Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Anna C. G. Daroy (ή άλλως Ann Benedicic) κ.α., Αρ. Αγωγής :- 228 / 2014, 2/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A187 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 228 / 2014 Μεταξύ:- Bank of Cyprus Public Company Ltd Ενάγουσα Και
- Anna C. G. Daroy (ή άλλως Ann Benedicic)
- M. G. Coral Developments Limited Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 19/8/2015 Ημερομηνία :- Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση :- κος. Χρίστος Παπαλλάς για Mantis & Athinodorou LLC Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Νικολέτα Αριστοδήμου Για την εναγόμενη 1 - Αιτήτρια :- κος. Γρηγόρης Φιλίππου για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Γρηγόρης Φιλίππου ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Παρά και τη διατύπωση του αιτήματος της ουσιαστικά η εναγόμενη 1 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην εναντίον της στις 8/5/
- Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται στη διατύπωση του αιτήματος προκύπτει από τις τρεις διαφορετικές βάσεις επί των οποίων ζητείται παραμερισμός. Η πρώτη αυτή του παραμερισμού αυτοδικαίως, δηλαδή ex debito justitiae, η δεύτερη, αυτή του παραμερισμού λόγω καλής υπεράσπισης και εύλογης αιτίας μη εμφάνισης και τέλος, η τρίτη, αυτή της επαναφοράς της αγωγής. [ 2 ] Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τόσο τη διατύπωση του αιτήματος όσο και τη νομική βάση επί της οποίας αυτό βασίζεται. Βεβαίως, σύμφωνα και με σχετική νομολογία, γενικά σε σχέση με τη νομική βάση μίας αίτησης θα πρέπει εντός αυτής να καθορίζεται το νομικό της βάθρο με αναφορά και των θεσμών που το στοιχειοθετούν (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
- Karl Heinz Wunderlich κ. ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α. Α. Δ. 366). Συνεπώς, δεν είναι η ορθότερη η αναφορά εντός της νομικής βάσης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση πως βασίζεται «... στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας στο σύνολο τους...» έστω και με τη διευκρίνιση αλλά μη περιορισμό σε ορισμένες δικονομικές διατάξεις με τη χρήση της φράσης «...συμπεριλαμβανομένων, αλλά μη περιορισμένων...»,. [ 3 ] Επιπλέον, η επιλογή συγκεκριμένων δικονομικών διατάξεων έστω και με κοινό αντικείμενο οι οποίες όμως μεταξύ τους ουσιαστικά δε συμβαδίζουν από νομικής άποψης και ιδιαίτερα δε σε σχέση με την πραγματική πτυχή της συγκεκριμένης περίπτωσης, έχοντας υπόψη δηλαδή την ύπαρξη ειδικής ρύθμισης επί του θέματος, ασφαλώς δεν προσθέτει οτιδήποτε σχετικό ή ενισχυτικό στο αίτημα. [ 4 ] Αναφέρεται το Δικαστήριο βεβαίως στην παράλληλη επίκληση τόσο της Δ.17 θ. 10 όσο και της Δ.26 θ. 14 καθώς αυτές εντάσσονται εντός ενός διαφορετικού δικονομικού πλαισίου παρά και τη γενικότητα της Δ.26 θ. 14 (βλ. σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Evagorou v. Christodoulou and Another
(1982)1 C. L. R. 771 και Ann-Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1Α Α. Α. Δ. 537). [ 5 ] Στη μία περίπτωση βεβαίως με αναφορά στην παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης ενώ στην άλλη σε παράλειψη καταχώρησης δικογράφου. Ασφαλώς, σε σχέση με το αίτημα της εναγομένης ισχύει η πρώτη περίπτωση και συνεπώς αυτό εξετάζεται εντός αυτού του πλαισίου. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή την κοινά αποδεκτή πραγματική πτυχή του θέματος ως προς την δικονομική παράλειψη η οποία οδήγησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης. [ 6 ] Το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασχοληθεί σε αρκετό βαθμό τόσο με τον τρόπο διατύπωσης του αιτήματος όσο και της νομικής βάσης επί της οποίας αυτό βασίζεται. Θεωρώ όμως πως αυτό δεν θα προσέθετε οτιδήποτε πρακτικό σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης ενώ αντιθέτως το Δικαστήριο θα ανάλωνε τον πολύτιμο αλλά και ελάχιστο χρόνο στη διάθεση του, έχοντας υπόψη δηλαδή και αριθμό άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων, σε εξέταση θεωρητικών ουσιαστικά ζητημάτων αντί σε εξέταση της ουσίας του αιτήματος της εναγομένης. Σημασία έχει το βασικό ερώτημα κατά πόσο, βάσει και της σχετικής νομολογίας επί του συγκεκριμένου θέματος δικαιολογείται ή όχι ο παραμερισμός της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης. [ 7 ] Παράλληλα, έστω και επιγραμματικά, το Δικαστήριο εξετάζοντας και τις δύο διαζευκτικές ουσιαστικά θεραπείες τις οποίες αιτείται η εναγόμενη καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα. [ 8 ] Κατ΄ αρχάς, ως προς την παράγραφο 3 της αίτησης, σε σχέση με το αίτημα επαναφοράς της αγωγής, ασφαλώς αυτό κρίνεται εντελώς ανυπόστατο διατηρώντας υπόψη πως δεν έχει απορριφθεί η αγωγή έτσι ώστε να τίθεται θέμα επαναφοράς της. Ενώ ως προς το διαζευκτικό αίτημα, στην ίδια παράγραφο, ασφαλώς εάν και εφόσον εκδοθεί διάταγμα παραμερισμού της απόφασης πλέον η εναγόμενη θα είναι σε θέση να προβάλει την υπεράσπιση της δίχως να χρειάζεται η έκδοση συγκεκριμένου διατάγματος το οποίο να της επιτρέπει να το πράξει αυτό. [ 9 ] Δεύτερο, αναφορικά με το αίτημα της παραγράφου 1 της αίτησης, για παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae διαπιστώνεται πως αυτό βασίζεται σε αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην εις βάρος της εναγομένης. Τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται ούτε στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας αλλά ούτε και από τη νομολογία μας. [ 10 ] Το Δικαστήριο εντός του πλαισίου της διαδικασίας η οποία προβλέπεται βάσει της Δ.17 θ. 10 ελέγχει, βάσει και της σχετικής νομολογίας επί του θέματος, κατά πόσο ικανοποιούνται δύο βασικές προϋποθέσεις έτσι ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης. [ 11 ] Ο έλεγχος από το Δικαστήριο της ορθότητας της απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην όχι μόνο δεν προνοείται πουθενά ως κριτήριο για τον παραμερισμό της αλλά θεωρώ πως αυτός θα ήταν και ανεπίτρεπτος. Καθώς ουσιαστικά καλείται το Δικαστήριο να κρίνει θέματα σε σχέση με την ουσία της αγωγής τα οποία θα είναι σε θέση όντως να κρίνει μόνο μετά και από παραμερισμό της απόφασης, σε περίπτωση βεβαίως παραμερισμού της, αφού πρώτα δοθεί στη συνέχεια η ευκαιρία στην εναγόμενη να εκθέσει τους δικούς της ισχυρισμούς στο δικόγραφο της και βεβαίως μετά από διεξαγωγή σχετικής ακροαματικής διαδικασίας. Κατά τη διάρκεια της οποίας βεβαίως το Δικαστήριο θα έχει σταθερό καθήκον όπως μεριμνήσει να τηρηθεί σε σχέση με αμφότερους τους διαδίκους και η βασική αρχή της ακρόασης των ισχυρισμών και θέσεων και των δύο διαδίκων (audi alteram partem). [ 12 ] Διευκρινίζεται δηλαδή από το Δικαστήριο πως το αίτημα της εναγομένης εξετάζεται βάσει της παραγράφου 2 της αίτησης. Εφόσον, όπως κρίνεται, δεν δικαιολογείται η έγκριση του βάσει είτε της παραγράφου 1 είτε της παραγράφου
- Διατηρώντας υπόψη και αυτό το δεδομένο ασφαλώς το Δικαστήριο δεν προτίθεται να εξετάσει οποιοδήποτε λόγο ένστασης ο οποίος να έχει σχέση με αυτό το μέρος του αιτήματος. Καθώς αυτό καθίσταται αχρείαστο βάσει και των προαναφερόμενων διαπιστώσεων του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω πως η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 21 συνολικά λόγους ένστασης. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το αίτημα της εναγομένης όπως αυτό διατυπώνεται στις παραγράφους 1 και 3, κρίνεται αχρείαστη η εξέταση των λόγων ένστασης 4 και
- [ 13 ] Αναφορικά με τη διατύπωση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 14 ] Κατ΄ αρχάς υπάρχει αχρείαστη επανάληψη εντός αυτών. Παραδείγματος χάριν, οι λόγοι ένστασης 12 και 21 αναφορικά με την τελεσιδικία μίας δικαστικής απόφασης σε συνδυασμό ακόμη και με τον λόγο ένστασης 14 ως προς το ότι η ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει την ενάγουσα από "κεκτημένα". Ή οι λόγοι ένστασης 3 και 15 ως πρός την κατ΄ ισχυρισμό αποτυχία της εναγομένης να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Ως επίσης και οι λόγοι ένστασης 16 και
- [ 15 ] Επιπλέον, ορισμένοι λόγοι ένστασης είναι άσχετοι με το αντικείμενο της διαδικασίας αυτής της αίτησης. Όπως οι λόγοι ένστασης 5, 6 και
- [ 16 ] Υπάρχουν και άλλοι λόγοι ένστασης σε σχέση με τους οποίους ουσιαστικά μεταξύ τους δεν προστίθεται οτιδήποτε περισσότερο ενώ προκαλείται και μερική σύγχυση ως πρός την πραγματική έννοια τους. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο λόγος ένστασης 8 ο οποίος δεν αναφέρεται μόνο στην μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, θέση η οποία ουσιαστικά καλύπτεται ήδη από τον λόγο ένστασης 2 ως πρός την πάροδο αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, αλλά και στη γενικότερη προϋπόθεση αναφορικά με τη θέση ότι η εναγόμενη δεν έχει δώσει επαρκή ή λογική δικαιολογία για την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. [ 17 ] Ουσιαστικά θα μπορούσε η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της ενάγουσας να εμπεριείχε λιγότερους λόγους ένστασης δίχως με οποιοδήποτε τρόπο να περιοριζόταν η εμβέλεια ή σημασία τους ή κατά κύριο λόγο η ενδεχόμενη αποτελεσματικότητα των θέσεων της ενάγουσας. [ 18 ] Παρά και τη διατύπωση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης οφείλω να παρατηρήσω πως η γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης όντως ήταν πιο στοχευμένη και εμπεριστατωμένη. [ 19 ] Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει βάσει και των όσων αρχών έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία μας κατά πόσο το αίτημα της εναγομένης δικαιολογείται λαμβάνοντας υπόψη και τους λόγους ένστασης. [ 20 ] Δεν θεωρώ αναγκαίο όπως προσθέσω οτιδήποτε σε σχέση με τη νομική πτυχή της αίτησης. Παραπέμπω όμως σχετικά με τις αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σε αιτήσεις αυτού του είδους, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου με την ίδια σύνθεση (βλ. σχετικά τις παραγράφους 6 έως και 9 της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου στην αγωγή 2848/13, ημερομηνίας 29/5/2015 μεταξύ της Ξένιας Λεωνίδου ν. Πραξούλλας Ιωάννου). [ 21 ] Κατ΄ αρχάς παρά και τη διευρυμένη έκταση της νομικής βάσης της αίτησης θεωρώ ότι εντός αυτής εμπεριέχεται η απαραίτητη νομική βάση έτσι ώστε να κρίνεται αβάσιμος ο λόγος ένστασης 1 ως προς το ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη ή ελλιπή νομική βάση. [ 22 ] Αναφορικά με τη θέση πως έχει παρέλθει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρει σχετικά η εναγόμενη στις παραγράφους 61 έως και 63 της ένορκης δήλωσης της κρίνω ότι ο λόγος ένστασης 2 δεν ευσταθεί και πως υπό τις περιστάσεις η εναγόμενη μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία έλαβε γνώση της απόφασης (7/7/2015) και της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης (19/8/2015) αντέδρασε επαρκώς έγκαιρα ως πρός την καταχώρηση της αίτησης της. [ 23 ] Αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο η εναγόμενη έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (λόγοι ένστασης 3 και 15) το θέμα αυτό εξετάζεται πιο κάτω ως μία από τις δύο βασικές προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθούν βάσει της μαρτυρίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης. [ 24 ] Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 5, 6 και 7, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, αυτοί κρίνονται ως άσχετοι με το αντικείμενο της διαδικασίας αυτής της αίτησης. Συγκεκριμένα παρατηρούνται τα ακόλουθα. [ 24.1 ] Πως θα ήταν δικονομικά δυνατό, μετά και από την έκδοση απόφασης εναντίον της, η εναγόμενη να καταχωρούσε σημείωμα εμφάνισης έτσι ώστε να κρίνεται ως βάσιμος ο λόγος ένστασης 5 ως προς το ότι η εναγόμενη δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης "υπό διαμαρτυρία"; [ 24.2 ] Ούτε και είναι δυνατό να συνδεθεί ο λόγος ένστασης 6 με το αντικείμενο της αίτησης. Ως προς το ότι δηλαδή η εναγόμενη έχει προχωρήσει στο "επόμενο βήμa (next-step)" έτσι ώστε να μην δικαιολογείται η «οπισθοχώρηση» και νομιμοποίηση καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο σε ποιο «επόμενο βήμα» θα μπορούσε να προχωρήσει μία διάδικος εναντίον της οποίας έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εκτός από το να ζητήσει τον παραμερισμό της. [ 24.3 ] Ο λόγος ένστασης 7 ενδεχομένως να συνδέεται κάπως με το θέμα της τελεσιδικίας. Όχι ως προς το ότι η καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης «μεγαλώνει καθημερινά το ύψος της απαίτησης» της ενάγουσας αλλά κατά πόσο με αυτή «πλήττεται ανεπανόρθωτα η δικαιοσύνη». [ 24.4 ] Όμως πραγματικά καμία σχέση με το αίτημα για παραμερισμό είναι δυνατό να κριθεί ότι έχει η αύξηση του ύψους της απαίτησης ενώ το κατά πόσο πλήττεται η δικαιοσύνη και μάλιστα ανεπανόρθωτα είναι θέμα το οποίο εξετάζεται εντός του αναγνωρισμένου πλαισίου εξέτασης αιτήσεων αυτού του είδους. Σύμφωνα δηλαδή με βασικές αρχές επί του θέματος σε σχέση με την εξισορρόπηση δύο βασικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως τόσο του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου όσο και της ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων η οποία βεβαίως συνδέεται με την τελεσιδικία. [ 25 ] Το θέμα κατά πόσο η εναγόμενη έχει δικαιολογήσει επαρκώς την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης (λόγος ένστασης 8) εξετάζεται πιο κάτω. [ 26 ] Ο λόγος ένστασης 9 συνδέεται κάπως με τον λόγο ένστασης 7 καθώς θέση της ενάγουσας είναι πως η αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα αλλά αποσκοπεί στην παρέκκλιση της δικαστικής διαδικασίας. Βεβαίως η μόνη παρέκκλιση εφικτή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της καθυστέρησης ή ακόμη και της ανατροπής της εκτέλεσης της απόφασης καθότι αυτή είναι και η μόνη δικαστική διαδικασία η οποία απομένει προς ολοκλήρωση έχοντας υπόψη και την έκδοση της απόφασης εναντίον της εναγομένης την οποία επιδιώκει να παραμερίσει με την αίτηση της. Θεωρώ πως και αυτό το θέμα εντάσσεται γενικότερα στα δύο βασικά ερωτήματα τα οποία εξετάζονται σε αιτήσεις αυτού του είδους ιδιαίτερα δε ως πρός την ύπαρξη του στοιχείου της καλοπιστίας το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αποτελεί όχι απομονωμένο κριτήριο αλλά μέρος του βάρους απόδειξης από την εναγόμενη πρώτο, ότι δικαιολογημένα δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και δεύτερο ότι, έχοντας ως βάση, τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε αναδεικνύεται εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. [ 27 ] Με τον ίδιο τρόπο θεωρώ πως θα μπορούσε να ενταχθεί στη γενικότερη εξέταση της αίτησης ο λόγος ένστασης 10, ως προς το ότι δηλαδή η συμπεριφορά της εναγομένης πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Διευκρινίζω πως λόγοι ένστασης οι οποίοι εντάσσονται στη γενικότερη εξέταση της αίτησης δεν θα εξετάζονται και πάλι ατομικά αλλά ανάλογα με το αποτέλεσμα της γενικότερης εξέτασης θα επισφραγίζεται είτε η αποδοχή είτε η απόρριψη τους δίχως να γίνεται σε σχέση με αυτό η οποιαδήποτε επιπρόσθετη ρητή αναφορά. [ 28 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 11 η εναγόμενη με την συμπεριφορά της και δια μέσω εγγράφων αποδέχτηκε την οφειλή της προς την ενάγουσα και δεν δικαιολογείται τώρα να προβάλει διαφορετικές θέσεις. Θεωρώ πως ο λόγος ένστασης αυτός δεν ευσταθεί από μόνος του καθότι, διατηρώντας υπόψη και τη μεγάλη πάροδο χρόνου από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη και παράλληλα τις συνεχείς προσπάθειες της εναγομένης προς διευθέτηση του χρέους της προς την ενάγουσα, δεν είναι δυνατό επί αυτού του λόγου να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως η εναγόμενη έχει αποδεχτεί την οφειλή της ως αυτή είχε ή ότι αυτή η συμπεριφορά της αποστερεί το δικαίωμα να προσπαθήσει να αναδείξει την ύπαρξη μίας εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης και καλόπιστης υπεράσπισης. [ 29 ] Ούτε και συμφωνεί το Δικαστήριο με την απόλυτη θέση η οποία εμπεριέχεται στο λόγο ένστασης 12 ως προς το ότι η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου της απόφασης δεν επιτρέπει τον παραμερισμό της. Ασφαλώς, όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 24.4 ] αυτής της απόφασης) ο παράγοντας της τελεσιδικίας αναμφίβολα είναι σχετικός με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, όχι όμως και απόλυτα καθοριστικός. Μέρος της γενικότερης εξέτασης του αιτήματος της εναγομένης θα αποτελέσει βεβαίως και το θέμα της ανάλογης εξισορρόπησης του παράγοντα της τελεσιδικίας ως μέρος της ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων. Ουσιαστικά και τα όσα αναφέρονται στον λόγο ένστασης 21 ως προς το ότι με την αίτηση πλήττεται η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων εξετάζονται από το Δικαστήριο εντός του ίδιου πλαισίου. [ 30 ] Εντάσσεται επίσης στη γενικότερη εξέταση κατά πόσο δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης και ο λόγος ένστασης 13 ως πρός το κατά πόσο οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η εναγόμενη είναι γενικοί και αόριστοι. [ 31 ] Θεωρώ πως με το θέμα της τελεσιδικίας συνδέεται και η θέση η οποία εμπεριέχεται στον λόγο ένστασης 14 ως προς το ότι η έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει την ενάγουσα από "κεκτημένα". Ο παράγοντας αυτός, δηλαδή της τελεσιδικίας, όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 24.4 ] αυτής της απόφασης), λαμβάνεται υπόψη βεβαίως γενικότερα κατά την εξισορρόπηση από το Δικαστήριο της ανάγκης αποτελεσματικής διασφαλίσεως τόσο του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου όσο και της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. [ 32 ] Αναμφίβολα ο λόγος ένστασης 15, ως προς την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, επίσης εντάσσεται στη γενικότερη εξέταση από το Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση της αίτησης. [ 33 ] Με τον ίδιο τρόπο εντάσσεται επίσης και η θέση της ενάγουσας στον λόγο ένστασης 16 αναφορικά με το ότι τα όσα αναφέρει η εναγόμενη στην ένορκη δήλωση της αποτελούν εκ των υστέρων ισχυρισμούς για αποφυγή αντιμετώπισης των συνεπειών από την έκδοση της απόφασης εναντίον της. Ασφαλώς η εξέταση της γνησιότητας των ισχυρισμών της εναγομένης γενικότερα αποτελεί βασικό μερός του έργου του Δικαστηρίου ως προς την αποδοχή ή όχι του αιτήματος της. [ 34 ] Αυτό το οποίο τελικά διαπιστώνεται είναι πως δεν αναδεικνύεται οποιοσδήποτε λόγος βάσει της όσης μαρτυρίας έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην αποδέχεται ως γνήσιους τους όσους ισχυρισμούς η εναγόμενη προέβαλε προς υποστήριξη της αίτησης της και όχι ως ισχυρισμούς εκ των υστέρων προς αποφυγή των συνεπειών έκδοσης της απόφασης εναντίον της. Θεμιτά εντός του πλαισίου υποβολής και υποστήριξης αίτησης για παραμερισμό της απόφασης η εναγόμενη προέβαλε ισχυρισμούς τους οποίους υποστήριξε και ενίσχυσε με σχετικά έγγραφα αναφορικά με τα όσα η ίδια βίωσε σε μία χρονικά εκτεταμένη περίοδο καταβολής από κοινού με την ενάγουσα προσπάθειας ανεύρεσης μίας συμβιβαστικής λύσης ή αναδιάρθρωσης σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης 16 απορρίπτεται ως αβάσιμος. [ 35 ] Αναμφίβολα ανάλογης αντιμετώπισης τυγχάνει, έχοντας υπόψη την ομοιότητα του με τον λόγο ένστασης 16, από το Δικαστήριο και ο λόγος ένστασης 17 ως πρός το ότι δηλαδή η εναγόμενη έλαβε γνώση της εγερθείσας αγωγής και τα όσα αναφέρει εκ των υστέρων σκοπό έχουν την αποφυγή των συνεπειών. Ως αποτέλεσμα και ο λόγος ένστασης 17 απορρίπτεται ως αβάσιμος. [ 36 ] Ο ισχυρισμός ουσιαστικά ο οποίος εμπεριέχεται στον λόγο ένστασης 18, ως προς το ότι η ενάγουσα την ενημέρωσε πως δεν χρειαζόταν δικηγόρο ή νομική συμβουλή, αποτελεί ψεύδος της εναγομένης, ασφαλώς εξετάζεται από το Δικαστήριο ως μέρος της εξέτασης κατά πόσο δικαιολογημένα η εναγόμενη δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Με τον ίδιο τρόπο ουσιαστικά εξετάζεται από το Δικαστήριο και ο γενικότερος ισχυρισμός ο οποίος εμπεριέχεται στον λόγο ένστασης 20, ότι δηλαδή το σύνολο των ισχυρισμών της εναγομένης ".είναι ψευδή και αναληθή". [ 37 ] Κατ΄ αρχάς η εναγόμενη δεν ισχυρίζεται καν ότι η ενάγουσα την ενημέρωσε πως δεν χρειαζόταν δικηγόρο αλλά ουσιαστικά ότι η σημασία διορισμού δικηγόρου είχε υποβαθμιστεί από την γενική συμπεριφορά της ενάγουσας ή ουσιαστικά των υπαλλήλων της. Θεωρώ πως η εντύπωση αυτή η οποία είχε δημιουργηθεί στο μυαλό της εναγομένης ήταν εύλογη καθώς για μία μεγάλη χρονική περίοδο η ίδια η ενάγουσα διαπραγματευόταν απευθείας με την εναγόμενη δίχως την αναγκαιότητα είτε εκπροσώπησης της από δικηγόρο είτε ακόμη και της οποιασδήποτε συμμετοχής από τους δικηγόρους της ενάγουσας σε αυτές τις διαπραγματεύσεις. Γενικά σε σχέση με το κατά πόσο οι ισχυρισμοί της εναγομένης είναι αναληθείς υπενθυμίζω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 33 ] αυτής της απόφασης) ως πρός την εξέταση από το Δικαστήριο της γνησιότητας των ισχυρισμών της εναγομένης. [ 38 ] Πραγματικά δεν είναι αρκετό για τον ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της ένστασης απλά να αναφέρει στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του ότι το σύνολο της ένορκης δήλωσης της εναγομένης είναι "ψεύδη και αναληθές" ανεξάρτητα και από την εισαγωγική πρόταση στην ίδια παράγραφο ως προς το ότι η άρνηση των ισχυρισμών της εναγομένης ισχύει με εξαίρεση οποιασδήποτε δικής του ρητής παραδοχής. [ 39 ] Διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από αμφότερους τους διαδίκους στο σύνολο της και καταλήγει σε συμπέρασμα πως η εναγόμενη κατέβαλε την κάθε δυνατή προσπάθεια να αναφέρει στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μετά και από την επίδοση της αγωγής προς την ίδια και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 40 ] Σε σχέση με τους λόγους ένστασης 19 και 21 ήδη έχουν γίνει σχετικές αναφορές πιο πάνω τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω (σχετικές επί του θέματος είναι οι παραγράφοι [ 12 ] σε σχέση με το λόγο ένστασης 19 και [ 14 ] και [ 29 ] σε σχέση με το λόγο ένστασης 21). [ 41 ] Παρά και το γεγονός πως καθοριστικής σημασίας έχει η ανάδειξη υπεράσπισης σε περίπτωση εξέτασης αίτησης για παραμερισμό μίας δικαστικής απόφασης θεωρώ πιο πρακτικό να αρχίσω την εξέταση του γενικότερου ερωτήματος κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση της αίτησης της εναγομένης με εξέταση του δεδομένου της παράλειψης της εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μετά και από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. [ 42 ] Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως το γεγονός της καθυστέρησης από την ενάγουσα στην καταχώρηση αίτησης για απόφαση σε σχέση και με την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος συνηγορεί υπέρ της θέσης της εναγομένης ως πρός την εντύπωση, η οποία εύλογα όπως κρίνεται από το Δικαστήριο, της είχε δημιουργηθεί ως πρός το ότι η ενάγουσα δεν θα προχωρούσε με την έκδοση απόφασης εναντίον της. [ 43 ] Εντύπωση μάλιστα προκαλεί το γεγονός πως οι αρχικές προσπάθειες εκπροσώπησης της εναγομένης έγιναν δια μέσω δικηγόρου η οποία σύμφωνα και με τη μαρτυρία εργαζόταν στο γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας. Η οποία βεβαίως όπως και η ίδια η εναγόμενη ισχυρίζεται αποσύρθηκε όταν η ίδια συμφώνησε να πληρώσει ορισμένα ποσά στην ενάγουσα. [ 44 ] Έντιμα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης δεν αμφισβητεί την επιστολή (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης) ημερομηνίας 20/3/2014, με την οποία η συγκεκριμένη δικηγόρος ενημέρωνε την εναγόμενη πως δεν μπορούσε να την εκπροσωπήσει στις συζητήσεις με την ενάγουσα και την έκφραση της άποψης ότι θα πρέπει να διορίσει άλλο δικηγόρο και να καταχωρήσει εμφάνιση. [ 45 ] Έχει ιδιαίτερη σημασία όμως και η ημερομηνία της επιστολής (20/3/2014) σε συνάρτηση με την πάροδο σημαντικού χρόνου πριν και από την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης στις 22/4/
- Δηλαδή, πέραν του ενός χρόνου μετά και από την ημερομηνία της επιστολής. [ 46 ] Ενώ και η μαρτυρία, ιδιαίτερα η αλληλογραφία, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση της εναγομένης πειστικά αποκαλύπτει ότι κάθε άλλο παρά επέδειξε αδιαφορία η εναγόμενη ως πρός το γεγονός ότι είχε καταχωρηθεί και επιδοθεί αγωγή εναντίον της. [ 47 ] Το γεγονός πως από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη στις 5/3/2014 είχαν παρέλθει σχεδόν 14 μήνες μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης αίτησης για απόφαση εναντίον της εναγομένης συνάδει με την όλη εντύπωση η οποία είχε δημιουργηθεί προς την εναγόμενη πως δεν χρειαζόταν να διορίσει δικηγόρο ή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή καθώς συμμετείχε σε ένα συνεχώς ενεργό καθεστώς διαπραγμάτευσης με την ενάγουσα αναφορικά με τρόπους εξόφλησης του χρέους της. [ 48 ] Πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με τη γνησιότητα των ισχυρισμών της εναγομένης αναφορικά με αυτό το μέρος της εκδοχής της. Σε σχέση δηλαδή με τους λόγους βάσει των οποίων δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Ασφαλώς και θα ήταν σοφότερο η εναγόμενη να είχε διορίσει δικηγόρο και να είχε καταχωρηθεί εκ μέρους της σημείωμα εμφάνισης όμως το Δικαστήριο έχει πεισθεί ως πρός τη γνησιότητα των ισχυρισμών της εναγομένης σε σχέση με την εντύπωση υποβάθμισης της σημασίας διορισμού δικηγόρου η οποία είχε δημιουργηθεί στο μυαλό της. [ 49 ] Κυρίως όμως αυτό το οποίο δεν μπορεί με κανένα τρόπο να λεχθεί σε σχέση με τη συμπεριφορά της εναγομένης είναι ότι αυτή σε οποιοδήποτε στάδιο μέχρι και την έκδοση απόφασης εναντίον της επέδειξε οποιαδήποτε αδιαφορία σε σχέση με την καταχώρηση αγωγής εναντίον της ή με μία δικαστική διαδικασία η οποία προφανώς δεν προχωρούσε καθώς η ίδια διαπραγματευόταν απευθείας με την ενάγουσα διατηρώντας υπόψη παράλληλα από το Δικαστήριο και την μη προώθηση της διαδικασίας από τους δικηγόρους της ενάγουσας. [ 50 ] Κρίνεται συνεπώς πως η εναγόμενη δεν επέδειξε αδιαφορία αλλά αντιθέτως με την όση μαρτυρία παρουσίασε δικαιολόγησε πλήρως την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή με οποιοδήποτε τρόπο πως η διαγωγή της εναγομένης ήταν ενδεικτική οποιασδήποτε αδιαφορίας ή καταφρόνησης είτε της δικαστικής διαδικασίας είτε των δικαιωμάτων της ενάγουσας έτσι ώστε με αυτή να πλήττεται το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Προσπάθεια της εναγομένης καθ΄ όλη τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μέχρι και την έκδοση της απόφασης εναντίον της ήταν η εφικτή και για την ίδια εξεύρεση τρόπου διευθέτησης της αξίωσης της ενάγουσας. [ 51 ] Επομένως, αυτό το οποίο απομένει για εξέταση από το Δικαστήριο είναι το ερώτημα κατά πόσο η εναγόμενη έχει πετύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. [ 52 ] Αξίζει να σημειωθεί όμως σε αυτό το σημείο της απόφασης το εξής. Η ενάγουσα με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης αναφέρθηκε στην ύπαρξη καθυστέρησης γενικά εκ μέρους της εναγομένης τόσο υπό την έννοια της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση όσο και γενικότερα στην καθυστέρηση εξαιτίας της οποίας μεγαλώνει καθημερινά το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας και πως με αυτό πλήττεται ανεπανόρθωτα η δικαιοσύνη. Όμως η ίδια η ενάγουσα ήταν υπαίτια καθυστέρησης σε σχέση με μία περίοδο δικονομικής απραξίας περίπου 14 μηνών από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στην εναγόμενη και την καταχώρηση αίτησης για την εξασφάλιση απόφασης εναντίον της. [ 53 ] Συνεπώς, εύλογα προκύπτουν διάφορα ερωτήματα. Δεν ίσχυαν κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου τα όσα η ενάγουσα προέβαλε με τους λόγους ένστασης της; Δηλαδή, κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου δεν είχε την ίδια σημασία ο παράγοντας της καθυστέρησης όπως είχε και μετά από την έκδοση της απόφασης; Δεν στερείτο κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου η ενάγουσα τη δυνατότητα απόκτησης των ούτω καλούμενων εν τέλει κεκτημένων της; [ 54 ] Αυτό το οποίο επισημαίνει το Δικαστήριο είναι πως ο παράγοντας της καθυστέρησης δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνο σε σχέση με τις ενέργειες της εναγομένης ή την προοπτική εκτέλεσης της απόφασης, όταν πλέον αυτή εκδόθηκε, αλλά και τις ενέργειες της ενάγουσας ως προς την εξασφάλιση αυτής της απόφασης. Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται καθότι δεν θα ήταν ορθό ως δεδομένα να μην ληφθούν υπόψη κατά την αντιστάθμιση και εξισορρόπηση από το Δικαστήριο του συνταγματικού δικαιώματος ακρόασης της εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου και της διασφάλισης ολοκλήρωσης μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος προς διασφάλιση του συνταγματικού δικαιώματος της ενάγουσας για εκδίκαση της αγωγής της εντός εύλογου χρόνου. [ 55 ] Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση προς έγκριση του αιτήματος της εναγομένης παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 56 ] Ασφαλώς, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιµης υπεράσπισης, προκειµένου να επιτύχει η αίτηση για παραµερισµό, απόφασης ληφθείσας ερήµην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαµβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάµει της Δ.17 θ.
- [ 57 ] Διευκρινίζεται πως δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ως πρός την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιµης υπεράσπισης. Δεν παύει όμως να επιβάλλεται η παράθεση θετικών γεγονότων µε τρόπο πειστικό. Η εναγόμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση επέλεξε, πέραν και από την παράθεση ισχυρισμών εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης της, να επισυνάψει και αντίγραφο της έκθεσης υπεράσπισης την οποία οι δικηγόροι της ετοίμασαν σε περίπτωση που θα της δοθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της στην αγωγή. Επιπλέον, στην ένορκη δήλωση της αναφέρεται συνοπτικά και χωρίς περιορισμό στις βάσεις υπεράσπισης της στο συγκεκριμένο τεκμήριο. [ 58 ] Είχα την ευκαιρία να εξετάσω αλλά και διασταυρώσω το περιεχόμενο του συγκεκριμένου προτεινόμενου δικογράφου με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας. Αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως όντως εγείρονται θέματα τα οποία χρήζουν διευκρίνισης σε σχέση με τις αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης αλλά και της βάσης επί της οποίας αυτές βασίζονται. [ 59 ] Δηλαδή, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι η παράθεση θετικών γεγονότων από την εναγόμενη µε τρόπο πειστικό ως πρός την ύπαρξη μίας εκ πρώτης όψεως καλόπιστης συζητήσιμης υπεράσπισης. Αναφέρω ορισμένα παραδείγματα πιο κάτω. Διευκρινίζω παράλληλα πως το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με τη νομική σημασία των συγκεκριμένων παραδειγμάτων καθώς αποκλειστικός σκοπός αυτής της παράθεσης είναι η αιτιολόγηση από το Δικαστήριο του συμπεράσματος του ως πρός την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλόπιστης συζητήσιμης υπεράσπισης. [ 60 ] Κατ΄ αρχάς η εναγόμενη αρνείται ότι παρέλαβε και δεσμεύτηκε από τους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς της Τράπεζας. Σημειωτέον πως τέτοιο έγγραφο δεν επισυνάπτεται είτε στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης είτε στην ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Αναφέρονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης ισχυρισμοί σε σχέση με τη χρέωση του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου σύμφωνα με τις εκάστοτε νομοθετικές, μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις. Ενώ όπως επισημαίνεται με την προτεινόμενη έκθεση υπεράσπισης, σε σχέση και με παρόμοια αναφορά στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης, τέτοιος όρος δεν υπάρχει στην επίδικη συμφωνία δανείου. Μάλιστα ο ισχυρισμός της ενάγουσας είναι πως ο όρος αυτός είναι ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας. Αξίζει να σημειωθεί πως στην επίδικη συμφωνία, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, εμπεριέχεται δήλωση πως ο πελάτης της τράπεζας έλαβε τους γενικούς όρους της τράπεζας ("General Terms and Conditions") οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου και τους οποίους αποδέχεται και συμφωνεί πως θα εφαρμόζονται και θα δεσμεύεται από αυτούς. Παράλληλα όμως αναφέρεται το εξής. Οτιδήποτε το οποίο εμπεριέχεται στην επίδικη συμφωνία δανείου και το οποίο είναι αντίθετο με τους γενικούς όρους σε σχέση με το επιτόκιο τότε σε αυτή την περίπτωση θα υπερισχύουν οι πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας δανείου. [ 61 ] Αρνείται επίσης και απορρίπτει η συγκεκριμένη έκθεση υπεράσπισης την ύπαρξη ρητού όρου στην επίδικη συμφωνία όπως αυτός περιγράφεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης. Ότι δηλαδή η ενάγουσα δικαιούται οποτεδήποτε δίχως προειδοποίηση προς την εναγόμενη να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσει, μεταξύ άλλων, απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο. Η πραγματικότητα είναι ότι όντως τέτοιος όρος δεν υπάρχει στην επίδικη συμφωνία. Πραγματικά η εντύπωση η οποία δημιουργείται σε σχέση τόσο με την παράγραφο 5 όσο και την παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης είναι ότι αυτές έχουν συμπεριληφθεί στην έκθεση απαίτησης υπό τυποποιημένη ενδεχομένως μορφή δίχως να λαμβάνεται υπόψη το ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Ενδεχομένως δηλαδή οι συγκεκριμένες αναφορές να έχουν σχέση με άλλο είδος συμφωνίας ή συμφωνίες οι οποίες να μην ανήκουν στην ίδια κατηγορία όπως η επίδικη συμφωνία στεγαστικού δανείου. [ 62 ] Βεβαίως με την άρνηση της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης απορρίπτονται και άλλες θέσεις της ενάγουσας ως αβάσιμες. Όπως η δυνατότητα χρέωσης τόκων υπερημερίας με αναφορά και ως πρός την ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας (παράγραφος 18 της προτεινόμενης έκθεση υπεράσπισης). Θέση η οποία ασφαλώς έχει σχέση και με το χρεωστικό υπόλοιπο για το οποίο θα μπορούσε να κριθεί μετά και από σχετική ακροαματική διαδικασία κατά πόσο ευσταθεί ή όχι η γενικότερη θέση της ενάγουσας ως πρός το ποσοστό του επιτοκίου το οποίο ζητείται. Εφόσον δηλαδή η ενάγουσα δεν αξιώνει ρητά με την αξίωση της τόκους υπερημερίας. Παραδείγματος χάριν, αναφέρεται στην παράγραφο 26 (α) της προτεινόμενης έκθεσης υπεράσπισης ότι το επιτόκιο ύψους 12% περιέχει χρεώσεις δυνάμει της ποινικής ρήτρας για τόκους υπερημερίας που είναι ανεφάρμοστη. [ 63 ] Γενικά υπάρχει αμφισβήτηση ως πρός τους τόκους με τους οποίους χρεωνόταν το επίδικο δάνειο. Η εναγόμενη έχει προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα ενώ προβάλει και ανάλογους ισχυρισμούς εντός της προτεινόμενης έκθεσης υπεράσπισης. Αμφισβητεί επίσης η εναγόμενη λήψη των επιστολών ημερομηνίας 1/8/2012 και 8/10/2012 βάσει των οποίων η ενάγουσα ισχυρίζεται τόσο ότι τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού του επίδικου δανείου (με την επιστολή ημερομηνίας 8/10/2012) όσο και ότι το επιτόκιο θα καθοριζόταν σε 12%. Παράλληλα παρατηρείται πως σύμφωνα και με το περιεχόμενο των συγκεκριμένων επιστολών (τεκμήρια Ε και Ζ στην ένορκη δήλωση για απόδειξη της αίτησης για απόφαση τα οποία αποτελούν μέρος του φακέλου της αγωγής) ουσιαστικά η ενάγουσα συμπλέκει δίχως οποιαδήποτε διάκριση, σε σχέση με το θέμα του επιτοκίου, τη λειτουργία δύο διαφορετικών λογαριασμών, δηλαδή του τρεχούμενου λογαριασμού και αυτού του δανείου. [ 64 ] Επιπλέον, σε σχέση και με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας προκύπτει άλλο ένα στοιχείο. Αν και η εναγόμενη με την προτεινόμενη έκθεση υπεράσπισης αποδέχεται ότι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 30/9/2013 από τους δικηγόρους της ενάγουσας παρατηρεί πως εντός αυτής δεν υπάρχει αναφορά είτε σε τερματισμό είτε σε παράβαση σύμβασης. Όντως με τη συγκεκριμένη επιστολή δίδεται και περιθώριο 10 ημερών για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού με επιτόκιο 12% από 25/9/2013, δηλαδή μετά και από την κατ΄ ισχυρισμό ημερομηνία τερματισμού σύμφωνα με την παράγραφο 14 της έκθεσης απαίτησης με επιστολή ημερομηνίας 8/10/2012 ενώ σύμφωνα και με την αξίωση ζητείται τόκος από την 25/9/
- [ 65 ] Θεωρώ πως το ερώτημα κατά πόσο έπαυσε ή δεν έπαυσε να ισχύει η επίδικη συμφωνία δανείου έχει σχέση και με το άρθρο 2Β (α) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμου του 2014 (Ν. 141(Ι)/2014). Υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά τόσο στον βασικό Νόμο όσο και στον τροποποιητικό αυτού Νόμο του 2014 στην παράγραφο 28 της προτεινόμενης έκθεσης υπεράσπισης. Προκύπτει βεβαίως ερώτημα κατά πόσο εφαρμόζονται ή όχι οι πρόνοιες της συγκεκριμένης τροποποίησης, ανεξάρτητα και από την καταχώρηση της αγωγής πρό της ψήφισης του συγκεκριμένου τροποποιητικού Νόμου, ενώ ασφαλώς δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου σε αυτή την απόφαση να καταλήξει επί του συγκεκριμένου θέματος δίχως πρώτα να δοθεί και η ευκαιρία στους διάδικους να προωθήσουν ανάλογα τις θέσεις τους σε σχετική ακροαματική διαδικασία. [ 66 ] Επιπλέον βεβαίως υπάρχουν και συγκεκριμένες αναφορές σε ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών (παραγράφοι 17 (β) και 18 της προτεινόμενης έκθεσης υπεράσπισης ενώ βεβαίως δίχως να απαιτείται η επίκληση της συγκεκριμένης νομοθεσίας σε ένα δικόγραφο το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του και τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου (Ν. 93(Ι)/1996). [ 67 ] Θεωρώ ότι, πέραν και των όσων παραδειγμάτων αναφέρονται πιο πάνω, δεν απαιτείται εξαντλητική ανάλυση των ισχυρισμών της προτεινόμενης έκθεσης υπεράσπισης αλλά μία σφαιρική αντίληψη του περιεχομένου της ιδιαίτερα δε σε αντιπαράθεση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης έτσι ώστε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως όντως η εναγόμενη αποκαλύπτει μία εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. Διατηρώντας υπόψη πως με αυτό το συμπέρασμα ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του προς όφελος της εναγομένης, κρίνω πως η αίτηση της εναγομένης θα πρέπει ως αποτέλεσμα να εγκριθεί ως δικαιολογημένη μετά και από ικανοποίηση των προϋποθέσεων τις οποίες θέτει η νομολογία μας. [ 68 ] Ως εκ τούτου σύμφωνα και με τη Δ.17 θ. 10 εκδίδεται, υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο κρίνει δίκαιους υπό τις περιστάσεις, διάταγμα παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/5/
- Σύμφωνα με αυτούς τους όρους το διάταγμα δεν θα ενεργοποιείται παρά μόνο μετά και από τη συμμόρφωση της εναγομένης σε σχέση με το διάταγμα πληρωμής των εξόδων όπως αυτό περιγράφεται πιο κάτω. [ 69 ] Σε αντίθετη περίπτωση το διάταγμα παραμερισμού θα ακυρώνεται αυτόματα και η απόφαση ημερομηνίας 8/5/2015 θα εξακολουθεί να ισχύει ως έχει. Νοείται βεβαίως πως η ενάγουσα στο μεσοδιάστημα δεν θα έχει οποιοδήποτε δικαίωμα προώθησης της εκτέλεσης της συγκεκριμένης απόφασης. [ 70 ] Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης και το θέμα των εξόδων γενικότερα αξίζει να σημειωθεί πως είναι λανθασμένη η εντύπωση της εναγομένης (παράγραφος 67 της ένορκης δήλωσης της) ότι το Δικαστήριο δεν επιδίκασε έξοδα για την αίτηση για απόφαση ερήμην ή ότι αυτό (το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν συνέβη) σημαίνει πως δεν προέκυψαν "περαιτέρω έξοδα" λόγω της μη εμφάνισης της. [ 71 ] Ως πρός τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και τα έξοδα τα οποία προέκυψαν, δηλαδή σπαταλήθηκαν (costs thrown away) λόγω της παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως από την εναγόμενη, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της, θεωρώ πως αυτά θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη και εγκριθούν από το Δικαστήριο (σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Έλλη Κ. Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α. Α. Δ. 1179 και η απόφαση της ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτικής Έφεσης Αρ. 233/2009, ημερομηνίας 24/1/2014, 1. Ανδρέας Γιάγκου κ. ά. ν. Λουκίας Φωτίου). [ 72 ] Συνεπώς εκδίδεται ανάλογο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα όπως αναφέρεται πιο πάνω ενώ προτού η εναγόμενη θα αποκτά το δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης θα πρέπει η ίδια να πληρώσει τα έξοδα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης από τους δικηγόρους της ενάγουσας προς τους δικηγόρους της εναγομένης του υπολογισμού των εξόδων από τον Πρωτοκολλήτη με επίδοση σχετικής επιστολής με την οποία θα καλούν την εναγόμενη όπως καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό εξόδων. Μετά και από αυτή την πληρωμή η εναγόμενη θα πρέπει να καταχωρήσει το σημείωμα εμφάνισης της εντός 10 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής των εξόδων. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο