Τάσος Στυλιανού ν. Eiad Fatouh κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 3176/2009, 27/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A206 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: - Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 3176/2009 Μεταξύ:- Τάσος Στυλιανού Ενάγοντα Και 1. Eiad Fatouh 2. Demstar Rentals
(2005)Ltd Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τρίτη 27η Σεπτεμβρίου 2016 Για τον Ενάγοντα :- κος. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου με κα. Κατερίνα Μενοίκου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Μενοίκου Για τον Εναγόμενο 1 :- κος. Περικλής Κωνσταντίνου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Νάντια Κόλιαρου Για την Εναγόμενη 2 :- κος. Γιώργος Α. Μηχανικός με κο. Ανδρέα Λάρδο Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Ανδρέας Λάρδος Ενδιάμεση Απόφαση Α. Εισαγωγή
- Σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης του και σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα, ή μέρος αυτής. Το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση εξετάζει ένσταση ως προς την κατάθεση γραπτής δήλωσης ως μέρος της κύριας εξέτασης μάρτυρα.
- Η προφορική κατάθεση του Μ. Υ. 3, Χαράλαμπου Δανού, ως μάρτυρας υπεράσπισης (στο εξής θα καλείται ο «μάρτυρας») για την εναγόμενη 2 εταιρεία (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») άρχισε με προφορικές απαντήσεις ενώ στη συνέχεια όταν ζητήθηκε από τον μάρτυρα να καταθέσει γραπτή δήλωση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 1 (ο οποίος διάδικος στο εξής θα καλείται ο «εναγόμενος») ήγειρε ένσταση ως προς την αποδεκτότητα του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης.
- Κυρίως η ένσταση του κου. Κωνσταντίνου βασιζόταν στη θέση του ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου δίχως όμως να περιορίζεται σε αυτό καθώς επεσήμανε και άλλα σημεία από τη γραπτή δήλωση τα οποία όπως εισηγήθηκε δεν θα πρέπει να επιτραπούν από το Δικαστήριο να παρεμείνουν εντός της γραπτής δήλωσης εάν αυτή θα κατατίθετο ως μέρος της κύριας εξέτασης του συγκεκριμένου μάρτυρα.
- Θεωρώ πως θα ήταν πιο πρακτικό να εξεταστούν πρώτα αυτά τα επιμέρους σημεία και στη συνέχεια το Δικαστήριο να επικεντρώσει την προσοχή του στο θέμα του δεδικασμένου. Β. Εξέταση Μεμονωμένων Σημείων Β.1 Προσωπική Γνώμη και Γνώση
- Το πρώτο σημείο προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 1 (α) της γραπτής δήλωσης. Αναφέρει συγκεκριμένα ο μάρτυρας πως ως γενικός διευθυντής της εναγομένης ως εκ της ιδιότητας του αυτής έχει «προσωπική γνώμη και γνώση» για τα όσα καταθέτει πιο κάτω εντός της γραπτής δήλωσης του.
- Η θέση του κου. Κωνσταντίνου επί αυτού του ισχυρισμού είναι ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η συμπερίληψη του εντός της γραπτής δήλωσης καθότι ο μάρτυρας δεν μπορεί να εκφράζει γνώμη στο Δικαστήριο αλλά ούτε και γνώση αλλά να καταθέτει μόνο γεγονότα.
- Θα συμφωνήσω με τον κο. Κωνσταντίνου ότι γενικά ένας μάρτυρας ο οποίος δεν καταθέτει ως εμπειρογνώμονας δεν μπορεί να αναφέρει τη γνώμη του στο Δικαστήριο. Η γνώμη ενός μάρτυρα είναι αδιάφορη για το Δικαστήριο καθώς ο ρόλος του όντως είναι να καταθέτει αναφορικά με γεγονότα και όχι να εκθέτει την άποψη ή ουσιαστικά τη γνώμη του επί οποιουδήποτε θέματος. Μαρτυρία γνώμης είναι αποδεκτή μόνο εάν αυτή προέρχεται από πραγματογνώμονες. Ουσιαστικά θα πρέπει η μαρτυρία ενός μη πραγματογνώμονα μάρτυρα να περιορίζεται στα όσα έχουν περιέλθει στην αντίληψη του και όχι στα δικά του συμπεράσματα[1].
- Ερωτήθηκε σχετικά ο κος. Κωνσταντίνου από το Δικαστήριο κατά πόσο δεν θα έπρεπε να γίνεται κάποια διάκριση μεταξύ γνώμης και γνώσης. Η απάντηση η οποία δόθηκε δεν ήταν και ιδιαίτερα σαφής καθώς αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην περιγραφή της γνώσης από τον μάρτυρα ως «προσωπική». Πραγματικά όμως δεν είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο η γνώση ενός μάρτυρα εάν όντως αυτή είναι προσωπική και όχι σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί στον ίδιο από κάποιο άλλο άτομο παρά ως «προσωπική». Επιπλέον βεβαίως ένας μάρτυρας ενδεχομένως να αναφέρεται και σε γνώση ως προσωπική έστω και εάν αυτή προέρχεται από τα όσα άλλα άτομα έχουν αναφέρει στον ίδιο. Βεβαίως, σύμφωνα και με το εδάφιο
(1)του άρθρου 24 του σχετικού Νόμου ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής.
- Επομένως, επί αυτού του θέματος η ένσταση δεν γίνεται δεκτή στο βαθμό στον οποίο η γνώση του μάρτυρα περιγράφεται ως «προσωπική».
- Αναφορικά με τη χρήση του ίδιου επιθέτου σε σχέση με τη «γνώμη» του μάρτυρα ο κος. Μηχανικός επιχειρηματολογώντας εισηγήθηκε πως η γνώση του μάρτυρα δημιουργεί και γνώμη προσθέτοντας πως το κατά πόσο είναι σωστή ή λανθασμένη η γνώμη ενός μάρτυρα ή είναι σχετική ή άσχετη με το αντικείμενο είναι καθαρά θέμα κρίσης του Δικαστηρίου. Ερωτήθηκε τότε από το Δικαστήριο εάν η εισήγηση του ήταν πως ένα Δικαστήριο θα πρέπει να ακούει τη γνώμη του οποιουδήποτε μάρτυρα. Απάντησε πως εάν έχει υποδομή η γνώμη αυτή από τη γνώση, τότε ναι, προσθέτοντας πως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο μάρτυρας υπό την ιδιότητα του ως γενικός διευθυντής της εναγομένης εταιρείας έχει «προσωπική», εννοώντας προφανώς, προσωπική γνώμη. Όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο εάν η εισήγηση του είναι ότι ο μάρτυρας έχει κάποια ειδικότητα αναφέρθηκε στην εμπειρική του γνώση των 20 τόσο χρόνων εργοδότησης του στην εναγόμενη εταιρεία και το χειρισμό εκατοντάδων ατυχημάτων κάθε χρόνο προσθέτοντας πως η εμπειρική αυτή γνώση τον οδηγεί σε εμπειρική γνώμη, η οποία εμπειρική του γνώση μπορεί να είναι λανθασμένη. Όμως, εισηγήθηκε, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει αυτή τη μαρτυρία, όπως και στη περίπτωση όπου ακούγονται δύο εξειδικευμένοι μάρτυρες, παραδείγματος χάριν, γιατροί ή άλλοι επιστήμονες και το Δικαστήριο θα πιστέψει τη γνώμη ενός εξ αυτών. Υπενθύμισε τότε το Δικαστήριο ότι τα παραδείγματα του αναφέρονται σε εμπειρογνώμονες και ο ίδιος συμφώνησε πως έχουν ειδικές γνώσεις. Ουσιαστικά η θέση του κου. Μηχανικού, όπως αυτή έγινε αντιληπτή από το Δικαστήριο με σχετική αναφορά του Δικαστηρίου, δίχως ο κος. Μηχανικός να διαφωνεί, είναι πως ο μάρτυρας της εναγομένης εταιρείας είναι κατά κάποιο τρόπο ειδικά εμπειρικός σαν γενικός διευθυντής της εναγομένης εταιρείας.
- Το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του αυτή τη θέση του κου. Μηχανικού και θεωρώ πως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο όντως ο συγκεκριμένος μάρτυρας να κατέχει κάποιου είδους εμπειρική γνώση αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του η οποία και να τον καθιστά ειδικό επί συγκεκριμένων θεμάτων. Όπως είναι «...σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ... η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό» (βλ. σχετικά την αναφορά της έντιμης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Παναγή Δ., στην απόφαση της Ποινικής Έφεσης αρ. 53/2011, ημερομηνίας 24/1/2013, Σιακόλα ν. Αστυνομίας με συγκεκριμένη παραπομπή στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α. Α. Δ. 984).
- Όμως υπενθυμίζω πως αυτό το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση είναι κατά πόσο ο συγκεκριμένος μάρτυρας έχει όντως δικαίωμα να εκφράζει τη γνώμη - ή ουσιαστικά το είδος γνώμης - η οποία εμπεριέχεται εντός της γραπτής δήλωσης την οποία η εναγόμενη επιθυμεί όπως κατατεθεί ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Συνεπώς η ένσταση επί αυτού του θέματος αναπόφευκτα θα πρέπει να εξεταστεί διατηρώντας υπόψη το ίδιο το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα, παράλληλα βεβαίως λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα ο ίδιος ανέφερε προηγουμένως προφορικά, έτσι ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο η οποιαδήποτε μαρτυρία γνώμης η οποία εμπεριέχεται εντός της γραπτής δήλωσης είναι δυνατό να καλύπτεται από την προτεινόμενη ειδικότητα του συγκεκριμένου μάρτυρα. Τονίζω το εξής · όπως αυτή η ειδικότητα προτείνεται ως υπαρκτή από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης εταιρείας σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Δηλαδή, έχοντας υπόψη πως η κατάθεση του μάρτυρα βρίσκεται σε ένα αρχικό στάδιο της, το Δικαστήριο δεν προτρέχει σε οποιαδήποτε τελική κρίση επί του θέματος αλλά περιορίζεται σε εξέταση της ένστασης αποκλειστικά σε σχέση με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης. Καθώς βεβαίως το αντικείμενο αυτής της απόφασης είναι η ένσταση η οποία έχει εγερθεί ως προς τη δυνατότητα υιοθέτησης της γραπτής δήλωσης ως μέρος της κύριας εξέτασης του μάρτυρα. Β.2 Υιοθέτηση των δικογράφων
- Ο κος. Κωνσταντίνου αναφέρθηκε επίσης και στην παράγραφο 1 (β) της γραπτής δήλωσης σύμφωνα με την οποία ο μάρτυρας υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στα δικόγραφα της εναγομένης. Δηλαδή, εντός της έκθεσης υπεράσπισης σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντα, ημερομηνίας 15/5/2012 και εντός της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης σε σχέση με την αξίωση του εναγομένου, ημερομηνίας 7/6/
- Υπενθυμίζω απλά πως λόγω και της ειδοποίησης προς συνεναγόμενο, ημερομηνίας 6/2/2013, η οποία είχε δοθεί από τον εναγόμενο προς την εναγόμενη, στη συνέχεια το Δικαστήριο εξέδωσε στις 22/3/2013 σχετικές οδηγίες για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων.
- Η ένσταση του κου. Κωνσταντίνου σε σχέση με αυτό το σημείο βασίζεται πρώτο, στη θέση ότι τα δικόγραφα δεν αποτελούν μαρτυρία και δεύτερο στο δεδομένο ότι τα δικόγραφα ετοιμάζονται από τους δικηγόρους και όχι από τους μάρτυρες. Ζητείται βάσει αυτού του μέρους της ένστασης η διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 1 (β) της γραπτής δήλωσης.
- Η θέση του κου. Μηχανικού επί αυτού του θέματος είναι πολύ απλή και λογική. Ότι δηλαδή η ετοιμασία των δικογράφων όντως γίνεται από τους δικηγόρους αλλά οι ίδιοι οι δικηγόροι δεν ξέρουν τι θα γράψουν εάν δεν τους τα πουν πρώτα οι πελάτες τους. Επομένως τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά στον δικηγόρο από τα όσα αναφέρονται σε αυτόν από τους πελάτες του. Συνεπώς, όπως ολοκληρώνει σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό το οποίο δηλώνεται από τον μάρτυρα ουσιαστικά είναι πως τα συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία ο ίδιος είπε και στη συνέχεια τα έγραψε ο δικηγόρος σήμερα έρχεται στο Δικαστήριο και τα υιοθετεί.
- Βεβαίως γενικά η υιοθέτηση του περιεχομένου ενός δικογράφου ενδεχομένως να εμπεριέχει κινδύνους καθότι με αυτό τον τρόπο δεν αποκλείεται η αόριστη και ακόμη και αντιφατική προβολή ισχυρισμών οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις τίθενται με παράλληλα συζευκτικό και διαζευκτικό τρόπο εντός του συγκεκριμένου δικογράφου.
- Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως στην έκταση στην οποία προβάλλονται ισχυρισμοί σε σχέση με γεγονότα αναφορικά με τα οποία ο συγκεκριμένος μάρτυρας θα μπορούσε να θεωρηθεί πως έχει και προσωπική γνώση βάσει της οποίας να είχε δώσει οδηγίες σε σχέση με την ετοιμασία των δικογράφων αυτοί δεν προβάλλονται με παράλληλα συζευκτικό και διαζευκτικό τρόπο. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τις υποπαραγράφους (α) έως και (ζ) της παραγράφου 4 της έκθεσης υπεράσπισης σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντα.
- Βεβαίως ο μάρτυρας με τη γραπτή δήλωση του δεν περιορίζει την υιοθέτηση του σε σχέση μόνο με ισχυρισμούς αναφορικά με τους οποίους ο ίδιος θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κατέχει και προσωπική γνώση. Παραδείγματος χάριν, με τη γενική αυτή υιοθέτηση καλύπτονται και οι λεπτομέρειες αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό αμέλεια του ενάγοντα αναφορικά με τις οποίες όχι μόνο δεν αναμένεται λογικά να είχε προσωπική γνώση αλλά επιπλέον οι περισσότερες από αυτές προβάλλονται με παράλληλα συζευκτικό και διαζευκτικό τρόπο. Ενώ σε σχέση με την έκθεση υπεράσπισης εναντίον της αξίωσης του εναγομένου παρατηρείται πως ελάχιστη πραγματικά είναι η χρήση οποιωνδήποτε παράλληλα συζευκτικών και διαζευκτικών συνδέσμων σε σχέση συγκεκριμένα με προβολή γεγονότων. Συνολικά υπάρχουν τρεις περιπτώσεις χρήσης τέτοιου συνδέσμου και μόνο η μία εκ των τριών έχει σχέση με την προβολή γεγονότων και όχι νομικής θέσης (συγκεκριμένα στην παράγραφο 8 (ε) της έκθεσης υπεράσπισης).
- Εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως με την υιοθέτηση και επανάληψη των όσων αναφέρονται εντός των δικογράφων της εναγομένης ουσιαστικά αυτό το οποίο υιοθετείται και επαναλαμβάνεται από τον μάρτυρα είναι σε γενικές γραμμές η εκδοχή της εναγομένης. Αναμφίβολα τόσο ο εναγόμενος όσο και ο ενάγων διατηρούν το δικαίωμα αντεξέτασης του μάρτυρα αναφορικά με αυτή την υιοθέτηση και επανάληψη βάσει και της οποίας θα μπορούν εάν κρίνουν αναγκαίο να αναφέρονται ευθέως και στο περιεχόμενο των δικογράφων της εναγομένης.
- Διατηρώντας υπόψη αυτά τα στοιχεία θεωρώ πως δεν επιτάσσεται όπως το Δικαστήριο απαγορεύσει την κατάθεση της γραπτής δήλωσης εάν δεν διαγραφεί πρώτα η υποπαράγραφος 1 (β). Κρίνεται δηλαδή πως αυτή η υποπαράγραφος μπορεί να παραμείνει ως έχει δίχως να θεωρείται ως ενστάσιμη η κατάθεση της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα γι΄ αυτό τον λόγο. Γ. Το Θέμα του Δεδικασμένου
- Κατ΄ αρχάς απλά διευκρινίζεται πως οι αναφορές σε ύπαρξη δεδικασμένου προκύπτουν εξαιτίας της απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 22/12/2011 στην αγωγή 7629/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και η οποία έχει ήδη κατατεθεί στις 28/6/2016 ως Τεκμήριο 52 (στο εξής θα καλείται η «υπάρχουσα απόφαση»).
- Η αναφορά του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα του δεδικασμένου αρχίζει όπως αυτό αρχικά είχε τεθεί από τον κο. Κωνσταντίνου με αναφορά στις παραγράφους 3 και 4 της γραπτής δήλωσης. Διατηρώντας παράλληλα υπόψη πως και η απάντηση του κου. Μηχανικού επί αυτού του σημείου αρχικά αποτέλεσε μέρος της θέσης του ως προς την ένσταση σε σχέση με την παράγραφο 1 (β) της γραπτής δήλωσης. Σε σχέση δηλαδή με την υιοθέτηση και επανάληψη του περιεχομένου των δικογράφων της εναγομένης. Η θέση του κου. Κωνσταντίνου σε σχέση με αυτές τις δύο παραγράφους είναι πως αυτό το οποίο ουσιαστικά επιδιώκεται είναι η επανεκδίκαση της αγωγής 7629/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Εύστοχα αναφέρθηκε ο κος. Μηχανικός στο εξής βασικό δεδομένο. Ουσιαστικά στην ύπαρξη των δικογράφων τα οποία έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των συνεναγομένων. Δεδομένο το οποίο αν και αρχικά χρησιμοποιήθηκε σε σχέση με το μέρος της ένστασης με το οποίο ζητήθηκε η διαγραφή των παραγράφων 3 και 4 της γραπτής δήλωσης, εν τέλει διαπιστώνεται να έχει ευρύτερη - ακόμη και καθολική - εμβέλεια ως προς τη σημασία του σε σχέση γενικότερα με το θέμα του δεδικασμένου. Μάλιστα, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη επιχειρηματολογία του κου. Μηχανικού, καλύπτει γενικότερα το θέμα του δεδικασμένου όπως αυτό τέθηκε με την ένσταση εναντίον της αποδοχής από το Δικαστήριο της γραπτής δήλωσης ως μέρος της κύριας εξέτασης του μάρτυρα.
- Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου, εντός της οποίας υπάρχει αναφορά στο ασφαλιστήριο έγγραφο. Επισημαίνοντας πως αυτό γίνεται και από τον μάρτυρα στην τελευταία πρόταση της παραγράφου 4 της γραπτής δήλωσης. Εισηγείται πως αυτή είναι η δική του «ερμηνεία» γι΄ αυτό που είναι δικογραφημένο.
- Βεβαίως αναφορικά με αυτό το σημείο το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως ο μάρτυρας προβάλει την οποιαδήποτε «ερμηνεία». Αντιθέτως αυτό το οποίο προβάλει είναι ένας ισχυρισμός σε σχέση με τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς μεταξύ των συνεναγομένων. Ο οποίος βεβαίως, σε περίπτωση κατά την οποία απορρίπτεται η ένσταση ως προς την αποδοχή του ως μέρος της γραπτής δήλωσης, θα υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του.
- Δεκτό και αυτό το οποίο προσθέτει ο κος. Μηχανικός. Ως προς το ότι η συγκεκριμένη αναφορά θα υπόκειται σε αντεξέταση. Αντεξέταση όχι ως προς το κατά πόσο είναι «λάθος» αυτή η ούτω καλούμενη «ερμηνεία» αλλά κατά πόσο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι αξιόπιστος ή όχι. Κατά πόσο δηλαδή το αυτοκίνητο «μεταφερόταν για την εργασία του ασφαλισμένου».
- Αναφέρεται επίσης ο κος. Μηχανικός και στην εισήγηση του κου. Κωνσταντίνου όπως διαγραφεί και η παράγραφος 3 της γραπτής δήλωσης. Πολύ εύστοχα και πάλι επισημαίνει πως στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου επίσης αναφέρεται πως ο εναγόμενος ήταν υπάλληλος της εταιρείας SPLS Trading Co Ltd. Ενώ βεβαίως με την υιοθέτηση εντός της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου της έκθεσης υπεράσπισης του εναντίον της αξίωσης του ενάγοντα ασφαλώς υιοθετείται και η θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το επίδικο όχημα. Ανεξάρτητα και από την αναφορά στον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου, θέμα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω.
- Γενικά εντός της επιχειρηματολογίας του κου. Κωνσταντίνου προβάλλονται διάφορα σημεία τα οποία όμως έχουν ως κοινή βάση το περιεχόμενο της υπάρχουσας απόφασης. Συνεπώς θεωρώ πως δεν είναι απαραίτητη η επανάληψη όλων αυτών των αναφορών καθώς περισσότερη σημασία έχει το σκεπτικό επί του οποίου ο κος. Κωνσταντίνου βασίζει την εισήγηση του ως προς τη διαγραφή διαφόρων μερών της γραπτής δήλωσης.
- Ένα απλό παράδειγμα είναι η αναφορά στην παράγραφο 3 της γραπτής δήλωσης στον αριθμό εγγραφής KLA930 αντί του αριθμού εγγραφής ZKLA930 σε συνάρτηση και με τα όσα αναφέρονται στα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υποπαράγραφο (ix) της παραγράφου 46 της υπάρχουσας απόφασης. Εισηγείται πως με αυτό τον τρόπο παρακάμπτεται η υπάρχουσα απόφαση η οποία εκδόθηκε σε δικαστική διαδικασία στην οποία η εταιρεία, την οποία ο μάρτυρας εκπροσωπεί, ήταν διάδικο μέρος και πως η προσπάθεια η οποία καταβάλλεται είναι αυτή της διαφοροποίησης των συμπερασμάτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 7629/
- Με παρόμοιο τρόπο αναφέρεται και σε άλλα παρόμοια παραδείγματα αντίθεσης της μαρτυρίας εντός της γραπτής δήλωσης με τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπάρχουσα απόφαση τα οποία αν και βεβαίως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο δεν κρίνεται αναγκαίο όπως αυτά επαναληφθούν εντός αυτής της απόφασης.
- Αξίζει να σημειωθεί πως κατά την αναφορά του κου. Κωνσταντίνου στην υπάρχουσα απόφαση σε σχέση με το καθεστώς οδήγησης του συγκεκριμένου αυτοκινήτου ανέφερε επίσης πως το θέμα αυτό είναι επίδικο θέμα και σε αυτή την αγωγή. Βεβαίως η αναφορά αυτή είχε σχέση με το επιχείρημα του ως προς το ότι δεν θα πρέπει ένα Δικαστήριο να εκδίδει μία συγκεκριμένη απόφαση και στη συνέχεια να έρχεται ένα άλλο Δικαστήριο, δικάζοντας τα ίδια επίδικα θέματα και να εκδίδει άλλη απόφαση. Όμως η αναφορά αυτή, δηλαδή ότι το καθεστώς οδήγησης είναι επίσης επίδικο θέμα και σε αυτή την αγωγή αναδεικνύει ουσιαστικά την κατάσταση στην οποία έχει οδηγηθεί σήμερα η διαδικασία εξαιτίας της καταχώρησης ειδοποίησης προς συνεναγόμενο από τον εναγόμενο και στη συνέχεια της ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, πως ασφαλώς και δεν προκαθορίζεται με αυτή την απόφαση στο σύνολο της η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο θα επιτρέψει στη συνέχεια στους διάδικους να παρουσιάσουν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Βασικό κριτήριο όμως ασφαλώς, όπως γενικά και σε κάθε άλλη περίπτωση, είναι τα ίδια τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα τα οποία έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των διαδίκων.
- Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως πραγματικά προκύπτουν διάφορα θέματα εξαιτίας τόσο της υπάρχουσας απόφασης όσο βεβαίως και της διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα μεταξύ των συνεναγομένων. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει διάφορα σημεία τα οποία προκύπτουν, διατηρώντας υπόψη την επιχειρηματολογία τόσο του κου. Κωνσταντίνου όσο και του κου. Μηχανικού. Αυτό το οποίο διαφαίνεται είναι ο κίνδυνος, εάν το Δικαστήριο υπεισέλθει με περισσότερη λεπτομέρεια τόσο στα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση όσο και στη νομική πτυχή τους, να δημιουργείται ουσιαστικά η εντύπωση είτε πως το Δικαστήριο προσφέρει καθοδήγηση ως προς την παρουσίαση τυς υπόθεσης της εναγομένης σε σχέση με την υπεράσπιση της εναντίον της απαίτησης του εναγομένου είτε πως ουσιαστικά προδικάζει θέματα τα οποία οι ίδιοι οι συνεναγόμενοι με τα δικόγραφα τους επέλεξαν όπως καθορίσουν ως επίδικα θέματα μεταξύ τους. Παραδείγματος χάριν, υπενθυμίζω πως ο ίδιος ο εναγόμενος καλεί το Δικαστήριο με την αξίωση του στην έκθεση απαίτησης του εναντίον της εναγομένης όπως εκδόσει απόφαση, μεταξύ άλλων, ότι η υπάρχουσα απόφαση αποτελεί δεδικασμένο.
- Παρεμπιπτόντως αξίζει να σημειωθεί πως οι θεραπείες την επιδίκαση των οποίων επιδιώκει ο εναγόμενος με την έκθεση απαίτησης του εναντίον της εναγομένης είναι διαφορετικές από αυτές τις οποίες έχει ήδη εξασφαλίσει η ασφαλιστική εταιρεία με την υπάρχουσα απόφαση. Μάλιστα με τη θεραπεία (Β) στην παράγραφο 23 της συγκεκριμένης έκθεσης απαίτησης αυτό το οποίο ζητείται είναι δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία, μεταξύ άλλων, να αναγνωρίζεται ουσιαστικά η δεσμευτικότητα της υπάρχουσας απόφασης. Συνεπώς θα ήταν λογικά αδύνατο η θεραπεία αυτή να είχε ζητηθεί με την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Ουσιαστικά ο ίδιος ο διάδικος ο οποίος καλεί το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την παρουσίαση μαρτυρίας υπό μορφή γραπτής δήλωσης - ή υποθέτω ακόμη και διαφορετικά - εξαιτίας ακριβώς της ύπαρξης δεδικασμένου θέτει το ίδιο ακριβώς θέμα ως επίδικο με την έκθεση απαίτησης του εναντίον της εναγομένης. Θέτοντας το πολύ απλά, υπάρχουν δικόγραφα τα οποία έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των συνεναγομένων και με τα οποία προβάλλονται ισχυρισμοί σε σχέση με τους οποίους ήδη ο εναγόμενος έχει παρουσιάσει σχετική μαρτυρία (όπως, παραδείγματος χάριν, το τεκμήριο 52, δηλαδή η υπάρχουσα απόφαση) και αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ως δεδομένο είναι η προσπάθεια η οποία καταβάλλεται πλέον όπως και η εναγόμενη παρουσιάσει τη δική της μαρτυρία επί των ίδιων θεμάτων. Η εκδοχή δηλαδή της εναγομένης αναφορικά με το ίδιο θέμα για το οποίο ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα παρουσίασης της δικής του εκδοχής όχι μόνο με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του εναντίον της εναγομένης αλλά και στη συνέχεια με την παρουσίαση μαρτυρίας σχετικής με τους ισχυρισμούς οι οποίοι εμπεριέχονται εντός αυτού του δικογράφου του.
- Καλεί ο κος. Κωνσταντίνου το Δικαστήριο να φανταστεί ποια θα είναι πλέον στο ευρύ κοινό η υπόληψη προς τα Δικαστήρια με αναφορά στον τρόπο με τον οποίο ο μάρτυρας προσπαθεί να επιχειρήσει να εισαγάγει μαρτυρία με τη γραπτή δήλωση καθώς, όπως εισηγείται, ουσιαστικά κρίνει και αποφασίζει όπως ξαναδικαστεί η υπόθεση η οποία για τους ίδιους αποτελεί δεδικασμένο. Βεβαίως αυτό το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη είναι πως ακόμη και κατά πόσο η υπάρχουσα απόφαση αποτελεί δεδικασμένο αποτελεί ένα από τα επίδικα θέματα στα δικόγραφα τα οποία έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των συνεναγομένων. Αυτός είναι και ο λόγος βάσει του οποίου ως μέρος της αξίωσης του εναγομένου εναντίον της εναγομένης επιδιώκεται ως θεραπεία και η έκδοση απόφασης αναφορικά με τη σημασία της υπάρχουσας απόφασης.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο εναγόμενος δεν επεδίωξε προηγουμένως με οποιοδήποτε άλλο διαθέσιμο δικονομικό τρόπο την αναγνώριση της σημασίας του δεδομένου είτε της υπάρχουσας απόφασης είτε της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της. Βάσει αυτής της σημασίας καλεί πλέον ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου το Δικαστήριο να αποκλείσει τη μαρτυρία την οποία η εναγόμενη προσπαθεί να παρουσιάσει. Δίχως όμως να είχε προηγηθεί η οποιαδήποτε διαδικασία διαγραφής από την έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης εναντίον της αξίωσης του εναγομένου.
- Τονίζεται πως η ενδιάμεση αυτή απόφαση έχει σχέση αποκλειστικά με το ερώτημα κατά πόσο θα επιτραπεί ή όχι η παρουσίαση συγκεκριμένης μαρτυρίας.
- Το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση του, δεν κρίνει κατά πόσο καλώς ή κακώς κρίθηκε αναγκαίο από τους δικηγόρους του εναγομένου όπως συμπεριληφθούν οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί εντός της έκθεσης απαίτησης του εναντίον της εναγομένης.
- Το ίδιο βεβαίως ισχύει και σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους οποίους η εναγόμενη προβάλει με το δικό της δικόγραφο. Το οποίο αποτελείται βεβαίως από τους δικούς της ισχυρισμούς και θέσεις σε σχέση με τα όσα εμπεριέχονται εντός του προαναφερομένου δικογράφου του εναγομένου.
- Ο σκοπός αυτής της απόφασης δεν είναι και ούτε και θα ήταν ορθό ή δίκαιο να θεωρηθεί πως θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει με οποιοδήποτε ανεπίτρεπτα προκριματικό τρόπο εξέταση από το Δικαστήριο των ισχυρισμών οι οποίοι εμπεριέχονται εντός των δικογράφων τα οποία έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των συνεναγομένων. Ούτε βεβαίως και θα ήταν ορθό με αυτή την απόφαση το Δικαστήριο να δημιουργούσε καν την εντύπωση ως προς την οποιαδήποτε κατάληξη του αναφορικά με τους ίδιους ισχυρισμούς.
- Εύλογα διερωτήθηκε ο κος. Μηχανικός, σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο κος. Κωνσταντίνου ως προς την προσπάθεια επανεκδίκασης της αγωγής της Λευκωσίας, γιατί τότε ο εναγόμενος δεν περιορίστηκε δίχως οτιδήποτε άλλο σε μία υπεράσπιση με την οποία απλώς να αναφερόταν πως είχε εκδοθεί η υπάρχουσα απόφαση. Απέρριψε τις θέσεις πως σκοπός της μαρτυρίας εντός της γραπτής δήλωσης είναι η προσβολή της Δικαστικής εξουσίας ή πως ο ίδιος ο μάρτυρας ενεργεί ως Εφετείο. Υπενθύμισε πως δίδεται πλέον η ευκαιρία στην εναγόμενη 2 να παρουσιάσει τα γεγονότα τονίζοντας πως ο μάρτυρας μπορεί να αναφερθεί στα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον αυτά αφορούν την παρούσα υπόθεση επισημαίνοντας πως αυτά αναφέρονται εντός των δικογράφων.
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω έχει ιδιαίτερη σημασία η αναφορά του κου. Μηχανικού στα δικόγραφα. Ως επίσης και η επισήμανση του σε σχέση με τους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης εναντίον της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου. Ότι δηλαδή η υπάρχουσα απόφαση ήδη υπήρχε όταν καταχωρήθηκε η έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης. Συνεπώς, εφόσον υπήρχε η θέση του εναγομένου ως προς την προσβολή της δικαιοσύνης και αμφισβήτηση των δικαστικών αποφάσεων η οποία πλέον προβαλλόταν με την ένσταση ως προς την αποδοχή της γραπτής δήλωσης, τότε γιατί δεν έγινε χρήση της διαδικασίας η οποία υπήρχε στη διάθεση του εναγομένου για να ζητήσει τη διαγραφή από το δικόγραφο της εναγομένης των οποιωνδήποτε παραγράφων το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προσβλητικό για τη δικαιοσύνη;
- Τόνισε δηλαδή με εμφατικό τρόπο το εξής απλό σκεπτικό με το οποίο το Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα. Έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμοί. Υπό μορφή δικογράφων βεβαίως. Βάσει αυτών των ισχυρισμών οφείλει το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία με αναφορά στα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα.
- Όντως διαπιστώνεται πως έχει ιδιαίτερη σημασία το δεδομένο πως ενώ ο εναγόμενος είχε στη διάθεση του συγκεκριμένο δικονομικό μηχανισμό (βλ. σχετικά τη Δ.19 θ. 26 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας) εντούτοις δεν επέλεξε να τον χρησιμοποιήσει παρά μόνο ανέμενε μέχρι και την ημερομηνία παρουσίασης μαρτυρίας βασισμένης επί ισχυρισμών υπαρκτών εντός του δικογράφου του αντιδίκου του, έτσι ώστε να επιδιώξει ουσιαστικά να πετύχει αυτό το οποίο δικονομικά θα μπορούσε να είχε διεκδικήσει προηγουμένως με την απαγόρευση ύπαρξης ισχυρισμών εντός του δικογράφου της εναγομένης και στη συνέχεια της εύλογα αναμενόμενης προσπάθειας στοιχειοθέτησης αυτών με την παρουσίαση μαρτυρίας. Καθώς βεβαίως αυτοί οι ισχυρισμοί δεν έχουν διαγραφεί από το δικόγραφο της εναγομένης.
- Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο έχει αρχίσει και συνεχίζει την εκδίκαση της αγωγής, της οποίας η διαδικασία μεταξύ των συνεναγομένων αποτελεί μέρος, έχοντας ως βάση τα δικονομικά δεδομένα τα οποία προϋπήρχαν της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Ουσιαστικά έχει διαμορφωθεί μία δικονομική βάση επί της οποίας αναπόφευκτα το Δικαστήριο εκδικάζει αυτή την αγωγή. Μία προσεχτική ανάλυση των όσων έχουν προηγηθεί σε σχέση με την πορεία της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία έναρξης αυτής της ακροαματικής διαδικασίας προκαλεί και άλλα ερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο η γενικότερη επίδικη διαφορά σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων προσκρούει ουσιαστικά και σε θέματα τα οποία αναδεικνύονται και από τη διαδικασία μεταξύ των συνεναγομένων. Ερωτήματα όμως τα οποία δεν είναι επί του παρόντος σε σχέση με το αντικείμενο αυτής της απόφασης.
- Όπως είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό έχοντας ως βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη γενικότερη θέση του κου. Κωνσταντίνου. Θέση η οποία εστιάζεται κυρίως στην ύπαρξη δεδικασμένου προς υποστήριξη της ένστασης του ως προς την αποδοχή της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Παραμένουν όμως ορισμένα σημεία τα οποία αν και πηγάζουν από τη θέση του εναγομένου ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου θεωρώ πως θα πρέπει να εξεταστούν ξεχωριστά από το Δικαστήριο έτσι ώστε σε σχέση με αυτά να καταλήξει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Τα σημεία αυτά βάσει και της επιχειρηματολογίας του κου. Κωνσταντίνου συνδέονται με συγκεκριμένες παραγράφους της γραπτής δήλωσης.
- Διευκρινίζω απλά πως τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την ύπαρξη καταφρόνησης από τον μάρτυρα προς την υπάρχουσα απόφαση ή ως προς την ύπαρξη προσπάθειας επανανοίγματος μίας υπόθεσης η οποία ήδη έχει εκδικαστεί, διατηρώντας υπόψη το σκεπτικό του Δικαστηρίου όπως αυτό παρατίθεται πιο πάνω, ασφαλώς δεν αποτελούν αποδεκτό λόγο έτσι ώστε να μην επιτραπεί η κατάθεση της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα ως μέρος της κύριας εξέτασης του ή, κατ΄ επέκταση, βάσιμη αιτία διαγραφής της οποιασδήποτε παραγράφου από τη γραπτή δήλωση του απλά και μόνο διότι οι ισχυρισμοί οι οποίοι εμπεριέχονται εντός αυτής έρχονται σε αντίθεση με τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπάρχουσα απόφαση. Παράλληλα αυτό δεν αποκλείει σε περίπτωση όχι προβολής ισχυρισμών αλλά έκφρασης γνώμης και τη δυνατότητα για το Δικαστήριο όντως να ζητήσει διαγραφή ορισμένων σημείων από τη γραπτή δήλωση του μάρτυρα έτσι ώστε αυτή να μπορεί να γίνει δεκτή ως μέρος της κύριας εξέτασης του.
- Παραδείγματος χάριν, ζητήθηκε με την έγερση της ένστασης η διαγραφή της παραγράφου 10 της γραπτής δήλωσης εντός της οποίας σαφώς προβάλλεται ισχυρισμός. Ο λόγος βεβαίως για τον οποίο ζητήθηκε η συγκεκριμένη διαγραφή είναι ότι ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπάρχουσα απόφαση. Όντως το να αναφέρει ο μάρτυρας πως το επίδικο αυτοκίνητο από την ασφάλιση του ως ιδιωτικό όχημα ουδέποτε προσφέρθηκε για ενοικίαση και έναντι αμοιβής και πως ουδέποτε προβλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως όχημα δημόσιας χρήσης έρχεται σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται ως συμπέρασμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην παράγραφο 47 της υπάρχουσας απόφασης. Ως προς το ότι δηλαδή βάσει της περισταστικής μαρτυρίας, ιδωμένης στο σύνολο της, το επίδικο αυτοκίνητο «...άλλαξε χρήση από όχημα ενοικίασης σε ιδιωτικό, μεταμφιέστηκε ξανά σε όχημα ενοικίασης και προσφέρετο παράνομα προς ενοικίαση ενώ ήταν ασφαλισμένο ως ιδιωτικό».
- Εντούτοις ο ισχυρισμός πως το επίδικο αυτοκίνητο από την ασφάλιση του ως ιδιωτικό όχημα ουδέποτε προσφέρθηκε για ενοικίαση και έναντι αμοιβής και πως ουδέποτε προβλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως όχημα δημόσιας χρήσης προβάλλεται και εντός της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης (παράγραφος 8 (γ)) εναντίον της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου. Παράγραφος της οποίας δεν ζητήθηκε από τον εναγόμενο η διαγραφή σύμφωνα και με τα όσα προνοούνται σχετικά από τη Δ.19 θ. 26 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ανεξάρτητα και από την απόρριψη της συγκεκριμένης παραγράφου με την Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγομένου.
- Επομένως, εφόσον οι διάδικοι, δηλαδή οι συνεναγόμενοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, επέλεξαν, εντός του πλαισίου της διαδικασίας μεταξύ τους, να προβάλουν συγκεκριμένους ισχυρισμούς εντός των δικογράφων τους οι οποίοι και παρέμειναν αναλλοίωτοι μέχρι και την ημερομηνία έναρξης της προφορικής κατάθεσης του μάρτυρα, τότε ποιος θα ήταν ο λόγος να μην επιτραπεί από το Δικαστήριο η παρουσίαση μαρτυρίας προς απόδειξη αυτών των ισχυρισμών;
- Όφειλε δικονομικά ο εναγόμενος να είχε αντιδράσει νωρίτερα, εάν πραγματικά είχε πρόθεση να προβάλει θέση ως προς την ύπαρξη καταφρόνησης σε περίπτωση παρουσίασης μαρτυρίας αναφορικά με την υπάρχουσα απόφαση ή, όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του, προς αποφυγή του ενδεχόμενου προσπάθειας επανανοίγματος μίας υπόθεσης η οποία ήδη έχει εκδικαστεί. Εφόσον δηλαδή οι ισχυρισμοί της εναγομένης έχουν αφεθεί ως είχαν προβληθεί εντός του δικογράφου της στη διαδικασία μεταξύ των συνεναγομένων, τότε πως θα αναμενόταν λογικά από το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την παρουσίαση μαρτυρίας προς στοιχειοθέτηση τους;
- Θεωρώ δηλαδή πως δεν ήταν αρκετό απλά να αναφερόταν εντός της Απάντησης στην Υπεράσπιση του εναγομένου πως οι ισχυρισμοί εντός της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης είναι επιπόλαιοι και ενοχλητικοί ή ότι η υπεράσπιση της εναγομένης είναι παράτυπη, ενοχλητική και επιπόλαιη ή ότι συνιστά «κατάχρηση των εξουσιών του Δικαστηρίου» ή της δικαιοδοσίας του καθότι εγείρει θέματα τα οποία έχουν ήδη αποφασισθεί τελεσίδικα.
- Εισηγείται επίσης ο κος. Κωνσταντίνου, πέραν και από την αντίθεση της μαρτυρίας με τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπάρχουσα απόφαση, πως με την παράγραφο 12 της γραπτής δήλωσης ο μάρτυρας εκφράζει απόψεις και επιχειρηματολογία. Βεβαίως θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η θέση του μάρτυρα ως προς την απουσία από τις πράξεις της εναγομένης δόλου και η θέση πως όλα έγιναν νομότυπα, ως έκφραση γνώμης. Εντούτοις τα όσα αναφέρονται εντός αυτών των θέσεων συνδέονται άρρηκτα με την προβολή συγκεκριμένου ισχυρισμού έτσι ώστε να μην κρίνεται αναγκαία η διαγραφή της πρώτης πρότασης της παραγράφου 12 καθώς ουσιαστικά η θέση του μάρτυρα ως προς το ότι όλα έγιναν νομότυπα πηγάζει ευθέως από ένα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένο το οποίο μάλιστα βασίζεται εν μέρει και στο περιεχόμενο της παραγράφου 31 της υπάρχουσας απόφασης.
- Αναφορικά με την παράγραφο 13 της γραπτής δήλωσης θεωρώ πως όντως υπάρχει μερική βασιμότητα στα όσα αναφέρει ο κος. Κωνσταντίνου. Ως προς το ότι δηλαδή ουσιαστικά η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι ότι ο μάρτυρας «δίκη Εφετείου», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κος. Κωνσταντίνου, ζητάει διόρθωση της υπάρχουσας απόφασης. Το Δικαστήριο όμως αντιμετωπίζει περισσότερο το όλο θέμα όπως τίθεται με τη διατύπωση της παραγράφου 13 της γραπτής δήλωσης ως μερικώς ανεπίτρεπτη έκφραση γνώμης επί νομικού σημείου.
- Διευκρινίζω πως η χρήση τόσο του επιρρήματος «εντελώς» όσο και των λέξεων τις οποίες προσδιορίζει, δηλαδή τις λέξεις «...αναληθής, αστήρικτη και αυθαίρετη» αποκαλύπτουν έκφραση γνώμης ως προς τη νομική ορθότητα ενός συγκεκριμένου σημείου από την υπάρχουσα απόφαση. Υπενθυμίζω πως σε αυτό το μέρος της υπάρχουσας απόφασης το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ουσιαστικά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προτού καταλήξει στα ευρήματα του.
- Όμως έστω και αυτή η παράθεση της μαρτυρίας απαιτεί την άσκηση δικαστικής κρίσης και επιλογής από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης της μαρτυρίας. Ως εκ τούτου για ένα μάρτυρα να ισχυρίζεται πως αυτή η παράθεση είναι εντελώς αναληθής, αστήρικτη και αυθαίρετη αναμφίβολα είναι έκφραση γνώμης όπως σε «δίκη Εφετείου» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κος. Κωνσταντίνου.
- Το ίδιο δεν ισχύει όμως σε σχέση με την περιγραφή συγκεκριμένης αναφοράς εντός της υπάρχουσας απόφασης ως «λανθασμένη». Όντως δεν αποκλείεται γενικά εντός μίας δικαστικής απόφασης να υπάρχει κάποιο λάθος. Αυτός είναι και ο λόγος της ύπαρξης της ειδικής πρόνοιας της Δ.25 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας.
- Επιπλέον, μία προσεχτική ανάγνωση της παραγράφου 32 της υπάρχουσας απόφασης αποκαλύπτει έστω και εκ πρώτης όψεως πως δεν αποκλείεται να υπάρχει όντως ένα τυπικό ουσιαστικά λάθος στη διατύπωση της συγκεκριμένης πρότασης. Δηλαδή, όντως δημιουργείται η εντύπωση πως δεν συνάδει η διαφωνία των δικηγόρων των εναγόντων με απάντηση του δικηγόρου των εναγομένων ότι το όχημα χρησιμοποιείτο για σκοπούς ενοικίασης. Εφόσον αυτή ήταν και μία από τις πιο βασικές θέσεις των δικηγόρων των εναγόντων στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Ενδεχομένως να έχει παραλειφθεί η χρήση της λέξης «δεν» μεταξύ των λέξεων «όχημα» και «χρησιμοποιείτο». Σημασία έχει το γεγονός πως ο μάρτυρας ισχυρίζεται πως είναι σε θέση να παρουσιάσει και σχετική επιστολή του δικηγόρου της εναγομένης ημερομηνίας 24/7/2009 επί του θέματος. Μάλιστα έαν εξεταστούν προσεχτικά οι ισχυρισμοί εντός της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου εναντίον της εναγομένης υπάρχει σχετικός ισχυρισμός στην παράγραφο 17 σε σχέση με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας με αυτή στην οποία αναφέρεται ο μάρτυρας στην παράγραφο 13 της γραπτής δήλωσης. Ο ισχυρισμός αυτός συνάδει ουσιαστικά με τα όσα σχετικά αναφέρει ο μάρτυρας εντός της παραγράφου 13 της γραπτής δήλωσης του. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου πως η εναγόμενη «...με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 24/7/09 απάντησε στην υπό ημερ. 1/7/09 επιστολή που πιο πάνω αναφέρεται, και μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε ότι το ρηθέν όχημα ουδέποτε προσφέρθηκε για ενοικίαση ή έναντι αμοιβής και ότι ουδέποτε προβλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω όχημα ως όχημα δημόσιας χρήσης».
- Ουσιαστικά με την προτεινόμενη μαρτυρία η εναγόμενη προσπαθεί να αποδείξει ισχυρισμό τον οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος προβάλει με το δικό του δικόγραφο. Διευκρινίζω βεβαίως πως ασφαλώς αυτό το Δικαστήριο δεν προτίθεται με οποιοδήποτε τρόπο να προβεί σε διόρθωση της παραγράφου 32 της υπάρχουσας απόφασης. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει έργο μόνο του ίδιου του Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την απόφαση. Εάν αυτό βεβαίως θα μπορούσε να είχε και οποιαδήποτε σημασία σε σχέση με την υπάρχουσα απόφαση.
- Η αναφορά του κου. Κωνσταντίνου στις παραγράφους 14 έως και 20 και περιγραφή του περιεχομένου τους ως σχολιασμός δεν ανατρέπει και σε αυτή την περίπτωση το γεγονός ότι και πάλι ο μάρτυρας αναφέρεται σε ορισμένα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην παράλειψη της εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και το αποτέλεσμα αυτής της παράλειψης. Ούτε και σε αυτή την περίπτωση κρίνεται αναγκαίο όπως το Δικαστήριο ζητήσει τη διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων από τη γραπτή δήλωση προτού αυτή γίνει δεκτή ως μέρος της κύριας εξέτασης του μάρτυρα.
- Εισηγήθηκε επίσης ο κος. Κωνσταντίνου πως τόσο η παράγραφος 21 όσο και η παράγραφος 22 αλλά και η δεύτερη πρόταση της παραγράφου 4 της γραπτής δήλωσης δεν δικογραφούνται και ως εκ τούτου ζητάει τη διαγραφή τους.
- Συγκεκριμένα σε σχέση με την παράγραφο 21 ερωτήθηκε από το Δικαστήριο κατά πόσο αυτή δεν δικογραφείται στα δικόγραφα τα οποία έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των συνεναγομένων και απάντησε θετικά. Όμως αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως ο ίδιος ο εναγόμενος με την έκθεση απαίτησης του και συγκεκριμένα στην παράγραφο 14 αναφέρεται σε επικοινωνία μεταξύ της εναγομένης και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Η δε ημερομηνία του εντύπου η οποία αναφέρεται εντός αυτής της παραγράφου (δηλαδή, 23/3/03) είναι εμφανώς λανθασμένη τουλάχιστον ως προς το έτος αυτής. Θεωρώ πως ο ίδιος ο εναγόμενος έχει ουσιαστικά εγείρει ως επίδικο θέμα κάποιας μορφής επικοινωνίας μεταξύ της εναγομένης και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Ως εκ τούτου η θέση για διαγραφή της παραγράφου 21 της γραπτής δήλωσης δεν γίνεται δεκτή.
- Αναφορικά με την παράγραφο 22 της γραπτής δήλωσης θα συμφωνήσω με τη θέση του κου. Μηχανικού πως το περιεχόμενο αυτής αφορά τον ενάγοντα ενώ σε συνδυασμό με τη θέση του δικηγόρου του ενάγοντα πως δεν έχει ένσταση σε οποιοδήποτε μέρος της γραπτής δήλωσης θεωρώ πως δεν θα ήταν ορθό αυτή να διαγραφεί επειδή δεν υπάρχει σχετική αναφορά εντός των δικογράφων της εναγομένης. Δηλαδή, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής είτε του Δικαστηρίου είτε των δικηγόρων των διαδίκων πως ο μάρτυρας δεν καταθέτει μόνο σε σχέση με τη διαδικασία μεταξύ των συνεναγομένων αλλά και αναφορικά με την αγωγή του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης. Εντούτοις σημειώνεται βεβαίως το γεγονός πως ο εναγόμενος ήγειρε ένσταση σε σχέση με το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου σε σχέση με τη διαδικασία μεταξύ των συνεναγομένων.
- Ως προς τη θέση ότι η δεύτερη πρόταση της παραγράφου 4 της γραπτής δήλωσης δεν δικογραφείται δεν θα συμφωνήσω με τον κο. Κωνσταντίνου καθότι υπάρχει σχετική αναφορά στην υποπαράγραφο (ε) της παραγράφου 8 της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης εναντίον της έκθεσης απαίτησης του εναγομένου, ως προς το σκοπό της μεταφοράς του επίδικου αυτοκινήτου σε χώρο της εταιρείας SPLS Trading Co Ltd για, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο και πώληση του. Συνεπώς εφόσον όντως υπάρχει αναφορά εντός του συγκεκριμένου δικογράφου σε έλεγχο και πώληση δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να κριθεί η αναφορά στις συνέπειες αυτού του ελέγχου, δηλαδή την επιδιόρθωση και στη συνέχεια στην πώληση του. Δ. Συμπέρασμα
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η ένσταση γίνεται δεκτή μόνο σε σχέση με τη διαγραφή των συγκεκριμένων λέξεων οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω από την παράγραφο 13 της γραπτής δήλωσης. Εάν ο μάρτυρας εξακολουθεί να επιθυμεί όπως υιοθετήσει τη γραπτή δήλωση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του με αυτή τη διαγραφή τότε αυτή μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως μέρος της κύριας εξέτασης του καθότι η ένσταση η οποία έχει εγερθεί από τον κο. Κωνσταντίνου δεν γίνεται δεκτή σε σχέση με τα υπόλοιπα σημεία τα οποία αναφέρονται στην ένσταση. Διαφορετικά η προφορική κατάθεση του μάρτυρα μπορεί να συνεχιστεί δίχως αυτή την κατάθεση.
- Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω και το εξής. Διατηρώντας υπόψη τη δυνατότητα η οποία παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο με το άρθρο 37 του σχετικού Νόμου, οσάκις το κρίνει αναγκαίο, να εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του σχετικού Νόμου και για τη ρύθμιση κάθε θέματος, το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού θεωρώ πως εάν όντως υπήρχαν τέτοιοι κανονισμοί θα μπορούσε να επιτευχθεί εξοικονόμηση χρόνου και αποφυγή καθυστέρησης στην ακροαματική διαδικασία.
- Παραδείγματος χάριν, εάν βάσει σχετικού κανονισμού, η γραπτή δήλωση ενός μάρτυρα να έπρεπε να επιδίδεται σε καθορισμένο χρονικό διάστημα προ της ακρόασης της αγωγής ενώ επιπλέον εάν ο οποιοσδήποτε διάδικος επιθυμούσε να εγείρει ένσταση στο περιεχόμενο της αυτό θα έπρεπε να γινόταν γραπτώς προ της ημερομηνίας της ακρόασης με δικαίωμα του διαδίκου ο οποίος παρουσιάζει τη συγκεκριμένη γραπτή δήλωση είτε να απαντήσει επίσης γραπτώς είτε να διαμορφώσει ανάλογα το περιεχόμενο της έτσι ώστε αυτό να συμμορφώνεται με την ένσταση στο βαθμό στον οποίο αυτή θα γινόταν δεκτή από τον ίδιο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετικά τη σελίδα 605 του συγγράμματος «Το Δίκαιο της Απόδειξης : Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Ηλιάδη και Σάντη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο