← Κύπρος

JANE MACAULEY ν. GRAHAM WILLIAM MACAULEY, Αρ. Αγωγής: 1661/2012, 12/9/2016

JANE MACAULEY ν. GRAHAM WILLIAM MACAULEY, Αρ. Αγωγής: 1661/2012, 12/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1661/2012 Μεταξύ: JANE MACAULEY Ενάγουσας και GRAHAM WILLIAM MACAULEY Εναγομένου Αίτηση τροποποίησης απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ημερομηνίας 14.04.16 Ημερομηνία: 12.09.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Δ. Δανιήλ για κ. Π. Ευθυμίου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κος Ε. Ερωτοκρίτου (ο κος Α. Παναγή για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα (στο εξής η 'Αιτήτρια ') ζητεί την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση του περιεχομένου του δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση δια της προσθήκης παραγράφων ως 5Α και 5Β(Α)-(Ε). Προφανώς η παραπομπή σε έκθεση υπεράσπισης (συντομογραφικά σε Ε/Υ) έκδηλα και εξόφθαλμα οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος από τον συντάχτη της αίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταγράφονται υπό τα σημεία (Α) και (Β) στο σώμα της αίτησης και δεν θεωρώ ότι η επαναδιατύπωση τους στο κείμενο της παρούσας απόφασης εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει στη συνέχεια κατά την εξέταση τους. Η παρούσα αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 25 Κανονισμούς 1, 2 και 8, στη Διαταγή 39, στη Διαταγή 48 και στη Διαταγή 64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 64 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 04.04.16 του κυρίου Χρίστου Σιμιλλίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην υπόθεση αυτή, στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Στο πλαίσιο ετοιμασίας της υπόθεσης για ακρόαση που ήταν προγραμματισμένη στις 12.05.16 διαφάνηκε ότι δεν είχαν δικογραφηθεί ορισμένα ουσιώδη γεγονότα που η Αιτήτρια δεν θεώρησε σημαντικά να τα αποκαλύψει στους δικηγόρους της για να συμπεριληφθούν στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση που αφορούσαν ισχυρισμούς του Εναγομένου (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') που περιέχονταν στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. - Τα γεγονότα αφορούν αντίκρουση των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση κατά πόσο τα χρήματα αυτά αποτελούσαν ή όχι εξόφληση καθώς και για τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες, ο τελευταίος επικαλείται μέσα από την υπεράσπιση του ότι υπερπλήρωσε την Αιτήτρια διεκδικώντας το κατ' ισχυριζόμενο επιπλέον ποσό δια ανταπαιτήσεως. - Τα εν λόγω γεγονότα και αναφορές είναι ουσιώδη και αναγκαία να δικογραφηθούν προκειμένου η Αιτήτρια παρουσιάσουν τη θέση της ορθά, ολοκληρωμένα και δίκαια. - Η αίτηση είναι καλόπιστη και οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν προκαλούν βλάβη στον Καθ' ου η αίτηση που δεν αποζημιώνεται με χρήμα. Στις 13.06.16 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους του Καθ' ου η αίτηση επί 13 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, οι οποίοι αφού ομαδοποιηθούν εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

(1)Η αίτηση δεν είναι σε συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου και/ή αντίκειται στους βασικούς κανόνες δικογράφησης.
(2)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις οδηγούν σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και σπατάλη δικαστικού χρόνου.
(3)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες για την επίλυση των επιδίκων ζητημάτων και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν καταδεικνύει την χρησιμότητα τους.
(4)Επιδιώκεται η προσθήκη εντελώς νέων, γενικών και αόριστων ισχυρισμών και/ή νέων βάσεων αγωγής και/ή αξιώσεων στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθής και εξ' αρχής δικογραφημένης αξίωσης και/ή το ορθό δικογραφικό μέσο για τη διαφοροποίηση-τροποποίηση των γεγονότων.
(5)Επιδιώκεται η δικογράφηση ισχυρισμών που δεν αφορούν θέσεις της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και παρεκκλίνουν από ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, οι οποίοι δεν μπορούν να τύχουν απάντησης με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η θέση του Καθ' ου η αίτηση ή εν πάση περιπτώσει να τίθεται σε δυσμενέστερη θέση από την Αιτήτρια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή των εξόδων, να προκαλείται έτσι κατάφωρη αδικία εις βάρος του, να παραβιάζονται οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων.
(6)Τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα προκαλέσει πολλαπλότητα και σύγχυση στα επίδικα θέματα και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας επειδή θα επανακαθοριστούν ισχυρισμοί της Αιτήτριας που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης της.
(7)Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση 3 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση του δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση για την οποία δεν παρέχεται επαρκής και/ή βάσιμη εξήγηση ως προς το λόγο που δεν συμπεριλήφθηκαν προηγουμένως οι αιτούμενες τροποποιήσεις.
(8)Δεν καταδεικνύεται η καλοπιστία των αιτούμενων τροποποιήσεων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 19, στη Διαταγή 21, στη Διαταγή 25 Κανονισμούς 1-4, στη Διαταγή 39, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13.06.16 του Καθ' ου η αίτησης, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Εκτός από το ότι επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, η Αιτήτρια μέσα από την αιτούμενη τροποποίηση 1Α δεν συγκεκριμενοποιεί ποιο είναι το ποσό που δέχεται ότι της δόθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση, ισχυρισμός που είναι γενικός και αόριστος και αντίκειται στους κανόνες δικογράφησης. · Η Αιτήτρια καταχώρησε το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση στις 14.03.13 και την παρούσα αίτηση στις 14.04.
  1. · Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 27.02.14 και έκτοτε οριζόταν εκ νέου για ακρόαση ή για οδηγίες με σκοπό την επίτευξη συμβιβασμού σε διάφορες ημερομηνίες, πράγμα που δείχνει ότι η Αιτήτρια είχε αρκετό χρόνο για να μελετήσει την υπόθεση της με τους δικηγόρους της και να τους δώσει όλα τα σχετικά έγγραφα. · Το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην υπόθεση αυτή ήταν το ίδιο που χειρίστηκε την πράξη αγοραπωλησίας του ακινήτου και έτσι γνώριζαν ή αναμενόταν να γνωρίζουν τα γεγονότα που περιέβαλλαν την πώληση αυτή αφού το εν λόγω γραφείο ήταν αυτό που κατένειμε τα χρήματα της πώλησης στους διαδίκους, γεγονός που δείχνει έλλειψη χρησιμότητας, αναγκαιότητας και καλοπιστίας της υπό κρίση αίτησης. Αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου του εν λόγω ακινήτου επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο
  2. · Με την αιτούμενη προσθήκη ισχυρισμού περί κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων υπάρχει παρέκκλιση από την έκθεση απαίτησης που περιοριζόταν στη θέση για παράλειψη από τον Καθ' ου η αίτηση στην πληρωμή του ποσού των £10.000 (στερλίνων). · Οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό το σημείο 5Β της υπό κρίση αίτησης δεν παρέχουν δικαίωμα στον Καθ' ου η αίτηση να δώσει τις δικές του τοποθετήσεις με αποτέλεσμα να προκαλείται κατάφωρη αδικία εις βάρος του, να τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι της Αιτήτριας που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα αλλά και να παραβιάζονται οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης καθώς και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.
  3. Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 08.06.12 το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης είναι αυτό που ισχύει πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). 3. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11). 4. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). 5. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. 6. Ένας άλλος από τους πολλούς παράγοντες που προσμετρείται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση αλλά όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνονται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Μέσα από τη νομολογία έχει ακόμη τονιστεί ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως λέχθηκε η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). 7. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). 8. Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.
  1. Προσθήκη νέας βάσης αγωγής δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13 η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.
  2. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με άλλους σχετικούς παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όπως με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης ή την ανυπαρξία κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Με την πρώτη ομάδα λόγων ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι σε συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου και/ή αντίκειται στους βασικούς κανόνες δικογράφησης. Προς επίρρωση της θέσης του ο Καθ' ου η αίτηση παρουσιάζει δύο λόγους: (α) Το ότι ενώ η Αιτήτρια δέχεται ότι εισέπραξε χρήματα από τον Καθ' ου η αίτηση από την πώληση του ακινήτου δεν συγκεκριμενοποιεί ποιο είναι το ποσό αυτό που έλαβε. Κατά τον Καθ' ου η αίτηση πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που έρχεται σε αντίθεση με τη Διαταγή 19 Κανονισμό 16 που υποδεικνύει ότι όταν κάποιος αναφέρει ότι έλαβε κάποιο ποσό θα πρέπει να δικογραφήσει πόσα ακριβώς έλαβε. (β) Το ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις τίθενται νέες αξιώσεις και νέες βάσεις αγωγής που δεν προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης, πράγμα που είναι δικονομικά και δικογραφικά ανεπίτρεπτο. Ο πρώτος λόγος που προβάλλεται αφορά την αιτούμενη τροποποίηση υπό το σημείο (Α), το περιεχόμενο της οποίας έχω μελετήσει με προσοχή. Ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν καταγράφεται το ποσό χρημάτων που η Αιτήτρια αναφέρει ότι εισέπραξε δεν είναι ορθός. Προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω αιτούμενης τροποποίησης καθιστά αντιληπτό ότι η Αιτήτρια επιθυμεί να σημειώσει πως όλα τα χρήματα που της είχαν δοθεί από τον Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της πώλησης του επίμαχου ακινήτου του τα έχει επιστρέψει. Αμέσως στη συνέχεια προχωρεί και αναλυτικά προσδιορίζει τα ποσά που επέστρεψε, πότε ακριβώς τα έδωσε και με ποιο τρόπο το έπραξε. Ειδικότερα η Αιτήτρια αναφέρει και προς τούτο επιθυμεί να δικογραφήσει ότι ποσό €6.382,81 επιστράφηκε στον Καθ' ου η αίτηση στις 17.10.10 από τον κοινό λογαριασμό υπ' αριθμό 0668-05016044-00 των διαδίκων που κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ. Επιπλέον η Αιτήτρια δηλώνει και προς τούτο επιθυμεί επίσης να δικογραφήσει ότι ποσό €32.000 που είχε λάβει από τον Καθ' ου η αίτηση και όπως επικαλείται είχε κατατεθεί στον προσωπικό της λογαριασμό υπ' αριθμό 0668-07-021967-00 που κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, του το έδωσε υπό τη μορφή ανάληψης αντίστοιχου ποσού σε μετρητά, τα οποία κατ' ισχυρισμό του παρέδωσε. Κατά συνέπεια η αιτούμενη τροποποίηση είναι σαφής και συγκεκριμένη χωρίς να παραβιάζει οποιαδήποτε διαταγή των θεσμών πολιτικής δικονομίας και ειδικότερα την Διαταγή 19 Κανονισμό 16 που ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται. Είναι μια θέση που επιχειρείται να δικογραφηθεί εις αντίκρουση του ισχυρισμού του Καθ' ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια του απέσπασε ποσό ύψους €38.000 ως αποτέλεσμα εκβιασμού και/ή εξαναγκασμού και/ή πίεσης που του άσκησε η Αιτήτρια προκειμένου να συναινέσει στην πώληση του επίμαχου ακινήτου. Οι λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό γεγονότων της αιτούμενης τροποποίησης συνθέτουν την τοποθέτηση της Αιτήτριας και παράλληλα την υπερασπιστική γραμμή της μπροστά στο ποσό των €38.000 που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει με ανταπαίτηση υπό τις περιστάσεις, συνθήκες και λεπτομέρειες που επικαλείται στις παραγράφους 6(α)-(γ), 7, 8, 9, 10 και 11 του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. Επομένως η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση δεν αποτελεί νέα αξίωση ή νέα βάση αγωγής αλλά αποσκοπεί στην παράθεση υπερασπιστικών θέσεων της Αιτήτριας εις απάντηση δικογραφημένων ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση μέσω των οποίων διεκδικεί ανταπαιτητικώς ποσό από αυτήν. Η αιτούμενη τροποποίηση υπό το σημείο (Β) της υπό κρίση αίτησης, το περιεχόμενο της οποίας επίσης μελέτησα με προσοχή παραπέμπει σε ισχυρισμό της Αιτήτριας για κώλυμα του Καθ' ου η αίτηση να επικαλείται πληρωμή στην ίδια του ποσού των £70.000 (στερλινών) στη βάση εγγράφων και συμπεριφοράς του για τους λόγους που εξειδικεύει υπό τα σημεία (Α)-(Ε) που ακολουθούν και αποτελούν μέρος της σκοπούμενης δικογράφησης. Η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση δεν αποτελεί νέα βάση αγωγής ή νέα αξίωση. Αν κάποιος διαβάσει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης θα αντιληφθεί με ευκολία ότι οι υφιστάμενες δικογραφημένες βάσεις αγωγής που η Αιτήτρια επικαλείται είναι παράβαση συμφωνίας και εκκαθαρισμένου λογαριασμού ύψους £10.000 (στερλινών) που κατ' ισχυρισμό δημιουργήθηκε μετά την είσπραξη αντίστοιχου ποσού από τον Καθ' ου η αίτηση. Παράλληλα ως θεραπείες αξιώνεται η πληρωμή του πιο πάνω ποσού και διαζευκτικά η πληρωμή του υπό τη μορφή αποζημιώσεων. Ο σκοπούμενος προς δικογράφηση ισχυρισμός για κώλυμα υποστηριζόμενος από λεπτομέρειες που εκτίθενται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πρόθεσης να εισαχθούν υπό τη μορφή τροποποίησης στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, παρόλο ότι είναι νέος και δεν συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, εντούτοις δεν αποτελεί βάση αγωγής ή αξίωσης στην υπόθεση αυτή. Η θέση περί κωλύματος καθώς και τα γεγονότα που η Αιτήτρια επικαλείται προς ενίσχυση της σκοπούμενης προς τροποποίηση τοποθέτησης της διατυπώνεται μετά τις καταγραμμένες θέσεις και ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση ότι έχει τιμήσει την επικαλούμενη μεταξύ τους συμφωνία πληρώνοντας στην Αιτήτρια το ποσό των £70.000 (στερλινών), ως καταγράφεται στην παράγραφο 4 του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. Με την αιτούμενη τροποποίηση του δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση δια της προσθήκης ως νέας παραγράφου 5Β υπό τα σημεία (Α)-(Ε) επιχειρείται να καταγραφεί η θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση εμποδίζεται να ισχυρίζεται την πληρωμή του πιο πάνω ποσού λόγω των γεγονότων που αυτή επικαλείται και αφορούν αποδιδόμενη συμπεριφορά και ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω η εν λόγω ομάδα λόγων ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με την δεύτερη ομάδα λόγων ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις οδηγούν σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και σπατάλη δικαστικού χρόνου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η προώθηση της παρούσας αίτησης διεξάγεται κατόπιν άσκησης δικαιώματος, το οποίο εφαρμόστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της παλαιάς Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που είναι το καθεστώς που διέπει το ζήτημα της τροποποίησης στην προκειμένη περίπτωση. Θα πρέπει ακόμη να ειπωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που η Αιτήτρια ζητεί τροποποίηση δικογράφου της. Το γεγονός ότι ζητήθηκε τέτοια τροποποίηση αμέσως μετά που η υπόθεση αυτή είχε οριστεί για εκδίκαση για έκτη φορά, χωρίς όμως η ακροαματική διαδικασία να ξεκινήσει, δεν μπορεί αυτόματα να εκληφθεί ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή αχρείαστη σπατάλη δικαστικού χρόνου. Για να είναι υπαρκτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο απαιτείται η παρουσία και άλλων δεδομένων μέσω θετικής μαρτυρίας που όμως δεν φαίνονται να υπάρχουν αφού αν υπήρχαν θα αναφέρονταν από τον Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του. Αντίθετα κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο προγραμματισμός της αγωγής 4 φορές για οδηγίες με σκοπό την επίτευξη συμβιβασμού, κατόπιν κοινής επιθυμίας των διαδίκων, αποτελεί δείγμα των προσπαθειών της Αιτήτριας να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα εξώδικης διευθέτησης που θα καθιστούσε αχρείαστη τη λήψη του δικονομικού μέτρου της τροποποίησης, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Αιτήτρια γνώριζε από τότε τα γεγονότα των αιτουμένων τροποποιήσεων. Η δε προβαλλόμενη πρόθεση της Αιτήτριας να παρουσιάσει ολοκληρωμένα τις θέσεις τους στο Δικαστήριο με τη δικογράφηση επιπλέον γεγονότων σε καμία περίπτωση σημαίνει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή επιχείρηση αχρείαστης σπατάλης δικαστικού χρόνου αλλά άσκηση του δικαιώματος που της παρέχουν οι διαδικαστικοί θεσμοί πολιτικής δικονομίας και ειδικότερα οι πρόνοιες της παλαιάς Διαταγής 25. Συνεπώς η εν λόγω ομάδα λόγων ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Θα εξετάσω τώρα μαζί την τρίτη, τέταρτη και πέμπτη ομάδα λόγων ένστασης, οι οποίες εγείρουν ζήτημα μη αναγκαιότητας και χρησιμότητας των αιτούμενων τροποποιήσεων, τις οποίες ο Καθ' ου η αίτηση θεωρεί νέους, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δημιουργούν νέες βάσεις αγωγής και αξιώσεις στην υπόθεση που δεν αφορούν θέσεις της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και συνάμα παρεκκλίνουν από θέσεις της έκθεσης απαίτησης, για τις οποίες ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα μπορεί να τοποθετηθεί. Έχει ήδη εξηγηθεί λεπτομερώς πιο πάνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν ούτε νέες βάσεις αγωγής ούτε νέες αξιώσεις στην υπόθεση αυτή. Σε σχέση με τις υπόλοιπες πτυχές που τίθενται, θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός της τροποποίησης ως επιπλέον παραγράφου 5Α από την τροποποίηση με την οποία ζητείται η προσθήκη παραγράφου 5Β συνοδευόμενη από τα σημεία (Α)-(Ε). Καθ' όσον αφορά την τροποποίηση ως επιπλέον παραγράφου 5Α έχει ήδη λεχθεί ότι κάθε άλλο παρά γενικός και αόριστος ισχυρισμός είναι. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί στους οποίους και παραπέμπω, η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στη δικογράφηση σαφών και συγκεκριμένων ισχυρισμών της Αιτήτριας που αποτελούν την υπερασπιστική θέση της στην καταγεγραμμένη αξιούμενη ανταπαίτηση που ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει. Θεωρώ ότι η αιτούμενη αυτή τροποποίηση παρέχει την δυνατότητα στην Αιτήτρια να παρουσιάσει την πορεία υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση του Καθ' ου η αίτηση στην ολοκληρωμένη της διάσταση, ευκαιρία που δεν θα πρέπει ελαφρά και επιπόλαια σκεπτόμενος κάποιος να της την στερήσει. Αντίθετα η αιτούμενη τροποποίηση με την οποία ζητείται η προσθήκη παραγράφου 5Β μαζί με τα σημεία (Α)-(Ε) στο ενιαίο δικόγραφο της απάντησης της υπεράσπισης και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση περιέχει νομική θέση που μπορεί να είναι ήδη δικογραφημένη μέσα από την έκθεση απαίτησης (βλέπε παράγραφο 4) αλλά συνοδεύεται από νέα ισχυριζόμενα γεγονότα που ουσιαστικά σκοπεύουν στην υποστήριξη της. Αυτό με τη σειρά του επιδιώκει ενδυνάμωση των αναφορών της Αιτήτριας στην εκδοχή της ότι ο Καθ' ου η αίτηση παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία που βασικά προνοούσε την πληρωμή σ' αυτήν από τον Καθ' ου η αίτηση £70.000 (στερλίνες) με την παράλειψη καταβολής ποσού ύψους £10.000 (στερλίνες) στη βάση των γεγονότων που επικαλέστηκε μέσα από την έκθεση απαίτησης της (βλέπε παραγράφους 2, 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης). Ο Καθ' ου η αίτηση απέρριψε την εκδοχή της Αιτήτριας και ισχυρίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι κατέβαλε ολόκληρο το ποσό των £70.000 (στερλίνες) που η μεταξύ τους συμφωνία προνοούσε (βλέπε παραγράφους 3(α)-(ε) και 4 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Το νομικό ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι εάν το δικόγραφο της απάντησης (reply) είναι το ορθό και κατάλληλο δικογραφικό μέσο για την εισαγωγή νέων ισχυριζόμενων γεγονότων που υποστηρίζει ήδη δικογραφημένη νομική θέση. Το ότι στην προκειμένη περίπτωση η απάντηση και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση περιέχονται στο ίδιο δικόγραφο είναι άνευ σημασίας. Ο σκοπός και η σημασία του δικογράφου της απάντησης όπως καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες δικογράφησης παραμένει ο ίδιος. Μελέτη της νομολογίας αλλά και νομικών συγγραμμάτων συναφών με το εγειρόμενο ζήτημα καθιστά αντιληπτό ότι το δικόγραφο της απάντησης (reply) είναι το δικογραφικό μέσο που απλά στοχεύει στο να δώσει απαντήσεις σε ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της υπεράσπισης. Βεβαίως καταχωρείται στην περίπτωση που ο εναγόμενος έχει προωθήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Pleadings without tears' του William M. Rose, 5η έκδοση, σελίδα 126 υποδεικνύεται μέσα από το ακόλουθο απόσπασμα πότε προκύπτει ανάγκη καταχώρησης δικογράφου 'απάντησης', το σκεπτικό του οποίου καλύπτει και όταν αυτό προωθείται μαζί και ως υπεράσπιση σε ανταπαίτηση: "A Reply is used where it is felt necessary further to define the issues between the parties. This should normally arise as a result of the contents of the Defence, which may have raised issues which require an answer." Περαιτέρω στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Precedents of Pleadings' (Bullen & Leake & Jacob's), Τόμος 1, 15η έκδοση, παράγραφος 1-37, σελίδα 26 τονίζονται τα εξής σε σχέση με το πότε πρέπει να καταχωρείται 'απάντηση' ('reply') "However, it is advisable for a claimant to serve a reply if he wishes to allege facts in answer to the defence which were not included in his claim, or if he wishes to take a point or raise any fact which, in the light of the defence, may cause his opponent difficulty if he does not mention it." Το δικόγραφο της απάντησης δεν είναι ούτε ο ορθός αλλά ούτε ο κατάλληλος δικογραφικός μηχανισμός για να φιλοξενήσει νέα ισχυριζόμενα γεγονότα, τα οποία έχουν λησμονηθεί να περιληφθούν στην έκθεση απαίτησης. Στην υπόθεση Bona Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Hosse Alikhani v. Προδρόμου και άλλης
(2012)1 Α.Α.Δ. 657 τονίστηκε ότι το δικόγραφο της απάντησης δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε για να διαφοροποιηθούν τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης. Περαιτέρω στη μεταγενέστερη υπόθεση Eurogoal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009 ημερομηνίας 17.10.14 λέχθηκε ότι το δικόγραφο της απάντησης ως δικογραφικό όχημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ' αρχής δικογραφημένης απαίτησης επειδή σκοπός της δεν είναι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. Αυτή η νομική θέση διατυπώθηκε εκ νέου ακολούθως στην πρόσφατη υπόθεση Σαλαχώρη v. Παναγιωτίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 257/2010 ημερομηνίας 01.03.
  1. Στρεφόμενος στην υπό κρίση αίτηση παρατηρώ ότι δεν είναι η περίπτωση όπου η θέση του Καθ' ου η αίτηση μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης χρήζει απάντησης από ισχυρισμό της Αιτήτριας. Δεν είναι μια τέτοια περίπτωση επειδή, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η Αιτήτρια ήδη μέσα από την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζεται νομικό κώλυμα για τον Καθ' ου η αίτηση λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων. Στην παράγραφο 9 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο Καθ' ου η αίτηση απορρίπτει τη θέση αυτή της Αιτήτριας και προς υποστήριξη της παραπέμπει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στις προγενέστερες παραγράφους του δικογράφου του. Περαιτέρω η Αιτήτρια, στη βάση των γεγονότων που επικαλέστηκε μέσα από την έκθεση απαίτησης, ισχυρίζεται παράβαση συμφωνίας από τον Καθ' ου η αίτηση όταν αυτός παρέλειψε να της πληρώσει £10.000 (στερλίνες) σε σύνολο £70.000 (στερλίνες) που προνοούσε ότι θα της κατέβαλλε με τον Καθ' ου η αίτηση να αρνείται τη θέση αυτή της Αιτήτριας και μέσα από την υπεράσπιση του να ισχυρίζεται ότι έχει τιμήσει την μεταξύ τους συμφωνία πληρώνοντας στην Αιτήτρια ολόκληρο το ποσό των £70.000 (στερλίνες) που αυτή προνοούσε. Συνεπώς δεν φαίνεται να υπάρχει περιθώριο απάντησης της Αιτήτριας στους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση που τέθηκαν εις απάντηση δικών της θέσεων και ισχυρισμών με τον τρόπο που αυτοί διατυπώθηκαν μέσα από το ενιαίο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. Αν η Αιτήτρια επιθυμεί να ενισχύσει τη νομική της θέση για κώλυμα του Καθ' ου η αίτηση με την παράθεση γεγονότων, σίγουρα το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση δεν είναι το ορθό αλλά ούτε και το κατάλληλο δικογραφικό όχημα για κάτι τέτοιο. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση επιχειρεί την υποστήριξη της ήδη δικογραφημένης νομικής θέσης του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων εισάγοντας ισχυριζόμενα γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στο πραγματικό υπόβαθρο της έκθεσης απαίτησης. Η αιτούμενη αυτή τροποποίηση με τον τρόπο που διατυπώνεται αλλοιώνει ουσιωδώς την συνολική εικόνα της εκδοχής της Αιτήτριας, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την έκθεση απαίτησης της. Τυχόν έγκριση της θα παραβιάσει βασικούς κανόνες δικογράφησης που άπτονται του σκοπού και της σημασίας του δικογράφου της απάντησης. Αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, το Δικαστήριο θα συνδράμει στη δημιουργία προβληματικής δικογραφίας. Επιπλέον στα νέα γεγονότα που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι περιβάλλουν τη πιο πάνω υφιστάμενη δικογραφημένη νομική θέση, ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα μπορεί να τοποθετηθεί θέτοντας τις δικές τους δικογραφημένες αναφορές εις αντίκρουση τους. Αυτό θα τοποθετήσει τον Καθ' ου η αίτηση σε δυσμενή θέση εις βάρος των συμφερόντων του ενώ παράλληλα θα θέσει την Αιτήτρια σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι του στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης όταν η μαρτυρία που έκαστο μέρος θα προσκομίσει θα πρέπει να σχετίζεται με τα ισχυριζόμενα δικογραφημένα γεγονότα που κάθε ένα μέρος επικαλεστεί. Περαιτέρω από μια πρόχειρη μελέτη του περιεχομένου της αιτούμενης τροποποίησης δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πως τα σημεία (Α)-(Δ), τα οποία σχολιάζουν την επαγγελματική και οικονομική κατάσταση του Καθ' ου η αίτηση στο στάδιο του διαζυγίου των διαδίκων καθώς και άλλες επικαλούμενες ανεξάρτητες οφειλές, σχετίζονται με την αξίωση της Αιτήτριας και γενικότερα με το πνεύμα της απαίτησης της που παραπέμπει σε παράλειψη καταβολής ποσού £10.000 (στερλινών) από τον Καθ' ου η αίτηση αλλά σε συμμόρφωση του με τις υπόλοιπες πρόνοιες της μεταξύ τους συμφωνίας, περιλαμβανομένου της πληρωμής του υπόλοιπου ποσού των £60.000 (στερλινών). Το δε σημείο (Ε) αν επιτραπεί να εισαχθεί θα είναι επανάληψη της ήδη δικογραφημένης θέσης της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να καταβάλει ολόκληρο το ποσό των £70.000 (στερλινών) και ότι εξακολουθεί να της οφείλει £10.000 (στερλίνες), γεγονός που την καθιστά αχρείαστη (βλέπε παραγράφους 2, 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης). Κατά συνέπεια οι εν λόγω ομάδες λόγων ένστασης επιτυγχάνουν μερικώς και ειδικότερα καθ' όσον αφορά την αιτούμενη τροποποίηση για την προσθήκη παραγράφου 5Β μαζί με τα σημεία (Α)-(Ε). Με την έκτη ομάδα λόγων ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα προκαλέσει πολλαπλότητα και σύγχυση στα επίδικα θέματα και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας επειδή θα επανακαθοριστούν ισχυρισμοί της Αιτήτριας που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης της. Έκδηλα δεν τίθενται τέτοια ενδεχόμενα καθ' όσον αφορά την αιτούμενη τροποποίηση για προσθήκη παραγράφου 5Α επειδή το περιεχόμενο της δεν δημιουργεί νέα επίδικα θέματα αλλά απλώς προσδιορίζει τη συνολική μορφή της υπεράσπισης της Αιτήτριας αναφορικά με την ανταπαίτηση του Καθ' ου η αίτηση. Καμία πολλαπλότητα ζητημάτων προκύπτει και ως εκ τούτου κανένας εκτροχιασμός της δικαστικής διαδικασίας θα υπάρξει. Σε σχέση όμως με την αιτούμενη τροποποίηση με την οποία ζητείται η προσθήκη παραγράφου 5Β μαζί με τα σημεία (Α)-(Ε), η κατάσταση διαφέρει. Αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποκλείεται κατά την εκδίκαση της υπόθεσης να υπάρξει αίτημα από τον Καθ' ου η αίτηση για προσκόμιση μαρτυρίας με σκοπό αντίκρουση του περιεχομένου της σε μια προσπάθεια του να απεγκλωβιστεί από τη δυσμενή θέση στην οποία θα περιέλθει. Αυτό λογικά θα προσκρούσει σε ένσταση της Αιτήτριας οπότε το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας. Σε περίπτωση δε που το αίτημα εγκριθεί ο Καθ' ου η αίτηση θα παρουσιάσει μαρτυρία που να αντικρούει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στο ζήτημα αυτό. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει αχρείαστα την προσκόμιση μαρτυρίας σε θέματα που δεν δικογραφούνται και σε ισχυρισμούς που δεν θα έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί με αποτέλεσμα το Δικαστήριο άθελα του, εκτός από συνδρομή στη δημιουργία προβληματικής δικογραφίας, να παρασυρθεί και να μην τηρήσει αυστηρά την ορθή και ενδεδειγμένη πορεία εκδίκασης αλλά να αποκλίνει από τα θέσμια, επιτρέποντας έτσι λανθασμένα την εκδίκαση ζητημάτων που δεν θα είναι δικογραφημένα και κατ' επέκταση δεν θα μπορούν να εκληφθούν επίδικα. Αυτά πέραν του γεγονότος ότι η εκδίκαση ισχυρισμών στο πλαίσιο της εν λόγω αιτούμενης τροποποίησης δεν θα είναι πρόσφορη. Παράλληλα τα πιο πάνω περιπλέκουν και καθυστερούν αχρείαστα τη δικαστική διαδικασία ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τη διεξαγωγή νομικών διαδικασιών πριν από την ολοκλήρωση της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Αυτό με τη σειρά του θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης καθώς και πρόκληση καθυστέρησης στην αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας θέτοντας τον Καθ' ου η αίτηση σε δυσμενή θέση αφού θα πρέπει να αναπροσαρμόσει τις υπερασπιστικές του θέσεις και να αντικρούσει τα νέα ζητήματα και γεγονότα που εκφεύγουν του δικογραφικού πλαισίου, πράγμα που δεν αποζημιώνεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Αντίθετα τυχόν απόρριψη της παρούσας αίτησης δεν θα εμποδίσει την Αιτήτρια από του να προωθήσει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις της με τον ορθό δικονομικό τρόπο με αποτέλεσμα έτσι να μην πλήττεται η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης που είναι ο κυριαρχικός παράγοντας που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω η εν λόγω ομάδα ένστασης επιτυγχάνει μερικώς και συγκεκριμένα σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση για την προσθήκη παραγράφου 5Β μαζί με τα σημεία (Α)-(Ε). Με την έβδομη ομάδα λόγων ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση 3 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση του δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση για την οποία δεν παρέχεται επαρκής και/ή βάσιμη εξήγηση ως προς το λόγο που δεν συμπεριλήφθηκαν προηγουμένως οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Προς δικαιολόγηση της θέσης του αυτής ο Καθ' ου η αίτηση ουσιαστικά θέτει δύο λόγους: (α) Δεδομένου ότι το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 14.03.13 και η παρούσα αίτηση στις 14.04.16, η Αιτήτρια είχε αρκετό χρόνο για να μελετήσει την υπόθεση της μαζί με τους δικηγόρους της και να τους δώσει όλα τα σχετικά στοιχεία. (β) Το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην υπόθεση αυτή ήταν το ίδιο που χειρίστηκε την πράξη αγοραπωλησίας του ακινήτου και έτσι γνώριζαν ή αναμενόταν να γνωρίζουν τα γεγονότα που περιέβαλλαν την πώληση αυτή αφού το εν λόγω γραφείο ήταν αυτό που κατένειμε τα χρήματα της πώλησης στους διαδίκους. Είναι αλήθεια ότι το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση της Αιτήτριας καταχωρήθηκε στις 14.03.13 και η ίδια προώθησε την παρούσα αίτηση στις 14.04.
  2. Αυτό προκύπτει από τον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης στον οποίο ανάτρεξα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ανάγκη τροποποίησης ήταν γνωστή από τότε που το εν λόγω δικόγραφο καταχωρήθηκε. Το ότι οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση της Αιτήτριας εμπλάκηκαν στην πώληση του ακινήτου δεν σημαίνει ότι γνώριζαν τις λεπτομέρειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1Α της υπό κρίση αίτησης και αναφέρουν επιστροφή ποσών στον Καθ' ου η αίτηση από την Αιτήτρια όπως ούτε ότι ήταν γνώστες των πληροφοριών που σημειώνονται στην παράγραφο 1Β της ιδίας αίτησης. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να εκληφθούν ως δεδομένα. Αν ίσχυε η θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση ποιος ο λόγος τότε η Αιτήτρια να μην συμπεριλάμβανε από την αρχή τις αιτούμενες τροποποιήσεις στο δικόγραφο και να έλθει εκ των υστέρων να το ζητήσει. Δεν είχε κανένα όφελος να πράξει διαφορετικά. Αντίθετα γνώριζε ότι θα είχε ζημιά αφού στην καλύτερη γι' αυτήν περίπτωση θα καλείτο να καταβάλει τα έξοδα που θα ήταν περιττά και θα μπορούσε να τα είχε αποφύγει. Η Αιτήτρια δεν είχε κανένα κίνητρο να μην προχωρήσει αμέσως με τροποποίηση δικογράφου και να αφήσει το χρόνο να κυλήσει εις βάρος της τη στιγμή που είναι ενάγουσα στην υπόθεση και είναι αυτή που διεκδικεί χρήματα μέσω Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η ανάγκη τροποποίησης του δικογράφου κατέστη γνωστή όταν οι προαναφερόμενες πληροφορίες αποκαλύφθηκαν στο πλαίσιο ετοιμασίας της υπόθεσης που ήταν ορισμένη στις 12.05.
  3. Είναι γεγονός ότι η αναφορά αυτή δεν συγκεκριμενοποιεί με ακρίβεια το χρονικό σημείο που έγινε αντιληπτή η ανάγκη τροποποίησης του δικογράφου. Παρόλα αυτά μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η αναφορά αυτή περικλείει χρονικό διάστημα 4 μηνών περίπου, ήτοι από τις 17.12.15 που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για τις 12.05.16 μέχρι 14.04.16 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Δεν θα έλεγα ότι το χρονικό διάστημα είναι τέτοιο που δημιουργεί την τεράστια καθυστέρηση που ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται. Εν πάση περιπτώσει, από τα ενώπιον μου δεδομένα, ακόμη και αν χρεωθεί στην Αιτήτρια, η οποία φαίνεται να ευθύνεται για την ανάγκη που προέκυψε ως προς την καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης, το μέγιστο χρονικό διάστημα των 4 μηνών ως αυτό που διέρρευσε από την ημερομηνία που έγινε αντιληπτή η ανάγκη της τροποποίησης μέχρι την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με γνώμονα τις διακοπές των Χριστουγέννων δεν κρίνεται ότι ο χρόνος αυτός αποτελεί στην ουσία ολιγωρία ή καθυστέρηση στην εκδήλωση από μέρους της Αιτήτριας του εν λόγω δικονομικού διαβήματος που προωθήθηκε ένα μήνα πριν από την προγραμματισμένη ακρόαση της υπόθεσης, για την οποία εξέλιξη παρέχεται εξήγηση την οποία θεωρώ υπό τις περιστάσεις ικανοποιητική και επομένως αποδέχομαι, σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια δεν θεώρησε τις αιτούμενες τροποποιήσεις ως σημαντικές για να της είχε από την αρχή αναφέρει στο δικηγόρο της παρά μόνο αυτές αποκαλύφτηκαν κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση στις 12.05.
  4. Συνεπώς η εν λόγω ομάδα ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι αν η υπό κρίση αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Πρόκειται για την όγδοη ομάδα λόγων ένστασης που αναδεικνύει το θέμα αυτό με τον Καθ' ου η αίτηση να παραπονιέται για ύπαρξη κακοπιστίας. Όπως ήδη έχει λεχθεί το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται, δηλαδή εδώ ο Καθ' ου η αίτηση. Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό ο Καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει τη θέση του αυτή στα πιο κάτω: (α) Στην υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση που θεωρεί ότι υπάρχει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (β) Στην μη παροχή ικανοποιητικής εξήγησης για την επικαλούμενη υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδήλωση του δικονομικού διαβήματος τροποποίησης δικογράφου. (γ) Στον αρκετό χρόνο που ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια είχε στη διάθεση της για να αιτηθεί σε προγενέστερο στάδιο τις τροποποιήσεις που σήμερα επιδιώκει. (δ) Το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην υπόθεση αυτή ήταν το ίδιο που χειρίστηκε το ζήτημα της πώλησης του ακινήτου. Έχω ήδη ασχοληθεί με όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχω αναλύσει και εξηγήσει αμέσως προηγουμένως έχω καταλήξει ότι οι θέσεις αυτές του Καθ' ου η αίτηση δεν ευσταθούν. Για περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω στο σχολιασμό που έγινε αναφορικά με την έβδομη ομάδα λόγων ένστασης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, δεν διαπιστώνω η παρούσα αίτηση να χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της κακοπιστίας. Κατά συνέπεια, η εν λόγω ομάδα λόγων ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες με κυρίαρχη παράμετρο το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν και εξηγήθηκαν πιο πάνω και εφαρμόστηκαν στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης αυτής, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της μερικής έγκρισης της υπό κρίση αίτησης, η οποία και γίνεται μερικώς δεκτή. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση του ενιαίου δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση ως η παράγραφος 1(Α) της αίτησης. Αντίθετα, για τις εξηγήσεις που έχουν δοθεί, η αιτούμενη τροποποίηση ως η παράγραφος 1(Β) της αίτησης υπό τα σημεία (Α) μέχρι (Ε) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, απορρίπτεται. Το διάταγμα να συνταχθεί εντός 15 εργασίμων ημερών. Η τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί μέσα σε 15 ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση την 05.12.16 και ώρα 11:00 π.μ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου/Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για τροποποίηση έκθεσης υπεράσπισης/Διαταγή 25/ Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.