← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Pritek Dataforms Express Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1740/06, 2/8/2016

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Pritek Dataforms Express Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1740/06, 2/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A170 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1740/06 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED, από την Λευκωσία Ενάγουσας και PRITEK DATAFORMS EXPRESS LTD, εκ Πάφου ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΥΝΤΗΣ, εκ Πάφου ΛΟΥΛΛΑ ΜΟΥΝΤΗ, εκ Πάφου MOUNTIS ELECTRONICS AND SYSTEMS (CYPRUS) LTD, εκ Πάφου CRS SERVICES LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 17.6.2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Ενάγουσας και Pritek Dataforms Express Ltd Μιχάλης Μούντης Επίσημος Παραλήπτης ως Παραλήπτης της περιουσίας της Λούλλας Μούντη άλλως Λούλλας Σαββίδου Mountis Electronics and Systems (Cyprus) Ltd CRS Services Ltd Εναγομένων ---------------------------- Ημερομηνία: 2.8.2016 Για την Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3: κ. Σ. Βασιλείου για Αργεντούλλα Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνοντο εναντίον όλων των Εναγομένων διάφορα ποσά και συγκεκριμένα: α) Ποσό Λ.Κ.466.544,49, πλέον τόκους προς 9,75% από 01.07.2005 μέχρι 24.10.2005 και προς 9% από 25.10.2005 μέχρι εξοφλήσεως. β) Ποσό Λ.Κ.1.557,00 πλέον τόκους προς 9% από 14.04.2006, ο τόκος κεφαλαιοποιημένος κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους, ως ποσό το οποίο καταβλήθηκε για την ανανέωση της ασφάλειας υπ΄ αριθμό

  1. γ) €704.888,68, πλέον τόκους προς 6 μηνών LIBOR και 5,50% από 01.07.2005 μέχρι 24.10.2005 και προς 6 μηνών LIBOR και 10% από 25.10.2005 μέχρι εξοφλήσεως. δ) €522.973,52, πλέον τόκους προς 6 μηνών LIBOR και 5,50% από 01.07.2005 μέχρι 24.10.2005 και προς 6 μηνών LIBOR και 10% από 25.10.2004 μέχρι εξοφλήσεως. στ) Ποσό Λ.Κ.114.905,88, πλέον τόκο προς 9,75% ετησίως από 1.7.2005 μέχρι 24.10.2005 και προς 14,25% από 25.10.2005 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα ανωτέρω ποσά οφείλονται δυνάμει συμφωνιών τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων τα οποία η Ενάγουσα παραχώρησε προς την Εναγόμενη
  2. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 αποδέχθηκαν την έκδοση αποφάσεως για τα ανωτέρω ποσά και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση για την Εναγόμενη 3 μόνον, η οποία ενάγεται ως εγγυήτρια και ενυπόθηκος οφειλέτης. Η Εναγόμενη 3 παραδέχεται με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης της την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων και δηλώνει ότι οι αναγραφέντες στην Έκθεση Απαίτησης όροι ήσαν ρητοί και όχι εξυπακουόμενοι. Αγνοεί και συνεπώς αρνείται τη χορήγηση των δανείων προς την Εναγόμενη 1 αλλά αποδέχεται την ύπαρξη τρεχούμενου λογαριασμού. Παραδέχεται την υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης και υποθηκών πλην όμως ισχυρίζεται πως αυτές συνήφθησαν κατόπιν άσκησης ψυχικής πίεσης εκ μέρους της Ενάγουσας και του τότε συζύγου της Εναγόμενου
  3. Συνεπεία τούτου είναι άκυρες και αξιώνει ανταπαιτητικώς την ακυρότητα τους. Μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας πρόσφεραν 6 μάρτυρες. Για την υπόθεση της Εναγόμενης 3 κατάθεσε η ίδια. Παρά το γεγονός πως είναι αποδεκτή η υπογραφή των συμφωνιών των πιστωτικών διευκολύνσεων, εντούτοις επειδή προβάλλεται άρνηση για την παραχώρηση τους, και έτσι κατέστησαν επίδικα θέματα, θα καταγραφεί η δοθείσα συνολικά μαρτυρία. Η εκ μέρους της Ενάγουσας δοθείσα μαρτυρία, την οποία έχω διεξέλθει, παρουσιάζεται σφαιρικά, ώστε να παρουσιαστεί ενιαία, και όχι αποσπασματικά η υπόθεση της Ενάγουσας. Στα ιδιαίτερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει αναφορά κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξέταση των επιδίκων θεμάτων. Όλα τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τα έγγραφα που κατέθεσαν, αναφέρθηκε από τον Σ. Άδωνη, Μ.Ε.1 ο οποίος είναι υπεύθυνος του τμήματος προβληματικών λογαριασμών και τα κατέχει υπό την ιδιότητα του αυτή. Υπόθεση Ενάγουσας Η Ενάγουσα παρεχώρησε στην Εναγόμενη 1 διευκολύνσεις οι οποίες αφορούσαν: (α) Συμφωνία ορίου τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 2.11.1998 (Τεκμήριο 9). (β) Συμφωνία δανείου ημερ. 29.6.2001 για €593.674,00 (Τεκμήριο 14). (γ) Συμφωνία δανείου ημερ. 31.7.2001 για €436.850,00 (Τεκμήριο 15). (δ) Συμφωνία δανείου ημερ. 8.12.2000 για £120.000 (Τεκμήριο 16). Της παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού προηγείτο γνωστοποίηση με επιστολή της Εναγόμενης 1, των αποφάσεων του Διοικητικού της Συμβουλίου (Τεκμήριο 2, ημερ. 2.11.98, Τεκμήριο 6 ημερ. 5.3.1999, Τεκμήριο 7 ημερ. 27.6.2001 και Τεκμήριο 8 ημερ. 12.5.2003), με τις οποίες εζητείτο από την Ενάγουσα η αύξηση του ορίου τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο
  4. Στις εν λόγω αποφάσεις επροτείνοντο οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις και οι εγγυήσεις.) H Εναγόμενη 3 σύμφωνα με τα κατατεθέντα Τεκμήρια 3 και 4 ήταν μέτοχος και διευθυντής της Εναγόμενης 1 κατά τον επίδικο χρόνο. Για τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού συνήφθη η συμφωνία ημερ. 2.11.1998 (Τεκμήριο 9) και η Ενάγουσα άνοιξε τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 0145-09813-2001-8, ο οποίος μετατράπηκε σε 145-09813-2002-1 και ο οποίος αργότερα αντικαταστάθηκε με τον αρ. 645-220-000449-
  5. Το αρχικό όριο του τρεχούμενου λογαριασμού καθορίστηκε (Τεκμήριο 10) στις £10.000 και σταδιακά αυξήθηκε μετά από αίτημα της Εναγόμενης 1 και έγκριση της Ενάγουσας (Τεκμήρια 11, 12 και 13) στις £40.000, £70.000 και £375.
  6. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου ημερ. 29.6.2001 (Τεκμήριο 14) η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €593.674,
  7. Όρος αποπληρωμής ήταν η εξόφληση του την 2 Ιουλίου 2001, ή δια μηνιαίων δόσεων των €8.694 αρχής γενομένης από 2 Αυγούστου
  8. Δυνάμει ετέρας συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 15), ημερ. 31.7.2001, η Ενάγουσα παρεχώρησε δάνειο ύψους €436.850,00 προς την Εναγόμενη 1 το οποίο θα αποπληρωνόταν την 1η Αυγούστου 2001 ή δια μηνιαίων δόσεων ύψους €6.401 από 3 Σεπτεμβρίου
  9. Με τρίτη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 16) ημερ. 8.12.2000, συμφωνήθηκε η παραχώρηση προς την Εναγόμενη 1 ποσού ύψους £120.000 πληρωτέον την 9.12.2000 ή δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.1871 έκαστη από 8.1.
  10. Η Εναγόμενη 3 την 2.11.1998, την 12.3.1999 και την 22.6.2001 υπέγραψε έγγραφα εγγύησης (Τεκμήρια 17, 18 και 19 αντίστοιχα) με τα οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα και ανέλαβε να πληρώσει μόλις της ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο στην τράπεζα σε σχέση με τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη περιλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Μάρτυρες υπογραφής του Τεκμηρίου 17 ήσαν η Αντιγόνη Πέτρου και η Δώρα Λουκά (Μ.Ε.2) , του Τεκμηρίου 18 η Μαρία Τερπίζη και η Μ.Ε.2 και του Τεκμηρίου 19 η Φ. Δημητρίου και Δ. Γερμανού. Η Μ.Ε.2 ήταν επίσης μάρτυρας της υπογραφής της Εναγόμενης 3 στη σύμβαση υποθήκης Υ527/
  11. Η Εναγόμενη 3 περαιτέρω προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα υποθήκευσε κτήματα της στην Πάφο δυνάμει των υποθηκών Υ527/99, Υ1938/01, Υ1983/01, Υ1981/01, Υ1672/01, Υ1941/01 και Υ1982/01, ημερ. 12.3.1999, 20.7.2001, 25.7.2001, 25.7.2001, 27.7.2001, 20.7.2001 και 25.7.2001 αντίστοιχα (Τεκμήρια 20, 21, 22, 23, 24, 25 και 26). Προς εξασφάλιση της Εναγόμενης 1 εταιρείας, η Εναγόμενη 3 ενέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας και την υποθήκη Υ1943/01, ημερ. 20.7.2001 η οποία ακυρώθηκε στις 13.12.
  12. Το ποσό που εισπράχθηκε ύψους €61.318,09, πιστώθηκε έναντι του δανείου των £120.000, ημερ. 8.12.
  13. Το ανωτέρω ποσό πιστώθηκε στις καταστάσεις λογαριασμού στις 14.12.
  14. Στις 7.8.2003 η Εναγόμενη 3 με επιστολή της προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 28), κοινοποίησε γνωστοποίηση σ΄ αυτήν αναφορικά με τον τερματισμό της εγγύησης της. Η Ενάγουσα την 17.11.2003 με επιστολή της προς την Εναγόμενη 3 (Τεκμήριο 29) αναφέρθηκε σε μήνυμα της τότε δικηγόρου της Εναγόμενης 3 το οποίο παρέλαβε με τηλεομοιότυπο την 9.8.2003 και την ενημέρωσε ότι η εγγύηση της εξακολουθεί να υφίσταται και ότι η τράπεζα δεν θεωρεί ότι έχει τερματιστεί από την Εναγόμενη 3 η εγγύηση της. Η Ενάγουσα παρεχώρησε στην Εναγόμενη 1 τις ανωτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις και τα δάνεια εκταμιεύτηκαν όπως δηλώνει η Μ.Ε.4 Μαρία Γεωργίου ως εξής: - Το δάνειο ημερ. 29.6.2001 για ποσό €593.647,00 εκταμιεύθηκε στις 2.7.2001 (transfer voucher Τεκμήριο 44). Στο εν λόγω έγγραφο παρουσιάζεται το συνολικό ποσό του δανείου να πιστώνεται στο λογαριασμό 0981320021 που ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός, με το ποσό των Λ.Κ.340.000 που ήταν το ισόποσο σε νόμισμα ευρώ του ποσού του δανείου. - Του δανείου ημερ. 31.7.2001 για ποσό €436.850,00 έγινε η εκταμίευση του στις 2.8.2001 (Τεκμήριο 45). Πιστώθηκε και πάλι ο τρεχούμενος λογαριασμός της Εναγόμενης 1 με το ποσό των Λ.Κ.250.000 που αντιστοιχούσε σε ευρώ στο δανεισθέν ποσό. - Η εκταμίευση του δανείου ημερ. 8.12.2000 για ποσό £120.000 έγινε στις 12.12.2000 (Τεκμήριο 46). Λόγω μη τήρησης των όρων της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παρουσιάζουν τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην αρχή της απόφασης και διεκδικούνται με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών με επιστολές προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 35), ημερομηνίας 25.10.
  15. Επιστολές αποστάληκαν στην Εναγόμενη 3 στη διεύθυνση που είχε δώσει στην Ενάγουσα, σχετικά με τις εγγυήσεις κα ενυπόθηκες εξασφαλίσεις που πρόσφερε για όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήρια 36 έως 39). Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, στις οποίες διαφοροποιείται το επιτόκιο και μειώνεται το οφειλόμενο υπόλοιπο (Τεκμήρια 40 έως 43). Για την υπόθεση της Εναγόμενης 3 κατέθεσε η ίδια. Μέσα από την κυρίως εξέταση εκφράζει την πικρία και αγανάκτηση της για το γεγονός πως η Ενάγουσα άφησε ανεκμετάλλευτο το χρόνο να παρέλθει χωρίς να κινηθεί έγκαιρα εναντίον της Εναγόμενης 1 και να πωλήσει τα μηχανήματα τα οποία διέθετε στο εργοστάσιο της, ώστε να εισπραχθεί ένα ικανοποιητικό ποσό. Δηλώνει ότι ουδέποτε έλαβε μέρος στη λήψη αποφάσεων της Εναγόμενης 1 για τις αιτούμενες και παραχωρηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις. Πως η υπογραφή της την οποία έθεσε στις εγγυήσεις και στις συμβάσεις υποθηκεύσεως ακινήτων, τέθηκε κάτω από αφόρητη ψυχολογική πίεση του συζύγου της Εναγόμενου 2, ο οποίος την απειλούσε με αίτηση διαζυγίου εάν δεν συγκατένευε και ενίοτε χρησιμοποιούσε άσκηση σωματικής βίας εναντίον της, γεγονός που κατήγγειλε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 52 - φωτοαντίγραφο κατάθεσης) και το οποίο γνώριζε η τράπεζα. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει: «Από την αρχή του γάμου μου με τον πρώην σύζυγο μου Μιχάλη Μούντη υπήρχαν προβλήματα. Το μεγαλύτερο όλων ήταν ο αυταρχικός του χαρακτήρας. Με τον αυταρχισμό του αυτό κατόρθωνε πάντοτε στο τέλος να γίνεται το δικό του και πάντοτε γινόταν αυτό το οποίο ήθελε. Από τα πρώτα χρόνια ήταν σαν τσάρος στο σπίτι.» Στις 7.8.2003 απέσυρε και τερμάτισε τις εγγυήσεις που είχε παραχωρήσει και ο λόγος ήταν ο χωρισμός της με τον πρώην σύζυγο της. Η τράπεζα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεν έδειξε να ενδιαφέρεται και να ανησυχεί καθόλου για το γεγονός αυτό. Δεν πήρε κανένα μέτρο για να πάρει το λαβείν της. Θα μπορούσε να λάβει αυστηρά μέτρα, εάν ήθελε, καθώς τα μηχανήματα ήταν δεσμευμένα με ομόλογα. Δήλωσε η Εναγόμενη 3, ότι με σκοπό να αποφύγει τις δικαστικές διαμάχες, μετά από παρότρυνση των παιδιών της, τα οποία είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, υπέβαλε πρόταση στην Ενάγουσα προσφέροντας Λ.Κ.1.700.000 για εξόφληση. Το εν λόγω ποσό αναδείχθηκε μετά από έρευνα στην οποία προέβη εγκεκριμένος λογιστής, τον οποίο η ίδια διόρισε. Δυστυχώς όμως, αν και μετέβη και στα γραφεία της Ενάγουσας στην Αθήνα, όπου συζήτησε το θέμα, εξηγώντας και υποβάλλοντας την πρόταση της, την οποίαν αρχικά στην Αθήνα αντιμετώπισαν με επιείκεια, εντούτοις στην Κύπρο όπου την προέτρεψαν, να έλθει για συζήτηση, όχι μόνο δεν έδειχναν να ενδιαφέρονται αλλά αντίθετα την σάρκαζαν και την ειρωνεύονταν. Αντιλήφθηκε όπως είπε, πως σκοπός και του συζύγου της και των τότε προϊστάμενων της Ενάγουσας, ήταν να της «φάνε» τις πατρικές περιουσίες της τις οποίες είχε υποθηκευμένες. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα πως, (το οποίο γνωστοποίησε στην Ενάγουσα με επιστολή της) μετά και από την προσφορά της το 2007 ότι παράνομα κατακρατούν τις πατρικές της περιουσίες και όχι μόνο δεν δέχεται τώρα να την απαλλάξουν από τις εγγυήσεις αλλά ζητά να την αποζημιώσουν για την παράνομη κατακράτηση των περιουσιών της, μόνο και μόνο για να εξυπηρετούν τα δικά τους προσωπικά οφέλη και συμφέροντα. Χαρακτηριστικά της αγανάκτησης αλλά και των παραπόνων της Εναγόμενης 3 είναι τα εξής: «
  16. Μη μπορώντας να αντέξω αυτή την αδικία, παρανομία και το βρόμικο παιχνίδι εις βάρος μου και επειδή στην πορεία ανακάλυψα ότι πολλές γυναίκες βίωναν παρόμοια προβλήματα, το 2005 ίδρυσα τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Χωρισμένων Γυναικών, που σκοπό είχε την αλλαγή των νομοθεσιών ειδικά αυτές που διέπουν τις τράπεζες ώστε να διασφαλίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα κάθε χωρισμένης γυναίκας, αλλά και γενικά κάθε πολίτη αβοήθητου και απροστάτευτου.
  17. Στις 23/12/2010 Παραμονές Χριστουγέννων και πραγματικά μη έχοντας χρήματα ακόμα και για το Χριστουγεννιάτικο Τραπέζι της οικογένειας, έστειλα αυστηρό φαξ στον Γενικό Διευθυντή της Άλφα Τράπεζας στην Αθήνα κο Κωστόπουλλο. Του παράθεσα τα πάντα που συνέβαιναν στην Κύπρο. Του έγραψα για την διαφθορά των διευθυντών του από τον πρώην σύζυγο μου, εις βάρος μου, αλλά και εις βάρος της ίδιας της Τράπεζας, ότι δηλαδή στην ουσία οι διευθυντές στην Κύπρο δεν ενδιαφέρονται για τα συμφέροντα της τράπεζας αλλά για τα προσωπικά τους συμφέροντα και μόνο. Διαφορετικά από το 2003 θα ήταν κλειστή ή υπόθεση αυτή. Η γραμματέας του κου Κωστόπουλλου μου τηλεφώνησε την ίδια μέρα λέγοντας μου ότι ο κος Κωστόπουλλος πήρε την επιστολή μου και ότι θα επανερχόταν όταν γίνει έρευνα. Αντί αυτού άκουσε λίγο μετά ότι ο κο Κόκκινος γενικός διευθυντής της Άλφα Τράπεζας Κύπρου ξαφνικά παραιτήθηκε, ο κος Τιμλαλέξης πήρε μετάθεση από την Κύπρο και από την θέση που κατείχε. Ο Κος Χριστάκης Παπαχριστοδούλου, διευθυντής στην Πάφου όπου έγιναν όλα τα δάνεια είναι σε διαθεσιμότητα μέχρι σήμερα. Η υπόθεση μου όμως δεν έκλεισε.» Επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα αποτελούν: α) Η παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων (η σύναψη των συμφωνιών είναι αποδεκτή). β) Η εγκυρότητα των συμφωνιών εγγύησης. γ) Ο τερματισμός των συμφωνιών/απαιτητό του ποσού. δ) Το ύψος του αξιούμενου ποσού. ε) Ανταξίωση. Το υπό στοιχείο α, παρά την αμφισβήτηση του στα δικόγραφα, η οποία έγινε με επίκληση της άγνοιας και συνεπώς άρνησης, εντούτοις η δοθείσα γι' απόδειξη τους μαρτυρία όπως ανωτέρω λέχθηκε (Μ.Ε.4) δεν αμφισβητήθηκε, αφού δεν αντεξετάστηκε η συγκεκριμένη μάρτυρας επί των σημείων εκείνων. Έχει προτείνει ο κ. Βασιλείου ότι ο Μ.Ε.1 δεν είναι ειλικρινής μεταξύ άλλων και κυρίως διότι επέμενε ότι στα Τεκμήρια 2 και 6 υπάρχει η υπογραφή της Εναγόμενης 3 ως γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας Pritek - Εναγόμενης
  18. Η αιτίαση αυτή δεν ευσταθεί. Τα Τεκμήρια 2 και 6 αποτελούν πρακτικά συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης
  19. Στη θέση του Προέδρου τέθηκε μια υπογραφή και στη θέση του γραμματέα επίσης τέθηκε μια υπογραφή. Η απάντηση του Μ.Ε.1 είναι πως σύμφωνα με τα τεκμήρια που έχει παρουσιάσει, γραμματέας της Εναγόμενης 1 ήταν η κα Λ. Μούντη και υπέγραψε υπό αυτή την ιδιότητα. Και επέμενε στη θέση του ότι το Τεκμήριο 2 φέρει δύο υπογραφές στη θέση του γραμματέα και ότι δεν είναι η ίδια με την υπογραφή που τέθηκε από τον κ. Μούντη στη θέση υπογραφής του Προέδρου. Κατέληξε δε ο μάρτυρας λέγοντας ότι δεν είναι γραφολόγοι στην τράπεζα. Από τη στιγμή που παρουσιάζεται κοντά τους ένα πρακτικό συνεδριάσεως Διοικητικού Συμβουλίου εταιρείας, αναμένουν ουσιαστικά ότι το κάθε άτομο που φέρει μια ιδιότητα θα υπογράφει εκείνος. Είπε χαρακτηριστικά: «Αυτό έχω πει και επαναλαμβάνω ότι ισχύει το ίδιο πράγμα, είναι ένα έγγραφο το οποίο παραδόθηκε στην τράπεζα, είναι απόρροια ενός πρακτικού ενός Διοικητικού Συμβουλίου, ούτε γραφολόγοι είμαστε, είμαστε πεπεισμένοι όμως ότι είναι αυθεντικό και το κείμενο αυτό δεσμεύει την Εναγόμενη εταιρεία του οποίου γραμματέας ήταν η κα Λούλα Μούντη.» Επομένως η θέση του Μ.Ε.1 ήταν συμπέρασμα βασιζόμενο στη γνώμη που είχε ότι γραμματέας της Εναγόμενης 1 ήταν η Εναγόμενη
  20. Δέχθηκε ότι ούτε παρευρίσκετο στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ούτε ήταν το άτομο που παρέλαβε τα σχετικά πρακτικά. Όμως: Παρά το γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 παρέπεμψε σε τεκμήρια που παρουσίασε και τα οποία, όπως ισχυρίσθηκε, δείχνουν ότι γραμματέας ήταν η Λ. Μούντη (Εναγόμενη 3), εντούτοις τα τεκμήρια που ο ίδιος κατέθεσε δεν αποκαλύπτουν κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα. Το Τεκμήριο 4, πιστοποιητικό ημερ. 29.4.92, καταγράφει ότι γραμματέας είναι ο Μ. Μούντης. Η Λ. Μούντη είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων (ο άλλος είναι ο Μ. Μούντης) και μέτοχος της εταιρείας όπως διαφαίνεται στο Τεκμήριο
  21. Συνεπώς, παρά την ανωτέρω θέση του Μ.Ε.1, αυτός δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αναξιόπιστος όπως ο κ. Βασιλείου εισηγείται. Ήταν μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του ως εκ της θέσεως του και για τα οποία εξέφραζε την άποψη και συμπεράσματα του. Τερματισμός συμφωνιών Για να καταστεί ένα ποσόν απαιτητό και να είναι επιτρεπτή η διεκδίκηση του, θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη

(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 και Μ.Ι.Τ. Global Data Solutions Limited κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολ. Έφεση 21/2011, ημερ. 4.12.2015). Γεγονός το οποίο αποτελεί προϋπόθεση καταχώρισης της αγωγής. Η προϋπόθεση αυτή βέβαια δεν είναι ασύνδετη με τους όρους των συμφωνιών που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Έχει γίνει ιδιαίτερη αντεξέταση του Μ.Ε.1 για το γεγονός της αποστολής των επιστολών Τεκμήρια 36, 37, 38 και 39 προς την Εναγόμενη 3 στην οδό Αθηνών. Η εν λόγω οδός αποτελούσε τη δηλωθείσα στις συμφωνίες διεύθυνση αλληλογραφίας όλων των Εναγομένων. Η επιστολή τερματισμού απεστάλη και δεν επιστράφηκε, για τούτο θεωρείται ληφθείσα. Η θέση της Εναγόμενης 3 είναι πως μετά τη διάσταση της με τον Εναγόμενο 2 δεν ελάμβανε γνώση των εκεί αποστελλόμενων εγγράφων. Όμως. Ουδέποτε ενημέρωσε την Ενάγουσα για αλλαγή διεύθυνσης. Όπως δε ορθά παρατήρησε ο Μ.Ε.1 η επιστολή Τεκμήριο 29 στην οποία η Εναγόμενη 3 απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 21.1.2004 (Τεκμήριο 30), εστάλη από την Ενάγουσα στη διεύθυνση Αθηνών. Ήταν δε περίοδος μετά τη διάσταση της, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της επιστολής. Και έλαβε γνώση η Εναγόμενη 3. Κρίνεται συνεπώς πως νομότυπα έγινε τερματισμός των συμφωνιών και ότι η Εναγόμενη 3 έλαβε γνώση και ενημερώθηκε δεόντως. Αποφασιστικής σημασίας παραμένει το υπό στοιχείο γ επίδικο θέμα. Η εγκυρότητα των εγγυήσεων. Δεδομένης της παραδοχής της υπογραφής των συμβάσεων εγγυήσεως και υποθηκών, κρίνεται πως η νομική ανάλυση της σύμβασης εγγύησης αποτελεί αχρείαστη ενασχόληση. Η νομική όμως παράθεση και ανάλυση της κατάρτισης της σύμβασης υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Το άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, όπως ο πλαγιότιτλος του υποδηλοί, καθορίζει ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις. Σαν τέτοιες χαρακτηρίζονται όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι για νομική αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό. (Δέστε Σωκράτης Σάββα Σωκράτους ν. Πανίκου Σιβιτανίδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αγ. Ζάκου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1602.) Ο ορισμός της ελεύθερης συναίνεσης παρέχεται από το άρθρο 14. Θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με: «(α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15· ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16· ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17· ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18· ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22.» Ο ορισμός της ψυχικής πίεσης δίδεται ως εξής με το άρθρο 16 του Νόμου: «16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου· ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Σύμβαση που συνομολογήθηκε κατόπιν ψυχικής πίεσης είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογή του αθώου μέρους, του μέρους που ήταν δέκτης αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)του Κεφ. 149, ο Νόμος αυτός ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία, και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σε αυτόν θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια, την οποία απέδωσε σε αυτές το αγγλικό δίκαιο, και τυγχάνουν ανάλογης ερμηνείας στο μέτρο κατά το οποίο η ερμηνεία αυτή δεν αντίκειται στο περιεχόμενο του κειμένου και νοουμένου ότι δεν προνοείται ρητά κάποια άλλη έννοια. (Δέστε σχετικά Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1226 και Βαρβάρα (Ρίτσα) Μαλά ν. Αντώνη Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερ. 8.4.2014. Η διαπίστωση της βασικής έννοιας της ψυχικής πίεσης όπως δόθηκε μέσα από την υπόθεση Royal Bank of Scotland ν. Etridge (No.2)
(2000)32 AC773 επιβεβαιώνει ότι η έννοια της ψυχικής πίεσης είναι μέρος του δικαίου της επιείκειας (equity) και ιδίως δημιούργημα των Δικαστηρίων της επιείκειας σκοπός των οποίων ήταν η συμπλήρωση του κοινοδικαίου με επικέντρωση όχι τόσο στο εάν υπήρχε συναίνεση αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή εξασφαλίστηκε. Σαφής επί των ιδίων θεμάτων είναι και η Κυπριακή Νομολογία όπου το θέμα ρυθμίζεται νομοθετικά (βλ. Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα (ανωτέρω), Χρυστάλλα Σεργίδη το γένος Σ. Χ"Παύλου ν. Μαρίας Σ. Χ"Παύλου ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Γαλάτειας Σ. Χ"Παύλου, ECLI:CY:AD:2016:A240, Πολιτική Έφεση 317/2010 ημερ. 16.5.2016. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 16
(2)α ή 16
(2)β δημιουργείται τεκμήριο ότι το ένα μέρος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 16
(3)όταν το άλλο μέρος είναι πρόσωπο που κυριαρχεί επί της θέλησης του προσώπου που επηρεάζεται και η συναλλαγή είναι υπερβολικά επαχθής για τον τελευταίο, τότε δημιουργείται τεκμήριο άσκησης ψυχικής πίεσης. Σε τέτοια περίπτωση δεν απαιτείται η απόδειξη, ως πραγματικό γεγονός άμεσης άσκησης ψυχικής πίεσης. Αρκεί να στοιχειοθετηθούν οι προϋποθέσεις οι οποίες κατά νόμο στην Κύπρο μεταθέτουν στο πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου, το βάρος να αποδείξει ότι ο επηρεαζόμενος ενήργησε με ελεύθερη βούληση και όντας καλά πληροφορημένος (δέστε Aplcard ν. Skinner
(1887)36 Ch.D. 145 και Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33). Όπως τέθηκε στην Κεφάλας (ανωτέρω) στις σελίδες 294-295: «Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε». Στην Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555 διαπιστώθηκε ως ακολούθως ο ορισμός της ψυχικής πίεσης: «Η ψυχική πίεση αποτελεί δόγμα του δικαίου της επιείκειας. Είναι μια περιεκτική φράση η οποία καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής πίεσης όπου υπάρχουν ειδικές σχέσεις και επίσης περιπτώσεις εξαναγκασμού, επιβολής ή πίεσης έξω από εκείνες τις ειδικές σχέσεις.» Προκύπτει δηλαδή, ότι στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση απαιτείται μαρτυρία για κάποιου είδους εξαναγκασμό, πίεσης ή επιβολής. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts Volume I, General Principles, 21st edition, para. 7-066, κάτω από τον τίτλο "(
  1. b)Direct Proof of Undue Influence" "Actual" undue influence" αναφέρονται τα ακόλουθα: "If there is no special relationship, of the kind to be mentioned below, between the parties, or if there is such a relationship but the transaction that is challenged is not one that "requires explanation", the onus is upon the person seeking to avoid the transaction to establish that undue influence was used. In Bank of Credit and Commerce International SA v. Aboody Slade L.J., delivering the judgment of the Court of Appeal, said: ".we think that a person relying on a plea of actual undue influence must show that (
  2. a)the other party to the transaction. had the capacity to influence the complainant; (
  3. b)the influence was exercised; (
  4. c)its exercise was undue; (
  5. d)that is exercise brought about the transaction."" Στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανία Πουλλά
(2004)1 Β Α.Α.Δ. 961 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Όπου δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητα του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση.» Επανερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σημειώνονται τα πιο κάτω: Η Εναγόμενη 3 εκφράζει δικογραφικώς παράπονα για άσκηση ψυχικής πίεσης τόσον εναντίον της Ενάγουσας, όσον και εναντίον του τότε συζύγου της (Εναγόμενου 2). Η ισχυριζόμενη ασκηθείσα εκ μέρους του συζύγου της ψυχική πίεση τίθεται διαζευκτικά προς την ασκηθείσα εκ μέρους της Ενάγουσας αθέμιτης επιρροής και άνευ βλάβης προς εκείνην. Παρά το ότι δικονομικά ένας διάδικος μπορεί να προβάλει με το δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς εντούτοις οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που επιθυμεί να προωθήσει (Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Α. Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση 347/08, ημερ. 23.1.2012 και Μ. Μούντης v. Χ. Φοίβου Παπαχριστοφόρου, Πολιτικές Εφέσεις 189/07, 190/07 και 191/07, ημερ. 30.11.2012). Κατά την ακροαματική διαδικασία προωθήθηκε κυρίως η εκ μέρους του συζύγου της άσκηση ψυχικής πίεσης με τη γνώση της Ενάγουσας και σε μικρότερο βαθμό εθίγη «πίεση» εκ μέρους της Ενάγουσας υπό τη μορφή παρότρυνσης για την υπογραφή των συμβάσεων. Η ισχυρισθείσα εκ μέρους της Ενάγουσας άσκηση ψυχικής πίεσης δικογραφείται με τα ακόλουθα: «(α) Οι Ενάγοντες είναι οικονομικά ισχυρός τραπεζικός οργανισμός και όντας περαιτέρω οι αποκλειστικοί τραπεζίτες των Εναγομένων 3 και/ή 2 προς τους οποίους οι τελευταίοι όφειλαν σημαντικά ποσά ήσαν σε θέση να επιβληθούν της βουλήσεως και/ή της θελήσεως των Εναγομένων και ειδικότερα της Εναγομένης 3 ως και της οικογένειας της δια της λήψεως των δικαστικών μέτρων. (β) Η Εναγομένη 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο εξαρτούντο απολύτως εκ των τραπεζικών διευκολύνσεων των Εναγόντων οι οποίοι εν πάση περιπτώσει ήταν εξασφαλισμένοι διά διαφόρων υποθηκών ακινήτων της Εναγομένης
  1. (γ) Οι Ενάγοντες ουδέποτε συμβούλευσαν και/ή προέτρεψαν την Εναγομένη 3 να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αναφορικά με την υπογραφή υποθηκών εφ' όλης της ακινήτου περιουσίας της προς όφελος των οικονομικών υποχρεώσεων και/ή άλλως των Εταιρειών του Εναγόμενου 2 και/ή της Εναγομένης 1.» Μελετώντας προσεκτικά τη δοθείσα μαρτυρία διαπιστώνεται ότι δεν έχει δοθεί καμία απολύτως μαρτυρία καταδεικνύουσα σχέση εμπιστοσύνης ή σχέση κυριαρχίας της Ενάγουσας επί της Εναγόμενης
  2. Δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο έτσι ώστε να εκληφθεί ότι η Ενάγουσα ήταν η αποκλειστική τραπεζίτης της Εναγόμενης 3 και του Εναγόμενου 2 και ήταν σε θέση να κυριαρχήσει επί της βούλησης της Εναγόμενης 3 με στόχο την εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους. Κανένα επίσης στοιχείο προσκομίστηκε που να καταδεικνύει πως η Εναγόμενη 3 είχε προηγουμένως δοσοληψίες με την Ενάγουσα και ότι οικονομικά εξαρτάτο από εκείνη. Με το στοιχείο (γ) της τελευταίας παραγράφου για παραλείψεις της Ενάγουσας να συμβουλεύσει την Εναγόμενη 3 για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, αλλά και τα υπόλοιπα θέματα, θα πρέπει να τεθούν τα γεγονότα, αξιολογώντας τη δοθείσα μαρτυρία. Αποτελεί θέση της Εναγομένης 3 ότι ποτέ δεν την ενημέρωναν και δεν της εξηγούσαν τι διελάμβαναν τα έγγραφα που υπέγραφε και τις συνέπειες που θα είχε η ίδια σε περίπτωση μη πληρωμής του δανείου. Απλά, είπε, γύριζαν τις σελίδες και της υποδείκνυαν το σημείο στο οποίο έπρεπε να θέσει την υπογραφή και μονογραφές της. Η Μ.Ε.2 Δ. Λουκά στην παρουσία της οποίας η Εναγομένη 3 υπέγραψε τις εγγυήσεις ημερομηνίας 12.11.1998 και 12.3.1999, ανέφερε ότι έδωσε τα έγγραφα στους εγγυητές, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγομένης 3, όταν ήρθαν στα γραφεία τους να υπογράψουν. Αφού τα διάβασαν και ικανοποιήθηκαν, τα υπέγραψαν χωρίς να τεθεί από οιονδήποτε, ούτε από την Εναγομένη 3, οποιοδήποτε ζήτημα. Σε καμία περίπτωση, η Εναγομένη 3 της ανέφερε οτιδήποτε για άσκηση πίεσης εκ μέρους του συζύγου της. Η Μ.Ε.3 κα Γερμανού, ανέφερε πως παρούσα ήταν κατά την υπογραφή των συμφωνιών δανείου ημερομηνίας 29.6.2001, 31.7.2001 και 8.12.
  3. Παρούσα κατά την υπογραφή των συμφωνιών δανείου ήταν και η Εναγομένη 3 μαζί με τον Εναγόμενο 2, στους οποίους ο προϊστάμενος της Χρ. Παπαχριστοδούλου εξήγησε το περιεχόμενο των συμφωνιών όπου πρωτοφειλέτιδα παρουσιαζόταν η εταιρεία στην οποία αμφότεροι συμμετείχαν ως διευθυντές και μέτοχοι. Η Εναγομένη 3 υπέγραψε ενώπιον της και το έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 22.6.2001 καθώς και των εγγράφων υποθηκών. Δεν της αναφέρθηκε οτιδήποτε από την Εναγομένη 3 για άσκηση πίεσης από το σύζυγο της αλλά ούτε και η ίδια αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. Αντίθετα, η Εναγομένη 3 έδειχνε να συμφωνεί με το σύζυγο της στα αιτήματα της εταιρείας. Η ίδια αντιλήφθηκε ότι ενώπιον της, είχε ένα άτομο που γνώριζε τι έπραττε. Επιβεβαίωσε και αυτή η μάρτυρας ότι δίδεται χρόνος στους εγγυητές, να μελετήσουν τα έγγραφα προτού τα υπογράψουν. Το ίδιο έγινε και στην κρινόμενη περίπτωση. Υπογράμμισε η μάρτυρας ότι σε αρκετές περιπτώσεις, και σε διαφορετικές ημερομηνίες συνάντησε την κα Λούλλα Μούντη, τόσο κατά την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης, όσο και κατά την υπογραφή των έξι
(6)υποθηκών σε τρεις
(3)διαφορετικές ημερομηνίες, αλλά και κατά την υπογραφή των δανείων όταν προσήλθε στα γραφεία της Ενάγουσας, μαζί με τον Εναγόμενο
  1. Η Μ.Ε.4 Μ. Γεωργίου, γνώρισε την Εναγομένη 3 όταν εκείνη επισκεπτόταν το κεντρικό κατάστημα της Ενάγουσας όπου εργαζόταν και τη συνάντησε όταν ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας τις συμφωνίες δανείου. Της έκανε εξαιρετική εντύπωση η γενική της παρουσία και ο δυναμισμός που τη χαρακτήριζε. Έτυχε δε να τη συναντήσει σε αρκετές περιπτώσεις εκτός Τράπεζας, και ουδέποτε της παραπονέθηκε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε προβεί στις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις. Όπως και ο συνήγορος της Εναγομένης 3, υπέβαλε στην τελευταία μάρτυρα, είναι λογικό να μην αναμενόταν σε μια κοινωνική συνάντηση όπου παρευρίσκονταν και άλλοι, να θίξει τέτοιο θέμα η Εναγομένη
  2. Τα όσα όμως οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν στο Δικαστήριο είναι αποδεκτά. Χαρακτηρίζονται από λογική και συνάφεια. Ήσαν ειλικρινείς και η μαρτυρία τους ήρεμη, απλή, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και κενά. Σε καμία από αυτές τέθηκε ότι δεν μίλησαν ή δεν εξήγησαν στην Εναγομένη 3 τα έγγραφα που εκείνη υπέγραφε. Εκείνο που από την αρχή τέθηκε σε αυτές ήταν η αμφισβήτηση για την ικανότητα τους να διακρίνουν εάν ένας άνθρωπος, είχε δεχθεί πίεση και εάν ήταν η όχι θλιμμένη, σε καλή ή κακή ψυχολογική κατάσταση. Για τούτο και ρωτήθηκαν εάν έχουν γνώσεις ψυχολογίας ή εάν κατέχουν σχετικό δίπλωμα. Η ανθρώπινη εμπειρία δηλώνει ότι μπορεί να αντιληφθεί ένας άνθρωπος εάν ο συνάνθρωπος του είναι σκυθρωπός ή χαρούμενος. Αν είναι ανέκφραστος ή ομιλητικός. Δεδομένου ότι δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει ή να αντιληφθεί τι κρύβεται πίσω από το χαρούμενο πρόσωπο ή την εύθυμη διάθεση εκείνο βέβαια που επιβεβαίωσαν οι τρεις ως άνω μάρτυρες ήταν πως δεν αντιλήφθηκαν οποιαδήποτε πίεση ή έστω δισταγμό της Εναγομένης
  3. Εκείνη που το επιβεβαίωσε τούτο ήταν η ίδια η Εναγομένη 3, η οποία δήλωσε αντεξεταζόμενη πως δεν ήθελε να δείχνει στους άλλους, και δη στους υπαλλήλους της τράπεζας, ότι αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Συνεπώς πώς θα αναμενόταν να αντιληφθούν την οιαδήποτε ύπαρξη ή προΰπαρξη άσκησης πίεσης, βίας ή επιβολής έναντι της; Ούτε βεβαίως η ίδια η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε τις υπαλλήλους ή αξιωματούχους της Ενάγουσας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραφε. Δεν ανέφερε οτιδήποτε γιατί η παρουσία του συζύγου της και μόνο την απέτρεπε και της προκαλούσε φόβο. Προσπάθεια έγινε επίσης αμφισβήτησης της μνήμης των μαρτύρων για συγκεκριμένα γεγονότα. Εδόθη όμως και για τούτο ικανοποιητική και ικανή εξήγηση. Η Μ.Ε.2, απαντώντας την ερώτηση πως είναι δυνατό να θυμάται αφού στα 20 χρόνια υπηρεσίας της πρέπει να είδε πολλά πρόσωπα και να έθεσε σωρεία υπογραφών, ανέφερε πως θυμόταν καλά τη συγκεκριμένη περίπτωση διότι απασχολείτο στο Τμήμα Δανείων για δύο μόνο χρόνια, και θυμάται αρκετούς πελάτες. Τους συγκεκριμένους τους θυμάται γιατί τους γνώριζε προτού εργοδοτηθεί στην τράπεζα. Η Πάφος είναι μικρή πόλη, και επίσης το 1998 παρακολούθησε μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών στον κ. Μούντη. Η Μ.Ε.3 δικαιολόγησε την ικανότητα της να θυμάται την κα Μούντη διότι αμφότερες είχαν μικρά κοριτσάκια με κάποιους μήνες διαφορά στην ηλικία αφού η μεν κα Μούντη γέννησε το 1997 ενώ η Μ.Ε.3 αρχές του 1998, και όταν συναντιόντουσαν μιλούσαν για πάρα πολλά θέματα. Για τούτο και πίστευε ότι θα μπορούσε να της μιλήσει η κα Μούντη για άσκηση πίεσης, εάν υπήρχε, από το σύζυγο της. Εξάλλου η Μ.Ε.3 ήταν παρούσα και κατά την υπογραφή των εγγυήσεων και υποθηκών. Άσκηση πίεσης εκ μέρους του Εναγόμενου 2 - συζύγου της Η άσκηση πίεσης συγκεκριμενοποιείται ως εξής στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης: «(α) Ο Εναγόμενος 2 εξεβίασε την Εναγόμενη 3 ότι εάν δεν υπόγραφε τις εγγυήσεις προς όφελος των Εναγόντων και/ή υποθήκευσε προς όφελος των οικονομικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς του Ενάγοντες αυτός θα εγκατέλειπε την οικία των και θα προχωρούσε με την καταχώρηση αίτησης διαζυγίου και/ή θα κτυπούσε αυτήν και/ή προκαλούσε φόβο στην Εναγόμενη 3 για την σωματική της ακεραιότητα. (β) Περαιτέρω η Εναγόμενη αρ. 3 ισχυρίζεται ότι κατ' ακολουθίαν εξασκήσεως σωματικής βίας εις βάρος της υπό του Εναγομένου 2 ηναγκάζετο και/ή εξαναγκάζετο να υπογράψει εκ μέρους και διά λογαριασμό της Εναγομένης 1 Εταιρείας του Εναγομένου 2 τις εγγυήσεις και/ή υποθήκευσε την ακίνητη περιουσία της προς όφελος του Εναγομένου 2 και/ή της Εναγόμενης αρ.
  4. (γ) Περαιτέρω η Εναγόμενη αρ. 3 ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω κατ' ακολουθίαν ασκηθείσα σωματική βία εις βάρος της υπό του Εναγομένου 2 λόγω της άρνησης της να υπογράψει νέα και/ή οιαδήποτε έγγραφα υποθήκης της περιουσίας αυτής προκάλεσε τον ισχυρό κλονισμό του γάμου της με τον Εναγόμενο 2 και/ή η Εναγόμενη 3 επανειλημμένα κατάγγειλε τον Εναγόμενο 2 στην Αστυνομία για κακοποίηση και/ή βία στην οικογένεια και/ή επίθεση και/ή ο γάμος αυτής κατέρρευσε οριστικά.» Με τις ανωτέρω δικογραφημένες θέσεις η Εναγόμενη 3 εναποθέτει ευθύνες στο σύζυγο της Εναγόμενο
  5. Οι προεκτάσεις τέτοιων ενεργειών σε σχέση με τις συνέπειες που επιφέρουν στις συμβάσεις με την τράπεζα έχουν αναλυθεί τόσο σε αγγλική όσο και κυπριακή νομολογία (Bridge
(2002)2 A.C. 773, Ανδρούλα Μαρκίδου v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2069). Στις ανωτέρω αποφάσεις θίγηκε το σοβαρό φαινόμενο που επηρεάζει αρνητικά ένα μέρος της κοινωνίας και ευρύτερα της οικονομίας. Λέχθηκε στην Μαρκίδου: «Το ζήτημα προέκυψε από το γεγονός ότι οικονομικοί οργανισμοί προχωρούν στην εκποίηση περιουσιών για χρέη στα οποία πρωτοφειλέτης είναι ο σύζυγος με εγγυήτρια τη σύζυγο, η οποία όμως δεν έχει καμιά άμεση σχέση με το δάνειο προς το σύζυγο, που γίνεται τις περισσότερες φορές για δικό του λογαριασμό ή της επιχείρησης του. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, καθώς αποφασίστηκε, αν αποδειχθεί πως οι περιστάσεις που υπεγράφη η εγγύηση είναι τέτοιες ώστε να θέτουν τον πιστωτή σε τεκμαιρόμενη γνώση των συνθηκών κάτω από τις οποίες η σύζυγος υπέγραψε την εγγύηση, τότε ο πιστωτής αναλαμβάνει τον κίνδυνο η σύζυγος να ασκήσει δικαίωμα παραμερισμού της συναλλαγής, εκτός αν ο πιστωτής προειδοποίησε επαρκώς την εγγυήτρια-σύζυγο για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με την υπογραφή της εγγύησης.» Σχετική και άξια μνείας τα λεχθέντα στην απόφαση Σιάτη v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1598, με την οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό του Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αυτό όμως που πρέπει εξ΄ αρχής να υπενθυμιστεί είναι ότι για να είναι νομικά επιλήψιμη τέτοιου είδους επιρροή πρέπει, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες, όπως έχουν και νομολογιακά ερμηνευθεί, να προέρχεται από ένα των συμβαλλομένων και όχι από τρίτο πρόσωπο. [Βλ. π.χ. την υπόθεση Coudounaris v. Coudounaris
(1980)1 C.L.R. 581, στη σελίδα 588]. Εδώ όμως, σύμφωνα με τη μαρτυρία και της ίδιας της εναγομένης 2, κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, καμμιά επιλήψιμη συμπεριφορά δεν φαίνεται να είχε ασκηθεί επ΄ αυτής από την ενάγουσα τράπεζα μέσω οποιουδήποτε υπαλλήλου της. Υπάρχουν βέβαια και ανεγνωρισμένες νομολογιακά περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένας πιστωτής θα μπορούσε ενδεχόμενα να αποτύχει στην απαίτηση του εάν καταδειχθεί ότι αυτός είχε αναθέσει την εξασφάλιση της υπογραφής οφειλέτη σε κάποιον ο οποίος ήταν, εν γνώσει του πιστωτή, σε θέση να επηρεάσει τον οφειλέτη και πράγματι εξασφάλισε την υπογραφή του οφειλέτη ασκώντας αθέμιτη επιρροή ή ψευδείς παραστάσεις. [Βλ. π.χ. Midland Bank Plc v. Shephard
(1988)3 All E.R. 17]. Όπως μάλιστα τονίστηκε στην υπόθεση αυτή του Αγγλικού Εφετείου, η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ συζύγων, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε νομικό τεκμήριο αφ΄ εαυτού, για άσκηση αθέμιτης επιρροής (undue influence). Ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ότι τέτοια συναλλαγή δεν μπορεί να επικυρωθεί εκτός αν καταδειχθεί ότι η σύζυγος είχε εξασφαλίσει ανεξάρτητη συμβουλή [Shears & Sons Ltd v. Jones
(1922)2 Ch. 802]. Ακόμα δε και αν εγειρόταν τέτοιο νομικό τεκμήριο μεταξύ συζύγων μια συναλλαγή δεν θα ήταν ακυρώσιμη εκτός αν καταδεικνυόταν ότι ήταν έκδηλα εναντίον των συμφερόντων της συζύγου [Βλ. National Westminster Bank v. Morgan
(1985)1 All E.R. 821].» Στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. O'Brian
(1993)3 All E.R. 417, τέθηκαν οι πιο κάτω βασικές αρχές: «Εκεί που η σύζυγος προσφέρει εγγύηση για το σύζυγο της χωρίς οποιαδήποτε αθέμιτη πίεση ή καταναγκασμό ή άλλη αξιόποινη πράξη εκ μέρους του, τότε το τρίτο μέρος (η τράπεζα) δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση που η σύζυγος προβάλλει παράπονο για τη συναλλαγή της είτε με το σύζυγο της είτε με την τράπεζα. Εκεί που η σύζυγος έχει προσφέρει εγγύηση ή άλλη εξασφάλιση για το σύζυγο της ως αποτέλεσμα αθέμιτης πίεσης ή καταναγκασμού ή άλλης αξιόποινης πράξης εκ μέρους του συζύγου, τότε η σύζυγος έχει το δικαίωμα να ακυρώσει τη συναλλαγή μεταξύ της και του συζύγου της. Σε σχέση όμως με την τράπεζα, το δικαίωμα της έναντι της τράπεζας (δηλαδή να ακυρώσει την εγγύηση ή εξασφάλιση που έχει δώσει) εξαρτάται από το κατά πόσο η τράπεζα είχε ή πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε γνώση (πραγματική ή τεκμαιρόμενη) των συνθηκών πίεσης ή εξαναγκασμού κάτω από τις οποίες η σύζυγος υπέγραψε την εγγύηση ή παραχώρησε τη συγκεκριμένη εξασφάλιση. Εάν η τράπεζα είχε πραγματική γνώση του τι συνέβη, η εγγύηση της συζύγου θα ακυρωθεί. Εάν η τράπεζα θεωρηθεί ότι είχε τεκμαιρόμενη γνώση των παράτυπων συνθηκών υπό τις οποίες ο σύζυγος έπεισε ή πίεσε ή ανάγκασε τη σύζυγο να δώσει την εγγύηση ή εξασφάλιση προς την τράπεζα, και δεν έπραξε τίποτε, τότε η τράπεζα θα θεωρηθεί ότι έχει νομική ευθύνη προς το σύζυγο και η συναλλαγή μεταξύ της και της συζύγου και πάλιν θα ακυρωθεί.» Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι θέσεις των προσώπων, παρουσία των οποίων η Εναγόμενη 3 υπέγραψε. Δεν αντιλήφθηκαν οτιδήποτε και η Εναγόμενη 3 σε ουδέν σχόλιο προέβη για πίεση ή επιρροή. Το βεβαιώνει και η ίδια με την αντεξέταση της. Προστίθεται στο σημείο τούτο και η μαρτυρία του Μ.Ε.6 Χριστοφίδη, παρουσία του οποίου έγιναν οι δηλώσεις υποθήκευσης των ακινήτων στο Κτηματολόγιο. Στις ερωτήσεις των υπαλλήλων του Κτηματολογίου προς την Εναγόμενη 3 για τη συγκατάθεση της να υποθηκεύσει απαντούσε καταφατικά. Τούτο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Αμφισβητήθηκε η ικανότητα του μάρτυρα να ψυχολογεί τους ανθρώπους. Η ίδια δε η Εναγόμενη 3 κατά την αντεξέταση της δήλωσε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να συγκατανεύσει για την υποθήκευση. Προς τους μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 τέθηκε η υποβολή ότι ο Χρ. Παπαχριστοδούλου, πρώην υπάλληλος της Ενάγουσας, υπεύθυνος χορήγησης δανείων, εγνώριζε τις πιέσεις και συνθήκες της ψυχικής και σωματικής βίας που βίωνε η Εναγόμενη 3 από τον Εναγόμενο 2 και όμως δεν έκανε οτιδήποτε. Πέραν της υποβολής αυτής, δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για το πώς και από ποιον ενημερώθηκε το εν λόγω πρόσωπο για τις ενέργειες αυτές. (Ο τελευταίος δεν επιβεβαίωσε την αποδιδόμενη σε αυτόν γνώση, αφού δεν κλήθηκε ως μάρτυρας.) Ούτε καν η Εναγόμενη 3 ανέφερε στη μαρτυρία της ότι εκείνη το γνωστοποίησε στον Παπαχριστοδούλου. Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε πολλάκις ότι «δεν το έλεγα σε κανένα.. Ο λόγος που δεν μιλούσα σε κανένα γι΄ αυτή τη ψυχολογική και σωματική βία που είχα υποστεί.», υπερτονίζοντας και επιβεβαιώνοντας ότι δεν ενημέρωνε κανένα για την ισχυριζόμενη άσκηση βίας εκ μέρους του συζύγου της. Βέβαια σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης, πιεζόμενη, δήλωσε πως τηλεφωνικά ενημέρωσε τον κ. Παπαχριστοδούλου, χωρίς όμως να προσφέρει περισσότερες λεπτομέρειες και στη συνέχεια, επαναλάμβανε ότι δεν μιλούσε και δεν εξωτερίκευε τα συναισθήματα της. Αναδείχθηκε από την όλη μαρτυρία της πως το παράπονο της εναντίον του κ. Παπαχριστοδούλου ήταν πως την παρότρυνε και την έπειθε για την παραχώρηση των εξασφαλίσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρει η Εναγόμενη 3: «Όταν μου είπε ο πρώην μου σύζυγος μου ότι το δέχεται η Alpha bank, να βάλει το 1/3 στον κύριο Χρηστάκη Παπαχριστοδούλου, του τηλεφώνησα και του λέω "για το όνομα του Θεού! Είναι αλήθεια τούτα που μου λέει; Μπορείτε να κάμετε τούτο το πράγμα; Γιατί δεν θέλω να τα βάλω υποθήκη και εκεί που έβαλα, θέλω να τα ξεκαθαρίσει διότι προς το παρόν, του λέω είναι τα χωράφια μου και δεν θέλω να μπουν υποθήκη". Και μου είπε επί λέξει "είναι μια εταιρεία η οποία είναι ανθοφόρα, έχει επικερδότητα, δεν πρόκειται, μου λέει, να κινηθούμε εναντίον σου γιατί δεν θα υπάρχει πρόβλημα". Μου είπε ότι μου ανέφερε τότε, ήταν να βάλουμε τα ομόλογα να υπογραφούν, μου λέει "έχουμε ομόλογα τα οποία θα κινηθούμε εναντίον της εταιρείας. Τι έχεις να φοβηθείς; " Λέει μου. Και με αυτό τον τρόπο με ενεθάρρυνε και εκείνος ακόμα, δηλαδή είχα και τον πρώην σύζυγο μου να με λαλεί και είχα και την τράπεζα να με ενθαρρύνει και με αυτόν τον τρόπο υπέγραψα.» Συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί πως η Ενάγουσα είχε γνώση των συνθηκών πίεσης ή βίας της Εναγόμενης 3 προερχόμενης από τον Εναγόμενο 2 προς αυτήν, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι έλαβαν χώρα. Για τους λόγους που ακολουθούν θεωρώ ότι η Εναγόμενη 3 δεν έπεισε για την ισχυριζόμενη άσκηση ψυχικής πίεσης, τον επίδικο χρόνο: - Οι συμβάσεις δανείου αφορούσαν την εταιρεία στην οποία και η ίδια συμμετείχε ως μέτοχος και διευθυντής. - Η κατάθεση στην Αστυνομία (Τεκμήριο 52) με την οποία καταγγέλλει το σύζυγο της είναι ημερ. 30.10.
  1. Δεν έχει χρονική συνάφεια με τις επίδικες συμβάσεις εγγυήσεων οι οποίες συνομολογήθηκαν στις 2.11.1998, 12.3.1999 και 22.8.2001, δηλαδή πέντε, τέσσερα και δύο χρόνια προηγουμένως. Σημειώνεται επίσης πως μια κατάθεση στην Αστυνομία δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη του γεγονότος το οποίο περιγράφει. - Στις 7.8.2003 γνωστοποίησε μέσω δικηγόρου με επιστολή προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 28) τερματισμό της εγγύησης της. Δεν επικαλείται ψυχική πίεση ως την αιτία του τερματισμού, αλλά το γεγονός της διάστασης της με τον Εναγόμενο
  2. - Αποστέλλεται νέα επιστολή (Τεκμήριο 30) ημερομηνίας 21.1.2004 και πάλιν δια δικηγόρου αναφορικά με το ίδιο γεγονός, χωρίς και πάλιν να γίνεται οιαδήποτε μνεία για αθέμιτη επιρροή. Θα ανέμενε κάποιος, πως στις επιστολές αυτές που αποστάλησαν δια δικηγόρων, θα ετίθετο το ορθό νομικό πλαίσιο και οι ισχυρισμοί περί του ακυρώσιμου των εγγυήσεων και εξασφαλίσεων που παραχώρησε. - Προσφορά διευθέτησης των αξιώσεων έγινε το 2007 όπου η Εναγόμενη 3 πρόσφερε, μετά από συμβουλή των λογιστών της, το ποσό των €1.700.
  3. (Ακολούθησε μετά, η καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης στις 4.7.2008.)(Τεκμήρια 47, 48 και 50.) Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στο Τεκμήριο 47 (Γ και Θ). «Γ) Με βάση τα πιο πάνω η πελάτιδα μου είναι έτοιμη να προβεί σε διευθέτηση όλων των νομίμως οφειλομένων στην Τράπεζα σας αφού δηλαδή αφαιρεθούν όλες οι υπερχρεώσεις και χρεώσεις για τις οποίες η πελάτιδα μου δεν δεσμεύεται ως εγγυήτρια για τις οποίες επιφυλάσσει τα δικαιώματα της.» «Επιπρόσθετα η πελάτιδα μου εισηγείται και είναι έτοιμη να συζητήσει την επαναχρηματοδότηση της από την Τράπεζα σας αφού μπορεί να προσφέρει όλες τις αναγκαίες εξασφαλίσεις. Επιπρόσθετα τα σχέδια αξιοποίησης συγκεκριμένου κτήματος το οποίο έχει ήδη μεταβιβάσει στα παιδιά της ο σύζυγος αυτής στα πλαίσια διευθέτησης των περιουσιακών διαφορών αυτών, προσφέρει δυνατότητα εξόφλησης του νέου δανείου σε τακτό χρονικό διάστημα. Για το εν λόγω κτήμα έχουν ετοιμαστεί σχέδια τουριστικής ανάπτυξης αυτού και βρίσκονται στο στάδιο εξασφάλισης όλων των αναγκαίων αδειών. Η πελάτιδα μου, τα παιδιά της και εγώ είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε και να παρουσιάσουμε στην Τράπεζα όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες για τα πιο πάνω.» Κρίνεται συνεπώς πως η Εναγόμενη 3, τον επίδικο χρόνο, παρείχε τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις με ελεύθερη βούληση και συναίνεση. Είχε πλήρη επίγνωση και γνώση του τι υπέγραφε και του γεγονότος της λήψεως δανείων, για την Εναγόμενη 1 εταιρεία, στην οποία, όπως και στην παράγραφο 16(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης καταγράφεται: «Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσαν αγωγή χρόνο η Εναγόμενη 3 μετά του Εναγομένου 2 διατηρούσαν τις Εταιρείες με τις επωνυμίες PRITEK DATAFORMS EXPRESS LIMITED και MOUNTIS ELECTRONICS AND SYSTEMS (CYPRUS) LTD, ήτοι τις Εναγόμενες 1 και 4 (εν τοις εφεξής καλουμένων «οι Εταιρείες») στις οποίες ο Εναγόμενος 2 ήτο και/ή συνεχίζει να είναι ο εκτελεστικός διευθυντής (executive director) και/ή ο μοναδικός διευθυντής και/ή διευθύνων σύμβουλος και/ή πρόσωπο το οποίο έλεγχε τις Εταιρείες.» Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, η Εναγόμενη 3 θεωρεί ως μέρος της ασκηθείσας πίεσης εκ μέρους της Ενάγουσας, αλλά και μέρος των Ανταπαιτήσεων της, ότι δεν της δόθηκε ανεξάρτητη νομική συμβουλή (το υπό στοιχείο γ των λεπτομερειών άσκησης πίεσης εκ μέρους της Ενάγουσας). Έχουν καταγραφεί οι συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε. Της έχει δοθεί χρόνος να μελετήσει τα έγγραφα και οι υπαλλήλοι ήσαν πρόθυμοι να επιλύσουν οποιαδήποτε απορία. Δεν υπήρξε ερώτηση ή αμφισβήτηση ή προβληματισμός. Η ίδια η Εναγόμενη 3 είναι απόφοιτη πανεπιστημίου, έχει υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ήταν καθηγήτρια μαθηματικών. Είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τις συνέπειες των εγγράφων που της παρουσιάζοντο για υπογραφή και εάν κάτι δεν την ικανοποιούσε να το αναφέρει. Εξάλλου, από το έτος 1994 είχε διορισθεί καθηγήτρια στη μέση εκπαίδευση και ήταν μια οικονομικά ανεξάρτητη γυναίκα. Έχει νομολογηθεί στην Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας APAK AGRO Industries Ltd κ.α. v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 322 πως: «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά στάθμισε τα ενώπιον του στοιχεία και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Κούντουρου είχε γνώση του τι υπέγραφε και ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν αναγκαίο να της προσφερθεί ανεξάρτητη νομική συμβουλή.» Κρίνεται συνεπώς πως το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν προσέφερε στην Εναγόμενη 3 νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των εγγυήσεων και υποθηκών, δεν αποτελεί λόγο για ακυρότητα αυτών. Ύψος αξιούμενων ποσών Η Εναγόμενη 3 αρνείται δια του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης (παρ. 23) το δικαίωμα της Ενάγουσας να αξιώνει και/ή διεκδικεί τόκο κεφαλαιοποιημένο δύο φορές το χρόνο. Ισχυρίζεται περαιτέρω (παρ. 24 και 27) ότι ο περί Φιλευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/99 δεν έχει εφαρμογή στις συμφωνίες ημερ. 2.11.1998 και 8.12.2000 μεταξύ των διαδίκων. Πρόσθετος ισχυρισμός της Εναγόμενης 3 είναι πως στα αξιούμενα ποσά περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις για προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και συνεπώς η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να τα αξιώνει. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 3 με την αγόρευση του, πέραν της αναφορά του στο θέμα τούτο, έχει υποδείξει πως δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου για τον ορθό τρόπο παρουσίασης καταστάσεων οι οποίες παράγονται από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ήταν η θέση του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κεφ. 9 η σύγκριση και επιβεβαίωση της ορθότητας των καταχωρήσεων συνιστά αναγκαία προϋπόθεση στο να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι. Παρέπεμψε δε προς ενίσχυση της θέση του στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390. Προτού εξεταστεί η γενικότερη εισήγηση περί του εφαρμοστέου Νόμου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 είναι απαραίτητες για απόδειξη των προσαγόμενων καταστάσεων λογαριασμών. Στην Σταυρινού (ανωτέρω) είχε προσαχθεί στο Δικαστήριο το πιστοποιητικό στο οποίο αναφερόταν το υπόλοιπο και μια ελλιπής κατάσταση, η οποία ξεκινούσε με ένα «εκ μεταφοράς» υπόλοιπο, χωρίς σύνδεση του με τα προηγούμενα χρόνια ή τις προηγούμενες δοσοληψίες. Στην κρινόμενη περίπτωση, οι καταστάσεις λογαριασμών ξεκινούν από τον χρόνο ανοίγματος τους μέχρι τέλους, παρέχοντας συνεχείς πληροφορίες για τις κινήσεις και τα αναγραφόμενα ποσά. Από την αντίπερα όχθη, υποδεικνύει η συνήγορος της Ενάγουσας πως ο Μ.Ε.1 ο οποίος κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμών Τεκμήρια 31, 32, 33 και 34 εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο τις παρήγαγε και τις παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπέδειξε περαιτέρω πως οι Εναγόμενοι εδέχοντο τις καταστάσεις λογαριασμού, δεν τις αμφισβήτησαν και ουσιαστικά έχουν αποδεχθεί την ορθότητα των χρεώσεων που εμφαίνονται σ΄ αυτές. Σε σχέση με τα ανωτέρω παρατηρούνται τα εξής: Ο Μ.Ε.1 καταθέτοντας τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 31 έως 34, ανέφερε επακριβώς με τη μαρτυρία του τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 για την παραγωγή και κατάθεση στο Δικαστήριο καταστάσεων που παράγονται από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Εξήγησε μεταξύ άλλων ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τους επίδικους λογαριασμούς μετά από εντολή του παραλήφθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από εκείνον με τις αρχικές καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι είναι ορθοί. Όπως ορθά υποδεικνύει η κα Μαλέκου, επί των Τεκμηρίων 31 έως 34 αναγράφεται η ακόλουθη σημείωση: «Παρακαλούμε να ελέγξετε το λογαριασμό αυτό και σε περίπτωση διαφοράς να επικοινωνήσετε μαζί μας σε δύο εβδομάδες από την ημερομηνία παραλαβής του, διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι αυτός είναι ορθός και ότι συμφωνείτε με το υπόλοιπο.» Οι καταχωρήσεις αυτές αποστέλλοντο στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, μέτοχος και διευθυντής της οποίας υπήρξε η Εναγόμενη 3 και δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν υπήρξε οιαδήποτε εισήγηση για το ποιες καταχωρήσεις ή ποια ποσά αποτελούν ανεπίτρεπτες ή παράνομες χρεώσεις ούτε δόθηκε σχετική περί τούτου μαρτυρία. Ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάσθηκε επί του θέματος αυτού. Καταστάσεις λογαριασμού είχε λάβει προσωπικά και η Εναγόμενη 3 τις οποίες ζήτησε με επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμήριο 51) και δεν υπήρξε κατά τη διεξαγωγή της δίκης οποιαδήποτε ιδιαίτερη εισήγηση. Τα υπόλοιπα των λογαριασμών είχαν επίσης γνωστοποιηθεί στην Εναγόμενη 3 με επιστολές ημερομηνίας 25.10.2005 χωρίς και πάλιν να ενεργοποιηθεί προς αμφισβήτηση τους. Η απόφαση Green Wood (Pauper) v. Martins Bank
(4)[1933] A.C. 51, στην οποία η συνήγορος της Ενάγουσας με παρέπεμψε, είναι σχετική για την υποχρέωση του πελάτη της τράπεζας να την ενημερώσει αμέσως μόλις ανακαλύψει τις ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις. Συνεπώς, η μη αμφισβήτηση και η αποδοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα των χρεώσεων καταδεικνύει συγκατάθεση και αποδοχή τούτων, όπως ο όρος συγκατάθεση (acquiescence) ερμηνεύεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 28th edition, σελ. 1450: "If a person having a right, and seeing another person about to commit, or in course of committing, an act infringing upon that right, stands by in such a manner as really to induce the person committing the act, and who might otherwise have abstained from it, to believe that he assents to its being committed, he cannot afterwards be heard to complain of the act." Είναι αρκετό να τονισθεί αυτό που λέχθηκε στην υπόθεση Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας APAK Agro Industries Ltd κ.α. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 274/09, ημερ. 27.4.2016: «.ως εκ περισσού να παρατηρήσουμε ότι δεν πρέπει να αναμένεται ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα ο Δικαστής θα μετατρέπεται σε λογιστή, τη στιγμή μάλιστα που ένας (τραπεζικός) λογαριασμός λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα με πλήθος συναλλαγών και ο οφειλέτης ενημερώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα για την κίνηση του χωρίς να αμφισβητεί το περιεχόμενο του.» Κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως Αποτέλεσε μια από τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης, ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται να αξιώνει τόκο κεφαλαιοποιημένο δύο φορές το χρόνο (παρ. 26). Η θέση αυτή παρά τη γενικότητα της στην ανωτέρω παράγραφο, ακολούθησε τη διαζευκτική θέση της παραγράφου 27 ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160
(1)/99 δεν έχει εφαρμογή στις ισχυριζόμενες συμφωνίες ημερ. 2.11.98 και 8.12.
  1. Με την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης 3, η εισήγηση αυτή περιορίστηκε μόνο σε ότι αφορά τη συμφωνία ημερ. 2.11.
  2. Μεταφέρεται αυτολεξεί η σχετική θέση: «Η θέση μας, ότι η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης από την Εναγόμενη 2 είχε γίνει πριν την εφαρμογή του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2001 και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση της συμφωνίας ημερομηνίας 2/11/
  3. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες όφειλαν να χειριστούν το επίδικο αυτό δάνειο και λογαριασμούς στην βάση των όρων των επίδικων συμφωνιών (σε σχέση με το ανώτατο ύψος επιτοκίου και το πλήθος κατά χρόνιά της ανακεφαλαιοποίησης των τόκων) και όχι με βάση τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Νόμου. Είναι ξεκάθαρο ότι οι Ενάγοντες αντιμετώπισαν το επίδικο αυτό δάνειο και λογαριασμούς (μετά την εφαρμογή του προαναφερόμενου Νόμου) ως εάν να ενέπιπταν στις πρόνοιες του προαναφερόμενου Νόμου, πράγμα ανεπίτρεπτο, με αποτέλεσμα ολόκληρη η κίνηση των επίδικων λογαριασμών να περιέχουν παράνομες χρεώσεις, και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ποιο είναι το ορθό ποσό που τελικώς δικαιούνται να διεκδικούν οι Ενάγοντες. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν είχε εφαρμογή ο προαναφερόμενος Νόμος στην παρούσα περίπτωση, στην παρούσα υπόθεση ο αρχικός τόκος, με βάση την επίδικη Συμφωνία, ήταν 8%. Υπήρχε, όμως, πρόβλεψη ότι ο τόκος θα μπορούσε να είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις. Ουδέποτε ενημερώθηκε η Εναγόμενη αρ. 3, με οποιονδήποτε τρόπο ότι αυξήθηκε το επιτόκιο των επίδικων λογαριασμών ή για αλλαγή του επιτοκίου, ως το Άρθρο 3
(1)του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/99)επιβάλλει. Η Εναγόμενη αρ. 3 αμφισβήτησε ότι έλαβε γνώση οποιασδήποτε μεταβολής του επιτοκίου των επίδικων λογαριασμών, και οι Ενάγοντες καμία μαρτυρία δεν προσέφεραν σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ως εκ τούτου, στην βάση αυτού του γεγονότος είναι ξεκάθαρο ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνταν με οποιοδήποτε τρόπο να χρεώσουν τα επίδικα δάνεια και λογαριασμούς με τόκο πέραν από τον προβλεπόμενο από τις επίδικες συμφωνίες. Εν πάση περιπτώσει δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν από την Εναγόμενη αρ. 3 οποιοδήποτε ποσό πέραν από τα συμφωνημένα.» Η συνήγορος της Ενάγουσας αντικρούοντας τον ισχυρισμό περί ανατοκισμών και παράνομων χρεώσεων αναφέρθηκε στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. σελ. 479, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.ο ισχυρισμός για την ύπαρξη είχε προβληθεί αόριστα στην Έκθεση Υπεράσπισης από τους εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος να τον αποδείξουν μετά την κατάθεση της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας ότι δεν υπήρξε ανατοκισμός. Αντίθετα οι εφεσίβλητοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνήθηκαν την απαίτηση της εφεσείουσας τράπεζας, χωρίς να παραθέσουν συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία θα υποστήριζε τους ισχυρισμούς τους.» Υπέδειξε δε πως οι συμφωνίες λειτουργίας των επίδικων διευκολύνσεων έδιδαν το δικαίωμα στην Ενάγουσα να τροποποιεί το επιβαλλόμενο επιτόκιο το οποίο εκοινοποιείτο στην Εναγόμενη 1 με τις καταστάσεις λογαριασμού που της αποστέλλονταν καθώς και με τις επιστολές ημερ. 25.10.
  1. Συνεπώς, καταλήγει, υποχρέωση της Ενάγουσας ήταν «να μην ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές ετησίως». Με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, Ν.160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1 Ιανουαρίου 2001, καταργήθηκε ο περί Τόκου Νόμος του
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.2/77 «Το επιτόκιον εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνει το 9% ετησίως. «Χρεωστικόν επιτόκιον», σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «σημαίνει το επιτόκιον δια του οποίου αι τράπεζαι δύνανται να χρεώσουν τους λογαριασμούς των χρεωστών των, ως τούτο καθορίζεται υπό της Κεντρικής Τραπέζης βάσει του άρθρου 36 του περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου, νοουμένου ότι ο τοιούτος καθορισμός δημοσιεύεται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.» Συναφείς είναι οι πρόνοιες του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, σύμφωνα με τις οποίες: «33.-
(1)Καθ' oιαvδήπoτε εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ διαδικασίαv, διά τηv είσπραξιv oιoυδήπoτε χρέoυς διά τo oπoίov τόκoς είvαι πληρωτέoς είτε δυvάμει συμφωvίας ή άλλως ως διά vόμoυ πρoβλέπεται, τo δικαστήριov θα επιδικάζη τόκov συμφώvως πρoς τo συμφωvηθέv ή άλλως διά vόμoυ πρoβλεπόμεvov επιτόκιov, διά τηv περίoδov τηv αρχoμέvηv από της ημέρας καθ' ηv τoιoύτoς τόκoς κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής απoπληρωμής: Νoείται ότι τo τoιoύτov επιτόκιov δεv θα υπερβαίvη τo αvώτατov όριov τoυ εκάστoτε υπό τoυ vόμoυ επιτρεπoμέvoυ επιτoκίoυ.» Με το Νόμο 160
(1)/1999 ο καθορισμός του 9% ως ανώτατου ποσοστού επιτοκίου ακυρώνεται, αφήνοντας το θέμα στη συμφωνία των συναλλαττόμενων και παρέχοντας το δικαίωμα ουσιαστικά στα τραπεζικά και πιστωτικά ιδρύματα να ανατοκίζουν μέχρι δύο φορές ετησίως αφού υποχρέωση τους είναι «να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο». Πρόσθετη υποχρέωση έχουν να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης του δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται. Στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, άρθρο 10 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση· (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό· ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό· ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό· ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, Και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Συνεπώς σημασία έχει η σχετική διάταξη του Νόμου να εξεταστεί αναφορικά με τους όρους της επίδικης σύμβασης. Η επίδικη συμφωνία ημερ. 2.11.1998 (Τεκμήριο 9) αφορά τη συμφωνία για παραχώρηση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος λειτούργησε αρχικά με τον αριθμό 0145-09813-2001-8, ο οποίος μετατράπηκε σε 145-09813-2002-1 και ο οποίος αργότερα αντικαταστάθηκε με τον αρ. 645-220-000449-
  1. Το αρχικό όριο αυτού ήταν Λ.Κ.10.000 το οποίο αργότερα, σταδιακά με τη συμφωνία Τεκμήριο 11 αυξήθηκε σε €40.000 ενώ με τις συμφωνίες Τεκμήρια 12 και 13 σε €70.000 και €375.000 αντίστοιχα. Με τη συμφωνία Τεκμήριο 11 ημερομηνίας 1.12.99 το επιτόκιο προσδιορίστηκε στο 8% ενώ με τη συμφωνία ημερομηνίας 29.6.2001 (Τεκμήριο 12) συμφωνήθηκε κυμαινόμενο επιτόκιο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,75 εκατοστιαίες μονάδες. Καθορίστηκε με βάση αυτό, ότι θα χρεωνόταν με 7% βασικό επιτόκιο και με την προσαύξηση του 1,75% στο επιτόκιο του 8,75%. Με το ίδιο τεκμήριο συμφωνήθηκε ότι οι χρεώσεις αυτές, αν δεν πληρωθούν, κάθε έξι μήνες θα κεφαλαιοποιούνται, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Με τη συμφωνία ημερομηνίας 12.5.2003 (Τεκμήριο 13) όπου το όριο τρεχούμενου αυξήθηκε στις £375.000 το κυμαινόμενο επιτόκιο οριστικοποιήθηκε στο 8% ήτοι βασικό επιτόκιο 4,5%, προσαύξηση 3,5%. Το ίδιο τεκμήριο περιλάμβανε πρόνοια για δικαίωμα της τράπεζας για μεταβολή του επιτοκίου και την ίδια συμφωνία για κεφαλαιοποίηση. Ο λογαριασμός αυτός όντας τρεχούμενος δεν έχει σταθερό υπόλοιπο. Στις καταστάσεις που έχουν προσκομισθεί υπάρχουν συνεχείς χρεοπιστώσεις και το υπόλοιπο αυξομειωνόταν σύμφωνα με το όριο του λογαριασμού. Όμως: Αρχική, ως δικογραφείται, συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού είναι εκείνη της 2.11.
  2. Όρος αυτής, μεταξύ άλλων, ότι: «. όλαι αι τοιαύται χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται εκάστοτε κατά την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους». Συνεπώς θεωρώ ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε απόφαση για κεφαλαιοποίηση του υπολοίπου του λογαριασμού αυτού δύο φορές ετησίως, παρά το γεγονός ότι οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, μετά το 2001, της έδιδαν αυτό το δικαίωμα. Σημειώνεται πως ο Μ.Ε.1 έχει καταχωρήσει αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 40 έως 43) στις οποίες διαφοροποιήθηκε το επιτόκιο από εκείνες στα Τεκμήρια 31 έως 34 και συνεπώς μειώθηκε το αξιούμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού. Το δικαίωμα καταχώρισης αναδομημένων λογαριασμών, το οποίο λειτουργεί προς όφελος των χρεωστών, έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά (Γ. Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Ευγ. Παπαχριστοφόρου κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολιτική Έφεση 331/2010, ημερ. 11.11.2015). Κρίνεται συνεπώς πως το πληρωτέο υπόλοιπο είναι το εμφαινόμενο στο Τεκμήριο
  1. Συμφωνία ημερ. 8.12.2000 - αρ. λογαριασμού 345-09813-4302-2 Παρά τη μη προώθηση του θέματος τούτου στην αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης 3, εντούτοις, επειδή εγείρεται στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. Κατά την υπογραφή της ρηθείσας σύμβασης δανείου ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος του
  2. Συνεπώς η πρόνοια του Ν.160
(1)/99 για δυνατότητα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως ή επιδίκαση επιτοκίου άνω του ποσοστού 9% δεν εφαρμόζεται. Η υπογραφείσα μεταξύ των μερών σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 16) δεν περιέχει καμιά πρόνοια περί κεφαλαιοποίησης επιτοκίου ώστε να ισχυρισθεί κάποιος ότι θα δύναται μετά τη ψήφιση του Ν.160
(1)/99 να τύχει εφαρμογής. Ισχύς επίσης, τυγχάνει το άρθρο 6 του Νόμου σύμφωνα με το οποίο ο καθυστερούμενος τόκος δεν θα υπερβαίνει το αρχικό χρέος. Όπως στην αρχή της απόφασης σημειώθηκε, έναντι του εν λόγω χρέους πιστώθηκε στις 14.12.2007 το ποσό των £61.318,09 (Τεκμήριο 34 και Τεκμήριο 43) συνεπώς το εναπομείναν υπόλοιπο είναι αυτό των £60.593,36, δηλαδή €103.529,997. Η Εναγόμενη 3 ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας 1, με τις συμφωνίες εγγύησης Τεκμήρια 17,18 και 19 (οι οποίες δυνάμει των όρων τους αποτελούν συνεχή εγγύηση) (Μ.Ι.Τ. Global Data Solution Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολιτική Έφεση 21/2011, ημερ. 4.12.2015) καθίσταται υπόλογος πληρωμής τους χρέους εφόσον τούτο καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη (Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303) χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο γιατί η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στις διασφαλίσεις της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Στην κρινόμενη περίπτωση ο όρος 2 των Τεκμηρίων 17, 18 και 19 είναι σχετικός αναφέροντας τα εξής: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.» Τερματισμός εγγυήσεων εκ μέρους Εναγομένης 3 Αποτέλεσε μέρος της αγόρευσης του συνηγόρου της Εναγόμενης 3 ως συνέπεια θέματος που προώθησε μέσω της μαρτυρίας της πελάτιδος του, ότι τερμάτισε τις δοθείσες εγγυήσεις της με επιστολή της ημερομηνίας 7.8.2003 (Τεκμήριο 28) και συνεπώς δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό ή έστω και εάν οφείλει, αυτό είναι το πληρωτέο μέχρι το 2003, όχι το εξελισσόμενο μετά τόκων μέχρι σήμερα. Το θέμα τούτο δεν δικογραφείται. Συνεπώς ο τερματισμός ή όχι των εγγυήσεων και οι συνέπειες αυτών δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο ακόμη και αν έχει δοθεί κάποια μαρτυρία επί τούτου (Χριστοφόρου v. Ιακώβου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33, Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Ιωάννης Ευάνθη v. Νικόλαου Νεοφύτου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A935, Πολιτική Έφεση 38/2010, ημερ. 8.12.2014). Μη εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο Ένα από τα θέματα που αποτελούν μέρος της υπεράσπισης της Εναγόμενης 3 αποτελεί και το ανωτέρω. Είναι η θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης 3 πως η καταχώριση της αγωγής η οποία έλαβε χώρα μισό χρόνο μετά τον τερματισμό των επιδίκων δανείων, δεν έγινε εντός εύλογου χρόνου, όπως ο όρος ερμηνεύεται και καθορίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στη Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Παρέπεμψε δε στην Paporis v. National Bank
(1986)1 C.L.R. 578, όπου σημειώνονται από το Δικαστήριο τα εξής: "That the determination of the civil rights and obligations should be made within a reasonable time, yet from a perusal of the said paragraphs a whole that means from the commencement of the litigation before the Court and not from the date when the cause of action arose." Υποδεικνύει δε πως η καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, για την οποία δεν ευθύνεται η Εναγόμενη 3, καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ως εκ τούτου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Δυνάμει των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, αντίστοιχο του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (αρ. 39/62) η διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων κάθε πολίτη πρέπει να διενεργείται εντός εύλογου χρόνου. To άρθρο 30.2 έχει ως εξής: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.» Συνεπώς στην περίπτωση κάθε δίκης πρέπει να συντρέχουν όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αθροιστικά. Εκείνο που ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι τα λοιπά στοιχεία συντρέχουν, είναι το εύλογο του χρόνου. Η έννοια του χρόνου τούτου σε μια δικαστική διαδικασία εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης, τη συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τη συμπεριοφρά των δικαστικών αρχών (Guinecho v. Portugal
(1964)7 E.H.R.R. 223 και Η v. France
(1990)12 E.H.R.R. 74). Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η παρέλευση χρόνου που υπερβαίνει τον εύλογο κατά την διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι ικανή από μόνη της να στοιχειοθετήσει παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος ή αντίθετα κατά πόσο θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η παρέλευση χρόνου δημιούργησε ή ενδέχεται να δημιουργήσει δυσμενείς επιπτώσεις στον πολίτη. Στην υπόθεση Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 1338, το Εφετείο επιλήφθηκε έφεσης εναντίον απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία είχε απορρίψει αίτηση του Εναγόμενου για απόρριψη της εναντίον του αγωγής λόγω καθυστέρησης προώθησης της από τους Ενάγοντες, τόσο πριν από την καταχώριση της, όσο και μετά. Το Εφετείο όμως τόνισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εδικαιούτο να προβεί στην εξέταση ενός τέτοιου θέματος πριν από την ακρόαση και παραμέρισε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος της ισχυριζόμενης παρέκκλισης από τα θέσμια δίκαιης δίκης, σαν άκυρης. Το Εφετείο παρατήρησε τα εξής: «. με την αίτηση του ο εφεσείων επιζητούσε την κατάργηση της δίκης, επικαλούμενος τα εχέγγυα διεξαγωγής της δίκαιης δίκης. Η διεξαγωγή όμως της δίκαιης δίκης σε αστικές υποθέσεις σε συνδυασμό με τον όρο ακροαματική διαδικασία που απαντάται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, έχει βασικά την έννοια της διαδικασίας ακροάσεως της υπόθεσης κατά την οποία το Δικαστήριο είναι σε θέση, κατά τη νομολογία μας, να αποφανθεί αν υπήρξε ή όχι δίκαιη δίκη.» Σειρά αποφάσεων του Κυπριακού Εφετείου που ασχολήθηκαν με υποθέσεις παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος καθώς και σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Α.Δ. τα οποία ασχολήθηκαν με υποθέσεις παραβίασης του αντίστοιχου δικαιώματος που διασφαλίζεται από το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης συγκλίνουν σε μια βασική διαπίστωση, τουλάχιστον σε ποινικές υποθέσεις. Ότι το εύλογο του χρόνου εκδίκασης έχει σαν αφετηρία του την ημερομηνία εμπλοκής του κατηγορούμενου, τις ανακρίσεις, την πολυπλοκότητα κ.λ.π. (Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, Βίκτωρος v. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, Guinecho v. Portugal
(1964)7 E.H.R.R. 223, H v. France
(1990)12 E.H.R.R. 74). Επανερχόμενο το Δικαστήριο στην κρινόμενη περίπτωση, παρατηρούνται τα εξής: Στις 25.10.2005 η Ενάγουσα με επιστολή της τερμάτισε τους λογαριασμούς των επιδίκων συμφωνιών. Καταχωρήθηκε η κρινόμενη αγωγή στις 31.5.
  1. Η Εναγόμενη 3 καταχώρισε δια του ιδίου δικηγόρου Σημείωμα Εμφάνισης στις 27.12.2006 και 20.6.
  2. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταξίωση της καταχωρήθηκε στις 4.7.
  3. Μεσολάβησαν άλλες δικαστικές διαδικασίες όπως αίτηση για συνοπτική απόφαση και αίτηση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Τον Ιούνιο του 2009 η δικηγόρος που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη 3 αποσύρθηκε και η τελευταία ανέλαβε μόνη της το χειρισμό της υπόθεσης καταχωρώντας και ένορκο δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Τον Σεπτέμβριο του 2009 η Εναγόμενη 3 υπέβαλε αίτημα για εξαίρεση του Προέδρου ενώπιον του οποίου είχε ορισθεί για ακρόαση η υπόθεση. Η αίτηση εξαίρεσης απορρίφθηκε μετά από ακρόαση και η Εναγόμενη 3 καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης για μη εξαίρεση ημερ. 2.11.
  4. Η εν λόγω έφεση αποσύρθηκε από την Εναγόμενη 3 το Μάρτιο του
  5. Εκκρεμούσης της έφεσης, η αγωγή παρέμενε εκτός πινακίου. Ακολούθως ο φάκελος τέθηκε ενώπιον της Προέδρου η οποία την όρισε για εκδίκαση. Εναντίον της Εναγόμενης 3 εξεδόθη απόφαση λόγω μη εμφάνισης της στις 13.12.
  6. Η εν λόγω απόφαση, μετά από σχετικό αίτημα της, ακυρώθηκε στις 8.7.
  7. Η αγωγή μετά από τούτο ορίστηκε για ακρόαση από την Πρόεδρο σε διάφορες ημερομηνίες. Ενόψει της εκδίκασης από την ίδια Πρόεδρο της αγωγής 983/2006 και έκδοσης απόφασης στις 17.12.2014, εξαιρέθηκε από την εκδίκαση της παρούσης αφού καταχωρήθηκε σχετική αίτηση ημερ. 21.1.2015 και ορίσθηκε άλλος Πρόεδρος από άλλην επαρχία για εκδίκαση της. Στις 23.4.2015, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ενώπιον του διορισθέντα για το σκοπό τούτο Προέδρου, ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι εξεδόθη διάταγμα παραλαβής εναντίον της Εναγόμενης 3 και τέθηκε θέμα δυνατότητος συνέχισης της αγωγής, ως είχε. Με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.4.2015 ο Πρόεδρος έκρινε ότι δεν μπορεί η εκδίκαση να γίνει χωρίς τροποποίηση του τίτλου και η υπόθεση τέθηκε εκτός πινακίου μέχρι συμπλήρωσης των διεργασιών. Αφού έγιναν οι απαραίτητες τροποποιήσεις ορίσθηκε η ακρόαση της υπόθεσης για τις 12.1.2016 και ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των μερών στις 13.4.
  8. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η Εναγόμενη 3 είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει και παρουσίασε την υπεράσπιση της και όσα έγγραφα επιθυμούσε και εδικαιούτο να παρουσιάσει. Η παρέλευση των χρόνων, αν και μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη περίοδος, εντούτοις δεν ξεφεύγει του εύλογου χρόνου, αφού στην παρέλευση αυτού συνέτειναν και οι ανωτέρω ενέργειες της Εναγόμενης
  9. Συνεπώς κρίνεται πως το χρονικό τούτο διάστημα δεν αποτέλεσε κώλυμα για μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης ώστε από μόνο του να ακυρώνει τη δίκη. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω εκδίδεται απόφαση αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1, 2, 4 και 5 ως ακολούθως: - Ποσό €708.389,03 (£414.601,68), πλέον τόκους προς 9% από 1.7.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά ετησίως (αρ. λογαριασμού 645-220-000449-4). - Ποσό €701.448,10, πλέον τόκους προς 9% από 1.7.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου (αρ. λογαριασμού 645-430-000068-4). - Ποσό €522.009,68, πλέον τόκους προς 9% από 1.7.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου (αρ. λογαριασμού 645-430-000069-2). - Ποσό €103.529,897 (£60.593,36), πλέον τόκους προς 9% από 1.7.2007 μέχρι εξοφλήσεως, νοουμένου ότι οι τόκοι δεν θα υπερβούν το αρχικό ποσό του δανείου (αρ. λογαριασμού 645-400-001319-2). Επίσης εκδίδεται διάταγμα εκποίησης των υποθηκών των περιγραφομένων στην παράγραφο 23(α), (β), (γ), (δ), (στ), (ζ) και (η) της Έκθεσης Απαίτησης και την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση των ακινήτων τα οποία περιγράφονται στις ρηθείσες υποθήκες και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης προς ικανοποίηση του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Τυχόν πλεόνασμα να αποδοθεί στην Εναγόμενη
  10. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3, ομού και κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένης της πιο πάνω απόφασης, η ανταξίωση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: (Σύμβαση εγγύησης, ψυχική πίεση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.