TECHNOCLIMO CO. LIMITED ν. D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1730/14, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1730/14 Μεταξύ: TECHNOCLIMO CO. LIMITED Ενάγουσα και D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LIMITED Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 06.04.2016 28.09.2016 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Η. Ηλιάδης Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ν. Μάντης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η καταχώρηση αίτησης τροποποίησης από μέρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας (στο εξής «Αιτήτρια») και η καταχώρηση στη συνέχεια ένστασης από μέρους της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «Καθ' ης η Αίτηση») αποτέλεσε την αφορμή για την έκδοση της παρούσας απόφασης. Πιο συγκεκριμένα η Αιτήτρια καταχώρησε στις 06.04.16 αίτηση με την οποία αιτείται άδεια για τη συμπερίληψη στην Έκθεση Απαίτησης του ποσοστού Φ.Π.Α που κατά τους ισχυρισμούς της δικαιούται να αξιώνει επί του διεκδικούμενου ποσού. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κωστάκη Κυριάκου, διευθυντή της Αιτήτριας. Σε αυτήν ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι εκ παραδρομής παρέλειψε να αναφέρει στο δικηγόρο της Αιτήτριας ότι στα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης δεν περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α εκ ποσοστού 19%. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Φ.Π.Α θα πρέπει να προστεθεί και στα δικηγορικά έξοδα αφού μετά την καταχώρηση της αγωγής ο δικηγόρος της Αιτήτριας ενεγράφη στον Φ.Π.Α. Η υπό κρίση αίτηση συνάντησε την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία με την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εγείρει συνολικά έντεκα λόγους ένστασης. Δεν κρίνεται σκόπιμη η παράθεση των λόγων ένστασης, οι οποίοι έχουν ασφαλώς μελετηθεί στο σύνολο τους και θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε αυτούς εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι δύο εκ των λόγων ένστασης είναι εκ προοιμίου αβάσιμοι και άσχετοι με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στους λόγους ένστασης υπ' αρ.3 και 4. Με τον λόγο ένστασης υπ' αρ.3 γίνεται λόγος για προσθήκη «..προκλητικών και/ή ερεθιστικών και/ή περιττών ισχυρισμών, οι οποίοι μοναδικό σκοπό έχουν να πλήξουν τον χαρακτήρα και το κύρος του καθ' ου η Αίτηση». Καταρχάς η Καθ' ης η Αίτηση είναι νομικό πρόσωπο και δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προβάλλεται ισχυρισμός περί πλήγματος στο χαρακτήρα της. Επιπρόσθετα, η προσθήκη ισχυρισμών προς τον σκοπό διεκδίκησης Φ.Π.Α, ασφαλώς δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προκλητικοί και/ή ερεθιστικοί. Όσον αφορά τώρα τον λόγο ένστασης υπ' αρ.4 και τον ισχυρισμό ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από τον δικηγόρο της Αιτήτριας, κρίνεται ως παντελώς ανυπόστατος αφού η ένορκη δήλωση, ως έχει ήδη αναφερθεί, υπογράφεται από τον διευθυντή της Αιτήτριας. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Διονύσιου Σταυρινού, ο οποίος προφανώς λανθασμένα αναφέρει ότι είναι ο Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική καθώς αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 03.04.15 και η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση ένα περίπου χρόνο μετά το κλείσιμο τους. Καταληκτικά ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες και δεν θα πρέπει να επιτραπούν. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας των Δικαστηρίων και έτυχε εκτεταμένης και βαθιάς αναλύσεως σε πάρα πολλές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι υποθέσεις Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R.24, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R.1, Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R.167, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρεται πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επίσης, στην υπόθεση Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πως η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση ωστόσο αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι άμεσα εμφανής. Παρά την προβολή έντεκα λόγων ένστασης από την Καθ' ης η Αίτηση, εντούτοις, από την ένορκη δήλωση του Διονύσιου Σταυρινού αλλά και την αγόρευση των συνηγόρων της, ως κυρίαρχος λόγος ένστασης αναδύεται η καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Ο παράγοντας καθυστέρηση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, χωρίς ωστόσο να αποτελεί το αποφασιστικό κριτήριο για την έγκριση αίτησης τροποποίησης. Σχετική με το θέμα της καθυστέρησης είναι η απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. Στην εν λόγω υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.01.1986 και η ακρόαση της ξεκίνησε δύο φορές αλλά δεν περατώθηκε διότι και στις δύο περιπτώσεις ο εκάστοτε Πρόεδρος του Πλήρους τότε Επαρχιακού Δικαστηρίου είχε διοριστεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μετά τη δεύτερη ματαίωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι εφεσείοντες καταχώρησαν στις 06.03.1998 αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και της απάντησης, η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, επέτρεψε μερικά την τροποποίηση αναφέροντας τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς μας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη.» Στην ίδια απόφαση γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700 στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace ...... It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Σημειώνεται ακόμη πως: «Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσίαν τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση.» Επίσης σχετικό με την καθυστέρηση που οφείλεται σε αβλεψία ή σε σφάλμα του αιτητή είναι το πιο κάτω αναφερόμενο απόσπασμα από τη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426: «Mένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. H σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Από τη νομολογία επομένως προκύπτει ότι η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και με τους υπόλοιπους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν θεωρώ ότι υπήρξε τέτοια υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία άνευ ετέρου οδηγεί σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Η αίτηση καταχωρήθηκε ένα περίπου χρόνο μετά την συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ασφαλώς κάποια καθυστέρηση θα προκύψει δεν είναι τέτοια ωστόσο που να εκτρέπει την ακρόαση έξω από τα πλαίσια της δίκαιης δίκης. Επιπρόσθετα δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να συνάγεται η ύπαρξη κακής πίστης από μέρους της Αιτήτριας. Εν πάση περιπτώσει οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι τυπικής σημασίας, δεν μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής της Αιτήτριας και δεν προκαλούν τέτοια αδικία ή βλάβη στην Καθ' ης η Αίτηση η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Δεν μπορεί επίσης να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι και η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση φέρει το δικό της μερίδιο ευθύνης για την όποια καθυστέρηση σημειωθεί, αφού με τη στάση της οδήγησε σε ακρόαση ένα απλό ζήτημα τροποποίησης που αφορά την επέκταση του αξιούμενου ποσού με την συμπερίληψη σε αυτό του ποσοστού Φ.Π.Α. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Κατά συνέπεια εκδίδονται διατάγματα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η υπό κρίση αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Η Αιτήτρια να ζητήσει σύνταξη του παρόντος διατάγματος το αργότερο μέχρι τις 30.09.16 και το διάταγμα να συνταχθεί το αργότερο μέχρι τις 07.10.16. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την παράδοση της και τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Όσον αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση ΧΑΤΖΗΓΕΡΟΥ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ (ΑΡ.1)
(2003)3 Α.Α.Δ
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αιτούμενη τροποποίηση αφορούσε ένα απλό ζήτημα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια εύλογα ευθύνεται για τα έξοδα της ακρόασης που επέφερε η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση. Κατά συνέπεια, ακολουθώντας την προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προαναφερόμενη υπόθεση, τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως επίσης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 22.11.2016 και ώρα 09:
- Όσον αφορά την αγωγή καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης Έκθεσης Απαίτησης - Καθυστέρηση- Έξοδα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο