← Κύπρος

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΩΝ, ΜΕΣΑΖΟΝΤΩΝ & ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΗΩ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Trust International Insurance Co (Cyprus) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 827/2016, 28

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΩΝ, ΜΕΣΑΖΟΝΤΩΝ & ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΗΩ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Trust International Insurance Co (Cyprus) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 827/2016, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 827/2016 Μεταξύ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΩΝ, ΜΕΣΑΖΟΝΤΩΝ & ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΗΩ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πάφο Ενάγουσας και

  1. Trust International Insurance Co (Cyprus) Ltd από τη Λευκωσία
  2. Ανδρέας Σοφοκλέους, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 06.06.16 για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία: 28.09.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Κ. Δημητρίου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση: κος Κ. Καλλής (η κα Ε. Χαραλάμπους για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 06.06.16 η Ενάγουσα (στο εξής η 'Αιτήτρια') προώθησε μονομερή αίτηση στην οποία ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση') και/ή στους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή ή αντιπροσώπους αυτής να έλθει σε επαφή με οποιονδήποτε τρόπο τηλεφωνικώς και/ή γραπτώς και/ή προφορικώς και/ή άλλως πως με το πελατολόγιο της Αιτήτριας, το περιεχόμενο του οποίου επισυνάπτεται στην εν λόγω αίτηση ως Τεκμήριο 5, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 4, 5 και 7-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, 8 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύς του διατάγματος περιέχονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 06.06.16 του κυρίου Αλέξιου Σταυρινίδη, διευθυντή της Αιτήτριας, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, από τις 02.11.11 η Αιτήτρια συνεργάζεται με την Καθ' ης η αίτηση στην άσκηση εργασιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης δυνάμει σχετικής άδειας που εξασφάλισε από την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Ως λεπτομέρειες της συνεργασίας ο ενόρκως δηλών επικαλείται τα εξής: (α) Η Αιτήτρια θα διέθετε το πελατολόγιο της στην Καθ' ης η αίτηση με σκοπό η τελευταία να παρέχει υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης στους πελάτες της πρώτης. (β) Η αμοιβή της Αιτήτριας θα ήταν προμήθεια ανάλογα με το ασφαλιστικό συμβόλαιο που θα ήταν αντικείμενο συνομολόγησης μεταξύ του πελάτη της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτησης. (γ) Η Αιτήτρια θα ήταν υπεύθυνη για τη συνολική είσπραξη των ποσών των ασφαλίστρων, τα οποία θα παρέδιδε στην Καθ' ης η αίτηση και θα αποκόπτονταν από το χρεωστικό υπόλοιπο της Αιτήτριας με την Καθ' ης η αίτηση να πλήρωνε σε μεταγενέστερο χρόνο την ανάλογη προμήθεια στην Αιτήτρια. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, η συνεργασία της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτησης λειτούργησε χωρίς προβλήματα μέχρι τις 21.11.14 που το χρεωστικό υπόλοιπο της πρώτης προς τη δεύτερη ανήλθε στα €108.
  4. Σε σχέση με το οφειλόμενο αυτό ποσό στις 08.12.14 εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον της Αιτήτριας, η οποία δεσμεύτηκε να το αποπληρώσει καταβάλλοντας μηνιαίως το ποσό των €1.000 (εκ παραδρομής ο ενόρκως δηλών αναφέρει €2.000). Αντίγραφο της εν λόγω δικαστικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4Α. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα η Αιτήτρια να συμφωνήσει με την Καθ' ης η αίτηση στη μεταφορά των εργασιών της πρώτης στα κεντρικά γραφεία της δεύτερης, οι οποίες συνεχίστηκαν στη βάση του ιδίου πελατολογίου και με τον ίδιο τρόπο με τη διαφοροποίηση ότι από τα ποσά των προμηθειών που προορίζονταν για την Αιτήτρια θα αφαιρείτο αυτόματα κάθε μήνα ποσό €2.
  5. Σύμφωνα πάντοτε με τον ενόρκως δηλών, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Δεκέμβριο 2015 η Αιτήτρια ενώ έπρεπε να είχε εισπράξει ποσά προμηθειών συνολικού ύψους €17.332 (προκύπτει από την αφαίρεση ποσού €41.332,46 που ο ενόρκως δηλών θεωρεί ως συνολικές πληρωμές που έγιναν στην Καθ' ης αίτηση την περίοδο εκείνη με βάση στοιχεία που λέει ότι συγκέντρωσε από το οικονομικό αρχείο της Καθ' ης η αίτησης από το ποσό €24.000 που αποτελεί το σύνολο αποκοπών για το έτος 2015 δυνάμει της δικαστικής απόφασης), τελικά εισέπραξε λιγότερα. Για τους δε μήνες Ιανουάριο μέχρι Μάιο 2016, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι δεν εισέπραξε κανένα ποσό προμήθειας ενώ θα έπρεπε με γνώμονα την παραγωγή που υπήρχε και την μηνιαία αφαίρεση ποσού €2.
  6. Συνάντηση του ενόρκως δηλών με τον οικονομικό και γενικό διευθυντή της Καθ' ης η αίτησης δεν επίλυσε το ζήτημα. Στις 26.05.16 και περί ώρα 12:00 το μεσημέρι ο ενόρκως δηλών παρατήρησε υπάλληλο της Καθ' ης η αίτησης να αφαιρεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του αρχεία με το πελατολόγιο και τις οικονομικές καταστάσεις της Αιτήτριας λέγοντας πως είχε λάβει οδηγίες από τον διευθυντή της Καθ' ης η αίτησης, Εναγόμενο
  7. Επειδή ο ενόρκως δηλών δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση στα οικονομικά αρχεία και το πελατολόγιο της Αιτήτριας από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή αποτάθηκε σε εξειδικευμένο τεχνικό, ο οποίος κατάφερε να διασώσει μερικά από τα αρχεία εκείνα. Ακολούθως στις 27.05.16, 28.05.16 και 03.06.16 ο ενόρκως δηλών ανέκτησε όλα τα τυπωμένα αρχεία της Αιτήτριας που βρίσκονταν στο γραφείο του, το οποίο στεγαζόταν στα γραφεία της Καθ' ης η αίτησης. Στην πιο πάνω ενέργεια του ενόρκως δηλών η Καθ' ης η αίτηση αντέδρασε με επιστολή ημερομηνίας 31.05.16 (Τεκμήριο 7), στην οποία ο ενόρκως δηλών απάντησε με συστημένη επιστολή ημερομηνίας 02.06.16 (Τεκμήρια 8 και 9). Όπως περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει, περί τις 03.06.16 πληροφορήθηκε από τη γραμματέα του ότι η Καθ' ης η αίτηση θα χρησιμοποιούσε το πελατολόγιο της Αιτήτριας χωρίς τη συγκατάθεση της για να αποστείλει στις 06.06.16 επιστολές σε πελάτες της Αιτήτριας στις οποίες θα τους έλεγε ότι η συνεργασία μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτησης έχει διακοπεί με απώτερο στόχο την οικειοποίηση του πελατολογίου και την οικονομική κάρπωση. Το πιο πάνω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 14.06.
  8. Εκείνη την ημέρα ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί 13 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της ένστασης, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:

(1)Η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που να παραπλανεί το Δικαστήριο.
(2)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την έκδοση και συνέχιση της ισχύος του διατάγματος.
(3)Η αίτηση είναι κακόπιστη.
(4)Η Αιτήτρια κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να επιδιώκει την αιτούμενη θεραπεία του προσωρινού διατάγματος. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60),165, 165Α και 185 του Περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002, στο άρθρο 360 του Περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2016 (Ν.38(Ι)/2016), στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 14.06.16 του κυρίου Γιάννου Παλάζη, Διευθυντή του Τμήματος Πιστωτικού Ελέγχου της Καθ' ης η αίτησης, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την ακύρωση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Αυτό που συνοπτικά σημειώνεται μέσα από την ένορκη δήλωση Παλάζη είναι ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε την ύπαρξη διαφόρων εγγράφων που κατά τη γνώμη της Καθ' ης η αίτηση αλλοιώνουν την εικόνα των πραγματικών γεγονότων παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο. Ειδικότερα ο ενόρκως δηλώνει ότι υπήρξε απόκρυψη του περιεχομένου της σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα ημερομηνίας 06.12.10 που υπογράφηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτησης, τη συμφωνία αναγνώρισης οφειλής και διαφοροποίησης όρων συνεργασίας ημερομηνίας 21.11.14, γραμμάτιο ημερομηνίας, συμφωνία έγγραφης αναγνώρισης οφειλής λογαριασμού χρεωστικού υπολοίπου ημερομηνίας 11.02.14, συμφωνία αποληρωμής χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού ημερομηνίας 11.02.14, συμφωνία αναγνώρισης οφειλής λογαριασμού χρεωστικού υπολοίπου ημερομηνίας 06.10.14 και επιστολή ημερομηνίας 06.11.14 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου στην οποία σημειώνεται η καταχώρηση της Αιτήτριας στο Κ.Α.Π. Είναι ακόμη η θέση του Παλάζη ότι η προσπάθεια της Αιτήτριας να παρουσιαστεί ως το νομικό πρόσωπο που διέθεσε το προσωπικό της πελατολόγιο στην Καθ' ης η αίτηση (Τεκμήριο 5) με σκοπό η τελευταία να παρέχει υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης στα άτομα που περιέχονται σ' αυτό είναι παραπλανητική. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών το Τεκμήριο 5 αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της Καθ' ης η αίτηση, το οποίο ετοιμάστηκε και έτυχε επεξεργασίας από την ίδια μετά που καταχωρίστηκε στο ηλεκτρονικό αρχείο της. Το εν λόγω έγγραφο αποτελεί μέρος του μηχανογραφικού συστήματος της Καθ' ης η αίτησης από το οποίο και εκτυπώθηκε. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι το Τεκμήριο 5 περιέχει ονόματα ατόμων που είναι ασφαλισμένα στην Καθ' ης η αίτησης και ανήκουν σ' αυτήν το χρονικό διάστημα της ασφαλιστικής κάλυψης επειδή είναι με αυτή που έχουν συμβατική σχέση σαν πελάτες ενώ η Αιτήτρια λειτουργεί μόνο σαν ασφαλιστικός πράκτορας μέσα σε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που καθορίζεται από την σχετική νομοθεσία χωρίς έτσι να της ανήκει οποιοδήποτε άτομο ως πελάτης. Η Αιτήτρια συστήνει πελάτες στην Καθ' ης η αίτηση και η τελευταία δικαιούται αμοιβή υπό μορφή προμήθειας για κάθε ένα από αυτούς, η οποία είναι συμφωνημένη δυνάμει της σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα ημερομηνίας 06.12.
  1. Δικαιούχος όμως των ασφαλίστρων είναι η Καθ' ης η αίτηση, τα οποία έπρεπε να διαβιβάζονταν σ' αυτήν από την Αιτήτρια που τα εισέπραττε αφαιρουμένων των προμηθειών ή ακυρώσεων εντός 90 ημερών από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου και αμέσως με την παραλαβή των ασφαλιστικών συμβολαίων. Η επαγγελματική συνεργασία της Αιτήτριας με την Καθ' ης η αίτηση εδραζόταν σε μεταξύ τους συμφωνίες. Είναι η θέση του ενόρκως δηλών ότι η Αιτήτρια παραβίασε τις εν λόγω συμφωνίες. Ειδικότερα, με βάση τα λεγόμενα του ενόρκως δηλών, ασφάλιστρα που είχαν εισπραχθεί από την Αιτήτρια δεν παραδόθηκαν στην Καθ' ης η αίτηση αλλά οικειοποιήθηκαν από τον διευθυντή της πρώτης οδηγώντας έτσι στη δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου. Τρεις επιταγές που δόθηκαν από την Αιτήτρια για πληρωμή μέρους του χρεωστικού υπολοίπου δεν τιμήθηκαν με αποτέλεσμα το όνομα της Αιτήτριας να καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. Στην προσπάθεια της να βοηθήσει την Αιτήτρια η Καθ' ης η αίτηση πρότεινε τη μεταστέγαση της πρώτης στα γραφεία της δεύτερης στην Πάφο καθώς και την παροχή υπαλλήλου που να υποστηρίζει την εισπρακτική δυνατότητα του γραφείου της, πράγμα που έγινε. Τα προβλήματα όμως συνεχίστηκαν. Συνεπεία αυτού η Καθ' ης η αίτηση τον Σεπτέμβριο 2014 αφαίρεσε τη δυνατότητα της Αιτήτριας να έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό της αρχείο. Σε σχέση με το ύψος των πληρωμών που η Αιτήτρια έπρεπε να είχε καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση αλλά και των προμηθειών που αυτή δικαιούταν η Καθ' ης η αίτηση προβάλει εκδοχή διαφορετική από αυτή της Αιτήτριας. Παράλληλα είναι η θέση του ενόρκως δηλών ότι η Αιτήτρια συνέχισε να μην παραδίδει στην Καθ' ης η αίτηση όλα τα ασφάλιστρα που εισέπραττε. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, η Αιτήτρια παραδέχτηκε την πιο πάνω συμπεριφορά της και ζήτησε τα ασφάλιστρα που εισέπραξε κατά παράβαση των συμφωνιών να αφαιρεθούν από ποσά προμηθειών που θα δικαιούταν. Όπως περαιτέρω ο ενόρκως δηλών είπε, στην πορεία η Αιτήτρια δια του διευθυντή της εξέφρασε την επιθυμία να τερματίσει την συνεργασία της με την Καθ' ης η αίτηση και να συνεργαστεί με άλλη ασφαλιστική εταιρεία που ήταν πρόθυμη να του πληρώνει περισσότερες προμήθειες και γι' αυτό κάλεσε την Καθ' ης η αίτηση να παραλάβει όλα τα σχετικά έγγραφα της συνεργασίας τους όπως για παράδειγμα ασφαλιστικές συμβάσεις, τιμολόγια, αποδείξεις, προτάσεις, εγχειρίδια, εγκυκλίους κ.λ.π. Ένας υπάλληλος της Καθ' ης η αίτησης αποσύνδεσε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Αιτήτριας χωρίς να διαγράψει οτιδήποτε και δίχως να ανακτήσει προσωπικά αρχεία της τελευταίας. Σύμφωνα δε με τον ενόρκως δηλών τα αρχεία που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι διαγράφηκαν δεν υπήρχαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της. Είναι επιπλέον η θέση του ενόρκως δηλών ότι η Αιτήτρια δεν έχει βάση αγωγής, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας ενώ ακόμη και αν δικαιωθεί μπορεί να αποζημιωθεί επαρκώς για τους πελάτες που επικαλείται ότι θα χάσει. Επίσης ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος επειδή η ισχύς του διατάγματος ως έχει εμποδίζει την ομαλή διαχείριση της ασφαλιστικής κάλυψης των ασφαλιζομένων, απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση να επιλύει προβλήματα με τους ασφαλιζομένους, να επικοινωνούν με τους πελάτες και να τους εξυπηρετούν, να ανανεώνουν ή να ακυρώνουν ή να τερματίζουν ασφαλιστικά συμβόλαια και να εισπράττουν ή να επιστρέφουν ασφάλιστρα ενώ παράλληλα προκαλεί εμπόδια στο χειρισμό και διερεύνησης δυστυχημάτων και περιπτώσεων απαιτήσεων. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίστηκε ότι από το επίμαχο πελατολόγιο (Τεκμήριο 5) υπάρχουν 26 περιπτώσεις απαίτησης οι οποίες εκκρεμούν στο Δικαστήριο ενώ άλλες βρίσκονται στο στάδιο της διερεύνησης του ατυχήματος και της απαίτησης, γεγονότα που επίσης η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο. Ένα άλλο στοιχείο που κατά τη γνώμη του ενόρκως δηλών η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο είναι ότι για να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιο του σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία χρειάζεται άδεια από την Έφορο Ασφαλίσεων νοουμένου ότι δεν οφείλει οτιδήποτε στην Καθ' ης η αίτηση και αποτελεί επιθυμία όλων των ασφαλιζομένων του Τεκμηρίου
  2. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίο η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που να παραπλανεί το Δικαστήριο. Τούτο επειδή αν διαπιστωθεί ότι ο λόγος αυτός ευσταθεί καθίσταται αχρείαστη η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης ενώ παράλληλα το προσωρινό διάταγμα παύει να ισχύει. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε μονομερή αίτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (uberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι σε μονομερείς αιτήσεις όπου ένας διάδικος ζητά τη χορήγηση θεραπείας αυτός πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. Τυχόν παράβαση αυτού του καθήκοντος επιφέρει την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογήσει όλα αυτά τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και δεν έχει άλλη επιλογή παρά να στηριχθεί στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή. Στη Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 αναφέρεται στις σελ. 265-266 πως: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, η δε πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Σε κάθε περίπτωση, η απόκρυψη για να επιφέρει ακυρότητα θα πρέπει να αφορά ένα ουσιώδες γεγονός της υπόθεσης γιατί δεν είναι λογικά αναμενόμενο από τον αιτητή να περιλάβει στην αίτηση κάθε γεγονός που γνωρίζει, αν αυτό είναι άσχετο ή ασύνδετο με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη θεραπεία την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει μονομερώς. Έτσι το καθήκον του Αιτητή είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφάσιζε κατά πόσο να εγκρίνει την αίτηση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Castoral v Daventree Resources Ltd Π.Ε. 9/07 ημερ. 10.07.08, United Perlite Industries Ltd v Sayakhat Air Company
(2002)1 Α.Α.Δ. 938 και Χαραλάμπους v Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953. Στην The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, σελ. 1186 γίνεται επίκληση της Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και αναφέρεται πως: «.η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ΄ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Στη Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, αναφέρεται πως: «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξ πάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. .. εναπόκειται στο Δικαστή, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων.» Στη Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.»» Επίσης οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στην υπόθεση Electromatic Constructions Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 268/08 ημερομηνίας 19.03.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η μη αποκάλυψη από μέρους της Αιτήτριας των εγγράφων που αναφέρονται και επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της παραπλάνησε το Δικαστήριο στερώντας του γνώση επί της επαγγελματικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτησης. Είναι γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε τα Τεκμήρια 1-7 και 9 που επισυνάπτονται στην ένσταση της Καθ' ης η αίτησης. Πρόκειται για έγγραφα που καθορίζουν το πλαίσιο της επαγγελματικής συνεργασίας της Καθ' ης η αίτησης με την Αιτήτρια καθώς και τη μορφή αλλά και την πορεία που αυτή λάμβανε. Από μια πρόχειρη ανάγνωση τους φαίνεται ότι η εν λόγω μεταξύ τους επαγγελματική σχέση εδραζόταν σε συμφωνία που στην πορεία τροποποιείτο ένεκα γεγονότων που ο ενόρκως δηλών επικαλείται στη ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση. Αυτά τα περιστατικά φαίνεται εκ πρώτης όψεως να συνάδουν με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Τα εν λόγω γεγονότα αποδίδουν επαναλαμβανόμενη παραβίαση της σύμβασης που υπήρχε μεταξύ της Αιτήτριας ως ασφαλιστικού πράκτορα και της Καθ' ης η αίτησης ως εταιρείας που παρείχε υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται. Ας σημειωθεί ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει τα γεγονότα αυτά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση της στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα, η συνέχιση της ισχύς του οποίου τελεί υπό εξέταση με την παρούσα διαδικασία. Το σύνολο των πιο πάνω επισυνημμένων εγγράφων μαζί με τα περιστατικά που σημειώνονται δίδουν μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων ως προς το λόγο που φαίνεται να οδήγησε την Καθ' ης η αίτηση στην πρόθεση να αποστείλει επιστολές σε ασφαλιζομένους. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου αν ήταν εις γνώση του κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος καθότι η ελλιπής ενημέρωση που προσφερόταν μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δημιούργησε παραπλανητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Είναι ακόμη η θέση της Καθ' ης η αίτησης ότι η Αιτήτρια απέκρυψε το γεγονός της ύπαρξης 26 περιπτώσεων από το πελατολόγιο του Τεκμηρίου 5 στις οποίες εκκρεμούν αντίστοιχες απαιτήσεις ασφαλιζομένων. Πράγματι τέτοια αναφορά δεν υπάρχει μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Ούτε η αναφορά αυτή αντικρούστηκε με μαρτυρία από μέρους της Αιτήτριας, όπως για παράδειγμα μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Παλάζη. Από το πιο πάνω γεγονός συνάγεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος αναμενόταν από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στη λήψη συγκεκριμένων ενεργειών επί 26 περιπτώσεων που αφορούσαν ασφαλισμένα άτομα του επίμαχου Τεκμηρίου
  2. Πρόκειται για ουσιώδες γεγονός που αν ήταν εις γνώση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος θα επηρέαζε την κρίση του αφού έμπρακτα θα υποδείκνυε την ανάγκη άμεσης επαφής και εξυπηρέτησης των εν λόγω ασφαλιζομένων στη βάση διερεύνησης, εκτίμησης και ενεργειών διευθέτησης με ή χωρίς τη βοήθεια ή συνεργασία της Αιτήτριας ως ασφαλιστικού πράκτορα. Επιπλέον η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ότι για τη μεταφορά των ασφαλιζομένων σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία απαιτείται άδεια από την Έφορο Ασφαλίσεων και υπό την προϋπόθεση ότι αποτελεί επιθυμία του κάθε ασφαλιζομένου αλλά και νοουμένου ότι η ίδια η Αιτήτρια δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Καθ' ης η αίτηση. Η εξασφάλιση της συγκατάθεσης του ασφαλιζομένου για τη μεταφορά του σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία αποτελεί προϋπόθεση της νομοθεσίας και ειδικότερα του άρθρου 165Α
(5)του Ν.35(Ι)/2002, ο οποίος καταργήθηκε από το Ν.38(Ι)/2016όταν αυτός θεσπίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 11.04.16 στη βάση των διαφόρων μεταβατικών διατάξεων, όπως αυτές αναλύονται μέσα από τις πρόνοιες της νομοθεσίας αυτής. Ωστόσο δεν αποτελεί γεγονός που θα έπρεπε να είχε προβληματίσει τον ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση αν θα έπρεπε να είχε ή όχι σημειωθεί. Ομοίως η όποια τυχόν άδεια απαιτείται από την Έφορο Ασφαλίσεων δεν αποτελεί γεγονός για να χρειάζεται να σημειωθεί. Η δε αναφορά για προϋπόθεση μη ύπαρξη οφειλής δεν φαίνεται να αποτελούσε κριτήριο με βάση το άρθρο 165Α
(5)του Ν.35(Ι)/2002. Εν πάση περιπτώσει παρόλο ότι η διαπίστωση μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων προδιαγράφει το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης, εντούτοις θα προχωρήσω με την εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης που άπτεται των κριτηρίων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Πρόκειται για προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο, όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, είναι απαγορευτικής φύσεως. Είναι βασικά η θέση της Καθ' ης η αίτησης ότι καμία από τις απαιτούμενες αυτές προϋποθέσεις ισχύει. Η έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ, μέσα από πρόχειρη μελέτη του περιεχομένου του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, ότι η Αιτήτρια εδράζει την αξίωση και θεραπεία που διεκδικεί ως ενάγουσα στην παρούσα αγωγή πάνω σε ισχυρισμό για παράνομη απόκτηση και κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου της από την Καθ' ης η αίτηση με απώτερο στόχο την οικειοποίηση του και την απόκτηση οικονομικού οφέλους από την ίδια εις βάρος της. Όπως διαφαίνεται από τα προαναφερόμενα έγγραφα, η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα αγωγή στη βάση ότι η Καθ' ης η αίτηση ανάκτησε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του διευθυντή της Αιτήτριας χωρίς τη συγκατάθεση του το πελατολόγιο της εταιρείας, το περιεχόμενο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, καθώς και οικονομικά δεδομένα, τα οποία όλα μαζί αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Αιτήτριας και συνεχίζει να τα κατακρατά με παράνομο τρόπο από τις 26.05.16. Στην αγωγή που καταχωρήθηκε η Αιτήτρια ζητεί την έκδοση διατάγματος που να διατάζει αμφότερους εναγομένους να της επιστρέψουν τα επίμαχα αρχεία της καθώς και να επιδικαστούν παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον τους. Εξ' όσον ακόμη μπορεί να γίνει αντιληπτό η αγωγή προωθείται διαζευκτικά πάνω και σε άλλη βάση. Με αφορμή την αναφορά της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η αίτηση στις 06.06.16 σκόπευε να απέστελλε επιστολές σε πελάτες της Αιτήτριας, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης Σταυρινίδη, με περιεχόμενο ενδεχομένως δυσφημιστικό και κακεντρεχές (παράγραφος 37) ζητείται η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει σε αμφότερους εναγομένους να δημοσιεύσουν γραπτώς και/ή να διαδώσουν προφορικά οτιδήποτε που να πλήττει την αξιοπιστία και οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας. Σε σχέση με την παράνομη κατακράτηση κινητής περιουσίας, στην κατηγορία της οποίας εντάσσονται και ηλεκτρονικά αρχεία, σχετικά είναι τα άρθρα 37 και 38 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Στο άρθρο 37 του Κεφ.148 παρέχεται ο ορισμός της παράνομης κατακράτησης αντικειμένου ενώ στο άρθρο 38 της κείμενης νομοθεσίας παρέχεται η διαθέσιμη νομοθετική θεραπεία. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Αστικά Αδικήματα' των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου σελίδες 123-124 τονίζεται ότι το εν λόγω αστικό αδίκημα συνίσταται σε παρακράτηση πράγματος και άρνησης επιστροφής του στον ενάγοντα που είναι ο νόμιμος δικαιούχος του. Βασικό στοιχείο είναι η παράνομη κατακράτηση πράγματος που καταμαρτυρείται με άρνηση επιστροφής του όταν αυτή απαιτηθεί (Sidki v. Drymiotis
(1962)C.L.R. 251). Όπως σημειώνεται στο εν λόγω σύγγραμμα η παράνομη κατακράτηση αντικειμένου είναι συνεχιζόμενο αδίκημα και το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται κατά πρώτο την ημέρα της άρνησης του εναγομένου να το επιστρέψει και συνεχίζεται μέχρι την παράδοση του πράγματος (Panayi v. Artemiou & Others
(1976)3 J.S.C. 510). Το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της κατακράτησης φέρει ο εναγόμενος. Στην υπόθεση Facilities Ltd v. Cooks Cars (Romford) Ltd
(1963)1 W.L.R. 644 λέχθηκε πως σε αγωγή για παράνομη κατακράτηση αντικειμένου η απόδοση θεραπείας δύναται να έχει τρεις μορφές, οι οποίες είναι: (α) η επιδίκαση αποζημιώσεων για την κατακράτηση του αντικειμένου, (β) επιστροφή του αντικειμένου ή πληρωμή της αξίας του, (γ) επιστροφή του αντικειμένου και αποζημιώσεις για την κατακράτηση του αντικειμένου. Πέραν της δυνατότητας αποζημίωσης, το άρθρο 38 του Κεφ.148 παρέχει ως συμπληρωματική θεραπεία την εξουσία έκδοσης διατάγματος επιστροφής του κατακρατούμενου αντικειμένου. Με θέματα που άπτονται δυσφημιστικών σχολίων που έχουν δημοσιευτεί και επιζήμιας ψευδολογίας που καλύπτει προφορικές αναφορές που έχουν γίνει πραγματεύονται τα άρθρα 17-25 του Κεφ.148, στα οποία και παραπέμπω. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη έχει λεχθεί οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αφορούν παράνομη κατακράτηση μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της από την Καθ' ης η αίτηση στη βάση των περιστατικών που ο διευθυντής της Αιτήτριας περίγραψε μέσα από την ένορκη δήλωση του και σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αιτήτριας συνεχίζεται να κατακρατείται από τις 26.05.16 μέχρι σήμερα. Παράλληλα η ίδια υπόθεση εμπεριέχει και στοιχείο προληπτικής αγωγής (quia timet action) καθότι η Αιτήτρια επιχειρεί να εμποδίσει την Καθ' ης η αίτηση από το να δημοσιεύσει δυσφημιστικά σχόλια και να προβεί σε κακεντρεχείς προφορικές δηλώσεις που θα πλήξουν την αξιοπιστία και την οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας βασιζόμενη στη πεποίθηση του διευθυντή της για πρόθεση αποστολής επιστολών στις 06.06.16 από την Καθ' ης η αίτηση σε διάφορους ασφαλιζομένους με στόχο να τραυματίσουν την εικόνα της Αιτήτριας στα μάτια των πελατών της. Προς τούτο η Αιτήτρια αξιώνει ως θεραπεία την έκδοση σχετικού διατάγματος. Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Αιτήτριας και γενικότερα το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν σοβαρά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η προαναφερόμενη πεποίθηση του διευθυντή της Αιτήτριας για πρόθεση κοινοποίησης δυσφημιστικών σχολίων για την αξιοπιστία και οικονομικής κατάστασης μέσω επιστολών που θεωρεί ότι θα αποστέλλονταν σε πελάτες της φαίνεται να εδράζεται σε πληροφόρηση που είχε από τη γραμματέα του χωρίς όμως να υπάρχει αναφορά που να δείχνει μία πρόχειρη εικόνα από πού η εν λόγω γραμματέας αντλεί γνώση του περιεχομένου της επιστολής αυτής. Την ίδια στιγμή η Καθ' ης η αίτηση δεν αρνείται ότι είχε πρόθεση να αποστείλει τέτοια επιστολή σε ασφαλιζομένους της αλλά σημειώνει ότι αυτή θα είχε ως περιεχόμενο την ενημέρωση των πελατών για την επικαλούμενη διακοπή της συνεργασίας της με την Αιτήτρια που είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ενεργούσε υπό την ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα (broker). Η Καθ' ης η αίτηση είχε υποχρέωση να τους ενημερώσει για την εξέλιξη αυτή και οι ίδιοι είχαν δικαίωμα να γνωρίζουν το γεγονός αυτό αφού η Αιτήτρια ήταν ο συνδετικός κρίκος των ασφαλιζομένων και της Καθ' ης η αίτησης εταιρείας που τους παρείχε ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου. Οι ασφαλιζόμενοι που επηρεάζονται από την εξέλιξη αυτή δικαιούνται να είναι ενήμεροι για να μπορέσουν να επιλέξουν αν θα συνεχίσουν να τυγχάνουν ασφαλιστική κάλυψη από την Καθ' ης η αίτηση ή αν θα ακολουθήσουν την Αιτήτρια για να εξασφαλίσουν νέες υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης από άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Υπό αυτήν την έννοια φαίνεται ορθό και συνάμα λογικό το σκεπτικό της Καθ' ης η αίτησης να αποστείλει επιστολή στους ασφαλιζομένους. Με γνώμονα ότι δείγμα επιστολής με το επικαλούμενο δυσφημιστικό για την εικόνα της Αιτήτριας περιεχόμενο δεν έχει επισυναφθεί στην υπό κρίση αίτηση αλλά και ούτε και δίδεται μια πιο συγκεκριμένη εικόνα του περιεχομένου ή του λεκτικού που χρησιμοποιείται, η προοπτική θεμελίωσης της βάσης αγωγής αυτής με τα δεδομένα που ισχυρίστηκε η Αιτήτρια σε αντιδιαστολή με αυτά που έθεσε η Καθ' ης η αίτηση θα έλεγα ότι κυμαίνεται από αδύνατη έως μηδενική. Η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής πάνω σ' αυτή τη βάση μέσα από αντικειμενική θεώρηση των ενώπιον μου στοιχείων και δεδομένων μόνο ορατή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Τόσο η Αιτήτρια όσο και η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζονται ότι το επίμαχο Τεκμήριο 5 αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της μίας και όχι της άλλης εταιρείας. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής η Αιτήτρια βασικά ισχυρίζεται ότι το εν λόγω έγγραφο περιέχει ονόματα ατόμων που συνθέτουν το δικό της πελατολόγιο ως ανεξάρτητη νομική οντότητα που είναι υπό το καθεστώς αυτοεργοτουμένου, για τα οποία άτομα μερίμνησε να εξασφαλίσουν υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης από την Καθ' ης η αίτηση. Επίσης ισχυρίζεται ότι βρισκόταν ηλεκτρονικά αρχειοθετημένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του διευθυντή της Αιτήτριας από τον οποίο προχώρησε σε ανάκτηση υπάλληλος της Καθ' ης η αίτησης. Από την άλλη, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι το Τεκμήριο 5 της ανήκει ως ασφαλιστική εταιρεία που είναι και ως ο αρμόδιος οργανισμός που ήλθε σε επαφή με τα άτομα αυτά στη βάση συμβατικής σχέσης. Το Δικαστήριο δεν σκοπεύει να ασχοληθεί με τους εκατέρωθεν αντίθετους ισχυρισμούς των μερών και να εξηγήσει τη νομική σημασία που τους αποδίδεται. Αυτά δεν εξετάζονται στο στάδιο αυτό αλλά είναι θέματα που θα κριθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής όταν θα υπάρξει πλήρης πληροφόρηση στη βάση ολοκληρωμένης μαρτυρίας που θα προσαχθεί από μέρους των διαδίκων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Ωστόσο θα αναφερθώ σε κάποια στοιχεία που δεν έχουν αμφισβητηθεί τόσο από την Αιτήτρια όσο και από την Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα το Τεκμήριο 5 είναι ένα έγγραφο που έχει ως τίτλο την εμπορική επωνυμία της Καθ' ης η αίτησης. Αυτό είναι κάτι που είναι εξόφθαλμο αφού διαπιστώνεται με μια πρώτη ματιά στο έγγραφο. Επιπλέον προκύπτει ότι στο έγγραφο αυτό περιλαμβάνονται και ονόματα ατόμων που η Αιτήτρια δεν θεωρεί ως πελάτες της. Αυτό πάλι είναι εξόφθαλμο με γνώμονα τη θέση της Αιτήτριας ότι πελάτες της στο Τεκμήριο 5 είναι μόνο τα ονόματα που είναι σε κύκλο. Το γεγονός αυτό τείνει να καταδείξει ότι η Αιτήτρια δέχεται ότι στο εν λόγω τεκμήριο βρίσκονται και ονόματα πελατών της Καθ' ης η αίτησης. Αυτό εκ πρώτης όψεως δίδει την εντύπωση ότι το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να είναι έγγραφο που να ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην Αιτήτρια. Επίσης εκ πρώτης όψεως εκ πρώτης όψεως φανερώνει ότι δεν μπορούσε να βρίσκεται καταχωρημένο αποκλειστικά και μόνο στο προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο της Αιτήτριας. Την ίδια στιγμή ο ενόρκως δηλών στην ένσταση της Καθ' ης η αίτησης εξηγεί αναλυτικά τον τρόπο κατάρτισης του εν λόγω εγγράφου, ανάλυση που δεν αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια με αντεξέταση του ενόρκως δηλών. Αυτό με τη σειρά του τείνει να καταδείξει ότι το Τεκμήριο 5 ετοιμάστηκε από την Καθ' ης η αίτηση, η οποία ως ασφαλιστική εταιρεία που είναι φαίνεται να το επεξεργάστηκε προκειμένου να το καταρτίσει ένα συμπληρωμένο έγγραφο που να περιέχει όλα τα ονόματα και στοιχεία των ατόμων στα οποία προσφέρει υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης και έτσι χρησιμοποιώντας το να είναι σε θέση να ελέγχει και να διαχειρίζεται τα εν ισχύ ασφαλιστικά συμβόλαια. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων μέσα από αντικειμενική θεώρηση τους το ενδεχόμενο να αποδειχτεί ότι το Τεκμήριο 5 είναι περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας που παράνομα κατακρατείται από την Καθ' ης η αίτηση είναι απομακρυσμένο. Καθ' όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας για ανάκτηση και παράνομη κατακράτηση οικονομικών αρχείων της Αιτήτριας από το ηλεκτρονικό αρχείο του υπολογιστή του διευθυντή της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι καμία συγκεκριμένη πληροφορία ή λεπτομέρεια παρέχεται που να προσδιορίζει ποια είναι αυτά που παράνομα κατακρατούνται από την Καθ' ης η αίτηση. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα στη βάση προκαταρκτικής εξέτασης είναι γενικός, αόριστος και ασαφής και ως τέτοιος που φαίνεται να είναι καθιστά απομακρυσμένο έως αδύνατο το ενδεχόμενο θεμελίωσης παράνομης κατακράτησης τέτοιας περιουσίας από την Καθ' ης η αίτηση. Διατηρώντας τα πιο πάνω υπόψη μου θα έλεγα ότι η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής πάνω σ' αυτή τη βάση κάθε άλλο παρά ορατή φαίνεται να είναι. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν δικαιολογείται. Σε περίπτωση που η Αιτήτρια δικαιωθεί στις θέσεις της δεν μπορεί να λεχθεί ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά με αποτέλεσμα να μην δύναται να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη. Οι συνέπειες για την Αιτήτρια από την ισχυριζόμενη παράνομη κατακράτηση του Τεκμηρίου 5 στη χειρότερη τους μορφή θα είναι απώλεια των 530 ατόμων από πελάτες της. Ωστόσο εάν και εφόσον κάτι τέτοιο προκύψει, η απονομή της δικαιοσύνης μπορεί να επιτευχθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος της Αιτήτριας εξουδετερώνοντας έτσι την αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος επιστροφής του επικαλούμενου παράνομα κατακρατηθέντος Τεκμηρίου 5. Εδώ οι αποζημιώσεις αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία έστω και αν ο υπολογισμός τους δυνατό να εμπεριέχει βαθμό δυσκολίας. Εξάλλου η νομολογία στην οποία έγινε αναφορά προηγουμένως καθορίζουν την επιδίκαση αποζημίωσης ως την κυριότερη από τις επαρκείς διαθέσιμες για τον ενάγοντα θεραπείες. Για την οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η αίτησης να παρέχει τέτοιες αποζημιώσεις στο βαθμό και την έκταση που επιδικαστούν, κανένα στοιχείο ή δεδομένο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί καθεστώς αμφιβολίας ως προς την φερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτησης και την οικονομική ικανότητα της να ανταποκριθεί εάν και εφόσον κληθεί να το πράξει. Αυτό με τη σειρά του φαίνεται να εκμηδενίζει τον κίνδυνο η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας, στην οποία να επιδικάζονται αποζημιώσεις προς όφελος της, να παραμείνει ανικανοποίητη. Συνεπώς ούτε η τρίτη προϋπόθεση πληρείται. Εξετάζοντας στη συνέχεια, για χάριν ετοιμασίας ολοκληρωμένης απόφασης, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδοθεί και να βρίσκεται σε ισχύ το αιτούμενο διάταγμα παρατηρώ ότι κάτι τέτοιο κατά πάσα πιθανότητα θα δημιουργήσει πρόβλημα στη διαχείριση ασφαλιστικών συμβολαίων των ατόμων που θα επιλέξουν να παραμείνουν με την Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω θα δημιουργήσει προβλήματα επικοινωνίας της Καθ' ης η αίτησης με πελάτες που επιθυμούν να συνεχίσουν να είναι ασφαλισμένοι κοντά της και παράλληλα θα εμποδίσει τον καλύτερο δυνατό χειρισμό τυχόν απαιτήσεων που προκύψουν. Ακόμη δύναται να δημιουργήσει εμπόδια εκτίμησης περιπτώσεων δυστυχημάτων και γενικότερα εξυπηρέτησης των ασφαλιζομένων. Δεν παραγνωρίζονται οι συγκεκριμένες περιπτώσεις προβλημάτων που αναδύθηκαν στις οποίες ο ενόρκως δηλών Παλάζης αναφέρεται και που δεν έχουν αντικρουστεί από μέρους της Αιτήτριας. Όλα αυτά δείχνουν κίνδυνο να εκθέσουν την Καθ' ης η αίτηση σε παράπονα πελατών για προβλήματα στα οποία δεν θα δίδονται λύσεις καθώς και κίνδυνο η Καθ' ης η αίτηση να θεωρηθεί υπόλογη για παράβαση ασφαλιστικών συμβολαίων. Σε μία τέτοια περίπτωση η εικόνα και η φήμη της Καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος αλλά συγκλίνει στην κατάσταση των πραγμάτων που υπήρχε πριν από την έκδοση του διατάγματος. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 με αποτέλεσμα ο τέταρτος λόγος ένστασης να επιτυγχάνει. Η προδιαγραφόμενη κατάληξη αυτής της αίτησης καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση του πρώτου και δεύτερου λόγου ένστασης που αν γίνει θα έχει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 06.06.16 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) .......................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.