RAFTIS & RAFTIS LTD (HE 173047) ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 798/2016, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A212 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 798/2016 Μεταξύ: RAFTIS & RAFTIS LTD (HE 173047), από την Πάφο Ενάγουσα και ALPHA BANK CYPRUS LTD, από την Λευκωσία
- ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΙΜΩΝΟΣ προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστής Παραλήπτης της RAFTIS & RAFTIS LTD, από την Λεμεσό Εναγόμενοι ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30/05/2016 Ημερομηνία: 30.09.2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια : κα. Χ. Φιλίππου για Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1/Καθ΄ ης η Αίτηση: κα. Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2/Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Μ. Μυτίδης για Α. Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ ------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπογραφή από την Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής η «Αιτήτρια») στις 12.07.2006 Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό των Λ.Κ.20.000 (στο εξής το «Ομόλογο») με το οποίο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και περιουσία της για την πληρωμή και εξόφληση προς την Εναγόμενη 1 (στο εξής «Καθ' ης η Αίτηση 1») όλων των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει το Ομόλογο και ο επακολουθήσας διορισμός στις 06.11.15 του Εναγόμενου 2 (στο εξής «Καθ' ου η Αίτηση 2») ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της Αιτήτριας αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς. Πιο συγκεκριμένα η Αιτήτρια καταχώρησε στις 30.05.16 ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Εναντίον των Εναγομένων 1: "Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο Ομόλογο ημερ. 12/07/06 είναι άκυρο και/ή παράνομο και/ή άνευ έννομων αποτελεσμάτων και/ή ότι έχει εκλείψει και/ή ότι δεν βρίσκεται σε ισχύ και/ή ότι έχει εξοφληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Β. Επιπρόσθετα και/ή Διαζευκτικά, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει το επίδικο Ομόλογο ημερ. 12/07/
- Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 ενήργησαν κατά παράβαση των όρων του επίδικου Ομολόγου ημερ. 12/07/
- Δ. Αποζημιώσεις για παράβαση των όρων του επίδικου Ομολόγου ημερ. 12/07/
- Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 να προχωρήσουν με όλες τις απαραίτητες ενέργειες για ακύρωση και/ή διαγραφή του επίδικου Ομολόγου και/ή του διορισμού του Εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της Ενάγουσας και/ή όπως εξουσιοδοτείται η Ενάγουσα να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για ακύρωση και/ή διαγραφή του επίδικου Ομολόγου και/ή του διορισμού του Εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της Ενάγουσας." Εναντίον τoυ Εναγομένου 2: "Α. Δήλωση του Δικαστηρioυ που να αναγνωρίζει ότι ο διορισμός του Εναγόμενου 2 ως Διαχειριστή Παραλήπτη της Ενάγουσας είναι άκυρος και/ή παράνομος και/ή άνευ έννομων αποτελεσμάτων και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο διορισμός του Εναγόμενου 2 είναι άκυρος, καθότι το δικαίωμα ασκήθηκε κατά παράβαση του νόμου και ή των αρχών της Επιείκειας και ή κακή τη πίστη προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και η εξάσκησή του εμφορείτο από αλλότρια κίνητρα και/ή ενώ το ομόλογο είχε εξοφληθεί. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 ενήργησε χωρίς καλή πίστη και/ή αμελώς και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων του. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τον διορισμό του Εναγόμενου 2 ως Διαχειριστή Παραλήπτη της Ενάγουσας. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 2 να προχωρήσει με όλες τις απαραίτητες ενέργειες για ακύρωση και/ή διαγραφή του διορισμού του ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της Ενάγουσας και/ή όπως εξουσιοδοτείται η Ενάγουσα να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για ακύρωση και/ή διαγραφή του διορισμού του Εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της Ενάγουσας. Ε. Αποζημιώσεις για παράβαση καθηκόντων και/ή αμέλειας και/ή από τον Εναγόμενο 2 και/ή ότι αυτός ενήργησε κακόπιστα και/ή χωρίς καλή πίστη υπό τις περιστάσεις." Δεν κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς, καθώς αυτοί επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της προαναφερόμενης αγωγής, η Αιτήτρια καταχώρησε μονομερώς την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση των πιο κάτω αναφερόμενων προσωρινών διαταγμάτων: "A. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται ο διορισμός του Εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Ενάγουσας και/ή η ισχύς και/ή η εκτελεστότητα του διορισμού και/ή οι εξουσίες του μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη του, από το να χρησιμοποιούν και/ή να εφαρμόζουν και/ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη, που να έχει έρεισμα και/ή να στηρίζεται και/ή να βασίζεται στο ΟΜΟΛΟΓΟ ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΗΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ ημερ. 12/07/2006 και/ή στον διορισμό του ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της Ενάγουσας μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον σε οποιονδήποτε από τους Εναγόμενους να απευθύνεται προς οποιονδήποτε συνεργάτη της Ενάγουσας στο εσωτερικό ή το εξωτερικό με το οποίο η Ενάγουσα είχε συμβατικές σχέσεις και να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιανδήποτε από αυτές είτε με προσωπικές επαφές είτε με επιστολές είτε με ανακοινώσεις ή διαφημίσεις είτε διαφορετικά μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Εναγόμενο 2 ή οποιονδήποτε πρόσωπο έλκει από αυτόν δικαίωμα ή συμφέρον από του να ενεργεί σαν διαχειριστής ή παραλήπτης ή αντιπρόσωπος ή πρόσωπο έχον εξουσία να ασχολείται με την διοίκηση ή διαχείριση της Ενάγουσας ή οποιανδήποτε άλλην ιδιότητα υπό την οποία να φαίνεται ή να παρουσιάζεται ότι ενεργεί εκ μέρους τους, μέχρις αποπεράτωσης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου." Την 01.06.16, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπό κρίση αίτηση, κατέστη δια κλήσεως και ορίστηκε για επίδοση στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στις 27.06.
- Η επίδικη αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») και στα άρθρα 336 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Ράφτη, ο οποίος είναι γραμματέας της Αιτήτριας. Συνοπτικά σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 1 καταρτίστηκαν συμφωνίες με τις οποίες παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις από τη δεύτερη στην πρώτη. Στα πλαίσια παραχώρησης των προαναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων η Αιτήτρια υπέγραψε στις 12.07.06 το Ομόλογο. Ο κ. Ράφτης υποστηρίζει ότι κατά ή περί τις 08.10.07, 30.12.11 και 16.07.14 υπογράφηκαν νέες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 1 για τις οποίες παραχωρήθηκαν νέες εξασφαλίσεις, με αποτέλεσμα να αντικατασταθούν οι υφιστάμενες περιλαμβανομένου και του Ομολόγου. Περαιτέρω και χωρίς επηρεασμό του πιο πάνω ισχυρισμού, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι το Ομόλογο είναι εξαρχής άκυρο, καθώς αυτό υπογράφηκε λόγω απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από την Καθ' ης η Αίτηση 1 και ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, παροτρύνσεων και αμελών συμβουλών της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 προς την Αιτήτρια. Επιπρόσθετα, ο κ. Ράφτης ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 περί την 15.01.16 παράνομα, αντισυμβατικά και καταχρηστικά έδωσε εντολή προς την Άλφα Finance για την πώληση των χρεογράφων της εταιρείας με την επωνυμία Κτηνοτροφία Ήρα Λτδ, για το ποσό των €3.662.638,
- Η προαναφερόμενη εταιρεία ανήκει στον όμιλο Raftis και η πώληση των χρεογράφων έγινε χωρίς έγκυρη οδηγία ή αποδοχή της εταιρείας Κτηνοτροφία Ήρα Λτδ. Η εν λόγω εταιρεία με επιστολή της ημερομηνίας 06.04.16 κάλεσε την Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως καταλογιστούν τα αναγκαία ποσά προς πλήρη εξόφληση διαφόρων ομολόγων μεταξύ των οποίων και του επίδικου. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 ωστόσο αμέλησε και αρνήθηκε να το πράξει. Ο κ. Ράφτης ισχυρίζεται επίσης ότι μετά τον διορισμό του Καθ' ου η Αίτηση 2 επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του και ζήτησε να πληροφορηθεί το ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί προς εξόφληση του Ομολόγου. Τις τηλεφωνικές επικοινωνίες ακολούθησαν και συναντήσεις που είχε ο ίδιος με τον Καθ' ου η Αίτηση
- Σε συνάντηση δε που είχαν περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2016 ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ζήτησε το ποσό των €60.000 για να εξοφληθεί το Ομόλογο και αντιπρότεινε το ποσό των €50.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ανέλαβε να μεταφέρει την εν λόγω πρόταση στην Καθ' ης η Αίτηση 1, χωρίς όμως να επανέλθει. Στην ένορκη του δήλωση γίνεται αναφορά σε αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 1 στα πλαίσια της προσπάθειας της Αιτήτριας για εξόφληση του Ομολόγου. Μάλιστα, στην εν λόγω αλληλογραφία, η διευθύντρια της Αιτήτριας διευκρίνισε ότι τα κεφάλαια με τα οποία θα εξοφλείτο το Ομόλογο δεν θα προέρχονταν άμεσα ή έμμεσα από περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας. Υποστηρίζεται ακόμα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ενεργεί κατά παράβαση των καθηκόντων του αφού αρνείται να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες που θα επέτρεπαν την εξόφληση του Ομολόγου. Επίσης ενεργεί κακόπιστα, καθώς με την αίτηση του ημερομηνίας 31.03.16 για ακύρωση του διορισμού του δικηγορικού γραφείου Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε στην αγωγή 2051/15 Ε. Δ. Πάφου αποσκοπεί στο να εμποδίσει την Αιτήτρια να προασπίσει τα συμφέροντα της. Καταληκτικά αναφέρει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς κάτι τέτοιο θα σημάνει τον τερματισμό των εργασιών της προκαλώντας ζημιές που δεν μπορούν να υπολογιστούν σε χρήμα. Επιπλέον θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και στις υπόλοιπες εταιρείες του ομίλου Raftis με τις οποίες είναι συνδεδεμένη η εμπορική δραστηριότητα της Αιτήτριας, αφού ο Καθ' ου η Αίτηση 2 θα μπορεί να ρευστοποιήσει την περιουσία της Αιτήτριας. Η επίδικη αίτηση συνάντησε την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Η Καθ' ης η Αίτηση 1, προβάλλει δεκαοκτώ συνολικά λόγους ένστασης. Οι βασικοί πυλώνες ωστόσο επί των οποίων εδράζεται η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι αφενός η μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου και αφετέρου το ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι ενοχλητική και ουσιαστικά αποσκοπεί στο να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στην Αιτήτρια για να προβάλει θέσεις και ισχυρισμούς που όφειλε να προβάλει στα πλαίσια της αγωγής 2051/15 Ε. Δ. Πάφου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ο οποίος είναι υπάλληλος της Καθ' ης η Αίτηση
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι όλοι οι ισχυρισμοί της παρούσας αγωγής αποτελούν θέσεις της Αιτήτριας που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να προβληθούν στα πλαίσια της αγωγής 2051/15 Ε. Δ. Πάφου στην οποία όμως η Αιτήτρια δεν καταχώρησε εμφάνιση με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Ο κ. Παπαλαμπριανού ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή από την Καθ' ης η Αίτηση 1 έγινε νομότυπα και έγκυρα βάσει του Ομολόγου. Η Αιτήτρια κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να εγείρει την παρούσα αγωγή, αφού οι αξιωματούχοι της δεν αμφισβήτησαν την εγκυρότητα του Ομολόγου και του διορισμού του Καθ' ου η Αίτηση
- Αντιθέτως, υπέβαλλαν προτάσεις προς εξόφληση του Ομολόγου. Καταληκτικά ισχυρίζεται ότι μοναδικός σκοπός των αιτούμενων διαταγμάτων είναι η πρόκληση καθυστέρησης και η παρεμβολή εμποδίων στην ορθή και δίκαιη εκτέλεση των καθηκόντων του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 τώρα στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επικαλείται είκοσι συνολικά λόγους ένστασης. Οι πλείστοι λόγοι ένστασης, όπως και στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1, περιστρέφονται γύρω από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου, καθώς και στο ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη. Εγείρονται επίσης λόγοι ένστασης σε σχέση με την απόδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος, αλλά και της παράβασης του καθήκοντος αποκάλυψης. Σπεύδω ευθύς εξαρχής να αναφέρω ότι η συγκεκριμένη ομάδα λόγων ένστασης (βλ. λόγους ένστασης 4, 12 και 13) δεν μπορεί να τύχει εξέτασης, αφ' ης στιγμής η υπό κρίση αίτηση κατέστη δια κλήσεως. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση υπογράφεται από τον Καθ' ου η Αίτηση
- Συνοπτικά σε αυτήν αναφέρεται ότι ο διορισμός του στη θέση του Παραλήπτη/Διαχειριστή έγινε στις 06.11.15 νομότυπα και με βάση τους όρους του Ομολόγου. Από το διορισμό του και έπειτα μοναδικός αντιπρόσωπος της Αιτήτριας είναι ο ίδιος και στην αποκλειστική του εξουσία περιλαμβάνονται και οι δικαστικές διαδικασίες που σχετίζονται με την περιουσία της Αιτήτριας. Σε σχέση με την πρόταση του κ. Ράφτη και της διευθύντριας της Αιτήτριας για εξόφληση του Ομολόγου, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγουμένως να εξοφληθούν οι προνομιούχοι πιστωτές της Αιτήτριας. Σε κάθε περίπτωση, όπως γνωρίζει και πληροφορείται από τους συνηγόρους του, ο όρος 5 του Ομολόγου που δίδει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να ζητήσει την εξόφληση του δεν εφαρμόζεται μετά τον διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή. Αναφορικά με τις συναντήσεις με τον κ. Ράφτη, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι επεξήγησε στον πρώτο ότι για να τερματιστεί ο διορισμός του θα έπρεπε να εξοφληθούν οι προνομιούχοι πιστωτές της Αιτήτριας οι οποίοι προηγούνται της κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Ο κ. Ράφτης ωστόσο αρχικά, αλλά και η διευθύντρια της Αιτήτριας στη συνέχεια με επιστολές της επέμενε όπως εξοφληθεί το Ομόλογο χωρίς να ικανοποιηθούν οι προνομιούχοι πιστωτές της Αιτήτριας. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι η εξουσία του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διαχείριση ολόκληρου του ενεργητικού της Αιτήτριας και την πώληση του συνόλου ή μέρους της περιουσίας της προς όφελος των εξασφαλισμένων και προνομιούχων πιστωτών. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αναφέρει ότι με επιστολές του ημερομηνίας 11.11.15 προς τη διευθύντρια και τον γραμματέα της Αιτήτριας, ζήτησε από τους προαναφερόμενους όπως εντός 14 ημέρων υποβάλουν έκθεση αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της Αιτήτριας. Λόγω της παράλειψης τους να τον εφοδιάσουν με την εν λόγω έκθεση, αλλά και με οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αφορούν την Αιτήτρια ήταν αδύνατο για τον ίδιο να καταχωρήσει εμφάνιση και Υπεράσπιση στην αγωγή 2051/15 Ε. Δ. Πάφου. Τέλος, αναφέρει ότι η επίδικη αίτηση αποσκοπεί στο να καθυστερήσει τη διαδικασία διαχείρισης, αλλά και στο να αποτραπεί από την ορθή, δίκαιη και τίμια εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με όσα ορίζει το Ομόλογο και η σχετική νομοθεσία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου. Το εν λόγω άρθρο έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων [Acropol Shipping Co. Ltd -ν- Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos -v- Pieris Estates
(1982)1. C.L.R 557, Ζεμενίδης -ν- Ζεμενίδου
(1992)1. Α.Α.Δ.54, Τσιολάκκη κ.α. -ν- Στυλιανίδης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282 κ.α.] όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να έχει τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Ενάγων δικαιούται σε θεραπεία (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω) η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32
(1)του Νόμου, απαιτεί από τον Ενάγοντα να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγηση της. Ουσιαστικά οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις η Αιτήτρια οφείλει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd -v- Adidas
(1984)1. C.L.R. 263, 267-268]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με δύο ζητήματα τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση 1 εγείρουν υπό τύπο προδικαστικών ενστάσεων. Το πρώτο αφορά την ύπαρξη δεδικασμένου. Συγκεκριμένα εισηγούνται ότι η παρούσα αγωγή συνιστά ουσιαστικά Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή 2051/15 Ε. Δ. Πάφου, στα πλαίσια της οποίας ωστόσο έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον της Αιτήτριας λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Στη βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι δεν μπορεί να εγερθεί ζήτημα δεδικασμένου. Είναι καλά γνωστό ότι για να διαπιστωθεί η ύπαρξη δεδικασμένου θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να υπάρχει ταύτιση των επίδικων θεμάτων στις δύο διαδικασίες (βλ. Theori and Others v. Djioni and Others
(1984)1 C.L.R 296 και Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ 1298). Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή 2051/15 Ε. Δ. Πάφου (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού), η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν διεκδίκησε στην αγωγή 2051/15 Ε. Δ. Πάφου οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με το Ομόλογο. Αντιθέτως, με σχετική σημείωση στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησής της επιφύλαξε τα δικαιώματά της τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 31 μέχρι και 33, με την παράγραφο 33 να αναφέρεται στο Ομόλογο. Επομένως, το Ομόλογο δεν αποτέλεσε επίδικο θέμα στην αγωγή 2051/15 Ε. Δ. Πάφου, αφού το μόνο δικόγραφο που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο ήταν η Έκθεση Απαίτησης της Καθ΄ ης η Αίτηση 1. Συνεπώς, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για δεδικασμένο. Το δεύτερο ζήτημα για το οποίο γίνεται αναφορά και στην αγόρευση των συνηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση 1 αφορά το κατά πόσο η Αιτήτρια νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 εισηγούνται ότι από την ημερομηνία διορισμού του Καθ' ου η Αίτηση 2, ο τελευταίος είναι ο μοναδικός αντιπρόσωπος της Αιτήτριας και δεν έχει ζητηθεί η άδεια και η συγκατάθεση του για την έγερση της αγωγής. Γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά στην υπόθεση Newhart Developments v. Co-Operative Commercial Bank
(1978)2 All E. R, 896, στην οποία αποφασίστηκε ότι αγωγή μπορούσε να καταχωρηθεί από τους διευθυντές της εταιρείας εναντίον του ομολογιούχου μόνο όταν ο Παραλήπτης/Διαχειριστής αρνείται να ενάξει τους κατόχους του ομολόγου. Θα πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι ο διορισμός Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν αναστέλλει όλες τις εξουσίες των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας. Στην αγωγή 2470/14 Ε. Δ. Λάρνακας Λευτέρης Φιλίππου, Παραλήπτης Διαχειριστής της εταιρείας Aqua Sol Hotels Public Company Ltd v. Aqua Sol Hotels Public Company Ltd κ.α ο Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στην απόφασή του ημερομηνίας 27.10.14, τα οποία και συμμερίζομαι: "Όμως, παρά το διορισμό Παραλήπτη Διαχειριστή, οι διευθυντές της Εταιρείας διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας και μπορούν να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd. v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN (NSW) 199, New South Wales; Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand)" Συνεπώς, οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας δύνανται να καταχωρήσουν αγωγή με την οποία να ζητούν την ακύρωση του διορισμού του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Σημειώνω άλλωστε ότι θα ήταν οξύμωρο να ζητήσουν άδεια από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή για να καταχωρηθεί αγωγή η οποία ουσιαστικά θα στρέφεται εναντίον του. Όσον αφορά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής επ' ονόματι της Αιτήτριας, θεωρώ ότι δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας της διαδικασίας. Στην υπόθεση The Merrow Ltd v. Bank of Scotland Plc & Anor
(2013)1 EHC 130 η αγωγή καταχωρήθηκε από την εταιρεία εναντίον του ομολογιούχου και του Παραλήπτη/Διαχειριστή και με αυτή αμφισβητείτο η νομιμότητα του διορισμού του τελευταίου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου για τη χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το Ομόλογο είναι άκυρο, παράνομο και χωρίς έννομα αποτελέσματα και συνεπώς άκυρος είναι και ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Η πιο πάνω θέση της Αιτήτριας στηρίζεται σε τρεις πυλώνες. Συγκεκριμένα προβάλλεται ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του Ομολόγου, καθώς αυτό συνομολογήθηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και/ή παροτρύνσεων και/ή αμελών συμβουλών της Καθ' ης η Αίτηση
- Από την άλλη ισχυρίζεται ότι το Ομόλογο ακυρώθηκε, διότι μετά τη συνομολόγηση του υπογράφηκαν νέες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων με την Αιτήτρια και παραχωρήθηκαν νέες εξασφαλίσεις οι οποίες αντικατέστησαν τις υφιστάμενες περιλαμβανομένου και του Ομολόγου. Τέλος, ισχυρίζεται ότι το Ομόλογο θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή τερματιστεί καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση των όρων του, δηλαδή παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να πληροφορήσουν την Αιτήτρια για το ποσό που απαιτείτο για την εξόφληση του. Είναι προφανές από την παράθεση των προαναφερόμενων ισχυρισμών ότι ο ένας αντικρούει τον άλλο. Δεν μπορεί από τη μία το Ομόλογο να είναι εξ υπαρχής άκυρο, από την άλλη να έχει τερματιστεί η ισχύς του λόγω της σύναψης νέων συμφωνιών και της παραχώρησης νέων εξασφαλίσεων και τέλος να προβάλλεται ισχυρισμός για παράβαση των όρων του λόγω της άρνησης των Καθ' ων η Αίτηση να πληροφορήσουν την Αιτήτρια για το ποσό που απαιτείτο για την εξόφληση του. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι είναι αντινομικό και λογικά ανακόλουθο η Αιτήτρια να ισχυρίζεται παρανομία ή ακυρότητα του Ομολόγου και την ίδια στιγμή να επικαλείται τους όρους του για να ισχυριστεί ότι υπήρξε παράβασή τους από την Καθ' ης η Αίτηση
- Σε κάθε όμως περίπτωση, εξετάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία μέσα στα περιορισμένα πλαίσια του ελέγχου διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου, θεωρώ ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει τη συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων σε καμία από τις διαζευκτικές βάσεις που επικαλείται. Ξεκινώντας από τις ψευδείς παραστάσεις και/ή παροτρύνσεις και/ή αμελείς συμβουλές που ώθησαν την Αιτήτρια στην υπογραφή του Ομολόγου, παρατηρώ ότι οι λεπτομέρειες που καταγράφονται στην παράγραφο 12 τόσο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όσο και της ένορκης δήλωσης του κ. Ράφτη δεν διευκρινίζουν ποιες ήταν και σε τι συνίσταντο οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και/ή παροτρύνσεις και/ή αμελείς συμβουλές. Παραθέτω αυτούσιες τις εν λόγω λεπτομέρειες όπως καταγράφονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του κ. Ράφτη: "10.1 Παρέλειψαν να πληροφορήσουν και να ενημερώσουν την Ενάγουσα για τις συνέπειες υπογραφής ή παραχώρησης του εν λόγω Ομολόγου. 10.2 Το επίδικο Ομόλογο αποτελούσε και αποτελεί τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο συμφωνίας με όρους προκαθορισμένους από τους Εναγόμενους 1, έγγραφο το οποίο οι Εναγόμενοι 1 διέθεταν για υπογραφή γενικά προς τους πελάτες τους και για το οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα από την Ενάγουσα να διαπραγματευθεί τους εν λόγω όρους οι οποίοι όροι καθώς και η υπογραφή της Ενάγουσας είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης των Εναγομένων 1, όροι καταχρηστικοί, παράνομοι, άκυροι, αυθαίρετοι και καταπιεστικοί για τα δικαιώματα της Ενάγουσας. 10.3 Οι όροι που περιέχονται στο επίδικο Ομόλογο είναι τέτοιοι που παρά την απαίτηση καλής πίστης δημιουργούν ιδιαίτερη ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που πηγάζουν από το επίδικο Ομόλογο. 10.4 Η Ενάγουσα ήταν πελάτης των Εναγομένων 1 και υπήρχε μεταξύ τους σχέση Τραπεζίτη - Πελάτη και υπό τις συνθήκες όπως θα προβληθούν κατωτέρω, σχέση εμπιστοσύνης και η Ενάγουσα ενόψει των πολύ ουσιαστικών σχέσεων και γενικά ένεκα της συνεργασίας της με τους Εναγόμενους 1 είχε μεγάλη εμπιστοσύνη προς αυτούς και εύλογα πίστευε ότι οι Εναγόμενοι 1 θα ενεργούσαν με καλή πίστη και δεν θα ενεργούσαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εναντίον των συμφερόντων της, ούτε και θα έθεταν τα δικά τους συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα της Ενάγουσας και τέλος η Ενάγουσα πίστευε και ήταν βέβαια ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν θα ενεργούσαν αμελώς και χωρίς την εύλογη υπό τις συνθήκες επιμέλεια και φροντίδα έναντι της. 10.5 Επίσης η Ενάγουσα είχε την πεποίθηση και βεβαιότητα ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν θα την παραπλανούσαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Στην βάση της εν λόγω σχέσεως όπως περιγράφεται ανωτέρω, η Ενάγουσα πίστευε ή και θεωρούσε ότι, οποιεσδήποτε συμβουλές, παραστάσεις ή δηλώσεις εγίνοντο από τους υπαλλήλους ή προστεθέντες των Εναγομένων 1, ήσαν ορθές και προς το συμφέρον τους και δεν ήσαν ενάντια προς τα συμφέροντά τους και δεν ήσαν δόλιες και παραπλανητικές. 10.6 Η Ενάγουσα είχε εμπιστοσύνη σε αυτούς, ως ανωτέρω αναφέρεται και βασιζόταν στις συμβουλές, στις δηλώσεις και στις παραστάσεις των Εναγομένων 1 προς αυτήν και θα ενεργούσαν με βάση αυτές τις δηλώσεις και παραστάσεις. 10.7 Μέρος των εργασιών των Εναγομένων 1 ήταν η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και συμβουλών προς τους πελάτες τους ή πιθανούς πελάτες τους σε οικονομικά θέματα και οι Εναγόμενοι 1 παρουσιάζονταν ως μια από τις μεγαλύτερες Τράπεζες και χρηματοοικονομικός οργανισμός, που ήταν θυγατρική μιας από τις μεγαλύτερες Τράπεζες στην Ελλάδα και που ασχολούντο πέραν των χρηματοδοτήσεων και παράλληλα με αυτές για την παροχή τραπεζικών και οικονομικών συμβουλών και γενικά συμβουλών σε παρεπόμενες των τραπεζικών εργασιών εργασίες και δραστηριότητες τις οποίες πρόσφεραν οι Εναγόμενοι 1 και παρουσιάζονταν ή διαφήμιζαν ότι πρόσφεραν. 10.8 Η παραχώρηση του επίδικου Ομολόγου από τους Εναγόμενους 1 ήταν αποτέλεσμα ή πραγματοποιήθηκε ως αποτέλεσμα εσφαλμένων, ανακριβών συμβουλών, παραστάσεων, δηλώσεων και προτροπών των Εναγομένων 1 και των υπαλλήλων και υπηρετών τους προς την Ενάγουσα ή ήταν αποτέλεσμα ψευδών και δολίων παραστάσεων, δηλώσεων και συμβουλών των Εναγομένων 1 προς την Ενάγουσα ή ήταν αποτέλεσμα απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων ή τέτοιας συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 που ήταν αντίθετη με τα καθήκοντα πίστεως και τιμιότητας που είχαν οι Εναγόμενοι
- 10.9 Επίσης να αναφέρω ότι οι Εναγόμενοι 1 προέβησαν στις εν λόγω συμβουλές και παραστάσεις προς την Ενάγουσα ενώ γνώριζαν ότι η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση η ίδια να αξιολογήσει τις ως άνω συμβουλές και παραστάσεις των ή να κρίνει την ορθότητα και αξιοπιστία τους και παράλληλα ενώ οι Εναγόμενοι 1 γνώριζαν ότι η Ενάγουσα ένεκα της σχέσεως τους με αυτούς θα τους εμπιστεύονταν και θα ακολουθούσαν τις συμβουλές τους αφού παριστούσαν και παρουσιάζονταν ως ένας από τους μεγαλύτερους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς στην Κύπρο και Ελλάδα που είχε την ικανότητα να παρέχει ορθές και αξιόπιστες συμβουλές σε τέτοια θέματα. 10.10 Οι Εναγόμενοι 1 κακόπιστα ή δόλια ή αμελώς ή εσφαλμένα συμβούλευσαν την Ενάγουσα ότι γενικά ήταν προς όφελος της να παρέχει το επίδικο Ομόλογο και χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. 10.11 Οι όροι που περιέχονται στο επίδικο Ομόλογο και η υπογραφή του επίδικου Ομολόγου είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης των Εναγομένων 1 και περιέχει όρους καταχρηστικούς, παράνομους, άκυρους, αυθαίρετους και καταπιεστικούς για τα δικαιώματα της Ενάγουσας." Από την παράθεση των προαναφερόμενων λεπτομερειών είναι φανερό, κατά την άποψή μου, ότι παραπέμπουν περισσότερο σε ισχυρισμούς περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στο Ομόλογο και εκμετάλλευσης της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση
- Οι όποιες αναφορές σε συμβουλές και παραστάσεις είναι γενικά διατυπωμένες και δεν διευκρινίζουν ποιες ήταν οι ισχυριζόμενες παραστάσεις και συμβουλές στις οποίες προέβη η Καθ' ης η Αίτηση 1 προς την Αιτήτρια. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το Ομόλογο έπαψε να ισχύει με την υπογραφή νέων συμφωνιών και την παραχώρηση νέων διευκολύνσεων, σημειώνεται ότι κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 10 - 12 της ένορκης δήλωσης του κ. Ράφτη. Το Τεκμήριο 10 πουθενά δεν αναφέρει ότι το Ομόλογο ακυρώνεται ή αντικαθίσταται από τις νέες εξασφαλίσεις. Αντιθέτως, μελετώντας το περιεχόμενό του αυτό το οποίο, κατά την άποψή μου, συνάγεται είναι ότι οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις περιλαμβανομένου και του Ομολόγου εξακολουθούν να ισχύουν, εξού και οι νέες εξασφαλίσεις ακολουθούν την αρίθμηση των υφιστάμενων. Επιπλέον από τα Τεκμήρια 11 και 12 δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός περί σύναψης νέων συμφωνιών (novation), καθώς έκαστη των εν λόγω συμφωνιών φέρει τον τίτλο «Τροποποιητική Συμφωνία» (Amending Agreement). Επιπρόσθετα, στις συμφωνίες που αποτελούν το Τεκμήριο 11 γίνεται αναφορά στον όρο 1(b) αυτών ότι η αρχική συμφωνία εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ, ενώ στη συμφωνία - Τεκμήριο 12 αναφέρεται ότι η συμφωνία δανείου παραμένει σε ισχύ, εκτός σε όση έκταση τροποποιείται από την παρούσα. Ο τρίτος τώρα πυλώνας, ως έχει ήδη αναφερθεί, συνίσταται στον ισχυρισμό περί παράβασης των όρων του Ομολόγου και συγκεκριμένα του όρου 5 αυτού. Θεωρώ ορθό να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του εν λόγω όρου: "
- Τηρουμένων των προνοιών του παρόντος Ομολόγου, η Εταιρεία δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον μετά την παρέλευσιν 3 (τριών) μηνών από της ημερομηνίας του παρόντος να δώση έγγραφον ειδοποίησιν εις την Τράπεζαν περί της προθέσεώς της να εξοφλήση τας υποχρεώσεις ας εξασφαλίζει το παρόν Ομόλογον και άμα της παρελεύσει τριών ημερών από της ημέρας καθ΄ ην εδόθη η τοιαύτη ειδοποίησις τα ποσά, άτινα εξασφαλίζονται δια του παρόντος, μεθ΄ όλων των τόκων αυτών και μεθ΄ οιωνδήποτε προμηθειών, εξόδων και/ή δαπανών, ως αναφέρονται εν τω παρόντι, θα καθίστανται αμέσως πληρωτέα." Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ενημέρωσε τον κ. Ράφτη πως για να τερματιστεί ο διορισμός του πρέπει να πληρωθούν οι προνομιούχοι πιστωτές της Αιτήτριας και να ακολουθηθεί η σειρά προτεραιότητας που καθορίζει το άρθρο 300 του Κεφ.
- Έγινε αρκετός λόγος από την ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας στη γραπτή αγόρευση της για το άρθρο 300 του Κεφ.
- Η κα. Φιλίππου εισηγείται ότι το εν λόγω άρθρο αφορά μόνο τη διαδικασία εκκαθάρισης και δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διαχείρισης βάσει Ομολόγου. Αναγνωρίζει μεν ότι σε νομολογία του κοινοδικαίου συναντάται η εν λόγω υποχρέωση, ωστόσο στον κυπριακό νόμο δεν υπάρχει ρύθμιση από την οποία να προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 300 του Κεφ.113 τηρούνται κατ' αναλογία και στην περίπτωση Παραλήπτη/Διαχειριστή. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της συνηγόρου της Αιτήτριας, διαφωνώ με την τοποθέτηση της ότι το ζήτημα δεν ρυθμίζεται στη δική μας νομοθεσία. Συγκεκριμένα το άρθρο 89 του Κεφ.113 προνοεί ρητά ότι σε περίπτωση διορισμού Παραλήπτη, τα χρέη που πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπολοίπων σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V του Kεφ.113 (στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 300), πληρώνονται κατά προτεραιότητα από το ενεργητικό που περιέρχεται στα χέρια του Παραλήπτη. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 89 του Κεφ.113: "89.—
(1)Όταν διορίζεται παραλήπτης εκ µέρους των κατόχων χρεωστικών οµολόγων της εταιρείας εξασφαλισθέντων µε κυµαινόµενη επιβάρυνση, ή οι κάτοχοι χρεωστικών οµολόγων ή πρόσωπο εκ µέρους των λαµβάνει κατοχή ιδιοκτησίας που περιλαµβάνεται ή υπόκειται στην επιβάρυνση, τότε αν η εταιρεία δεν βρίσκεται κατά το χρόνο εκείνο υπό εκκαθάριση, τα χρέη που σε κάθε εκκαθάριση πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπόλοιπων χρεών σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους V που σχετίζονται µε προτιµησιακές πληρωµές που πληρώνονται κατά προτεραιότητα από άλλα χρέη, πληρώνονται από ενεργητικό που περιέρχεται στα χέρια του παραλήπτη ή άλλου προσώπου που λαµβάνει κατοχή όπως προαναφέρθηκε κατά προτεραιότητα οποιασδήποτε αξίωσης για κεφάλαιο ή τόκο αναφορικά µε τα χρεωστικά οµόλογα.
(2)Κατά την εφαρµογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, το άρθρο 300 ερµηνεύεται ωσάν η διάταξη για πληρωµή συσσωρευµένων απολαβών για διακοπές καθίσταται πληρωτέα κατά τον τερµατισµό της απασχόλησης πριν από ή ως συνέπεια του διατάγµατος για εκκαθάριση ή ψηφίσµατος ήταν διάταξη για την καταβολή τέτοιας αµοιβής που καθίσταται πληρωτέα κατά τον τερµατισµό απασχόλησης πριν από ή ως συνέπεια του διορισµού παραλήπτη ή της λήψης κατοχής όπως προαναφέρθηκε.
(3)Οι χρονικές περίοδοι που αναφέρονται στις αναφερόµενες στο Μέρος V διατάξεις υπολογίζονται από την ηµεροµηνία του διορισµού του παραλήπτη ή της λήψης κατοχής όπως προαναφέρθηκε, ανάλογα µε την περίπτωση.
(4)Οποιεσδήποτε πληρωµές που έγιναν µε βάση το άρθρο αυτό θα εκπίπτουν κατά την έκταση που είναι δυνατό από το ενεργητικό της εταιρείας που είναι διαθέσιµο για την πληρωµή συνήθων πιστωτών." Επομένως, οι πρόνοιες του άρθρου 300 του Κεφ.113 εφαρμόζονται και στην περίπτωση διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή και συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράβαση του όρου 5 του Ομολόγου. Ενόψει και των προαναφερόμενων είναι φανερό ότι ο εν λόγω όρος ισχύει μόνο για όσο διάστημα η επιβάρυνση που συστάθηκε μέσω του Ομολόγου είναι κυμαινόμενη. Με άλλα λόγια η δυνατότητα αυτή ισχύει μέχρι τον διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή. Τα πιο πάνω ενισχύονται, κατά την κρίση μου, και από τους όρους του Ομολόγου. Συγκεκριμένα στον όρο 9 προνοείται ότι μετά την επέλευση μίας εκ των περιπτώσεων που αναφέρονται στα στοιχεία (α), (γ), (ε), ή (στ) του όρου 8 η εξασφάλιση παγοποιείται αυτομάτως (automatically crystallises). Ο δε Παραλήπτης/Διαχειριστής καθίσταται πλέον ο αντιπρόσωπος της εταιρείας (βλ. όρο 11) και ακολούθως ο όρος 12 προνοεί για τον τρόπο διάθεσης των ποσών που θα εισπράττονται από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή. Από την άλλη πλευρά δεν προκύπτει εκ πρώτης όψεως οτιδήποτε το μεμπτό στο διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Ο όρος 10 του Ομολόγου προνοεί ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει δικαίωμα να διορίσει γραπτώς μέσω του κατάλληλα εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της οποιοδήποτε πρόσωπο ως Παραλήπτη και Διαχειριστή στην περίπτωση που συμβεί οτιδήποτε απ' όσα αναφέρονται στον όρο 8 (α) - (στ). Δύο λόγοι που αναφέρονται στον όρο 8 είναι αφενός η περίπτωση που ζητηθεί γραπτώς η πληρωμή εν όλω ή εν μέρει των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει το Ομόλογο [όρος 8 (α)] και αφετέρου η περίπτωση κατά την οποία η Αιτήτρια παύσει ή αναστείλει την πληρωμή χρεών της [όρος 8(ε)]. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3 οι επιστολές της Καθ' ης η Αίτηση 1 προς την Αιτήτρια ημερομηνίας 13.07.15 με τις οποίες τερματίστηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονταν από το Ομόλογο και με τις οποίες καθίστατο απαιτητό το χρεωστικό υπόλοιπο τους. Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου και χωρίς να προβαίνω σε τελικά ευρήματα, φαίνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 προχώρησε στο διορισμό του Καθ' ου η Αίτηση 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή βάσει των όρων του Ομολόγου αλλά και της σχετικής Νομοθεσίας. Συγκεκριμένα ειδοποιήθηκε σχετικά τόσο η Αιτήτρια με την επιστολή ημερομηνίας 06.11.15 (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2) καθώς και ο Έφορος Εταιρειών με το Έντυπο ΗΕ35 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2). Επιπρόσθετα ο Καθ' ου η Αίτηση 2 επέδωσε στη διευθύντρια και τον γραμματέα της Αιτήτριας επιστολή ημερομηνίας 11.11.15 (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2) στην οποία επισυνάπτεται το Έντυπο C36 και το Έντυπο C39 αναφορικά με τον διορισμό του και την παράδοση των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας. Παραθέτω αυτούσια τα άρθρα 97
(1)και 340
(1)(α) και (β) του Κεφ.113 για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης: "97.-
(1)Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει διάταγμα για το διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή της περιουσίας εταιρείας ή διορίζει παραλήπτη ή διαχειριστή σύμφωνα με εξουσίες που περιλαμβάνονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, το πρόσωπο αυτό εντός επτά
(7)ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή του διορισμού παραδίδει σχετική ειδοποίηση στον καθορισμένο τύπο στον έφορο εταιρειών και ο έφορος εταιρειών καταχωρεί την ειδοποίηση στο μητρώο επιβαρύνσεων κατόπιν πληρωμής τέτοιου δικαιώματος που δυνατό να καθοριστεί με κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.» «340.-
(1)Όταν παραλήπτης ή διαχειριστής ολόκληρης ή ουσιαστικά ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας (που στο εξής στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 341 αναφέρεται ως "ο παραλήπτης") διορίζεται εκ μέρους των κατόχων οποιωνδήποτε χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εγγυημένων με κυμαινόμενη επιβάρυνση, τότε τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού και του άρθρου 341- (α) ο παραλήπτης πρέπει αμέσως να αποστείλει ειδοποίηση στην εταιρεία για το διορισμό του και (β) μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες μετά τη λήψη της ειδοποίησης, ή τέτοιας μεγαλύτερης περιόδου που δύναται να επιτραπεί από το Δικαστήριο ή τον παραλήπτη, πρέπει να ετοιμαστεί και υποβληθεί στον παραλήπτη σύμφωνα με το άρθρο 340 έκθεση με τον καθορισμένο τύπο της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας και . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ." Εν όψει των πιο πάνω, χωρίς να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε τελικά ευρήματα, δεν τίθεται εκ πρώτης όψεως θέμα παραβίασης των άρθρων 97
(1)και 340
(1)(α) και (β) του Κεφ. 113 ή άλλων όρων του Ομολόγου. Σημειώνεται ότι η διατύπωση αιτίας αγωγής δεν είναι από μόνη της αρκετή. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι από άποψη ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. Στην υπόθεση Κυτάλα κ.α ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1Α Α.Α.Δ 253 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: "Αρχίζουμε με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R.
- Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας." Ειδικότερα τώρα όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου, σημειώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί από την Αιτήτρια ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής θεραπεία σε περίπτωση που ήθελε υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Καταρχάς ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ράφτη σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Περαιτέρω, σημειώνεται ότι μία από τις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή της η Αιτήτρια είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων, γεγονός που καταδεικνύει ότι η εν λόγω θεραπεία αποτελεί υπό τις περιστάσεις επαρκή θεραπεία. Από την άλλη, τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 35 της ένορκης δήλωσης του κ. Ράφτη είναι τόσο γενικά που δεν στοιχειοθετούν την ύπαρξη κινδύνου μη ικανοποίησης ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης υπέρ της Αιτήτριας. Σε κάθε όμως περίπτωση, σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα και με τον διορισμό του δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας. Στην υπόθεση Τάκης Νικολάου ν. Δημήτρη Μανναρή υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας Priamos Hotels Ltd, ECLI:CY:AD:2015:D505, Π.Ε. Αρ. 226/10 ημερ. 10.7.2015, αναφέρθηκαν τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η έφεση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, αλλά δεν θα ήταν χωρίς σημασία να επισημανθεί ότι όπου επιδιώκεται η παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας που τελεί υπό διαχείριση δεν πρέπει να παρεμβάλλονται (από το Δικαστήριο) ανεπίτρεπτα εμπόδια στο έργο του Παραλήπτη/Διαχειριστή, ανεξάρτητα αν αυτός αντιπροσωπεύει την εταιρεία ή τον ομολογιούχο που τον διόρισε. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Capital Cameras Ltd v. Harold Lines and others (NationalWestminster Bank plc Intervening) [1991] 3 All E.R. 389 όπου παρατηρήθηκε ότι μετά το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εμποδίζεται ο διαχειριστής να χειρίζεται αυτά τα στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και όπως αυτός κρίνει κατάλληλα." Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Yπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο