Kounounas Constractions Limited κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης :- 146/ 2016, 9/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A195 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης :- 146/ 2016 Επί τοις αφορώσιν τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε και Νόμο 142(Ι)/2014 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση των:- 1) Kounounas Constractions Limited 2) Χριστοφή Κούνουνα 3) Χριστοφή Κούνουνα ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Στέλλας Κούνουνα Αιτητών/Εφεσειόντων και
- Alpha Bank Cyprus Ltd
- Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Καθ΄ ων η Αίτηση / Εφεσιβλήτων Αίτηση Ημερομηνίας 28/7/2016 Ημερομηνία :- Παρασκευή 9η Σεπτεμβρίου 2016 Για τους Αιτητές :- κα. Ε. Χ. Πουλλά και κα. Ε. Μ. Πουλλά Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ε. Χ. Πουλλά και κα. Ευαγγελία Πουλλά Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 :- κα. Χριστίνα Ππεκρή για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σάβια Ζαχαρία Αιτητής 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ 1 ] Οι αιτητές-εφεσείοντες (στο εξής θα καλούνται οι "αιτητές") μετά και από καταχώρηση της Αίτησης/Έφεσης 146/16 στις 29/6/2016 (στο εξής θα καλείται η "έφεση"), σχεδόν ένα μήνα αργότερα, καταχώρησαν στις 28/7/2016 αίτηση δια κλήσεως με την οποία αιτούνται την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων (στο εξής θα καλείται η "αίτηση"). [ 2 ] Αξίζει να σημειωθεί πως επίσης στις 29/6/2016, ημερομηνία δηλαδή καταχώρησης της έφεσης, οι αιτητές καταχώρησαν και την αγωγή 930/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, αποκλειστικά όμως εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση 1 αυτή την φορά, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούν διάταγμα ακύρωσης απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/9/2005 (δίχως όμως να αναφέρεται αριθμός αγωγής) και διάταγμα επανεκδίκασης της αγωγής (δίχως όμως και πάλι να αναφέρεται αριθμός αγωγής). [ 3 ] Βεβαίως δεν απασχολεί αυτό το Δικαστήριο η εμφανώς ελλιπής διατύπωση των θεραπειών οι οποίες ζητούνται με την πιο πάνω αγωγή, η οποία ενδεχομένως με ανάλογο συσχετισμό ημερομηνίας και διαδίκων να μην έχει τόση ιδιαίτερη σημασία. Εντούτοις δεδομένο είναι το εξής. Εντός των θεραπειών δεν αναφέρεται ο αριθμός της αγωγής της οποίας ζητείται η επανεκδίκαση μετά και από την επιδιωκόμενη ακύρωση της απόφασης η οποία εκδόθηκε σε αυτή σχεδόν 11 χρόνια προηγουμένως. Τουλάχιστον όμως για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης απλά παρατηρείται πως μαρτυρία αναφορικά όχι μόνο με τον αριθμό της αγωγής αλλά και επιπρόσθετα στοιχεία σε σχέση με την έκδοση της απόφασης σε αυτή στις 19/9/2005, υπάρχουν στη μαρτυρία προς υποστήριξη τόσο της έφεσης όσο και της αίτησης. [ 4 ] Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως η έφεση δεν επιδόθηκε παρά μόνο μετά και από την καταχώρηση της αίτησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της έφεσης οι επιδόσεις σε αμφότερους τους καθ΄ ων η αίτηση έγιναν την 1/8/
- Ενέχει και αυτό το χρονικό δεδομένο τη δική του σημασία όπως εξηγείται πιο κάτω. [ 5 ] Σημειώνεται επιπλέον πως προηγήθηκαν δύο μονομερείς αιτήσεις για την έκδοση επίσης προσωρινών διαταγμάτων, η πρώτη εκ των οποίων καταχωρήθηκε την ίδια ημερομηνία με την έφεση, οι οποίες όμως στην πορεία αποσύρθηκαν άνευ βλάβης. Μάλλον η προσπάθεια προώθησης αυτών των αιτήσεων μονομερώς να αποτελούσε και την αιτία μη επίδοσης της έφεσης μέχρι και την 1/8/
- [ 6 ] Στο μεσοδιάστημα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση τροποποίησης σε σχέση με την έγκριση της οποίας δόθηκε και άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari. Θεωρώ πως το θέμα το οποίο εξετάζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο στην εξέταση αυτής της αίτησης. Ούτε και προτάθηκε τέτοια εισήγηση από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων. Ούτε βεβαίως και εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής της διαδικασίας εκδίκασης της έφεσης με μοναδική εξαίρεση την οποιαδήποτε διαδικασία η οποία να συνδέεται με την παράγραφο Γ του διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 19/7/
- [ 7 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο καθ΄ ου η αίτηση 2, σύμφωνα με δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου του στις 11/8/2016, δεν έχει ένσταση στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Δίχως βεβαίως αυτό το δεδομένο από μόνο του να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Επιπλέον βεβαίως διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός πως η καθ΄ ης η αίτηση 1 (στο εξής θα καλείται η "καθ΄ ης η αίτηση") καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης ως πρός την έγκριση της αίτησης με 14 συνολικά λόγους ένστασης. [ 8 ] Μετά και από εκδίκαση και απόρριψη αιτημάτων των αιτητών, πρώτο, για να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και στη συνέχεια, δεύτερο, για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, εν τέλει η εκδίκαση της αίτησης περιορίστηκε σε επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων οι οποίες ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. [ 9 ] Ασφαλώς, κατά την εξέταση του αιτήματος το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του το περιεχόμενο τόσο της αίτησης και των δύο ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αίτησης όσο και της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, των λόγων ένστασης και της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της, όπως βεβαίως και αυτό των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων. [ 10 ] Ευθύς εξ αρχής διευκρινίζεται πως κατά την εξέταση της αίτησης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας καθώς διατηρώντας υπόψη πως το αντικείμενο της είναι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων συνεπώς δεν είναι επιτρεπτή σε αυτή την απόφαση η διάγνωση της ουσίας της έφεσης ή η κατάληξη σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα αναφορικά με τις θεραπείες τις οποίες οι αιτητές ζητούν με την έφεση. [ 11 ] Αξίζει να σημειωθεί έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης πως το αίτημα για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων συνδέεται μεν άμεσα με την έφεση αλλά παράλληλα συνδέεται και έμμεσα με την καταχώρηση της προαναφερόμενης αγωγής 930/16 με την οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης, κατ΄ επέκταση επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 1413/05 στις 19/9/
- Απόφαση δηλαδή η οποία εκδόθηκε πριν από περίπου 11 χρόνια. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της δικηγόρου Κατερίνας Χατζηχαραλάμπους προβάλεται και ο ισχυρισμός στην παράγραφο 3 ότι δέχθηκε ".ψυχική πίεση εκ μέρους των Δικηγόρων της Καθ΄ ής η Αίτηση Νο. 1 και εκ μέρους του Δικαστηρίου δια την άμεση ολοκλήρωση της υπόθεσης." και ότι αναγκάστηκε να αποδεχθεί την έκδοση απόφασης. Αυτά αναφέρονται σε σχέση και με τα όσα αναφέρονται πιο κάτω στην παράγραφο [ 85 ] αυτής της απόφασης. [ 12 ] Το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του τόσο το γεγονός ότι η αίτηση βασίζεται και επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) όσο και τον λόγο ένστασης 7 ως προς το ότι η αίτηση ".είναι παράτυπη και/ή ανεδαφική και/ή εκλείπει αντικειμένου και/ή πάσχει ως πρός τη νομική της βάση και/ή είναι νομικά αβάσιμη, εφόσον αποτελεί ενδιάμεση αίτηση καταχωρηθείσα μέσα στα πλαίσια Αίτησης-Έφεσης, χωρίς αυτό να προνοείται από την ισχύουσα νομοθεσία". [ 13 ] Αποφεύγοντας, προς εξοικονόμηση χρόνου, τον οποιοδήποτε σχολιασμό της χρήσης παράλληλα συζευκτικών και διαζευκτικών συνδέσμων (δηλαδή, του συζευκτικού και διαζευκτικού συνδέσμου "και/ή") εντός του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, υπενθυμίζω πως βεβαίως παρά και τα όσα αναφέρονται στον λόγο ένστασης 7, η καθ΄ ης η αίτηση με τον λόγο ένστασης 6 εισηγείται επίσης πως η αιτήτρια ".δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, ως τίθενται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60". [ 14 ] Δηλαδή, όπως αναδεικνύεται και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, παρά και το γεγονός της θέσης της καθ΄ ης η αίτηση ότι δεν θα πρέπει να εκδίδονται ενδιάμεσα διατάγματα δυνάμει του άρθρου 32 εντός του πλαισίου τέτοιου είδους αιτήσεων (με αναφορά βεβαίως στην έφεση) εντούτοις η καθ΄ ης η αίτηση προβάλει "άνευ βλάβης" και λόγους βάσει των οποίων δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο
- [ 15 ] Διευκρινίζω πως παρά και τη διαπίστωση από το Δικαστήριο, στις ενδιάμεσες του αποφάσεις σε σχέση με την εκδίκαση της αίτησης[1], του μεγάλου βαθμού στον οποίο η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης αποτελείται από επιχειρηματολογία βάσει νομικής συμβουλής, θεωρώ πως στο βαθμό στον οποίο η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία εμπεριέχεται επίσης και στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης, το Δικαστήριο χάριν εύκολης αναφοράς γενικότερα στο σκεπτικό με το οποίο η καθ΄ ης η αίτηση προβάλει την ένσταση της στην έγκριση της αίτησης, πως σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως και πιο πάνω, θα είναι πρόσφορο το Δικαστήριο να αναφέρεται και στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Επιπλέον βεβαίως το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως ακόμη και η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση με τη γραπτή αγόρευση της ευθέως για "σκοπούς πληρότητας" της αγόρευσης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, υιοθετεί στο σύνολο της την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης (παράγραφος 3 της γραπτής αγόρευσης). [ 16 ] Επίσης με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης (παράγραφος 26) αναφέρεται ρητά πως η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων εντός του πλαισίου έφεσης, όπως προνοείται από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/65όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») εφόσον δεν πρόκειται για αγωγή δεν είναι εφικτή καθώς μάλιστα τέτοια έκδοση καταστρατηγεί τη δυνατότητα που παρέχει ο σχετικός Νόμος για ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Εντούτοις, υπενθυμίζω και πάλι, πως άνευ βλάβης, αναφέρονται και οι θέσεις της καθ΄ ης η αίτηση ως προς το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 προς έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. [ 17 ] Η συγκεκριμένη θέση της καθ΄ ης η αίτηση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 25 της γραπτής αγόρευσης της, βασίζεται στην αδυναμία εντοπισμού οποιασδήποτε διάταξης του νομοθετικού πλαισίου του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου η οποία να παρέχει τη δυνατότητα καταχώρησης αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παρά μόνο έφεσης για ακύρωση της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» η οποία, όπως προσθέτει, είναι τελική και όχι ενδιάμεση θεραπεία. [ 18 ] Βεβαίως οφείλω να παρατηρήσω το εξής. Δεν είναι δυνατό να κριθεί ως ιδιαίτερα πειστική η απλή προβολή μίας γενικής θέσης και μάλιστα μίας τόσο απόλυτης θέσης. Δίχως αυτή στη συνέχεια να υποστηρίζεται με ανάλογες αναφορές είτε σε νομοθεσία είτε σε νομολογία ή ακόμη και άλλης αυθεντίας, όπως, παραδείγματος χάριν, σε κάποιο σχετικό σύγγραμμα. Δηλαδή, δεν αποτελεί επιχειρηματολογία η απλή, γενική, αλλά και μετέωρη από άποψης στοιχειοθέτησης της, αναφορά πως η έφεση «...δεν πρόκειται για αγωγή μέσα στο πλαίσιο της οποίας είναι εφικτή η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος». Αποτελεί επιχειρηματολογία βεβαίως η αναφορά πως τέτοια έκδοση καταστρατηγεί τη δυνατότητα που παρέχει ο σχετικός Νόμος για ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» καθώς υπάρχει ο ανάλογος συσχετισμός των προνοιών του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ με το ενδεχόμενο έκδοσης προσωρινού διατάγματος. [ 19 ] Όμως είναι αρκετή αυτή η εισήγηση ως προς την ύπαρξη καταστρατήγησης έτσι ώστε να θεωρηθεί πως δεν παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 32; Θα μπορούσε βεβαίως βάσει αυτής της εισήγησης να προκύψει η ανάδειξη της ακαταλληλότητας της επιδίωξης μίας ενδιάμεσης θεραπείας εντός του πλαισίου της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από την απαγόρευση ή απουσία δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 32 εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης διαδικασίας. [ 20 ] Ουσιαστικά η απόλυτη θέση η οποία προβάλλεται είναι πως μόνο σε περίπτωση αγωγής είναι εφικτή η εφαρμογή του άρθρου 32 και η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο θα επανέλθει σε αυτό το σημείο πιο κάτω καθώς η εξέταση του κρίνεται απαραίτητη προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. [ 21 ] Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως η ορθότερη προσέγγιση προς απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο η θέση της καθ΄ ης η αίτηση ευσταθεί, σε σχέση δηλαδή με την μη εφαρμογή του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει να έχει ως αφετηρία την ίδια τη νομοθετική πρόνοια δυνάμει της οποίας παρασχέθηκε το δικαίωμα στους αιτητές να καταχωρήσουν την έφεση τους. [ 22 ] Συνεπώς, πρόθεση του Δικαστηρίου είναι πρώτα να εξεταστεί η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου και μετά να εξεταστεί και το θέμα κατά πόσο όντως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν θα πρέπει να τύχει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 23 ] Παράλληλα βεβαίως το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αιτητών υποστηρίζουν με δική τους εισήγηση πως η δυνατότητα καταχώρησης έφεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιορίζεται μόνο στα όσα προνοούνται σχετικά από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. [ 24 ] Βεβαίως πέραν και από τον τρόπο εφαρμογής του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου προκύπτει και ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρεται με τον λόγο ένστασης 3 σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση «...είναι ουσιαστικά και τυπικά εσφαλμένη εφόσον τόσο δια της νομικής της βάσης, όσο και δια του αιτητικού και του τίτλου της, προκύπτει ότι συγχέει τις διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ειδικότερα, πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες και η Τράπεζα εν πάση περιπτώσει δύναται δια Νόμου όπως προχωρήσει παράλληλα τις εν λόγω διαδικασίες». [ 25 ] Αναφέρεται, επί του προκειμένου ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης, στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης του, στη διαφορετικότητα μεταξύ της «διαδικασίας ιδιωτικής πώλησης», όπως ο ίδιος την αποκαλεί, και της «διαδικασίας πώλησης με ΑΝΠ», δηλαδή όπως εξηγεί, τη διαδικασία που προωθείται μέσω του Κτηματολογίου, τονίζοντας πως πρόκειται «...για διαφορετικές διαδικασίες εναντίον των οποίων υποβάλλονται διαφορετικές Αιτήσεις-Εφέσεις, οι οποίες ερείδονται επί συγκεκριμένης βάσης». Προφανώς, ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης με το αρκτικόλεξο «ΑΝΠ» αναφέρεται στη διαδικασία αναγκαστικής πώλησης. [ 26 ] Βεβαίως παρά και την πιο πάνω επισήμανση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης, στη συγκεκριμένη περίπτωση με αναφορά και σε γεγονότα, επίσης έχοντας ως βάση τη νομική συμβουλή την οποία είχε λάβει, η διαφορετικότητα στην οποία αναφέρεται είναι εμφανής και από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αίτησης, ιδιαίτερα δε της ένορκης δήλωσης του Χριστοφή Κούνουνα και των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται σε αυτή την ένορκη του δήλωση. [ 27 ] Συγκεκριμένα τα τεκμήρια 1Δ, 1Ε και 1ΣΤ, με αντίστοιχη αναφορά στους αριθμούς φακέλου ΑΝΠ31/16, ΑΝΠ32/16 και ΑΝΠ33/16, δηλαδή σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου προς τον εξ αποφάσεως χρεώστη, για κατάθεση αίτησης για αναγκαστική πώληση ακινήτου σύμφωνα με τα άρθρα 98 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί μέχρι και την ημερομηνία της γνωστοποίησης. [ 28 ] Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η διαφορετικότητα και γι΄ αυτό εξετάζεται πιο κάτω από το Δικαστήριο. [ 29 ] Υπενθυμίζω απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης πως και η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση στην παράγραφο 2 της γραπτής αγόρευσης της αναφέρει σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες των παραγράφων (Γ) έως και (ΣΤ) της αίτησης τα εξής. Ότι αυτές «...αφορούν στη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου μέσω αίτησης αναγκαστικής πώλησης στο Κτηματολόγιο, που τυγχάνουν χειρισμού από τους εκπροσώπους του Κτηματολογίου και ως εκ τούτου η Τράπεζα δεν έχει ασχοληθεί με αυτές τις διαδικασίες, οι οποίες εν πάση περιπτώσει βρίσκονται σε αρχικό στάδιο και καθιστούν πρόωρη την Αίτηση σε σχέση με το αιτητικό που αφορά σε αυτές». [ 30 ] Βεβαίως αυτό το οποίο παρατηρείται επί του συγκεκριμένου θέματος είναι πως η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση πέραν και από αυτή την αναφορά δεν αναπτύσσει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος. Ούτε όμως και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αιτητών αναπτύσσουν οποιαδήποτε επιχειρηματολογία η οποία να υποστηρίζεται από σχετικές αυθεντίες σύμφωνα με τις οποίες να παρέχεται η δυνατότητα παραμερισμού των «ειδοποιήσεων αναγκαστικών πωλήσεων», όπως χαρακτηριστικά περιγράφουν τις γνωστοποιήσεις προς τον εξ αποφάσεως χρεώστη αναφορικά με την κατάθεση αίτησης για καταναγκαστική πώληση ακινήτου, σύμφωνα με τα άρθρα 98 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (όπως αυτός τροποποιήθηκε). [ 31 ] Απορρίπτουν μεν τη θέση ότι συγχέουν τις διαδικασίες πλειστηριασμού και καταναγκαστικής πώλησης προτείνοντας μάλιστα ότι δεν «δικαιούται» (προφανώς εννοεί «δικαιούνται» στον πληθυντικό) να «προχωρήσει» ταυτόχρονα με τις δύο διαδικασίες. Προτείνοντας δηλαδή πως θα πρέπει «...να εκποιηθούν όλες οι υποθήκες και μετά να εκποιηθούν τα εμπράγματα βάρη εάν παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο...» προσθέτοντας πως θα «...ήταν κατάχρηση των διαδικασιών να καταχωρούσε άλλη αίτηση διά την πώληση των ακινήτων ... δια τα εμπράγματα βάρη ...». Όμως δεν παραπέμπουν το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ή νομολογία η οποία να υποστηρίζει είτε αυτή τη θέση είτε τη θέση τους πως θα πρέπει πρώτα να εκποιηθούν όλες οι υποθήκες και μετά να «εκποιηθούν τα εμπράγματα βάρη» εάν παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο. [ 32 ] Τέτοιες θέσεις μετέωρες από άποψης στοιχειοθέτησης τους βεβαίως δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως με την προβολή τέτοιων θέσεων οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αιτητών παραγνωρίζουν εντελώς και δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους είτε τα ίδια τα άρθρα 98 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, επί των οποίων βεβαίως βασίζονται και οι γνωστοποιήσεις οι οποίες είχαν αποσταλεί από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, είτε βεβαίως και τη σημασία του σχετικού άρθρου 53 του ίδιου Νόμου. Σε σχέση δηλαδή με τη δυνατότητα η οποία παρέχεται προς τον εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή ως προς την επιβάρυνση γης με εγγραφή δικαστικής απόφασης ως εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. [ 33 ] Αναφορικά δε με την προαναφερόμενη θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών πως θα «...ήταν κατάχρηση των διαδικασιών να καταχωρούσε άλλη αίτηση διά την πώληση των ακινήτων ου (sic) Αιτητή Νο.2 δια τα εμπράγματα βάρη που κατέθεσε εναντίον του η Καθ'ης» αυτή δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Αντιθέτως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κατάχρηση ο τρόπος με τον οποίο οι αιτητές έχουν συμπλέξει τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου όχι μόνο σε σχέση με τη διαδικασία αναγκαστικής πώλησης αλλά και με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. Όμως το Δικαστήριο δεν προσεγγίζει το όλο θέμα υπό αυτή την οπτική. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως παρά και την ύπαρξη του λόγου ένστασης 3 (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 24 ] αυτής της απόφασης) η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση δεν βασίζει την επιχειρηματολογία της επί αυτής της βάσης. Κυρίως προβάλλεται με την επιχειρηματολογία της η διαφορετικότητα των δύο διαδικασιών. Επί αυτής της διαφορετικότητας βασίζεται και το Δικαστήριο βεβαίως καθότι διατηρώντας υπόψη και την ύπαρξη συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας ασφαλώς και δεν έχει άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει τα όσα προνοούνται εντός αυτής. [ 34 ] Εντός της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών υπάρχει αναφορά στο άρθρο 51 του σχετικού Νόμου με εισήγηση πως αυτό «...υπερισχύει των τυχόν ειδικών προνοιών του άρθρου 44, του οποίου γίνεται αναφορά στο άρθρο 51». Μάλιστα η εισήγηση των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών ολοκληρώνεται με την εξής αναφορά. Συγκεκριμένα ότι παρά και το γεγονός πως το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ καθορίζει μόνο τέσσερεις τρόπους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» εντούτοις το άρθρο 51 «...αφήνει ευρύ το πεδίο εφαρμογής παραμερισμού...» της. Το Δικαστήριο εξετάζει γενικά το συγκεκριμένο θέμα πιο κάτω. Παρατηρείται όμως έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης πως η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών αγνοεί το δεδομένο πως η αναφορά στο άρθρο 44 εντός του άρθρου 51 είναι στο άρθρο 44 το οποίο ανήκει στο Μέρος VI του σχετικού Νόμου και όχι στα άρθρα 44Α έως και 44ΙΑΑ τα οποία ανήκουν στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Επιπλέον, το άρθρο 44 αναφέρεται στη δυνατότητα ενός ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώξει με πολιτική αγωγή την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφληση του ποσού το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Θέμα εντελώς διαφορετικό από τα όσα θέματα εγείρονται σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 35 ] Επιστρέφοντας στην επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση παρατηρείται πως παρά και το γεγονός πως οι σχετικές αναφορές της γίνονται στο μέρος IV της γραπτής αγόρευσης, σε σχέση δηλαδή με τη βασική της θέση της καθ΄ ης η αίτηση πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, εντούτοις αναφέρονται στις παραγράφους 23 και 24 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση τα ακόλουθα. [ 36 ] Πως παρά και το γεγονός πως «..η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού εδράζεται στις διατάξεις του τροποποιηθέντος περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου ... τόσο η παρούσα Αίτηση, όσο και η κυρίως Αίτηση-Έφεση, συγχέουν τις δύο διαδικασίες πώλησης ακινήτων είτε μέσω Κτηματολογίου είτε μέσω ιδιωτικής πώλησης και αιτούνται ταυτόχρονα παρόμοια διατάγματα μέσω της ίδιας Αίτησης» προσθέτοντας ειδικότερα πως «...η διαδικασία ιδιωτικής πώλησης με πλειστηριασμό αφορά στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/11938 και 0/8175, για τα οποία στάλθηκε η επίδικη Ειδοποίηση, ενώ η διαδικασία πώλησης με ΑΝΠ αφορά τη διαδικασία που προωθείται μέσω του Κτηματολογίου...». [ 37 ] Τέλος, εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση είναι πως πρόκειται «...για διαφορετικές διαδικασίες, εναντίον των οποίων υποβάλλονται διαφορετικές Αιτήσεις-Εφέσεις, οι οποίες ερείδονται επί συγκεκριμένης νομικής βάσης...» καταλήγοντας στη συνέχεια με εισήγηση πως η «...συνδυαστική καταχώριση μίας αίτησης ... εκτός από παράτυπη...» είναι και καταχρηστική. [ 38 ] Βεβαίως δεν συμπεριλαμβάνεται λόγος ένστασης στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση ως προς το ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Ούτε και το Δικαστήριο κρίνει πως θα πρέπει αυτεπάγγελτα να εξετάσει τέτοιο θέμα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα κατάχρησης στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 39 ] Έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης παρατηρείται πως όντως είναι εμφανές πως οι αιτητές τόσο με την έφεση όσο και με την αίτηση συμπλέκουν τουλάχιστον δύο διαφορετικές διαδικασίες. Μάλιστα η ίδια η εισήγηση των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών ως προς την εφαρμογή του άρθρου 51 του σχετικού Νόμου ανεξάρτητα και από τα όσα προνοούνται σχετικά από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ[2] ουσιαστικά αναδεικνύει αυτό το σύμπλεγμα διαδικασιών. Όσο και να μην εξετάζεται από το Δικαστήριο η ουσία της έφεσης ασφαλώς το δεδομένο αυτό δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί κατά την εξέταση παραγόντων σχετικά με το κατά πόσο δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τον παράγοντα της πιθανότητας επιτυχίας της έφεσης ή κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. [ 40 ] Η γενική αναφορά του Δικαστηρίου πιο πάνω στις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων σε αυτό το εισαγωγικό μέρος της απόφασης ασφαλώς δεν έχει ως σκοπό την περίληψη του συνόλου της επιχειρηματολογίας η οποία έχει παρουσιαστεί και η οποία βεβαίως λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στο σύνολο της ανεξάρτητα και από την μη επανάληψη της εντός του κειμένου αυτής της απόφασης. [ 41 ] Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει τα σημαντικότερα, βάσει της δικής του αντίληψης, θέματα τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του και τα οποία κρίνονται ως βασικά και καθοριστικά αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης. Β. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ [ 42 ] Κατ΄ αρχάς οφείλω να διευκρινίσω το εξής. Όλα τα δεδομένα τα οποία είχαν προηγηθεί της καταχώρησης τόσο της έφεσης όσο και της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση λογικά συνηγορούν υπέρ της εξής πολύ απλής αλλά βασικής για την έκβαση αυτής της απόφασης διαπίστωση. Ο λόγος για τον οποίο οι αιτητές έχουν προχωρήσει στη λήψη δικαστικών μέτρων είναι η έναρξη της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Τα δεδομένα αυτά κυρίως αποτελούνται από τα ίδια τα έγγραφα τα οποία οι ίδιοι οι αιτητές έχουν επισυνάψει τόσο στην έφεση όσο και στην αίτηση αναφορικά με την προαναφερόμενη διαδικασία, δηλαδή τις γραπτές ειδοποιήσεις σύμφωνα με τους διάφορους τύπους οι οποίοι προβλέπονται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Επίσης βασικό σχετικό δεδομένο είναι και η ίδια η χρονική πτυχή της προαναφερόμενης διαδικασίας. Παραδείγματος χάριν, δεν είναι τυχαίο ασφαλώς το γεγονός ότι οι αιτητές μερίμνησαν έτσι ώστε να καταχωρήσουν την έφεση εντός της χρονικής περιόδου των 30 ημερών η οποία προνοείται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. [ 43 ] Παρατηρείται απλά πως οι αιτητές, δικαιωματικά βεβαίως, αξιοποίησαν αυτή την προθεσμία στο έπακρο με την καταχώρηση της έφεσης στις 29/6/
- Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να μην παρατηρηθεί πως από τις 30/5/2016 οι αιτητές είχαν ενημερωθεί για την ημερομηνία της σκοπούμενης πώλησης, δηλαδή στις 15/9/
- Αυτό θα έπρεπε να τους έθετε σε εγρήγορση σε σχέση με την εφαρμογή το συντομότερο δυνατό της οποιασδήποτε διαθέσιμης διαδικασίας προς παραμερισμό της ειδοποίησης για τη σκοπούμενη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό. Συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της επιλογής τους να καταχωρήσουν και αίτηση για την εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων για την οποία εν τέλει χρειάστηκαν επιπρόσθετη χρονική περίοδο σχεδόν άλλων 30 ημερών. [ 44 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης πως ο καθορισμός χρονικών προθεσμιών εντός μίας νομοθεσίας δεν είναι τυχαίος αλλά αποσκοπεί στη δυνατότητα ολοκλήρωσης μίας οποιασδήποτε διαδικασίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση της πώλησης ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας διά μέσω μίας νέας διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, εντός μίας εύλογης χρονικής περιόδου προς επίτευξη του οποιουδήποτε γενικότερου σκοπού του συγκεκριμένου Νόμου. Επιπλέον, η οποιαδήποτε καθυστέρηση η οποία θα ήταν δυνατό να αποφευχθεί αναμφίβολα δημιουργεί και αχρείαστα επιπρόσθετη πίεση ως πρός την ολοκλήρωση και της οποιασδήποτε προβλεπόμενης δικαστικής διαδικασίας. [ 45 ] Βεβαίως το Δικαστήριο δεν αγνοεί το δεδομένο πως η ίδια χρονική περίοδος προνοείται και στο άρθρο 51 του σχετικού Νόμου. Όμως η εισήγηση των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών ως πρός την εφαρμογή του άρθρου 51 δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο [ 34 ] αυτής της απόφασης. [ 46 ] Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη πως υπάρχει ειδική πρόνοια για το συγκεκριμένο θέμα στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου αλλά ακόμη και γενικότερη αναφορά στο θέμα της άσκησης του δικαιώματος καταχώρησης έφεσης από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο στο άρθρο 44ΙΓ σε σχέση με την άσκηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA, πραγματικά η εισήγηση ως πρός την εφαρμογή του άρθρου 51 και μάλιστα έτσι ώστε αυτό να "υπερισχύει" των προνοιών του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ορθή. [ 47 ] Βεβαίως η υποβολή ως προς το ότι το άρθρο 51 υπερισχύει αρχικά γίνεται σε σχέση με το άρθρο 44 αλλά στη συνέχεια η εισήγηση ολοκληρώνεται με θέση ως προς το ότι αν και το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ καθορίζει μόνο τέσσερεις τρόπους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου "ΙΑ" εντούτοις το άρθρο 51 ".αφήνει ευρύ το πεδίο εφαρμογής παραμερισμού.". Κυρίως έχει σημασία βεβαίως το γεγονός πως καθώς υπάρχει ειδική πρόνοια στο σχετικό Νόμο δεν νοείται αντί αυτής να παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής μίας άλλης πρόνοιας γενικότερης εμβέλειας. Προς τι τότε η ύπαρξη της ειδικής πρόνοιας; Ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτή η θέση αντικατοπτρίζει ορθά τον σκοπό του νομοθέτη στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 48 ] Συνεπώς, το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα διατηρώντας υπόψη ως βάση αυτού του αιτήματος τα όσα προνοούνται σχετικά από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου ενώ δεν γίνεται δεκτή η εισήγηση πως αυτό θα μπορούσε ή θα έπρεπε να εξεταστεί υπό το πρίσμα οποιασδήποτε άλλης νομοθετικής πρόνοιας του σχετικού Νόμου και ιδιαίτερα δε του άρθρου 51 του σχετικού Νόμου. [ 49 ] Διευκρινίζω βεβαίως πως η διαπίστωση αυτή ισχύει σε σχέση με τις θεραπείες οι οποίες ζητούνται με τις παραγράφους (Α) και (Β) της αίτησης. Σε εξέταση των οποίων το Δικαστήριο επανέρχεται πιο κάτω. Ενώ σε σχέση με τις θεραπείες οι οποίες ζητούνται βάσει των παραγράφων (Γ) έως και (ΣΤ) της αίτησης θεωρώ πως η ορθότερη προσέγγιση είναι ακριβώς να τύχει εφαρμογής η νομοθεσία σε σχέση με αυτές και όχι με οποιοδήποτε τρόπο να συνδεθούν με τη διαδικασία η οποία ρητά προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω η θέση ως προς το ότι τίθεται ως προϋπόθεση η εκποίηση όλων των υποθηκών και μετά η εφαρμογή πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία βαρύνεται με την εγγραφή δικαστικής απόφασης δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο καθότι τέτοια πρόνοια δεν υπάρχει στη σχετική νομοθεσία. Επιπλέον βεβαίως ούτε και οι δικηγόροι των αιτητών έχουν προτείνει την ύπαρξη είτε της οποιασδήποτε νομοθετικής βάσης ή νομολογίας προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Απλά την πρότειναν ως μία θέση προς υποστήριξη άλλης θέσης βάσει της οποίας απορρίπτουν τη βασιμότητα του λόγου ένστασης 3 ως προς το ότι συγχέουν τις διαδικασίες πλειστηριασμού και καταναγκαστικής πώλησης. [ 50 ] Υπενθυμίζω επί του προκειμένου πως σύμφωνα με το άρθρο 98 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ανεξάρτητα από τις διατάξεις του ίδιου Νόμου, ".ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να πωληθεί προς εκτέλεση χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη χρέους ή διάταγμα του Δικαστή μετά την παρέλευση ενός χρόνου από το έτος κατά το οποίο η γη επιβαρύνθηκε με εγγραφή της δικαστικής απόφασης.". Ως πρός την προβλεπόμενη διαδικασία όταν λήξει το έτος, σύμφωνα με το άρθρο 99 του ίδιου Νόμου, ".ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής αφού δώσει ειδοποίηση στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους[3], δύναται να αποταθεί στον αρμόδιο λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου για την πώληση της ιδιοκτησίας σε εκτέλεση για το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους που απόμεινε, και ο λειτουργός αυτός προβαίνει ακολούθως στην πώληση, εκτός αν ο οφειλέτης χρέους αμφισβητήσει το ποσό του οφειλόμενου χρέους, όπου στην περίπτωση αυτή το ζήτημα παραπέμπεται σε Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου.". [ 51 ] Επομένως, πέραν και από την πρόβλεψη από τον νομοθέτη συγκεκριμένης διαδικασίας παροχής ειδοποίησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη αναφορικά με τη διαδικασία αναγκαστικής πώλησης αξίζει να σημειωθεί επίσης πως ουσιαστικά στην πράξη η γνωστοποίηση η οποία δίδεται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου αποτελεί περισσότερο κοινοποίηση ενημερωτικής φύσης προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία βαρύνεται με εγγραφή δικαστικής απόφασης παρά απόφασης του ίδιου του Διευθυντή, δηλαδή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου[4] έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα ενεργοποίησης των διατάξεων του άρθρου 51 του σχετικού Νόμου. Παρά και το γεγονός πως το άρθρο 51 αναφέρεται και στη δυνατότητα υποβολής έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο σε περίπτωση κατά την οποία παραβλάπτονται τα συμφέροντα οποιουδήποτε προσώπου από οποιαδήποτε γνωστοποίηση του Διευθυντή. [ 52 ] Κυρίως όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί επί του συγκεκριμένου θέματος και η ειδική αλλά και ρητή πρόνοια του άρθρου 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (όπως αυτός τροποποιήθηκε), σύμφωνα με την οποία ουσιαστικά είναι ο εξ αποφάσεως πιστωτής ο οποίος ενεργοποιεί τη διαδικασία πώλησης δίδοντας πρώτα ειδοποίηση στον εξ αποφάσεως οφειλέτη και στη συνέχεια αποτείνεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό για την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας προς εκτέλεση του εξ αποφάσεως χρέους. [ 53 ] Ουσιαστικά στη συνέχεια ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός προβαίνει στην πώληση και η μοναδική εξαίρεση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 99 σε σχέση με αυτή τη διαδικασία πώλησης είναι η περίπτωση αμφισβήτησης του ποσού του οφειλόμενου χρέους και στην οποία περίπτωση το ζήτημα παραπέμπεται σε Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω δε πως σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου Νόμου ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να πωληθεί προς εκτέλεση χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη χρέους ή διάταγμα του Δικαστή με μοναδική προϋπόθεση την παρέλευση ενός έτους από το χρόνο κατά το οποίο η γή επιβαρύνθηκε με εγγραφή της δικαστικής απόφασης (".after one year has elapsed from the time when the judgment has been made a charge on the land by registration"). [ 54 ] Βεβαίως το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα αναφορικά με το πιο πάνω θέμα το οποίο ασφαλώς θα μπορεί να εξεταστεί κατά την εξέταση της ουσίας της έφεσης. Εντούτοις οφείλει εντός του πλαισίου εκδίκασης της αίτησης να καθορίσει επακριβώς επί ποιας βάσης εξετάζεται το αίτημα για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Κρίνω, τονίζω και πάλι εντός του πλαισίου εκδίκασης της αίτησης, πως το αίτημα για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τα δεδομένα επί των οποίων αυτό βασίζεται δεν μπορεί παρά να εξεταστεί εντός του πλαισίου εφαρμογής του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Έτσι ώστε δηλαδή να εξετάζεται κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων σε σχέση μόνο με τις παραγράφους (Α) και (Β) της αίτησης και όχι τις παραγράφους (Γ) έως και (ΣΤ) καθότι δεν έχει ακολουθηθεί η οποιαδήποτε προβλεπόμενη διαδικασία βάσει και του άρθρου 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί πως συνδέεται το αίτημα για ενδιάμεση θεραπεία με διαδικασία η οποία να προβλέπεται βάσει της σχετικής νομοθεσίας σε σχέση με διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακινήτου. [ 55 ] Βεβαίως θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ότι οι αιτητές ουσιαστικά αμφισβητούν το ποσό του οφειλόμενου χρέους εφόσον μάλιστα έχουν καταχωρήσει και σχετική αγωγή (τεκμήριο 14) δηλαδή την αγωγή 930/16 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου με την οποία ζητούν και ακύρωση της απόφασης στην αγωγή 1413/05. Θέμα για το οποίο βεβαίως υπάρχουν σχετικές αναφορές στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης. Εντούτοις διατηρώντας υπόψη το αντικείμενο της αγωγής 930/16 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου διαφαίνεται πως τέτοιο αίτημα θα ήταν ορθότερο να είχε υποβληθεί εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης αγωγής και όχι σε αυτή την έφεση. Καθότι αυτό βεβαίως θα ήταν πιο άμεσα σχετικό και με τις τελικές θεραπείες τις οποίες επιδιώκουν οι αιτητές ως ενάγοντες παρά σε σχέση με την έφεση η οποία, τονίζω και πάλι, πως αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως μία διαδικασία η οποία εντάσσεται στα όσα προβλέπονται σχετικά από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου και ιδιαίτερα βεβαίως και πάλι του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ. [ 56 ] Συνεπώς, παρά και το γεγονός πως έμμεσα ουσιαστικά τίθεται και στην έφεση υπό αμφισβήτηση και το ποσό το οποίο οφείλεται από τους αιτητές γενικότερα ως αποτέλεσμα της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 1413/05, θεωρώ πως με όσα δεδομένα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων βάσει των παραγράφων (Γ) έως και (ΣΤ) είναι εκτός του αντικειμένου της διαδικασίας της έφεσης η οποία αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως μία διαδικασία η οποία έχει ως κύρια νομική βάση το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου και ιδιαίτερα δε του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. [ 57 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί και το εξής σε σχέση και με τον λόγο ένστασης 3 ως προς το ότι οι αιτητές συγχέουν τις διαδικασίες πώλησης. Θα μπορούσαν οι αιτητές να είχαν καταχωρήσει ξεχωριστή έφεση σε σχέση με τις γνωστοποιήσεις για αναγκαστική πώληση. Εντούτοις ουσιαστικά έχουν ενσωματώσει το αίτημα τους σε σχέση με τις γνωστοποιήσεις (τεκμήρια 1Δ έως και 1ΣΤ) εντός της ίδιας έφεσης και βεβαίως κατ΄ επέκταση εντός αυτής της αίτησης. Όμως πραγματικά διατηρώντας υπόψη και την ημερομηνία η οποία αναφέρεται επί αυτές (3/3/2016) είναι αμφίβολο εάν θα μπορούσε να κριθεί ότι η έφεση σε σχέση με αυτές τις θεραπείες έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα έτσι ώστε να μπορούσε να κριθεί πως υπάρχει και πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται θεραπείες ως απαραίτητη προϋπόθεση προς έκδοση σχετικών προσωρινών διαταγμάτων. Αποτελεί και αυτό το σημείο μία ένδειξη της σύγχυσης η οποία προκαλείται από το γεγονός πως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αιτητών έχουν συμπλέξει εντός της ίδιας έφεσης δύο εντελώς διαφορετικές διαδικασίες πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας. [ 58 ] Επομένως διευκρινίζεται απλά πως αυτό το οποίο εξετάζεται πλέον από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο δικαιολογείται η αίτηση σε σχέση με την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους (Α) και (Β) της αίτησης ενώ, βάσει του προαναφερόμενου σκεπτικού, το αίτημα δεν γίνεται δεκτό σε σχέση με τις παραγράφους (Γ) έως και (ΣΤ). [ 59 ] Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) τηρουμένου ".οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα.". Σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του ίδιου Νόμου πολιτική διαδικασία ".περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασίαν άλλη ή ποινικήν διαδικασίαν." ενώ ποινική διαδικασία ".σημαίνει οιανδήποτε διαδικασίαν εισαγόμενην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου καθ΄ οιουδήποτε προσώπου προς επίτευξιν τιμωρίας αυτού δι΄ οιονδήποτε αδίκημα διά παράβασιν οιουδήποτε νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας.". Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Polynikis Tourist Enterprises Ltd ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 136/2013, ημερομηνίας 20/2/
- Θεωρώ ως δεδομένο ότι η έφεση αποτελεί πολιτική διαδικασία και πως το Δικαστήριο εντός του πλαισίου εξέτασης της αίτησης ασκεί πολιτική δικαιοδοσία. Υπενθυμίζω επίσης πως το άρθρο 32 ανήκει στο Τέταρτο Μέρος του περί Δικαστηρίων Νόμου εντός του οποίου παρατίθενται οι εξουσίες των Δικαστηρίων. Δηλαδή, εντός του συγκεκριμένου άρθρου του Νόμου αναφέρεται η δυνατότητα, ως μέρος των εξουσιών των Δικαστηρίων, της έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων. [ 60 ] Πραγματικά δεν έχει προταθεί οποιαδήποτε πειστική επιχειρηματολογία ή παρουσιαστεί οποιαδήποτε αυθεντία η οποία να υποστηρίζει τη θέση πως δεν υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 32 στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ως εκ τούτου η θέση αυτή δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο έστω και εάν όντως ούτε και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία το άρθρο 32 να είχε εφαρμοστεί είτε, πρώτο, σε παρόμοια διαδικασία όπως την έφεση εντός της οποίας βεβαίως εντάσσεται και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης είτε, δεύτερο, σε σχέση με την ίδια την έφεση βάσει του σχετικού Νόμου. Ως προς το δεύτερο αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο εφόσον η τροποποίηση του σχετικού Νόμου βάσει της οποίας καθιερώθηκε αυτή η νέα διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από ενυπόθηκο δανειστή τέθηκε σε ισχύ ακριβώς πριν δύο χρόνια από σήμερα, δηλαδή στις 9/9/
- Επιπλέον, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση και γενικά σε σχέση με τη διαδικασία έφεσης η οποία προνοείται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο κατά πόσο από άποψης πρακτικής εφαρμογής της συγκεκριμένης διαδικασίας προσφέρεται η επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας δυνάμει του άρθρου 32 και όχι απευθείας εκδίκαση της ίδιας της έφεσης παρά μίας ενδιάμεσης διαδικασίας όπως η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 61 ] Βεβαίως η διαπίστωση πως υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 32 έστω και εάν αυτή προϋποθέτει παράλληλα και εφαρμογή επίσης των προϋποθέσεων του συγκεκριμένου άρθρου, όπως αυτές έχουν αναλυθεί από σχετική νομολογία, δεν οδηγεί παράλληλα και σε συμπέρασμα πως η διαδικασία της έφεσης είναι είτε διαδικαστικά είτε ουσιαστικά αντίστοιχη με αυτή μίας πολιτικής αγωγής σύμφωνα και πάλι με το άρθρο ερμηνείας του περί Δικαστηρίων Νόμου εντός του οποίου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι αγωγή ".σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχόμενην διά κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού.". Αναπόφευκτα συνεπώς ορισμένα στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη στη νομολογία μας σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 32 σε περίπτωση πολιτικής αγωγής δεν υπάρχουν έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη σε εξέταση αίτησης η βάση της οποίας να είναι το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Παραδείγματος χάριν, δικόγραφα ή η επιδίωξη διάφορων θεραπειών βάσει αξίωσις σε πολιτική αγωγή. [ 62 ] Οι ίδιοι οι αιτητές έχουν επιλέξει την καταχώρηση αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εντασσόμενης εντός μίας έφεσης δυνάμει του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου και όχι εντός του πλαισίου της αγωγής 930/16 η οποία καταχωρήθηκε την ίδια ημερομηνία που καταχωρήθηκε η έφεση. Δεν εισηγείται βεβαίως το Δικαστήριο πως αυτή θα ήταν η ορθότερη επιλογή. Απλά διευκρινίζεται πως έστω και να αποδέχεται το Δικαστήριο τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 32 στην αίτηση υπό εξέταση αυτό δεν σημαίνει ότι παράλληλα θα πρέπει να αγνοηθεί η όλη απλότητα των λόγων παραμερισμού οι οποίοι αναφέρονται εντός του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Είναι επί αυτών των λόγων παραμερισμού που παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 32. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτή η δυνατότητα παρέχεται. Παραδείγματος χάριν, ως πρός το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει η πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται θεραπεία. [ 63 ] Συνεπώς διατηρώντας μεν υπόψη τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ως πρός το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην ακρόαση της έφεσης και η πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται θεραπεία και λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους τέσσερεις λόγους πραγματικά δεν διαπιστώνεται έστω και εκ πρώτης όψεως να έχει προταθεί είτε υπό μορφή μαρτυρίας είτε επιχειρηματολογίας και να αναδεικνύεται η πιθανότητα της επιτυχούς στοιχειοθέτησης οποιουδήποτε από αυτούς τους λόγους. [ 64 ] Διευκρινίζω βεβαίως πως σε αυτή τη διαδικασία εκδίκασης μίας αίτησης προς εξασφάλιση μίας ενδιάμεσης και προσωρινής θεραπείας το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της έφεσης. Παράλληλα όμως εφαρμόζοντας τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν είναι δυνατό κατά την εξέταση τους να μην εξεταστεί κατά πόσο τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως υπάρχει η πιθανότητα επιτυχίας στην απόδειξη της ύπαρξης αυτών των τεσσάρων λόγων. [ 65 ] Δεν έχει ικανοποιηθεί πραγματικά το Δικαστήριο πως υπάρχει αυτή η πιθανότητα οι αιτητές κατά την εκδίκαση της έφεσης να αποδείξουν ότι δικαιούνται τις θεραπείες τις οποίες ζητούν σε σχέση με τα ακόλουθα. Πρώτο, πως η συγκεκριμένη ειδοποίηση σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου κατά τον τύπο "ΙΑ", ".δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις.", δεύτερο, πως αυτή ".δεν έχει δεόντως επιδοθεί.", και τρίτο, ότι αυτή ".έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή.". [ 66 ] Ο τέταρτος λόγος είναι ότι ".εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)." δηλαδή σε σχέση με την ειδοποίηση κατά τον τύπο "Ι". [ 67 ] Υπενθυμίζω όμως το εξής. Η αγωγή 930/16 καταχωρήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία στην οποία καταχωρήθηκε και η έφεση, δηλαδή στις 29/6/2016. Συνεπώς πως είναι δυνατό να θεωρηθεί πως αυτή εκκρεμεί σε σχέση με τις ειδοποιήσεις ημερομηνίας 9/2/2016; [ 68 ] Εάν γινόταν δεκτή η θέση των αιτητών ότι ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση τότε αυτό θα οδηγούσε σε αποδοχή πως σε κάθε περίπτωση καταχώρησης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου "ΙΑ" ο εφεσείων θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ύπαρξη του τέταρτου λόγου παραμερισμού απλά καταχωρώντας κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης και σχετικής αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση τύπου "Ι". Θεωρώ πως αυτό όχι μόνο λογικό δεν είναι δυνατό να κριθεί αλλά επιπλέον ούτε και θα μπορούσε να κριθεί πως αυτό συνάδει με το πνεύμα του σχετικού Νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 69 ] Διαπιστώνεται δηλαδή πως σκοπίμως έχει καταβληθεί εκ των υστέρων μία προσπάθεια δημιουργίας από τους αιτητές εκείνων των δεδομένων βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί ότι ικανοποιείται ο τέταρτος λόγος παραμερισμού προς αποφυγή ουσιαστικά των συνεπειών της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, δηλαδή της ειδοποίησης τύπου "ΙΑ". [ 70 ] Διατηρώντας υπόψη τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου, εάν όντως οι αιτητές ως οι ενυπόθηκοι οφειλέτες στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαν πρόθεση αμφισβήτησης του δικαιώματος της καθ΄ ης η αίτηση να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου τότε γιατί δεν άσκησαν προηγουμένως το δικαίωμα τους να προχωρήσουν με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι Νόμους και Κανονισμούς, παρά μόνο περίμεναν μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης, εξαντλώντας και την προβλεπόμενη προθεσμία των τριάντα ημερών, έτσι ώστε εν τέλει να καταχωρήσουν και την αγωγή τους κατά την ίδια ημερομηνία; [ 71 ] Διευκρινίζω παράλληλα πως και η σχετικότητα της αγωγής η οποία έχει καταχωρηθεί με την ειδοποίηση τύπου "Ι" μόνο ως έμμεση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί διατηρώντας υπόψη και την όλη εμβέλεια αυτής βάσει και των θεραπειών στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Όπως είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό κυρίως σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό το οποίο αναφέρεται στην ειδοποίηση τύπου "Ι". [ 72 ] Όμως περισσότερη σημασία αναφορικά με το κατά πόσο ικανοποιείται έστω και εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη του τέταρτου λόγου σε σχέση με την εξέταση της πιθανότητας οι αιτητές να δικαιούνται θεραπείας, έχει η χρονική πτυχή της ταυτόχρονης καταχώρησης της αγωγής με την έφεση. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης εξαρτάται άμεσα από την ύπαρξη και αυτού του λόγου σε περίπτωση κατά την οποία, με το ίδιο σκεπτικό, δεν κρίνεται, έστω και εκ πρώτης όψεως, πως καταδεικνύεται η πιθανότητα επιτυχούς απόδειξης ως πρός την ύπαρξη των υπόλοιπων τριών λόγων παραμερισμoύ της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. [ 73 ] Βεβαίως σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Δ ο διορισμός των εκτιμητών γίνεται "τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ". Θεωρώ πως η φράση αυτή με τη γραμματική της ερμηνεία, δηλαδή η ερμηνεία με την οποία συντελείται η μεταβίβαση της σκέψης του νομοθέτη στη δική μας σκέψη αλλά και με τη λογική της ερμηνεία, δηλαδή αυτή η οποία στηρίζεται στη δομή της σκέψης του νομοθέτη και η οποία ερμηνευτική προσέγγιση ελέγχει το πόρισμα της γραμματικής ερμηνείας με κριτήριο το λόγο[5] σε συνδυασμό και με τελεολογική ερμηνεία του συγκεκριμένου εδαφίου, σε σχέση δηλαδή με το σκοπό του σχετικού Νόμου, προκύπτει το εξής συμπέρασμα. Θα πρέπει πρώτα να τηρηθούν οι διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ υπό την εξής έννοια. Εφόσον προνοείται μία διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης με καταχώρηση έφεσης θα πρέπει πρώτα να εκδικαστεί η συγκεκριμένη έφεση και να εκδοθεί απόφαση πριν από την εφαρμογή του άρθρου 44Δ σε σχέση με τη διαδικασία εκτίμησης ενυπόθηκου ακινήτου. Θεωρώ πως δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας η έναρξη του εδαφίου
(1)του άρθρου 44Δ με τις λέξεις «Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ...». Θέτοντας το πολύ απλά ο σχετικός Νόμος καθορίζει δύο ξεχωριστά στάδια με αυτό της έφεσης να προηγείται αυτό της διαδικασίας εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου. [ 74 ] Πως εφαρμόζεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε σχέση με την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η συγκεκριμένη ερμηνεία; Θεωρώ πως δεν μπορούν παρά να ληφθούν υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση. Αυτό το οποίο προκύπτει έχοντας ως βάση τη μαρτυρία την οποία οι ίδιοι οι αιτητές παρουσίασαν είναι το εξής. [ 75 ] Καταχώρησαν μεν εμπρόθεσμα την έφεση τους βάσει του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ στις 29/6/2016 μετά και από επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» στις 30/5/2016 αλλά παρέλειψαν να επιδόσουν την έφεση τους στην καθ' ης η αίτηση αμέσως ή τουλάχιστον το συντομότερο δυνατό παρά μόνο μετά και από την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση στις 28/7/2016, δηλαδή η επίδοση έγινε την 1/8/2016, δύο εργάσιμες ημέρες μετά από την καταχώρηση της αίτησης. Σύμφωνα με τα όσα δεδομένα έχουν προηγηθεί ως προς την επίδοση άλλων αιτήσεων προς την καθ΄ ης η αίτηση δεν διαφαίνεται καν η οποιαδήποτε δυσκολία στο να είχε επιτευχθεί νωρίτερα επίδοση προς την καθ΄ ης η αίτηση. Θεωρώ δηλαδή πως ουσιαστικά δικαιολογημένα η καθ΄ης η αίτηση θα μπορούσε να ενεργήσει κατά το μεσοδιάστημα των τουλάχιστον 30 ημερών με την εύλογη εντύπωση πως δεν είχε καταχωρηθεί η οποιαδήποτε έφεση βάσει του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Εφόσον δεν είχε λάβει γνώση του συγκεκριμένου δεδομένου παρά μόνο και μετά τη λήξη όχι απλώς μίας χρονικής περιόδου 30 ημερών από τις 30/5/2016 αλλά μίας επιπρόσθετης χρονικής περιόδου πέραν των 30 ημερών. Παράλληλα βεβαίως υπήρχε κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου και αλληλογραφία μεταξύ της δικηγόρου Ευαγγελίας Πουλλά και της καθ΄ ης η αίτηση σε σχέση με το θέμα των εκτιμήσεων (τεκμήριο 16 στην αίτηση) δίχως να ενημερώνεται σχετικά η καθ΄ης η αίτηση ως προς την ύπαρξη της έφεσης η οποία ήδη είχε καταχωρηθεί. [ 76 ] Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εξέταση του τρόπου χειρισμού του όλου θέματος από δικηγόρο η οποία μάλιστα εν τέλει δεν συμπεριλαμβάνεται στους δικηγόρους οι οποίες όντως καταχώρησαν την έφεση. Βεβαίως η εμπλοκή της ως δικηγόρος σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση προκύπτει από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης μεταξύ της οποίας υπάρχουν και σχετικές αναφορές στην αγωγή 1413/
- Η αναφορά του Δικαστηρίου στην αλληλογραφία δεν γίνεται υπό μορφή αξιολόγησης της συμπεριφοράς είτε της συγκεκριμένης δικηγόρου είτε των δικηγόρων οι οποίες όντως καταχώρησαν την έφεση. Η αναφορά γίνεται ως μέρος ενός δεδομένου. Δηλαδή, το δεδομένο πως η καθ΄ης η αίτηση δεν ενημερώθηκε με επίδοση της έφεσης ως προς την ύπαρξη της συγκεκριμένης διαδικασίας μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και μετά από επίδοση η οποία έγινε την 1/8/
- [ 77 ] Ενώ βεβαίως έχοντας υπόψη και τα στενά χρονικά πλαίσια σε σχέση με την προώθηση της έφεσης, δηλαδή διατηρώντας υπόψη την καθορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού στις 15/9/2016, αναμφίβολα απωλέσθηκε πολύτιμος χρόνος για την εκδίκαση όχι τόσο της αίτησης αλλά της ίδιας της έφεσης. Εφόσον δηλαδή επιδιώχθηκε με αχρείαστη ουσιαστικά καθυστέρηση επιπρόσθετης περιόδου τουλάχιστον 30 ημερών η εξασφάλιση ενδιάμεσης θεραπείας ενώ ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε επιδιωχθεί η εξασφάλιση τελικής θεραπείας εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος. [ 78 ] Αυτά αναφορικά με το ιστορικό της αίτησης και τη δυνατότητα σύνδεσης του με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Έχοντας υπόψη την ερμηνεία η οποία δίδεται από το Δικαστήριο στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Δ δεν αποκλείεται σε περίπτωση κατά την οποία προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού σε σχέση με τις δύο περιπτώσεις των παραγράφων (Α) και (Β) της αίτησης εν τέλει να κριθεί ότι αυτή πάσχει από ακυρότητα καθότι δεν τηρήθηκε η συγκεκριμένη πρόνοια του εδαφίου
(1)του άρθρου 44Δ. Αυτό από μόνο του όμως δεν καθορίζει και την έκβαση αυτής της απόφασης σε σχέση με το αίτημα των αιτητών για μία ενδιάμεση θεραπεία μέχρι και την εκδίκαση της έφεσης και της αγωγής. [ 79 ] Αξίζει να σημειωθεί και το εξής. Η διατύπωση των παραγράφων (Α) και (Β) της αίτησης είναι πανομοιότυπη με αυτή των παραγράφων (Α) και (Β) της έφεσης με μοναδικές εξαίρεσεις πρώτο, της φράσης "να αναστέλλεται και/ή" πριν από τη φράση "να παραμερίζεται" και δεύτερο, την επιδίωξη ως τελικής θεραπείας στην έφεση ως καθοριστικού χρονικού σημείου παραμερισμού ή ακύρωσης να είναι μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής 930/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ενώ στην περίπτωση της αίτησης το χρονικό σημείο αυτό να είναι μέχρι την τελική εκδίκαση και της έφεσης και της αγωγής. [ 80 ] Σαφώς θα ήταν ορθότερο εντός του πλαισίου επιδίωξης μίας ενδιάμεσης θεραπείας να μην επιδιωκόταν με την αίτηση ο παραμερισμός ή η ακύρωση της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης παρά μόνο η αναστολή είτε της ισχύς της συγκεκριμένης ειδοποίησης είτε της διαδικασίας η οποία ενεργοποιείται από την ημερομηνία επίδοσης της. [ 81 ] Ο παραμερισμός της ειδοποίησης εντός του πλαισίου της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ μόνο ως τελική θεραπεία είναι δυνατό να ιδωθεί από το Δικαστήριο. Συνεπώς η αίτηση θα έπρεπε να αποσκοπούσε μόνο στην εξασφάλιση μίας ενδιάμεσης και όχι παράλληλα τελικής θεραπείας. Αυτό δεν σημαίνει ότι εφόσον το αίτημα τίθεται και διαζευκτικά ή έστω στο βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να κριθεί ότι αυτό δικαιολογείται, αυτό να εγκριθεί σε σχέση μόνο με την αναστολή είτε της ειδοποίησης είτε ουσιαστικά της διαδικασίας η οποία ενεργοποιείται με την έκδοση και επίδοση της. [ 82 ] Βεβαίως όμως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως εάν εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα, έστω για αναστολή μόνο της ισχύς της ειδοποίησης τύπου "ΙΑ", τότε κατ΄ επέκταση αυτό το οποίο θα εξασφαλιστεί θα είναι το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό των τελικών θεραπειών οι οποίες ζητούνται με την έφεση καθώς και πάλι η λήξη των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, όπως αυτή ζητείται, θα συνδέεται όχι μόνο με την εκδίκαση της έφεσης αλλά και της αγωγής 930/
- Δηλαδή, οι αιτητές με την αίτηση τους για ενδιάμεσες θεραπείες ουσιαστικά επιδιώκουν την εξασφάλιση θεραπειών οι οποίες θα προσομοιάζουν και θα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τις τελικές θεραπείες τις οποίες ζητούν με την έφεση τους. [ 83 ] Αυτός είναι και ο λόγος εξαιτίας του οποίου το Δικαστήριο αναφέρεται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 60 ] αυτής της απόφασης) στο κατά πόσο θα ήταν πιο πρακτική η εκδίκαση της ίδιας της έφεσης παρά της αίτησης για εξασφάλιση μίας ενδιάμεσης θεραπείας. Επιπλέον βεβαίως επισημαίνεται πως με την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων αυτό το οποίο ζητείται να εξασφαλιστεί από τους αιτητές δεν είναι μόνο η απαγόρευση της διεξαγωγής της διαδικασίας του πλειστηριασμού στις 15/9/2016 αλλά και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. [ 84 ] Ως προς το κατά πόσο οι αιτητές έχουν αναδείξει πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τη θεραπεία στην έφεση για κήρυξη των προνοιών ουσιαστικά ολόκληρου του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου ως αντισυνταγματικές θεωρώ πως πραγματικά οι αιτητές δεν έχουν με την επιχειρηματολογία των δικηγόρων τους προωθήσει την αίτηση τους επί αυτής της βάσης. Η μόνη αναφορά εντός της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών είναι πως ζητείται η κήρυξη του Νόμου ως αντισυνταγματικού δίχως οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες ή προώθηση του συγκεκριμένου στοιχείου της έφεσης έτσι ώστε να καταδεικνύεται η προοπτική επιτυχίας της έφεσης επί αυτής της βάσης. [ 85 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί και το εξής. Ουσιαστικά εντός του πλαισίου της έφεσης έχει καταχωρηθεί μία ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούνται ενδιάμεσες θεραπείες οι οποίες λογικά δεν μπορεί παρά και να συνδέονται με τις τελικές θεραπείες τις οποίες οι αιτητές επιδιώκουν όχι μόνο με την έφεση αλλά και ως αποτέλεσμα της καταχώρησης της αγωγής 930/
- Όμως με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η εξέταση από το Δικαστήριο εκείνων των παραμέτρων οι οποίες συνήθως αναλύονται κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσων θεραπειών σε συνάρτηση δηλαδή και με τις τελικές θεραπείες οι οποίες επιδιώκονται στη διαδικασία στην οποία έχει υποβληθεί αίτημα για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής η οποία έχει καταχωρηθεί. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται τις θεραπείες οι οποίες αναφέρονται επί του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο θα ήταν ορθότερο να είχε καταχωρηθεί αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στην αγωγή 930/16 εφόσον οι αιτητές έχουν επιλέξει με το αίτημα τους να συνδέσουν αυτή την αγωγή με την αίτηση τους για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εντός του πλαισίου της έφεσης. [ 86 ] Ασφαλώς και δεν μπορεί βεβαίως εντός του πλαισίου εξέτασης του αιτήματος για την παροχή μίας ενδιάμεσης θεραπείας να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του και ο βαθμός στον οποίο προσομοιάζουν οι αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες της αίτησης με τις τελικές θεραπείες της έφεσης ως ένας επιπρόσθετος λόγος έτσι ώστε το αίτημα να μην είναι δυνατό να εγκριθεί και γι΄ αυτό τον λόγο. Ανεξάρτητα και από το δεδομένο πως επιδιώκονται με την έφεση και άλλες θεραπείες ιδιαίτερα δε σε σχέση με την κήρυξη προνοιών του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου ως αντισυνταγματικές. [ 87 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και το όλο σκεπτικό του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων κρίνω πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται η απαραίτητη βάση επί της οποίας να δύναται να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και για τις παραγράφους (Α) και (Β) της αίτησης. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της ενώ έχοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εις βάρος των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της έφεσης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με το αίτημα άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος. [2] Σύμφωνα με αυτή την εισήγηση παρά και το γεγονός πως το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ καθορίζει μόνο τέσσερεις τρόπους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» το άρθρο 51 «...αφήνει ευρύ το πεδίο εφαρμογής παραμερισμού των». [3] Στο συγκεκριμένο σημείο όπου υπάρχει υπογράμμιση η μετάφραση δεν είναι και η καλύτερη καθότι στο αγγλικό κείμενο αναφέρεται η φράση "on notice being given to the judgment debtor", δηλαδή αφού δοθεί ειδοποίηση στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Δηλαδή δεν καθορίζεται με σαφήνεια με το άρθρο 99 πως αυτή η ειδοποίηση θα πρέπει να δοθεί από τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η γνωστοποίηση η οποία δίδεται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου ενδεχομένως να καλύπτεται από αυτό το μέρος του άρθρου
- [4] Σχετικό είναι το άρθρο ερμηνείας του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, δηλαδή το άρθρο 2 σύμφωνα με το οποίο «"Διευθυντής" σημαίνει τον Διευθυντήν του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόμενον υπό του Διευθυντού δι' άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόμου, είτε γενικώς είτε δι' ειδικόν τινα σκοπόν». [5] Σχετική είναι η απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Καλλή Δ. στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αίτηση Αρ. 1/96, Αναφορικα με το άρθρο 149(Β) του Συντάγματος, Αίτηση Δ. Χριστόφια και Κοινοβουλευτική Ομάδα ΑΚΕΛ, ημερομηνίας 17/10/
- Αναφέρεται σε 4 μεθόδους ερμηνείας ενώ παραθέτει και το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 266 έως 267 του βιβλίου του Δ. Θ. Τσάτσου, «Συνταγματικό Δίκαιο». Ο τονισμός των γραμμάτων είναι δικός μου ενώ η αναφορά του Δικαστηρίου σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση περιορίζεται σε επανάληψη μόνο των πρώτων δύο μεθόδων. Επιπλέον, ο Καλλής Δ. αναφέρεται και σε αναφορά του Τσάτσου και στην τελεολογική ερμηνεία η οποία ανάγει το σκοπό της διάταξης σε βασικό κριτήριο διαπίστωσης του νοηματικού περιεχομένου του ερμηνευτικού κανόνα. "Η μέθοδος ερμηνείας του Συντάγματος έχει ως αφετηρία τη μέθοδο που αναπτύχθηκε για την ερμηνεία του (κοινού) νόμου, η οποία κινήθηκε μέσα στην εννοιολογία, την ιδεολογία και τη μεγάλη επιστημονική παράδοση του ιδιωτικού δικαίου. Επειδή και το Σύνταγμα, παρά τις ιδιαιτερότητές του, πρωτίστως και κυρίως είναι νόμος, η ερμηνευτική του προσέγγιση δεν μπορεί παρά να εκκινεί από τους βασικούς κανόνες ερμηνείας του κοινού νόμου (βλ. και Α. Μανιτάκης, Συνταγματικό Δίκαιο, ο.π., σ.31, ΕΥ. Βενιζέλος, Μαθήματα, ο.π., σ.196 επ.). Οι κανόνες που κυριάρχησαν, κυρίως στην ερμηνεία του (ρωμαϊκού) ιδιωτικού δικαίου, διατυπώθηκαν από τον θεμελιωτή της λεγόμενης 'ιστορικής σχολής' του δικαίου Friedrich Carl von Savigny (1778-1864) στο έργο του System des heutigen romischen Rechts (τ.Ι, 1840, σ. 213 επ.)." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο