Alpha Bank Cyprus Ltd ν. David William Jones κ.α., Αρ. Αγωγής :- 3124 / 2012, 6/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A191 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3124 / 2012 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και
- David William Jones
- Rebecca Louise Hurleston Leche
- Alpha Panareti Public Ltd Εναγόμενοι Αίτηση Παραμερισμού Απόφασης Ημερομηνίας 26/3/2015 Ημερομηνία :- Τρίτη 6η Σεπτεμβρίου 2016 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Έλισα Θεοδώρου Για τους Εναγομένους 1 και 2 - Αιτητές :- κα. Χριστιάνα Παναγιώτου για κο. Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη και κο. Στυλιανό Ν. Χριστοφόρου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαρία Πιερή ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος τους στις 21/3/2014 εξαιτίας της παράλειψης τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης παρά και το γεγονός ότι προηγήθηκε επίδοση σε αυτούς συγκεκριμένων εγγράφων σύμφωνα και με διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το οποίο εξασφαλίστηκε από την ενάγουσα στις 16/1/
- [ 2 ] Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο ενός εκ των δικηγόρων των εναγομένων και η οποία ορκίζεται την ένορκη δήλωση υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητα της «...βάσει οδηγιών τις οποίες...» έλαβε «...υπό των Εναγομένων 1 και 2 ... και των Δικηγόρων αυτών και εξ΄ όσων κάλλιο...» γνωρίζει, πληροφορείται και πιστεύει. Βεβαίως στην αμέσως επόμενη παράγραφος ορκίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους εναγομένους όπως ορκιστεί την ένορκη δήλωση και ως επίσης ότι γνωρίζει «...προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση έχοντας μελετήσει το σχετικό φάκελο ο οποίος τηρείται στο γραφείο μας». [ 3 ] Ουσιαστικά όπως είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή η θέση της ενόρκως δηλούσας η γνώση της δεν είναι προσωπική αλλά προέρχεται από οδηγίες οι οποίες δόθηκαν από τους εναγομένους και τους δικηγόρους των εναγομένων και μελέτη κάποιου φακέλου ο οποίος τηρείται στο γραφείο στο οποίο εργάζεται. [ 4 ] Αδιευκρίνιστο πραγματικά ποιος ακριβώς είναι αυτός ο φάκελος διότι, όπως θα φανεί στη συνέχεια, η αγωγή αυτή συνδέεται και με μία άλλη αγωγή την οποία όμως καταχώρησαν οι εναγόμενοι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον τόσο της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή όσο και ενός άλλου προσώπου. Ενδεχομένως οι δικηγόροι των εναγομένων να τηρούν φάκελο γενικά για τους εναγομένους ή δύο ξεχωριστούς φακέλους, ένα για την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και άλλο ένα για την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 5 ] Αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Περισσότερη σημασία έχει η έκταση μαρτυρίας η οποία είναι δυνατό να αντληθεί από το Δικαστήριο σύμφωνα και με τα όσα όντως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα εντός της ένορκης δήλωσης της, τα οποία, όπως η ίδια ισχυρίζεται, έχουν και ως πηγή το περιεχόμενο κάποιου φακέλου το οποίο η ίδια έχει μελετήσει. [ 6 ] Παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα το αίτημα των εναγομένων. Συνήθως σε περιπτώσεις υποβολής αιτήματος για παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης εναγομένου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης δεν έχει προηγηθεί οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντα. [ 7 ] Κατ΄ εξαίρεση όμως στην περίπτωση των εναγομένων, παρά και το γεγονός ότι οι ίδιοι όντως δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης σε αυτή την αγωγή, εντούτοις είχε προηγηθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ τους και της ενάγουσας αν και βεβαίως όχι σε αυτή την αγωγή. Μάλιστα οι ίδιοι οι εναγόμενοι είχαν ήδη καταχωρήσει αγωγή εναντίον της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή και ενός άλλου προσώπου, τα επίδικα θέματα της οποίας όπως αναφέρεται και πιο κάτω έχουν σχέση και με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης σε αυτή την αγωγή. Το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε ορισμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τη συγκεκριμένη αγωγή πιο κάτω. [ 8 ] Κατ΄ αρχάς οφείλω να παρατηρήσω ότι ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση απορρίπτει στην ολότητα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Εντούτοις σε σχέση με τη καταχώρηση της αγωγής από τους εναγομένους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (στο εξής θα καλείται η «πρώτη αγωγή») αναφέρει σχετικά τα εξής. Ότι η καταχώρηση της συγκεκριμένης αγωγής δεν αποτελεί λόγο για καλή υπεράσπιση σε αυτή την αγωγή. [ 9 ] Επιπλέον - επιχειρηματολογώντας ουσιαστικά - αναφέρει ότι προκύπτει ως εύλογο ερώτημα το εξής. Εφόσον οι εναγόμενοι διόρισαν τους ίδιους δικηγόρους στην Κύπρο για καταχώρηση της αγωγής 3451/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της ενάγουσας τότε γιατί δεν έδωσαν σε αυτούς έγκαιρα οδηγίες να καταχωρήσουν εκ μέρους τους εμφάνιση και σε αυτή την αγωγή; [ 10 ] Αυτό το οποίο εύλογα προκύπτει δια μέσω αυτών των δηλώσεων του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης είναι ότι ουσιαστικά η ενάγουσα αποδέχεται το γεγονός της καταχώρησης της πρώτης αγωγής. [ 11 ] Βεβαίως η οποιαδήποτε αποδοχή της ενάγουσας αναφορικά με την πρώτη αγωγή περιορίζεται σε αναγνώριση της καταχώρησης και ύπαρξης της. Καθότι όχι μόνο ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία σχετικά με την πορεία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της πρώτης αγωγής αλλά ούτε ακόμη και η ίδια η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης δεν αναφέρει οτιδήποτε επιπρόσθετο αναφορικά με αυτή την πορεία και το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να κριθεί ως σχετικό με το αντικείμενο αυτής της αίτησης. [ 12 ] Γενικά παρατηρείται πως η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι ιδιαίτερα σύντομη. Μάλιστα σε σχέση και με ορισμένα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας διακρίνονται από αοριστία και δημιουργία κενών παρά στοχευμένη παρουσίαση και συμπλήρωση ολοκληρωμένων και στοιχειοθετημένων γεγονότων. Ιδιαίτερα δε σε σχέση είτε με τις ενέργειες των εναγομένων είτε των δικηγόρων τους μετά και από την ημερομηνία επίδοσης προς τους εναγομένους των σχετικών εγγράφων βάσει και του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο επανέρχεται σε αυτό το θέμα πιο κάτω. [ 13 ] Σε σχέση και πάλι με το θέμα της πρώτης αγωγής η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης περιορίζεται στους ακόλουθους ισχυρισμούς. Ότι πριν από την καταχώρηση αυτής της αγωγής και συγκεκριμένα στις 24/5/2012 οι εναγόμενοι καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή 3451/2012 εναντίον της ενάγουσας η οποία δεν έχει ακόμη εκδικασθεί. Σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό απλά επισημαίνεται πως παρά και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, η ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης είναι 13/3/
- Δηλαδή, μέχρι και τις 13/3/2015 η πρώτη αγωγή δεν είχε εκδικασθεί. [ 14 ] Επιπλέον, προσθέτει η ενόρκως δηλούσα, ότι η συγκεκριμένη αγωγή αφορά τη νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου η οποία αποτελεί το αντικείμενο εκδίκασης της «...υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής». Προφανώς η ενόρκως δηλούσα εννοεί αυτή την αγωγή στην οποία έχει καταχωρηθεί και η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 15 ] Αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι δεν αναφέρονται από την ενόρκως δηλούσα οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με την πορεία της πρώτης αγωγής. Παραδείγματος χάριν, εάν αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα σε αυτή την αγωγή ή κατά πόσο η ενάγουσα καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ή έκθεση υπεράσπισης ή ακόμη και ανταπαίτηση εναντίον της αξίωσης των εναγομένων. Ουσιαστικά έχει αφεθεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ορισμένα εύλογα υπό τις περιστάσεις δικά του συμπεράσματα αναφορικά με τις προαναφερόμενες δικονομικές ενέργειες. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτό είναι λογικά εφικτό βάσει και της ελάχιστης πραγματικά πληροφόρησης η οποία παρέχεται υπό μορφή μαρτυρίας εντός της ένορκης δήλωσης. [ 16 ] Η δυνατότητα αυτή παρέχεται κυρίως καθώς επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης φωτοαντίγραφα τόσο του κλητηρίου εντάλματος της πρώτης αγωγής όσο και της έκθεσης απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε σε αυτή. [ 17 ] Ο δε ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης δεν αναφέρει οτιδήποτε συγκεκριμένο αναφορικά με τα τεκμήρια αλλά ούτε και αρνείται ρητά τη γνησιότητα τους. Μάλιστα τα όσα αναφέρονται στην «επιχειρηματολογία» του πιο πάνω (βλ. σχετικά τις παραγράφους [ 8 ] και [ 9 ] αυτής της απόφασης) αναδεικνύουν αναγνώριση της ύπαρξης της όλης διαδικασίας της πρώτης αγωγής. Δίχως όμως παράλληλα να υπεισέρχεται σε οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες. [ 18 ] Συνεπώς προκύπτουν βάσει αυτών των τεκμηρίων και ιδιαίτερα δε του φωτοαντιγράφου της έκθεσης απαίτησης τα εξής δύο δεδομένα. Η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή όντως καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην πρώτη αγωγή (προφανώς διότι το κλητήριο ένταλμα της πρώτης αγωγής επιδόθηκε σε αυτή) ενώ στις 20/6/2012 καταχωρήθηκε και η έκθεση απαίτησης στην πρώτη αγωγή. Δηλαδή σε χρόνο λιγότερο από ένα μήνα από την ημερομηνία καταχώρησης της πρώτης αγωγής. Βεβαίως εντελώς άγνωστο, ελλείψει μαρτυρίας, τι ακολούθησε, με εξαίρεση τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης. Ως προς το ότι δηλαδή η πρώτη αγωγή δεν εκδικάστηκε τουλάχιστον μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης. [ 19 ] Επομένως, όπως προκύπτει βάσει αυτών των δύο τεκμηρίων, η πρώτη αγωγή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 24/5/2012 και πράγματι η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή, ενάγεται στην πρώτη αγωγή ως η εναγόμενη
- [ 20 ] Ισχύουν βεβαίως τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την πορεία της πρώτης αγωγής στο βαθμό στον οποίο αυτά μπορούν εύλογα να συναχθούν. Παρά και την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας υπό μορφής ισχυρισμών εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, σε σχέση με το κατά πόσο επιδόθηκε η πρώτη αγωγή στην ενάγουσα σε αυτή την αγωγή ή εάν αυτή καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ή έκθεση υπεράσπισης. [ 21 ] Ουσιαστικά είναι εύλογο να συμπεράνει το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης παραμερισμού πως εφόσον επί της έκθεσης απαίτησης στην πρώτη αγωγή αναφέρεται (στη σελίδα 6) ότι αυτή επιδόθηκε και επιπλέον, στην τελευταία σελίδα, αναφέρονται ως δικηγόροι της εναγομένης 1 οι δικηγόροι της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή, τότε θα πρέπει η εναγόμενη 1 να είχε καταχωρήσει τουλάχιστον σημείωμα εμφάνισης στην πρώτη αγωγή με τους ίδιους δικηγόρους οι οποίοι καταχώρησαν εκ μέρους της την αγωγή αυτή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Βάσει της οποίας εξασφαλίστηκε η απόφαση εναντίον των εναγομένων λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης και της οποίας οι εναγόμενοι ζητούν τον παραμερισμό. [ 22 ] Επομένως, το γεγονός της καταχώρησης της πρώτης αγωγής αποτελεί ένα βασικό δεδομένο ως προς τη γενικότερη θέση των εναγομένων το οποίο ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτής της αίτησης. [ 23 ] Αξίζει επίσης να σημειωθούν τα ακόλουθα σε σχέση με αυτή την αγωγή στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων. Η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 27/9/
- Δηλαδή περίπου 3 μήνες μετά από την επίδοση της έκθεσης απαίτησης στην πρώτη αγωγή στην ενάγουσα, ως η εναγόμενη 1 στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία βάσει της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση της οποίας οι εναγόμενοι επιδιώκουν τον παραμερισμό η επίδοση προς τους εναγομένους έγινε στις 13/1/2014 αφού προηγουμένως η ενάγουσα είχε εξασφαλίσει διάταγμα παράτασης της ισχύς του κλητηρίου εντάλματος μέχρι και τις 27/3/
- [ 24 ] Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρονται πιο πάνω παρατηρείται το εξής. Παρά και την ύπαρξη της αγωγής μεταξύ της και των εναγομένων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η ενάγουσα, για άγνωστο πραγματικά λόγο, επέλεξε όπως καταχωρήσει αυτή την αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Η πρώτη αγωγή, βάσει και του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης), εμφανώς έχει σχέση και με την υπογραφή από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της επίδικης συμφωνίας δανείου σε αυτή την αγωγή. [ 25 ] Επιπλέον, παρά και το γεγονός ότι η ενάγουσα, αλλά και οι δικηγόροι της βεβαίως, γνώριζαν πως οι εναγόμενοι όχι μόνο αμφισβητούσαν την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου σε αυτή την αγωγή (κυρίως δια μέσω αμφισβήτησης της εγκυρότητας του πληρεξουσίου εγγράφου βάσει του οποίου αυτή υπεγράφηκε εκ μέρους τους) αλλά επίσης είχαν καταχωρήσει και αγωγή εναντίον της ενάγουσας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (στηριζόμενοι κυρίως σε αυτή την αμφισβήτηση) εντούτοις, μετά και από την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τους εναγομένους, η ενάγουσα προχώρησε στην έκδοση απόφασης ερήμην των εναγομένων. [ 26 ] Δικονομικά βεβαίως βάσει και του περιεχομένου του φακέλου αυτής της αγωγής η ενάγουσα δεν έχει πράξει οτιδήποτε ανεπίτρεπτο καθώς στο βαθμό στον οποίο το Δικαστήριο είχε υπόψη του σε σχέση με την πορεία αυτής της αγωγής βεβαίως και όχι της πρώτης αγωγής δεν προέκυπτε οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε να μην εκδοθεί η επίδικη απόφαση στις 21/3/
- Διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση δεν εξετάζει οποιοδήποτε άλλο θέμα βάσει και του οποίου θα μπορούσε να προταθεί ως θέση ότι η ενάγουσα ενήργησε καταχρηστικά καθώς ούτε και οι ίδιοι οι εναγόμενοι έχουν εγείρει τέτοιο θέμα προς εξέταση. Σε σχέση και με το ενδεχόμενο ύπαρξης κατάχρησης είναι άγνωστο βεβαίως - και πάλι ελλείψει μαρτυρίας - κατά πόσο η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή καταχώρησε και ανταπαίτηση εναντίον των εναγομένων στην πρώτη αγωγή. [ 27 ] Διευκρινίζεται δηλαδή πως αναπόφευκτα η δυνατότητα η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο εξέτασης αυτής της αίτησης περιορίζεται εντός τόσο του πραγματικού πλαισίου, υπό μορφή μαρτυρίας, όσο και του νομικού πλαισίου, υπό μορφή επιχειρηματολογίας, το οποίο καθορίζεται από το περιεχόμενο του ίδιου του αιτήματος των εναγομένων. Βεβαίως ο κυριότερος περιορισμός ως προς τη δυνατότητα η οποία όντως παρέχεται προς το Δικαστήριο για εξέταση του αιτήματος των εναγομένων προκύπτει από το είδος και την έκταση της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης. [ 28 ] Σύμφωνα με το αίτημα των εναγομένων, όπως η ίδια η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη του ισχυρίζεται, ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης είναι από «λάθος και αβλεψία». [ 29 ] Πραγματικά η απογυμνωμένη συντομία αυτού του ισχυρισμού, δίχως δηλαδή αυτός να υποστηρίζεται από οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες, ουσιαστικά εγκλωβίζει το αίτημα των εναγομένων εντός ενός εντελώς αόριστου πλαισίου. Προκύπτουν αναπάντητα ερωτήματα. Τι ακριβώς εννοεί η ενόρκως δηλούσα όταν αναφέρεται σε «λάθος και αβλεψία»; Επίσης σημαντικό ως ερώτημα είναι και το εξής. Αυτό το λάθος ή αβλεψία από ποιο άτομο ή άτομα είχε διαπραχτεί; [ 30 ] Μελετώντας την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ακόμη και ο ίδιος ο ενόρκως δηλών με τα όσα αναφέρει δεν είναι σίγουρος εάν το λάθος και αβλεψία διαπράχθηκε από τους δικηγόρους των εναγομένων (παράγραφος 3 (ε) της ένορκης δήλωσης) ή από τους ίδιους τους εναγομένους (παράγραφος 8). [ 31 ] Δικαιολογημένη η σύγχυση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης. Καθότι ούτε και εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης διευκρινίζεται το συγκεκριμένο θέμα ή δίδεται οποιαδήποτε σχετική λεπτομέρεια. Απλά μαντεύει ο ενόρκως δηλών, καθώς ουσιαστικά οι εναγόμενοι δίχως οποιαδήποτε περισσότερη πληροφόρηση αφήνουν ως μόνη επιλογή προς το Δικαστήριο και αυτό με τη σειρά του να προσπαθεί να μαντέψει και αυτό το στοιχείο αναφορικά με τα γεγονότα. Στοιχείο δηλαδή το οποίο αναμφίβολα απουσιάζει από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης υπό την έννοια της οποιασδήποτε επεξήγησης του. Η ανεπάρκεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού είναι εμφανέστατη. Όμως μία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να βασίζεται σε εικασίες για κάτι το οποίο δεν αποτελεί μέρος της μαρτυρίας προς υποστήριξη ενός αιτήματος. [ 32 ] Ακόμη και εάν - υποθετικά - το λάθος και αβλεψία περιοριστεί ως προς τη διάπραξη του στους ίδιους τους εναγομένους (η οποία ερμηνεία θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί και η πιο εύλογη βάσει και της διατύπωσης της συγκεκριμένης πρότασης) και πάλι η ενόρκως δηλούσα δεν δίδει οποιεσδήποτε σχετικές επιπρόσθετες λεπτομέρειες. Προκύπτουν και πάλι αναπάντητα ερωτήματα. [ 33 ] Δηλαδή, οι εναγόμενοι έλαβαν τα έγγραφα τα οποία τους επιδόθηκαν και δεν έπραξαν οτιδήποτε; Δηλαδή, παρά και το γεγονός ότι ήταν γνωστό στους ίδιους ότι είχαν καταχωρήσει αγωγή εναντίον της ενάγουσας στην Κύπρο, μετά από την επίδοση όλων των εγγράφων, βάσει και του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, θεώρησαν ότι δεν ήταν αναγκαίο τουλάχιστον όπως επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους στην Κύπρο; [ 34 ] Κατ΄ αρχάς βεβαίως το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να θεωρήσει ότι τουλάχιστον ήταν εις γνώση των εναγομένων ότι οι ίδιοι είχαν καταχωρήσει αγωγή στην Κύπρο εναντίον της ενάγουσας και ενός άλλου προσώπου. Όμως η ίδια η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης δεν αναφέρει συγκεκριμένα οτιδήποτε αναφορικά με το βαθμό ενημέρωσης των εναγομένων από τους δικηγόρους τους σε σχέση με την πορεία της πρώτης αγωγής. Ούτε και αναφέρεται σε ύπαρξη γνώσης των εναγομένων η οποία να προκύπτει από την πρώτη αγωγή ή την πορεία αυτής σε συσχετισμό με την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης σε αυτή την αγωγή. Ότι δηλαδή επειδή οι ίδιοι γνώριζαν ότι καταχώρησαν αγωγή στην Κύπρο εναντίον της ενάγουσας θεώρησαν ότι τα έγγραφα τα οποία είχαν επιδοθεί σε αυτούς είχαν σχέση με την πρώτη αγωγή. [ 35 ] Συγκεκριμένα ο μοναδικός ενδεχομένως σχετικός ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας επί του συγκεκριμένου θέματος είναι ότι το «...γεγονός ότι οι ίδιοι [δηλαδή, οι εναγόμενοι] προηγουμένως έχουν καταχωρήσει Αγωγή κατά των Εναγόντων στη παρούσα Αγωγή αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε καμία πρόθεση να μην καταχωρήσουν Υπεράσπιση εις την παρούσα Αγωγή» (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης). [ 36 ] Βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύει οτιδήποτε αναφορικά με τη γνώση των εναγομένων είτε ως προς την ύπαρξη αγωγής από τους ίδιους εναντίον της ενάγουσας είτε ως προς την ημερομηνία καταχώρησης αυτής της αγωγής ή ως προς τις σκέψεις των ίδιων των εναγομένων σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία είχαν επιδοθεί σε αυτούς και κατά πόσο αυτά είχαν οποιαδήποτε σχέση με την πρώτη αγωγή. [ 37 ] Όντως έχει καταχωρηθεί αγωγή από τους εναγομένους εναντίον της ενάγουσας. Αυτό αποτελεί δεδομένο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Όμως ακόμη και η ίδια η ενόρκως δηλούσα δεν ισχυρίζεται οποιοδήποτε βαθμό γνώσης των εναγομένων σε σχέση με αυτό το δεδομένο ή τις λεπτομέρειες αυτού. Δεν προβάλλεται δηλαδή ευθέως ως ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι γνωρίζοντας την ύπαρξη της δικής τους αγωγής εναντίον της ενάγουσας λανθασμένα θεώρησαν ότι τα έγγραφα τα οποία τους είχαν επιδοθεί είχαν σχέση με τη δική τους αγωγή και όχι νέα αγωγή η οποία είχε καταχωρηθεί από την ενάγουσα εναντίον τους. [ 38 ] Οφείλω επίσης να υπενθυμίσω σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση από τους εναγομένους των εγγράφων τα οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τους είχαν επιδοθεί ή και του γεγονότος ότι αυτά είχαν μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα. Η οποία εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ως γλώσσα αντιληπτή από τους εναγομένους. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου αλλά και των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης επιδόθηκε στους εναγομένους ακόμη και μετάφραση του διατάγματος βάσει του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Επί του οποίου βεβαίως αναφέρεται και η χρονική περίοδος των 30 ημερών η οποία είχε καθοριστεί από το Δικαστήριο ως η προθεσμία για καταχώρηση εμφάνισης. [ 39 ] Δεν διερωτήθηκαν οι εναγόμενοι ως προς τη σημασία αυτών των εγγράφων; Δεν θεώρησαν αναγκαίο τουλάχιστον όπως επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους στην Κύπρο έτσι ώστε να τους ενημερώσουν σχετικά με τα έγγραφα τα οποία είχαν επιδοθεί σε αυτούς; Η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό το οποίο θα μπορούσε να διευκρινίσει αυτά τα κενά τα οποία εντοπίζονται στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης σε σχέση με την παράλειψη των εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. [ 40 ] Οφείλω βεβαίως να διευκρινίσω το εξής. Δεν εισηγείται το Δικαστήριο ότι οι δικηγόροι των εναγομένων δίχως να λάβουν σχετικές οδηγίες αποφάσισαν από μόνοι τους να καταχωρήσουν αγωγή εναντίον της ενάγουσας και του δεύτερου εναγομένου στην πρώτη αγωγή. Απλά τα όσα αναφέρονται πιο πάνω επικεντρώνονται στο βαθμό στον οποίο είναι δυνατό να εξαχθούν από τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας ορισμένα έστω και κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα. [ 41 ] Ελλείψει καν της προβολής ορισμένων σχετικών ισχυρισμών από την ενόρκως δηλούσα ή ακόμη ελλείψει έστω και της δυνατότητας εξαγωγής κάποιων συμπερασμάτων από τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση, ασφαλώς και δεν θα ήταν ορθό ή δίκαιο το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπεράσματα ή εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με ανύπαρκτους ουσιαστικά ισχυρισμούς των εναγομένων - δια μέσω της ενόρκως δηλούσας - και οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος των για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. [ 42 ] Πραγματικά η αοριστία η οποία διαπιστώνεται στους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγομένων ως προς τους λόγους βάσει των οποίων οι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης είναι εμφανής. Όμως το Δικαστήριο δεν πρόκειται, ανεπίτρεπτα, να βασιστεί σε υποθέσεις έτσι ώστε να συμπεράνει οτιδήποτε το οποίο οι ίδιοι οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται δια μέσω της ενόρκως δηλούσας. [ 43 ] Επιπλέον, υπάρχει και αοριστία ως προς το πότε ακριβώς οι εναγόμενοι κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν γνώση ως προς την ύπαρξη της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον τους. Περιορίζεται η ενόρκως δηλούσα σε αναφορά στην έκδοση της απόφασης για την οποία συμπληρώνει ότι οι εναγόμενοι «...έχουν πληροφορηθεί πρόσφατα...». [ 44 ] Θα μπορούσε η χρήση της λέξης «πρόσφατα» να γίνει αντιληπτή ως κάτι το οποίο μόλις έχει συμβεί. Δηλαδή, και πάλι το Δικαστήριο καλείται να συμπεράνει ένα χρονικό στοιχείο από την αόριστη χρήση μίας και μόνο λέξης. Έστω όμως και να γινόταν αντιληπτή η αναφορά της ενόρκως δηλούσας με αυτό το νόημα δεν παύει και αυτός ο ισχυρισμός να είναι αόριστος σε σχέση με άλλα ενδεχομένως σχετικά γεγονότα. [ 45 ] Κατ΄ αρχάς πως πληροφορήθηκαν οι εναγόμενοι; Διατηρώντας υπόψη και τον ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας πως η ενάγουσα δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον των εναγομένων μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης, ασφαλώς αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι δεν πληροφορήθηκαν οι εναγόμενοι ως προς την ύπαρξη της απόφασης κατά την προσπάθεια της ενάγουσας να την εκτελέσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δηλαδή, ούτε και με αυτό τον τρόπο δίδεται εξήγηση ως προς το πως πληροφορήθηκαν οι εναγόμενοι σε σχέση με την ύπαρξη της απόφασης. Μήπως τους εναγομένους τους πληροφόρησαν οι δικηγόροι τους; Και, εάν όντως αυτό είχε συμβεί, τότε προκύπτει το εξής ερώτημα. Οι δικηγόροι των εναγομένων πότε ενημερώθηκαν αναφορικά με την ύπαρξη της επίδικης απόφασης; Και, αφού ενημερώθηκαν, εάν όντως αυτό είχε συμβεί, τότε ποιες ήταν οι ενέργειες τους στη συνέχεια; [ 46 ] Βεβαίως δεν έχει τόση σημασία το κάθε αναπάντητο ερώτημα το οποίο δημιουργείται αναφορικά με την εκδοχή των εναγομένων σε σχέση με τα όσα είχαν προηγηθεί της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Περισσότερη σημασία έχει το γεγονός πως η ίδια η απουσία σαφών ισχυρισμών εντός της ένορκης δήλωσης οδηγεί στη δημιουργία αυτών των αναπάντητων ερωτημάτων. [ 47 ] Πραγματικά διατηρώντας υπόψη αυτό το δεδομένο και ανεξάρτητα και από το γεγονός της προγενέστερης καταχώρησης της αγωγής των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας δεν είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένη η παράλειψη των εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης μετά και από την επίδοση των σχετικών εγγράφων σε αυτούς. [ 48 ] Δηλαδή, δεν είναι καν λογικά δυνατό βάσει των ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας να θεωρηθεί από το Δικαστήριο απλά και μόνο επειδή οι εναγόμενοι πρώτοι είχαν καταχωρήσει αγωγή εναντίον της ενάγουσας ότι αυτό αβίαστα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν επέδειξαν αδιαφορία σε σχέση με την επίδοση η οποία έγινε σε αυτούς. [ 49 ] Τα δύο δεδομένα αναμφίβολα είναι ξεχωριστά και η οποιαδήποτε πιθανή σύνδεση μεταξύ τους θα έπρεπε να είχε επιτευχθεί με την παρουσίαση της ανάλογης μαρτυρίας. Καθώς βεβαίως θα μπορούσε το γεγονός της προγενέστερης καταχώρησης της αγωγής των εναγομένων να αποτελούσε ένα ενισχυτικό στοιχείο μίας πιο ολοκληρωμένης εκδοχής. Όμως από μόνο του ασφαλώς και δεν αποδεικνύει αυτό το οποίο ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα. Ότι δηλαδή «...δεν υπήρχε καμμία πρόθεση να μην καταχωρήσουν Υπεράσπιση εις τη παρούσαν Αγωγή» (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης). [ 50 ] Ενώ έχοντας υπόψη την όλη αοριστία της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης το γεγονός της καταχώρησης της πρώτης αγωγής αποτελεί ενδεικτικό μεν στοιχείο το οποίο όμως δεν έχει συνδεθεί επαρκώς με τη μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας έτσι ώστε να είχε αξιοποιηθεί για την απόδειξη, σε συνάρτηση βεβαίως με ανάλογη μαρτυρία, οποιωνδήποτε λόγων οι οποίοι να δικαιολογούσαν είτε την παράλειψη των εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης είτε ακόμη και να πράξουν οτιδήποτε με το οποίο να αναδεικνύεται, μεταξύ της ημερομηνίας επίδοσης και της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης, κάποιο ενδιαφέρον από τους ίδιους για την αγωγή η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον τους από την ενάγουσα. [ 51 ] Θέτοντας το πολύ απλά η ίδια η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης δεν αναφέρει ποιο ακριβώς ήταν το λάθος ή η αβλεψία των εναγομένων. Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό το κενό το οποίο διαπιστώνεται στη μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγομένων. Καθότι βεβαίως μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις προς έγκριση αίτησης παραμερισμού είναι και η δικαιολόγηση της παράλειψης του αιτούντος τον παραμερισμό μίας απόφασης εκδοθείσας ερήμην να είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. [ 52 ] Συνεπώς δεν συμφωνεί το Δικαστήριο ότι δικαιολογείται το δεδομένο της απραξίας των εναγομένων, ενδεικτικό κατ΄ επέκταση και της αδιαφορίας τους, με τη θέση της ενόρκως δηλούσας ως προς το ότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είχαν προηγουμένως καταχωρήσει αγωγή εναντίον της ενάγουσας αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε καμία πρόθεση να μην καταχωρήσουν υπεράσπιση. Το ερώτημα βεβαίως δεν είναι εάν είχαν πρόθεση οι εναγόμενοι τελικά να καταχωρήσουν έκθεση υπεράσπισης αλλά γιατί είχαν παραλείψει να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Η οποία καταχώρηση στη συνέχεια θα τους έδιδε και το δικαίωμα καταχώρησης και έκθεσης υπεράσπισης. [ 53 ] Καθότι όσο λογικό και να φαίνεται ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι όντως πρώτοι είχαν καταχωρήσει αγωγή εναντίον της ενάγουσας, δεν θα έμεναν άπρακτοι σε σχέση με μία αγωγή η οποία στη συνέχεια είχε καταχωρηθεί εναντίον τους από την ενάγουσα σε σχέση με την ίδια συναλλαγή, βάσει της μαρτυρίας προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγομένων το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Καθώς δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για την απραξία των εναγομένων. Ένω εύλογη είναι η όλη εικόνα η οποία δημιουργείται ως προς το ότι δεν έπραξαν οτιδήποτε σε σχέση με όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επιδοθεί σε αυτούς. Διαπιστώνεται συνεπώς πως η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους εναγομένους δεν δικαιολογείται με βάση τα όσα η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. [ 54 ] Βεβαίως ανεξαρτήτως και από την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την προαναφερόμενη προϋπόθεση, πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση η οποία έχει ληφθεί ερήμην είναι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Κατά την εξισορρόπηση από τη μία του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη της ταχείας διεκπεραίωσης δικαστικών υποθέσεων με διασφάλιση της τελεσιδικίας, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου όμως ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. [ 55 ] Αναφορικά με την προϋπόθεση στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης επέλεξαν οι εναγόμενοι όπως επισυνάψουν ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης φωτοαντίγραφα του γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης της πρώτης αγωγής τα οποία καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Βεβαίως η επιλογή αυτή δεν απέκλειε και την παράθεση εντός της ένορκης δήλωσης ισχυρισμών σχετικών με τη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης. Τέτοιοι ισχυρισμοί όμως δεν συμπεριλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση. [ 56 ] Ήδη το Δικαστήριο έχει αναφερθεί πιο πάνω στη γενικότερη αοριστία του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης. Σε σχέση και με αυτή την προϋπόθεση δεν αλλάζει οτιδήποτε καθώς η ενόρκως δηλούσα αναφέρει απλά ότι η πρώτη αγωγή αφορά τη νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου η οποία αποτελεί το αντικείμενο αυτής της αγωγής ενώ στη συνέχεια υιοθετεί το περιεχόμενο των προαναφερόμενων τεκμηρίων. Εισηγείται δε ότι όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης στην πρώτη αγωγή οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση η οποία αποτελείται από όλους τους ισχυρισμούς εντός της συγκεκριμένης έκθεσης απαίτησης. [ 57 ] Επισημαίνεται πως ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας είναι ότι η πρώτη αγωγή αφορά τη νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου. Βεβαίως η αιχμή του δόρατος στην έκθεση απαίτησης της πρώτης αγωγής σε σχέση με τη νομιμότητα της συμφωνίας δανείου έχει ως υπόβαθρο την νομιμότητα του πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο ο εναγόμενος 2 υπέγραψε εκ μέρους των εναγομένων τη συγκεκριμένη συμφωνία και όχι τη νομιμότητα αυτής της ίδιας της συμφωνίας. Κατ΄ επέκταση δηλαδή κυρίως αυτής της θέσης είναι που αμφισβητείται η νομιμότητα της συμφωνίας. Βεβαίως «άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά» προβάλλονται και επιπρόσθετοι ισχυρισμοί σχετικά με την ίδια τη συμφωνία δανείου και τις κατ΄ ισχυρισμό αμελείς ή κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας ενέργειες και της ίδιας της ενάγουσας. [ 58 ] Κατ΄ αρχάς οφείλει να διευκρινίσει το Δικαστήριο πως απλά και μόνο το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έχουν πρώτοι καταχωρήσει αγωγή εναντίον της ενάγουσας και σχετικό δικόγραφο εντός του οποίου παρατίθενται ισχυρισμοί σχετικοί με την αξίωση τους εναντίον της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα ότι όντως οι εναγόμενοι έχουν στοιχειοθετήσει με αυτό τον τρόπο την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης. Αποτελεί απλά και αυτή η καταχώρηση ένα σχετικό στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο ικανοποιείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση. [ 59 ] Ασφαλώς η υιοθέτηση εντός της ένορκης δήλωσης του περιεχομένου των συγκεκριμένων τεκμηρίων οδηγεί στην εξέταση των ισχυρισμών οι οποίοι εμπεριέχονται εντός αυτών. Ισχυρισμοί οι οποίοι βεβαίως ελέγχονται από το Δικαστήριο όπως και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εξέτασης κατά πόσο ή όχι στοιχειοθετείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση. [ 60 ] Θέτοντας το όλο θέμα πολύ απλά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί εμπεριέχονται εντός δικογράφων όχι μόνο δεν εμπεδώνει ή έστω αναβαθμίζει την πειστικότητα αυτών σε σχέση με την ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης αλλά, αντιθέτως, διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο συνήθως συντάσσεται ένα δικόγραφο, εξαντλώντας δηλαδή στο έπακρο τη δυνατότητα ταυτόχρονης προβολής συζευκτικών και διαζευκτικών ισχυρισμών σε μία προσπάθεια κάλυψης κάθε ενδεχόμενης εξέλιξης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τότε δεν αποκλείεται αυτός ο τρόπος παρουσίασης μίας καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης να μην είναι όσο αποτελεσματικός όσο θα ήταν η παράθεση σαφών ισχυρισμών εντός μίας ένορκης δήλωσης. [ 61 ] Όπως διαπιστώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η διατύπωση της έκθεσης απαίτησης στην πρώτη αγωγή, παρά και την ύπαρξη σε ορισμένα σημεία παράλληλα συζευκτικών και διαζευκτικών ισχυρισμών, δεν είναι τέτοιας ακραίας μορφής έτσι ώστε να μην παρέχεται η δυνατότητα εξαγωγής τουλάχιστον μίας γενικής εικόνας ως προς την εκδοχή βάσει της οποίας προτάσσεται η ύπαρξη υπεράσπισης των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή. Εντούτοις εντοπίζονται ασάφειες σε ορισμένα σημεία αυτής της εκδοχής εξαιτίας βεβαίως της διατύπωσης της έκθεσης απαίτησης η οποία βεβαίως δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά δικόγραφο. [ 62 ] Παραδείγματος χάριν, στην παράγραφο 7, ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος 2 συνεργάστηκε ή συνέδραμε ή συμμετείχε ή ακόμη και συνωμότησε με την ενάγουσα σε αυτή την αγωγή. Αυτή είναι όμως η βάση επί της οποίας οι εναγόμενοι βασίζονται έτσι ώστε να προβάλουν την προτεινόμενη υπεράσπιση τους. Συνεπώς, βάσει αυτής της εκδοχής ή ουσιαστικά αυτής της μορφής διατύπωσης της εκδοχής των εναγομένων κρίνεται και το αίτημα τους σε αυτή την απόφαση. [ 63 ] Το Δικαστήριο έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε ακόμη και σε περίπτωση ύπαρξης παράλληλα συζευκτικών και διαζευκτικών ισχυρισμών να γίνεται αντιληπτή μία όσο το δυνατό πιο συγκροτημένη εκδοχή ως προς την υπεράσπιση των εναγομένων. Βεβαίως αυτό δεν θα ήταν αναγκαίο σε περίπτωση κατά την οποία η προβολή της εκδοχής αυτής είχε προωθηθεί με σαφή μαρτυρία παρά με παραπομπή στο περιεχόμενο ενός δικογράφου. [ 64 ] Απλά διευκρινιστικά παρατηρείται πως βεβαίως το περιεχόμενο του γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δεν περιέχει ισχυρισμούς αλλά θεραπείες την έκδοση των οποίων επιδιώκουν οι ενάγοντες. Επομένως, αν και σχετικό με την αξίωση των εναγομένων στην πρώτη αγωγή δεν παρέχει μία ολοκληρωμένη εικόνα της εκδοχής επί της οποίας οι εναγόμενοι επιδιώκουν να βασίσουν την υπεράσπιση τους σε αυτή την αγωγή εάν η επίδικη απόφαση παραμεριστεί. Αυτή η εκδοχή είναι δυνατό να αναδειχθεί μόνο από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Συνεπώς, κυρίως βάσει αυτού του περιεχομένου θα εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο όντως στοιχειοθετείται η απαραίτητη προϋπόθεση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης των εναγομένων. [ 65 ] Επιπλέον βεβαίως η επιλογή των εναγομένων να βασιστούν στο συγκεκριμένο δικόγραφο για την προβολή της προτεινόμενης υπεράσπισης τους πέραν και από την ίδια τη διατύπωση του ως δικόγραφο αναπόφευκτα προαπαιτεί από το Δικαστήριο τη διενέργεια όχι μόνο μίας όσο το δυνατό καλύτερης συγκρότησης της εκδοχής των εναγομένων αλλά επιπλέον και μίας προσπάθειας διαχωρισμού της αξίωσης των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας από αυτή του εναγομένου 2 στην πρώτη αγωγή. Καθώς βεβαίως με την πρώτη αγωγή δεν ενάγεται μόνο η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή αλλά και δεύτερο πρόσωπο. Προσπάθεια η οποία βεβαίως και αυτή με τη δική της σειρά επηρεάζεται από τη δεδομένη διατύπωση της έκθεσης απαίτησης ως ένα δικόγραφο με παράλληλα συζευκτικούς και διαζευκτικούς ισχυρισμούς. [ 66 ] Επαναλαμβάνω το παράδειγμα το οποίο αναφέρεται πιο πάνω, ως προς κατά πόσο ο εναγόμενος 2 συνεργάστηκε ή συνέδραμε ή συμμετείχε ή ακόμη και συνωμότησε με την ενάγουσα. Ενώ στη συνέχεια της ίδιας παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται πως ο εναγόμενος 2 «...παρουσίαζε σε τρίτα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ως ενδεχόμενα οι Εναγόμενοι 1 [δηλαδή, η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή] ότι το ρηθέν Έγγραφο ήτο νόμιμα συντεταγμένο και/ή υπογεγραμμένο και/ή ότι ο Εναγόμενος 2 ήτο βάσει του ρηθέντος Εγγράφου, νόμιμα εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπεί τους Ενάγοντες και/ή να ενεργεί εκ μέρους των και/ή να υπογράφει έγγραφα εκ μέρους των και/ή να δεσμεύει τους Ενάγοντες και/ή προχώρησε και δέσμευσε τους Ενάγοντες έναντι των Εναγομένων 1 [δηλαδή, την ενάγουσα σε αυτή την αγωγή]». Πραγματικά δεν είναι σαφής η θέση των εναγομένων σε σχέση με την ενάγουσα. Είτε αυτή συνεργάστηκε ή ακόμη και συνωμότησε με τον εναγόμενο 2 είτε και αυτή είχε ξεγελαστεί από τον εναγόμενο 2 ως ένα από τα τρίτα νομικά ή φυσικά πρόσωπα προς τα οποία ο ίδιος παρουσίαζε το πληρεξούσιο έγγραφο ως νόμιμα συνταγμένο και υπογραμμένο. Η ασάφεια αυτή προκύπτει βεβαίως από τη φράση «... ως ενδεχόμενα οι Εναγόμενοι 1...». [ 67 ] Σύμφωνα με τη νομολογία για να καταλήξει το Δικαστήριο σε σχετικό συμπέρασμα ικανοποίησης της προϋπόθεσης υπό εξέταση σε αυτό το μέρος της απόφασης δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση αλλά επιβάλλεται η παράθεση θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό ενώ χαρακτηρίζεται ως «συζητήσιμη» μία υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα τα οποία την καθιστούν συζητήσιμη ((βλ. σχετικά την
- NSM Democars Ltd κ. ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010, ημερομηνίας 14/10/2015). [ 68 ] Συνοπτικά η εκδοχή των εναγομένων στην έκθεση απαίτησης στην πρώτη αγωγή (παράγραφος 3) είναι ότι οι ίδιοι «φέρονται και/ή παρουσιάζονται» ότι έχουν υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο στις 2/7/2006, με το οποίο «φέρονται και/ή παρουσιάζονται» να έχουν εξουσιοδοτήσει τον εναγόμενο 2, ο οποίος είναι δικηγόρος, να διενεργήσει διάφορες ενέργειες εκ μέρους των εναγομένων μεταξύ των οποίων και ενέργειες σε σχέση με την ενάγουσα σε αυτή την αγωγή. Βεβαίως στη συνέχεια στην παράγραφο 6 οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι έχουν υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο, πιο κάτω όμως στην παράγραφο 7 προβάλλεται αναφορά με την οποία αφήνεται να νοηθεί ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δεν ήταν νόμιμα υπογεγραμμένο και στην παράγραφο 9 περιγράφεται η κατάσταση του συγκεκριμένου εγγράφου όταν οι εναγόμενοι το υπέγραψαν. Ότι δηλαδή δεν είχε επί αυτού ημερομηνία ή σφραγίδα ή ημερομηνία. [ 69 ] Στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 ενεργώντας είτε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είτε ως δικηγόρος των εναγομένων σύναψε συμφωνία δανείου με την ενάγουσα στις 24/9/
- Το ποσό της συμφωνίας σχετιζόταν με αγορά ακινήτου από την εναγόμενη 3 σε αυτή την αγωγή. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι το πληρεξούσιο έγγραφο υπεγράφηκε υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ότι δηλαδή αυτό δεν θα χρησιμοποιείτο εκτός εάν η εκτέλεση και δημιουργία του ήταν από κάθε άποψη νόμιμη ενώ είχε υπογραφεί από τους εναγομένους βασιζόμενοι στη σχέση πελάτη και δικηγόρου μεταξύ τους και του εναγομένου 2 και την προστασία η οποία παρεχόταν σε αυτούς βάσει αυτής της σχέσης (παράγραφος 6). [ 70 ] Παρά τα προαναφερόμενα δεδομένα ο εναγόμενος 2 χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο σε συνεργασία ή συνδρομή ή συμμετοχή ή ακόμη και στα πλαίσια συνωμοσίας με την ενάγουσα μεριμνώντας να προσδώσει σε αυτό φαινομενική νομική μορφή ή οντότητα, εν αγνοία ή δίχως τη συγκατάθεση των εναγομένων. Ενώ με αυτό τον τρόπο παρουσίαζε το συγκεκριμένο έγγραφο ως νόμιμα συνταγμένο «και/ή» υπογραμμένο από τους εναγομένους και ότι βάσει αυτού ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένος από τους εναγομένους να τους εκπροσωπεί και να ενεργεί εκ μέρους τους και να υπογράφει έγγραφα και να τους δεσμεύει και με αυτό τον τρόπο προχώρησε και δέσμευσε τους εναγομένους με την ενάγουσα σε αυτή την αγωγή (παράγραφος 7). [ 71 ] Στη συνέχεια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως δεν υπέγραψαν το πληρεξούσιο έγγραφο σύμφωνα με τον τρόπο που προνοεί ο Νόμος και ως επίσης ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν τον εναγόμενο 2 να ενεργήσει όπως ενήργησε (παράγραφος 8). Συγκεκριμένα αναφέρεται πως επί του συγκεκριμένου εγγράφου δεν υπήρχε ημερομηνία αλλά ούτε σφραγίδα ή χαρτόσημα (παράγραφος 9). [ 72 ] Ισχυρίζονται δε στη συνέχεια οι εναγόμενοι ότι δεν είχαν καμία πρόθεση να αναλάβουν υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή με τη χρήση του συγκεκριμένου εγγράφου από τον εναγόμενο 2 το οποίο, όπως συμπληρώνουν, δε θα πληρούσε τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία σε σχέση με τη νομιμότητα της σύνταξης του, της υπογραφής του και γενικά της νομιμότητας του (παράγραφος 10). [ 73 ] Μάλιστα οι δικηγόροι των εναγομένων απέστειλαν επιστολή στον εναγόμενο 2 ημερομηνίας 21/11/2011 ανακαλώντας το πληρεξούσιο έγγραφο ενώ με δεύτερη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου με την ενάγουσα σε αυτή την αγωγή (παράγραφος 11). [ 74 ] Αναφέρονται στη συνέχεια οι εναγόμενοι στη ζημιά την οποία είχαν υποστεί εξαιτίας της χρήσης «παρανόμου Εγγράφου» από τον εναγόμενο 2 προσθέτοντας ότι στη δημιουργία του οποίου συμμετείχαν και η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή «και/ή» ο εναγόμενος
- Ζημιά η οποία περιγράφεται υπό την εξής έννοια. Ότι οι εναγόμενοι «...ευρίσκονται φαινομενικά υπόλογοι προς τους εναγομένους 1 [δηλαδή, την ενάγουσα σε αυτή την αγωγή] δια τη πληρωμή εις αυτούς διαφόρων ποσών» (παράγραφος 12). [ 75 ] Με την παράγραφο 13 «...άνευ βλάβης και/ή ανεξάρτητα των ανωτέρω...» αναφέρονται ισχυρισμοί αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό επαγγελματική αμέλεια του εναγομένου 2 ενώ με την παράγραφο 14 ανεξάρτητα «...και/ή άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των άνωθεν αναφερομένων αναφορικά με τους Εναγομένους 1 ...» υπάρχει αναφορά και σε αμέλεια της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή, δηλαδή αόριστη αναφορά σε παραβίαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και χορήγησης του δανείου χωρίς να ελέγξουν τη χρεοπιστωτική ικανότητα των εναγομένων ή να τους ενημερώσουν προηγουμένως «...καθόλου και/ή επαρκώς...» αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας δανείου, τις υποχρεώσεις τις οποίες οι εναγόμενοι αναλάμβαναν και τις συνέπειες και ιδιαιτερότητες δανεισμού σε Ελβετικό Φράγκο. [ 76 ] Ουσιαστικά με τη συγκεκριμένη παράγραφο παρατίθενται διάφορες άλλες υπερασπίσεις ανεξάρτητες και από τη βασική υπεράσπιση η οποία έχει ως υπόβαθρο την κατ΄ ισχυρισμό έλλειψη νομιμότητας του πληρεξουσίου εγγράφου. Εντούτοις η αόριστη προβολή αυτών των θέσεων υπό μορφή ενδεχομένως «υπερασπίσεων» δεν πείθει ως προς τη βασιμότητα τους καθότι αυτές δεν συνδέονται με συγκεκριμένα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα ως προς τον τρόπο με τον οποίο είτε η ενάγουσα σε αυτή την αγωγή ενήργησε είτε ακόμη και ο εναγόμενος 2 εκ μέρους των εναγομένων, άν όχι ακόμη και οι ίδιοι οι εναγόμενοι, διατηρώντας υπόψη ότι έστω και να υπέγραψε εκ μέρους των εναγομένων ο εναγόμενος 2 λογικά αναμένεται από το Δικαστήριο να προϋπήρχε κάποιο ιστορικό το οποίο να οδήγησε σε αυτή την κατάληξη. [ 77 ] Η προβολή των συγκεκριμένων θέσεων εντός της παραγράφου 14 θυμίζει στο Δικαστήριο την αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση
- NSM Democars Ltd κ. ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (βλ. πιο πάνω) όπου αναφέρεται από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ψαρά-Μιλτιάδου Δ., ότι οι «...ούτω καλούμενες «υπερασπίσεις» φαίνονται ευθύς εξ αρχής να μην έχουν περιεχόμενο αλλά να είναι οχυρωμένες σε πλειάδα νομικών αξιολογήσεων που παραμένουν χωρίς ουσία». [ 78 ] Έχοντας καταγράψει την εκδοχή των εναγομένων ως προς την προτεινόμενη υπεράσπιση τους αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι πραγματικά η όλη εκδοχή των εναγομένων δεν πείθει είτε ως προς το ότι είναι εκ πρώτης όψεως καλόπιστη ή ότι βάσει αυτής προκύπτει μία συζητήσιμη υπεράσπιση υπό την έννοια αυτή να είναι μία λογικοφανής εκδοχή των πραγμάτων. [ 79 ] Βασικός λόγος εξαιτίας του οποίου η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν πείθει είναι η χρονική πτυχή της. Επισημαίνεται σχετικά, βάσει βεβαίως των ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης, πως το πληρεξούσιο έγγραφο υπογράφηκε στις 26/7/
- Η συμφωνία δανείου υπογράφηκε σχεδόν 14 μήνες αργότερα στις 24/9/
- Η ανάκληση του πληρεξουσίου εγγράφου και ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου έγινε με επιστολές από τους εναγομένους οι οποίες φέρουν ημερομηνία 21/11/2011, δηλαδή σχεδόν 5 χρόνια και 4 μήνες μετά από την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου και σχεδόν 4 χρόνια και 2 μήνες μετά από την υπογραφή της συμφωνίας δανείου. [ 80 ] Βάσει και της μαρτυρίας, κυρίως υπό μορφή υιοθέτησης των ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης, δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση ως προς την πάροδο αυτών των χρονικών περιόδων ή τι ακριβώς είχε συμβεί έτσι ώστε πλέον οι εναγόμενοι να αμφισβητούν την εξουσιοδότηση του εναγομένου 2 και τη νομιμότητα είτε του πληρεξουσίου εγγράφου είτε της συμφωνίας δανείου εξαιτίας του συγκεκριμένου εγγράφου ή για διάφορους άλλους λόγους. [ 81 ] Βεβαίως λογικά οι εξηγήσεις αυτές αναμένεται να δοθούν κατά την εκδίκαση της πρώτης αγωγής όταν πλέον θα καταβάλεται προσπάθεια στοιχειοθέτησης των ισχυρισμών εντός του δικογράφου των εναγομένων με την παρουσίαση μαρτυρίας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Όμως εντός του πλαισίου εκδίκασης της αίτησης για παραμερισμό της επίδικης απόφασης αυτή στο σύνολο της είναι η μαρτυρία την οποία επέλεξαν να παρουσιάσουν οι εναγόμενοι προς υποστήριξη της αίτησης τους. [ 82 ] Βάσει αυτής της μαρτυρίας διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός σημαντικού και αγεφύρωτου κενού σε σχέση με την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης το οποίο, διατηρώντας υπόψη τη μορφή της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί από τους εναγομένους προς υποστήριξη της αίτησης τους, δεν αναπληρώνεται με οποιοδήποτε τρόπο. Πραγματικά οι εναγόμενοι δεν έχουν καν παρουσιάσει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς με τους οποίους να δίδεται μία λογική εξήγηση πρώτο, ως προς την παράλειψη ή επιλογή τους να μην ενεργήσουν ανάλογα για μία σημαντική χρονική περίοδο ως επίσης και δεύτερο, ως προς τους λόγους οι οποίοι τελικά τους ώθησαν μετά και από την πάροδο αυτής της χρονικής περιόδου να ενεργήσουν όπως έπραξαν με την αποστολή επιστολών ανάκλησης και τερματισμού και τελικά ακόμη και καταχώρησης αγωγής εναντίον τόσο της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή όσο και του δικηγόρου τους. [ 83 ] Η καθ΄ης η αίτηση ενάγουσα έχει καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 13 συνολικά λόγους ένστασης. Διατηρώντας υπόψη πως τόσο ο λόγος ένστασης (γ) όσο και ο λόγος ένστασης (ε) γίνονται δεκτοί από το Δικαστήριο θεωρώ πως δεν είναι απαραίτητο όπως εξεταστούν και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με το λόγο ένστασης (γ) οι εναγόμενοι «...δεν έδωσαν οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη έγκαιρη καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης» ενώ με το λόγο ένστασης (ε) οι εναγόμενοι «...απέτυχαν να αποδείξουν πως...» έχουν «... εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση». [ 84 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση των εναγομένων απορρίπτεται ενώ έχοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο