← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΑΚΙΩΤΗ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1014/2016, 8/8/2016

ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΑΚΙΩΤΗ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1014/2016, 8/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1014/2016 Μεταξύ:

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΑΚΙΩΤΗ
  2. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΑΡΓΑΚΙΩΤΗ Ενάγοντες και
  3. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  4. ΜΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
  5. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΠΑΝΟΣ
  6. ΒΑΝΑ ΠΑΠΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 15.07.16 για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία: 08.08.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 & 2-Αιτητές 1 & 2: κος Κ. Καλλής (η κα Α. Μάγου για ν΄ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση: κα Ε. Κόκκινου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 15.07.16 οι Ενάγοντες 1 και 2 (στο εξής οι 'Αιτητές') προώθησαν μονομερή αίτηση στην οποία ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') ή μέσω των υπαλλήλων και υπηρετών ή μέσω των αντιπροσώπων αυτών να επεμβαίνουν στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 336Β, Φύλλο/Σχέδιο 51/030402 και στο ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 3079Α , Φύλλο/Σχέδιο 51/030405, στην ενορία Αγίου Θεοδώρου στην επαρχία Πάφου μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 2, 10 και 15 του Ν.139/1991, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, 8 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 25 και 30 του Συντάγματος, στο Αρ.1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύς του διατάγματος περιέχονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 15.07.16 του Αιτητή 1, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Η εν λόγω ένορκη δήλωση περιληπτικά αναφέρει τα εξής: - Δυνάμει αδειών ημερομηνίας 26.09.80, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 1, ο ενόρκως δηλών είναι κάτοχος τουρκοκυπριακού υποστατικού που βρίσκεται εντός του τουρκοκυπριακού τεμαχίου με αριθμό 336Β, Φύλλο/Σχέδιο 51/030402 στην οδό Αντρέα Γερούδη και χρησιμοποιείται ως γκαράζ-μηχανουργείο καθώς και του τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας ανοικτού χώρου στο τουρκοκυπριακό τεμάχιο υπ' αριθμό 3079Α, Φύλλο/Σχέδιο 51/030405, το οποίο βρίσκεται απέναντι από το μηχανουργείο και χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης. - Από το έτος 2014 ο Δήμος Πάφου ενδιαφέρθηκε να λάβει κατοχή των τουρκοκυπριακών ακινήτων που ο ενόρκως δηλών κατέχει ώστε να επεκταθεί και να αναβαθμιστεί ο χώρος του Μαρκιδείου Θεάτρου, ο οποίος συνορεύει με τα υπ' αναφερόμενα τουρκοκυπριακά ακίνητα. - Αρχικά ο Δήμος Πάφου ζήτησε τις απόψεις του ενόρκως δηλών στο ενδεχόμενο μετακίνησης του, ο οποίος ανταποκρινόμενος ζήτησε να του παραχωρηθεί δημοτικό τεμάχιο στη βιοτεχνική περιοχή Πάφου προκειμένου να κατασκευάσει μηχανουργείο/γκαράζ. - Ακολούθως ο τότε δήμαρχος Πάφου ζήτησε από τον ενόρκως δηλών να υποβάλει πρόταση για το κόστος μετακίνησης του στη βιοτεχνική περιοχή Πάφου αλλά περί τον Νοέμβριο 2014 η Επιτροπή Πολεοδομίας και Τεχνικών Θεμάτων του Δήμου Πάφου αποφάσισε να μελετηθούν εναλλακτικοί τρόποι απομάκρυνσης του ενόρκως δηλών. - Με επιστολή της ημερομηνίας 18.12.15, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 1Α, η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου πληροφόρησε τον ενόρκως δηλών ότι η άδεια χρήσης του στα εν λόγω τουρκοκυπριακά ακίνητα τερματίζεται από τις 11.01.16 με τη δικαιολογία ότι η κατοχή των μισθίων έχει παραδοθεί σε τρίτο πρόσωπο κατά παράβαση των όρων αδειών χρήσης. - Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών το τρίτο άτομο που χρησιμοποιεί τα ακίνητα είναι ο υιός του ενόρκως δηλών, Ενάγοντας 2 (Αιτητής 2), ο οποίος εργάζεται μαζί με τον ενόρκως δηλών και κατά τον τελευταίο καλύπτεται από έγγραφο άδειας χρήσεως. - Στις 04.01.16 ο ενόρκως δηλών καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή στην απόφαση της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο
  7. - Στις 26.04.16 η ιεραρχική προσφυγή απορρίφθηκε και ο ενόρκως δηλών καταχώρησε την υπόθεση υπ' αριθμό 627/16 στο Διοικητικό Δικαστήριο, η οποία εκκρεμεί. Αντίγραφο της απορριπτικής απόφασης στην ιεραρχική προσφυγή καθώς και της υπόθεσης που καταχωρήθηκε στο Διαιτητικό Δικαστήριο επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήρια 3 και
  8. - Με νέα επιστολή της ημερομηνίας 27.05.16, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 5, η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου ζήτησε από τον ενόρκως δηλών να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή των επίμαχων ακινήτων μέχρι τις 27.06.
  9. - Στις 09.06.16 ο ενόρκως δηλών καταχώρησε νέα ιεραρχική προσφυγή, η οποία εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Αντίγραφο της νέας ιεραρχικής προσφυγής επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο
  10. - Με επιστολή τους ημερομηνίας 09.06.16 οι Αιτητές αιτήθηκαν να παραχωρηθεί τα εν λόγω ακίνητα κατά προτεραιότητα στον Αιτητή
  11. Αντίγραφο της επιστολής αυτής επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο
  12. - Χωρίς να δοθεί απάντηση στο πιο πάνω αίτημα των Αιτητών και δίχως να υπάρξει τοποθέτηση της αρμόδιας αρχής στη νέα ιεραρχική προσφυγή του ενόρκως δηλών, ο Καθ' ου η αίτηση στις 14.07.16 και ώρα 6:45 με συνοδεία 40 ατόμων επενέβησαν στα ακίνητα που ο ενόρκως δηλών κατέχει και άρχισαν να μετακινούν τα εργαλεία του, αυτοκίνητα που ανήκουν σε πελάτες του, εξαρτήματα και άλλα κινητά αντικείμενα, τα οποία αποθηκεύουν σε άλλο χώρο που ο ενόρκως δηλών υπέδειξε. - Ο Καθ' ου η αίτηση παράνομα επεμβαίνει στα εν λόγω ακίνητα μέχρι σήμερα μεταφέροντας εξαρτήματα, μηχανήματα, αυτοκίνητα και το εργαστήριο του ενόρκως δηλών σε άλλο χώρο. - Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση θα έχουν ως αποτέλεσμα την επ' αόριστο αναστολή της επιχείρησης του, πράγμα που θα οδηγήσει σε τερματισμό των εργασιών, απώλεια της πελατείας του και πλήγμα στη φήμη της επιχείρησης του. - Επίσης ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση θα του προκαλέσουν τεράστιες ζημιές, οι οποίες θα είναι ανυπολόγιστες και ανεπανόρθωτες. - Ο ενόρκως δηλών ακόμη ισχυρίζεται ότι η χρηματική ζημιά δεν είναι η μοναδική απώλεια που θα υποστεί αλλά παραβιάζονται ανθρώπινα δικαιώματα του, γεγονός που όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του θα οδηγήσει σε αδυναμία απονομής της δικαιοσύνης. - Κατόπιν συμβουλής που είχε από το δικηγόρο του, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η επέμβαση στα τουρκοκυπριακά ακίνητα αποτελεί παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας του, έλεγχο και χρήση αυτής που διασφαλίζονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και στο στο Αρ.1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών αλλά και επέμβαση στο δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος που διασφαλίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος. - Ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι το θέμα που προέκυψε είναι επείγον επειδή αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο Καθ' ου η αίτηση θα επανέλθει και θα επέμβει εκ νέου για να μετακινήσει τα εμπορεύματα. - Ο ενόρκως δηλών πιστεύει ότι υπάρχει πολύ καλή βάση αγωγής και ορατές πιθανότητες επιτυχίας. - Ο ενόρκως δηλών περαιτέρω πιστεύει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα. - Ο ενόρκως δηλών επιπλέον ισχυρίζεται ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και διατηρηθεί το status quo μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, σε αντίθεση με τον ίδιο που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, πράγμα που συνηγορεί στη θέση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος του. Το πιο πάνω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 22.07.
  13. Στις 26.07.16 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:

(1)Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(2)Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.
(3)Οι Αιτητές χρησιμοποίησαν λανθασμένη διαδικασία και/ή ένδικο μέσο για προώθηση της παρούσας αίτησης.
(4)Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήριχτη χρησιμοποιώντας λανθασμένο τίτλο αγωγής και/ή λανθασμένο όνομα διαδίκου.
(5)Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή κακόπιστη και/ή αχρείαστη και/ή σκανδαλώδης.
(6)Η αίτηση είναι καταχρηστική σκοπεύοντας στην καθυστέρηση και στον εκτροχιασμό της διαδικασίας υλοποίησης των προγραμματισμένων έργων ανάπλασης, αναβάθμισης και βελτίωσης της ευρύτερης κεντρικής περιοχής της Πάφου δημιουργώντας αχρείαστα έξοδα και σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου.
(7)Οι Αιτητές κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και/ή διαγωγής και/ή εγγράφων στην προώθηση της παρούσας αίτησης.
(8)Οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα και/ή απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα.
(9)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την έκδοση και συνέχιση της ισχύος του διατάγματος επειδή δεν αποκαλύπτεται σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και στοιχείο 'επείγοντος'. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), στα άρθρα 23 και 146 του Συντάγματος, στα άρθρα 3, 5, 6, 10 και 15 του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 μετά των συναφών τροποποιήσεων, στους κανόνες επιείκειας, στη διακριτική εξουσία, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26.07.16 του κυρίου Γιάγκου Σιεττάνη, λειτουργό διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών στο Υπουργείο Εσωτερικών, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την ακύρωση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι προβαλλόμενες από τους Αιτητές θέσεις και γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. · Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, στις 14.02.76 παραχωρήθηκε στον Αιτητή 1, δυνάμει άδειας χρήσεως, το υποστατικό στο τουρκοκυπριακό ακίνητο υπ' αριθμό 336Β επί της οδού Ανδρέα Γερούδη στην Πάφο για να χρησιμοποιείται ως γκαράζ καθώς επίσης εκμισθώθηκε στον Αιτητή 1 από 11.09.75, με βάση ενοικιαστήριο έγγραφο, ανοικτός χώρος στο τουρκοκυπριακό ακίνητο υπ' αριθμό 3079 Α για να χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης. · Στις 26.09.80 η τότε Κεντρική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών παραχώρησε τα δύο πιο πάνω ακίνητα στον Αιτητή 1 με άδεια χρήσης για περίοδο ενός έτους με τα μέρη να συμφωνούν ότι οι άδειες χρήσης θα ανανεώνονταν από μήνα σε μήνα. · Μεταξύ άλλων ήταν ρητός όρος στην άδεια χρήσεως ότι ο Αιτητής 1 δεν είχε δικαίωμα εκχωρήσεως ή παραχωρήσεως άδειας χρήσης των πιο πάνω χώρων, είτε όλου είτε μέρους αυτών, σε τρίτο άτομο χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί η γραπτή συγκατάθεση της Κεντρικής Επιτροπής Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. · Ο Αιτητής 1 είναι συνταξιούχος και μη εκτοπισμένος και οι επίμαχοι χώροι χρησιμοποιούνται από τον Αιτητή 2, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού. · Σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 17.02.15 στην οποία κλήθηκε και παρέστηκε ο Αιτητής 1, ο τελευταίος ενημερώθηκε ότι σε μέρος του επίδικου τεμαχίου υπ' αριθμό 336 βρίσκεται το Μαρκίδειο Θέατρο, στο οποίο προωθείται αναβάθμιση του ως μέρος βελτίωσης και ανάπλασης του κεντρικού πυρήνα της Πάφου που γίνεται με την υλοποίηση προγραμματισμένων έργων. · Τον Αύγουστο 2014 τέθηκε για πρώτη φορά ζήτημα μετακίνησης του μηχανουργείου και έκτοτε ουδεμία ενέργεια έγινε από τους Αιτητές για μεταφορά του. · Ο Αιτητής 1 μετά από επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερομηνίας 18.12.15 ενημερώθηκε ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών δεν επιθυμεί την περαιτέρω ανανέωση των αδειών χρήσης των επιδίκων ακινήτων και ότι τον καλούσε να απομακρύνει τον ιδιόκτητο μηχανικό εξοπλισμό του και να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή των εν λόγω ακινήτων μέχρι τις 11.01.
  1. · Στις 04.01.16 ο Αιτητής 1 υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή κατά της απόφασης του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών για τερματισμό των αδειών χρήσης, η οποία αφού εξετάστηκε από την αρμόδια επιτροπή απορρίφθηκε στις 26.04.
  2. · Στις 17.05.16 ο Αιτητής 1 καταχώρησε την προσφυγή υπ' αριθμό 627/2016 εναντίον της απόφασης της αρμόδιας επιτροπής στην ιεραρχική προσφυγή που είχε υποβάλει. · Στις 09.06.16 ο Αιτητής 1 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση της πιο πάνω τουρκοκυπριακής περιουσίας κατά προτεραιότητα στον Αιτητή
  3. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών γνωρίζει και πιστεύει και κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από το Δικηγόρο της Κυπριακής Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, οι ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση είναι νόμιμες ενώ οι Αιτητές λανθασμένα ισχυρίζονται παράνομη επέμβαση στην εν λόγω τουρκοκυπριακή περιουσία. · Το υπό κατασκευή έργο είναι υψίστης σημασίας και γίνεται για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας. Υπάρχει χρονοδιάγραμμα αποπεράτωσης των εργασιών και σε περίπτωση μη έγκαιρης ολοκλήρωσης τους θα προκληθούν ανυπολόγιστες οικονομικές ζημιές ενώ παράλληλα θα υπάρξουν απρόβλεπτες και συνάμα καταλυτικές συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον, την εξυπηρέτηση του κοινού και την ασφάλεια των διακινουμένων. · Τυχόν ακύρωση της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Αιτητών και/ή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να αποζημιωθούν. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών γνωρίζει και πιστεύει και κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από το Δικηγόρο της Κυπριακής Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, στην παρούσα περίπτωση δεν αποκαλύπτεται σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και στοιχείο 'επείγοντος'. Πριν από την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης υπερβλήθηκε προφορικό αίτημα από τον Καθ' ου η αίτηση να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην ένσταση του με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών να επιθυμεί την προώθηση σχετικής αίτησης. Για τους λόγους που σημειώνονται στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 29.07.16 (ex tempore), το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του Καθ' ου η αίτηση. Ακολούθως ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών υπέβαλε δύο προδικαστικά ζητήματα και ζήτησε όπως αυτά εξεταστούν προτού διεξαχθεί η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης. Στην πορεία ο εν λόγω συνήγορος απέσυρε το ένα από τα δύο προδικαστικά θέματα. Σε σχέση με το άλλο που αφορούσε τη θέση ότι δεν παρέχονται εξηγήσεις ή λεπτομέρειες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση που να εξειδικεύουν τους λόγους που περιέχονται στο σώμα της ένστασης, το Δικαστήριο κάλεσε αυθημερόν αμφότερους συνηγόρους, να αγορεύσουν για το συγκεκριμένο θέμα, πράγμα που έπραξαν. Για τους λόγους που σημειώνονται σε δεύτερη ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 29.07.16 (ex tempore), το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ήταν ζήτημα που έχρηζε προδικαστικής εξέτασης. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον όγδοο λόγο ένστασης με τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα αποκρύβοντας έτσι ουσιώδη γεγονότα. Τούτο επειδή αν διαπιστωθεί ότι ο λόγος αυτός ευσταθεί καθίσταται αχρείαστη η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης ενώ παράλληλα το προσωρινό διάταγμα παύει να ισχύει. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε μονομερή αίτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (uberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι σε μονομερείς αιτήσεις όπου ένας διάδικος ζητά τη χορήγηση θεραπείας αυτός πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. Τυχόν παράβαση αυτού του καθήκοντος επιφέρει την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογήσει όλα αυτά τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και δεν έχει άλλη επιλογή παρά να στηριχθεί στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή. Στη Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 αναφέρεται στις σελ. 265-266 πως: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, η δε πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Σε κάθε περίπτωση, η απόκρυψη για να επιφέρει ακυρότητα θα πρέπει να αφορά ένα ουσιώδες γεγονός της υπόθεσης γιατί δεν είναι λογικά αναμενόμενο από τον αιτητή να περιλάβει στην αίτηση κάθε γεγονός που γνωρίζει, αν αυτό είναι άσχετο ή ασύνδετο με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη θεραπεία την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει μονομερώς. Έτσι το καθήκον του Αιτητή είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφάσιζε κατά πόσο να εγκρίνει την αίτηση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Castoral v Daventree Resources Ltd Π.Ε. 9/07 ημερ. 10.07.08, United Perlite Industries Ltd v Sayakhat Air Company
(2002)1 Α.Α.Δ. 938 και Χαραλάμπους v Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953. Στην The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, σελ. 1186 γίνεται επίκληση της Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και αναφέρεται πως: «.η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ΄ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Στη Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, αναφέρεται πως: «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξ πάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. .. εναπόκειται στο Δικαστή, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων.» Στη Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.»» Επίσης οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στην υπόθεση Electromatic Constructions Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 268/08 ημερομηνίας 19.03.09. Στην προκειμένη περίπτωση η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι οι Αιτητές αποκρύβουν ουσιώδη γεγονότα χωρίς έτσι να προβαίνουν σε πλήρη αποκάλυψη τους δεν λαμβάνει συγκεκριμένη μορφή και διάσταση μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει θέμα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τους Αιτητές χωρίς όμως να αναφέρει στο Δικαστήριο ποια είναι αυτά τα ουσιώδη γεγονότα που δεν έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο όπως και ποια είναι αυτά τα γεγονότα που οι Αιτητές αποκρύβουν. Συνεπώς ο Καθ' ου η αίτηση εξέφρασε ένα ισχυρισμό, ο οποίος στην πορεία παρέμεινε γενικός, αόριστος και ασαφής. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο και δίχως πραγματικό υπόβαθρο να το υποστηρίζει παρέμεινε μετέωρος και συνεπώς απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας. Παρόλα αυτά όμως ουδεμία εξήγηση παρέχεται είτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είτε μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου Δικηγόρου της Δημοκρατίας προς υποστήριξη της θέσης αυτής του Καθ' ου η αίτηση, η οποία φαίνεται να προσπερνά το εν λόγω ζήτημα που απλά αναφέρεται στο σώμα της ένστασης χωρίς καν να το αγγίξει. Ουδεμία αναφορά υπάρχει που να δικαιολογεί γιατί η παρούσα αίτηση δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να καταχωρηθεί, δεδομένου της φύσεως των προβαλλόμενων βάσεων αγωγής μέσα από την αγωγή που έχει ταυτόχρονα καταχωρηθεί με την υπό κρίση αίτηση, το είδος των αξιούμενων θεραπειών καθώς και τη συμπερίληψη του άρθρου 9 του Κεφ.6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60 που αποτελούν το δικαιοδοτικό υπόβαθρο καταχώρησης μιας αίτησης, όπως της παρούσας, της Διαταγής 48 που αποτελεί το δικονομικό πλαίσιο, συνεπικουρούμενα από το άρθρο 43 του Κεφ.149, τα οποία όλα περιλαμβάνονται στη νομική βάση της παρούσας αίτησης. Στην απουσία των πιο πάνω εξηγήσεων θεωρώ ότι ο λόγος αυτός ένστασης έχει εγκαταλειφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή κακόπιστη και/ή αχρείαστη και/ή σκανδαλώδης. Ωστόσο ουδεμία εξήγηση παρέχεται τόσο μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση όσο και από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδεύτου Δικηγόρου της Δημοκρατίας που να δικαιολογεί τη θέση αυτή. Ειδικότερα κανένα στοιχείο έχει παρουσιαστεί και κανένα νομικό επιχείρημα έχει τεθεί ενώπιον μου που να αναφέρει γιατί η παρούσα αίτηση θεωρείται από τον Καθ' ου η αίτηση είτε αδικαιολόγητη είτε κακόπιστη είτε αχρείαστη είτε σκανδαλώδης. Ελλείψει τέτοιων εξηγήσεων θεωρώ ότι ο λόγος αυτός ένστασης έχει εγκαταλειφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του. Τα όσα ανάφερα αμέσως πιο πάνω ισχύουν για τον έκτο και έβδομο λόγο ένστασης. Ειδικότερα ενώ ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και στοχεύει στον εκτροχιασμό των προγραμματισμένων έργων ανάπλασης, αναβάθμισης και βελτίωσης της κεντρικής περιοχής της Πάφου ουδεμία εξήγηση δίδεται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και στη νομική επιχειρηματολογία της Δικηγόρου της Δημοκρατίας ως προς το πως ο Καθ' ου η αίτηση καταλήγει σ' αυτό το συμπέρασμα. Επίσης ενώ ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι οι Αιτητές κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και/ή διαγωγής και/ή εγγράφων να προωθούν την παρούσα αίτηση καμία συγκεκριμένη αναφορά τέθηκε ενώπιον μου, είτε από τον ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είτε από την ευπαίδευτη Δικηγόρο της Δημοκρατίας, που συγκεκριμένα να διευκρινίζει ποια είναι αυτή η συμπεριφορά και διαγωγή που αποδίδουν στους Αιτητές καθώς και σε ποια έγγραφα αναφέρονται που κατά τη γνώμη του Καθ' ου η αίτηση εμποδίζουν την προώθηση της αίτησης αυτής. Στην απουσία τέτοιων δεδομένων θεωρώ ότι και αυτοί οι λόγοι ένστασης έχουν εγκαταλειφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτονται λόγω μη προώθησης τους. Τα πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα και στον τέταρτο λόγο ένστασης μέσα από τον οποίον ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, νομικά και πραγματικά αστήριχτη στην οποία χρησιμοποιήθηκε λανθασμένος τίτλος αγωγής και λανθασμένο όνομα διαδίκου. Δεν θεωρώ ότι εδώ χρειάζεται οποιοσδήποτε περαιτέρω σχολιασμός και ο εν λόγω ισχυρισμός ως μετέωρος που παρέμεινε απορρίπτεται. Ακολούθως θα εξετάσω μαζί τον πρώτο, τρίτο και ένατο λόγο ένστασης εξαιτίας των μεταξύ τους συνδεδεμένων νομικών ζητημάτων που ουσιαστικά άπτονται των κριτηρίων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και του στοιχείου του 'κατεπείγοντος' που διέπεται από το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Πρόκειται για προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο, όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, είναι απαγορευτικής φύσεως. Είναι βασικά η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι καμία από τις απαιτούμενες αυτές προϋποθέσεις ισχύει. Η έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Η αναγκαιότητα ύπαρξης στοιχείου 'κατεπείγοντος' αντανακλάται στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598 όπου στη σελίδα 604 τονίζεται κατ' ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 πως: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 - 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση Αρ. 143/96 - 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6." Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015, ημερομηνίας 13.01.16 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με το 'επείγον': "Το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για παροχή θεραπείας μονομερώς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598). ... Το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Εν προκειμένω, ουδέν αναφέρεται σε σχέση με την αμεσότητα τέτοιου κινδύνου, παρά μόνο γίνεται αναφορά ότι σε αντίθετη περίπτωση η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Προς απόδοση μονομερώς θεραπείας και μάλιστα στα στενά πλαίσια που επιβάλλει η φύση της υπό εξέταση αίτησης, θα έπρεπε να προβληθούν συγκεκριμένοι και σαφείς ισχυρισμοί που να διαφοροποιούν τα πράγματα από τη «συνήθη περίπτωση» και να δικαιολογούν την ύπαρξη του κατεπείγοντος με τέτοια ένταση, ώστε να μην μπορούσε να δοθεί ο χρόνος λίγων ημερών για να κοινοποιηθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά. Αόριστοι, όπως εν προκειμένω, ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν την ύπαρξη ανάγκης για παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως (Βλ. Resola)..." Επίσης στις υποθέσεις Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011 ημερομηνίας 17.07.14 τέθηκε θέμα κατά πόσο το στοιχείο του 'επείγοντος' μπορούσε να είναι επίδικο θέμα στο στάδιο που εξεταζόταν η συνέχιση ή όχι της ισχύος ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος και το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά σε νομολογία που αναπτύχθηκε μετά την υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598 (Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, Ζein κ.α. ν. Π. Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, Αβροσιάδου ν. Coward, Πολ. Εφ. 3 και 4/11 ημερ. 15.1.13 και Αspis Liberty Life Insurance v. Σιακατίδου, Πολ. Εφ. 52/10, ημερ. 19.3.14) επισήμανε ότι το στοιχείο του 'κατεπείγοντος' μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ' όλης της ύλης. Ακόμη λέχθηκε ότι αποτελεί εξ' αρχής καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το 'επείγον' στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του και αν μέσα από αυτό ικανοποιείται εκ πρώτης όψεως η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας υπέρ του αιτήματος στην απουσία της άλλης πλευράς. Ωστόσο επιφυλάξεις στο ζήτημα μόνο του 'επείγοντος' στην πιο πάνω ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέφρασε ο Ερωτοκρίτου Δ. όπου σημείωσε ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του καθ' ου η αίτηση ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα κατεπείγοντος. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι αφορά τουρκοκυπριακό υποστατικό που βρίσκεται εντός του τουρκοκυπριακού τεμαχίου με αριθμό 336Β, Φύλλο/Σχέδιο 51/030402 στην οδό Αντρέα Γερούδη καθώς επίσης, απέναντι από το ακίνητο αυτό, τον τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας ανοικτό χώρο στο τουρκοκυπριακό τεμάχιο υπ' αριθμό 3079Α, Φύλλο/Σχέδιο 51/030405. Είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων ημερομηνίας 26.09.80 η αρμόδια επιτροπή διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών παραχώρησε στον Αιτητή 1 άδεια χρήσης τόσο του υποστατικού για να το λειτουργεί ως γκαράζ-μηχανουργείο όσο και του ανοικτού χώρου, ο οποίος χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης του μηχανουργείου. Στη βάση αυτής της διευθέτησης ο Αιτητής δημιούργησε την επιχείρηση του την οποία και λειτουργούσε. Όπως φαίνεται από αμφότερα συμφωνητικά έγγραφα, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η παραχώρηση άδειας χρήσης των προαναφερομένων τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας χώρων εδραζόταν σε συγκεκριμένους όρους που ήταν ταυτόσημοι μεταξύ των δύο εγγράφων, ανάμεσα στους οποίους ήταν οι εξής: (α) Η άδεια θα ίσχυε για περίοδο ενός έτους και μετά θα μπορούσε να ανανεώνεται από μήνα σε μήνα (όρος 1). (β) Ο Αιτητής 1 δεν θα έχει δικαίωμα εκχωρήσεως ή παραχωρήσεως σε τρίτο άτομο άδειας χρήσης είτε όλου είτε μέρος των χώρων εκτός εάν προηγουμένως εξασφαλιστεί γραπτή συγκατάθεση της αρμόδιας επιτροπής διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών (όρος 4). (γ) Παράβαση οποιουδήποτε όρου από τον Αιτητή 1 παρέχει δικαίωμα στην αρμόδια επιτροπή διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών να τερματίσει αμέσως την άδεια χρήσης και να ανακτήσει την κατοχή των χώρων ενώ παράλληλα ο Αιτητής 1 υπόκειται στην καταβολή αποζημιώσεων (όρος 9). Όταν η περίοδος άδειας χρήσης έληξε, αυτή όπως φαίνεται, ανανεώθηκε και συνέχισε να ανανεώνεται μέχρι που προέκυψαν οι διαφωνίες των μερών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που προέκυψαν οι διαμάχες (ήτοι έτη 2015-2016) και βρισκόταν σε ισχύ ανανεωμένη άδεια χρήσης των τουρκοκυπριακών χώρων από τον Αιτητή 1 δυνάμει νέων μηνιαίων συμφωνιών που ακολούθησαν και αυτόματα ενεργοποιούνταν με ίδιους όρους όπως αυτούς του αρχικού συμφωνητικού εγγράφου, είχε στο μεταξύ προ πολλού θεσπιστεί ο Ν.139/1991μετά των συναφών τροποποιήσεων (τέθηκε σε ισχύ από 01.07.91) καθώς και σχετικοί με το αντικείμενο διαχείρισης τουρκοκυπριακής ακίνητης περιουσίας κανονισμοί (όπως οι Κ.Δ.Π.435/2009, Κ.Δ.Π.68/1992, Κ.Δ.Π.155/1999 και Κ.Δ.Π.574/2003), κάτω από τις διατάξεις των οποίων εντάσσονται οι παραχωρήσεις αδειών χρήσης και εφαρμογές λειτουργίας τους σε όλες τις τουρκοκυπριακές περιουσίες των ελεύθερων περιοχών, περιλαμβανομένων και των πιο πάνω επίμαχων χώρων. Είναι γι' αυτό που αμέσως μετά την εμφάνιση των προβλημάτων οι Αιτητές δια του δικηγόρου τους άσκησαν δικαιώματα που τους παρέχουν ο Ν.139/1991μετά των συναφών τροποποιήσεων (στο εξής η 'νομοθεσία') και οι συναφείς κανονισμοί αλλά και αναζήτησαν προστασία μέσα από σχετικά άρθρα και κανονισμούς, όπως για παράδειγμα η άσκηση ιεραρχικής προσφυγής προς την εγκαθιδρυμένη εξ' υπουργών επιτροπή (άρθρο 10
(1)και
(2)της νομοθεσίας), η υποβολή αιτήματος παραχώρησης κατά προτεραιότητα των εν λόγω τουρκοκυπριακών χώρων σ' αυτούς δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας καθώς επίσης η επίκληση των θέσεων ότι παραβιάστηκε το άρθρο 10
(4)της νομοθεσίας από τον Καθ' ου η αίτηση και ότι δεν ενεργοποιήθηκαν τα άρθρα 15
(3)της νομοθεσίας και κανονισμός 3
(1)των Κ.Δ.Π.68/1992, Κ.Δ.Π.155/1999 και Κ.Δ.Π.574/2003 αφήνοντας έτσι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους, τη συμπεριφορά, ενέργειες και παραλείψεις των ατόμων που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση απομάκρυνσης των μηχανημάτων, οχημάτων και αντικειμένων από τους επίμαχους τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας χώρους στις 14.07.16 εκτεθειμένες στην παρανομία, για τα οποία άρθρα και κανονισμούς αναφέρομαι αμέσως στη συνέχεια. Για σκοπούς καλύτερης αντιμετώπισης των θεμάτων που χρήζουν εξέτασης στην παρούσα περίπτωση θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε ορισμένες σημαντικές κατά την γνώμη μου πρόνοιες της νομοθεσίας καθώς και σε κάποιες κλειδιά κατά την άποψη μου διατάξεις της προαναφερόμενης δευτερεύουσας νομοθεσίας (κανονισμούς) υπό τον μανδύα των γεγονότων και δεδομένων που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή. Συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 2 και 3 της νομοθεσίας καθιστά σαφές ότι τη διαχείριση της τουρκοκυπριακής ακίνητης περιουσίας που υπάρχει στις ελεύθερες περιοχές εκκρεμούσης της έκρυθμης κατάστασης που δημιούργησε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο αναλαμβάνει Κηδεμόνας που καθορίζεται ως ο εκάστοτε Υπουργός Εσωτερικών, περιλαμβανομένου εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του. Δυνάμει του κανονισμού 3
(1)των Κ.Δ.Π.68/1992, Κ.Δ.Π.155/1999 και Κ.Δ.Π.574/2003 τέτοιος αντιπρόσωπος μπορεί να είναι ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ο οποίος μπορεί να διοριστεί από τον Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα και προς τον οποίο ενεργεί εκ μέρους του και σύμφωνα με τις οδηγίες του και θα είναι υπόλογος σ' αυτόν. Ωστόσο η εκτέλεση καθηκόντων του Κηδεμόνα που προσδιορίζονται στη νομοθεσία δύναται να ανατεθεί και σε άλλα άτομα ή οργανισμούς. Σύμφωνα με το άρθρο 6Β της νομοθεσίας ο Κηδεμόνας μπορεί, εφόσον και όταν το θεωρεί σκόπιμο, να ενεργεί μέσω άλλων αρμόδιων λειτουργών η οργάνων κατόπιν γραπτής εκχώρησης προς αυτούς οποιασδήποτε από τις αρμοδιότητες του παρέχει ο νόμος. Παράλληλα, όπως έχει ήδη λεχθεί η παρούσα υπόθεση αφορά παραχώρηση τουρκοκυπριακής περιουσίας δυνάμει άδειας χρήσης. Με την περίπτωση αυτή ασχολείται ο κανονισμός 2 των Κ.Δ.Π.68/1992, Κ.Δ.Π.155/1999 και Κ.Δ.Π.574/2003, μέσα από τον οποίο σημειώνεται ότι πρόκειται για γραπτή άδεια για χρήση τέτοιας περιουσίας που χορηγείται με απόφαση του Κηδεμόνα ή εκπροσώπων του πάνω σε προσωρινή βάση και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη χρονική περίοδο για την οποία ισχύει και όρους που διέπουν τη χρήση της περιουσίας. Το άρθρο 5 της νομοθεσίας υποδεικνύει ότι ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας που διαχειρίζεται ενώ τη διαχειρίζεται σύμφωνα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης και προς το σκοπό αυτό κάνει διευθετήσεις, συνάπτει, τερματίζει ή ακυρώνει σε σχέση προς κάθε τέτοια περιουσία (άρθρο 6(α)(v) της νομοθεσίας). Κάθε αδειούχος, όπως εδώ είναι ο Αιτητής 1, που δεν ικανοποιείται από απόφαση του Κηδεμόνα η οποία λαμβάνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των με βάση αυτόν εκδιδόμενων Κανονισμών έχει το δικαίωμα, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα που κοινοποιείται σ' αυτόν η εν λόγω απόφαση, με έγγραφη προσφυγή του στην οποία να εκτίθενται οι λόγοι που την επέβαλαν να προσβάλει την απόφαση αυτή στην εξ Υπουργών Επιτροπή που εγκαθιδρύθηκε δυνάμει της νομοθεσίας για το σκοπό αυτό. Αυτό προνοούν τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 10 της κείμενης νομοθεσίας. Αυτό έπραξε και ο Αιτητής 1 στην προκειμένη περίπτωση όταν παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 18.12.15 (Τεκμήριο 1Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση) και διαφώνησε με την απόφαση με την οποία του κοινοποιήθηκε ότι επειδή παρέβηκε τον όρο 4 των συμφωνιών άδειας χρήσης παραχωρώντας τη χρήση των επίμαχων χώρων σε άλλο άτομο αυτές τερματίζονταν και θα έπρεπε να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή τους μέχρι τις 11.01.16 αφού πρώτα απομακρύνει όλα τα μηχανήματα και αντικείμενα του. Ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 10
(1)της νομοθεσίας ο Αιτητής 1 στις 04.01.16 προχώρησε σε ιεραρχική προσφυγή κατά της πιο πάνω απόφασης απευθυνόμενος στους Υπουργούς Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Γεωργίας και Φυσικών Πόρων, ως προνοεί το άρθρο 10
(2)της νομοθεσίας (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση). Το απορριπτικό αποτέλεσμα της απόφασης της εξ' υπουργών επιτροπής (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση) ακολούθησε η καταχώρηση προσφυγής από τον Αιτητή 1 στο Διοικητικό Δικαστήριο με βάση το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 146 του Συντάγματος. Η προσφυγή που φέρει αριθμό υπόθεσης 627/2016 καταχωρήθηκε στις 17.05.16 και στρέφεται εναντίον του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και της εξ' υπουργών επιτροπής (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση). Η επιστολή ημερομηνίας 18.12.15 που κοινοποιήθηκε στον Αιτητή 1 και με την οποία του γνωστοποιήθηκε η απόφαση για τερματισμό των αδειών χρήσης των επιδίκων τουρκοκυπριακών χώρων για το λόγο που επικαλείται, ως αποτέλεσμα της οποίας ο Αιτητής 1 δεν ικανοποιήθηκε και γι' αυτό πρώτα καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή και μετά προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, φέρεται να ετοιμάστηκε και να φέρει την υπογραφή της κυρίας Βάνας Παπαδοπούλου του Κλάδου Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών. Από το λογότυπο της εν λόγω επιστολής φαίνεται ότι η υπηρεσία αυτή βρίσκεται εντός της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου που εντάσσεται κάτω από τον Υπουργό Εσωτερικών, από τον οποίο και λαμβάνει οδηγίες ως προς την εκτέλεση αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων που αφορούν διαχείριση τουρκοκυπριακών περιουσιών με βάση την κείμενη νομοθεσία. Αυτό ήταν εις γνώση του Αιτητή 1 με την κοινοποίηση σ' αυτόν της επιστολής αυτής. Η ενεργοποίηση των άρθρων 10
(1)της νομοθεσίας με την καταχώρηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον της εξ' υπουργών επιτροπής και του άρθρου 146 του Συντάγματος με την προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο εναντίον του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από τον Αιτητή 1, συνεπεία της διαφωνίας του με την απόφαση που του γνωστοποιήθηκε με το Τεκμήριο 1Α, χωρίς αμφιβολία φανερώνει αναγνώριση από μέρους του ότι η απόφαση εκείνη που του κοινοποιήθηκε και την οποία προσέβαλε εκδόθηκε από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, δηλαδή τον Υπουργό Εσωτερικών. Παράλληλα η άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του δείχνει ότι ο Αιτητής αναγνωρίζει ότι η κυρία Παπαδοπούλου, εναγόμενη 4 στην παρούσα υπόθεση, όταν ετοίμαζε και του απέστελλε την επιστολή ημερομηνίας 18.12.15 ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών, υπό την ιδιότητα της αρμοδίας υπαλλήλου στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Από τη στιγμή που η καταχώρηση προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα και εφόσον ο Αιτητής 1 επέλεξε να μην ζητήσει, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπόθεσης του στο Διοικητικό Δικαστήριο, την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος εναντίον του Υπουργού Εσωτερικών επικαλούμενος νομικό πρόβλημα στη χορήγηση του λόγω όπως αφήνεται να εννοηθεί στη σελίδα 14 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Αιτητών, αδυναμία απόδειξης έκδηλης και εξόφθαλμης παρανομίας από μέρους του Υπουργού Εσωτερικών, Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, αποστάληκε στον Αιτητή 1 επιστολή ημερομηνίας 27.05.16 (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση) με την οποία εκ νέου κλήθηκε να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή των επίμαχων τουρκοκυπριακών χώρων μέχρι τις 27.06.16 αφού πρώτα απομακρύνει από αυτούς όλα τα μηχανήματα και αντικείμενα του. Διαφορετικά, όπως διατυπωνόταν στο Τεκμήριο 5, θα γινόταν ανάκτηση κατοχής των χώρων δυνάμει του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας. Στηριζόμενος και επικαλούμενος τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας, οι Αιτητές με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 09.06.16 (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση) ζήτησαν να παραχωρηθούν οι επίμαχοι χώροι στον Αιτητή 2 κατά προτεραιότητα. Η επιφύλαξη αυτή του εν λόγω άρθρου αφορά υποβολή αίτησης από άτομο που παράνομα κατέχει τουρκοκυπριακή περιουσία μετά που λαμβάνει επιστολή να παραδώσει την κατοχή του χώρου που παράνομα κατέχει. Η υποχρέωση επίδοσης στον παραβάτη γραπτής ειδοποίησης για παράδοση κατοχής της τουρκοκυπριακής περιουσίας και παράλληλα μετακίνησης αντικειμένων και κατασκευασμάτων από αυτή εντός 30 ημερών από τη λήψη της, αποτελεί την πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας. Η πιο πάνω αίτηση του Αιτητή 2 φαίνεται να είναι αντιφατική της δηλωμένης θέσης των Αιτητών ότι ο Αιτητής 1 εξακολουθεί να κατέχει νόμιμα τους επίμαχους χώρους και της αναφορά τους ότι ο Αιτητής 2 απλά προστέθηκε στην επιχείρηση του Αιτητή 1 (παράγραφος 14 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση), τοποθετήσεις τις οποίες οι ίδιοι οι Αιτητές αφήνουν με την εν λόγω αίτηση εκτεθειμένες αφού τις θέτουν υπό αμφισβήτηση πάνω σε καθεστώς αμφιβολίας. Τούτο παρά τη χρήση του όρου 'άνευ βλάβης' στην πρώτη γραμμή της δεύτερης παραγράφου του Τεκμηρίου 7. Μετά την κοινοποίηση του Τεκμηρίου 5, δηλαδή της δεύτερης επιστολής ημερομηνίας 27.05.16, οι Αιτητές από κοινού καταχώρησαν ιεραρχική προσφυγή απευθυνόμενοι στην εξ' υπουργών επιτροπή επικαλούμενοι το άρθρο 10
(1)της νομοθεσίας. Επειδή όταν διαδραματίστηκε το περιστατικό της 14ης Ιουλίου 2016 δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση από την εξ' υπουργών επιτροπή, οι Αιτητές επικαλέστηκαν το άρθρο 10
(4)προκειμένου να στηρίξουν τη θέση ότι υπήρξε πασιφανής παρανομία ως προς τον τρόπο που η άλλη πλευρά ενέργησε προφασιζόμενοι εφαρμογή του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας. Το άρθρο 10
(4)της νομοθεσίας προνοεί ότι με την καταχώρηση ιεραρχικής προσφυγής αναστέλλεται η εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης του Κηδεμόνα εναντίον της οποίας ασκήθηκε τέτοια ιεραρχική προσφυγή μέχρι την έκδοση απόφασης από της εξ' υπουργών επιτροπή. Το λογότυπο της επιστολής ημερομηνίας 27.05.16 (Τεκμήριο 5) είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό του Τεκμηρίου 1Α. Πρόκειται για ακόμη ένα έγγραφο που ετοιμάστηκε και υπογράφηκε από την εναγόμενη 4 του Κλάδου Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, η οποία υπηρεσία εντάσσεται κάτω από τον Υπουργό Εσωτερικών, από τον οποίο και λαμβάνει οδηγίες ως προς την εκτέλεση αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων που αφορούν διαχείριση τουρκοκυπριακών περιουσιών δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Ο Αιτητής 1 γνώριζε την υπηρεσία που του απέστειλε το έγγραφο με την παραλαβή της εν λόγω επιστολής. Η ενεργοποίηση των άρθρων 10
(1)της νομοθεσίας με την καταχώρηση νέας ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον της εξ' υπουργών επιτροπής, συνεπεία της διαφωνίας του με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, χωρίς δεύτερη σκέψη φανερώνει αναγνώριση από μέρους του ότι η επιστολή εκείνη που του κοινοποιήθηκε και για την οποία καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή προερχόταν από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, δηλαδή τον Υπουργό Εσωτερικών. Παράλληλα η άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του δείχνει ότι ο Αιτητής αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη 4 όταν ετοίμαζε και του απέστελλε την επιστολή ημερομηνίας 27.05.16 ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών, υπό την ιδιότητα της αρμοδίας υπαλλήλου στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η καταχώρηση της δεύτερης προσφυγής έπρεπε να είχε αναστείλει όλη τη διαδικασία και επομένως λανθασμένα και παράνομα επιχειρήθηκε ανάκτηση κατοχής των επίμαχων χώρων και απομάκρυνση των μηχανημάτων, οχημάτων και αντικειμένων από αυτούς. Το εάν το Τεκμήριο 5 αποτελεί απλά μια ευγενική υπενθύμιση της ίδιας απόφασης του Κηδεμόνα που γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή 1 με το Τεκμήριο 1Α ημερομηνίας 18.12.15, εναντίον της οποίας ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή που απορρίφθηκε και άρα δεν υφίσταται θέμα καταχώρησης νέας ιεραρχικής προσφυγής, είναι ζήτημα που αναμένεται να απασχολήσει το Διοικητικό Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ενώπιον του εκκρεμούσας υπόθεσης προσφυγής. Εάν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική από το Διοικητικό Δικαστήριο, τότε ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 10
(4)της νομοθεσίας δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση των Αιτητών. Η αναστολή στην εκτέλεση απόφασης Κηδεμόνα αφορά μόνο αυτήν για την οποία ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή. Αυτό τονίζεται ρητά μέσα από τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου και οι λόγοι είναι ευνόητοι. Επομένως θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η επιχείρηση ανάκτησης κατοχής που πραγματοποιήθηκε στις 14.07.16 έγινε στη βάση της ληφθείσας απόφασης που γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή 1 με το Τεκμήριο 1Α, για την οποία ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή και εκδόθηκε απόφαση από την εξ' υπουργών επιτροπή, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με το Τεκμήριο 3. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν βλέπω πως η επίδικη επιχείρηση εμποδιζόταν να διεξαχθεί με βάση το άρθρο 10
(4)της νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή των Αιτητών δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Το άρθρο 15
(3)της νομοθεσίας είναι ένα από τα αξιοσημείωτα άρθρα, το οποίο, ανεξάρτητα των όποιων άλλων μέτρων ή κυρώσεων μπορούν να ληφθούν εναντίον του προσώπου που αποκτά κατοχή ή χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας κατά τρόπο διαφορετικό από ότι προβλέπεται στη νομοθεσία, παρέχει δικαίωμα στoν Κηδεμόνα ή στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του να προβεί, με τη βοήθεια της Αστυνομίας, αν χρειασθεί, στην ανάκτηση της κατοχής της τουρκοκυπριακής περιουσίας και στη μετακίνηση ή και απομάκρυνση από αυτή οποιουδήποτε αντικειμένου, είδους, οργάνου, κατασκευάσματος ή υλικού και ο Κηδεμόνας ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του οφείλει να λάβει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξή τους. Πάνω στο άρθρο 15
(3)της νομοθεσίας φαίνεται ότι οι εναγόμενοι βάσισαν την επιχείρηση που πραγματοποίησαν στις 14.07.16 για ανάκτηση κατοχής των επίμαχων χώρων και μεταφοράς μηχανημάτων, οχημάτων, εργαλείων και αντικειμένων από αυτά. Από την άλλη οι Αιτητές αμφισβητούν ότι τα άτομα που εισήλθαν στους επίμαχους χώρους στις 14.07.16 ενεργούσαν εκ μέρους και για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κατόπιν ενεργοποίησης του άρθρου 15
(3)και τούτο, όπως αναφέρουν, επειδή ουδέποτε παρουσίασαν γραπτή εξουσιοδότηση ως αντιπρόσωποι του. Είναι ακόμη η θέση των Αιτητών ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου κατέστησαν την είσοδο τους παράνομη με αποτέλεσμα να διαπραχτεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Επειδή οι ενέργειες προήλθαν από λειτουργούς της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου που σύμφωνα με τους Αιτητές τους επέφεραν ζημιογόνα αποτελέσματα, είναι η θέση τους ότι ορθά ενάγεται ο Γενικός Εισαγγελέας δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος. Επίσης είναι η θέση των Αιτητών ότι επειδή οι πράξεις των δημοσίων υπαλλήλων έγιναν καθ' υπέρβαση νόμου ορθά, κατά τη γνώμη τους, ενάγονται αυτά τα άτομα προσωπικά και μαζί με τον Γενικό Εισαγγελέα με την αγωγή να έχει ως βάση το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και με αξιούμενες θεραπείες διατάγματα και αποζημιώσεις. Είναι γεγονός ότι υποθέσεις που εμπεριέχουν επίκληση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης εμπίπτουν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και κατ' επέκταση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αυτό αποφασίστηκε στην υπόθεση Ahmet και άλλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών ως Κηδεμόνα/Διαχειριστή Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2011)3 Α.Α.Δ. 135 όπου ο Κηδεμόνας αρνήθηκε να επιστρέψει τουρκοκυπριακό ακίνητο στους ιδιοκτήτες του που ήταν τουρκοκύπριοι και είχαν τη συνήθη διαμονή τους στην Κερύνεια και άρα εκτός των ελεγχομένων από τη Δημοκρατία περιοχών. Στη δική μας περίπτωση όμως τα γεγονότα είναι ουσιωδώς διαφορετικά από την πιο πάνω περίπτωση. Το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, που είναι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, εξαρτάται από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό. Τα γεγονότα και τα στοιχεία που συνθέτουν αυτό το μαρτυρικό υλικό δεν πρέπει να αντικριστούν αποσπασματικά και διαχωρισμένα αλλά να εξεταστούν ενιαία και στο σύνολο τους. Τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στα Τεκμήρια 1Α και 5 που είναι οι επιστολές της εναγομένης 4 που, ως εξηγήθηκε προηγουμένως, αναγνωρίστηκαν ότι αποστάληκαν εκ μέρους και για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών, καθώς και το δεδομένο της άσκησης ιεραρχικών προσφυγών κατά απόφασης του Κηδεμόνα που είναι τα Τεκμήρια 3 και 6 όπως και το γεγονός της καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο εναντίον του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών, δεν θα πρέπει να διαχωριστούν από το επίδικο περιστατικό της 14ης Ιουλίου 2016, το οποίο να αντικριστεί ως ξεχωριστό συμβάν. Το εν λόγω περιστατικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ξένο σώμα των πιο πάνω γεγονότων αλλά φυσική συνέχεια αυτών και αναπόσπαστο μέρος τους. Η εναγόμενη 4, η οποία ετοίμασε και απέστειλε τα Τεκμήρια 1Α και 5 ενεργώντας εκ μέρους και για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών είναι το ίδιο άτομο που συνοδευόμενη από τους εναγομένους 2 και 3 αλλά και από άλλα άτομα της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου, εντός της οποίας φαίνεται να λειτουργεί ο Κλάδος Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, πραγματοποίησε την επιχείρηση ανάκτησης κατοχής των επίμαχων χώρων μετακινώντας μηχανήματα, οχήματα και αντικείμενα από αυτούς. Εάν τα άτομα αυτά που έλαβαν μέρος στο επίδικο περιστατικό ήταν ή όχι εξουσιοδοτημένα είναι κάτι που θα απασχολήσει το Διοικητικό Δικαστήριο κατά τον έλεγχο της ορθότητας και νομιμότητας της απόφασης από τον Υπουργό Εσωτερικών, η οποία στη συνέχεια φαίνεται να υλοποιήθηκε και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Η ορθότητα και η νομιμότητα της απόφασης που ο Υπουργός Εσωτερικών φαίνεται να έλαβε για το λόγο που επικαλείται με το Τεκμήριο 1Α που κοινοποιήθηκε στον Αιτητή 1 αποτελεί αντικείμενο ελέγχου από το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης προσφυγής υπ' αριθμό 627/16, μέσα από την οποία θα εξεταστούν οι εκδοχές που ο Κηδεμόνας και ο Αιτητής 1 προβάλουν για το ζήτημα αυτό με αναπόφευκτη αναφορά στην υλοποίηση της που φαίνεται να είναι το επίδικο περιστατικό της 14ης Ιουλίου 2016 στη βάση των υποβληθέντων νομικών σημείων. Δεν μπορεί όμως κάτω από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις να εντοπιστεί λογικό έρεισμα στην προβαλλόμενη από τους Αιτητές θέση ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 καθώς και όλα τα άλλα άτομα που συμμετείχαν στην επίδικη επιχείρηση ενέργησαν εντελώς ανεξάρτητα από ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση και ανάκτηση κατοχής τουρκοκυπριακής περιουσίας. Διευκρινίζω ακόμη μία φορά ότι αν τα άτομα που συμμετείχαν ήταν ή όχι δεόντως εξουσιοδοτημένα από τον Κηδεμόνα ως προνοεί η νομοθεσία και οι συναφείς κανονισμοί, είναι θέμα που θα κριθεί κατά την εκδίκαση της προαναφερόμενης υπόθεσης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο. Όπως έχει ήδη λεχθεί η παρούσα υπόθεση έχει ως βάση αγωγής το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης με αξιούμενες θεραπείες διατάγματα και αποζημιώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.148) παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται είτε σε παράνομη είσοδο είτε σε πρόκληση ζημιάς είτε σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου (νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου 'Κεφάλαιο 148-Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις', Τόμος 1, σελ.130, Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100). Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122 λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας, όποιος δε διαταράσσει αυτήν την κατοχή μπορεί να εναχθεί για παράνομη επέμβαση. Όταν όμως ο εναγόμενος ενεργήσει με την εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη ή άλλου που δικαιούται να δώσει τέτοια εξουσιοδότηση δεν διαπράττει αδίκημα παράνομης επέμβασης (Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100). Καθοδηγούμενος από τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου το σύνολο των γεγονότων, στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον μου δεν διαπιστώνω να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην υπόθεση αυτή και πολύ δε περισσότερο καταλήγω ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της συγκεκριμένης αγωγής που αφορά ισχυρισμό για παράνομη επέμβαση από μέρους των Αιτητών όταν: (α) η κατοχή των επίμαχων χώρων από τον Αιτητή 1 εδράζεται σε γραπτή άδεια χρήση τους που ήταν πάνω σε προσωρινή βάση και η οποία έχει ανακληθεί ορθά ή λανθασμένα, (β) η ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Κηδεμόνα βάση της οποίας φαίνεται να ανακλήθηκε η γραπτή άδεια χρήσης των επίμαχων χώρων θα εξεταστεί στην προσφυγή υπ' αριθμό 627/2016 στη βάση των νομικών σημείων που την συνθέτουν, η εκδίκαση της οποίας υπόθεσης εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, (γ) υπάρχει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Αιτητής 2 στις 09.06.16 υπέβαλε αίτημα στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου του Υπουργείου Εσωτερικών, στην οποία παρεμπιπτόντως εργάζεται η εναγόμενη 4 και όλα τα άτομα που φαίνεται να συμμετείχαν στην επίδικη επιχείρηση, να του παραχωρηθεί κατά προτεραιότητα άδεια χρήσης των επίμαχων χώρων δυνάμει του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας που αφορά περίπτωση ατόμου, ο οποίος παράνομα κατέχει τουρκοκυπριακή περιουσία. Όπως οι διατάξεις της τέταρτης επιφύλαξης του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας τονίζουν, άτομο που δεν κατέχει έγγραφο παραχώρησης επ' ονόματι του τουρκοκυπριακής περιουσίας, όπως εδώ ισχύει για τον Αιτητή 2, τεκμαίρεται ότι κατέχει αυτή παράνομα, (δ) το άρθρο 15
(3)εξ' ορισμού παρέχει δικαίωμα στον Κηδεμόνα να προχωρήσει με ανάκτηση κατοχής της τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι δεν εκκρεμεί απόφαση από την εξ' υπουργών επιτροπή, κάτι που δεν φαίνεται να εκκρεμεί στην συγκεκριμένη υπόθεση πάντοτε με σημείο αναφοράς το Τεκμήριο 1Α. Επαναλαμβάνω ότι η ορθότητα και νομιμότητα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου αυτού θα εξεταστούν από το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της απόφασης του Κηδεμόνα και (ε) οι όποιες τυχόν πράξεις και/ή παραλείψεις αποδίδονται στους εναγομένους 2, 3 και 4 και στα υπόλοιπα άτομα που φαίνεται να πραγματοποίησαν την επιχείρηση στις 14.07.16 είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών που αποτελεί μέρος της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου και εντάσσεται κάτω από τον Κηδεμόνα και όχι υπό του Γενικού Εισαγγελέα εναντίον του οποίου στρέφεται η παρούσα αγωγή, η ορθότητα και νομιμότητα των οποίων πράξεων και/ή παραλείψεων θα κριθούν αναπόφευκτα στα πλαίσια της εκκρεμούσας προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο. Οι Αιτητές φαίνεται ότι αναγνωρίζουν την ύπαρξη και το ρόλο τέτοιας υπηρεσίας που διαχειρίζεται τουρκοκυπριακές περιουσίες με τον τρόπο ακριβώς που περιγράφηκε αμέσως πιο πάνω και τούτο επαληθεύεται από το γεγονός ότι ο δικηγόρος τους απέστειλε στην εν λόγω υπηρεσία το Τεκμήριο 7 που είναι αίτηση ημερομηνίας 09.06.16 για παραχώρηση κατά προτεραιότητα άδειας χρήσης των επίμαχων τουρκοκυπριακών χώρων δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 15
(3)της νομοθεσίας. Η μη εκπλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προδιαγράφει την τύχη της παρούσας αίτησης. Ενόψει της κατάληξης αυτής παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων κριτηρίων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα την τρίτη προϋπόθεση του Ν.14/60, το ισοζύγιο της ευχέρειας και το στοιχείο του 'κατεπείγοντος'. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι εφόσον η θέση των Αιτητών ήταν ότι η επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στις 14.07.16 για ανάκτηση κατοχής των επίμαχων χώρων ήταν έκδηλα και εξόφθαλμα παράνομη θα μπορούσε να είχε ζητηθεί εκ μέρους τους ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα στα πλαίσια της προσφυγής υπ' αριθμό 627/2016 στο Διοικητικό Δικαστήριο. Επέλεξαν όμως να μην το πράξουν παρόλο ότι κατά τη γνώμη τους δημιουργήθηκαν συνθήκες 'κατεπείγοντος' και πασιφανούς παρανομίας με την έναρξη της επιχείρησης, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με τη δηλωμένη θέση των Αιτητών ότι ένα τέτοιο διάταγμα δεν είχε ζητηθεί σε προγενέστερο στάδιο επειδή υπήρχε αδυναμία στήριξης της νομικής θέσης ότι δεν συνέτρεχε έκδηλη και εξόφθαλμη παρανομία του Κηδεμόνα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών με παρέπεμψε στις υποθέσεις Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1Α Α.Α.Δ. 400 και Thanos Hotels Limited και άλλη v. Ιωακείμ
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1167 προκειμένου να στηρίξει τη θέση ότι οι Αιτητές μπορούσαν να εκδιωχθούν από τους επίμαχους χώρους μόνο μετά από απόφαση του Δικαστηρίου. Στις εν λόγω υποθέσεις αποφασίστηκε ότι πρόσωπο δικαιούμενο να ευρίσκεται σε ακίνητη ιδιοκτησία παραμένει και μετά την απώλεια του δικαιώματος να ευρίσκεται σ' αυτή και δεν επιτρέπεται η έξωση του με την βία αλλά με απόφαση του Δικαστηρίου. Στην παρούσα όμως υπόθεση ο Αιτητής 2 δεν μπορεί από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα να θεωρηθεί άτομο που δικαιούταν να βρίσκεται στους επίμαχους χώρους που χρησιμοποιείτο για τις επαγγελματικές δραστηριότητες του πατέρα του (Αιτητή 1). Οι άδειες χρήσης κατονόμαζαν ως αδειούχο χρήστη των εν λόγω χώρων τον Αιτητή 1. Εξ' ου ο Αιτητής 2 υπέβαλε αίτηση να του παραχωρηθούν κατά προτεραιότητα οι εν λόγω χώροι, γεγονός που δεν τον καθιστούσε δικαιούμενο άτομο να κατέχει τους συγκεκριμένους χώρους για επαγγελματικούς λόγους. Συνεπώς η περίπτωση του Αιτητή 2 διαφοροποιείται από το σκεπτικό των πιο πάνω υποθέσεων. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτών, η παρούσα υπόθεση αφορά διαχείριση τουρκοκυπριακής περιουσίας και ο Κηδεμόνας είναι ο προσωρινός διαχειριστής αυτής και κατά νόμο υπεύθυνος για την προστασία της μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή, ως αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε μαζική μετακίνηση των τουρκοκυπρίων ιδιοκτητών των τουρκοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές. Για ευνόητους λόγους η σχετική νομοθεσία επιτρέπει στον Κηδεμόνα δια του άρθρου 15
(3)να εισέλθει στην τουρκοκυπριακή περιουσία και με τη βοήθεια της αστυνομίας, αν χρειαστεί, να ανακτήσει την κατοχή της και να μετακινήσει ή απομακρύνει οποιοδήποτε αντικείμενο, είδος, όργανο, κατασκεύασμα ή υλικό λαμβάνοντας κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη του. Στο άρθρο αυτό φαίνεται ο Κηδεμόνας να κατέφυγε και να εφάρμοσε προκειμένου να εκτελέσει την απόφαση που έλαβε με το Τεκμήριο 1Α. Αν ορθά και νόμιμα ή όχι ο Κηδεμόνας εφάρμοσε τις πρόνοιες του άρθρου αυτού και αν η διαδικασία που ακολούθησε για την εκτέλεση της διοικητικής πράξης που αναδύθηκε με τη λήψη της απόφασης του είναι ή όχι ορθή και νόμιμη, θα κριθούν, όπως ήδη έχει λεχθεί στην προσφυγή που εκκρεμεί στο Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της ορθότητας και νομιμότητας αυτής της απόφασης που ο Κηδεμόνας έλαβε με το Τεκμήριο 1Α. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει το αντικείμενο εκδίκασης στην προαναφερόμενη υπόθεση προσφυγής που εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Αντίθετα η καταχώρηση της προσφυγής σε συνδυασμό με το δικαίωμα της προώθησης αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της διαδικασίας εκείνης, ανεξάρτητα εάν ο Αιτητής 1 επέλεξε για δικούς τους λόγους να μην το ασκήσει, διασφαλίζει αποτελεσματική πρόσβαση του Αιτητή 1 στο Δικαστήριο και κατ' επέκταση πλήρη απονομή της δικαιοσύνης, χωρίς έτσι σε καμία περίπτωση να παραβιάζονται οι πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Συντάγματος, όπως λανθασμένα επικαλούνται οι Αιτητές. Η θέση αυτή είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Κατά συνέπεια, με βάση το προαναφερόμενο σκεπτικό, ο πρώτος, τρίτος και ένατος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν. Υπό το φως όλων των προαναφερομένων κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2-Αιτητών 1 και 2 και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.