυτό προέκυψε από την τελική θέση των δύο οχημάτων καθώς επίσης και από τον εντοπισμό στο σημείο κομματιών από γυαλιά και συντρίμμια. Δεν αμφισβητήθηκε η θέση του αυτή πέραν από κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις που έτυχε κατά την αντεξέταση του και θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ ως ορθό το σημείο σύγκρουσης και το αποδέχομαι. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, αποδέχομαι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, τις τελικές θέσεις των οχημάτων, τις πορείες τους, τις μετρήσεις που καταγράφονται σε αυτό και οτιδήποτε άλλο απεικονίζει και τις ζημιές που ο μάρτυρας ανάφερε ότι διαπίστωσε να φέρουν τα οχήματα, στο βαθμό που θυμόταν. Αναφορικά με τον τρόπο που τα δύο οχήματα οδηγούνταν ή οδηγήθηκαν αμέσως πριν από τη σύγκρουση και τις ενέργειες που έπραξαν οι ενεχόμενοι οδηγοί πριν από αυτή, δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στις θέσεις του μάρτυρα για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο σύζυγος της ενάγουσας και η μαρτυρία του ουσιαστικά επικεντρώθηκε στο να καταδείξει ότι αυτός και η σύζυγος του εξαπατήθηκαν από την ασφαλστική εταιρεία Μινέρβα στο να υπογράψουν την εξοφλητική απόδειξη. Η θέση του ήταν ότι έλαβαν διαβεβαιώσεις ότι θα αποζημιώνονταν και για την απώλεια χρήσης του εν λόγω οχήματος. Επίσης προέβαλε τη θέση ότι το εν λόγω όχημα είχε εισοδήματα της τάξης των €400 - €500 ημερησίως κατά την επίδικη περίοδο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επί του ουσιαστικού ζητήματος της αποζημίωσης για την απώλεια χρήσης του οχήματος τους, είναι γενική και ασαφής και σε ορισμένα σημεία αντιφατική και μη συνάδουσα με τη λογική, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω. Επίσης, σε κάποια σημεία της οι αναφορές του μάρτυρα αυτού δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας ενώ όπως έχει διαφανεί τα όσα αναφέρει ο μάρτυρας σχετίζονται με γεγονότα και κατ' ισχυρισμό υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις που έγιναν προς τον ίδιο και όχι προς την σύζυγο του. Σημαντικό στοιχείο το οποίο προέκυψε επίσης από τη μαρτυρία του είναι ότι το συγκεκριμένο όχημα - ταξί, ήταν μεν ιδιοκτησία της συζύγου του αλλά αυτό χρησιμοποιείτο από την εταιρεία Chris Taxi Services Ltd και τα εισοδήματα τα οποία απέφερε η χρήση του εν λόγω ταξί ήταν προς όφελος της εν λόγω εταιρείας. Αυτό προκύπτει από την αντεξέταση του μάρτυρα. Συγκεκριμένα, ρωτήθηκε και απάντησε επί αυτού ως ακολούθως: «Ερ.: Δηλαδή, τα εισοδήματα του ταξί δηλώνονταν στην εταιρεία ή στη σύζυγο σας; Απ.: Στην CHRIS TAXI SERVICES LTD.» Η σύζυγος του είπε ότι ήταν υπάλληλος στην εν λόγω εταιρεία και λάμβανε μηνιαίο μισθό. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των Μ.Υ.4 και
  2. Άρα η οποιαδήποτε απώλεια εισοδημάτων από τη μη χρήση του εν λόγω οχήματος θα πρέπει να αντανακλάται στην πιο πάνω εταιρεία και όχι στην ενάγουσα. Εισερχόμενος στα διάφορα ουσιαστικά μέρη της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, η θέση του για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα είναι γενική και βασίζεται στα όσα ο οδηγός του ταξί ανέφερε όταν ο ίδιος επισκέφθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος και δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή ή να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο οδηγός του ταξί δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει για τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος και να κριθεί η αξιοπιστία του, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Πέραν τούτου, τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της εξοφλητικής απόδειξης από την ενάγουσα είναι αντιφατικά και συγκρούονται με τους ισχυρισμούς που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης, παράγραφος 7Α. Ανέφερε ότι επειδή ο ίδιος επειγόταν να επιδιορθωθεί το όχημα τους λόγω του ότι ήταν περίοδος που είχε αυξημένη δουλειά επικοινώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα, μίλησε με τον κ. Ευγένιο, προφανώς με τον Μ.Υ.1 και τον καθησύχαζε ότι θα αποστείλει το συντομότερων δυνατό εκτιμητή για να εκτιμήσει τις ζημιές του οχήματος τους και θα τους αποζημιώσουν για κάθε ζημιά καθώς επίσης και για την απώλεια χρήσης του οχήματος σε ικανοποιητικό βαθμό. Μετά την υπογραφή της απόδειξης μίλησε ξανά με το πιο πάνω πρόσωπο και του είπε ότι θα λάμβαναν επιταγή για την απώλεια χρήσης μετά που θα πληρωνόταν ο ισιωτής και ότι αυτή θα ήταν ικανοποιητική. Κατά τον Νοέμβριο του 2008 τον ειδοποίησε και πήγε να πάρει την επιταγή για την απώλεια χρήσης και αυτή ανερχόταν στο ποσό των €480 τα οποία ήταν πολύ λίγα και του είπε να πάρει τα λογιστικά του βιβλία για να δουν τα εισοδήματα του. Όταν τα πήρε του είπε ότι έχει δίκαιο και τον ώθησε να πάνε δικαστικά για να πάρει τα χρήματα που θέλει κάτι που έπραξε. Παρά την πιο πάνω τελευταία του θέση, αμέσως μετά σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του είπε ότι του είπε ότι αν πάει δικαστικά η υπόθεση θα ολοκληρωθεί σε 5 - 6 χρόνια και τα χρήματα που θα πάρει θα τα πάρει ο δικηγόρος του. Η θέση του αυτή δεν συνάδει με την πιο πάνω που ανάφερε. Προβάλει τη θέση ότι τον ώθησε το πιο πάνω πρόσωπο να προχωρήσει δικαστικά διότι είχε δίκαιο και από την άλλη ότι του είπε ότι αν πάει δικαστικά, ουσιαστικά δεν θα πάρει τίποτε διότι τα χρήματα θα τα πάρει ο δικηγόρος του. Εν πάσει περιπτώσει το κατά πόσο του είπε τα πιο πάνω ή όχι δεν είναι το σημαντικό από τη μαρτυρία του. Το σημαντικό είναι ότι ο μάρτυρας μιλά για διαβεβαιώσεις που έλαβε από το πιο πάνω πρόσωπο ότι η αποζημίωση που θα λάμβανε για την απώλεια χρήσης θα ήταν ικανοποιητική χωρίς να αναφέρεται σε οποιαδήποτε συμφωνία ή παράσταση για συγκεκριμένο ποσό. Στην παράγραφο 7 Δ ii) η ενάγουσα δικογραφεί ότι τους αναφέρθηκε ότι θα αποζημιωνόταν με το ποσό των €200 - €250 ημερησίως. Πιο κάτω σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε γενικά ότι τον διαβεβαίωναν ότι θα λάμβανε το ποσό των €200 - €250 ημερησίως για την απώλεια της χρήσης του οχήματος του. Ποιοι όμως τον διαβεβαίωναν για το πιο πάνω ποσό δεν ανάφερε. Ισχυρίζεται η ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της (βλ. παράγραφο 7 Δ (vi)) ότι αξιωματούχος της ασφαλιστικής εταιρείας του εναγομένου τη διαβεβαίωνε ότι οι όροι που αναφέρονται στην εξοφλητική απόδειξη ήταν τυπικοί και δεν θα επηρέαζαν την συμφωνία τους για πλήρη και ικανοποιητική αποζημίωση για την απώλεια χρήσης του ταξί. Ο μάρτυρας αυτός ουδέποτε κατά τη μαρτυρία του έκανε αναφορά για μια τέτοια διαβεβαίωση από οποιονδήποτε αξιωματούχο της ασφαλιστικής εταιρείας. Αντιθέτως, στην μαρτυρία του είπε ότι την απόδειξη την έφερε και την υπέγραψε η σύζυγος του ο ισιωτής του οχήματος και ότι είναι αυτός που τον καθησύχαζε ότι αυτή αφορούσε μόνο τα έξοδα επιδιόρθωσης του οχήματος και ότι για την απώλεια χρήσης θα λάμβανε άλλη επιταγή από την ασφάλεια. Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γεγονός ότι θεώρησε ότι η απόδειξη αυτή ήταν μόνο για τα έξοδα του ισιωτή αναφέρθηκε σε άλλο δυστύχημα που είχε και ότι υπέγραψε δύο αποδείξεις, μια για τα έξοδα του ισιωτή και μια για την απώλεια χρήσης. Παρόλα αυτά δεν παρουσίασε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο γι αυτή του τη θέση, ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του ενεχόμενου οχήματος και ποιος αποζημιώθηκε για την απώλεια χρήσης και κατά πόσο ήταν το ίδιο άτομο και γι αυτό το σκοπό εκδόθηκαν δύο αποδείξεις. Δεν έχει προκύψει και ούτε ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι κατά την ώρα υπογραφής της εξοφλητικής απόδειξης παρόντες ήταν αξιωματούχοι της ασφαλιστικής εταιρείας ή ότι επικοινώνησε με οποιονδήποτε από αυτούς ή εκπρόσωπο τους και ότι τον διαβεβαίωσαν ότι η απόδειξη αυτή αφορούσε μόνον τις ζημιές του οχήματος. Η θέση ότι ο ισιωτής προέβηκε σε μια τέτοια διαβεβαίωση, ακόμη και να την αποδεχτώ, αυτός δεν έχει καταδειχθεί ότι εκπροσωπούσε την ασφαλιστική εταιρεία παρά το ότι σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του, αφέθηκε να εννοηθεί και αυτό. Να σημειωθεί ότι ο εν λόγω ισιωτής ήταν επιλογή του μάρτυρα και της ενάγουσας αφού συνεργάζονται για χρόνια. Αξιοσημείωτο από τη μαρτυρία του είναι και το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο ταξί είχε εισοδήματα της τάξης των €400 ημερησίως κατά τη μαρτυρία του αναφέρει ότι οι υποσχέσεις που έλαβε ήταν ότι θα αποζημιωνόταν για €200 - €250 ημερησίως. Το πώς προέκυψε αυτό το ποσό όμως που κατ' ισχυρισμό είχε συμφωνήσει ή τον διαβεβαίωνε η ασφαλιστική εταιρεία δεν επεξηγεί. Ούτε φαίνεται ο ίδιος κατά τον χρόνο που ισχυρίστηκε ότι πήρε τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις να γνώριζε πόσα έσοδα είχε το συγκεκριμένο όχημα ημερησίως. Χαρακτηριστική είναι απάντηση του σε ερώτηση αναφορικά με το ποσό που αναφέρει ότι τον διαβεβαίωσαν όταν θα έπαιρνε. Είπε ότι όταν πήρε τα βιβλία από το λογιστή του, τότε διαπίστωσε ότι τα έσοδα του συγκεκριμένου οχήματος ήταν περίπου €10,000 για την περίοδο που δεν εργαζόταν. Αφού ο ίδιος δεν γνώριζε πόσα ήταν τα έσοδα του οχήματος και προφανώς δεν παρουσίασε οτιδήποτε στην ασφαλιστική εταιρεία, πώς προκύπτει η τελευταία μέσω των αξιωματούχων της να υποσχέθηκε να του καταβάλει €200 - €250 ημερησίως. Και αν υπήρχε τέτοια διαβεβαίωση και συμφωνία τότε γιατί δεν καθορίστηκε συγκεκριμένο ποσό και αυτό, με βάση τις αναφορές του μάρτυρα, ήταν κυμαινόμενο μεταξύ €200 - €250 ημερησίως. Επανεξεταζόμενος, είπε ότι αν αποζημιωνόταν για το πιο πάνω ποσό θα ήταν ικανοποιημένος. Άλλο όμως είναι τί θα θεωρούσε ο ίδιος ικανοποιητικό ποσό και άλλο να ισχυρίζεται ότι είναι αυτό που συμφωνήθηκε ή έλαβε διαβεβαιώσεις ότι θα λάμβανε. Το ουσιαστικό όμως είναι ότι κατά την υπογραφή της επίδικης απόδειξης, την οποία η ενάγουσα υπέγραψε αφού διάβασε προσεκτικά σύμφωνα με το μάρτυρα, ουδεμία παράσταση έγινε από οποιοδήποτε εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας. Τα όσα ο μάρτυρας επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, εκτός του ότι είναι ατεκμηρίωτα, γενικά και αόριστα, δεν καταδεικνύουν ότι επηρέασαν την ενάγουσα κατά την υπογραφή της εξοφλητικής απόδειξης, ούτε ότι ο μάρτυρας αυτός της ανέφερε οτιδήποτε. Ο μάρτυρας πουθενά δεν είπε ότι μετέφερε στην ενάγουσα όλα τα πιο πάνω και γι αυτό υπέγραψε. Αναφερόταν σε κατ' ισχυρισμό παραστάσεις που ο ίδιος λάμβανε από την ασφαλιστική εταιρεία όπως που να είναι ο ίδιος που απαιτεί αυτό το ποσό. Όσον αφορά τη θέση του για τα έσοδα του συγκεκριμένου οχήματος, πέραν από κάποιες γενικές αναφορές, δεν ήταν σε θέση να τα τεκμηριώσει με την απαραίτητη βεβαιότητα και δεν μπορώ να την αποδεχτώ. Είπε ότι ήταν καλοκαιρινή περίοδος με αυξημένη εργασία, θέση την οποία μπορώ να αποδεχτώ αφού δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και ότι το εν λόγω όχημα είχε εισοδήματα της τάξης των €200 - €250 την κάθε βάρδια και ότι εργαζόταν δύο βάρδιες την ημέρα. Επίσης, είπε ότι το εν λόγω όχημα είχε €100 την ημέρα έξοδα βενζίνης και κάθε δύο μήνες χρειαζόταν αλλαγή των φρένων ενώ κάθε μήνα γινόταν αλλαγή του λαδιού της μηχανής με κόστος €
  3. Αντεξεταζόμενος φάνηκε να μην μπορεί με ακρίβεια να καθορίσει τα πιο πάνω έξοδα του εν λόγω οχήματος που ανάφερε ούτε και τα έσοδα του όπως αρχικά είχε αναφέρει. Για τα έσοδα είπε ότι αυτά τα διαπίστωσε όταν πήρε το βιβλίο εισπράξεων στον λογιστή του για να του τα βγάλει αναλυτικά. Παρά την πιο πάνω αναφορά του όμως ο ίδιος δεν κατάθεσε το εν λόγω βιβλίο στο Δικαστήριο ούτε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία με βάση τα οποία να αποδεικνύονται τα ισχυριζόμενα έσοδα που είχε το εν λόγω όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, παρόλο που ανάφερε ότι αυτός ήταν ο επιχειρηματίας ο οποίος δραστηριοποιείτο με την πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία και είχε δύο οχήματα ταξί και τρία μικρά λεωφορεία (mini bus) δεν παρουσίασε και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει τα εισοδήματα της εταιρείας του από την χρήση των λόγω οχημάτων, μεταξύ αυτών και το επίδικου οχήματος. Η μόνη αναφορά του ότι το επίδικο όχημα είχε εισοδήματα της τάξης των €400 - €500 μηνιαίως δεν είναι αρκετή και ούτε το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει την ορθότητα της θέσης του αυτής, ως εκ τούτου δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στα πιο πάνω που ανάφερε (βλ. Demetrios Emmanuel and Another v. Andronicos Nikolaou and Another
(1977)1 C.L.R. 15). Θα πρέπει να τονιστεί όμως ότι από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, η οποία υιοθετήθηκε από την υπεράσπιση αλλά και από άλλη αναντίλεκτη μαρτυρία, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι τα όποια εισοδήματα ενδεχομένως να είχε το εν λόγω ταξί, ήταν της εταιρείας και όχι της ενάγουσας η οποία ήταν υπάλληλος αυτής με μηνιαίο μισθό όπως θα διαφανεί και κατωτέρω από τη μαρτυρία των Μ.Υ.4 και
  1. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, εκτός των όσων αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων ή παρέμειναν αναντίλεκτα, δεν συγκρούονται με άλλη μαρτυρία αλλά υποστηρίζονται και από άλλη μαρτυρία και κρίνω ότι μπορώ να τα αποδεκτώ, δεν μπορώ να αποδεκτώ το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και ως εκ τούτου αυτό απορρίπτεται. Ουσιαστικά δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ότι υπήρξαν διαβεβαιώσεις από την ασφαλιστική εταιρεία ότι αυτή θα τον αποζημίωνε με το ποσό των €200 - €250 ημερησίως για την απώλεια της χρήσης του εν λόγω οχήματος και ότι η ενάγουσα παραπλανήθηκε από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία στο να υπογράψει την εξοφλητική απόδειξη. Ο Μ.Ε.3 ήταν η ενάγουσα και ουσιαστικά επικεντρώθηκε στο ότι η ίδια παραπλανήθηκε στο να υπογράψει την εξοφλητική απόδειξη και ότι διεκδικεί το ποσό των €10,000 ως απώλεια εισοδημάτων που είχε η ίδια από τη μη χρήση του οχήματος της. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να επισημανθεί ότι και από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής προκύπτει ότι, ναι μεν η ίδια ήταν συνιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου οχήματος, αλλά η ίδια ουδέποτε απώλεσε τα αξιούμενα εισοδήματα τα οποία απέφερε το εν λόγω ταξί. Η ίδια ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος στην εταιρεία Chris Taxi Services Ltd η οποία εταιρεία χρησιμοποιούσε το εν λόγω ταξί. Η ίδια ανάφερε ότι είχε μηνιαίο εισόδημα €
  2. Διερωτώμαι πώς είναι δυνατό ένα άτομο με μηνιαία εισοδήματα της πιο πάνω τάξης, παράλληλα να έχει απώλεια εισοδημάτων της τάξης των €10,000 για απώλεια της χρήσης του οχήματος της για περίοδο 32 ημερών όπως ισχυρίζεται. Προσπάθησε να καταδείξει και να ισχυριστεί ότι η ίδια απώλεσε τα ισχυριζόμενα εισοδήματα και ότι η ίδια οδηγούσε το επίδικο ταξί χωρίς όμως να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν τα εισοδήματα της και πώς αυτά επηρεάστηκαν ή μειώθηκαν κατά το χρόνο που αυτό βρισκόταν στο γκαράζ για επιδιόρθωση. Αντιθέτως, η ίδια ανάφερε ότι ήταν υπάλληλος της πιο πάνω εταιρείας, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία των Μ.Υ.4 και
  3. Επίσης, στην προσπάθεια της να καταδείξει τα εισοδήματα που είχε το επίδικο ταξί, φάνηκε η ίδια να μην τα γνώριζε αυτά και παράπεμπε στα βιβλία που παρουσίασε ο σύζυγος της στην ασφαλιστική εταιρεία, προφανώς αυτά της εταιρείας. Πέραν τούτου, η μαρτυρία της για το ότι παραπλανήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου στο να υπογράψει την εξοφλητική απόδειξη και/ή ότι αυτό έγινε κατόπιν δόλου και/ή απάτης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι πέραν της γενικότητας της είναι και αντιφατική και μη επαρκώς τεκμηριωμένη. Να επισημανθεί ότι στην περίπτωση που ο ενάγοντας επικαλείται δόλο και/ή απάτη, πέραν των λεπτομερειών αυτών που θα πρέπει να παραθέτει στο δικόγραφο του, έχει και το βάρος να αποδείξει τις εν λόγω λεπτομέρειες ή μερικές από αυτές με αυστηρότητα (βλ. Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. v. Αllocay Holdings Ltd κ.α
(2010)1 Γ Α.Α.Δ. 1523). Η θέση που πρόβαλε ήταν ότι την εξοφλητική απόδειξη της την πήρε στις 10/09/2008 ο ισιωτής όταν της παρέδωσε το αυτοκίνητο και την υπέγραψε αφού είχε γράψει τα στοιχεία της, χωρίς αυτή να αναγράφει οποιοδήποτε ποσό και αφού είχε διαβεβαιώσεις από την ασφαλιστική εταιρεία ότι θα τους αποζημίωνε για το ποσό των €200 - €250 ημερησίως για την απώλεια χρήσης του οχήματος της. Αποδέχομαι τον τρόπο που η ίδια υπέγραψε την εν λόγω απόδειξη και την ημερομηνία όταν αυτό έλαβε χώρα, αφού η θέση της αυτή υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.5, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί και ούτε έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση της ότι προτού το πράξει είχε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις από την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου και ειδικότερα ότι θα της κατέβαλλε το ποσό των €200 - €250 ημερησίως για την απώλεια χρήσης του οχήματος της. Πουθενά από τη μαρτυρία της δεν προκύπτει ότι η ίδια έλαβε διαβεβαιώσεις από την ασφαλιστική εταιρεία ότι θα λάμβανε το πιο πάνω ποσό ημερησίως ως απώλεια. Η ίδια αμέσως μετά την προβολή της πιο πάνω θέσης της κατά την κυρίως της εξέταση είπε ότι πείστηκε και θεώρησε ότι η αποζημίωση που θα λάμβανε θα ήταν πλήρης και ικανοποιητική. Είπε ότι είχαν συμφωνήσει με αξιωματούχο της ασφαλιστικής εταιρείας ότι θα λάμβανε το πιο πάνω ποσό. Δεν αναφέρει με ποιόν όμως συμφώνησε και φαίνεται να παραπέμπει στα όσα κατ' ισχυρισμό διαμείφθηκαν με το σύζυγο της, η μαρτυρία του οποίου αξιολογήθηκε ανωτέρω. Προσπάθησε να καταδείξει την απώλεια εισοδημάτων που είχε το εν λόγω όχημα ενώ αυτό δεν εργαζόταν και ανέφερε ότι έβγαζε €200 - €250 τη κάθε βάρδια και ότι εργαζόταν δύο βάρδιες ημερησίως χωρίς όμως να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Παρά τα πιο πάνω, είπε ότι αν την αποζημίωναν για το ποσό των €6000 - €8000 θα ήταν ικανοποιημένη. Ερωτούμενη να εξηγήσει τη θέση της αυτή, είπε ότι κατά αυτόν τον τρόπο θα ήταν ευχαριστημένη και η ασφαλιστική εταιρεία η οποία δεν θα ζημίωνε. Επίσης, είπε ότι αν ζητούσαν όλο το ποσό δεν θα συμφωνούσε η ασφάλεια και προτίμησαν να συμφωνήσουν το πιο πάνω ποσό παρά να μην πάρουν τίποτε. Όλα τα πιο πάνω, είναι γενικότητες και εικασίες της μάρτυρος χωρίς να έχει καταδειχθεί ότι πράγματι ο οποιοσδήποτε αξιωματούχος της ασφαλιστικής εταιρείας είχε υποσχεθεί κάτι τέτοιο αφού δεν προκύπτει να ήταν και λογικό να γίνει χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία και τρείς μέρες μετά το δυστύχημα, όπως είπε. Επικαλείται τα όσα κατ' ισχυρισμό διαμείφθηκαν μεταξύ του συζύγου της και της ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς η ίδια να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή. Επίσης, προσπάθησε να καταδείξει ότι ο σύζυγος της συμφώνησε τηλεφωνικά για το πιο πάνω ποσό 3 μέρες μετά το δυστύχημα χωρίς όμως να παρουσιαστούν οποιαδήποτε στοιχεία. Ερωτούμενη να πει πως γίνεται αυτό, είπε ότι όταν του ζητήθηκαν πήρε τα λογιστικά βιβλία. Αυτό όμως, σύμφωνα με τη θέση της αλλά και αυτή του Μ.Ε.2 έγινε πολύ μεταγενέστερα, δηλαδή περί τον Νοέμβριο του
  1. Ήταν η θέση της ότι όταν διάβασε την απόδειξη, πριν την υπογράψει ρώτησε τον ισιωτή και τη διαβεβαίωσε ότι αυτή αφορούσε μόνο τη ζημιά του οχήματος και όχι για την απώλεια εισοδήματος. Αυτό ήταν ουσιαστικά που πρόβαλε η μάρτυρας αυτή και ότι η μόνη παράσταση που της έγινε πριν υπογράψει ήταν από το πιο πάνω πρόσωπο, το οποίο δεν μπορεί να συνδεθεί με την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου, ούτε να θεωρηθεί και ότι αυτός ήταν εκπρόσωπος της. Ερωτούμενη να πει γιατί δεν επικοινώνησε με τον κ. Ευγένιο και να τον ρωτήσει πριν να υπογράψει, αναφέρει ότι ήταν η ώρα 20:00 και αφού τη διαβεβαίωσε ο ισιωτής ότι ήταν μόνο για να πληρωθεί ο ίδιος, τότε υπέγραψε. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει οποιεσδήποτε από τις λεπτομέρειες δόλου ή ψευδών παραστάσεων ή απάτης που δικογραφεί στην Έκθεση Απαίτησης της και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ίδια δεν επικοινώνησε με οποιοδήποτε και τα ανέλαβε όλα ο σύζυγος της. Εν όψει των πιο πάνω και του υπόλοιπου περιεχομένου της μαρτυρίας της, η θέση της ότι υπέγραψε την επίδικη εξοφλητική απόδειξη αφού ξεγελάστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία η οποία συμφώνησε να της καταβάλει το ποσό των €200 - €250 μηνιαίως δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και απορρίπτεται. Ούτε η θέση της για τον τρόπο που έγινε το επίδικο δυστύχημα γίνεται αποδεχτή αφού πρόκειται περί εξ΄ ακοής μαρτυρία, η ίδια δεν είχε γνώση γι αυτό και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση που εξέφρασε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της αυτή απορρίπτεται πλην του μέρους που υιοθετήθηκε από την υπεράσπιση και αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων καθώς και αυτό το οποίο υποστηρίζεται από άλλη αποδεχτή μαρτυρία και ειδικότερα του Μ.Ε.5 σε σχέση με το χρόνο και τρόπο που η ενάγουσα υπέγραψε την εξοφλητική απόδειξη. Ο Μ.Ε.4 κατέθεσε ως ο λογιστής της ενάγουσας και της εταιρείας Chris Taxi Services Ltd με σκοπό να καταδείξει τα εισοδήματα που απέφερε σε αυτήν το ενεχόμενο στο δυστύχημα ταξί. Κατάθεσε στο Δικαστήριο πίνακα τον οποίο ετοίμασε στον οποίον φαίνονται τα εισοδήματα του εν λόγω ταξί ανά ημέρα για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2007 (βλ. τεκμήριο 5) και αντίστοιχο πίνακα για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2006 (βλ. τεκμήριο 6). Είναι προφανές ότι ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε κατά πόσο το συγκεκριμένο ταξί είχε αυτά τα έσοδα κατά τους χρόνους που αναφέρονται στα τεκμήρια 5 και 6 και ότι απώτερος σκοπός του ήταν να βοηθήσει την πλευρά της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του κατά το τέλος της αντεξέτασης του ότι τα όσα περιλαμβάνουν στα τεκμήρια 5 και 6 είναι όσα η ενάγουσα και ο σύζυγος της του είπαν. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι τέτοιες καταστάσεις δεν ετοιμάζονται από τον μάρτυρα κατά τη συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας και της εταιρείας αλλά και για σκοπούς Φ.Π.Α. και ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το συνολικό ποσό και όχι επιμέρους και μάλιστα αναλυτικά ποσά που απέφερε κάθε ταξί. Επομένως, ποιος ο λόγος το τεκμήριο 6 να ετοιμάστηκε από τον μάρτυρα περί το τέλος του 2009 όπως είπε; Εν πάσει περιπτώσει κάτι τέτοιο δεν επεξηγήθηκε. Είναι προφανές ότι ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις καθ' υπόδειξη της ενάγουσας και του συζύγου της με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή που προώθησαν με την παρούσα αγωγή αναφορικά με τα εισοδήματα του συγκεκριμένου οχήματος. Ο ίδιος σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του παραδέχτηκε ότι τα τεκμήρια 5 και 6 τα ετοίμασε για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης καθότι δεν τηρεί τέτοιες αναλυτικές καταστάσεις. Επίσης, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως προκύπτουν τα ποσά τα οποία αναφέρει στα τεκμήρια 5 και
  2. Αυτά είπε προκύπτουν από αποδείξεις που του προσκόμισε ο πελάτης και από τα στοιχεία που κατείχε και από αρχείο στο οποίο τα σημείωνε. Παρά ταύτα, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε τέτοια στοιχεία που να δικαιολογούν τα όσα ο μάρτυρας καταγράφει στα πιο πάνω τεκμήρια. Σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του επίσης, ανέφερε ότι τα ποσά στο τεκμήριο 6 είναι κατά κάποιο τρόπο βασισμένα σε αυτά του τεκμηρίου 5 που αφορούσαν την προηγούμενη χρονιά, δηλαδή το 2007 για να πει αμέσως μετά ότι δεν είναι βασισμένα σε αυτά αλλά σε συγκεκριμένα ποσά που του είχε δώσει ο πελάτης. Τέτοια στοιχεία δεν έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο όμως είτε από το μάρτυρα αυτό είτε από την ενάγουσα ή τον σύζυγο της. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι τα όσα καταγράφονται στους πίνακες αφορούν μικτά εισοδήματα ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι στους πίνακες προκύπτουν και τα έξοδα ανά ημέρα τα οποία ήταν €100 - €120 χωρίς κάτι τέτοιο να φαίνεται στους εν λόγω πίνακες και ούτε να επεξηγείται περαιτέρω η εν λόγω του θέση. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε κατά πόσο τα εισοδήματα αυτά δηλώθηκαν στο Φόρο Εισοδήματος είτε από την ενάγουσα είτε από την εταιρεία. Δεν γνώριζε σε ποιο άνηκε το ταξί ούτε κατά πόσο τα έσοδα αυτά λαμβάνονταν υπόψη για λογαριασμό της εταιρείας ή της ενάγουσας. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο στο οποίο ο μάρτυρας αυτός έκανε αναφορά είναι ότι αυτό τον ενδιέφερε το σύνολο του ποσού που θα δηλωνόταν στο Φόρο το οποίο του έλεγε ο πελάτης αλλά μπορούσε να ελεχθεί και με καθιερωμένες πρακτικές. Ανέφερε ότι ελέγχονται οι καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών και τα έσοδα που θα δηλώνονται δεν θα πρέπει να έχουν μεγάλη απόκλιση. Ούτε κάτι τέτοιο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε να αποδεικνύονται τέτοια έσοδα από το συγκεκριμένο όχημα. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 5 και
  3. Κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε που να επεξηγεί και να δικαιολογεί πώς προκύπτουν τα αναγραφόμενα σε αυτά ποσά. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις καθ' υπόδειξη της ενάγουσας και του συζύγου της με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή τους στο Δικαστήριο χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει κατά πόσο τα όσα αναγράφει σε αυτά είναι ορθά και ούτε να μπορούσε να τα δικαιολογήσει. Η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.5 ήταν ο ισιωτής ο οποίος επιδιόρθωσε το επίδικο όχημα της ενάγουσας και κατάθεσε στο Δικαστήριο βεβαίωση την οποία ετοίμασε που βεβαιώνει ότι το εν λόγω όχημα βρισκόταν στο γκαράζ του από τις 05/08/2008 που έγινε το δυστύχημα μέχρι τις 10/09/2008 που το παράδωσε στην ενάγουσα. Εξήγησε επίσης τις περιστάσεις και τον τρόπο που υπογράφτηκε από την ενάγουσα η εξοφλητική απόδειξη, τεκμήριο
  4. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός γενικά είπε την αλήθεια και τα γεγονότα τα οποία ο ίδιος γνώριζε στο βαθμό που τα θυμόταν. Επί του ουσιαστικού ζητήματος που αφορά την υπογραφή του τεκμηρίου 4, ο μάρτυρας είπε ότι αυτή δόθηκε από τον ίδιο στην ενάγουσα για να την υπογράψει. Εξήγησε ότι τέτοια έντυπα έχει στο γραφείο του από όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες και ότι στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν τραυματισμοί, για να πληρωθεί από την ασφάλεια ο ίδιος θα πρέπει ο πελάτης να υπογράψει το εν λόγω έντυπο διαφορετικά δεν του παραδίδει το αυτοκίνητο. Αν δεν το υπογράψει τότε θα πρέπει να το πληρώσει ο ίδιος ο πελάτης και να προχωρήσει δικαστικά να διεκδικήσει το εν λόγω ποσό. Η ενάγουσα υπέγραψε το τεκμήριο 4 στην παρουσία του αφού πρώτα το διάβασε και συμπλήρωσε τα στοιχεία της. Δεν αναγραφόταν σε αυτό το ποσό. Ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας καθώς επίσης και ο οδηγός του εν λόγω οχήματος κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Ερωτούμενος να πει κατά πόσο τον ρώτησε κάτι πριν υπογράψει, είπε ότι η ενάγουσα τον ρώτησε τί υπογράφει και της είπε ότι υπογραφεί για να πληρωθεί το αυτοκίνητο από την ασφαλιστική εταιρεία και ότι δεν υπάρχουν τραυματισμοί. Αυτόν δεν τον αφορούσε οτιδήποτε άλλο και ότι για τυχόν αποζημιώσεις για την απώλεια της χρήσης του οχήματος, αυτό ήταν θέμα της ασφαλιστικής εταιρείας. Επί της πιο πάνω μαρτυρίας και του θέματος των συνθηκών υπογραφής της εξοφλητικής απόδειξης και του περιεχομένου αυτής κατά την υπογραφή της, ο μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης και ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του αυτή. Περαιτέρω, δεν έχει προσκομιστεί άλλη μαρτυρία επί του θέματος αυτού από την υπεράσπιση που να υποστηρίζει κάτι το διαφορετικό και ως εκ τούτου θεωρώ ότι μπορώ να την αποδεχτώ και την αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αντεξετάστηκε για τον χρόνο που χρειάστηκε να επιδιορθωθεί το εν λόγω όχημα και τα εξαρτήματα που τοποθέτησε σε αυτό και κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στον εντοπισμό τους και ουσιαστικά για να καταδειχθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην επιδιόρθωση του οχήματος. Έχω λάβει υπόψη μου το μέρος αυτό της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αλλά δεν έχει διαπιστωθεί ούτε τεκμηριώνεται με τα λεγόμενα του καθυστέρηση στην επιδιόρθωση του εν λόγω οχήματος. Δεν έχει επίσης προσφερθεί και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης σε σχέση με τις ζημιές που έφερε το επίδικο όχημα και το χρόνο που απαιτείται για μια τέτοια επιδιόρθωση του. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι από το 2004 εργάζεται στην ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα και μέχρι το 2012 ήταν στο Τμήμα Ανάπτυξης της εταιρείας στην Πάφο. Από το 2012 και μετά είναι Διευθυντής στην Πάφο. Εκείνο που ουσιαστικά ανάφερε κατά την κυρίως του εξέταση είναι ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την παρούσα υπόθεση και ότι δεν θυμάται να είχε οποιαδήποτε επικοινωνία είτε με την ενάγουσα, είτε με το σύζυγο της. Το τεκμήριο 4 ουδέποτε το είδε και αρνήθηκε ότι υποσχέθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία θα κατάβαλλε στην ενάγουσα το ποσό των €200 - €250 ημερησίως για την απώλεια της χρήσης του οχήματος - ταξί της λέγοντας ότι το ζήτημα αυτό δεν ήταν στη δική του αρμοδιότητα. Επίσης, δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για τους χειρισμούς που έγιναν σε αυτή την υπόθεση. Ο μάρτυρας αυτός φάνηκε να μην είχε οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση παρά τις υποβολές της υπεράσπισης. Επίσης, ήταν κατηγορηματικός ότι ο ίδιος ουδέποτε υποσχέθηκε οτιδήποτε προς τον σύζυγο της ενάγουσας σχετικά με αποζημίωση για την απώλεια χρήσης του συγκεκριμένου οχήματος, όπως του υποβλήθηκε. Άλλωστε η θέση της ενάγουσας προς το μάρτυρα ήταν ότι επειδή ο σύζυγος της τον γνώριζε, αυτός επέδειξε εμπιστοσύνη. Το κατά πόσο ο σύζυγος της ενάγουσας επέδειξε εμπιστοσύνη είναι ένα και άλλο είναι ότι έγιναν παραστάσεις προς αυτήν για να υπογράψει το τεκμήριο 4 και ότι υπήρχε συμφωνία για καταβολή συγκεκριμένου ποσού ως αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του οχήματος της ενάγουσας, όπως δικογραφείται. Περαιτέρω, ανάφερε ότι πιθανόν κάποιος άλλος υπάλληλος της εταιρείας να κάλεσε τον σύζυγο της ενάγουσας για να πάρει επιταγή αλλά ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με αυτή την υπόθεση. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό και θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τη βασική και ουσιαστική θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε υποσχέθηκε οτιδήποτε προς το σύζυγο της ενάγουσας σχετικά με την καταβολή συγκεκριμένου ποσού αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης του εν λόγω οχήματος. Ο ίδιος έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το λόγο που δεν θα μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο και θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του. Δεν έχω διαπιστώσει καθοιονδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του η αξιοπιστία του να κλονίστηκε σε αυτό το ουσιώδες ζήτημα και ούτε του έχουν υποβληθεί συγκεκριμένες ημερομηνίες και λεπτομέρειες για κάτι τέτοιο. Παρά το ότι φάνηκε σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του να τηρεί αποστάσεις από την παρούσα υπόθεση και να μην θυμόταν, εντούτοις δεν έχει προκύψει ο ίδιος να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αποστολή του τεκμηρίου 4 προς το δικηγόρο της ενάγουσας πολύ μεταγενέστερα για σκοπούς της παρούσας αγωγής, δεν είναι ουσιώδες στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του επί του βασικού ζητήματος. Θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, στο βαθμό που αυτή είναι βοηθητική για την παρούσα υπόθεση και ουσιαστικά στο γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε υποσχέθηκε οτιδήποτε στον οποιονδήποτε και αποδέχομαι τη θέση του αυτή. Ο Μ.Υ.2 ουσιαστικά προσήλθε στο Δικαστήριο, υπό την ιδιότητα του ως λειτουργός του Φ.Π.Α. για να πει ότι η ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη στην υπηρεσία τους από τις 07/08/2006 μέχρι 31/08/2007 καταθέτοντας σχετική Βεβαίωση (βλ. τεκμήριο 8). Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο η ενάγουσα εργαζόταν μετά τις 31/08/2007 ή αν είχε άλλα εισοδήματα χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ούτε αυτή αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Την αποδέχομαι. Ο Μ.Υ.3 προσήλθε στο Δικαστήριο ως υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρείας Μινέρβα με σκοπό να καταθέσει το πρωτότυπο της εξοφλητικής απόδειξης (βλ. τεκμήριο 4Α) . Η μαρτυρία περιορίστηκε σε αυτό το ζήτημα μόνο αφού ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για την παρούσα υπόθεση. Την αποδέχομαι. Η Μ.Υ.4 κατάθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα της ως Επιθεωρητής του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην Πάφο και κατάθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση σε σχέση με τις εργοδοτήσεις της ενάγουσας ως τεκμήριο 9Α, κατάσταση σε σχέση με τις ετήσιες απολαβές της ως τεκμήριο 9Β και κατάσταση με τις ασφαλιστέες αποδοχές της ως τεκμήριο 9Γ, τις οποίες επεξήγησε στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση της δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω στοιχεία και αυτή είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα. Αναφορικά με τα εισοδήματα που μπορεί να έχει ένα ταξί, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και ότι ουσιαστικά η ενάγουσα για την περίοδο μεταξύ 01/07/2005 με 28/02/2010 ήταν δηλωμένη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως εργοδοτούμενη της εταιρείας CHRIS TAXI SERVICES LTD. Οι ασφαλιστέες αποδοχές της για το έτος 2008 ανέρχονταν σε €7,531 ενώ για το ίδιο έτος οι μηνιαίες ασφαλιστέες αποδοχές της ήταν €683 για τους μήνες μεταξύ 01ον/2008 μέχρι 5ον/2008 , €684 για τους μήνες μεταξύ 6ον/2008 μέχρι 11ον/2008 ενώ για τον μήνα Δεκέμβριο του 2008 αυτές ήταν μηδέν. Επίσης, προκύπτει ότι τα πιο πάνω ποσά δηλώνονται στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από τον εργοδότη με την συγκατάθεση του εργοδουμένου και ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρχε παράπονο από την ενάγουσα για τις δηλωθείσες απολαβές της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.5 κατάθεσε ως Λειτουργός Εσωτερικών Προσόδων, υπεύθυνος για την εξέταση φορολογικών θεμάτων που αφορούν αυτοεργοδοτούμενους και μισθωτούς. Η ενάγουσα, ανέφερε ο μάρτυρας, είναι εγγεγραμμένη στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος από τις 07/08/2008 και ετοίμασε σχετική κατάσταση που αφορά την ενάγουσα την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  5. Ουσιαστικά προκύπτει από αυτό και τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι για το έτος 2007 υποβλήθηκε δήλωση από την ενάγουσα και δηλώθηκε ως εισόδημα το ποσό των £10,302 το οποίο προέρχεται από μισθωτές εργασίες από την εταιρεία CHRIS TAXI SERVICES LTD ενώ για το έτος 2008 δηλώθηκε εισόδημα €19,974 πάλι από την πιο πάνω εταιρεία και επισυνάφθηκε σε αυτές πιστοποιητικό αποδοχών που εξεδόθη από την εν λόγω εταιρεία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση στο πιο πάνω ποσά και την φορολογία της ενάγουσας και ότι αν υποβαλλόταν συμπληρωματική φορολογική δήλωση θα φαινόταν στα αρχεία του Γραφείου του. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και κρίνω ότι μπορώ να την αποδεχτώ και την αποδέχομαι. Ούτε έχουν τεθεί συγκεκριμένα στοιχεία που να αλλάζουν το ποσό το οποίο η ενάγουσα δήλωσε με την φορολογική της δήλωση κατά το έτος
  6. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή παρέμειναν αναντίλεκτα, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 05/08/2008 επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο, μεταξύ των οχημάτων με αρ. εγγραφής TKPT 121 το οποίο οδηγείτο από κάποιο Κωνσταντίνο Σαμανίδη και του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΜΤ 071 το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο. Το όχημα του εναγομένου οδηγείτο στην πιο πάνω Λεωφόρο έχοντας ανατολική κατεύθυνση ενώ το όχημα που οδηγείτο από τον Σαμανίδη αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή δυτική. Σε κάποιο σημείο του δρόμου τα δύο πιο πάνω οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το σημείο σύγκρουσης τους βρίσκεται κατά 80 εκατοστά στη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος που οδηγείτο από τον Σαμανίδη. Το συνολικό πλάτος του δρόμου στο σημείο σύγκρουσης είναι 6,20 μέτρα και το πλάτος κάθε λωρίδας 3,10 μέτρα. Το ενεχόμενα οχήματα έφεραν ζημιές στον μπροστινό τους μέρος και ειδικότερα το όχημα με αρ. εγγραφής ΤKPT 121 στο αριστερό μπροστινό του μέρος. Η τελική θέση και των δύο οχημάτων βρίσκεται σχεδόν εξ' ολοκλήρου στην λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος ΤKPT
  7. Εναντίον του εναγομένου σχηματίστηκε δικογραφικός φάκελος από την Αστυνομία για αμελή οδήγηση αλλά λόγω του ότι επρόκειτο για δυστύχημα με ζημιές χωρίς σοβαρή αμέλεια, η υπόθεση ταξινομήθηκε χωρίς καμία περαιτέρω ενέργεια. Η ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου αποζημίωσε πλήρως τις ζημιές που έφερε το όχημα με αρ. εγγραφής ΤKPT 121 οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των €8,
  8. Επίσης, έχει προκύψει ότι ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα ευθύνης του οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής ΤKPT 121 από την ασφαλιστική εταιρεία. Το πιο πάνω όχημα με αρ. εγγραφής ΤKPT 121 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένο επ' ονόματι της ενάγουσας και της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρημ. Λτδ (βλ. τεκμήριο 3) και επρόκειτο για όχημα που χρησιμοποιείτο ως ταξί από την εταιρεία CHRIS TAXI SERVICES LTD. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρξε αυξημένη ζήτηση των υπηρεσιών ταξί καθότι επρόκειτο για καλοκαιρινή περίοδο. Μετά το δυστύχημα το εν λόγω όχημα μεταφέρθηκε από το σύζυγο της ενάγουσας και την ενάγουσα στη Λεμεσό, στον δικό τους ισιωτή για επιδιόρθωση και αφού επιθεωρήθηκε από εκτιμητή της ασφαλιστικής εταιρείας Μινέρβα δόθηκαν οδηγίες για να επιδιορθωθεί. Η επιδιόρθωση του ολοκληρώθηκε στις 10/09/2008 οπόταν και το εν λόγω όχημα παραδόθηκε στην ενάγουσα από τον Μ.Ε.5 κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Κατά την παραλαβή του η ενάγουσα υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη, αφού συμπλήρωσε τα στοιχεία της, την είχε διαβάσει προσεκτικά και στην παρουσία δύο μαρτύρων. Η εν λόγω απόδειξη δεν έγραφε οποιοδήποτε ποσό. Την εν λόγω απόδειξη έδωσε προς την ενάγουσα για υπογραφή ο Μ.Ε.5 με σκοπό ο ίδιος να πληρωθεί για το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος της ενάγουσας από την ασφαλιστική εταιρεία. Το κόστος αυτό ανερχόταν στις €8,012, ποσό που εισέπραξε ο Μ.Ε.5 από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία. Σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν υπέγραφε την εν λόγω απόδειξη, θα έπρεπε να καταβάλει η ίδια το πιο πάνω ποσό στον Μ.Ε.5 και να προχωρήσει δικαστικά να το διεκδικήσει. Η ενάγουσα κατά την υπογραφή της εν λόγω εξοφλητικής απόδειξης ρώτησε τον Μ.Ε.5 τί θα γινόταν με το ζήτημα της απώλειας της χρήσης του οχήματος της και αυτός της είπε ότι αυτό είναι ζήτημα της ασφάλειας και ότι το έγγραφο αυτό ήταν για να πληρωθεί ο ίδιος για το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος της. Το υπόλοιπο μέρος της εξοφλητικής απόδειξης συμπληρώθηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα, η ημερομηνία που φέρεται να είχε υπογραφεί και ότι αυτή έγινε στις 17/11/2008 καθώς επίσης και το ποσό που αναγράφει αναγράφει ότι η ενάγουσα έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία το συνολικό ποσό των €8,492 το οποίο αντιστοιχεί σε €8,012 ως ζημιές του οχήματος της και €480 για την απώλεια της χρήσης του. Το ποσό αυτό δεν εισπράχθηκε από την ενάγουσα και το σύζυγο της καθότι δεν την ικανοποιούσε ότι ανταποκρινόταν στη ζημιά της και ουσιαστικά δεν καταβλήθηκε από τον εναγόμενο. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενη της εταιρείας CHRIS TAXI SERVICES LTD η οποία διατηρούσε επιχείρηση ταξί, δηλωμένη ως οδηγός ταξί και είχε ασφαλιστέες αποδοχές για το έτος 2008 ύψους €7,
  9. Ενεγράφηκε επίσης στον Έφορο Εσωτερικών Προσόδων ως μισθωτός στις 07/08/08 και κατά το έτος 2008 δήλωσε εισόδημα το οποίο προερχόταν από την εργασία της στην πιο πάνω εταιρεία, ύψους €19,
  10. Οι μηνιαίες ασφαλιστέες αποδοχές της για τους μήνες 6ον/08 μέχρι 11ον/08 ήταν €
  11. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, τα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν στην παρούσα υπόθεση για να αποφασιστεί κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της, είναι τα κάτωθι: 1) Κατά πόσο ο εναγόμενος φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος έτσι ώστε η ενάγουσα να δικαιούται να αποζημιωθεί για τις ζημιές που υπέστη από αυτό. 2) Κατά πόσο με την υπογραφή του τεκμηρίου 4 και 4 Α, η ενάγουσα κωλύεται να προωθεί την παρούσα αγωγή. 3) Κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε ότι η ίδια είχε απώλεια εισοδημάτων από την απώλεια χρήσης του οχήματος της - ταξί για περίοδο 32 ημερών. Προτού προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα της ευθύνης, αναφορά θα πρέπει να γίνει στο θέμα της συνιδιοκτησίας του οχήματος με αρ. εγγραφής TKPT
  12. Όπως έχει προκύψει η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν η αποκλειστική ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος. Το γεγονός αυτό όμως δεν επηρεάζει το δικαίωμα της να εγείρει από μόνη της την παρούσα αγωγή χωρίς τη συνδρομή και του άλλου συνιδιοκτήτη του οχήματος ή χωρίς να συνενωθεί ως διάδικος. Στην Γεώργιος Λάμπρου κ.α v. Ελένη Κεφάλα κ.α
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1516 έχει αποφασισθεί ότι σε περίπτωση ζημιάς από αστικό αδίκημα ένας ή περισσότεροι συνιδιοκτήτες μπορούν από μόνοι τους να κινήσουν αγωγή για απώλεια που έχουν υποστεί από το αδίκημα. Έγινε επίσης αναφορά στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "In actions for torts, where several persons are entitled to sue in respect of a wrong done to them jointly, as, for instance, in cases of injury to their joint property by trespass, conversion, or negligence, they should, in general, all join as plaintiffs in the action. But it does not lie in the mouth of the wrongdoer to complain of non-joinder. It has been decided that one of several co-owners of a patent may sue alone for an infringement of his right, and so may one of several co-owners of a trade mark; again in an action for conversion, one of several co-owners may sue alone, although he will be able to recover only his own share of the value of the property converted." Στην παρούσα περίπτωση, ο ισχυρισμός της ενάγουσας είναι ότι η ίδια υπέστηκε ζημιά και απώλεια εισοδημάτων από την απώλεια της χρήσης του οχήματος της και ως εκ τούτου είναι και ο μόνος συνιδιοκτήτης που νομιμοποιείτο να κινήσει αγωγή για αποζημιώσεις. Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου κατά την οδήγηση του οχήματος του. Η αγωγή της ενάγουσας εδράζεται ουσιαστικά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το άρθρο 51
(1)(α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ορίζει ως αμέλεια την τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Περαιτέρω, για να τύχει αποζημίωσης το θύμα πρέπει ο υπαίτιος της αμέλειας να υπέχει υποχρέωση έναντι του. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, λέχθηκε ότι η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (δέστε Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) 1861). Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Το βάρος απόδειξης ότι ο εναγόμενος υπήρξε αμελής σε κάθε υπόθεση το φέρει ο ενάγοντας. Για να αποσείσει αυτό το βάρος, ο ενάγοντας πρέπει να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δεν χρειάζεται να αποδείξει με κάθε λεπτομέρεια πως έγινε το δυστύχημα αλλά τα γεγονότα που παραθέτει να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος ήταν αμελής. Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εκείνο το οποίο βασικά προκύπτει είναι ότι τα δύο ενεχόμενα οχήματα ενώ κινούνταν με αντίθετη κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Χλώρακας, σε κάποιο σημείο του εν λόγω δρόμου συγκρούστηκαν μεταξύ τους και ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται 80 εκατοστά στη λωρίδα κυκλοφορίας του οδηγού του οχήματος που άνηκε στην ενάγουσα. Επίσης, η τελική θέση των εν λόγω οχημάτων βρίσκεται σχεδόν εξ' ολοκλήρου στην λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος της ενάγουσας και αυτά έφεραν ζημιά στο μπροστινό τους μέρος. Είναι γεγονός ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει τον τρόπο που οι ενεχόμενοι οδηγοί οδήγησαν τα οχήματα τους αμέσως πριν από τη σύγκρουση ούτε έχουν αποδειχθεί συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τον τρόπο που έγινε το εν λόγω δυστύχημα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος υπήρξε αμελής κατά την οδήγηση του οχήματος του. Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης που έχει η ενάγουσα, είναι αυτή του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην παρούσα περίπτωση αμφότεροι οι οδηγοί είχαν υποχρέωση κατά την οδήγηση του οχήματος τους, να τηρούν την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου και να έχουν τη δέουσα παρατηρητικότητα. Με βάση την πραγματική μαρτυρία προκύπτει ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος της ενάγουσας, η τελική θέση των οχημάτων βρίσκεται εξ' ολοκλήρου σε αυτή τη λωρίδα κυκλοφορίας και τα οχήματα έφεραν ζημιές στο μπροστινό τους μέρος. Δεν τέθηκε επίσης ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει οποιαδήποτε ενέργεια του οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής TKPT 121 η οποία να προκάλεσε τη σύγκρουση στο σημείο εκείνο. Επίσης, έχει προκύψει ότι σε κανένα στάδιο μετά το δυστύχημα ο εναγόμενος ή η ασφαλιστική του εταιρεία αμφισβήτησε την ευθύνη του εναγομένου για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και η οποία αποζημίωσε πλήρως την ενάγουσα για τις ζημιές που υπέστη το όχημα της. Με βάση αυτά τα γεγονότα, θεωρώ ότι προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του καθώς επίσης και να έχει τη δέουσα παρατηρητικότητα για να αντιληφθεί τη διέλευση του οχήματος της ενάγουσας το οποίο κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και αποτελούσε ορατό και υπαρκτό κίνδυνο. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν να αποκόψει την ελευθέρα πορεία του οχήματος της ενάγουσας και να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτό που όφειλε να οδηγούσε ο εναγόμενος. Θεωρώ ότι με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστηρίο μπορεί να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο εναγόμενος υπήρξε αμελής κατά την οδήγηση του οχήματος του και ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Όσον αφορά το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του οχήματος της ενάγουσας, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν έχει αποδειχθεί ότι αμέσως πριν τη σύγκρουση ο εν λόγω οδηγός προέβηκε σε οποιαδήποτε παράλειψη ή ότι δεν έλαβε επαρκώς αποτρεπτικά μέτρα. Ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς εναγομένου για τον τρόπο που το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα. Ως εκ τούτου, δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια από πλευράς οδηγού της ενάγουσας και ούτε το πρόσωπο αυτό έχει συνενωθεί στην παρούσα διαδικασία ως τριτοδιάδικος. Ούτε εκ μέρους της ενάγουσας έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, όπως δικογραφεί ο εναγόμενος στην Έκθεση Υπερασπίσης του. Εν όψει των πιο πάνω, ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει την ενάγουσα για τυχόν ζημιές αυτή υπέστηκε από την αμέλεια του. Όπως έχει προκύψει η ενάγουσα αποζημιώθηκε για τις ζημιές στο όχημα της και το μόνο που διεκδικεί με την παρούσα αγωγή είναι απώλεια εισοδημάτων από την απώλεια της χρήσης του οχήματος της για 32 μέρες. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί που είναι και το ουσιαστικό ζήτημα της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο η ενάγουσα είχε τέτοια ζημιά και κατά πόσο την απέδειξε εν όλο ή εν μέρει. Ενδιάμεσα αυτού όμως, εγείρεται και το ζήτημα του κωλύματος έγερσης της παρούσας αγωγή ένεκα της υπογραφής από την ενάγουσα της εξοφλητικής απόδειξης, γι αυτό θα εξετάσω στα στάδιο αυτό το θέμα αυτό που προβάλλεται από τον εναγόμενο με την Έκθεση Υπεράσπισης του. Το κώλυμα εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει (βλ. Χατζηστυλλή v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 989 και Γεώργιος Διόνα v. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A250, Πολ. Έφεση Αρ. 182/11, Ημερ. 24 Μαϊου 2016). Στην πιο πάνω απόφαση Χατζηστυλλή v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (ανωτέρω) λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «..................................................................... Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του». Παραπέμπω επίσης στο Halsbury's Laws of England, 4th edition Reissue, para 1018 σε σχέση γενικά με την έννοια του κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο και στην παράγραφο 1029 σε σχέση με την απόδειξη για λήψη χρηματικού ποσού. Στην παρούσα περίπτωση προτού εξεταστεί το περιεχόμενο του εγγράφου και κατά πόσο αυτό συνιστά κώλυμα στην ενάγουσα να προωθεί την παρούσα αγωγή, θα πρέπει να εξεταστεί η εγκυρότητα του, αφού η ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης της την αμφισβητεί και ισχυρίζεται ότι αυτό λήφθηκε συνεπεία δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και χωρίς τη συναίνεση της. Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προϋποθέτει πως για να είναι έγκυρη μια σύμβαση πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. Σωκράτης Σάββα Σωκράτους v. Πανίκου Σιβιτανίδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αγάπιου Ζάκκα
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1602). Η συναίνεση σύμφωνα με το άρθρο 14, θεωρείται ότι δόθηκε ελευθέρως, όταν δεν προκαλείται με: - Εξαναγκασμό, όπως ορίζεται το άρθρο
  1. - Ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο
  2. - Απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο
  3. - Ψευδή παράσταση, όπως ορίζεται στο άρθρο
  4. - Πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22 - Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης, ή ψευδούς παράστασης ή ψυχικής πίεσης υπόκειται σε ακύρωση κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Αποτελεί βασικό αξίωμα του δικαίου της επιείκιας ότι ο αδικοπραγείσας δεν επιτρέπεται να αποκομίσει οφέλη από την άδικη πράξη του. Ο δόλος κατά το δίκαιο της επιείκιας έχει ευρύτερη έννοια από αυτή του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αικημάτων Νόμου και καλύπτει ποικίλες ενέργειες και συμπεριφορές (βλ. Νicolas Pyrgas v. Theodora Charalambous Stavridou
(1969)1 A.Α.Δ. 332). Στην Τσιάρτας κ.α. v ALOCAY HOLDINGS LTD κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του δόλου: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol.18, p.189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα.» (βλ. επίσης Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547).» Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει προκύψει ότι η ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου απέσπασε με δόλιο τρόπο το τεκμήριο 4 ή κατόπιν απάτης ή ψευδών παραστάσεων. Εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι η ενάγουσα υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο αφού το διάβασε προσεχτικά. Καμία παράσταση ή συμφωνία έχει προκύψει να έγινε μεταξύ της ενάγουσας και της ασφαλιστική εταιρείας για καταβολή αυτής αποζημίωσης ύψους €200 - €250 για την απώλεια της χρήσης του οχήματος της και βασιζόμενη σε αυτή να υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο. Το κατά πόσο η ίδια επέδειξε εμπιστοσύνη ή ότι θεωρούσε ότι η ασφαλιστική εταιρεία, ως εκπρόσωπος του εναγομένου, θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της μεταγενέστερα στο βαθμό που η ίδια επιθυμούσε, δεν είναι ζήτημα που άπτεται της εγκυρότητας του τεκμηρίου 4 για τους λόγους που η ενάγουσα επικαλείται. Το γεγονός ότι αυτό υπογράφτηκε εν λευκώ και ότι τα συγκεκριμένα ποσά συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα το ίδιο και η ημερομηνία υπογραφής του, δεν είναι ζητήματα που συνιστούν αναίρεση της συναίνεσης της κατά την υπογραφή του. Επομένως, θεωρώ ότι δε τίθεται θέμα ακυρότητας του τεκμηρίου 4 κατ' εκλογή της ενάγουσας για τους πιο πάνω λόγους. Εκείνο το οποίο όμως θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η υπογραφή του τεκμηρίου 4 κάτω από τις συνθήκες και χρόνο που αυτή έλαβε χώρα αποστερούν από την ενάγουσα το δικαίωμα της να προχωρεί με την παρούσα αγωγή. Δεν πρόκειται για συμφωνία υπογραμμένη από δύο συμβαλλόμενα πρόσωπα αλλά από μια δήλωση - απόδειξη που υπέγραψε η ενάγουσα και θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο κατά την υπογραφή της αυτή παρίστανε στην ασφαλιστική εταιρεία ότι μεταξύ άλλων με τη λήψη του ποσού των €480 για την απώλεια της χρήσης του οχήματος της αυτή δεν θα είχε οποιαδήποτε άλλη απαίτηση και η ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου βασιζόμενη σε αυτή την παράσταση της, προχώρησε με την καταβολή του εν λόγω ποσού. Έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφτηκε στις 10/09/2008 από την ενάγουσα και κατά την υπογραφή του δεν αναγράφονταν σε αυτό οποιαδήποτε ποσά. Επίσης, έχει προκύψει ότι κατά την υπογραφή του, η ενάγουσα σκοπό και πρόθεση είχε να πληρωθεί ο ισιωτής της για την αξία των επιδιορθώσεων που προέβηκε στο όχημα της από τον εναγόμενο ή την ασφαλιστική του εταιρεία. Δεν αναγραφόταν σε αυτό ότι η ίδια θα λάμβανε και το ποσό των €480 ως αποζημιώση για την απώλεια της χρήσης του οχήματος της και το αποδέχτηκε υπογράφοντας το. Όπως έχει διαφανεί, το ποσό αυτό μαζί με το ποσό της αποζημίωσης για την αξία των επιδιορθώσεων του οχήματος της, συμπληρώθηκε μεταγενέστερα της υπογραφής του. Δεν έχει παρατεθεί μαρτυρία από πλευράς εναγομένου ότι κατά τη συμπλήρωση των εν λόγω ποσών ειδοποιήθηκε η ενάγουσα, συμφώνησε με αυτά και της παραδόθηκε αντίγραφο της εν λόγω απόδειξης. Τα ποσά αυτά συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα και χωρίς να έχει προκύψει ότι ειδοποιήθηκε η ενάγουσα και συμφώνησε με αυτά. Έχει διαφανεί επίσης, ότι η ενάγουσα είχε πρόθεση να αξιώσει αποζημιώσεις για την απώλεια της χρήσης του οχήματος της και ότι απαιτούσε ένα τέτοιο ποσό γι αυτό και η ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου μεταγενέστερα της πρόσφερε το ποσό των €480. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα κατά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου αναλάμβανε σαφέστατα τη δέσμευση ότι με την καταβολή των ποσών που αναγράφηκαν στην απόδειξη δεν θα είχε άλλη απαίτηση. Αυτά συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα και χωρίς να έχει προκύψει ότι ειδοποιήθηκε η ενάγουσα και συμφώνησε με αυτά. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν μπορεί να εγερθεί ζήτημα κωλύματος της ενάγουσας από το να διεκδικεί με την παρούσα αγωγή το αξιούμενο ποσό. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση της κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 4 και ούτε ήταν αυτή η παράσταση στην οποία προέβαινε προς την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου και η τελευταία προχώρησε με την καταβολή του εν λόγω ποσού. Επομένως, το κύριο και ουσιαστικό ζήτημα το οποίο απομένει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε τη ζημιά που αξιώνει με την αγωγή της. Εκείνο το οποίο η ενάγουσα αξιώνει είναι απώλεια εισοδήματος από τη μη χρήση του οχήματος της για 32 μέρες. Τέτοια ζημιά έχει νομολογηθεί ότι δύναται να αποδοθεί στο θύμα νοουμένου ότι αποδείξει ότι το όχημα χρησιμοποιείτο για κάποιο εμπορικό σκοπό και απέφερε έσοδα και ότι ένεκα της απώλειας της χρήσης του απωλέστηκαν συγκεκριμένα έσοδα τα οποία αποδεικνύονται. Η απώλεια αυτή των εσόδων όμως αποδίδεται προς το πρόσωπο το οποίο τα δικαιούται και τα έχει απωλέσει. Χαρακτηριστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Demetrios Emmanuel and Another v. Andronicos Nikolaou and Another (ανωτέρω): «It is said that where a car has been damaged by negligence the owner of the said car may recover the costs of repairing it. (The Bernina [1886] 55 L.T. 781), and the difference, if any, is between the value of the car before it was damaged and its value after repair. (Owners of No. 7 Steam Sand Pump Dredger v. Owners of Greta Holme., The Greta Holme, [1897] A.C. 596, H.L.). If the said car was damaged beyond repair, its value is recoverable, and this is ordinarily the market price of a similar article, the cost of replacement. (J. & E. Hall Ltd. v. Barclay [1937] 3 All E.R. 620). In the case of a chattel, of course, which is of commercial value or is employed on a profitable trade, damages for the loss of use will give compensation for what, apart from uncertain, speculative or special profits, would otherwise have been earned by its use during the period when by reason of the tort that use was not available to the person entitled to it, for such is the direct loss suffered. (See The Argentino [1883] 13 P.D. 191 C.A. at p. 201; affirmed sub nom.Owners of Gracie v. Owners of Argentino, The Argentino [1889] 14 App. Cas. 519 H.L.). The plaintiff must show that the chattel was capable of profitable use, (Carslogie S.S. Co. Ltd. v. Royal Norwegian Government [1952] A.C. 292 H.L.), for otherwise, loss of profits does not enter in as an element of loss; (Owners of Strathfillan v. Owners of Ikala, The Ikala, [1929] A.C. 196, H.L. at p. 205, per Viscount Summer. See also B. Sunley & Co. Ltd, v. Cunard White Star, Ltd., [1940] 1 K.B. 740, C.A., at p. 748) and where damages are given for loss of profits the plaintiff cannot also in respect of the same period have damages for loss of use; (Owners of Gracie v. Owners of Argentino, The Argentino [1889] 14 App. Cas. 519, H.L., at p. 524, per Lord Herschell). Thus the damages will normally be such loss in trade profits as are proved and where a substitute chattel has been hired to take the place of the damaged chattel, in order to avert or minimise the loss, the hire paid would prima facie be the amount of the damage sustained; if no other chattel could be found to replace the one damaged the measure of damage it not altered but the court is deprived of one possible means of assessing it. (Owners of Strathfillan v. Owners of Ikala, The Ikala [1929] A.C. 196, H.L. at p. 200 per Lord Hailsham L.C.). The lost profits which are to' be considered are those which would have been earned in the ordinary course of employment of the chattel during the period of lost use (Re Trent and Humber Co. Ex parte Cambrian Steam Packet Co. [1868] 4 Ch. App. 112 at p. 117 per Lord Cairns) and in computing the loss allowances will be made for expenses saved. (See The Gazelle
(1844)2 Wm. Rob. 279)» Έχει προκύψει ότι το όχημα της ενάγουσας, ένεκα των ζημιών που υπέστη από το επίδικο δυστύχημα, παρέμεινε στο συνεργείο για επιδιόρθωση από 05/08/2008 μέχρι 10/09/2008, δηλαδή για 35 με 36 μέρες. Περιορίζει όμως την αξίωση της στην περίοδο των 32 ημερών. Επίσης, έχει προκύψει ότι το εν λόγω όχημα χρησιμοποιείτο ως ταξί κατά τον ουσιώδη χρόνο και απέφερε εισοδήματα. Θα πρέπει λοιπόν να αποδείξει τα εισοδήματα τα οποία απέφερε το εν λόγω όχημα και ότι αυτή υπέστη ανάλογη ζημιά από την απώλεια χρήσης του οχήματος της για την πιο πάνω περίοδο. Είναι νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αναφέρονται με λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται ενώπιον του Δικαστηρίου με αυστηρότητα. Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Τηλεμάχου v. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705, Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Κούνουνα κ.α. v. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Eπίσης, στο σύγγραμμα McGrecor on Damages, 15 έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Special damages, on the other hand, are such as the law will not infer the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly." Στην παρούσα περίπτωση, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί ούτε έχει προκύψει ότι η ενάγουσα είχε οποιαδήποτε ζημιά από την απώλεια χρήσης του συγκεκριμένου οχήματος της. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι το εν λόγω όχημα της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο χρησιμοποιείτο ως ταξί από την εταιρεία CHRIS TAXI SERVICES LTD. Επομένως, η ενάγουσα δεν χρησιμοποιούσε για σκοπούς δικούς της το εν λόγω ταξί και ούτε στερήθηκε η ίδια οποιαδήποτε εισοδήματα. Επίσης, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και δικογραφείται η θέση ότι η ενάγουσα είχε οποιαδήποτε εισοδήματα από τη χρήση του οχήματος της από την πιο πάνω εταιρεία ή ότι της το ενοικίαζε. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι η ενάγουσα δεν πληρώθηκε το μισθό της από την εταιρεία στην οποία εργαζόταν. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι όλα τα εισοδήματα τα οποία δήλωσε στο Φόρο Εισοδήματος για το έτος 2008 προέρχονταν από μισθωτές υπηρεσίες στην ως άνω αναφερόμενη εταιρεία. Δεν έχει προκύψει η ενάγουσα να είχε άλλα εισοδήματα ενδεχομένως από τη χρήση του εν λόγω οχήματος της ως οδηγός ταξί από μόνη της και ούτε αναφέρθηκε κάτι τέτοιο. Επομένως, δεν έχει καταδειχθεί ότι η ίδια είχε οποιαδήποτε απώλεια εισοδημάτων για την περίοδο που το συγκεκριμένο όχημα της βρισκόταν στο γκαράζ για επιδιόρθωση. Αυτό που έχει προκύψει, ότι δηλαδή η πιο πάνω εταιρεία που χρησιμοποιούσε το εν λόγω ταξί απώλεσε εισοδήματα, δεν είναι αρκετό αφού δεν συσχετίζεται με την αξίωση της ενάγουσας ούτε έχει προκύψει η ενάγουσα να κατέβαλε την όποια απώλεια προς την εν λόγω εταιρεία. Στην Ανδρούλλα Οικονομίδου v. Σωτήρη Κουβέλλα
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 229 όπου εγέρθηκε θέμα καταβολής ειδικών αποζημιώσεων στην εφεσείουσα και συγκεκριμένα αποζημιώσεις για απωλεσθέντα εισοδήματα της μητέρας της για το διάστημα που την φρόντιζε ένεκα των τραυματισμών της από το επίδικο δυστύχημα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Μιχαήλ v. Ονησιφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, κρίθηκε ότι η τραυματισθείσα δεν δικαιούται σε αποζημίωση για τα απωλεσθέντα εισοδήματα της μητέρας της για το διάστημα που την φρόντιζε, αφού δεν ισχυρίστηκε ότι της κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για τις φροντίδες της ή έστω ότι αυτή την φρόντιζε επ' αμοιβή. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο ισχυρισμός της μητέρας ότι έχασε τους μισθούς της δεν είναι αρκετός εφ' όσον δεν συσχετίζεται με αξίωση της εφεσείουσας. Η εφεσείουσα θα είχε δικαίωμα αποζημίωσης για τα εισοδήματα που η μητέρα της απώλεσε όταν την φρόντιζε, νοουμένου ότι της είχε καταβάλει το ανάλογο ποσό. Το γεγονός και μόνο ότι η μητέρα εγκατέλειψε την εργασία της για να την φροντίζει δεν κρίθηκε αρκετό από το Εφετείο για να επιδικαστούν σχετικές αποζημιώσεις.» Επίσης, λέχθηκε ότι ο σύζυγος και οι στενοί συγγενείς δυνατό να δικαιούνται αποζημιώσεις για τις υπηρεσίες και φροντίδες που προσέφεραν στον τραυματισθέντα, αλλά αυτό τους το δικαίωμα είναι αυτοτελές και θα μπορούσαν να το αξιώσουν προσωπικά εναντίον του εναγομένου. Στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα δεν έχει καταδειχθεί να απώλεσε οποιαδήποτε εισοδήματα από την απώλεια της χρήσης του εν λόγω οχήματος της ούτε η όποια ενδεχόμενη απώλεια τέτοιων εισοδημάτων από την πιο πάνω εταιρεία συσχετίζεται με την αξίωση της. Το εν λόγω όχημα - ταξί χρησιμοποιείτο από την πιο πάνω εταιρεία και η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε ζημιά για την απώλεια της χρήσης του από την ίδια ή οποιαδήποτε απώλεια εισοδημάτων. Αυτό χρησιμοποιείτο από την εταιρεία και τα οποιαδήποτε εισοδήματα απέφερε το εν λόγω ταξί, τα απέφερε προς την εταιρεία και όχι προς την ίδια. Η ίδια κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας με εισοδήματα ως αυτά που αναφέρονται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου και στην μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεχτή, τα οποία δεν έχει καταδειχθεί να απώλεσε. Πέραν των πιο πάνω, ακόμη και να κατάληγα ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να διεκδικεί την απώλεια εισοδημάτων που απέφερε η χρήση του οχήματος - ταξί της, αυτά δεν έχουν αποδεχθεί με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία την οποία η ενάγουσα προσκόμισε στο Δικαστήριο για το ζήτημα αυτό, δεν έχει γίνει αποδεχτή για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η ενάγουσα έπρεπε να επεξηγήσει και να παρουσιάσει επαρκή δικαιολογητικά για να καταδείξει το εισόδημα το οποίο απέφερε το εν λόγω όχημα τόσο πριν όσο και μετά την περίοδο για την οποία δεν χρησιμοποιείτο έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε να προβεί στους δικούς του υπολογισμούς και εκτιμήσεις για να καθορίσει αυτή την απώλεια. Η παράθεση των σχετικών πινάκων από το λογιστή τους (τεκμήρια 5 και 6) χωρίς ο ίδιος να έχει προσωπική γνώση για αυτά που αναφέρονται σε αυτούς ή να συσχετίζονται αυτά με τις δηλώσεις εισοδήματος της ενάγουσας και χωρίς την παρουσίαση από την ενάγουσα των βιβλίων που καταγράφονταν οι διαδρομές γι αυτή την περίοδο και τα έσοδα του οχήματος καθώς επίσης και άλλα στοιχεία που σχετίζονται με την απόδειξη των εισοδημάτων της, δεν επέτρεπαν στο Δικαστήριο να αποδεχτεί τα ποσά που ανέφερε στο Δικαστήριο ότι απέφερε το εν όχημα. Ως εκ τούτου, ούτε και σε αυτό το ενδεχόμενο θα μπορούσε να επιτύχει η αξίωση της. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι ένεκα του δυστυχήματος η ίδια υπέστη τη ζημιά την οποία αξιώνει με την αγωγή της και συγκεκριμένα ότι απώλεσε εισοδήματα, της τάξης μάλιστα των €10,000. Ούτε ότι είχε οποιαδήποτε άλλη απώλεια ένεκα της απώλειας της χρήσης του εν λόγω οχήματος της για την περίοδο που δικογραφεί. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που εξήγησα, η αγωγή της ενάγουσας δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και αυτή υπόκειται σε απόρριψη. Επομένως, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / distixima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.