← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρούλλας Οδυσσέως, Αρ. Αγωγής :- 1198 / 2008, 30/8/2016

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρούλλας Οδυσσέως, Αρ. Αγωγής :- 1198 / 2008, 30/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A185 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1198 / 2008 Μεταξύ:- Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας Και Ανδρούλλας Οδυσσέως Εναγομένης Ημερομηνία :- Τρίτη 30η Αυγούστου 2016 Για την ενάγουσα :- κα. Χρυσταλλένη Μαυρικίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σάβια Ζαχαρία Για την εναγόμενη :- Καμία εμφάνιση Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Εναγόμενη παρούσα ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε εναντίον της εναγομένης εξαιτίας ενός τραπεζικού δανείου η συμφωνία για το οποίο υπογράφηκε πριν από περίπου 19 χρόνια. Μάλιστα η υποθήκη η οποία αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης είναι παλαιότερη καθώς η εγγραφή της έγινε πριν από σχεδόν 28 χρόνια. Όταν, μετά και από σχεδόν 7 χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής άρχισε η ακρόαση της, η εναγόμενη, παρά και την εκπροσώπηση της στο παρελθόν από δικηγόρους, επέλεξε όπως η ίδια χειριστεί την αγωγή. [ 2 ] Αναμφίβολα ο χειρισμός της υπεράσπισης από την ίδια την εναγόμενη επηρέασε και την όλη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα δε σε σχέση με τη δυνατότητα να είχαν προωθηθεί από την εναγόμενη, στο σύνολο τους, οι θέσεις οι οποίες υπάρχουν καταγραμμένες στο δικόγραφο της. Βεβαίως οφείλω να τονίσω πως καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε η εναγόμενη να ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις διαθέσιμες προς την ίδια δυνατότητες τόσο ως προς την παρουσίαση τεκμηρίων από την αντίδικο της ενάγουσα και αντεξέταση των μαρτύρων της όσο και ως προς την παρουσίαση μαρτυρίας από την ίδια ως διάδικος. Επίσης μερίμνησε το Δικαστήριο έτσι ώστε η εναγόμενη να είχε στην κατοχή της όχι μόνο τις γραπτές δηλώσεις των μαρτύρων και τα τεκμήρια τα οποία κατέθεταν οι μάρτυρες της ενάγουσας, προτού ζητηθεί όπως αυτά κατατεθούν, αλλά και τα δικόγραφα της αγωγής εφόσον, όπως η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο, ο φάκελος της υπόθεσης ο οποίος βρισκόταν στην κατοχή των δικηγόρων της δεν παραδόθηκε σε αυτή. [ 3 ] Ασφαλώς και δεν αναμένεται γενικά από ένα διάδικο όταν χειρίζεται την ακρόαση μίας αγωγής η οποία έχει καταχωρηθεί εναντίον του να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο όπως ένας δικηγόρος τα διάφορα θέματα τα οποία προκύπτουν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις η αντεξέταση των μαρτύρων της αντίδικης πλευράς, όπως και στη περίπτωση της εναγομένης, έχει κυρίως ένα προσωπικό χαρακτήρα καθώς οι ερωτήσεις και υποβολές βασίζονται περισσότερο στην ίδια την εμπειρία των κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων από τον εναγόμενο παρά σε αυστηρή προσήλωση των θέσεων οι οποίες εμπεριέχονται εντός των δικογράφων. [ 4 ] Αυτό βεβαίως ίσχυε ιδιαίτερα σε σχέση με την εναγόμενη από την οποία και δεν θα αναμενόταν λογικά να ήταν σε θέση να προωθήσει τις διάφορες και ιδίως δε τις διαζευκτικά πολλαπλές θέσεις οι οποίες υπάρχουν εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της όπως αυτή είχε ετοιμαστεί από τους δικηγόρους της. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τα όσα αναφέρονται εντός αυτής στην παράγραφο

  1. Βεβαίως η ευρύτητα αυτών των θέσεων τουλάχιστον παρείχε στην εναγόμενη την ελευθερία να υποβάλει ερωτήσεις και υποβολές οι οποίες να μην ξεφεύγουν από το γενικότερο πνεύμα της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Πέραν από την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας η ίδια η εναγόμενη περιορίστηκε σε δική της προφορική κατάθεση δίχως να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα. [ 5 ] Παρά και το γεγονός ότι η εναγόμενη χειρίστηκε μόνη της την ακρόαση της αγωγής η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση της επιμελώς αναφέρθηκε και σε θέματα τα οποία, όσο και να προκύπτουν από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης, εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, αυτά δεν προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με την ίδια έκταση ή τον τρόπο τον οποίο αυτά περιγράφονται εντός του δικογράφου της εναγομένης. Επίσης παρατηρείται απλά πως μεγάλο μέρος της γραπτής αγόρευσης αποτελείται από αναφορές στο θέμα της ψυχικής πίεσης το οποίο όμως δεν αναφέρεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αν και υπάρχουν αναφορές σε αθέμιτη επιρροή εκ μέρους όμως της ενάγουσας και όχι και του συζύγου της εναγομένης. Σε γενικές γραμμές όμως η γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου καλύπτει επαρκώς τα θέματα τα οποία προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Τέλος, παρά και την απουσία της εναγομένης κατά την ημερομηνία στην οποία είχε οριστεί η αγωγή για τελικές αγορεύσεις εξακολουθώ να θεωρώ ότι ήταν ορθότερο και πιο δίκαιο για το Δικαστήριο να είχε επιφυλαχθεί απόφαση έτσι ώστε να εξεταστεί η μαρτυρία η οποία είχε ακουστεί, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της εναγομένης, και όχι είτε να είχε εκδοθεί απόφαση εις βάρος της εναγομένης εξαιτίας της απουσίας της είτε να επιφυλασσόταν απόφαση αλλά να μην λαμβανόταν υπόψη η μαρτυρία της εναγομένης καθότι, όπως εισηγήθηκε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, δεν ήταν παρούσα έτσι ώστε να δώσει τις θέσεις της. Εντούτοις δεν έχω εντοπίσει σχετική νομολογία επί του θέματος προς υποστήριξη της συγκεκριμένης επιλογής του Δικαστηρίου. [ 6 ] Διατηρώντας υπόψη και την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας θεωρώ πως θα ήταν πιο πρακτικό στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως το Δικαστήριο παραθέσει πρώτα τους βασικούς ισχυρισμούς τους οποίους η ενάγουσα έχει συμπεριλάβει στην έκθεση απαίτησης της και στη συνέχεια να αναφερθεί και στη μαρτυρία την οποία παρουσίασε προς απόδειξη τους με παράλληλες αναφορές όπου κρίνεται σκόπιμο και στον τρόπο με τον οποίο η εναγόμενη αντιμετώπισε την παρουσίαση αυτής της μαρτυρίας δια μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της ενάγουσας. Με εξέταση στη συνέχεια βεβαίως και της προφορικής κατάθεσης της εναγομένης. [ 7 ] Θέτοντας συνοπτικά την αξίωση, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ως τράπεζα είχε παραχωρήσει βάσει σχετικής συμφωνίας στεγαστικό δάνειο προς την εναγόμενη για το ποσό των £50.000,00 και αφού παρατίθενται στη συνέχεια ορισμένοι όροι της συμφωνίας επισημαίνεται επίσης πως ο εγγυητής του δανείου, δηλαδή ο σύζυγος της εναγομένης, ο οποίος είχε πτωχεύσει, είχε επίσης υποθηκεύσει (μαζί με την εναγόμενη) προς όφελος της ενάγουσας δύο κτήματα σύμφωνα με την υποθήκη ΑΥ8417/
  2. [ 8 ] Υπενθυμίζω πως ο σύζυγος της εναγομένης δεν είναι συνεναγόμενος της και ότι βεβαίως η ενάγουσα δεν διεκδικεί οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον του, βάσει της σχετικής συμφωνίας εγγύησης, έστω και εάν η ενάγουσα επικαλείται την ύπαρξη της εντός της έκθεσης απαίτησης ως μία από τις εξασφαλίσεις οι οποίες είχαν δοθεί για το επίδικο δάνειο. [ 9 ] Επίσης παρά και την αναφορά στον πληθυντικό στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης σε εναγόμενους, διατηρώντας υπόψη το γεγονός πως μόνο η εναγόμενη ενάγεται με την αγωγή αλλά και το δεδομένο ότι μόνο η ίδια θα μπορούσε να παραβεί τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, εφόσον δηλαδή είναι και η μοναδική αντισυμβαλλόμενη με την ενάγουσα σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου, το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγράφου λογικά δεν μπορεί παρά να γίνεται αντιληπτό στον ενικό. Σύμφωνα με αυτό η εναγόμενη είχε παραβεί τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 10/4/1997 και σύμφωνα με τα όσα προνοούνται εντός αυτής το υπόλοιπο ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό αμέσως. [ 10 ] Αξίζει να σημειωθεί πως, όπως επίσης αναφέρεται στην ίδια παράγραφο, η ενάγουσα με δύο επιστολές ημερομηνιών 11/5/1998 και 22/3/2006, απαίτησε από την πρωτοφειλέτρια εξόφληση του οφειλόμενου ποσού αλλά η ίδια παρέλειψε να εξοφλήσει. [ 11 ] Διευκρινίζεται, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, ότι εντός της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά της λέξης «τερματισμός». Η δε χρήση της συγκεκριμένης λέξης στη μαρτυρία της ενάγουσας μόνο ως ερμηνεία του ισχυρισμού ο οποίος εμπεριέχεται εντός της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης είναι εφικτό να γίνει αντιληπτή. Ότι δηλαδή, επειδή η εναγόμενη είχε παραβεί τους όρους της επίδικης συμφωνίας παραλείποντας να πληρώσει τους δεδουλευμένους τόκους και άλλα ποσά, όπως η συγκεκριμένη συμφωνία προνοεί, το υπόλοιπο ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό αμέσως και η ενάγουσα με τις επιστολές της ημερομηνίας 11/5/98 και 22/3/2006 απαίτησε από την εναγόμενη ως πρωτοφειλέτρια την εξόφληση του κάθε οφειλόμενου ποσού αλλά αυτή παρέλειψε να το πράξει αυτό. [ 12 ] Σύμφωνα δε με την τελευταία παράγραφο της έκθεσης απαίτησης η εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €211.759,32 πλέον τόκους 9% από 11/4/2008 επί €207.327,32 μέχρι εξοφλήσεως. Σημειωτέον ότι το ποσό αυτό διαφοροποιήθηκε με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, δηλαδή μειώθηκε σημαντικά. [ 13 ] Βεβαίως με την αξίωση της η ενάγουσα ζητά ως θεραπείες όχι μόνο το προαναφερόμενο ποσό αλλά και διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων. Ανεξαρτήτως και του γεγονότος πως ως ενυπόθηκος οφειλέτης αναφέρεται και ο σύζυγος της εναγομένης ο οποίος όμως δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Προκύπτουν ορισμένα σημεία άξια αναφοράς σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη στα οποία το Δικαστήριο αναφέρεται πιο κάτω. [ 14 ] Τα σημεία αυτά έχουν σχέση κυρίως με το κατά πόσο όντως είναι εφικτό η συγκεκριμένη υποθήκη να συνδεθεί με το επίδικο δάνειο. Προκύπτουν δε βάσει κυρίως της μαρτυρίας την οποία η ενάγουσα παρουσίασε και όχι εξαιτίας της οποιασδήποτε ορθά κατευθυνόμενης αμφισβήτησης από την εναγόμενη επί του συγκεκριμένου θέματος. [ 15 ] Προς απόδειξη της αξίωσης της η ενάγουσα παρουσίασε συνολικά 3 μάρτυρες, όλοι τους υπαλλήλοι της. Ως Μ. Ε. 1 κατέθεσε ο Νεόφυτος Σοφοκλέους, ως Μ. Ε. 2 ο Ευάγγελος Στυλιανού και ως Μ. Ε. 3 η Χρυστάλλα Νικολάου. [ 16 ] Ασφαλώς η αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας συνδέεται άρρηκτα με τα δικόγραφα της ενάγουσας. Υπενθυμίζω και πάλι το γεγονός του χειρισμού της ακρόασης της αγωγής προσωπικά από την εναγόμενη και την αδυναμία ουσιαστικά προώθησης τόσο της υπεράσπισης όσο και της αναταπαίτησης της επακριβώς όπως αυτή είχε διατυπωθεί από τους δικηγόρους της στο δικόγραφο της. Ο κύριος λόγος γι΄ αυτή την υπενθύμιση είναι η ανάδειξη της μειωμένης ουσιαστικά σημασίας του δεύτερου δικογράφου της ενάγουσας, το περιεχόμενο του οποίου ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αλλά το οποίο δεν διαδραμάτισε και ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο κατά την ακροαματική διαδικασία. [ 17 ] Ουσιαστικά με το δεύτερο δικόγραφο της ενάγουσας, με την άρνηση και απόρριψη των ισχυρισμών οι οποίοι εμπεριέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης, παρέχονται περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τους ίδιους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται και εντός της έκθεσης απαίτησης. [ 18 ] Ένα σημείο το οποίο προκύπτει από την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση από την ενάγουσα είναι η προσπάθεια διευκρινίσης ουσιαστικά των όσων ισχυρίζεται η ενάγουσα στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης σε σχέση με τις επιστολές οι οποίες είχαν σταλεί στην εναγόμενη στις 11/5/1998 και 22/3/
  3. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ενώ με την παράγραφο 7 (γ) του δεύτερου δικογράφου της ενάγουσας προς απάντηση των ισχυρισμών της παραγράφου 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ισχυρίζεται η ενάγουσα πως τερμάτισε «...νόμιμα και κανονικά την λειτουργία του Λογαριασμού Δανείου υπ'αρ. 0684-22-002069 καθιστώντας το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό και κατά συνέπεια..» έγειρε την αγωγή νόμιμα με την οποία απαιτεί δικαστικώς την πληρωμή του χρέους της εναγομένης. [ 19 ] Συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της η εναγόμενη ισχυρίζεται πως η ενάγουσα «...δεν έχει νομότυπα τερματίσει την επίδικη συμφωνία και ούτε έχει καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο ποσό και/ή δεν ζήτησε και/ή νομότυπα δεν ζήτησε την εξόφληση του, τερματίζοντας τις αντίστοιχες συμφωνίες». Το Δικαστήριο επανέρχεται σε αυτό το σημείο πιο κάτω, κατά την εξέταση των επίδικων θεμάτων μετά και από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, διατηρώντας υπόψη και την οποιαδήποτε θέση η ίδια η εναγόμενη προέβαλε επί του συγκεκριμένου θέματος κυρίως ως προς τη λήψη των συγκεκριμένων επιστολών. [ 20 ] Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 21 ] Ο Μ. Ε. 1, Νεόφυτος Σοφοκλέους, κατέθεσε σε σχέση με τα καθήκοντα του ως υπάλληλος της ενάγουσας στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών στην Πάφο, στον οποίο είχε ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού της εναγομένης και η ετοιμασία της κατάστασης του συγκεκριμένου λογαριασμού. Η μαρτυρία του βασίστηκε στην πρόσβαση στο φάκελο του λογαριασμού της εναγομένης και της γνώσης την οποία είχε αποκτήσει με αυτό τον τρόπο ενώ κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια έγγραφα τα οποία είχε υπό τον έλεγχο και φύλαξη του. [ 22 ] Σύμφωνα και με τη γραπτή δήλωση του ο μάρτυρας αυτός αναφέρεται στα ίδια ποσά τα οποία αναφέρονται στην αξίωση στην έκθεση απαίτησης. Παράλληλα όμως - σε δύο περιπτώσεις - αναφέρεται και σε άλλο ποσό. Η πρώτη σε σχέση με αναφορά ως προς την ύπαρξη ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού (την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 9). Η δεύτερη στο τέλος της γραπτής δήλωσης του όπου αναφέρεται στις θεραπείες τις οποίες αξιώνει η ενάγουσα. [ 23 ] Η διαφορά είναι σημαντική καθώς με την αξίωση της η ενάγουσα ζητά την έκδοση απόφασης για το ποσό των €211.759,32 πλέον τόκους προς 9% από 11/4/2008 επί €207.327,32 μέχρι εξοφλήσεως ενώ με το τεκμήριο 9 και σύμφωνα με την παράγραφο 10 της γραπτής δήλωσης του, το οφειλόμενο ποσό στις 22/3/2006 ανέρχεται στο ποσό των €156.675,22 πλέον τόκο 9% από 22/3/2006 επί του ποσού των €133.497,
  4. Δηλαδή, αντίστοιχα, σε σχέση με τα δύο ποσά, διαφορά στην πρώτη περίπτωση €55.084,10 και στην δεύτερη περίπτωση €73.830,
  5. Επιπλέον βεβαίως υπάρχει και χρονική διαφορά μεταξύ του ποσού της αξίωσης και του ποσού βάσει της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού ως προς την αρχική ημερομηνία υπολογισμού του τόκου, δηλαδή αντί από την 11/4/2008 από τις 22/3/2006, σύμφωνα δηλαδή με τη δεύτερη επιστολή της ενάγουσας (τεκμήριο 11) αντί ημερομηνία η οποία να έχει περισσότερο σχέση με συνάρτηση μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της επίδικης συμφωνίας (10/4/1997) και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής (28/5/2008). [ 24 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί σε σχέση με την υποθήκη ΑΥ8417/88, σε σχέση με την οποία ζητείται σύμφωνα με την αξίωση η έκδοση διατάγματος πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων, πως σύμφωνα με σχετική απάντηση του Μ. Ε. 1 (σε σχέση με το που βρισκόταν το πρωτότυπο της υποθήκης) η ενάγουσα είχε ήδη προχωρήσει από τον Οκτώβριο του 2002 (δηλαδή, περίπου 5 ½ χρόνια πριν από την καταχώρηση της αγωγής) σε αίτηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Μάλιστα σε σχέση με αυτή την αίτηση πώλησης κατατέθηκε και το τεκμήριο 6, δηλαδή φωτοαντίγραφο της ίδιας της αίτησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτού του τεκμηρίου το «...ενυπόθηκον χρέος κατέστη απαιτητόν λόγω παραλείψεως του να καταβάλη £22.637,500 ... την 14ην ημέρα του Αυγούστου 2002». Παρά και την κατάθεση του συγκεκριμένου τεκμηρίου αξίζει να σημειωθεί πως δεν δόθηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία αναφορικά με την έκβαση αυτής της αίτησης παρά και το γεγονός πως είχαν παρέλθει 12 χρόνια και σχεδόν 7 μήνες από την ημερομηνία καταχώρησης της. Προκύπτουν και άλλα στοιχεία σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη στα οποία το Δικαστήριο αναφέρεται πιο κάτω. Διευκρινίζω πως ο λόγος βάσει του οποίου κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί το θέμα της υποθήκης είναι βεβαίως το γεγονός πως η ενάγουσα, τόσο με την αξίωση στην έκθεση απαίτησης της όσο και με τη μαρτυρία της, αξιώνει την έκδοση διατάγματος πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων. [ 25 ] Παρά και την αντεξέταση την οποία υπέστη ο συγκεκριμένος μάρτυρας κρίνω ότι η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί με οποιοδήποτε τρόπο ανεξάρτητα και από το γεγονός πως η μαρτυρία του δεν βασιζόταν σε άμεση και προσωπική αντίληψη των γεγονότων αλλά ήταν κυρίως συμπερασματική, βασισμένη όμως σε έγγραφα σε σχέση με το περιεχόμενο των οποίων και τη γνησιότητα τους δεν προκύπτει εν τέλει από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στο σύνολο της σε αυτή την αγωγή, οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε αυτά να μην γίνουν δεκτά από το Δικαστήριο, υπό την έννοια δηλαδή πως αυτά αντικατοπτρίζουν πλήρως την πραγματικότητα σε σχέση με την πραγματική πτυχή της αγωγής. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να δημιουργείται αμφισβήτηση αναφορικά με τη γνησιότητα των εγγράφων τα οποία ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε. Γενικά διαπιστώνεται πως όντως ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε εντός του πλαισίου της όσης πληροφόρησης μπορούσε να αντλήσει από τα έγγραφα τα οποία είχαν τεθεί στη διάθεση του εξαιτίας και των καθηκόντων του. [ 26 ] Βεβαίως ανεξάρτητα και από την αντεξέταση του, ακόμη και κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του μάρτυρα αυτού ήταν εμφανές πως επί ορισμένων θεμάτων δεν ήταν σε θέση να καταθέσει από προσωπική του γνώση και ουσιαστικά βασιζόταν σε γενικές γνώσεις ως προς την πρακτική η οποία εφαρμοζόταν από την ενάγουσα ως τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο. [ 27 ] Παραδείγματος χάριν, ερωτήθηκε σε σχέση με τον ισχυρισμό ο οποίος εμπεριέχεται στην υποπαράγραφο 20.15 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης. Σύμφωνα με αυτό τον ισχυρισμό, ενώ το επίδικο δάνειο «... παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα ως οικιστικό για προσωπικούς σκοπούς της Εναγομένης, στην ουσία το δάνειο αποσκοπούσε στην πληρωμή χρεών του συζύγου της και/ή την παραχώρηση περαιτέρω ρευστότητας στον σύζυγο της, καικατατέθηκε (sic) στον τρεχούμενο λογαριασμό του συζύγου της υπ΄ αρ. 0663-11-000471». Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί μέρος των λεπτομερειών των όσων κατ΄ ισχυρισμό πράξεων της ενάγουσας αναφέρονται στην εισαγωγική παράγραφο της παραγράφου 20 (μεταξύ άλλων παρανομία, εικονικότητα, απάτη, δόλος, ψευδείς παραστάσεις, αθέμιτης επιρροής, αμέλειας κ. λπ.). [ 28 ] Ερωτήθηκε ο Μ. Ε. 1 κατά πόσο βάσει του τεκμηρίου 12 ισχύει η θέση της εναγομένης ως έχει στην υπεράσπιση της παραγράφου 20.
  6. Η ερώτηση αυτή έγινε αφού προηγουμένως ο μάρτυρας αυτός έδωσε μία εξήγηση ως προς τη δέσμη εγγράφων από τα οποία αποτελείται το τεκμήριο 12 δηλαδή, το ένταλμα πληρωμής, η απόδειξη κατάθεσης και το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα. Η εξήγηση σαφώς δεν βασίζεται σε προσωπική γνώση αλλά γνώση γενικής πρακτικής η οποία θα πρέπει να ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο στην τράπεζα. Στην αμέσως επόμενη ερώτηση κάνοντας χρήση της φράσης «το τι έγινε προφανώς» απάντησε ο μάρτυρας ότι οι πληρωμές για ανέγερση του κτιρίου γίνονταν μέσω του λογαριασμού του συζύγου της εναγομένης «...οπότε η κυρία Θεολόγου μας έδωσε οδηγίες όπως το δάνειο κατατεθεί στο λογαριασμό του συζύγου της για να πληρώσει τον εργολάβο δεδομένου ότι και το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα χρειαζόταν κάποιο ποσό για να αποπερατωθεί». [ 29 ] Πραγματικά είναι εμφανές από τις απαντήσεις του μάρτυρα ότι αυτό το οποίο ο ίδιος έκανε, βάσει των εγγράφων τα οποία είχε ενώπιον του, ήταν ουσιαστικά να προσπαθεί να μαντέψει τι είχε συμβεί. Αυτό δεν κρίνεται με οποιοδήποτε τρόπο ανεπίτρεπτο ενώ όπως διαπιστώνεται τα συμπεράσματα στα οποία κατέληγε σύμφωνα και με τις εξηγήσεις τις οποίες έδιδε δεν ήταν καθόλου παράλογα. Όμως πραγματικά ο τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα προσπάθησε εκ των προτέρων (δηλαδή κατά την κύρια εξέταση του μάρτυρα) να αντιμετωπίσει ένα ισχυρισμό τον οποίο ενδεχομένως η εναγόμενη να προέβαλε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα κάθε άλλο παρά μπορεί να κριθεί ως αποτελεσματική. Διαφορετική θα ήταν η εικόνα η οποία θα μπορούσε να σχηματιστεί στο μυαλό του Δικαστηρίου εάν ο μάρτυρας αυτός απλά είχε ερωτηθεί, εάν ήταν σε θέση να το πράξει, να εξηγήσει το περιεχόμενο και σημασία του εντάλματος πληρωμής και της απόδειξης κατάθεσης. Διότι ουσιαστικά αυτό έκανε ο μάρτυρας. [ 30 ] Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο με τα όσα αναφέρει δεν εξετάζει θέμα αξιοπιστίας του μάρτυρα, καθότι ο ίδιος απάντησε εντός του πλαισίου των δικών του γνώσεων δίχως να ισχυρίζεται ότι γνώριζε οτιδήποτε περισσότερο. Απλά η προσπάθεια η οποία καταβλήθηκε κατά την κύρια εξέταση του, η οποία εμπεριείχε και το στοιχείο της καθοδήγησης, υποχρεώνοντας το Δικαστήριο να παρέμβει τουλάχιστον δύο φορές, έτσι ώστε να αναδειχθεί μία σαφέστερη τοποθέτηση κρίνεται αδόκιμη αλλά και ουσιαστικά αχρείαστη. Καθώς ο μάρτυρας ουσιαστικά πιεζόταν για να δώσει μία απάντηση η οποία και να είχε δοθεί καθόλου πειστική δεν θα κρινόταν. [ 31 ] Μάλιστα όπως το Δικαστήριο υπέδειξε, στο τέλος αυτής της προσπάθειας, σε σχέση με το συγκεκριμένο ισχυρισμό στο δεύτερο δικόγραφο της ενάγουσας, προβάλλεται απλώς άρνηση δίχως οποιαδήποτε διευκρίνιση. Τονίζω όμως ότι το όλο θέμα εν τέλει δεν πήρε τις διαστάσεις οι οποίες θα απαιτούσαν την εκ των προτέρων προσπάθεια αντιμετώπισης του κατά την κύρια εξέταση του μάρτυρα. Καθώς ως επίδικο θέμα συνδεμένο με μία μόνο λεπτομέρεια μεταξύ 15 υποπαραγράφων για τις κατ΄ ισχυρισμό πράξεις της ενάγουσας όπως αυτές καταγράφονται στην εισαγωγική παράγραφο της παραγράφου 20 δεν προωθήθηκε επαρκώς από την εναγόμενη έτσι ώστε να χρήζει και οποιασδήποτε ιδιαίτερης εξέτασης προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. [ 32 ] Βεβαίως η εναγόμενη αντεξέτασε τον Μ. Ε. 1 επί του προκειμένου. Όμως πραγματικά δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι η εναγόμενη ουσιαστικά προωθούσε με συγκροτημένο τρόπο ή ακόμη και με οποιαδήποτε πραγματική αντίληψη το βασικό ισχυρισμό ο οποίος εμπεριέχεται στην εισαγωγική παράγραφο της παραγράφου 20 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ως προς το ότι οι επίδικες συμφωνίες ήταν άκυρες για τους λόγους που αναφέρονται εντός της ίδιας παραγράφου ή τις λεπτομέρειες στο σύνολο τους οι οποίες καταγράφονται στις υποπαραγράφους 20.1 έως και 20.
  7. Οι ερωτήσεις ή ουσιαστικά οι υποβολές της εναγομένης αναφέρονταν σε κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα για τα οποία ο ίδιος ο Μ. Ε. 1 δεν θα ήταν καν σε θέση να απαντήσει. Όπως ο ίδιος απάντησε, σε σχέση με τη θέση της εναγομένης ως προς το ότι υπάλληλος της ενάγουσας συμβούλευε το σύζυγο της να κάνει δάνεια, δεν μπορούσε να το γνωρίζει αυτό διότι δεν ήταν παρών προσθέτοντας πως θα πρέπει να ερωτηθεί γι΄ αυτό άλλος μάρτυρας που ήταν τότε στο κατάστημα στον Πύργο. [ 33 ] Βεβαίως σε συσχετισμό και με περίπου το ίδιο θέμα ουσιαστικά ερωτήθηκε σχετικά και πάλι κατά την κύρια εξέταση του ο μάρτυρας αναφορικά και με την παράγραφο 12 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης εντός της οποίας ουσιαστικά προβάλλεται ισχυρισμός πως το επίδικο δάνειο έγινε, μεταξύ άλλων, για λογαριασμό και όφελος του συζύγου της εναγομένης δηλαδή για την αποπληρωμή υφιστάμενων υποχρεώσεων του. Βεβαίως ο μάρτυρας απέρριψε το περιεχόμενο της παραγράφου 12 και ισχυρίστηκε ότι το επίδικο δάνειο δόθηκε για να αποπερατωθεί η πολυκατοικία δηλαδή το κτίριο το οποίο κτιζόταν σύμφωνα με το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα. Ουσιαστικά όμως και πάλι αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο μάρτυρας αυτός αντλούσε πληροφόρηση από τα έγγραφα στα οποία προηγουμένως είχε πρόσβαση από τον φάκελο της εναγομένης και από την παρακολούθηση του λογαριασμού. Δεν προσέθετε οτιδήποτε ιδιαίτερο σε σχέση με αυτά τα στοιχεία. [ 34 ] Μάλιστα κατά την αντεξέταση του, όταν η εναγόμενη τον ρώτησε εάν εφόσον είχε πάρει τα λεφτά για το σπίτι τότε θα τα κατέθετε στο λογαριασμό του «άνδρα» της, απάντησε χαρακτηριστικά κάνοντας χρήση και της φράσης από ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να αντιληφθεί σύμφωνα με τα «παραστατικά», η εκταμίευση έγινε στο λογαριασμό του συζύγου της και όπως μπορούσε να αντιληφθεί οι πληρωμές εγίνονταν από τον ίδιο. [ 35 ] Βεβαίως, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο της τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε, δεν προκύπτει και οποιοσδήποτε λόγος ο μάρτυρας αυτός να μην κριθεί αξιόπιστος σε σχέση με τα όσα κατέθετε. Απλά επισημαίνεται από το Δικαστήριο πως ασφαλώς η μαρτυρία του αποτελείται κυρίως από ενημέρωση από τον φάκελο και όχι οτιδήποτε περισσότερο. Ότι δηλαδή σε σχέση με τα κρινόμενα από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας επίμαχα σημεία από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης οι απαντήσεις του είχαν περισσότερο τη μορφή συμπερασμάτων παρά οτιδήποτε άλλο και σίγουρα όχι προσωπικής γνώσης. Εντούτοις όχι μόνο διαπιστώνεται τα συμπεράσματα αυτά να ήταν λογικά αλλά επιπλέον δεν προέκυψε από την αντεξέταση του και οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να αμφισβητηθεί η γνησιότητα του περιεχομένου των εγγράφων στα οποία ο μάρτυρας αυτός βασιζόταν έτσι ώστε να απαντήσει. [ 36 ] Κατά την αντεξέταση του η οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την εναγόμενη, παραδείγματος χάριν ως προς το ότι η ίδια είχε κάνει αίτηση για δάνειο, αντιμετωπιζόταν από τον μάρτυρα με αναφορά στα τεκμήρια τα οποία είχε καταθέσει και συγκεκριμένα στο τεκμήριο
  8. Βεβαίως λογικά δεν θα αναμενόταν να υπήρχε και η οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη δυνατότητα στο συγκεκριμένο μάρτυρα. Σημασία βεβαίως με το κατά πόσο η εναγόμενη είχε ή δεν είχε κάνει οτιδήποτε το οποίο να ανταποκρίνεται σε σχέση με το περιεχόμενο τεκμηρίων, όπως και το τεκμήριο 2, θα υπήρχε εάν η ίδια η εναγόμενη είχε αρνηθεί την μεταγενέστερη υπογραφή της σε οποιοδήποτε έγγραφο αυτή υπήρχε ή αν επιπρόσθετα είχε παρουσιάσει και μαρτυρία εμπειρογνώμονα αναφορικά με τη γνησιότητα της υπογραφής της. Όμως τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώ ακόμη και η ίδια η εναγόμενη γενικά δεν έχει αρνηθεί με σαφήνεια τη γνησιότητα της υπογραφής της κατά την αντεξέταση της. Παρά και την προβολή αόριστων θέσεων κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας, όπως, παραδείγματος χάριν κατά την αντεξέταση της Μ. Ε. 3 ότι άλλοι υπέγραψαν ή τροποποίησαν την υπογραφή της ή ακόμη ότι έαν υπέγραψε τότε υπέγραψε λευκή κόλλα ή εν λευκώ. [ 37 ] Βεβαίως κρίνεται εύλογη η απορία της εναγομένης σε σχέση με την υποθήκη διατηρώντας υπόψη και τη χρονική διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας της υποθήκης και της ημερομηνίας του επίδικου δανείου. Η απάντηση του Μ. Ε. 1 ως προς το ότι η υποθήκη είχε συμπεριληφθεί στις εξασφαλίσεις δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, παρά να προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  9. Ερωτήθηκε σχετικά και απάντησε πως δεν ήταν παρών αλλά άλλοι ήταν παρόντες. Αναδεικνύεται ουσιαστικά και πάλι ως βασικό δεδομένο σε σχέση με τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα πως οι απαντήσεις του βασίζονταν στο περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία είχε παρουσιάσει. Εντούτοις η οποιαδήποτε απόρριψη από την εναγόμενη αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Μ. Ε. 1 ως προς τα όσα είχαν συμβεί σε σχέση με την πληρωμή του επίδικου δανείου προς την εναγόμενη ασφαλώς και προσκρούει στο ίδιο το περιεχόμενο των εγγράφων σε σχέση με την εκταμίευση και κατάθεση του ποσού του δανείου τα οποία ουσιαστικά ως μαρτυρία παρέμειναν ακλόνητα μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. [ 38 ] Μάλιστα η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας μερίμνησε, σε σχέση με δύο από τα τρία φωτοαντίγραφα από τα οποία αποτελείτο η δέσμη η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 12, όπως εξασφαλιστούν και κατατεθούν τα ίδια τα πρωτότυπα και τα οποία φέρουν την υπογραφή της εναγομένης. Βεβαίως η εναγόμενη προέβαλε κάποια δική της εκδοχή ως προς την έλλειψη γνησιότητας των συγκεκριμένων εγγράφων και ότι ουσιαστικά οτιδήποτε έγινε σκοπό είχε να καλύψει υπάλληλο της τράπεζας. Δικαιολογημένα ο συγκεκριμένος μάρτυρας κατέφυγε και πάλι στο περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια. [ 39 ] Παράλληλα οφείλω να τονίσω πως το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό χωρίς εύλογη αιτία να αγνοήσει το ίδιο το περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων. Η ίδια η εναγόμενη απορρίπτει ότι τα τεκμήρια 13 και 14 αντικατοπτρίζουν δικές της ενέργειες καθώς υπέβαλε πως ουδέποτε πήγε να πάρει λεφτά για να τα καταθέσει στο λογαριασμό του συζύγου της. Ουσιαστικά όσο και να απέρριπτε η εναγόμενη με την αντεξέταση της ότι τα όσα αναφέρονται εντός των τεκμηρίων 12, 13 και 14 δεν έγιναν, αυτό από μόνο του δεν αναιρεί το περιεχόμενο τους, ιδιαίτερα δε και το γεγονός ότι στα τεκμήρια 13 και 14 υπάρχει και η υπογραφή της. [ 40 ] Ο δε απόλυτος ισχυρισμός της ότι ουδέποτε πήρε λεφτά έτσι ώστε να τα καταθέσει στο λογαριασμό του συζύγου της καθόλου δεν συνάδει με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η ενάγουσα προς απόδειξη αυτού του γεγονότος ή υποστηρίζεται από αξιόπιστη μαρτυρία της εναγομένης. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή είτε βάσει της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ενάγουσας στο σύνολο της είτε αυτής της εναγομένης η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου έτσι ώστε η εκδοχή της εναγομένης να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη σε αντίθεση με αυτή της ενάγουσας. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τα έγγραφα τα οποία ήταν σε θέση να παρουσιάσει η ενάγουσα ως μέρος της όλης εκδοχής της αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία την οποία όντως παρουσίασε η εναγόμενη και η οποία περιοριζόταν σε ισχυρισμούς της ιδίας δίχως υποστήριξη ή ενίσχυση από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία είτε γραπτή είτε προφορική. [ 41 ] Αντεξετάστηκε ο Μ. Ε. 1 και σε σχέση με την αποστολή των επιστολών ημερομηνίας 11/5/98 και 22/3/2006 (τεκμήρια 10 και 11) και όπως και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του και σε σχέση με αυτή την αποστολή ο ίδιος βασίστηκε στα όσα στοιχεία ήταν σε θέση να αντλήσει από το φάκελο της εναγομένης. Όπως προέκυψε από τις απαντήσεις του οι επιστολές είχαν σταλεί με απλό ταχυδρομείο και όχι συστημένες αλλά όπως εξήγησε εφόσον δεν είχαν επιστραφεί θεωρήθηκε πως είχαν παραδοθεί. Η αντεξέταση του επί αυτού του θέματος σε σχέση όμως με το τεκμήριο 7 και όχι με τα τεκμήρια 10 και 11 επί των οποίων αναφέρεται συνοπτικά η διεύθυνση η οποία αναγράφεται στο τεκμήριο 2 συνδέθηκε από την εναγόμενη με το κατά πόσο ήταν γνωστός ο τόπος διαμονής της. [ 42 ] Βεβαίως το τεκμήριο 7 περιγράφηκε από τον Μ. Ε. 1 ως οι καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες η ενάγουσα ανελλιπώς απέστελλε στην εναγόμενη. Συνεπώς αυτό το μέρος της αντεξέτασης είχε σχέση με την ενημέρωση της εναγομένης σε σχέση με την κατάσταση του λογαριασμού της παρά με το κατά πόσο ειδοποιήθηκε σχετικά με τις επιστολές τεκμήρια 10 και
  10. Βεβαίως επί του ίδιου θέματος δόθηκε και επιπρόσθετη διευκρινιστική μαρτυρία με την οποία διασαφηνίζεται το θέμα της αποστολής τόσο των επιστολών (τεκμήρια 10 και 11) όσο και των καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήριο 7) από τον Μ. Ε. 2, η σχέση του οποίου με το επίδικο δάνειο και την εναγόμενη προβλήθηκε ως πιο άμεση διατηρώντας υπόψη και τα καθήκοντα του κατά τον ουσιώδη χρόνο ως διευθυντής του καταστήματος της τράπεζας στον Πύργο και ως το άτομο το οποίο υπέγραψε το τεκμήριο 2 δηλαδή την έγκριση του επίδικου δανείου. [ 43 ] Παρατηρείται απλά από το Δικαστήριο η σύνδεση η οποία έγινε από τον Μ. Ε. 1 στην αλλαγή του επιτοκίου μετά από τον πρώτο ούτω καλούμενο «τερματισμό» της επίδικης συμφωνίας. Θέμα στο οποίο το Δικαστήριο θα επιστρέψει πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης, δηλαδή όχι σε σχέση με την αλλαγή του επιτοκίου αλλά με τη σημασία η οποία είναι δυνατό να αποδοθεί από το Δικαστήριο στα τεκμήρια 10 και 11 βάσει και της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων την ύπαρξη της οποίας εν τέλει το Δικαστήριο αποδέχεται σύμφωνα και με τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε. Ολοκληρώνοντας όμως με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1, διατηρώντας υπόψη και τις όσες παρατηρήσεις αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο δέχεται το συγκεκριμένο υπάλληλο της ενάγουσας ως ένα αξιόπιστο μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε με ακρίβεια εντός της εμβέλειας της γνώσης η οποία του παρεχόταν εξαιτίας των καθηκόντων του και βάσει των εγγράφων τα οποία είχε στη διάθεση του εξαιτίας της θέσης του. [ 44 ] Η σχέση του Μ. Ε. 2, Ευάγγελου Στυλιανού, όπως προβλήθηκε από τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε, με το επίδικο δάνειο υπήρξε πολύ πιο άμεση τόσο με το επίδικο δάνειο όσο και με την εναγόμενη ως πελάτισσα της ενάγουσας, καθότι όπως ο ίδιος ισχυρίζεται εντός της γραπτής δήλωσης του «...για κάθε σημαντικό χρόνο για την Αγωγή χρόνο...» ήταν στην υπηρεσία της ενάγουσας και συγκεκριμένα διευθυντής του καταστήματος στον Πύργο από τον Δεκέμβρη του 1996 ενώ από την 14/3/1997 είχε αναλάβει και ήταν υπεύθυνος των λογαριασμών της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο επίδικος λογαριασμός δανείου. [ 45 ] Προκύπτει ένα σημείο σε σχέση με το οποίο ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά εξαναγκάστηκε να ανακαλέσει ισχυρισμό ο οποίος εμπεριέχεται εντός της γραπτής δήλωσης του. Σε σχέση δηλαδή με την υπογραφή της επίδικης υποθήκης στην παρουσία του. Παραδέχτηκε όμως κατά την αντεξέταση του, μετά και από παρέμβαση του Δικαστηρίου, όταν αντιλήφθηκε πλήρως τη χρονική διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της υποθήκης και της έναρξης ουσιαστικά της δικής του σχέσης με το χειρισμό των λογαριασμών της εναγομένης, πως ο ισχυρισμός του αυτός δεν ευσταθούσε. Δεν θεωρώ πως η αρχική προβολή του συγκεκριμένου ισχυρισμού ως προς την υπογραφή της επίδικης υποθήκης στην παρουσία του και στη συνέχεια η ανάκληση του αποτελεί λόγο έτσι ώστε ο μάρτυρας αυτός να μην κριθεί αξιόπιστος επί του συνόλου της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του, μέρος της οποίας ασφαλώς αποτελεί και η γραπτή δήλωση του. [ 46 ] Επιπλέον επί του συγκεκριμένου θέματος υπέθεσε ότι έγινε αύξηση της συγκεκριμένης υποθήκης το 1997 όταν έγινε η νέα χρηματοδότηση προσθέτοντας ότι πολύ πιθανόν να υπάρχει υπογραφή του στη νέα αύξηση. Εύλογα βεβαίως η εναγόμενη του υπενθύμισε ότι αυτό δεν το είπε προηγουμένως και ούτε και το έγραψε. Η απάντηση του συγκεκριμένου μάρτυρα ότι το λέει τώρα ασφαλώς δεν είναι δυνατό να κριθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως ικανοποιητική. Όφειλε η μαρτυρία της ενάγουσας αλλά και του συγκεκριμένου μάρτυρα να ήταν σαφής και όχι υποθετική. [ 47 ] Επιπλέον βεβαίως τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και αύξηση της το 1997 δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Σε συνδυασμό επίσης με τον ισχυρισμό εντός της γραπτής δήλωσης του, τον οποίο ουσιαστικά αναγνώρισε ως λανθασμένο και προσπάθησε να δικαιολογήσει, οδηγείται το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως δεν παρέχεται η δυνατότητα να στηριχθεί στη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα σε σχέση με την επίδικη υποθήκη. Ερωτήθηκε και κατά την επανεξέταση του τι εννοούσε με την αναφορά σε αύξηση της υποθήκης και απάντησε ως εξής. Όταν γίνεται νέα χρηματοδότηση γίνεται ένα νέο έντυπο αύξησης της υποθήκης το οποίο «πολύ πιθανόν» θα υπέγραψε όταν ήταν στην τράπεζα το 1997, όταν έγινε η χρηματοδότηση. Τέτοιο έντυπο όμως ουδέποτε παρουσιάστηκε ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Βεβαίως αναφορικά με την επίδικη υποθήκη, όπως εν τέλει διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, η μαρτυρία της ενάγουσας επί αυτού του θέματος δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία της. [ 48 ] Διατηρώντας υπόψη τη βασική θέση αυτού του μάρτυρα, ως προς το ότι το αίτημα της εναγομένης για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου έγινε προφορικά, παρείχε επαρκή περιθώριο στην εναγόμενη έτσι ώστε να αμφισβητούσε κατά την αντεξέταση του το ίδιο το γεγονός ότι είχε υποβάλει το οποιοδήποτε αίτημα για να της είχε δοθεί το επίδικο δάνειο. Βεβαίως παράλληλα δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αγνοήσει και τα έγγραφα στα οποία ο συγκεκριμένος μάρτυρας αναφερόταν και τα οποία προέκυψαν βεβαίως από την παροχή του επίδικου δανείου προς την εναγόμενη. Ουσιαστικά η εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να υποβάλει μία λογική θέση κατά την αντεξέταση του συγκεκριμένου μάρτυρα ως προς το πως ήταν δυνατό να ισχύουν τα όσα η ίδια ισχυριζόταν αλλά εντούτοις στη συνέχεια όχι μόνο να είχε υπογραφεί η επίδικη συμφωνία δανείου αλλά και να είχε αποσυρθεί το ποσό του δανείου. Έστω και εάν αυτό στη συνέχεια όντως είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του συζύγου της εναγομένης. Καθότι ταυτόχρονα έχει παρουσιαστεί και σχετικό πιστοποιητικό από αρχιτέκτονα με βάσει το οποίο να δικαιολογείται η εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου και η ημερομηνία συμπλήρωσης εργασίας επί του οποίου να συνάδει και με τη χρονική περίοδο τόσο της επίδικης συμφωνίας όσο και των υπολοίπων τεκμηρίων τα οποία αποτελούν το τεκμήριο 12, δηλαδή κατά τον Απρίλιο του
  11. [ 49 ] Ουσιαστικά η μαρτυρία του Μ. Ε. 2 προσφέρθηκε προς ενίσχυση της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 καθώς έδωσε μαρτυρία σε σχέση με όλα τα βασικά θέματα αναφορικά με τα οποία κατέθεσε και ο Μ. Ε. 1 αλλά βεβαίως από μία διαφορετική θέση, δηλαδή αυτή του άμεσα εμπλεκόμενου με ορισμένα από τα γεγονότα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Θέτοντας το διαφορετικά η συμπερασματικής φύση μαρτυρία του Μ. Ε. 1, με την άμεση μαρτυρία βασισμένη σε προσωπική γνώση του Μ. Ε. 2, ενισχύεται πλέον σημαντικά αλλά και καθοριστικά ως προς την επικράτηση της εκδοχής της ενάγουσας ως αξιόπιστης στο σύνολο της σε αντίθεση με αυτή της εναγομένης η οποία περισσότερο βασίζεται σε προβολή μετέωρων θέσεων. Θέσεις δηλαδή οι οποίες στη συνέχεια δεν υποστηρίχθηκαν από ικανοποιητική και αξιόπιστη μαρτυρία έτσι ώστε να αντισταθμίζεται με αυτή η εν τέλει κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα όντως παρουσίασε. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος από το σύνολο της προφορικής κατάθεσης του βάσει του οποίου να μην κριθεί γενικά αξιόπιστος ο Μ. Ε.
  12. [ 50 ] Η μαρτυρία της Μ. Ε. 3 θα μπορούσε να θεωρηθεί ουσιαστικά ως τυπική ιδιαίτερα δε καθώς η ίδια αυτοπεριόρισε την εμβέλεια της μαρτυρίας της στο γεγονός ότι απλά ήταν μάρτυρας της υπογραφής της εναγομένης. Παράλληλα όμως δεν αρνήθηκε να απαντήσει οποιαδήποτε ερώτηση της εναγομένης κατά την αντεξέταση της σε σχέση με γεγονότα για τα οποία θα μπορούσε λογικά να γίνει αντιληπτό ότι θα ήταν σε θέση τουλάχιστον να δώσει κάποια απάντηση. Παραδείγματος χάριν, ως προς την παρουσία της εναγομένης στο κατάστημα της ενάγουσας στον Πύργο, θέμα βεβαίως για το οποίο ερωτήθηκε και ο Μ. Ε.
  13. Ενίσχυσε επίσης με τη δική της μαρτυρία τη θέση του Μ. Ε. 2 ότι το αίτημα της εναγομένης για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου έγινε προφορικά, διευκρινίζοντας ότι στα μικρά καταστήματα έτσι γίνεται, δηλαδή συζητά ο πελάτης με τον διευθυντή και ζητάει αυτό το οποίο θέλει. Παρά και την υποβολή διαφόρων θέσεων από την εναγόμενη απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της για υπογραφή ως μάρτυρας της υπογραφής της εναγομένης, εντούτοις πραγματικά δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην δεχτεί και τη Μ. Ε. 3 ως μία αξιόπιστη μάρτυρα. [ 51 ] Η εναγόμενη με την προφορική κατάθεση της υποστήριξε την πεποίθηση της ότι εξαπατήθηκε από την τράπεζα εκφράζοντας και την άποψη για συνωμοσία μεταξύ του πρώην διευθυντή και του Μ. Ε. 2 ενώ ισχυρίστηκε επίσης ότι όλοι οι μάρτυρες της ενάγουσας είπαν ψέματα στο Δικαστήριο και ότι μόνο η ίδια ήξερε την αλήθεια αν και δεν μπορούσε, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, να βάλει το χέρι της στο ευαγγέλιο και για το σύζυγο της, γνωρίζοντας δηλαδή τη σχέση που, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, αυτός είχε με τον πρώην διευθυντή του καταστήματος της τράπεζας στον Πύργο. Ισχυρίστηκε ότι ήταν σύμβουλος του συζύγου της και μπορούσε να τον επηρεάσει για οτιδήποτε. [ 52 ] Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί να είχε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο ή υποθήκη ενώπιον του Μ. Ε.
  14. Βεβαίως για την υποθήκη ο ίδιος ο Μ. Ε. 2 διευκρίνισε ότι δεν υπεγράφηκε στην παρουσία του. Δέχτηκε μεν ότι τον επισκέφθηκε μία φορά μόνο στο γραφείο του στο κατάστημα στον Κάτω Πύργο (όπως βεβαίως και η ίδια είχε υποβάλει στο Μ. Ε. 2 δίχως αυτό να γίνει δεκτό από τον ίδιο) όμως αυτό έγινε μόνο μετά από επιμονή και πίεση από τον Ανδρέα Χαραλάμπους, δηλαδή τον πρώην διευθυντή, έτσι ώστε να γνωριστούν καλύτερα. Η ίδια δεν ήθελε να πάει αλλά επέμενε ο σύζυγος της και έτσι μετά από πολλή πίεση τον επισκέφθηκε μία φορά μόνο. Επανέλαβε ότι δεν θυμόταν να υπέγραψε ενώπιον του Μ. Ε. 2 κάποιο έγγραφο ή υποθήκη όπως ισχυρίστηκε. [ 53 ] Απέρριψε και τη γνησιότητα του τεκμηρίου 13 με συγκεκριμένο σκεπτικό βασισμένο στην εμπειρία της από τραπεζικές συναλλαγές. Εξέφρασε την άποψη ότι τα συγκεκριμένα τεκμήρια (12, 13 και 14) είναι προϊόν δόλου και ότι όλα αυτά που καταγράφουν είναι ολοφάνερο ότι είναι ψέματα. Τέλος όμως πρόσθεσε ότι δεν ήξερε τι έγινε αν και πιστεύει ότι έγινε δόλος και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. [ 54 ] Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της εάν η υπογραφή στο τεκμήριο 3 είναι δική της απάντησε πως όπως φαίνεται είναι η υπογραφή της. Σε σχέση όμως με το ερώτημα εάν το δάνειο έγινε το 1997 αν και αρχικά απάντησε πως έτσι φαίνεται, στη συνέχεια δήλωσε ότι η ίδια δεν ήξερε να είχε γίνει δάνειο. Ακολούθως πρόσθεσε ότι αυτό δεν ήταν δάνειο και ότι δάνειο η ίδια θεωρούσε ότι ήταν αυτό για £10.000,00 (δηλαδή, το ποσό το οποίο αναφέρεται πάνω στην υποθήκη). Όταν ισχυρίστηκε πως δεν υπέγραψε την επίδικη συμφωνία στο κατάστημα της ενάγουσας στον Κάτω Πύργο, εύλογα ερωτήθηκε τότε που την υπέγραψε. Απάντησε τότε ότι υπέγραψε λευκή κόλλα ενώ αναφέρθηκε και σε τακτική του πρώην διευθυντή να τη βάζει «πολλές φορές» να υπογραφεί σε λευκή κόλλα δίοτι αυτός ήταν και τραπεζικός και σύμβουλος και φίλος προσθέτοντας χαρακτηριστικά ότι αυτός «ήταν τα πάντα». Δέχτηκε ότι είχε και άλλους λογαριασμούς στο κατάστημα στον Κάτω Πύργο δηλαδή γραμμάτια και ασφάλειες ζωής. Ενέμεινε στη θέση της ότι υπέγραψε σε λευκή κόλλα και όχι το τεκμήριο 3, προσθέτοντας πως δεν υπήρχαν «γράμματα». Ισχυρίστηκε πως ήδη εξήγησε γιατί φαίνεται η υπογραφή στο τεκμήριο 3 να είναι η υπογραφή της. Προφανώς επανερχόμενη στον ισχυρισμό της για υπογραφή εν λευκώ. [ 55 ] Ως προς το ότι υπήρχαν καταθέσεις στο συγκεκριμένο λογαριασμό ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγος της ως ζωέμπορος έπρεπε να κάνει καταθέσεις έτσι ώστε να δικαιούται να εκδίδει επιταγές. Σε σχέση με τα τεκμήρια 13 και 14 αν και αναγνώρισε την υπογραφή της προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς όπως, παραδείγματος χάριν, δεν φαίνεται αν έκανε ανάληψη από δικά της λεφτά ή από αλλού. Διερωτήθηκε επίσης πως βρέθηκε το πρωτότυπο του τεκμηρίου 13 ενώ εξέφρασε και υποψία ότι αυτό έγινε εκ των υστέρων συνδέοντας τη διαδικασία της συγκεκριμένης συναλλαγής και με την παράδοση αντιγράφου προς τον πελάτη αλλά και την ύπαρξη χαρτοσήμου επί του συγκεκριμένου τεκμηρίου. [ 56 ] Αξίζει να σημειωθεί πως η εναγόμενη γενικά δεν ισχυριζόταν ότι η υπογραφή η οποία υπήρχε στα διάφορα έγγραφα σε σχέση με τα οποία αντεξεταζόταν δεν ήταν η δική της. Όσο και να ήταν αρκετά προσεχτική έτσι ώστε να χρησιμοποιά σε κάθε περίπτωση τη λέξη «φαίνεται», ότι δηλαδή φαίνεται να είναι η υπογραφή της. Όμως τι εννοούσε με τη χρήση αυτής της λέξης ουδέποτε εξήγησε στο Δικαστήριο. Ενδεχομένως με αυτό τον τρόπο να πίστευε ότι θα δημιουργούσε αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής. Η μόνη όμως εντύπωση την οποία προκαλούσε ήταν αυτή της υπεκφυγής καθώς ουσιαστικά δεν απαντούσε ευθέως ως προς το κατά πόσο ήταν ή δεν ήταν η υπογραφή της ενώ παράλληλα δεν ισχυριζόταν οτιδήποτε άλλο το οποίο και με την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας θα μπορούσε να τύχει της οποιασδήποτε εξέτασης από το Δικαστήριο. [ 57 ] Ακόμη και σε σχέση με το τεκμήριο 14, όπου η απάντηση της ήταν πιο απλή, καθώς δέχτηκε ότι η υπογραφή επί αυτού ήταν δική της, όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι στις 24/4/1997 (σύμφωνα δηλαδή με το τεκμήριο 14) ζήτησε την εκταμίευση του ποσού των £50.000,00, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα. Ότι δεν μπορούσε να καταλάβει πως έγινε ανάληψη ποσού £50.000,00 αλλά κατάθεση ποσού £49.410,00 και ότι δεν το πίστευε και ότι αυτά είναι ψεύτικα, προσθέτοντας ότι υπογραφές βάζει πολλές, προβάλλοντας και πάλι το ίδιο ερώτημα σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών. [ 58 ] Μάλιστα στη συνέχεια και πάλι σε σχέση με αυτή τη διαφορά ισχυρίστηκε ότι αμφότερα τα τεκμήρια 13 και 14 είναι προϊόν δόλου. Βασίστηκε μάλιστα στο γεγονός ότι αρχικά παρουσιάστηκαν φωτοαντίγραφα των συγκεκριμένων τεκμηρίων και μετά τα πρωτότυπα έτσι ώστε να υποστηρίξει αυτή τη θέση της. Δηλαδή, παραδόξως, η προσπάθεια παρουσίασης από την ενάγουσα, της όσο το δυνατό καλύτερης μαρτυρίας υπό τις περιστάσεις, για την εναγόμενη αποτελούσε απόδειξη αυτού του δόλου. Η αναφορά όμως σε αυτό το γεγονός αναδεικνύει όχι δόλο εκ μέρους της ενάγουσας αλλά την εμφανή έλλειψη θέσεων της εναγομένης οι οποίες να βασίζονται έστω σε μία κατ΄ ισχυρισμό κατάσταση και η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο. [ 59 ] Καθώς της υποβλήθηκε το γεγονός της υπογραφής από την ίδια του τεκμηρίου 3 ανέπτυξε μία δική της εντελώς ατεκμηρίωτη θεωρία, σε σχέση με την οποία δεν έγιναν οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομερείς υποβολές κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 2, αναφορικά με τη συμπεριφορά του πρώην διευθυντή. Ο οποίος σύμφωνα με την ίδια επειδή την ξεγέλασε πολλές φορές, περίμενε να φύγει από τον Κάτω Πύργο να τον αναπληρώσει κάποιος άλλος έτσι ώστε να της στήσει παγίδα. Ισχυρίστηκε ότι έμαθε ποιοι ήταν και ότι άκουσε πάρα πολλές φορές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τις οποίες ο πρώην διευθυντής του καταστήματος της τράπεζας είχε με τον σύζυγο της για να καλύψουν κάποιους άλλους που είχαν παρατραβήγματα γιατί τότε ο σύζυγος της «κινείτο» με πολλά λεφτά. [ 60 ] Κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της αντεξέτασης της εναγομένης η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας ουσιαστικά περιορίστηκε κυρίως σε υποβολές με αναφορές στα γεγονότα όπως αυτά παρουσιάστηκαν από τους μάρτυρες της ενάγουσας και σύμφωνα με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη απέρριπτε με δικούς της ανυπόστατους, όπως εν τέλει κρίνονται, ισχυρισμούς τα όσα της υποβάλλονταν με στερεότυπες αναφορές σε ύπαρξη δόλου, ότι δηλαδή το κάθε τι το οποίο της υποβαλλόταν ήταν προϊόν δόλου. [ 61 ] Ενέμεινε επίσης και στους ισχυρισμούς της ως προς το ότι η ανέγερση του κτηριακού συγκροτήματος δεν έγινε με χρήματα τα οποία της είχαν δανειστεί με αναφορές σε άλλες πηγές χρημάτων, όπως είχε αναφέρει συγκεκριμένα και κατά την κύρια εξέταση της. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν πήρε ούτε ένα σεντ από την τράπεζα για το «σπίτι». [ 62 ] Αναφορικά και πάλι σε σχέση με την υπογραφή της ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή της στο τεκμήριο 5 όπως «πίστευε» δεν ήταν η δική της. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι η ίδια πάντα υπέγραφε ως «Ανδρούλλα Οδυσσέως» και όχι ως «Ανδρούλλα Θεολόγου» (όπως και στο τεκμήριο 5). Βεβαίως οι αναφορές της εναγομένης σε δάνειο £10.000,00 συνδέονταν άμεσα με την υποθήκη και το τεκμήριο 5, σε σχέση με το οποίο όμως πλέον δεν αποδεχόταν ότι η υπογραφή ήταν όντως δική της. [ 63 ] Ενώ σε σχέση με τη θέση ότι πάντα υπέγραφε ως «Ανδρούλλα Οδυσσέως» αξίζει να σημειωθεί πως τόσο στο τεκμήριο 3 όσο και στα τεκμήρια 13 και 14 αυτός ακριβώς είναι και ο τρόπος με τον οποίο έχει υπογράψει αυτά τα έγγραφα. Ενώ στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27/10/2008, προς υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, υπέγραψε ως «Ανδρούλλα Θεολόγου» και παρά και το γεγονός πως στην αίτηση της για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 26/11/2008, επίσης υπέγραψε ένορκη δήλωση, προς υποστήριξη της αίτησης, ως «Ανδρούλλα Θεολόγου», εντούτοις, όταν της δόθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπέγραψε τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως «Ανδρούλλα Οδυσσέως». Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης της, ημερομηνίας 12/3/2012, υπέγραψε ως «Ανδρούλλα Γ. Οδυσσέως». [ 64 ] Αξίζει να σημειωθεί αναφορικά με τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις του Δικαστηρίου πως η εναγόμενη υπέγραφε ολογράφως, δηλαδή είναι ευδιάκριτες στην κάθε περίπτωση οι λέξεις από τις οποίες αποτελείται η υπογραφή της εναγομένης. [ 65 ] Ουσιαστικά ο ισχυρισμός ότι η ίδια υπέγραφε πάντα με συγκεκριμένο τρόπο δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του ίδιου του φακέλου της αγωγής. Ενώ όπως ισχυρίστηκε στη σελίδα 4 του τεκμηρίου 5 η ίδια δεν αναγνώριζε την υπογραφή της με τις λέξεις «Ανδρούλλα Α. Θεολόγου» παρά και το γεγονός ότι κάτω από αυτές τις λέξεις είχαν δακτυλογραφηθεί οι λέξεις «Ανδρούλλα Γεωργίου Οδυσσέως (σύζυγος Ανδρέα Θεολόγου)». Προέβαλε και διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά τόσο με το ότι «πάντα» υπέγραφε ως «Ανδρούλλα Οδυσσέως» όσο και ως προς το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έγραφε Ανδρούλλα Γεωργίου Οδυσσέως ενώ έπρεπε να γράφει Ανδρούλλα Α. Θεολόγου και ότι όπως πίστευε δεν ήταν η υπογραφή της προσθέτοντας μάλιστα ότι μοιάζει με την υπογραφή του συζύγου της. Αναφέρθηκε μάλιστα ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο η ίδια σχημάτιζε τα γράμματα «Λ» και «Α». Ακόμη και σε σχέση με την υπογραφή του συζύγου της αρχικά απάντησε ότι ήταν η υπογραφή του προσθέτοντας όμως μετά ότι «έτσι φαίνεται». [ 66 ] Πραγματικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως οι ισχυρισμοί της εναγομένης σε σχέση με τη γνησιότητα της υπογραφής κάθε άλλο παρά συγκροτημένοι και σταθεροί είναι δυνατό να κριθούν ενώ αντιθέτως η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι αυτή της προσπάθειας να εκμεταλλευτεί τον εμφανώς διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η ίδια ολογράφως υπέγραφε σε διάφορες περιπτώσεις. [ 67 ] Ενέμεινε και στη θέση της πως η ίδια ουδέποτε ζήτησε το επίδικο δάνειο και ούτε πως γνώριζε να είχε γίνει αίτηση γι΄ αυτό. Βασίστηκε κυρίως σε μία θέση της σύμφωνα με την οποία εφόσον δεν υπήρχε γραπτώς η αίτηση της τότε αυτό δείχνει ότι δεν έκανε αίτηση για δάνειο. Βεβαίως, εύλογα υπέβαλε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στην εναγόμενη, πως η τράπεζα δεν θα τις έδινε το ποσό των £50.000,00 χωρίς να πάρει εξασφαλίσεις όμως η υποβολή αυτή έχει σχέση και γενικότερα με το γεγονός πως η λήψη του ποσού αυτού δεν εξηγείται δίχως να είχε προηγηθεί κάποια διαδικασία. [ 68 ] Η δε γενική απάντηση της στην υποβολή πως το τεκμήριο 2 αποτελούσε την έγκριση της προφορικής της αίτησης ότι δεν νομίζει καμία τράπεζα να δίνει δάνειο προφορικά για τόσα πολλά λεφτά κάθε άλλο παρά ενισχύει τη θέση της πως δεν είχε αιτηθεί το επίδικο δάνειο. Η προσέγγιση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας επί του προκειμένου ουσιαστικά ήταν ο συσχετισμός των εξασφαλίσεων με το επίδικο δάνειο, δηλαδή η εγγύηση του συζύγου της εναγομένης και η υποθήκη. [ 69 ] Αφού πρώτα εξηγούσε η εναγόμενη πως δεν μπορούσε να απαντήσει για το σύζυγο της ενέμενε στη θέση της ότι ουδέποτε ζήτησε δάνειο για το συγκεκριμένο ποσό ως επίσης πως υπέγραψε εν λευκώ και πως όλα ουσιαστικά ήταν μία παγίδα. Δίχως όμως να δίδει μία σαφή εικόνα ως προς το πως ακριβώς η ενάγουσα την είχε παγιδεύσει καθώς ακόμη και ο ισχυρισμός περί υπογραφής εν λευκώ από μόνος του είναι εντελώς αόριστος και μη συνδεδεμένος με συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία μάλιστα να είχαν υποβληθεί με λεπτομέρεια στους μάρτυρες της ενάγουσας. [ 70 ] Όσο και να επιδεικνύεται κατανόηση από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι η εναγόμενη είχε χειριστεί από μόνη της την ακρόαση της αγωγής της, όταν ένας διάδικος έχει μία συγκροτημένη εκδοχή την οποία ο ίδιος βίωσε τότε θα πρέπει να είναι και σε θέση να την διατυπώσει με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια έτσι ώστε να δίδεται η ευχέρεια τόσο στους μάρτυρες της αντίδικης πλευράς να τοποθετηθούν αναλόγως όσο και η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο η συγκεκριμένη εκδοχή ευσταθεί. [ 71 ] Επιπλέον η εναγόμενη προσέθετε και επιχειρήματα στις απαντήσεις τις σε σχέση με το κατά πόσο έλαβε τις επιστολές (τεκμήρια 10 και 11) τα οποία αντί να αναδεικνύουν ειλικρίνεια αντιθέτως προσομοιάζουν με υπεκφυγή. Ερώτησε την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας πως είναι σίγουρη ότι έλαβε τις επιστολές και εάν ήλθαν συστημένες ή εάν επήγε η ίδια στο ταχυδρομείο και τις παρέλαβε, αναφερόμενη και σε σχέση με λεπτομέρειες ως προς τη διεύθυνση στην οποία είχαν σταλεί. Η οποία όμως είναι η διεύθυνση η οποία όχι μόνο αναφέρεται επί του τεκμηρίου 2 είναι και η διεύθυνση επί του κλητηρίου εντάλματος το οποίο επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη στις 6/6/
  15. [ 72 ] Το Δικαστήριο έχει παραθέσει πιο πάνω τους ισχυρισμούς της εναγομένης με αρκετή λεπτομέρεια έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα ανάδειξης από αυτή την παράθεση, της έκτασης των στοιχείων της αοριστολογίας και της εμφανούς απουσίας επαρκούς σαφήνειας η οποία διαπιστώνεται ως προς την προσπάθεια προβολής μίας εκδοχής από την εναγόμενη η οποία κάθε άλλο παρά να μπορούσε να κριθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως συγκροτημένη και αξιόπιστη. [ 73 ] Πραγματικά δεν παρέχεται με οποιοδήποτε τρόπο η δυνατότητα καν ελέγχου της αξιοπιστίας της μαρτυρίας της εναγομένης σε συνάρτηση με αυτή της ενάγουσας έτσι ώστε να διασταυρωθούν οποιαδήποτε σημεία σε σχέση με τα οποία να υπάρχει απλά κάποιο περιθώριο διαφοράς μεταξύ των δύο εκδοχών των διαδίκων. Η εκδοχή της εναγομένης είναι απόλυτη σε όλα της τα σημεία. [ 74 ] Όπως, παραδείγματος χάριν, σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας όπου αν και αναγνωρίζει την υπογραφή της εντούτοις ισχυρίζεται ότι υπέγραψε εν λευκώ, δηλαδή σε λευκή κόλλα. Ακόμη και να μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη εννοούσε ότι υπέγραψε το συγκεκριμένο έντυπο προτού αυτό συμπληρωθεί δεν είναι δυνατό με τα όσα κατέθεσε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε μία τέτοια ηπιότερη εκδοχή. Η εκδοχή της εναγομένης παρέμεινε απόλυτη τόσο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της. Όσο απόλυτη όμως και να είναι η συγκεκριμένη εκδοχή τόσο πιο αόριστη και ασαφής κρίνεται από το Δικαστήριο. [ 75 ] Προς τι υπέγραφε εν λευκώ πολλές φορές, όπως ισχυρίστηκε η εναγόμενη, επειδή ο πρώην διευθυντής του καταστήματος της τράπεζας ήταν φίλος και σύμβουλος του συζύγου της; Τι συνέβαινε σε αυτές τις άλλες πολλές φορές; Πραγματικά μόνο ως υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη αναφορά της εναγομένης. Υπερβολή με την οποία ενδεχομένως να θεωρούσε πως θα μπορούσε να ενισχύσει την αξιοπιστία της σε σχέση με το συγκεκριμένο έγγραφο της επίδικης συμφωνίας δανείου. Αντιθέτως όμως η υπερβολή αυτή κάθε άλλο παρά ενισχύει την αξιοπιστία της σε σχέση με το συγκεκριμένο εγγραφο. [ 76 ] Επίσης η όλη εκδοχή της ως προς το ότι δεν είχε ζητήσει το δάνειο εφόσον η τράπεζα δεν παρουσίασε οτιδήποτε γραπτό βάσει του οποίου η ίδια να ζητούσε οποιοδήποτε δάνειο ανατρέπεται ουσιαστικά από την όση αξιόπιστη μαρτυρία η ενάγουσα παρουσίασε τόσο ως προς την πρακτική την οποία ακολουθούσε η τράπεζα σε σχέση με τον τρόπο υποβολής και έγκρισης δανείου όσο και σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Μάλιστα διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο εν πάση περιπτώσει η ίδια αντιμετώπιζε και απέρριπτε ακόμη και τα όσα γεγονότα η ενάγουσα επεδίωξε να αποδείξει με την παρουσίαση εγγράφων είναι αμφίβολο ακόμη και να υπήρχε όντως κάποιο έγγραφο υπό μορφή αίτησης της προς την τράπεζα πως και αυτό με τη σειρά του δεν θα απορριπτόταν ως ένα προϊόν δόλου. [ 77 ] Ουσιαστικά όσο πιο πολύ εξετάζεται και αναλύεται από το Δικαστήριο η όλη εκδοχή της εναγομένης τόσο πιο δύσκολο καθίσταται αυτή να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη είτε μερικώς είτε στο σύνολο της. Πραγματικά θα ήταν πολύ δύσκολο να κριθεί ως αξιόπιστη η εναγόμενη όταν απαντούσε με τον τρόπο που απαντούσε. Παραδείγματος χάριν, όταν της υποβλήθηκε ότι υπέγραψε και την υποθήκη για να λάβει £50.000,00 από την τράπεζα απάντησε ως εξής. Ότι μπορεί να είναι η υπογραφή μου (ενδεχομένως δηλαδή επί του εγγράφου της υποθήκης) αλλά την ξεγέλασε ο τραπεζικός υπάλληλος και ότι είναι ψέμα πως υπέγραψε αν υπέγραψε διότι τότε ο σύζυγος της χρησιμοποιούσε βία προσθέτοντας μάλιστα, στην επόμενη απάντηση της, το εξής ερώτημα. Αν μπορεί κάποιος να γνωρίζει τα προσωπικά ή πίσω από μία κλειστή πόρτα τι γίνεται. Αναδεικνύεται ουσιαστικά κατ΄ επανάληψη το στοιχείο της αοριστίας στα όσα ισχυριζόταν η εναγόμενη έτσι ώστε εν τέλει να ήταν δυνατό να γίνει δεκτό ότι είχε προβάλει μία συγκροτημένη εκδοχή η οποία όχι μόνο να έπειθε το Δικαστήριο αλλά και η οποία να υποστήριζε την υπεράσπιση της τόσο πραγματικά όσο και νομικά. [ 78 ] Οφείλω να παρατηρήσω και το εξής. Ανεξάρτητα και από τις πολλαπλές αρνήσεις της εναγομένης ως προς το ότι η ίδια έκανε αίτηση για το δάνειο εντούτοις προβάλλεται παράλληλα και μία εκδοχή ως προς το ότι υπήρχε και μία εικονικότητα σε σχέση με το επίδικο δάνειο με σχετικές αναφορές τόσο στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης (παραδείγματος χάριν, οι παραγράφοι 3 και 12) ενώ ακόμη και εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση της ενάγουσας για συνοπτική απόφαση προβάλλεται στην παράγραφο 4 μία επαρκώς λεπτομερής εκδοχή περί εικονικότητας του επίδικου δανείου και ότι αυτό δεν έγινε για ανέγερση οικοδομής αλλά για κάλυψη μέρους της υπέρβασης του λογαριασμού του συζύγου της για τον οποίο, όπως η ίδια αναφέρει, δεν ευθύνεται. Βεβαίως δεν ισχυρίζεται ότι δεν πήρε το συγκεκριμένο ποσό αλλά ότι ουδέποτε πήρε αυτά τα χρήματα έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσει για το συγκεκριμένο σκοπό. Ολοκληρώνει την παράγραφο 4 με προβολή συγκεκριμένης νομικής θέσης. Ότι άρα το συμβόλαιο είναι εικονικό και άρα άκυρο και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. [ 79 ] Έστω όμως και το Δικαστήριο να δεχόταν τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί ύπαρξης «εικονικότητας» του επίδικου δανείου. Βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί δεν γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι. Όμως ακόμη και να είχε πετύχει η εναγόμενη να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αποδοχή αυτών των ισχυρισμών ως αξιόπιστους. Αυτό από μόνο του θα αναιρούσε το γεγονός πως η ίδια θα είχε εισπράξει το συγκεκριμένο ποσό από την ενάγουσα; Ανεξάρτητα και από την κατ΄ ισχυρισμό του χρήση στη συνέχεια. Ή αυτό θα αποδείκνυε όντως εικονικότητα και άρα ακυρότητα του επίδικου δανείου; Πραγματικά δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου μία σαφής νομική θέση η οποία θα ήταν δυνατό να κριθεί πως ακόμη και να υπήρχαν τα προαναφερόμενα στοιχεία αυτό θα ήταν και το λογικά αναμενόμενο νομικό αποτέλεσμα. [ 80 ] Πραγματικά, ποιος θα ήταν ο λόγος να μην ευθύνεται η ίδια για την είσπραξη ενός ποσού ανεξάρτητα και από το λόγο για τον οποίο αυτό δόθηκε αρχικά προς την ίδια και την κατ΄ ισχυρισμό χρήση του στη συνέχεια προς όφελος του συζύγου της; Δηλαδή ακόμη και αξιόπιστη να κρινόταν η εκδοχή της εναγομένης επί του συγκεκριμένου θέματος το Δικαστήριο δεν συμφωνά με τη θέση πως αυτό θα καθιστούσε την επίδικη συμφωνία δανείου άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Η εναγόμενη και πάλι θα είχε εισπράξει με δανεισμό ένα ποσό το οποίο όφειλε στη συνέχεια να επιστρέψει στην τράπεζα ανεξαρτήτως και της χρήσης του συγκεκριμένου ποσού στην οποία η ίδια είχε επιλέξει να προβεί σε σχέση με αυτό. [ 81 ] Βεβαίως αποδοχή αυτού του μέρους της εκδοχής της ενδεχομένως να προσέθετε και αξιοπιστία σε λεπτομέρειες της υπόλοιπης εκδοχής της. Όμως το Δικαστήριο δεν δέχεται ούτε και αυτό το μέρος της εκδοχής της εναγομένης ως αξιόπιστο. Εάν όντως η εναγόμενη είχε εξαπατηθεί με τον τρόπο τον οποίο ισχυρίστηκε τότε γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι και την καταχώρηση αγωγής εναντίον της 11 χρόνια μετά και από την ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας για το επίδικο δάνειο; Μέχρι δηλαδή να της είχε ζητηθεί ένα ποσό το οποίο ακόμη και με βάση δικούς της ισχυρισμούς χρησιμοποιήθηκε προς όφελος του συζύγου της. Βεβαίως κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε και πάλι ότι δεν οφείλει κανένα ποσό όμως προβάλλοντας πλέον ισχυρισμούς ως προς το ότι δεν πήρε ούτε ένα σεντ για το «σπίτι». [ 82 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί σε σχέση με τη διαφορά του ποσού ανάληψης σύμφωνα με το τεκμήριο 13 (£50.000,00) και το ποσό κατάθεσης σύμφωνα με το τεκμήριο 14 (£49.410,00) πως σύμφωνα με τον όρο 8 της επίδικης συμφωνίας δανείου η εναγόμενη συμφωνούσε να επιβαρυνθεί με όλα τα έξοδα συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων χαρτοσήμων για την ετοιμασία του συγκεκριμένου εγγράφου. Όπως αναφέρεται σχετικά στο τεκμήριο 2 (δηλαδή, στην έγκριση του δανείου) τα έξοδα μελέτης και αξιολόγησης ήταν £500,00 ενώ σύμφωνα με τον περί Χαρτοσήμων Νόμο του 1963 (όπως αυτός ίσχυε κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου) τα τέλη χαρτοσήμων για σύμβαση ποσού £50.000,00 ήταν £75,
  16. Δεν θεωρώ τη διαφορά η οποία απομένει για ποσό £15,00 μεταξύ του ποσού του τεκμηρίου 14 και του ποσού επί του τεκμηρίου 13 ως ιδιαίτερα σημαντική δίχως να κρίνεται παράλληλα είτε αναγκαίο είτε ακόμη και ορθό το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε υπόθεση επί του συγκεκριμένου θέματος. Απλά θεωρώ ορθό πως κάποια αναφορά θα έπρεπε να γίνει από το Δικαστήριο ως προς τη διαφορά μεταξύ των δύο τεκμηρίων στο βαθμό στον οποίο αυτή μπορεί να εξηγηθεί βάσει και της μαρτυρίας την οποία η ενάγουσα παρουσίασε. [ 83 ] Το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει στο σύνολο της τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τους διάδικους όμως κατά την αξιολόγηση αυτή αφέθηκαν προς πιο λεπτομερή εξέταση δύο θέματα. Το πρώτο είναι αυτό της επίδικης υποθήκης και το δεύτερο αυτό του τερματισμού ή ουσιαστικά των επιστολών τερματισμού όπως τις περιέγραψαν οι μάρτυρες. [ 84 ] Αναφορικά πρώτα με το θέμα της υποθήκης παρατηρώ τα ακόλουθα. Πραγματικά έχοντας υπόψη έστω και την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε δια μέσω τόσο των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν όσο και των εγγράφων τα οποία παρουσιάστηκαν προς απόδειξη της αγωγής εντούτοις υπάρχει ένα στοιχείο στην όλη εκδοχή της ενάγουσας το οποίο δεν συνάδει με αυτή τη μαρτυρία. Το στοιχείο αυτό είναι η υποθήκη η οποία κατατέθηκε ως τεκμήρια 5 και 8 ενώ σχετικό είναι και το τεκμήριο
  17. [ 85 ] Κατ΄ αρχάς οι λεπτομέρειες αυτής της υποθήκης δεν συνάδουν καθόλου με την αναφορά επί του τεκμηρίου 2 στη σελίδα 1, δηλαδή στις εξασφαλίσεις. Πραγματικά δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να συνδέει την υποθήκη με αριθμό Υ8417/88 με την εγγραφή τρίτης υποθήκης για ποσό £50.000,00 επί του κτηριακού συγκροτήματος με αριθμό εγγραφής C121 στην Πάφο στο όνομα της αιτήτριας. Υπενθυμίζω ότι τα ενυπόθηκα κτήματα όχι μόνο δεν αφορούν κτηριακό συγκρότημα αλλά χωράφια και επιπλέον αυτά δεν βρίσκονται στην Πάφο υπό την έννοια είτε της πόλης είτε της επαρχίας της Πάφου αλλά στον Κάτω Πύργο και στα Πηγαίνεια αμφότερα εκ των οποίων βρίσκονται στην επαρχία Λευκωσίας. [ 86 ] Υπενθυμίζω επίσης την αναφορά του Μ. Ε. 2 ως προς την ύπαρξη τρίτης υποθήκης αλλά της παράλειψης επίσης της ενάγουσας να παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με την οποιαδήποτε τρίτη υποθήκη ή το οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να έχει σχέση με τρίτη υποθήκη. [ 87 ] Άλλο στοιχείο το οποίο αποσυνδέει την υποθήκη Υ8417/88 με το επίδικο δάνειο είναι και το γεγονός βεβαίως πως αυτή έγινε περίπου 8 ½ χρόνια πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του επίδικου δανείου. [ 88 ] Επιπρόσθετη αναφορά στο ακίνητο με αριθμό C121 βρίσκεται στους λοιπούς όρους και προϋποθέσεις στη σελίδα 2 του τεκμηρίου 2 όπου αναφέρεται συγκεκριμένα η εξής πρόταση - «Να ενημερωθούμε επίσης κατά πόσο η Α΄ Υποθήκη για ΛΚ18000 επί του ακινήτου C121 υπάρχει ή έχει ακυρωθεί». [ 89 ] Δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η ενάγουσα να είχε αντιληφθεί την αδυναμία σύνδεσης της εξασφάλισης η οποία αναφέρεται επί του τεκμηρίου 2 με την υποθήκη η οποία έγινε το 1988 και γι΄ αυτό το λόγο να είχε καταχωρήθει από τους δικηγόρους της και η αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 10/6/2013 η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. [ 90 ] Αξίζει να σημειωθεί πως με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα επεδίωκε να προσθέσει στην έκθεση απαίτησης αναφορά σε υποθήκη με αριθμό ΑΥ715/97 για το ίδιο ποσό με αυτό του δανείου (δηλαδή, £50.000,00) σε σχέση με ακίνητο όντως στην Πάφο, δηλαδή οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 0121, αν και στο τεκμήριο το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης στα στοιχεία του ακινήτου που υποθηκεύεται ο αριθμός εγγραφής καταγράφεται ως C
  18. [ 91 ] Δεν θεωρώ απαραίτητο όπως επαναλάβω τα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/3/2014 σε σχέση με το αίτημα τροποποίησης της ενάγουσας. Σημασία έχει το εξής απλό γεγονός. Έχει αποτύχει πραγματικά η ενάγουσα να συνδέσει τη συγκεκριμένη υποθήκη με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής. Υπό την εξής απλή έννοια. Έτσι ώστε τα στοιχεία της υποθήκης Υ8417/88 να συνάδουν με οτιδήποτε σχετικό με το επίδικο δάνειο. [ 92 ] Συνεπώς, κρίνω πως δεν είναι εφικτό, βάσει μάλιστα της ίδιας της μαρτυρίας την οποία έχει προσκομίσει η ενάγουσα, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης. [ 93 ] Αναφορικά με το θέμα του τερματισμού ή ουσιαστικά των επιστολών τερματισμού όπως τις περιέγραψαν οι μάρτυρες, παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 94 ] Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζω πως πουθενά εντός της έκθεσης απαίτησης δεν γίνεται χρήση της λέξης «τερματισμός» υπό οποιαδήποτε μορφή. Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 επειδή η εναγόμενη είχε παραβεί τους όρους της επίδικης συμφωνίας παραλείποντας να πληρώσει τους δεδουλευμένους τόκους και άλλα ποσά, όπως η συγκεκριμένη συμφωνία προνοεί, το υπόλοιπο ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό αμέσως και η ενάγουσα, με τις επιστολές της ημερομηνίας 11/5/98 και 22/3/2006 απαίτησε από την εναγόμενη ως πρωτοφειλέτρια την εξόφληση του κάθε οφειλόμενου ποσού αλλά η εναγόμενη παρέλειψε να το πράξει αυτό. [ 95 ] Βεβαίως ούτε λογικό είναι αλλά ούτε και νομικά εφικτό να υπάρχει τερματισμός πέραν της μίας φοράς. Ούτε και οι ίδιοι οι μάρτυρες της ενάγουσας ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε και δεύτερος τερματισμός. Ο Μ. Ε. 1 ισχυρίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε με την επιστολή ημερομηνίας 11/5/1998 (τεκμήριο 10) και ότι η ενάγουσα κάλεσε για δεύτερη φορά την εναγόμενη με «περαιτέρω» επιστολή ημερομηνίας 22/3/2006 (τεκμήριο 11) να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο αλλά η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε σε αμφότερες τις επιστολές. Ενώ ο Μ. Ε. 2 ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε την «επιστολή τερματισμού» ημερομηνίας 11/5/1998 ως επίσης και την επιστολή ημερομηνίας 22/3/
  19. [ 96 ] Αναμφίβολα προκαλεί απορία το γεγονός ότι ζητήθηκε και για δεύτερη φορά με επιστολή από την ενάγουσα η εξόφληση του δανείου από την εναγόμενη. Ιδιαίτερα δε εάν αναλογιστεί το Δικαστήριο τη χρονική διαφορά σχεδόν 8 ετών από την ημερομηνία της πρώτης και της δεύτερης επιστολής. [ 97 ] Διατηρώντας υπόψη αυτά τα δεδομένα θεωρώ πως το θέμα του τερματισμού ή των επιστολών, εκ των οποίων η μία περιγράφηκε και ως επιστολή τερματισμού, θα πρέπει να εξεταστεί έχοντας υπόψη τα όσα σχετικά αναφέρονται στην επίδικη συμφωνία δανείου δηλαδή στο τεκμήριο
  20. [ 98 ] Προτού εξεταστεί το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας αξίζει να σημειωθεί, σε σχέση και με την καθυστέρηση στη λήψη οποιωνδήποτε επιπρόσθετων μέτρων εναντίον της εναγομένης, διατηρώντας υπόψη και τις ημερομηνίες επί των δύο επιστολών, πως μετά και από την ημερομηνία η οποία αναγράφεται επί της πρώτης επιστολής (11/5/1998) υπάρχει κατάθεση ενός σημαντικού ποσού, σε σχέση δηλαδή με τα ποσά πίστωσης τα οποία αναφέρονται επί του τεκμηρίου 7, στις 26/5/1998 συγκεκριμένα το ποσό των £3.650,
  21. Επίσης, στην ίδια ημερομηνία, αναφέρονται άλλα δύο ποσά £1.703,75 και £80,00 για τα οποία όμως αντεξεταζόμενος ο Μ. Ε. 1 έδωσε εξηγήσεις ως προς το ότι πρόκειται για εσωτερική διαδικασία της τράπεζας και με σχετική χειρόγραφη σημείωση έτσι ώστε να μην μετρηθεί δύο φορές η ίδια σελίδα. [ 99 ] Ενώ και μετά από την ημερομηνία της δεύτερης επιστολής (22/3/2006) υπάρχει κατάθεση δύο ποσών δηλαδή αυτό των £420,00 και £480,00 στις 16 και 17 Μαίου του
  22. Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με την κατάθεση αυτών των δύο ποσών το γεγονός ότι η ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού έχει ως τελευταία ημερομηνία καταχώρησης την ημερομηνία της δεύτερης επιστολής, δηλαδή 22/3/
  23. Συνεπώς, το συνολικό ποσό των £900,00 δεν έχει ληφθεί υπόψη από την ενάγουσα στον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού της εναγομένης και θα πρέπει να γίνει η ανάλογη αναπροσαρμογή από το Δικαστήριο. [ 100 ] Σε σχέση με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου η πραγματικότητα είναι ότι ούτε εντός αυτού υπάρχει αναφορά της λέξης τερματισμός υπό οποιαδήποτε μορφή. Εντούτοις προνοείται ρητά με τον όρο 7 ότι νοείται «...πάντοτε ότι παράλειψη μου να πληρώσω τους δεδουλευμένους τόκους οποιουδήποτε μήνα και/ή παράλειψη μου να πληρώσω οποιονδήποτε ποσό ήθελε καταστεί πληρωτέο στην Τράπεζα όπως προνοείται στο παρόν έγγραφο και/ή παράβαση από εμένα οποιουδήποτε άλλου όρου ή όρων του παρόντος εγγράφου θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να καθιστά το ως άνω δάνειο απαιτητό αμέσως και/ή σε ημερομηνία που θα καθορίζεται με ειδοποίηση που θα αποστέλλεται με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην πιο κάτω διεύθυνση ή την τελευταία διεύθυνση που έχει δοθεί από εμένα προς την Τράπεζα». [ 101 ] Η διεύθυνση η οποία όντως αναφέρεται πιο κάτω είναι η διεύθυνση η οποία αναφέρεται σε αμφότερες τις επιστολές (τεκμήριο 10 και 11). Θεωρώ ότι η διαδικασία η οποία ενεργοποιήθηκε από την ενάγουσα είναι αυτή η οποία προνοείται σχετικά στον όρο 7 της συμφωνίας ανεξάρτητα και από τη χρήση ή μη της λέξης «τερματισμός». Βεβαίως σύμφωνα με τον όρο 7 θα πρέπει να προηγηθεί κάποια παράλειψη εκ μέρους της εναγομένης έτσι ώστε η ενάγουσα να αποκτά το δικαίωμα να καθιστά το δάνειο απαιτητό αμέσως. Καμία αναφορά δεν υπάρχει στην πρώτη επιστολή (τεκμήριο 10) ως προς την ύπαρξη τέτοιας παράλειψης ενώ εντός της δεύτερης επιστολής (τεκμήριο 11) υπάρχει σχετική αναφορά με την οποία επιβεβαιώνεται η πρώτη επιστολή με την οποία η τράπεζα καλούσε να εξοφλήσει το δάνειο, καλώντας την εναγόμενη για «τελευταία φορά» να εξοφλήσει εντός 7 ημερών το χρεωστικό υπόλοιπο. [ 102 ] Παρατηρείται απλά πως η προθεσμία της πρώτης επιστολής ήταν 15 ημέρες δίχως όμως να ληφθεί οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από την τράπεζα (σύμφωνα με τη μαρτυρία) μέχρι και την αποστολή της δεύτερης επιστολής σχεδόν 8 χρόνια αργότερα. Ενώ ακόμη και βάσει της δεύτερης επιστολής η αγωγή της ενάγουσας δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο μετά και από την πάροδο επιπρόσθετης χρονικής περιόδου δύο ετών και περίπου δύο μηνών. [ 103 ] Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η παράβαση της επίδικης συμφωνίας ήταν η παράλειψη πληρωμής δεδουλευμένων τόκων «και/ή» άλλα ποσά. Βεβαίως σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη όπως πληρώνει (αναφέρεται συγκεκριμένα στον όρο 3 η φράση «να καταθέτω») τους δεδουλευμένους τόκους κάθε μήνα. [ 104 ] Ανεξάρτητα και από την ύπαρξη αυτού και άλλων επιπρόσθετων όρων η επίδικη συμφωνία προσομοιάζει με γραμμάτιο συνήθους τύπου (βλ. σχετικά το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). [ 105 ] Η οποιαδήποτε παράλειψη της εναγομένης δεν προκύπτει ευθέως από τους ισχυρισμούς των ίδιων των μαρτύρων της ενάγουσας πέραν και από τα όσα αναφέρει γενικά ο Μ. Ε. 1 στις παραγράφους 3 (α) έως και (γ) της γραπτής δήλωσης του. [ 106 ] Εξετάζοντας όμως προσεχτικά το τεκμήριο 7 καθίσταται εμφανές πως η εναγόμενη δεν κατέβαλε επί τακτικής μηνιαίας βάσης οποιοδήποτε ποσό. Συνεπώς η παράλειψη της επίδικης συμφωνίας προκύπτει από αυτό το μέρος της μαρτυρίας. Μάλιστα αυτό το οποίο αναδεικνύεται από εξέταση του τεκμηρίου 7 είναι ότι πέραν και από τις καταθέσεις οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο [ 98 ] αυτής της απόφασης και σε δύο άλλες περιπτώσεις στις 13/10/1997 και στις 31/3/1998 (και στις δύο περιπτώσεις κατατέθηκε ποσό £325,85) η εναγόμενη δεν κατέθεσε οποιοδήποτε άλλο ποσό στο λογαριασμό του δανείου πριν από την ημερομηνία και της δεύτερης επιστολής. [ 107 ] Με τις προαναφερόμενες διευκρινίσεις υπόψη το Δικαστήριο καταλήγει στις ακόλουθες διαπιστώσεις αναφορικά με την πραγματική πτυχή της αγωγής. [ 107.1 ] Στις 24/3/1997 η εναγόμενη αιτήθηκε προφορικά από την ενάγουσα τράπεζα δάνειο για το ποσό των £50.000,
  24. [ 107.2 ] Η αίτηση της εναγομένης εγκρίθηκε στις 4/4/1997 με σχετική απόφαση της ενάγουσας. [ 107.3 ] Η εναγόμενη ενημερώθηκε αναφορικά με την έγκριση με σχετικό έγγραφο, δηλαδή το τεκμήριο 2, σύμφωνα με το οποίο η έγκριση ίσχυε για χρονική περίοδο 30 ημερών από τις 4/4/
  25. [ 107.4 ] Στις 10/4/1997 η εναγόμενη υπέγραψε σχετικό έγγραφο δανείου ενώπιον δύο μαρτύρων σύμφωνα με το οποίο, μεταξύ άλλων, δεσμευόταν να πληρώσει στις 21/4/2012 το ποσό των £50.000,00 με πληρωμή τόκου 8% ετησίως το οποίο θα καταβαλλόταν την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου με ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος της ενάγουσας με γραπτή ειδοποίηση προς την εναγόμενη να αυξομειώσει το ποσοστό επιτοκίου εντός του ορίου του νομίμου επιτοκίου σε ισχύ. [ 107.5 ] Όπως προνοείται επίσης στην επίδικη συμφωνία δανείου η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη όπως καταθέτει κάθε μήνα τους δεδουλευμένους τόκους. [ 107.6 ] Διατηρώντας υπόψη πως ο λόγος για τον οποίο είχε ζητηθεί από την εναγόμενη το δάνειο ήταν για ανέγερση κτηριακού συγκροτήματος ζητήθηκε από την εναγόμενη δια μέσω του διευθυντή του καταστήματος της τράπεζας όπως προσκομίσει πιστοποιητικό του επιβλέποντος αρχιτέκτονα. [ 107.7 ] Φωτοαντίγραφο του συγκεκριμένου πιστοποιητικού αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 12 και το οποίο αφού προσκομίστηκε στην ενάγουσα στη συνέχεια στις 24/4/1997 η ενάγουσα τράπεζα εκταμίευσε το δάνειο πληρώνοντας το ποσό των £50.000,00 εκ του οποίου μετά από αίτημα της εναγομένης κατατέθηκε ποσό £49.410,00 στο λογαριασμό του συζύγου της ο οποίος θα προέβαινε στις σχετικές πληρωμές για την αποπεράτωση του κτηριακού συγκροτήματος. [ 107.8 ] Η εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με τον όρο 3 της επίδικης συμφωνίας δανείου δηλαδή δεν κατέβαλε κάθε μήνα τους δεδουλευμένους τόκους. [ 107.9 ] Εξαιτίας αυτής της παράβασης στάλθηκε από την ενάγουσα η επιστολή ημερομηνίας 11/5/1998 με την οποία η ενάγουσα καλούσε την εναγόμενη να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου εντός 15 ημερών ενώ επισημαίνεται εντός της επιστολής αύξηση του επιτοκίου από 8% σε 9% ετησίως ως επίσης πως σε περίπτωση παράλειψης εξόφλησης θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγομένης. [ 107.10 ] Εντός 15 ημερών, δηλαδή στις 26/5/1998 κατατέθηκε από την εναγόμενη στο λογαριασμό του δανείου ποσό £3.650,04 ενώ η ενάγουσα δεν έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγομένης. [ 107.11 ] Η εναγόμενη στη συνέχεια συνέχισε να μην συμμορφώνεται με τον όρο 3 της επίδικης συμφωνίας δανείου. [ 107.12 ] Στάλθηκε από την ενάγουσα και δεύτερη επιστολή υπό μορφή ειδοποίησης προς την εναγόμενη ημερομηνίας 22/3/2006 δίδοντας προθεσμία 7 ημερών για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου. [ 107.13 ] Η εναγόμενη προέβη σε κατάθεση δύο ποσών δηλαδή αυτό των £420,00 και £480,00 στις 16 και 17 Μαίου του 2006 αλλά έκτοτε δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι του επίδικου δανείου. [ 107.14 ] Αμφότερες οι προαναφερόμενες επιστολές είχαν σταλεί στη διεύθυνση της εναγομένης την οποία η ίδια είχε δώσει στην ενάγουσα δίχως να επιστραφούν στην ενάγουσα και συνεπώς τεκμαίρεται ότι αυτές είχαν παραληφθεί από την εναγόμενη. [ 107.15 ] Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 9) και λαμβάνοντας υπόψη ποσό κατάθεσης το οποίο αναφέρεται επί του τεκμηρίου 7 συνολικά ποσό £900,00 (με ισοτιμία €1 = £0,585274) δηλαδή ποσό €1.537,74 η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των € 155.137,48 πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €133.497,75 από τις 22/3/2016 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνο. [ 108 ] Διατηρώντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας ιδιαίτερα δε την κρινόμενη ως αναξιόπιστη εκδοχή της εναγομένης το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα ότι η εναγομένη έχει αποτύχει να αποδείξει οποιοδήποτε μέρος της ανταπαίτησης της. [ 109 ] Ως εκ τούτου η ανταπαίτηση της εναγομένης απορρίπτεται ενώ εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης για το ποσό των € 155.137,48 πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €133.497,75 από τις 22/3/2016 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνο, ενώ διατηρώντας υπόψη τόσο το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής όσο και το γεγονός ότι η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκε με την αξίωση της ενάγουσας εκδίδεται διαταγή πληρωμής των εξόδων της αγωγής υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.