ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Χριστάκης Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής: 3034/10, 19/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3034/10 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και Χριστάκης Θεοφάνους Εναγομένου Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα. Πιερή (για να ακούσει απόφαση κα. Παναγιώτου) Για τον Εναγόμενο: κα. Καρακώστα Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η τελευταία κατά ή περί τις 05.01.99 παραχώρησε στον Εναγόμενο δυνάμει γραπτής συμφωνίας τραπεζικές διευκολύνσεις με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού. Προς τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου ο λογαριασμός με αρ. 0662-11-004461 με όριο Λ.Κ.5.
- Μετά από οδηγίες και/ή κατόπιν αιτήσεως του Εναγόμενου, η Ενάγουσα με απόφαση της ημερομηνίας 31.08.04 επανέγκρινε την προαναφερόμενη τραπεζική διευκόλυνση αυξάνοντας το όριο από Λ.Κ.5.000 σε Λ.Κ.15.000 και υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων νένα συμφωνία ημερομηνίας 02.09.
- Ακολούθως και μετά από νέες οδηγίες και/ή αίτηση του Εναγόμενου, η Ενάγουσα με απόφαση της ημερομηνίας 19.04.05 ενέκρινε εκ νέου την παραχωρηθείσα τραπεζική διευκόλυνση αυξάνοντας το όριο του λογαριασμού στο ποσό των Λ.Κ.20.000 για την περίοδο μέχρι και τις 30.08.
- Λόγω της άρνησης και/ή της παράλειψης του Εναγόμενου να εκπληρώσεις τις συμβατικές του υποχρεώσεις, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 25.02.10 τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το υπόλοιπο του ενημερώνοντας τον παράλληλα ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας προς 5,25%. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα εναντίον του Εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των €9.896,52 πλέον τόκος προς 14,10% επί του ποσού των €9.808,16 από 23.07.10 με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αρνείται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης αμφισβητώντας τη νομική εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών υποστηρίζοντας ότι δεν υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι στο αξιούμενο ποσό υπάρχουν υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις και/ή χρεώσεις που δεν ήταν συμφωνημένες και/ή ανατοκισμοί και/ή κεφαλαιοποιήσεις τόκων κατά παράβαση της σχετικής συμφωνίας. Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε και/ή εστάληκε η επιστολή ημερομηνίας 25.02.10 και δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα παρείχε εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες και τον συμβούλευσε να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της πώλησης ακινήτων και να λάβει προς τον σκοπό αυτό πιστωτικές διευκολύνσεις με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά και απώλεια ίση με το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας. Καταληκτικά ο Εναγόμενος επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή παράνομες αξιώνει εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των €9.896,52 πλέον τόκος προς 14% επί του ποσού των €9.808,16 από 23.07.10 με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους ως ειδικές αποζημιώσεις. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε παρείχε συμβουλευτικές και/ή άλλες εξειδικευμένες υπηρεσίες και/ή έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο για τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά τέσσερεις μάρτυρες, δύο για την Ενάγουσα και δύο για τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν οι Ανδρόνικος Σταυρινού (ΜΕ1) και Κατερίνα Κονιώτη (ΜΕ2), ενώ για την Υπεράσπιση κατέθεσαν οι Λεόντιος Βρυωνίδης (ΜΥ1) και ο Εναγόμενος. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα τους δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση τους μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο τους μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση τους αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο τους μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά τους υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση τους μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία τους μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος τους κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Α), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτή ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως λειτουργός στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των Εναγόντων και στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται ο έλεγχος και η παρακολούθηση λογαριασμών που αποστέλλονται στο προαναφερόμενο Τμήμα μετά τον τερματισμό τους λειτουργίας τους. Μεταξύ των διαδίκων υπογράφηκε η συμφωνία ημερομηνίας 05.01.99 (Τεκμήριο 2) δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και ανοίχθηκε επ' ονόματι του ο λογαριασμός με αρ.0662-11-
- Ακολούθως, μετά από αίτηση του Εναγόμενου, η Ενάγουσα, με την απόφαση της υπ' αρ.1662 ημερομηνίας 31.08.04 (Τεκμήριο 3), επανέγκρινε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στον Εναγόμενο αυξάνοντας το πιστωτικό όριο από Λ.Κ.5.000 σε Λ.Κ.15.
- Παράλληλα στις 02.09.04 υπογράφηκε νέα συμφωνία σε σχέση με την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια και μετά από νέα αίτηση του Εναγόμενου, η Ενάγουσα με απόφαση της (αρ. απόφασης 3033 - Τεκμήριο 5) ημερομηνίας 19.04.05 επανέγκρινε τις προαναφερόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις αυξάνοντας ταυτόχρονα το πιστωτικό όριο από Λ.Κ.15.000 σε Λ.Κ.20.
- Λόγω της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγόμενου, η Ενάγουσα με επιστολή της προς αυτόν ημερομηνίας 25.02.10 (Τεκμήριο 6) τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει άμεσα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ενημερώνοντας τον ταυτόχρονα ότι το χρεωστικό υπόλοιπο θα επιβαρύνεται και με τόκο υπερημερίας προς 5,25%. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 συνοπτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού με αρ. 0662-11-004461 και ως Τεκμήριο 8 αναλυτική κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι χρεοπιστώσεις που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 8 καταχωρήθηκαν κατά τη συνήθη εκτέλεση των εργασιών της Ενάγουσας, έχουν ελεγχθεί και συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση όπως αυτές παρουσιάζονται στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας και είναι ορθές. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η Ενάγουσα διατηρεί τα τραπεζικά της βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή και στο σύστημα της φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις των πελατών της περιλαμβανομένων και εκείνων του Εναγόμενου. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας και βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της. Τέλος, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή από τον Εναγόμενο και το ποσό που ο τελευταίος οφείλει στην Ενάγουσα ανέρχεται στις €9.896,52 πλέον τόκους προς 14,10% επί του ποσού των €9.808,16 από 23.07.10 μέχρι εξοφλήσεως. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 είπε ότι στο Τεκμήριο 2 δεν αναγράφεται ότι το όριο του λογαριασμού ήταν Λ.Κ.5.000, αυτό ωστόσο καταγράφεται σε απόφαση της Ενάγουσας με αρ.448 ημερομηνίας 31.12.98 με την οποία εγκρίθηκε το αίτημα του Εναγόμενου για την παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Όσον αφορά τις αυξήσεις του ορίου αρχικά σε Λ.Κ.15.000 (Τεκμήριο 3) και στη συνέχεια σε Λ.Κ.20.000 (Τεκμήριο 5), ο ΜΕ1 είπε ότι οι αυξήσεις αυτές ήταν προσωρινές. Ο λόγος δε για τον οποίο στις 02.09.04 υπογράφηκε νέα συμφωνία (Τεκμήριο 4) ήταν διότι πέραν της προσωρινής αύξησης του ορίου διαφοροποιήθηκε ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου. Συγκεκριμένα από βασικό επιτόκιο που ήταν στο Τεκμήριο 2 μετατράπηκε σε κυμαινόμενο επιτόκιο με το Τεκμήριο
- Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου, ο ΜΕ1 ανέφερε τις διαφοροποιήσεις στα ποσοστά του επιτοκίου κατά την διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι και τον τερματισμό του και διευκρίνισε ότι το βασικό επιτόκιο που αναφέρεται στις συμφωνίες είναι το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας και όχι της Κεντρικής Τράπεζας. Για τις αλλαγές του επιτοκίου ο ΜΕ1 είπε ότι αποτελεί τακτική της Ενάγουσας όπως οι πελάτες ενημερώνονται είτε με δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο, είτε με ανάρτηση σχετικής ανακοίνωσης στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας και ορισμένες φορές μέσω των καταστάσεων λογαριασμού που αποστέλλονταν στους πελάτες. Όσον αφορά την αξίωση για επιδίκαση τόκου προς 14,10% ο ΜΕ1 είπε ότι το εν λόγω ποσοστό προκύπτει από το επιτόκιο που ίσχυε κατά τον χρόνο τερματισμού που ανερχόταν σε 8,85% πλέον 5,25% ως τόκος υπερημερίας. Αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας είπε ότι επιβάλλεται ως αποτρεπτικός παράγοντας για τυχόν υπερβάσεις των εγκεκριμένων ορίων και επίσης για το επιπλέον λειτουργικό κόστος που δημιουργείται στην Ενάγουσα για την παρακολούθηση των υπερβάσεων μέσω της αποστολής επιστολών, αλλά και τηλεφωνικών ειδοποιήσεων προς τους πελάτες προκειμένου να επαναφέρουν το λογαριασμό τους σε ομαλή λειτουργία. Ερωτηθείς αν για την επίδικη περίπτωση κινητοποιήθηκε ο πιο πάνω μηχανισμός, ο ΜΕ1 απάντησε ότι η πρακτική αυτή εφαρμόζεται πάντοτε, παραδέχθηκε ωστόσο ότι δεν είχε μαζί του οποιεσδήποτε επιστολές προς επιβεβαίωση των λεγομένων του. Στην πρακτική που ακολουθείτο από την Ενάγουσα παρέπεμψε ο ΜΕ1 και στο ζήτημα του διαιρέτη που χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό των τόκων. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 δήλωσε ότι χρησιμοποιείτο το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες αντί του ημερολογιακού που αποτελείται από 365 ημέρες. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ρωτήθηκε για διάφορες χρεώσεις που καταγράφονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 8). Συγκεκριμένα ρωτήθηκε για τις χρεώσεις με την περιγραφή Valuation ή VALF (έξοδα εκτίμησης), έξοδα υπερβάσεων, statement process fee (έξοδα εκτύπωσης και αποστολής κατάστασης λογαριασμού), επανέκδοσης κατάστασης, ATM switch fee, doc & arrang. Fees, Foreign cash adv. Fee, reissue fee, stamp duty direct debit, direct debit charges, FX advice. Ξεκινώντας από τις χρεώσεις με την περιγραφή statement process fee ο ΜΕ1 είπε ότι αυτή η χρέωση εμφανίζεται σε κάθε μηνιαία κατάσταση λογαριασμού με τα ποσά να κυμαίνονται από Λ.Κ.0,50 μέχρι Λ.Κ.2,
- Η εν λόγω χρέωση καθοριζόταν από καιρό εις καιρόν από την Ενάγουσα λαμβάνοντας υπόψη το κόστος για την εν λόγω διαδικασία σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Για τα έξοδα υπέρβασης τα οποία παρουσιάζονται σε διάφορες καταστάσεις του Τεκμηρίου 8 και τα οποία κυμαίνονται από Λ.Κ.5,00 μέχρι Λ.Κ.20,00, ο ΜΕ1 είπε ότι αφορούν χρήση του λογαριασμού πέραν του εγκεκριμένου ορίου και λαμβάνεται υπόψη το κόστος της Ενάγουσας και το ύψος της υπέρβασης. Για την χρέωση με την περιγραφή ATM switch fee που επίσης συναντάται αρκετές φορές στο Τεκμήριο 8, δήλωσε ότι σχετίζεται με την χρήση της κάρτας σε μηχανή ΑΤΜ άλλης τράπεζας. Τα έξοδα επανέκδοσης χρεώνονται όταν κάποιος πελάτης ζητήσει την επανέκδοση κατάστασης λογαριασμού παλαιότερης ημερομηνίας η οποία του είχε ήδη αποσταλεί, ενώ για τα doc & arrang. Fees είπε ότι αφορούν έξοδα ετοιμασίας και διευθέτησης εγγράφων. Ως προς τα έξοδα εκτίμησης (Valuation ή VALF) που εμφανίζονται στο Τεκμήριο 8 στις 04.01.00 για το ποσό των Λ.Κ.48,60 και στις 26.07.05 για το ποσό των Λ.Κ.103,50 είπε ότι είναι έξοδα εκτίμησης ακινήτου. Δεν ήταν σε θέση όμως να υποδείξει το ή τα ακίνητα που αφορούσαν οι εν λόγω εκτιμήσεις. Στην επισήμανση της κας. Καρακώστα ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει εξασφάλιση με υποθήκευση ακινήτου, ο ΜΕ1 απάντησε ότι σε περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτηση από υφιστάμενο πελάτη για νέες πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες απαιτείται υποθήκη, τότε, τα έξοδα εκτίμησης του υποψήφιου για υποθήκευση ακινήτου δύναται να χρεώνονται στον υφιστάμενο τρεχούμενο λογαριασμό. Όσον αφορά την χρέωση cash adv. Fee, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι η εν λόγω χρέωση γίνεται όταν χρησιμοποιηθεί η κάρτα στο εξωτερικό για ξένο νόμισμα, ενώ η χρέωση reissue fee συνήθως αφορά έξοδα για ετοιμασία εντολών που δίδει ο πελάτης στην Ενάγουσα. Κληθείς να κατονομάσει τις εντολές που έδωσε ο Εναγόμενος, ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να το πράξει λέγοντας ότι δεν έχει μαζί του στοιχεία. Περαιτέρω, στην απορία της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου για τα κριτήρια στη βάση των οποίων ορίστηκε στην προκείμενη περίπτωση η χρέωση στο ποσό των Λ.Κ.5,00 (βλ. ημερ.23.06.06 Τεκμήριο 8) ο ΜΕ1 είπε ότι χρησιμοποιούνται «κάποια κριτήρια» λαμβάνοντας πάντα υπόψη το κόστος της Ενάγουσας ανάλογα με την εποχή που γίνονται. Σε σχέση τώρα με τις χρεώσεις με τις περιγραφές stamp duty direct debit και direct debit charges, ο ΜΕ1 είπε ότι η πρώτη αφορά τη χαρτοσήμανση εντολής που έδωσε ο Εναγόμενος προς την Ενάγουσα και η δεύτερη αφορά έξοδα για την ετοιμασία και καταχώρηση εντολής του Εναγόμενου. Ο ΜΕ1 ωστόσο δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες της εντολής που έδωσε ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα και για την οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός με το ποσό των Λ.Κ.4,00 στις 02.10.
- Ο ΜΕ1 αρνήθηκε τις υποβολές της κας. Καρακώστα ότι οι προαναφερόμενες χρεώσεις δεν συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, είναι καταχρηστικές, καθώς και ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ενημερώθηκε για αυτές. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε στη συμφωνία - Τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2(γ) όπου γίνεται αναφορά σε ποσοστό προμήθειας και σε τραπεζικά δικαιώματα που δικαιούται να χρεώνει η Ενάγουσα. Όταν υποδείχθηκε στον ΜΕ1 από την κα. Καρακώστα ότι στο Τεκμήριο 2 δεν είναι συμπληρωμένα τα ποσοστά προμήθειας και τα τραπεζικά δικαιώματα, απάντησε ότι αυτό συνέβη διότι αφορά δικαιώματα που η Ενάγουσα θα εισέπραττε κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι για όλες τις χρεώσεις υπήρχαν κατάλογοι προμηθειών και χρεώσεων της Ενάγουσας οι οποίοι ήταν διαθέσιμοι σε όλους τους πελάτες και επιπρόσθετα υπήρχε πληροφόρηση μέσω της ιστοσελίδας της Ενάγουσας. Συμφώνησε ωστόσο με την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου ότι οι προαναφερόμενοι κατάλογοι δεν αποτελούσαν μέρος των συμφωνιών που υπογράφονταν με την Ενάγουσα. Επίσης σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν θυμόταν πότε δημιουργήθηκε η ιστοσελίδα της Ενάγουσας, ούτε κατά πόσο λειτουργούσε το
- Ο ΜΕ1 ρωτήθηκε και για τη χρέωση που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 8 στις 18.03.03 με την περιγραφή FX advice για το ποσό των Λ.Κ.598,98 λέγοντας ότι αφορά πράξη που έγινε από τον Εναγόμενο για ξένο συνάλλαγμα. Στην υποβολή της κας. Καρακώστα ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε έδωσε οδηγίες για διεκπεραίωση τέτοιας πράξης, ο ΜΕ1 επανέλαβε ότι η πράξη έγινε από τον Εναγόμενο δεν ήταν όμως σε θέση, καίτοι του ζητήθηκε, να παρουσιάσει παραστατικό της εν λόγω πράξης. Τέλος, στις υποβολές της κας. Καρακώστα ότι η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 6) ουδέποτε στάληκε, ούτε και παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο, ο ΜΕ1 είπε ότι η επιστολή στάληκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκε. Η ΜΕ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Β), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στη γραπτή δήλωση της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τον Δεκέμβριο του 1998 ασκούσε καθήκοντα λειτουργού δανείων στο υποκατάστημα της Ενάγουσας στη Λεωφ. Απ. Παύλου στην Κάτω Πάφο, όπου προσήλθε ο Εναγόμενος και υπέβαλε αίτημα για την παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Έλαβε τα στοιχεία του Εναγόμενου, προκειμένου να ετοιμάσει για λογαριασμό του τη σχετική αίτηση, και του εξήγησε τους όρους χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού. Επίσης τον πληροφόρησε για το υφιστάμενο επιτόκιο. Ακολούθως υπέβαλε την αίτηση με τα συνοδευτικά σχόλια της στο Διευθυντή του καταστήματος και εγκρίθηκε. Ο Εναγόμενος στις 05.01.99 προσήλθε στο κατάστημα της Ενάγουσας για να υπογράψει τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) η οποία είχε ετοιμαστεί από το Τμήμα Δανείων. Ήταν παρούσα όταν υπέγραψε το Τεκμήριο 2 ο Εναγόμενος και η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας επί του Τεκμηρίου
- Πριν θέσει την υπογραφή του ο Εναγόμενος, τού επεξήγησε όλους τους όρους της συμφωνίας και του την παρέδωσε για να την μελετήσει. Ο Εναγόμενος, αφού την μελέτησε, την διαβεβαίωσε ότι αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της και ότι συμφωνούσε με αυτήν και ακολούθως την υπέγραψε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι αρχές του 2000 μετακινήθηκε σε άλλο κατάστημα και είχε παραδώσει το χαρτοφυλάκιο της 2 - 3 μήνες πριν το τέλος του
- Η δική της ανάμειξη στα επίδικα γεγονότα αφορούσε τη λήψη του αιτήματος του Εναγόμενου και τη συνέντευξη του προκειμένου να ετοιμαστεί και να υποβληθεί η αίτηση του για παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.5.
- Η ΜΕ2 ανέφερε ότι εξήγησε στον Εναγόμενο τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την παραχώρηση ορίου, ότι δηλαδή θα πρέπει να γίνονται καταθέσεις και αναλήψεις από τον λογαριασμό και ότι δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το όριο που θα του χορηγηθεί. Επίσης τον πληροφόρησε για το επιτόκιο και τα έξοδα με τα οποία χρεώνονται λογαριασμοί αυτού του είδους. Η ΜΕ2 διαφώνησε με την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου ότι οι όροι του Τεκμηρίου 2 ήταν προτυπωμένοι και δεν επιδέχονταν διαπραγμάτευσης. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο λειτουργός που ετοιμάζει τη συμφωνία τη διαμορφώνει αναλόγως των δεδομένων του κάθε πελάτη έχοντας υπόψη του το σημείωμα που ετοιμάζεται από τον λειτουργό που έλαβε τη συνέντευξη του πελάτη. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή της κας. Καρακώστα ότι ο Εναγόμενος δεν διαβάζει, ούτε και γράφει ελληνικά, λέγοντας ότι στις συναντήσεις που είχε μαζί του μιλούσε άπταιστα ελληνικά, διάβασε τα έγγραφα που του είχαν δοθεί και δεν διαμαρτυρήθηκε ότι δεν αντιλαμβανόταν. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο Εναγόμενος έλαβε νομική συμβουλή πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, η ΜΕ2 απάντησε ότι ρωτήθηκε ο Εναγόμενος αν ήθελε να λάβει νομική συμβουλή και ο ίδιος είπε ότι είχε αντιληφθεί τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) και δεν χρειαζόταν νομική συμβουλή. Αναφορικά με τη χρέωση με την περιγραφή od interest που παρουσιάζεται κάθε 3ο, 6ο, 9ο και 12ο μήνα εκάστου έτους στις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 8, η ΜΕ2 είπε ότι είναι ο χρεωστικός τόκος ο οποίος σύμφωνα με την πολιτική που εφάρμοζε η Ενάγουσα χρεωνόταν κάθε τρεις μήνες. Στην ερώτηση της κας. Καρακώστα ποια η διαφορά μεταξύ του χρεωστικού τόκου και της κεφαλαιοποίησης η ΜΕ2 είπε ότι δεν γνωρίζει και συμφώνησε με τη συνήγορο ότι στο Τεκμήριο 2 δεν γίνεται αναφορά σε χρεωστικό τόκο ο οποίος θα χρεώνεται κάθε τρεις μήνες. Η ΜΕ2 ρωτήθηκε επίσης για τις χρεώσεις με την περιγραφή chq book ημερομηνίας 17.01.99 και 07.01.00 λέγοντας ότι αφορούν την παραχώρηση βιβλιαρίου επιταγών. Στην απορία της κας. Καρακώστα για ποιο λόγο υπάρχει διαφοροποίηση στο ποσό χρέωσης, αφού στις 17.01.99 ο λογαριασμός χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.3,00, ενώ στις 07.01.00 με το ποσό των Λ.Κ.5,00, η ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει παραπέμποντας στο κόστος της Ενάγουσας και την πολιτική που εφάρμοζε. Τέλος, η ΜΕ2 ρωτήθηκε για διάφορες χρεώσεις για τις οποίες ρωτήθηκε και ο ΜΕ1 και κατά πόσο οι χρεώσεις αυτές εμπίπτουν στην έννοια των τραπεζικών δικαιωμάτων και απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Από την όλη παρουσία των ΜΕ1 και 2 στο εδώλιο του μάρτυρα διέκρινα ότι οι τελευταίοι απαντούσαν χωρίς υπεκφυγές και δεν δίστασαν σε όσες περιπτώσεις δεν είχαν προσωπική γνώση να το δηλώσουν απερίφραστα παραπέμποντας στην τακτική που ακολουθούσε η Ενάγουσα σε παρόμοιες περιπτώσεις, διευκρινίζοντας όμως ότι μιλούν γενικά για το τι ισχύει και όχι εξειδικευμένα για την επίδικη περίπτωση. Γενικά θεωρώ ότι οι ΜΕ1 και 2 υπήρξαν ειλικρινείς και δεν επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ή να παραποιήσουν την πραγματικότητα. Όπως διεφάνη και κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους, αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση ήταν διάφορες χρεώσεις που εμφανίζονται επί της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 8) για τις οποίες αντεξετάστηκε κατά κόρον ο ΜΕ1 και σε μικρότερο βαθμό η ΜΕ
- Επίσης σημείο τριβής αποτέλεσε και το ύψος του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν κατά καιρούς ο λογαριασμός, αλλά και ο τρόπος υπολογισμού και χρέωσης του. Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του για τις χρεώσεις με τις περιγραφές Valuation ή VALF (έξοδα εκτίμησης), έξοδα υπερβάσεων, statement process fee (έξοδα εκτύπωσης και αποστολής κατάστασης λογαριασμού), επανέκδοσης κατάστασης, ATM switch fee, doc & arrang. Fees, Foreign cash adv. Fee, reissue fee, stamp duty direct debit, direct debit charges και FX advice. Για όλες τις πιο πάνω χρεώσεις ανέφερε το τι αφορά η κάθε μία και με βάση τα όσα είπε προκύπτει ότι οι εν λόγω χρεώσεις, με εξαίρεση τις χρεώσεις με την περιγραφή Valuation ή VALF (έξοδα εκτίμησης) και FX advice, εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τραπεζικών δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, η ΜΕ2 ρωτήθηκε για τη χρέωση με την περιγραφή chq book, η οποία επίσης εντάσσεται στη κατηγορία των τραπεζικών δικαιωμάτων αφού, όπως η ίδια ανάφερε, τα τραπεζικά δικαιώματα είναι χρεώσεις που αποφασίζει η Ενάγουσα να επιβάλει με βάση τις υπηρεσίες που προσφέρει. Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με τον τρόπο καθορισμού των χρεώσεων που εντάσσονται στην κατηγορία των τραπεζικών δικαιωμάτων, ο ΜΕ1 απάντησε παραπέμποντας στην τακτική που ακολουθούσε η Ενάγουσα σε σχέση με την επιβολή των πιο πάνω χρεώσεων αναλόγως του κόστους που είχε κάθε συγκεκριμένη περίοδο. Όσον δε αφορά την ενημέρωση προς τους πελάτες, είπε ότι κατά κανόνα αυτή γινόταν με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας και επίσης υπήρχαν διαθέσιμοι κατάλογοι στους οποίους καταγράφονταν οι προμήθειες και οι χρεώσεις της Ενάγουσας. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των προαναφερόμενων απαντήσεων είναι η γενικότητα και η αοριστία, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Είναι φανερό ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει για ποιο λόγο π.χ. χρεώνονταν έξοδα κατάστασης λογαριασμού κάθε μήνα τα οποία κάποτε καθορίζονταν στο ποσό των Λ.Κ.0,50 και άλλοτε στο ποσό των Λ.Κ.1,00 ή πώς καθοριζόταν η χρέωση για τα έξοδα υπερβάσεων και ποιο ήταν το κόστος της Ενάγουσας. Τα ίδια ισχύουν και για τη μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία επίσης δεν μπορούσε να εξηγήσει πως προέκυπτε το κόστος της Ενάγουσας για τη χορήγηση βιβλιαρίου επιταγών. Παρομοίως μετέωρος παρέμεινε ο ισχυρισμός του ΜΕ1 περί ενημέρωσης του Εναγόμενου για τις εν λόγω χρεώσεις, είτε μέσω της ιστοσελίδας, είτε μέσω καταλόγου προμηθειών και χρεώσεων της Ενάγουσας. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι πράγματι κατά τον επίδικο χρόνο έλαβε χώρα η ανάρτηση τέτοιας ανακοίνωσης στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας. Ομοίως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος ενημερώθηκε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο για τις εν λόγω χρεώσεις, ή ότι του παραδόθηκε ο κατάλογος προμηθειών και χρεώσεων. Επισημαίνεται ότι τα πιο πάνω έγγραφα δεν παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια, ενώ οι ΜΕ1 και 2 δεν θυμούνταν καν πότε δημιουργήθηκε η ιστοσελίδα της Ενάγουσας. Η θέση δε που εξέφρασαν οι ΜΕ1 και 2 ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείτο στην επιβολή των πιο πάνω χρεώσεων, μάλιστα ο ΜΕ1 παρέπεμψε και στον όρο 2(γ) των Τεκμηρίων 2 και 4, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθώς αποτελεί νομικό ζήτημα αφού άπτεται της νομοθεσίας και των συμβάσεων που υπέγραψαν οι διάδικοι η ερμηνεία των οποίων ανήκει στο Δικαστήριο. Αναφορικά τώρα με τις χρεώσεις Valuation ή VALF (έξοδα εκτίμησης) και FX advice οι οποίες αποτελούν «πραγματικά» έξοδα, ο ΜΕ1 αν και ρωτήθηκε σε σχέση με αυτές δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες των εν λόγω χρεώσεων. Για τη χρέωση μάλιστα με την περιγραφή FX advice, ο ΜΕ1 κλήθηκε να παρουσιάσει το σχετικό παραστατικό που επιβεβαιώνει την εκτέλεση της εν λόγω πράξης κατόπιν εντολών του Εναγόμενου, χωρίς ωστόσο να το πράξει είτε ο ίδιος, είτε άλλος μάρτυρας. Για τα δε έξοδα εκτίμησης είπε ότι προφανώς αφορούν την εκτίμηση κάποιου ακινήτου. Σύμφωνα ωστόσο με την προσκομισθείσα μαρτυρία, η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση δεν εξασφαλίζεται με οποιοδήποτε ακίνητο, ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος αιτήθηκε άλλης τραπεζικής διευκόλυνσης για την οποία απαιτείτο η υποθήκευση ακινήτου. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων η μαρτυρία του ΜΕ1 επί του συγκεκριμένου θέματος επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφ' ης στιγμής οι εν λόγω χρεώσεις αμφισβητήθηκαν, δεν παρουσιάστηκαν τα σχετικά παραστατικά και ο ΜΕ1 δεν είχε προσωπική γνώση για αυτές. Ένα άλλο σημείο το οποίο παρέμεινε αδιευκρίνιστο κατά τη μαρτυρία της ΜΕ2 είναι το ζήτημα της χρέωσης με την περιγραφή od interest. Ως ανέφερε η ΜΕ2 πρόκειται για τον χρεωστικό τόκο ο οποίος, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 8, χρεωνόταν κάθε 3ο, 6ο, 9ο και 12ο μήνα εκάστου έτους. Η ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει ποια η διαφοροποίηση μεταξύ της κεφαλαιοποίησης και του χρεωστικού τόκου και στην υποβολή ότι ο χρεωστικός τόκος είναι το ίδιο με την κεφαλαιοποίηση των τόκων απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 κρίνεται ως αξιόπιστη και αποδεκτή, με εξαίρεση όμως τα πιο πάνω αναφερόμενα σημεία επί των οποίων η μαρτυρία τους για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί δεν είναι αποδεκτή. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η μαρτυρία του ΜΥ1 υπήρξε τυπική, καθώς περιορίστηκε στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης του Εναγόμενου στην αγγλική και της μετάφρασης την οποία έκανε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήρια Γ1 και Γ2 αντίστοιχα). Ο ΜΥ1 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή. Ο Εναγόμενος υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του (Τεκμήριο Γ1) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ο Εναγόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι γεννήθηκε στην Αγγλία, όπου και φοίτησε σε αγγλικό σχολείο μέσης εκπαίδευσης. Εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το 1994 και κατά τον χρόνο εκείνο δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου ελληνικά. Μέχρι και σήμερα δεν μπορεί να γράψει και να διαβάσει ελληνικά. Η συνεργασία του με την Ενάγουσα ξεκίνησε το 1994, όταν άνοιξε τρεχούμενο λογαριασμό. Το ποσό του ορίου του λογαριασμού του το πρότεινε η Ενάγουσα και του ανακοινώθηκε και ο τόκος που ίσχυε την περίοδο εκείνη. Η συμφωνία ήταν προτυπωμένη και ο ίδιος ουδέποτε τη διάβασε, αλλά βασίστηκε στα λόγια της ΜΕ2 την οποία γνώριζε και εκτιμούσε. Ο λόγος που υπέγραψε τη συμφωνία ήταν η εμπιστοσύνη που είχε προς τη ΜΕ2 και τους άλλους λειτουργούς της Ενάγουσας στους οποίους βασίστηκε για την παροχή συμβουλών. Ο Εναγόμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 έντυπο της Ενάγουσας στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες. Στο αξιούμενο ποσό περιέχονται τόκοι και χρεώσεις που αντιβαίνουν τη νομοθεσία και δεν ήταν συμφωνημένοι. Ουδέποτε αποδέχθηκε τις χρεώσεις αυτές, ούτε και ενημερώθηκε για τις διαφοροποιήσεις του τόκου. Περαιτέρω ουδέποτε παρέλαβε, καθώς ουδέποτε στάληκε η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 25.02.10 (Τεκμήριο 6). Καταλήγοντας στη γραπτή δήλωση του ο Εναγόμενος αναφέρει ότι από τη χορήγηση των διευκολύνσεων υπέστη ζημιά και απώλεια ύψους €9.896,52 πλέον τόκους, ποσό το οποίο αξιώνει με την Ανταπαίτηση. Κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι η παράγραφος 12 της γραπτής δήλωσης του (Τεκμήρια Γ1 και Γ2) στην οποία δηλώνει ότι απλά ζήτησε τη λειτουργία του λογαριασμού και η Ενάγουσα τού πρότεινε το ποσό του ορίου και του ανακοίνωσε τον τόκο που ίσχυε, αναφέρεται σε άλλη συμφωνία τρεχούμενου του 1994 και όχι στην επίδικη. Την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση την ζήτησε ο ίδιος από την Ενάγουσα, δεν θυμόταν όμως το όριο που ζήτησε. Στη συνέχεια ωστόσο συμφώνησε με την υπόδειξη της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι το όριο που ζήτησε ήταν Λ.Κ.5.
- Επίσης συμφώνησε με τις υποβολές της κας. Πιερή ότι το επιτόκιο του λογαριασμού κατά την 05.01.99 ήταν 8% και ενημερώθηκε για αυτό. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι ο ίδιος ζήτησε και τις αυξήσεις του ορίου και αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 3 -
- Κατά τη διαδικασία της σύναψης της συμφωνίας δεν ζήτησε μεταφραστή, ούτε και πήρε ο ίδιος μεταφραστή, αλλά ζητούσε να του μεταφραστούν τα έγγραφα που του έδιδαν στην αγγλική. Ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι κάθε μήνα του αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού και στην απορία της κας. Πιερή για ποιο λόγο δεν διαμαρτυρήθηκε αφού διαφωνούσε με τις χρεώσεις, απάντησε ότι παραπονέθηκε αλλά υψηλά ιστάμενα πρόσωπα του είπαν ότι επειδή ο Νόμος δεν επέτρεπε στις τράπεζες να χρεώνουν πέραν ενός ορισμένου ορίου κατασκεύαζαν χρεώσεις που δεν υπήρχαν. Εν πάση περιπτώσει υπέβαλε παράπονα και ζήτησε να του εξηγηθεί η δομή των χρεώσεων, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Στην υποβολή της κας. Πιερή ότι του είχαν επεξηγηθεί και αποδέχθηκε τους όρους όλων των εγγράφων που υπέγραψε, απάντησε ότι οι λειτουργοί του εξηγούσαν μόνο εκείνα που οι ίδιοι θεωρούσαν σημαντικά. Τώρα όμως αντιλαμβάνεται ότι η Ενάγουσα δεν ήταν αξιόπιστο τραπεζικό ίδρυμα και δεν είχε αξιοπρέπεια, ενώ οι υπάλληλοι της ενδιαφέρονταν απλώς να προωθήσουν τις θέσεις της Ενάγουσας. Σε σχετική ερώτηση ο Εναγόμενος είπε ότι δεν τερμάτισε τον λογαριασμό διότι έπρεπε να έλθει σε συμφωνία με την Ενάγουσα για το υπόλοιπο του λογαριασμού, πράγμα όμως που δεν κατέστη δυνατό. Τέλος, ανέφερε ότι συνειδητοποίησε το πρόβλημα με τις χρεώσεις όταν πέρασαν αρκετά χρόνια από την έναρξη λειτουργίας του λογαριασμού και είχαν ήδη αυξηθεί τα πόσα. Η μαρτυρία του Εναγόμενου διακατεχόταν από υπερβολές στην προσπάθεια του να πείσει ότι υπήρξε θύμα της ισχυριζόμενης εμπιστοσύνης που έδειξε στην Ενάγουσα και συγκεκριμένα στη ΜΕ2 και σε άλλους λειτουργούς τους οποίους ωστόσο δεν κατονόμασε. Στη θέση του αυτή όμως δεν μπορεί να αποδοθεί η παραμικρή βαρύτητα, καθώς αυτή η βασική γραμμή υπεράσπισης δεν τέθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων και δη στη ΜΕ
- Στους ΜΕ 1 και 2 τέθηκε απλώς η θέση ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε να διαβάζει ελληνικά και δεν προωθήθηκε η θέση ότι υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης με τη ΜΕ2 ή άλλους λειτουργούς της Ενάγουσας, στις διαβεβαιώσεις των οποίων δήθεν στηρίχθηκε για να υπογράψει τα Τεκμήρια 2 -
- Συνεπώς οι ΜΕ 1 και 2 δεν είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν επί των ουσιαστικών αυτών ισχυρισμών του Εναγόμενου (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551). Από την άλλη, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και μέχρι σήμερα δεν μπορεί να γράψει και να διαβάσει ελληνικά παρουσιάζει σοβαρή ανακολουθία. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις υπέγραψε ένορκη δήλωση συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 22.01.13, καθώς και στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.11.15 που υποστήριξε την ένσταση του στην αίτηση τροποποίησης της Ενάγουσας και επισημαίνω ότι και στις δύο περιπτώσεις εκπροσωπείτο από δικηγόρο. Στην τελευταία μάλιστα ένορκη δήλωση ρητά αναφέρει ότι ανέγνωσε το περιεχόμενο της αίτησης τροποποίησης και της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης με το οποίο διαφώνησε. Επομένως, μόνο ως αναξιόπιστος μπορεί να χαρακτηρισθεί ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορεί να γράψει και να διαβάσει ελληνικά και ως μία όψιμη αιτιολογία στην προσπάθεια του να υποστηρίξει ότι δεν αντιλαμβανόταν τι υπέγραφε. Αντίφαση επίσης εντοπίζεται μεταξύ της κυρίως εξέτασης του και της αντεξέτασης σε σχέση με την παραχώρηση ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό, γεγονός που τον ανάγκασε να αναδιπλωθεί στην αντεξέταση λέγοντας ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 12 της γραπτής δήλωσης (Τεκμήρια Γ1 και Γ2, για το οποίο γίνεται λόγος πιο πάνω) αφορούν τον προγενέστερο λογαριασμό του
- Η θέση του αυτή όμως δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του στην οποία δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ της συμφωνίας του 1994 και των επίδικων. Αυτό το οποίο διαπιστώνει κανείς μελετώντας τη γραπτή δήλωση είναι ότι οι αναφορές του Εναγόμενου αφορούν και τους δύο λογαριασμούς σε μία προσπάθεια του να τονίσει τη δόλια συμπεριφορά της Ενάγουσας. Η προσπάθεια του αυτή όμως παρέμεινε γράμμα κενό καθώς, πέραν της προαναφερόμενης αναδίπλωσης του, συμφώνησε στην αντεξέταση του ότι ο ίδιος ζήτησε την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση και την παραχώρηση ορίου, αλλά και τις προσωρινές αυξήσεις του ορίου αναγνωρίζοντας συναφώς και τις υπογραφές του επί των Τεκμηρίων 2-
- Δεν ήταν επίσης πειστική η θέση του Εναγόμενου ότι διαμαρτυρήθηκε και υπέβαλε παράπονα για τις χρεώσεις με τις οποίες επιβαρυνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε το παραμικρό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του, ούτε και ανέφερε πότε, σε ποιόν και πώς υπέβαλε τα παράπονα του. Αναφορικά με την αξίωση του για το ποσό των €9.896,52 πλέον τόκους, παρατηρώ ότι παρέμεινε στο επίπεδο απλού ισχυρισμού αφού ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς υποστήριξη της ανταπαίτησης. Κανένα στοιχείο και καμία εξήγηση δεν δόθηκε που να αιτιολογεί την ισχυριζόμενη ζημιά του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος ουσιαστικά ανταπαιτεί το ποσό που αρνείται ότι οφείλει στην Ενάγουσα. Η άρνηση ωστόσο της απαίτησης της Ενάγουσας δεν εξυπακούει και την έκδοση απόφασης εναντίον της για το εν λόγω ποσό. Ως εκ των ανωτέρω ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου, η οποία κρίνεται ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Εναγόμενος αιτήθηκε την παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο Λ.Κ.5.
- Προς τον σκοπό αυτό οι διάδικοι υπέγραψαν τη συμφωνία ημερομηνίας 05.01.99 δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση, η οποία χρεωνόταν με τόκο προς 8% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων. Ταυτόχρονα ανοίχθηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου ο λογαριασμός με αρ. 0662-11-
- Ακολούθως, ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτημα για παραχώρηση προσωρινής αύξησης του ορίου του λογαριασμού από Λ.Κ.5.000 σε Λ.Κ.15.000 μέχρι τις 30.11.
- Το σχετικό αίτημα εγκρίθηκε με την απόφαση της Ενάγουσας με αρ.1662 ημερομηνίας 31.08.04, την οποία αποδέχθηκε και υπέγραψε ο Εναγόμενος. Παράλληλα, στις 02.09.04 υπογράφηκε νέα συμφωνία για τη συνέχιση της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, δυνάμει της οποίας καθορίστηκε ότι ο υπολογισμός του τόκου θα γίνεται στη βάση κυμαινόμενου επιτοκίου το οποίο θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Ενάγουσα βασικό επιτόκιο πλέον περιθώριο. Συγκεκριμένα το σύνολο του τόκου καθορίστηκε σε 9,10% ετησίως, ήτοι βασικό επιτόκιο 5,50% πλέον περιθώριο προς 3,6%. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος υπέβαλε νέο αίτημα για προσωρινή αύξηση του ορίου του επίδικου λογαριασμού από Λ.Κ.5.000 σε Λ.Κ.20.000 μέχρι τις 30.08.
- Η Ενάγουσα με την απόφαση της με αρ. 3033 ημερομηνίας 19.04.05 ενέκρινε το προαναφερόμενο αίτημα. Ταυτόχρονα το σύνολο του τόκου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός καθορίστηκε σε 8,85%, αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο προς 5,25% πλέον περιθώριο προς 3,60%. Επίσης στην εν λόγω απόφαση υπήρχε πρόνοια ότι οι σχέσεις των διαδίκων θα διέπονται από τους όρους της συμφωνίας που υπογράφηκε. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε την απόφαση της Ενάγουσας θέτοντας την υπογραφή του επ' αυτής στις 20.04.
- Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 25.02.10, η οποία στάληκε στον Εναγόμενο, τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ενημερώνοντας ταυτόχρονα τον Εναγόμενο ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας προς 5,25%. Συμπεράσματα Λαμβάνοντας υπόψη μου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, αλλά και την προσαχθείσα μαρτυρία τα επίδικα θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι τα ακόλουθα:
- Η σύναψη έγκυρων συμφωνιών για την παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης.
- Ο τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού.
- Η απόδειξη του ύψους του διεκδικούμενου ποσού. Τα πιο πάνω αφορούν ασφαλώς τα επίδικα θέματα στη βάση της απαίτησης της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος, ως ήδη αναφέρθηκε, προβάλλει ανταπαίτηση με την οποία ουσιαστικά αξιώνει το ποσό που διεκδικεί η Ενάγουσα. Για την ανταπαίτηση ωστόσο θα γίνει ιδιαίτερος λόγος πιο κάτω. Στη βάση επομένως της μαρτυρίας που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη και των ευρημάτων, θα εξετάσω στη συνέχεια τα επίδικα θέματα. Σύναψη έγκυρων συμφωνιών Οι συμφωνίες ημερομηνίας 05.01.99 και 02.09.04 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 και 4 και ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ότι τις υπέγραψε. Τα ίδια ισχύουν και για τις αποφάσεις της Ενάγουσας με τις οποίες παραχωρήθηκε, μεταξύ άλλων, προσωρινή αύξηση στο όριο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Η αναφορά του Εναγόμενου ότι δεν γνώριζε να διαβάζει ελληνικά και ότι ωθήθηκε στην υπογραφή των συμφωνιών διότι εμπιστεύτηκε τη ΜΕ2, έχει κριθεί ως αναξιόπιστη για τους λόγους που επεξηγούνται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Αντιθέτως, η μαρτυρία της ΜΕ2 κρίθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Κενή περιεχομένου παρέμεινε επίσης η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι οι όροι επί των συμφωνιών ήταν προτυπωμένοι και δεν επιδέχονταν διαπραγμάτευσης. Όπως η ΜΕ2 ανέφερε οι όροι ετοιμάστηκαν στη βάση του αιτήματος του Εναγόμενου για την παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Στα πλαίσια αυτής της ενότητας, η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου επικαλείται στην τελική της αγόρευση τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο (Ν.93(Ι)/96), ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, καθώς και την Οδηγία 93/
- Η εισήγηση της κας. Καρακώστα όμως παρέμεινε γενική, καθώς δεν διευκρινίζει ποιοί όροι των Τεκμηρίων 2 και 4 είναι καταχρηστικοί. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι και επί της ουσίας η εν λόγω εισήγηση θα πρέπει να αποτύχει. Στην υπόθεση Karsler, C-26/13 ημερ. 30.4.2014 αναφέρθηκαν τα εξής: «Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε υποδεέστερη κατάσταση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το περιεχόμενό τους. Λαμβάνοντας υπόψη την υποδεέστερη αυτή θέση, η οδηγία 93/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό, στον εθνικό δικαστή απόκειται να διαπιστώσει αν, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 93/13, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία (βλ., επ' αυτού, αποφάσεις Invitel, C‑472/10, EU:C:2012:242, σκέψη 22, και RWEVertrieb, C‑92/11, EU:C:2013:180, σκέψεις 42 έως 48).» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι είναι στον Εθνικό Δικαστή που εναπόκειται να κρίνει αν η ρήτρα πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία. Στην προκείμενη περίπτωση, ως ο Εναγόμενος παραδέχθηκε, ο ίδιος ζήτησε την παραχώρηση του ορίου των Λ.Κ.5.000 και συμφώνησε με τον τόκο για το ύψος του οποίου γνώριζε πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Επισημαίνεται ότι το ποσοστό τόκου προς 8% ήταν εντός των πλαισίων της ισχύουσας τότε νομοθεσίας. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι αιτήθηκε τις προσωρινές αυξήσεις στο όριο του επίδικου λογαριασμού. Δεν διαπιστώνεται επομένως οποιαδήποτε παραβίαση της απαίτησης για ύπαρξη καλής πίστης, ισορροπίας και διαφάνειας. Τέλος, σημειώνω ότι όσον αφορά τους όρους για την χρέωση τόκου στον επίδικο λογαριασμό είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. Τερματισμός της συμφωνίας Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 1466). Σχετικός είναι και ο όρος 4 του Τεκμηρίου 4, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη Τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα χρεώσεις ή δαπάνες. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να χρεώνει τον πελάτη με οποιαδήποτε ποσά που οφείλονται και πρέπει να πληρωθούν από τον πελάτη ως εκδότης, οπισθογράφος, αποδέκτης ή εγγυητής συναλλαγματικής ή γραμματίου κάθε μορφής που δεν πληρώθηκε κατάλληλα κατά την λήξη της/του καθώς επίσης και με κάθε οφειλόμενο και πληρωτέο ποσό από τον πελάτη από οποιαδήποτε άλλη αιτία». Στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης ο Εναγόμενος αρνείται ότι η Ενάγουσα νομότυπα κατέστησε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό και/ή ότι ζήτησε την εξόφληση του τερματίζοντας τις συμφωνίες. Κατά την αντεξέταση δε του ΜΕ1, αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν η αποστολή και η λήψη από τον Εναγόμενο της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 25.02.10 (Τεκμήριο 6). Όπως προκύπτει από τη Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (ανωτέρω), αλλά και τον όρο 4 της συμφωνίας, αυτό το οποίο χρειάζεται για να καταστεί απαιτητό το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό είναι ο τερματισμός της σχετικής συμφωνίας και κατ' επέκταση της λειτουργίας του λογαριασμού που συνδέεται με αυτήν. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση στην οποία εξετάστηκε όρος πανομοιότυπος με τον όρο 4 της επίδικης συμφωνίας (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Ο όρος 3 της δανειοδοτικής συμφωνίας προβλέπει: "
- Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικός διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Σύμφωνα με την πρωτόδικο Δικαστή τόσο ο τερματισμός όσο και η αξίωση αποπληρωμής του χρέους από τον εφεσίβλητο συνιστούσαν προϋποθέσεις για την ανάκτηση του. Δικαίωμα ανάκτησης θα αναφυόταν εάν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις αυτές. Κατά την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η υποβολή αξίωσης για την καταβολή του χρέους προς τον πρωτοφειλέτη αποτελούσε προϋπόθεση προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Η θέση αυτή δε φαίνεται να υποστηρίζεται από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει. Στην Bradford Old Bank v. Sutctiffe γίνεται επιδοκιμαστικά παραπομπή στην In re Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300 ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους άμα ζητηθεί (upon demand) δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος για την ανάκτηση του. Όπως αναφέρει ο Scrutton L.J. στην απόφασή του στην Bradford Old Bank v. Sutdiffe: "Even if the word "demand" is used in the case of a present debt, it is meaningless, and express demand is not necessary, as in the case of a promissory note payable on demand: Norton v. Ellam.
(5)" Ανάλογη θέση υιοθετείται από τον Goff J. στην Thomas v. Notts Inc Football Club [1972] 1 All E.R. 1176. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: " ... and it is well settled that in the case of a direct creditor-debtor relationship, as distinct from a surety, the provision that the money shall be payable on demand does not import the necessity of giving a demand before action," Θεώρηση του κειμένου του όρου 3 της «συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και πρωτοφειλέτη αποκαλύπτει ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην προκείμενη περίπτωση το ανυπέρβλητο κώλυμα στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των εφεσειόντων είναι η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τον τερματισμό του λογαριασμού, της ενέργειας η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση των μερών προσέδιδε συγκεκριμένη μορφή στο χρέος και το καθιστούσε απαιτητό.» Εν προκειμένω αυτός καθ' αυτός ο τερματισμός δεν έτυχε αμφισβήτησης, αφού αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ήταν η αποστολή και η λήψη της επιστολής τερματισμού (Τεκμήριο 6) και όχι η κατάρτιση της. Αμφισβητήθηκε δηλαδή η παροχή ειδοποίησης, η οποία όμως δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος της Ενάγουσας για ανάκτηση του διεκδικούμενου ποσού. Σε κάθε όμως περίπτωση, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, είμαι ικανοποιημένος ότι η επιστολή τερματισμού απεστάλη στον Εναγόμενο. Η μαρτυρία του ΜΕ1, κρίθηκε ως αξιόπιστη και σύμφωνα με αυτήν η επιστολή τερματισμού απεστάλη, δεν υπήρξε επιστροφή της από το ταχυδρομείο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ 479 και ALPHA BANK CYPRUS LTD και ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α Πολ. Έφεση 84/2009 ημερ. 02.10.15). Σημειώνεται επίσης ότι δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης η διεύθυνση αποστολής του Τεκμηρίου 6. Απόδειξη οφειλόμενου ποσού Προς τον σκοπό απόδειξης του οφειλόμενου ποσού η Ενάγουσα κατέθεσε τόσο συνοπτική, όσο και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού από την ημερομηνία έναρξης του (βλ. Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα). Στην προκείμενη περίπτωση ο Εναγόμενος αμφισβητεί σε τρία επίπεδα την ορθότητα του αξιούμενου υπολοίπου: Αμφισβητεί την ύπαρξη συγκεκριμένων χρεώσεων (βλ. FX advice και Valuation ή VALF - έξοδα εκτίμησης). Αμφισβητεί τη νομιμότητα των χρεώσεων με τις περιγραφές, έξοδα υπερβάσεων, statement process fee (έξοδα εκτύπωσης και αποστολής κατάστασης λογαριασμού), επανέκδοσης κατάστασης, ATM switch fee, doc & arrang. Fees, Foreign cash adv. Fee, reissue fee, stamp duty direct debit, direct debit charges, έξοδα έκδοσης βιβλιαρίου επιταγών (chq book) και od interest. Αμφισβητεί το ύψος του τόκου και τον τρόπο υπολογισμού Θα εξετάσω τα ζητήματα που εγείρονται πιο πάνω με τη σειρά που έχουν καταγραφεί. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ζητήθηκε να προσκομιστεί παραστατικό το οποίο να τεκμηριώνει τη χρέωση με την περιγραφή FX advice. Επίσης ρωτήθηκε για τις χρεώσεις με την περιγραφή Valuation ή VALF - έξοδα εκτίμησης. Ο ΜΕ1, ο οποίος δεν είχε προσωπική γνώση των εν λόγω χρεώσεων, απάντησε με γενικό τρόπο για το τι αφορούν αυτές χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τις επίδικες περιπτώσεις. Ειδικότερα για τη χρέωση FX advice είπε ότι υπάρχει το σχετικό παραστατικό, πλην όμως δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 1858 κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εφεσιβλήτων υποβλήθηκαν ερωτήσεις για διάφορες χρεώσεις που παρουσιάζονταν στους λογαριασμούς και του ζητήθηκαν υποστηρικτικά στοιχεία. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν αδύνατο να προσκομιστούν υποστηρικτικά στοιχεία και επομένως να εξειδικευθούν και να τεκμηριωθούν οι επιμέρους χρεώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με την οποία η κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού έθετε τέρμα στην αναζήτηση της ορθότητας των όσων εκεί αναφέρονται και δεν χρειαζόταν η επιπρόσθετη παροχή υποστηρικτικών στοιχείων των διαφόρων χρεώσεων, ανέφερε τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Όπως αναφέρεται στον Halsbury' s Laws of England, 4th Edition, Vol. 17, para 59, όπου αναλύεται το άρθρο 5 του Αγγλικού Νόμου, κατ' εξαίρεση του κανόνα κατά της εξ ακοής μαρτυρίας, δήλωση η οποία περιέχεται σε έγγραφο το οποίο παράχθηκε από ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι αποδεκτή ως μαρτυρία ή, ορθότερα, ως αποδεικτικό στοιχείο, οποιουδήποτε γεγονότος που εκτίθεται σε αυτή (is admissible as evidence of any fact stated in it) για το οποίο άμεση προφορική μαρτυρία θα ήταν αποδεκτή. Τούτο δεν σημαίνει, με κανένα τρόπο, ότι τέτοια δήλωση συνιστά απόδειξη (proof), και μάλιστα αδιαμφισβήτητη (conclusive), οποιουδήποτε γεγονότος που εκτίθεται σε αυτή, ώστε η κατάθεσή της, όπως εσφαλμένα θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, «από μόνη της να θέτει τέρμα στην αναζήτηση της ορθότητας των όσων εκεί αναφέρονται.». Τέτοια δήλωση δεν αποτελεί παρά μόνο ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα αφού «ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης». (Άρθρο 6
(3)του Αγγλικού Νόμου και άρθρο 5 Β του Νόμου 54(I)/94). Οπωσδήποτε, η δυνατότητα ή η αδυναμία παροχής στοιχείων υποστηρικτικών της δήλωσης είναι δυνατό να οδηγήσει το Δικαστήριο στη συναγωγή συμπερασμάτων, θετικών ή αρνητικών, «ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης». Και, επομένως, τέτοια στοιχεία, είτε κάτω από κωδικούς είτε άλλως πως, όπως στην περίπτωση που εξετάζουμε, μπορούν να αναζητηθούν από τον επηρεαζόμενο διάδικο. Με σκοπό, η τυχόν ανυπαρξία ή, ανάλογα με την περίπτωση, η μη δυνατότητα προσαγωγής τους από τον αντίδικο, όπως, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση που εξετάζουμε απλώς τα έγγραφα των σταθερών εντολών, να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της βαρύτητας που θα αποδώσει στη δήλωση ως αποδεικτικό στοιχείο. (Βλέπε, σχετικά, και D & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 A.A.Δ. 263).» Επομένως, και στην υπό εξέταση υπόθεση ήταν θεμιτό για τον Εναγόμενο να αναζητήσει την παρουσίαση στοιχείων που να επιβεβαιώνουν τις υπό αναφορά χρεώσεις, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που προβαλλόταν με την Υπεράσπιση ο ισχυρισμός περί υπερχρεώσεων και/ή παράνομων χρεώσεων (βλ. παράγραφος 2 της Υπεράσπισης). Έστω και με τον γενικό αυτό τρόπο το ζήτημα κατέστη επίδικο. Ανοίγω μία παρένθεση στο σημείο αυτό για να επισημάνω ότι η Ενάγουσα δεν ζήτησε λεπτομέρειες σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε τις εν λόγω χρεώσεις και συνεπώς δεν δικαιούται τα εν λόγω ποσά και τους τόκους που αναλογούν σε αυτά αφού ο ΜΕ1 δεν είχε προσωπική γνώση αυτών και δεν προσκομίστηκαν πρόσθετα στοιχεία που να τις τεκμηριώνουν. Το άλλο επίπεδο στο οποίο αμφισβητείται η ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 8) αφορά τη νομιμότητα διαφόρων χρεώσεων που προσδιορίστηκαν κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και 2 στις χρεώσεις με τις περιγραφές έξοδα υπερβάσεων, statement process fee (έξοδα εκτύπωσης και αποστολής κατάστασης λογαριασμού), επανέκδοσης κατάστασης, ATM switch fee, doc & arrang. Fees, Foreign cash adv. Fee, reissue fee, stamp duty direct debit, direct debit charges, έξοδα έκδοσης βιβλιαρίου επιταγών (chq book) και od. interest. Αυτό το οποίο συνάγεται από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 είναι ότι οι προαναφερόμενες χρεώσεις γίνονταν στη βάση της τακτικής που κατά καιρούς ακολουθούσε η Ενάγουσα. Ο ΜΕ1 έδωσε μάλιστα κάποιες επιπρόσθετες εξηγήσεις λέγοντας ότι οι εν λόγω χρεώσεις ήταν συνυφασμένες με το λειτουργικό κόστος της Ενάγουσας. Η επιβολή των εν λόγω χρεώσεων θα πρέπει, κατά την κρίση μου, να διερευνηθεί σε συνάρτηση με τις συμφωνίες των διαδίκων καθώς η οποιαδήποτε χρέωση θα πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών. Εν προκειμένω υπήρξαν δύο συμφωνίες για τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό. Η πρώτη συμφωνία ημερομηνίας 05.01.99 (Τεκμήριο 2) ίσχυσε για την περίοδο 05.01.99 - 01.09.04 και η δεύτερη συμφωνία ημερομηνίας 02.09.04 (Τεκμήριο 4) για την περίοδο 02.09.04 μέχρι τον τερματισμό. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη συμφωνία και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 αυτών, η πρόνοια για χρέωση ποσοστού ως προμήθειας και ως τραπεζικών δικαιωμάτων παρέμεινε κενή. Ο ΜΕ1 είπε ότι τα εν λόγω σημεία παρέμειναν κενά διότι αναφέρονταν σε χρεώσεις που θα γίνονταν κατά την κατάρτιση της συμφωνίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνάδει με τη γραμματική ερμηνεία του όρου 2 των συμφωνιών. Και στις δύο συμφωνίες ο όρος 2 ξεκινά με τη φράση «Οι διευκολύνσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω θα χρεώνονται», και καταλήγει με τη φράση ότι όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται. Μάλιστα στη συμφωνία - Τεκμήριο 4 η αναφορά «όλες οι χρεώσεις» περιλαμβάνει τους τόκους, τις προμήθειες και τα δικαιώματα. Είναι επομένως φανερό από τη διατύπωση του όρου 2 των συμφωνιών ότι αναφέρεται σε χρεώσεις που θα γίνονται καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος των συμφωνιών και όχι σε εφάπαξ χρέωση που θα γινόταν μόνο κατά την ημερομηνία κατάρτισης τους. Από την άλλη, ούτε στις συμφωνίες (Τεκμήρια 2 και 4), ούτε και στις αποφάσεις της Ενάγουσας (Τεκμήρια 3 και 5) εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια για την επιβολή χρεώσεων με τις προαναφερόμενες περιγραφές. Ο μόνος σχετικός όρος για επιβολή εξόδων απαντάται στην παράγραφο 2(β) και (γ) του Τεκμηρίου 2 και στην παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 4 αντιστοίχως. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «
- Οι διευκολύνσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω θα χρεώνονται: (α) .............. (β) Με προμήθεια προς -% για κάθε εξαμηνία που υπολογίζεται πάνω στο μεγαλύτερο χρεωστικό υπόλοιπο που θα παρουσιάσει η διευκόλυνση κατά τη σχετική εξάμηνη περίοδο. (γ) Τραπεζικά δικαιώματα (LEDGER FEES) προς -% την εξαμηνία/το χρόνο. Και όλες αυτές οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται πάντα στις 30 Ιουνίου και/ή 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο νοουμένου ότι αυτή η κεφαλαιοποίηση δεν θα είναι αντίθετη με τη νομοθεσία που ισχύει κάθε φορά. Εννοείται πάντα ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό επιτοκίου που αναφέρεται πιο πάνω, μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που ισχύει κάθε φορά, με γραπτή ειδοποίηση προς το χρεώστη, και/ή να τροποποιεί το ποσοστό προμήθειας ή τα Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger fees) και/η να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/η με Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger fees) καθώς επίσης και με οποιαδήποτε ποσά που οφείλονται και πρέπει να πληρωθούν από το χρεώστη από οποιαδήποτε άλλη αιτία σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της, αν η παρούσα δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις, εννοείται ότι η αύξηση αυτή και/ή μείωση και/ή η τροποποίηση και/ή επιβάρυνση θα έχει ισχύ από την ημερομηνία αποστολής της ειδοποίησης αυτής ή κατοπινής ημερομηνίας όπως θα καθορισθεί στην ειδοποίηση αυτή». «
- Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή Τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά τη κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση». Απαραίτητη προϋπόθεση επομένως για την χρέωση του λογαριασμού με ποσοστό προμήθειας ή τραπεζικά δικαιώματα ή άλλα δικαιώματα ή ποσά ή επιβαρύνσεις που πρέπει να πληρωθούν από τον Εναγόμενο είναι η αποστολή ειδοποίησης ή ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο. Τέτοια μαρτυρία όμως δεν έχει προσκομιστεί. Συγκεκριμένα δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος ενημερώθηκε με έναν εκ των προβλεπόμενων στις συμφωνίες τρόπο ή έστω με οποιοδήποτε άλλο τρόπο για τις εν λόγω χρεώσεις. Οι δε αναφορές του ΜΕ1 στο λειτουργικό κόστος της Ενάγουσας υπήρξαν ασαφείς καθώς δεν δόθηκαν εξηγήσεις για το πώς προκύπτει αυτό το κόστος και πως προσμετράται. Όταν επιχειρήθηκε να δοθούν κάποιες επιπρόσθετες εξηγήσεις, όπως π.χ. στη χρέωση των εξόδων υπέρβασης με αναφορά στην ενεργοποίηση ενός μηχανισμού της Ενάγουσας μέσω της αποστολής επιστολών και της διενέργειας τηλεφωνημάτων, ο ΜΕ1 και πάλι δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία για την υπό κρίση περίπτωση. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.α
(2008)1Β Α.Α.Δ 956 εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα της Εφεσείουσας τράπεζας να χρεώνει για προσφερόμενες υπηρεσίες, γραφική ύλη και διάφορα άλλα έξοδα το ύψος των οποίων δεν είχε συμφωνηθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση υπέδειξε τα ακόλουθα τα οποία θεωρώ ότι ταιριάζουν και στην υπό κρίση υπόθεση (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η κατάθεση των λογαριασμών από τους εφεσείοντες δε μετέφερε στους ώμους των εφεσιβλήτων οποιοδήποτε βάρος ή καθήκον αυτοί να εξειδικεύσουν με ακρίβεια τις παράνομες χρεώσεις. Η υποχρέωσή τους εξαντλείτο στο να καταδείξουν ότι στους λογαριασμούς υπήρχαν χρεώσεις που δεν εξηγήθηκε από τους εφεσείοντες πώς προέκυψαν ή εάν ήταν εύλογες. Το βάρος απόδειξης ότι οι διάφορες χρεώσεις ήταν εύλογες, εφ' όσον το ύψος τους δεν είχε συμφωνηθεί, όπως και ότι, με αυτές, το ποσοστό του τόκου δεν υπερέβαινε το 9% ετησίως επί του κεφαλαίου, ήταν στους ώμους των εφεσειόντων και, με τη μαρτυρία τους, δεν το απέσεισαν.» Επιπροσθέτως των πιο πάνω, υπάρχει ακόμα μία παράμετρος που αφορά τη λειτουργία του λογαριασμού για την περίοδο 05.01.99 - 31.12.00. Κατά την προαναφερόμενη περίοδο ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος (Ν2/77) και σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου το επιτόκιο δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως. Εν προκειμένω ο λογαριασμός κατά την εν λόγω περίοδο, με βάση το Τεκμήριο 2 και τη μαρτυρία του ΜΕ1, χρεωνόταν με τόκο προς 8% ετησίως. Πέραν όμως της χρέωσης του τόκου, είναι παραδεκτό ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν και με άλλα έξοδα. Συγκεκριμένα από τη μελέτη του Τεκμηρίου 8 προκύπτει ότι ο επίδικος λογαριασμός κατά την πιο πάνω αναφερόμενη χρονική περίοδο χρεωνόταν με τα έξοδα καταστάσεων λογαριασμού (statement process fee), έξοδα έκδοσης βιβλιαρίου επιταγών (chq book), έξοδα υπερβάσεων (excess expenses) και fees abroad. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2005)1 Α.Α.Δ 38, όταν το συμφωνηθέν επιτόκιο είναι χαμηλότερο του 9%, παρέχεται δυνατότητα νόμιμης χρέωσης εξόδων μελέτης κλπ εφόσον το ποσό της χρέωσης μαζί με τους τόκους δεν θα υπερβαίνουν το 9% ετησίως. Το σημείο αυτό, δηλαδή το κατά πόσο με τις εν λόγω χρεώσεις ο λογαριασμός επιβαρυνόταν με τόκο που υπερέβαινε το 9% ετησίως, παρέμεινε αδιευκρίνιστο. Πιο συγκεκριμένα, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στο κατά πόσο οι προαναφερόμενες χρεώσεις, για τις οποίες αντεξετάστηκε ο ΜΕ1, συμποσούμενες με τον τόκο δεν υπερβαίνουν το 9% ετησίως. Συνεπώς, αφ' ης στιγμής δεν υπήρχε πρόνοια στις συμφωνίες (Τεκμήρια 2 και 4) και στις αποφάσεις της Ενάγουσας (Τεκμήρια 3 και 5) για την επιβολή των εν λόγω χρεώσεων (αντιθέτως οι αναφορές σε ποσοστά προμήθειας και τραπεζικών δικαιωμάτων ήταν κενές), δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για αποστολή γραπτής ειδοποίησης ή ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο για την επιβολή των εν λόγω χρεώσεων, ούτε και δόθηκαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει το εύλογο των χρεώσεων, σε συνδυασμό και με το κενό που υπάρχει για την περίοδο 05.01.99 - 31.12.00 σε σχέση με το κατά πόσο το σύνολο των διαφόρων χρεώσεων περιλαμβανομένου του τόκου υπερέβαινε το 9% ετησίως, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να διεκδικεί τα πιο πάνω ποσά, ούτε βέβαια και τους αναλογούντες σε σχέση με αυτά τόκους. Η τελευταία πτυχή επί της οποίας αμφισβητείται το αξιούμενο ποσό αφορά τον τόκο και τον τρόπο υπολογισμού του. Η Υπεράσπιση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε για τις μεταβολές του επιτοκίου. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε όλες τις μεταβολές που έγιναν στο επιτόκιο καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού και παρέπεμψε στις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 8 μέσω των οποίων κοινοποιείτο στον Εναγόμενο η αλλαγή του επιτοκίου κάθε φορά που υπήρχε τέτοια μεταβολή. Συνεπώς αυτή η πτυχή της Υπεράσπισης καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 8. Εγέρθηκε ωστόσο από την Υπεράσπιση και το ζήτημα της χρησιμοποίησης του εμπορικού έτους που αποτελείται από 360 ημέρες για τον υπολογισμό των τόκων. Ο ΜΕ1 όταν ερωτήθηκε για το συγκεκριμένο ζήτημα και ειδικότερα για τον λόγο που χρησιμοποιήθηκε το εμπορικό αντί του ημερολογιακού έτους, είπε ότι αυτή ήταν η πρακτική που ακολουθείτο στις εμπορικές συναλλαγές. Στις συμφωνίες (Τεκμήρια 2 και 4) γίνεται ρητά αναφορά ότι για τον υπολογισμό των τόκων θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Στην υπόθεση ΒΟΓΑΖΙΑΝΟΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ
(2011)1 Α Α.Α.Δ 253 εξετάστηκε το ζήτημα της χρησιμοποίησης ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών για υπολογισμό του τόκου, έχοντας ως δεδομένο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος (Ν.2/1977)ο οποίος, ως ήδη αναφέρθηκε, καθόριζε ως ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο το 9% ετησίως. Το όλο ζήτημα εξετάστηκε σε συνάρτηση με το άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1 σύμφωνα με το οποίο «έτος» σημαίνει ημερολογιακό έτος. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα για τη νομιμότητα του όρου που προέβλεπε τη χρήση των 360 ημερών ως διαιρέτη (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Ο όρος 4(α) της επίδικης συμφωνίας προβλέπει ότι:- «
- Το ρηθέν δάνειον θα χρεώνηται (α) Με τόκον προς 9% ετησίως επί ημερησίων υπολοίπων, του τοιούτου τόκου υπολογιζομένου και καταβαλλομένου την 30ήν Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Προς υπολογισμόν του τόκου, θα λογίζωνται οι μήνες προς όσας έκαστος τούτων έχει ημέρας, προς εύρεσιν δε του τόκου θα λαμβάνηται ως διαιρέτης το εκ 360 ημερών εμπορικόν έτος. Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζη τα έναντι του δανείου εκάστοτε κατατιθέμενα ποσά πρώτον προς εξόφλησιν ή μερικήν εξόφλησιν των μέχρι της ημέρας της καταθέσεως δεδουλευμένων τόκων, προμηθείας και δικαιωμάτων, τυχόν δε υπόλοιπον έναντι του κεφαλαίου. Οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται την 30ήν Ιουνίου και/ή την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, νοουμένου ότι η τοιαύτη κεφαλαιοποίησις δεν θα αντίκειται προς την εκάστοτε ισχύουσαν Νομοθεσίαν.» Στην Παχατουριάν v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω), ο πιο πάνω όρος απασχόλησε όχι όμως ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, όπως εισηγούνται οι εφεσίβλητοι, αλλά από άποψη νομιμότητας του τρόπου καταλογισμού των κατατεθειμένων έναντι του δανείου ποσών - πότε, δηλαδή, αφαιρείται ο δεδουλευμένος τόκος από τις καταβαλλόμενες δόσεις. Στην παρούσα περίπτωση, η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών, αναμφίβολα, οδήγησε σε επιβολή τόκου μεγαλύτερου του προβλεπομένου, με αποτέλεσμα, παρά την υπογραφή της συμφωνίας από τον εφεσείοντα 1, ο πιο πάνω όρος να καθίσταται παράνομος. Τα όσα εισηγούνται οι εφεσίβλητοι περί εμπορικού έτους και πρακτικής, χωρίς οτιδήποτε που να τα υποστηρίζει, δεν είναι δυνατό να θεραπεύσουν την παράνομη χρέωση, αφού η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 ημερών οδήγησε το ποσοστό του τόκου πέραν του τότε επιτρεπομένου 9% ετησίως.» Στην υπό κρίση περίπτωση ο όρος 2(α) των Τεκμηρίων 2 και 4 είναι πανομοιότυπος με τον όρο 4(α) στη ΒΟΓΑΖΙΑΝΟΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ. Ζήτημα παρανομίας ωστόσο μπορεί να τεθεί μόνο σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 05.01.99 (Τεκμήριο 1), η οποία όταν καταρτίστηκε ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος (Ν.2/77). Η εν λόγω συμφωνία στον όρο 2(α) προνοεί ότι ο τόκος με τον οποίο θα χρεώνεται η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση ήταν 8% ετησίως. Υπήρχε δηλαδή κάποιο περιθώριο μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο του 9%. Ωστόσο, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, ο λογαριασμός πέραν του τόκου επιβαρυνόταν και με άλλες χρεώσεις που δεν προβλέπονταν στη συμφωνία. Η Ενάγουσα όμως, η οποία έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν προσκόμισε μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύει ότι με τις προαναφερόμενες χρεώσεις και τη χρησιμοποίηση του διαιρέτη των 360 ημερών δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο του 9% ετησίως για την ουσιώδη πάντα περίοδο μέχρι την 31.12.
- Η διαπίστωση της παρανομίας του όρου 2(α) του Τεκμηρίου 2 δεν οδηγεί όμως και σε ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας. Αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά στην υπόθεση ΒΟΓΑΖΙΑΝΟΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ: «Οι εφεσείοντες, με τον πρώτο λόγο έφεσης, αμφισβητούν την ορθότητα της διαπίστωσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδικη σύμβαση μπορούσε να διασωθεί, παρά την ύπαρξη της παρανομίας σε σχέση με τη χρέωση μεγαλύτερου τόκου από τον επιτρεπόμενο. Υποστηρίζουν ότι η διαπίστωση σε σχέση με τον τόκο επέδρασε και επηρέασε ολόκληρη τη σύμβαση, έτσι ώστε η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί. Στη Louis Georges Fashions Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 272, σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 276) «... εάν, κατά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, το Επαρχιακό Δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρξε ανατοκισμός, θα μπορούσε να τον παραμερίσει χωρίς να επηρεαστεί το υπόλοιπο της απαίτησης. Δηλαδή, η πρόνοια για ανατοκισμό δεν εμόλυνε τη σύμβαση στην ολότητά της: βλ. Turkish Bank of Nicosia Ltd. v. Mustafa H. Cukurova and Others
(1977)1 C.L.R. 233. Στο ίδιο κατατείνει και η απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και ΄Αλλοι ν. Coudounaris Food Products Ltd. και ΄Αλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641.» (Βλ., επίσης, Τσιακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ.768.) Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγουμε ότι η διαγραφή του όρου που αφορούσε στο διαιρέτη δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης. Η σημασία του εν λόγω όρου, εξεταζόμενη στο πλαίσιο του συνόλου της επίδικης σύμβασης, δεν ήταν τέτοιας φύσης, που να μην επέτρεπε το διαχωρισμό του. Ο λόγος αυτός της έφεσης απορρίπτεται.» Το ζήτημα ωστόσο με τη χρησιμοποίηση του διαιρέτη των 360 ημερών, έστω και αν αφορά την περίοδο 05.01.99 - 31.12.00, εντούτοις επί της ουσίας επηρεάζει το σύνολο της απαίτησης της Ενάγουσας. Αυτό διότι η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ήταν συνεχής. Ως εκ τούτου ο λογαριασμός συνέχισε τη λειτουργία του την 01.01.01 με το υπόλοιπο που παρουσίαζε κατά την 31.12.00, με αποτέλεσμα και αυτό το γεγονός να καθιστά ακροσφαλές το οποιοδήποτε εύρημα για το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Επιπρόσθετα κατά την αντεξέταση της ΜΕ2 προέκυψε ζήτημα και με την χρέωση κάθε τρεις μήνες του χρεωστικού τόκου, «od. Interest». Η ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει κατά πόσο ο χρεωστικός τόκος διαφέρει από την κεφαλαιοποίηση. Στην υποβολή δε της κας. Καρακώστα ότι η χρέωση που γινόταν συνιστά κεφαλαιοποίηση απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Μελετώντας πάντως τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8) προκύπτει ότι κάθε 3ο, 6ο, 9ο και 12ο μήνα εκάστου έτους ο λογαριασμός όντως χρεωνόταν με χρεωστικό τόκο και δεν γινόταν απλώς υπολογισμός του χωρίς το ποσό να προστίθεται στο εκάστοτε υπόλοιπο. Στα Τεκμήρια 2 και 4 δεν γίνεται αναφορά στην έννοια «χρεωστικός τόκος» ή «od. Interest». Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία το ζήτημα παρέμεινε αδιευκρίνιστο δημιουργεί ακόμη ένα πρόβλημα στην απόδειξη του αξιούμενου ποσού. Ανταπαίτηση Ο Εναγόμενος αξιώνει υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του υπέστη ζημιά και απώλεια ίση με το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας ενόψει των συμβουλών της τελευταίας για δραστηριοποίηση του στον τομέα της πώλησης ακινήτων και της παραχώρησης της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης για την προώθηση του εν λόγω σκοπού. Καταρχάς θεωρώ ότι είναι αντινομικό και λογικά ανακόλουθο ένας διάδικος να επικαλείται παρανομία ή ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών ή οποιοδήποτε άλλο λόγο για να μην πληρώσει το ποσό που αξιώνει ο αντίδικος του και ταυτόχρονα να ανταπαιτεί το ίδιο αυτό ποσό. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Εναγόμενου. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι στη μαρτυρία του τελευταίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε ισχυριζόμενες συμβουλές της Ενάγουσας για να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της πώλησης ακινήτων, ούτε και δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της ζημίας που κατ' ισχυρισμό υπέστη. Συνεπώς η ανταπαίτηση του Εναγόμενου δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Προτού διατυπώσω την κατάληξη του Δικαστηρίου, θα πρέπει να αναφέρω ότι με απασχόλησε το ζήτημα του κατά πόσο, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, θα ήταν εφικτό το Δικαστήριο να προβεί σε υπολογισμούς για να διαπιστωθεί αν υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο και ποιο είναι αυτό για να εκδοθεί ανάλογη απόφαση. Κάτι τέτοιο ωστόσο είναι υπό τις περιστάσεις αδύνατο, αφού το Δικαστήριο θα έπρεπε να μετατραπεί σε λογιστή για να διενεργηθούν εξειδικευμένες πράξεις. Ο επίδικος λογαριασμός είναι τρεχούμενος, με εκατοντάδες χρεοπιστώσεις καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του για 10 περίπου έτη, στον οποίο πέραν των αντισυμβατικών χρεώσεων υπάρχει και ζήτημα με τη χρησιμοποίηση του διαιρέτη των 360 ημερών. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, τόσο η απαίτηση της Ενάγουσας, όσο και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίπτονται. Ενόψει δε της συνεκδίκασης τους δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Final (Αναφορά: απόδειξη υπολοίπου τρεχούμενου-αντισυμβατικές χρεώσεις-διαιρέτης 360 ημερών). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο