← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Steven Peter Wright κ.α., Αρ. Αγωγής 955/2013, 16/9/2016

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Steven Peter Wright κ.α., Αρ. Αγωγής 955/2013, 16/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A202 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 955/2013 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων και

  1. Steven Peter Wright, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. Andrew Richard Wright, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  3. Alpha Panareti Puplic Ltd, από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 9.6.2015 Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Σ. Ζαννούπας για κα Κ. Αλεξάνδρου Θεοδότου Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κα Στεφάνου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή τους, εναντίον των εναγομένων, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 13/03/2008, το ποσό των CHF354.459,
  4. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων, δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, οι ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στους 1 και 2 και προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων τους οι Εναγόμενοι 3 υποθήκευσαν προς όφελος τους ακίνητη περιουσία στην Πάφο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με έγγραφη συμφωνία εκχώρησαν, κατ' ισχυρισμό των εναγόντων, τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31.12.2007 το οποίο συνήφθη μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 από τη μια και των Εναγομένων 3 από την άλλη, δυνάμει του οποίου οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από τους Εναγόμενους 3 διαμέρισμα στην Πάφο. Στις παραγράφους 9 και 10 του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου τίθενται οι ισχυρισμοί ότι οι Ενάγοντες τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία δανείου ενόψει οφειλόμενων ποσών κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας δανείου. Οπότε με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης τους, οι Ενάγοντες, με διάφορα αιτητικά, επιδιώκουν την είσπραξη του πιο πάνω ποσού δυνάμει της πιο πάνω ισχυριζόμενης συμφωνίας δανείου και δυνάμει των πιο πάνω ισχυριζόμενων εξασφαλίσεων καθώς και διάταγμα σχετικά με την το ακίνητο που ήταν το αντικείμενο του πωλητήριου έγγραφου ημερομηνίας 31.12.
  5. Η διεύθυνση των εναγομένων 1 & 2, όπως αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώ της εναγομένης 3 στην Κύπρο στην Επαρχία Πάφου. Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη 3 την ίδια ημέρα με την καταχώρηση της ήτοι στις 12.4.2013 και η εναγόμενη 3 καταχώρησε δια δικηγόρου εμφάνιση στις 23.3.2015 ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρήσει την υπεράσπιση της. Την 16.5.2013 κατόπιν μονομερούς αίτησης των εναγόντων (αίτηση ημερομηνίας 26.4.2013, ) εκδόθηκαν διατάγματα για επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασεις τους στους εναγόμενους 1 και 2 ως προνοείται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1393/
  6. Το εκδοθέν διάταγμα προνοούσε όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση. Περαιτέρω, οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση να θεωρείται ότι έχει επιδοθεί στους εναγόμενους 1 και 2 εάν αναρτηθεί αντίγραφο της για 5 ημέρες στον πίνακα του Δικαστηρίου. Μετά που επετεύχθη η επίδοση στους εναγόμενους 1 και 2, καταχώρησαν δια δικηγόρου εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 14/01/2015 και στη συνέχεια στις 9/06/2015 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α) Διάταγμα που να διατάσσει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση. Β) Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται η αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων για την επίλυση των επίδικων διαφορών. Γ) Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 16/05/2013 με το οποίο διετάχθη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και ειδοποίησης περί τούτου. Δ) Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η επίδοση της αγωγής. Η αίτηση των εναγομένων 1 και 2 στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1,2 9 και 13, Δ.
  7. Θ.2, Δ.4 Θ.1, Δ.33 Θ.10, Δ.5, Δ.6 Θ. 1,4, 6 - 9, Δ.16 Θ. 9, στο άρθρο 26 του Συντάγματος, στα άρθρα 2,5,14,15,16,17 και 27 - 30 του Ευρωπαϊκού Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, στο αρ. 8 ΠΑΡ. II του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1393/07, στο άρθρο 3 του περί Πολικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 56 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Δικηγόρου κ. Σάββα Ζαννούπα. Με την πιο πάνω ένορκη δήλωση ο ενόρκως δηλών και οι αιτητές, παραθέτουν γεγονότα, στοιχεία και ισχυρισμούς προς υποστήριξη της αίτησης. Τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση αφορούν και αναφέρονται: - Στην επίδικη διαφορά των διαδίκων η οποία πηγάζει από την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13.3.2008 με αναφορά στα γεγονότα και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή συνομολογήθηκε. - Στο ότι οι Αιτητές μαζί με άλλους 229 Ενάγοντες καταχώρησαν αγωγή στο High Court of Justice της Αγγλίας εναντίον των εναγόντων στην παρούσα αγωγή, με αναφορά HQ11X04918 (Τεκμήριο Α) με την οποία ζητούν ακύρωση της πιο πάνω συμφωνίας. - Στην πορεία της παρούσας υπόθεσης, όπως και πιο πάνω καταγράφεται από το ίδιο το Δικαστήριο. Οι θέσεις και οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση καλύπτουν και θίγουν τα ακόλουθα: - Ότι θέμα της δικαιοδοσίας σε σχέση με την απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1 και 2 θα πρέπει να κριθεί με αναφορά στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 44/
  8. - Ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 30 του πιο πάνω Κανονισμού καθότι οι ενάγοντες μετά την καταχώρηση της αγωγής παρέλειψαν να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα για την επίδοση του κλητήριου εντάλματος στους εναγομένους 1 και 2, ήτοι παρέλειψαν να ζητήσουν την άδεια του Δικαστηρίου για να σφραγίζουν το κλητήριο προς επίδοση του στους εναγόμενους 1 και 2 στο Ηνωμένο Βασίλειο και επέδωσαν κλητήριο στις 19/12/
  9. Η επίδοση του κλητηρίου στους εναγόμενους 1 και 2 χωρίς προηγούμενη άδεια για σφράγιση συνιστά μοιραία για την διαδικασία παρατυπία και ισοδυναμεί με μη επίδοση. Ως εκ τούτου, το Κυπριακό Δικαστήριο, δεν έχει αναλάβει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον των εναγομένων 1 και
  10. - Η μη επίδοση της ειδοποίησης που προβλέπεται στο αρ. 8 ΠΑΡ ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, συνιστά άκυρη και ανύπαρκτη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου, του κλητηρίου και των άλλων εγγράφων στους εναγόμενους 1 και 2 και εκ τούτου, το Κυπριακό Δικαστήριο, δεν έχει αναλάβει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον τους. - Στην βάση των πιο πάνω γεγονότων αλλά και εάν δεν γίνει δεκτή η θέση ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει αναλάβει δικαιοδοσία, το Αγγλικό Δικαστήριο απέκτησε πρώτο δικαιοδοσία, δεδομένης της πολύμηνης καθυστέρησης της επίδοσης του κλητηρίου που έγινε στις 19/12/2014, ημερομηνία που έπεται της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής στο Αγγλικό Δικαστήριο. - Η παρούσα αγωγή και η αγωγή στο Αγγλικό Δικαστήριο περιλαμβάνουν τα ίδια μέρη, το ίδιο αντικείμενο και τις ίδιες αιτίες αγωγής εν τη έννοια του άρθρου 27 του Κανονισμού 44/2001 και επειδή το Αγγλικό Δικαστήριο ανέλαβε πρώτο δικαιοδοσία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου είναι υποχρεωμένο να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία μέχρι το Αγγλικό Δικαστήριο αποφασίσει την δικαιοδοσία του. - Ακόμα και αν το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι υποχρεωμένο να αναστείλει την διαδικασία ενώπιον του με βάση το άρθρο 27

(1)του Κανονισμού 44/2001, η αγωγή ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου και η παρούσα αγωγή είναι τόσο «συναφείς» κατά την έννοια του άρθρου 28
(1)ώστε να ενδείκνυται να ακουστούν και να αποφασιστούν μαζί. - Σε περίπτωση που το δικαστήριο δεν αποδέχεται τα πιο πάνω και δεν αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και προχωρήσει να αποφασίσει κατά πόσο έχει δικαιοδοσία, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου επί τη δικαιοδοσίας του, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία επειδή οι αιτητές είναι καταναλωτές στην έννοια του Κανονισμού 44 και επομένως μπορούν να εναχθούν μόνο στα Δικαστήριο του Κράτους Μέλους στο οποίο έχουν την κατοικία τους δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο. - Η επίδικη σύμβαση δεν εμπίπτει στο πλαίσιο επαγγέλματος ή άσκησης εμπορίου εκ μέρους τους και ο σκοπός της είναι ξένος προς τέτοια δραστηριότητα (Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι συνταξιούχοι πρώην υπάλληλοι στις υπηρεσίες υγείας του Ηνωμένου Βασίλειου. Η αγορά του ακινήτου ήταν επί σχεδίου και κανένας από τους εναγόμενους 1 και 2 δεν αγόρασε το ακίνητο ούτε ανάλαβε δάνειο κατά την άσκηση εμπορίας ή επαγγέλματος, Πρόθεση τους ήταν να αγοράσουν ακίνητο για προσωπικούς λόγους και να συνάψουν δάνειο για το σκοπό αυτό). - Η σύμβαση δανείου συντάχθηκε και προτάθηκε για υπογραφή από τους ενάγοντες και τους αντιπροσώπους τους στο Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο του επαγγέλματος και των εμπορικών και τραπεζικών δραστηριοτήτων τους στο Ηνωμένο Βασίλειο την χώρα όπου οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν την κατοικία τους ή από πρόσωπα κατά εντολή των εναγόντων προς ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, για τους σκοπούς του άρθρου 15
(1)(c) του Κανονισμού 44/2001 και η εν λόγω σύμβαση δανείου εμπίπτει στα όρια αυτών των δραστηριοτήτων. - Εάν το δικαστήριο δεν αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία δυνάμει των άρθρων 27
(1)ή 28
(1)του Κανονισμού 44/2001, θα πρέπει να αποφασίσει ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή, και ότι οι ενάγοντες πρέπει να εγείρουν αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ενώπιον Αγγλικού Δικαστηρίου δυνάμει του αρ. 16
(2). Οι ενάγοντες καταχώρησαν γραπτή ένσταση στην αίτηση και προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας αγωγής έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια σύμφωνα με τα άρθρο 22 και/ή 23 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 τα οποία αναδιατυπωθήκαν από τα Άρθρα 24 και 25 του Κανονισμού 1215/
  1. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής με βάση την επίδικη συμφωνία δανείου μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων, αλλά και τον περί Δικαστηρίων Νόμο του
  2. (β) Τα Αγγλικά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για να εκδικάσουν τις μεταξύ των διαδίκων διαφορές και καμία από τις διατάξεις του Κανονισμού 44/2001 που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν προσδίδει τέτοια δικαιοδοσία στα Αγγλικά Δικαστήρια. (γ) Οι ενάγοντες ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία για επίδοση στους εναγόμενους με βάση τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή τον Νόμο και/ή τους Θεσμούς και/ή τους Αγγλικούς Θεσμούς και/ή το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/5/
  3. (δ) Οι εναγόμενοι 1 και 2 κωλύονται από του να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση τους ημερ. 9/6/2015 και στην ένορκη δήλωση που στηρίζει αυτή και οι οποίοι αφορούν την διαδικασία επίδοσης που ακολούθησαν οι ενάγοντες και/ή το είδος των εγγράφων που επιδόθηκαν στους εναγόμενους. Και τούτο διότι επιδόθηκαν τα ορθά έγγραφα σε αυτούς και/ή οι εναγόμενοι έλαβαν πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκαν τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον τους όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα αντιμετώπισης της. (ε) Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν παρουσίασαν σοβαρούς λόγους και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (στ) Η αίτηση των εναγομένων αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια εκ μέρους τους να αποφύγουν και/ή να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες. (ζ) Η αναστολή και/ή ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος και/ή η αναστολή της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή μη βολικότητας θα προσκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στους ενάγοντες. (η) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή ο παραμερισμός του Διατάγματος επίδοσης και/ή της επίδοσης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (θ) Η καταχώρηση της αίτησης των εναγομένων προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (ι) Η αίτηση των εναγομένων είναι παράτυπη και/η ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αυτή γίνεται από δικηγόρο και είναι εν πάσει περιπτώσει εντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. (κ) Δεν έχουν επιδεχθεί επαρκείς λόγοι για την ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 16/5/13 και/ή για την ακύρωση της επίδοσης στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή την αναστολή της διαδικασίας, συνεπώς και η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. (λ) Η παρούσα αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούν οι εναγόμενοι 1 και
  4. (μ) Το αιτούμενο διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί λόγω μη σφράγισης ενόψει του ότι άδεια σφράγισης δεν είναι αναγκαία στην παρούσα περίπτωση. Και τούτο διότι η παρούσα αγωγή στρέφεται και εναντίον διαδίκων (εναγομένων 3) που διεξάγουν εργασίες και/ή διεύθυνση των οποίων βρίσκεται στην Κύπρο. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στους εναγόμενους 3, ήτοι πριν την καταχώρηση της αίτησης των εναγόντων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τους εναγόμενους 1 και
  5. Η ένσταση των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζει από ένορκη δήλωση του κ. Κ. Βρυώνη εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου των εναγόντων για να προβεί σε αυτή, στην οποία καταγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στην σύναψη των επίδικων συμφωνιών, στην φύση της συμφωνίας δανείου, στα διαδικαστικά της υπόθεσης ζητήματα και θέματα, απορρίπτει με την ένορκη του δήλωση τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών που στοχεύουν στην απόδειξη και επιτυχία της αίτησης τους και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης με την υπαγωγή αυτών στις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών καταλήγει πως η αίτηση τους θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  6. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις, τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, και το περιεχόμενο του φακέλου αποτελούν το υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επίσης, η συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 και οι συνήγοροι των εναγόντων έχουν καταθέσει γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων και εισηγήσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί από το δικαστήριο και λαμβάνεται υπόψη, χωρίς ανάγκη επανάληψης του, σχετική αναφορά γίνεται στην συνέχεια και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω ορθό όπως αρχικά εξετάσω τον δέκατο λόγο της ένστασης, ο οποίος σχετίζεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγομένων 1 και 2 η οποία γίνεται από δικηγόρο. Ο λόγος που εξετάζω αυτό τον λόγο ένστασης αρχικά είναι γιατί σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι αυτός ευσταθεί, η αίτηση των εναγομένων 1 και 2 θα παραμείνει επί της ουσίας μετέωρη, χωρίς γεγονότα που να την υποστηρίζουν. Σε ότι αφορά την ενέργεια και τακτική των δικηγόρων να δίδουν μαρτυρία σε υποθέσεις, αυτή έχει χαρακτηρισθεί σε πλείστες αποφάσεις σαν απαράδεκτη και αποφευκτέα, παρά το ότι δεν προσκρούει σε οποιαδήποτε νομοθετική απαγόρευση (Andreou v. Andreou
(1969)1 C.L.R 533, In re Efthymiou
(1987)C.L.R. 329). Τονίζεται επίσης μέσα από την νομολογία, η ανάγκη όπως η πρακτική αυτή αποφεύγεται εκτός αν υφίσταται αδήριτη ανάγκη η οποία θα εξυπηρετούσε την απονομή της δικαιοσύνης. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του (In re Eftymiou
(1987)1 C.L.R 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena και M. Holdinngs Ltd v. E. Rybolovleva, Πολικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009 ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε που ο ομνυών είναι δικηγόρος, κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί που δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην προκειμένη περίπτωση δικηγόρος των εναγομένων 1 και 2 δεν είναι ο κ. Σ. Ζαννούπας που ορκίζεται στην αίτηση, αλλά η κα Κ. Αλεξάνδρου-Θεοδότου. Ο κ. Σ. Ζαννούπας, όπως φαίνεται, είναι ο δικηγόρος που συνεργάζεται με την δικηγόρο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 1 και 2 και που τυπικά εμφανίζεται στο Δικαστήριο εκ μέρους της δικηγόρου των εναγομένων 1 και
  1. Τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο κ. Σ. Ζαννούπας, όπως ο ίδιος δηλώνει, βασίζονται και σε πληροφόρηση την οποία έλαβε από την δικηγόρο των εναγομένων 1 και 2 και επίσης δηλώνει πως έχει μελετήσει τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα καθώς και της υπόθεσης με αριθμό HQ11X04918, επίσης έχει εξουσιοδοτηθεί από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη του δήλωση και τέλος αναφέρει στην παρ. 3 της ένορκης του δήλωσης τον λόγο γιατί οι ίδιοι οι αιτητές δεν μπόρεσαν να το πράξουν (διαμένουν στο εξωτερικό). Παρά το ότι πρόκειται, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, για ενέργεια και τακτική απαράδεκτη και αποφευκτέα, στην κρινόμενη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη ότι πρόκειται ενδιάμεση αίτηση, λαμβάνω επίσης υπόψη μου την φύση της αίτησης και τα εγειρόμενα με αυτή ζητήματα, ως επίσης και τα πιο πάνω που αφορούν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Ζαννούπα συμπεριλαμβανομένης και της εξήγησης που δίδεται, βασισμένη κυρίως στη διαμονή των εναγομένων 1 και 2 στο εξωτερικό σύμφωνα με την υπόθεση D. Rybolovlev (πιο πάνω) και καταλήγω πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου η μαρτυρία αυτή να μην μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος της ένστασης απορρίπτεται. Εξετάζοντας τον 12ο λόγο της ένστασης που σχετίζεται με την νομική βάση της αίτησης, η οποία υποστηρίζουν οι καθ΄ων η αίτηση πως είναι ελλιπής και/ή μη ορθή, έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της αίτησης, τις αιτούμενες θεραπείες και αιτούμενα διατάγματα σε συσχετισμό την νομική βάση επί των οποίων αυτά στηρίζονται, καταλήγω πως η εισήγηση τους δεν ευσταθεί και για αυτό πιο πάνω λόγος της ένστασης απορρίπτεται. Εγειρόμενα ζητήματα σχετικά με την επίδοση:
  2. Η επίδοση του κλητηρίου στους εναγόμενους 1 και 2 χωρίς προηγούμενη άδεια για σφράγιση συνιστά μοιραία για την διαδικασία παρατυπία και ισοδυναμεί με μη επίδοση. Ως εκ τούτου, το Κυπριακό Δικαστήριο, δεν έχει αναλάβει δικαιοδοσία για την εκδίκασης της υπόθεσης εναντίον τους. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 εταιρεία στην Κύπρο την 12/04/2013 και μετέπειτα την 26/04/2013 ζητήθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 και ότι ουδέποτε ζητήθηκε άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου σε σχέση με τους Αιτητές/Εναγομένους 1 και 2 σε οποιοδήποτε στάδιο. Στην περίπτωση κατά την οποία στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζονται εναγόμενοι από τους οποίους ένας τουλάχιστον διαμένει ή εδρεύει στην Κύπρο ενώ άλλοι/άλλος βρίσκονται εκτός Κύπρου τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.6.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με αυτές, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου, μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε κάποιο πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον κάποιου άλλου προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 146, σε σχέση με την τότε ισχύουσα Αγγλική Διαταγή 2 r.6 (που ήταν η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.2 κ.2) αυτή η θεσμική πρόνοια θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (g) της αγγλικής Ο.11 r.1 (που ήταν η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.6 κ.1(h). Σε τέτοια περίπτωση η διαταγή αυτή εφαρμόζεται σε αγωγές όπου ο διάδικος εκτός δικαιοδοσίας τυγχάνει αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος και το κλητήριο έχει επιδοθεί στο διάδικό εντός δικαιοδοσίας. Κατ' αυτό τον τρόπο το κλητήριο μπορεί να εκδοθεί χωρίς άδεια και ο ενάγων αφού επιδώσει το κλητήριο στον εναγόμενο διάδικο εντός της δικαιοδοσίας, τότε αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης ή έκδοσης παράλληλου κλητηρίου για επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας (Halsbury's Laws of England 3rd Ed. Vol. 30 para 588). Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Aγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ. ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, αναφέρθηκε πως η υποβολή αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης εναγομένου που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν επιτρεπτό να μην είχε ληφθεί ή ζητηθεί η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και τούτο γιατί η εναγόμενη 3. βρισκόταν εντός δικαιοδοσίας. H αγωγή ορθά πρώτα επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία, η οποία έχει την διεύθυνση της στην Κύπρο και ακολούθως ζητήθηκε η άδεια για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επίσης, στην απόφαση Pat Joneska v. Ξένια Δημητρίου κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526, τέθηκε από τους Εφεσείοντες το θέμα ότι εφόσον οι Εφεσείοντες βρίσκονταν στο εξωτερικό η σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος χωρίς άδεια του Δικαστηρίου καθιστούσε την αγωγή άκυρη εξ υπαρχής. Αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο ισχυρισμός περί αντικανονικότητας της σφράγισης του Κλητηρίου Εντάλματος πρέπει να αντικριστεί με αναφορά στην Δ.64 η οποία ενεργεί αναδρομικά και σύμφωνα με την οποία κάθε είδους παρέκκλιση συνιστά μόνο παρατυπία και δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω, η εξασφάλιση της άδειας, που οι εναγόμενοι εισηγούνται πιο πάνω, ως απαραίτητο στοιχείο για την ανάληψη δικαιοδοσίας για την εκδίκασης της υπόθεσης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 δεν ήταν αναγκαία και άρα η εισήγηση τους δεν ευσταθεί. Το άρθρο 30 του Κανονισμού 44/2001 που επικαλούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτητές, και συσχετίζουν με το πιο πάνω ζήτημα, έχει ως εξής: Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν :
  1. από την κατάθεση στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο ή
  2. εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, μόλις παραληφθεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο. Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics (πιο πάνω) Α.Α.Δ. 273, εξηγήθηκε ο πως ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής δεν είναι άλλος από το χρόνο που το δικόγραφο παραδίδεται στο πρωτοκολλητείο για καταχώρηση και παίρνει αριθμό προσθέτοντας πως στην υπό εξέταση περίπτωση, η αγωγή καταχωρήθηκε και πήρε αμέσως αριθμό επειδή ο ένας από τους εναγόμενους ήταν Κύπριος (και προφανώς εντός δικαιοδοσίας) συνεπώς η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης των εναγομένων 2 που βρίσκονταν εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία εφόσον η αγωγή στρεφόταν και εναντίον εναγομένου εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Παρέπεμψε δε στην απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd. (βλ. πιο πάνω) καταλήγοντας πως δεν ήταν λογικό οι εναγόμενοι που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλο ή άλλους εναγόμενους επί του ιδίου κλητηρίου που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Επαναλαμβάνοντας όλα όσα πιο πάνω αναφέρω σχετικά με την επίδοση δεν διαπιστώνεται να υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση του άρθρου 30 του Κανονισμού ώστε το παρόν δικαστήριο να λογίζεται ότι δεν επιλήφθηκε της αγωγής. Ο ισχυρισμός ότι μη επίδοση της ειδοποίησης που προβλέπεται στο αρ. 8 ΠΑΡ ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, συνιστά άκυρη και ανύπαρκτη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου, του κλητηρίου και των άλλων εγγράφων στους εναγόμενους 1 και εκ τούτου, το Κυπριακό Δικαστήριο, δεν έχει αναλάβει δικαιοδοσία για την εκδίκασης της υπόθεσης εναντίον τους. Πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau κ.ά. Πολ. Έφ. Ε23 - Ε29/2013 Ημερ.12.4.2016 αποφασίστηκε ότι οι δυο διαπιστωθείσες δικονομικές παραλείψεις, (α) η μη επίδοση της μετάφρασης του επίδικου διατάγματος, και (β) η μη επίδοση της προβλεπόμενης από τον ΕΚ1393/07 τυποποιημένης βεβαίωσης δεν οδηγούν σε ακυρότητα και έτσι απέρριψε την έφεση. Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι 1 - 2 αιτητές έλαβαν γνώση όλων των διαδικασιών και όλων των σχετικών εγγράφων. Συνεπώς και πάλιν η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη και απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν ισχυρισμό ότι δεν έγινε αντιληπτό το περιεχόμενο των εγγράφων που τους επιδόθηκε και τούτο λόγω της μη μετάφρασης τους στην μητρική τους γλώσσα ούτε και ότι τους στερήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα ώστε να αρνηθούν την επίδοση τους, αντιθέτως η επίδοση είναι παραδεκτή, ως επίσης και το ότι έγινε αντιληπτό σε αυτούς το περιεχόμενο των όσων τους επιδόθηκε εξ' ου και η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και της υπό κρίση αίτησης. Η μη επίδοση της πιο πάνω τυποποιημένης βεβαίωσης σε καμία περίπτωση με βάση την νομολογία δεν επηρεάζει την διαδικασία και την δικαιοδοσία του δικαστηρίου ως οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση τους. Μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις τα αιτητικά υπό στοιχεία Γ και Δ της αίτησης για τους λόγους που εισηγούνται οι Αιτητές/Εναγόμενοι 1 και 2 απορρίπτονται. Εξέταση Ζητημάτων αναφορικά με την Δικαιοδοσία: Ο ισχυρισμός ότι το Αγγλικό Δικαστήριο απέκτησε πρώτο δικαιοδοσία. Η παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 καταχωρίστηκε στις 12/04/
  3. Η αγωγή αφορά και είναι επίδικα θέματα αυτής τόσο η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13.3.2008, η συμφωνία εκχώρησης ίδιας ημερομηνίας και οι συμφωνίες που έγιναν προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των αιτητών/εναγομένων 1 και 2, οι ενάγοντες μαζί με άλλα πρόσωπα στο σύνολο 229 καταχώρησαν στις 29/11/2012 εναντίον των εναγόντων καθώς και άλλων προσώπων στο High Court of Justice της Αγγλίας αγωγή με την αναφορά HQ11X04918 (Τεκμήριο A). Με την υπό αναφορά αγωγή, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των εναγομένων 1 και 2, οι εναγόμενοι ζητούν , μεταξύ άλλων θεραπειών, ακύρωση της σύμβασης δανείου και αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν συνεπεία της σύναψης του πιο πάνω δάνειου σε ελβετικά φράγκα. Οι ενάγοντες αν και παραδέχονται, δια μέσου της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασης τους (βλ. παρ. 7), την ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής, ισχυρίζονται ότι τα επίδικα θέματα της ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα αγωγή και για αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί συναφής για τους σκοπούς του Κανονισμού 44/2001 και κατά συνέπεια η ημερομηνία καταχώρησης της πιο πάνω αγωγής δεν ενδιαφέρει. Παρά το ότι δεν υπάρχουν λεπτομέρειες ούτε από μέρους των εναγομένων/αιτητών ούτε από μέρους των εναγόντων σε σχέση με την πιο πάνω αγωγή και την πορεία αυτής, τούτο που διαπιστώνω και αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός είναι ότι και οι δύο αγωγές αφορούν την ίδια συμφωνία καθώς και τις συνθήκες συνομολόγησης της. Συνεπώς, δεν μπορεί παρά οι δύο αγωγές θα θεωρηθούν ως συναφείς μεταξύ τους και λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία που η κάθε μια καταχωρήθηκε, η παρούσα καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της αγωγής στην Αγγλία. Το κρίσιμο προς απάντηση ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι καταναλωτές εν τη έννοια του Κανονισμού. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου θίγεται με τον ισχυρισμό ότι οι αιτητές είναι καταναλωτές στην έννοια του Κανονισμού 44/2001 και επομένως μπορούν να εναχθούν μόνο στα Δικαστήρια του Κράτους Μέλος στο οποίο έχουν την κατοικία τους δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο για αυτό το παρόν δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή. Αναφέρω πιο πάνω, ότι είναι κρίσιμο προς απάντηση το ερώτημα αυτό, καθότι σχετίζεται τόσο με την διαπίστωση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου τούτου όσο και με την ρήτρα δικαιοδοσίας στην επίδικη συμφωνία δανείου (όρος 19 της συμφωνίας Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) καθότι η δυνατότητα εφαρμογής της επηρεάζεται από την διαπίστωση του κατά πόσο οι εναγόμενοι είναι ή όχι καταναλωτές εν τη έννοια του Κανονισμού. Σχετικά άρθρα του Κανονισμού 44/2001 είναι τα άρθρα 15 - 18 22 και
  4. Παραθέτω αυτούσια τα υπό αναφορά άρθρα. Διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών Άρθρο 15: «
  5. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή· β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή· γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ' αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.
  6. Όταν ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, θεωρείται, ως προς τις διαφορές τις σχετικές με την εκμετάλλευσή τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους αυτού.
  7. Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μεταφοράς πλην των συμβάσεων, στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος» Άρθρο 16 «
  8. Η αγωγή καταναλωτή κατά του αντισυμβαλλόμενου μπορεί να ασκηθεί είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο αντισυμβαλλόμενος είτε ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του καταναλωτή.
  9. Η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής.
  10. Το άρθρο αυτό δεν θίγει το δικαίωμα άσκησης ανταγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο είναι εκκρεμής η κύρια αγωγή που έχει εισαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τμήματος.» Άρθρο 17 «Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνίες:
  11. μεταγενέστερες από τη γένεση της διαφοράς ή
  12. που επιτρέπουν στον καταναλωτή να προσφύγει και σε άλλα δικαστήρια εκτός από αυτά που προβλέπονται στο παρόν τμήμα ή ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- * Οι πιο πάνω υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου.
  13. που, έχοντας συναφθεί ανάμεσα σε καταναλωτή και αντισυμβαλλόμενο με κατοικία ή συνήθη διαμονή, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, στο ίδιο κράτος μέλος, απονέμουν διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους, εκτός αν το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους απαγορεύει τέτοιες συμφωνίες.» Άρθρο 22 «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
  14. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Πάντως, σε υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων που συνάπτονται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών, έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία και τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει κατοικία ο εναγόμενος, εφόσον ο μισθωτής είναι φυσικό πρόσωπο και ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής έχουν κατοικία στο ίδιο κράτος μέλος
  15. σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του
  16. σε θέματα κύρους των καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τηρούνται τα βιβλία αυτά
  17. σε θέματα καταχώρισης ή κύρους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και προτύπων και άλλων ανάλογων δικαιωμάτων τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η κατάθεση ή η καταχώριση ζητήθηκε, πραγματοποιήθηκε, ή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με κοινοτικό νομοθέτημα ή με διεθνή σύμβαση. Με την επιφύλαξη της δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με τη σύμβαση χορηγήσεως ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, που υπογράφηκε στο Μόναχο στις 5 Οκτωβρίου 1973, τα δικαστήρια κάθε κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, σε θέματα καταχώρισης ή κύρους του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που χορηγείται για το κράτος αυτό
  18. σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους του τόπου εκτέλεσης. Τμήμα 7» Άρθρο 23 «
  19. Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση· β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις· γ) είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
  20. Κάθε διαβίβαση δια της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί "γραπτά".
  21. Όταν μια τέτοια συμφωνία καταρτίζεται από μέρη εκ των οποίων κανένα δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, τα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών δεν μπορούν να δικάσουν τη διαφορά εφόσον το ή τα υποδειχθέντα δικαστήρια δεν έχουν διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τους.
  22. Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους, στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust
  23. Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας καθώς και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 13, 17 και 21 ή αν τα δικαστήρια, τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.» Σύμφωνα με το άρθρο 15 (πιο πάνω) για να κριθεί κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι καταναλωτές, θα πρέπει ο σκοπός της επίδικης σύμβασης δανείου να κριθεί ότι είναι ξένος με την επαγγελματική τους δραστηριότητα (με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5), εάν, μεταξύ άλλων πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσώματων κινητών. Είναι ο ισχυρισμός των Αιτητών /Εναγομένων 1 και 2 ότι η επίδικη σύμβαση, είναι καταναλωτική σύμφωνα με το άρθρο που 15 και ότι υπάρχει μαρτυρία στην βάση της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της, ως καταναλωτικής σύμβασης. Αναφορά γίνεται στην γραπτή του αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2 (σελ 6 και 7) και ανάλογοι ισχυρισμοί καταγράφονται στις παρ. 20 και 21 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους. Η πλευρά της Ενάγουσας/Καθ΄ης η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς που έχουν να κάνουν με την πιο πάνω θέση, ότι δηλαδή ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας ήταν ξένος προς την με την επαγγελματική δραστηριότητα των εναγομένων 1 και 2 και ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτήθηκαν δάνειο και αγόρασαν το επίδικο ακίνητο για σκοπούς επένδυσης. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων 1 και 2 ως προς την επαγγελματική τους ιδιότητα (παρ. 21 της ένορκης δήλωσης της αίτησης) δεν έχουν, αντιπαρατεθεί με άλλους ισχυρισμούς από την πλευρά των εναγόντων. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, πρόκειται για συνταξιούχους, πρώην υπαλλήλους στις Υπηρεσίες Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου. Η επίδικη συμφωνία δανείου είναι το Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, στην οποία δεν έχω εντοπίσει αλλά ούτε και οι ενάγοντες παρέπεμψαν σε κάτι επί του περιεχομένου της, που να οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ενεργούσαν και ενήργησαν με την ιδιότητα και τον τρόπο που ισχυρίζονται πιο πάνω. Η συμφωνία φέρει τον τίτλο "FOREING CURRENCY HOUSING LOAN AGGREMENT ALPHA FLEXIHOME", ενώ η επαγγελματική ιδιότητα τους, δεν μπορεί να συνδεθεί με το αίτημα για την παραχώρηση δανείου για στεγαστικούς σκοπούς. Ούτε η επένδυση που ισχυρίζονται οι ενάγοντες μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύ ή στενό πλαίσιο δραστηριοτήτων των εναγομένων 1 και 2 να που καταλήγει στην ένταξη της επένδυσης, που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, στο πεδίο της επαγγελματικής δραστηριότητας τους. Με βάση όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει, πως οι εναγόμενοι 1 και είναι καταναλωτές και ενήργησαν ως τέτοιοι κατά το στάδιο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, του επίδικου στεγαστικού δανείου. Η πιο πάνω διαπίστωση σαφώς και δεν επηρεάζει τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με εγκυρότητα κτλ της συμφωνίας και του πληρεξουσίου και γίνεται για τους σκοπούς επίλυσης καθαρά των ζητημάτων που κλήθηκε το Δικαστήριο να εξετάσει με την αίτηση αυτή. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου στο παρών στάδιο επηρεάζει όμως τις θέσεις και τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με την ρήτρα δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στην επίδικη συμφωνία δανείου (όρος 19 της συμφωνίας Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 23, η επέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας είναι επιτρεπτή σε κάποιες περιπτώσεις νοουμένου ότι τα μέρη συμφώνησαν εγγράφως προς τούτο και το ένα από αυτά (τουλάχιστον ένα σε περίπτωση που είναι περισσότερα) έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους. Όταν υπάρχει τέτοια συμφωνία, η δικαιοδοσία του κράτους που θα επιλέξουν και συμφωνήσουν είναι διεθνής και καθίσταται αποκλειστική νοουμένου ότι τηρηθούν κάποιοι όροι σχετική με την κατάρτιση της. Με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι κρίθηκαν ότι ενεργούσαν ως καταναλωτές κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, έχοντας υπόψη (α) Την Αιτιολογική σκέψη στο προοίμιο του Κανονισμού 44/2001 (Η αυτονομία των μερών μιας σύμβασης όσον αφορά τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου πρέπει να τηρείται με την επιφύλαξη των αποκλειστικών βάσεων δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό, εκτός εάν πρόκειται για συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας, όπου επιτρέπεται μόνον περιορισμένη αυτονομία) και (β) το άρθρο 17 του Κανονισμού (Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνίες:
  24. μεταγενέστερες από τη γένεση της διαφοράς ή
  25. που επιτρέπουν στον καταναλωτή να προσφύγει και σε άλλα δικαστήρια εκτός από αυτά που προβλέπονται στο παρόν τμήμα ή
  26. που, έχοντας συναφθεί ανάμεσα σε καταναλωτή και αντισυμβαλλόμενο με κατοικία ή συνήθη διαμονή, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, στο ίδιο κράτος μέλος, απονέμουν διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους, εκτός αν το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους απαγορεύει τέτοιες συμφωνίες.) καταλήγω πως η ρήτρα δικαιοδοσίας δεν έχει εφαρμογή. Ενόψει βέβαια της πιο πάνω διαπίστωσης και εφόσον σύμφωνα με το Άρθρο 16, «Η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής», η εφαρμογή των άρθρων 5 και 6 του Κανονισμού υποχωρεί. Η ύπαρξη εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο: Το Άρθρο 22 του κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
  27. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. ........» Η νομολογία ερμήνευσε στην βάση διαφόρων κριτηρίων πως δεν είναι όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαίωματα επί ακινήτου πρόσφορες για εκδίκαση στο κράτος μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου (σχετική αναφορά γίνεται και την αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2) και ότι δεν είναι αρκετό ότι το δικαίωμα "in rem" εμπλέκεται στην αγωγή ή ότι η αγωγή συνδέεται με ακίνητη ιδιοκτησία, η αγωγή πρέπει να βασίζεται σε δικαίωμα "in rem" και όχι σε δικαίωμα κατοχής (Webb v. Wedd (case C - 294
(1994):Β 696, παρ. 14) Η εφαρμογή του άρθρου 22.1 του Κανονισμού 44/2001 καλύπτει τις περιπτώσεις που ζητείται να αποφασιστεί και καθοριστεί, η έκταση, το περιεχόμενο, η ιδιοκτησία ή η κατοχή ιδιοκτησία ή η έκταση άλλων δικαιωμάτων "in rem" και η παροχή στους δικαιούχους προστασίας των δικαιωμάτων τους (Reichert v. Dresdner Bank, Case C-115/88
(1990)ECR 1-27 παρ.11.) Έχοντας υπόψη (α) Την Αιτιολογική σκέψη στο προοίμιο του Κανονισμού 44/2001 (Πρέπει να διασφαλισθεί η συνέχεια μεταξύ της σύμβασης των Βρυξελλών και του ανά χείρας κανονισμού και γι' αυτό το σκοπό πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές διατάξεις. Η ίδια ανάγκη συνέχειας ισχύει και όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της σύμβασης των Βρυξελλών από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και το πρωτόκολλο του 1971
(5)πρέπει επίσης να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στις διαδικασίες που εκκρεμούν ακόμη κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού ) (β) το άρθρο 16 της Σύμβασης των Βρυξελλών (γ) τα κριτήρια αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22.1 του Κανονισμού 44 που καθορίστηκαν από την πιο πάνω Νομολογία και (γ) το γεγονός ότι με βάση την έκθεση απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων, το αντικείμενο της αγωγής και της διαφοράς στηρίζεται στην επίδικη συμφωνία δανείου και ότι η απαίτησης της ενάγουσας δεν βασίζεται σε δικαιώματα που άμεσα σχετίζονται με ακίνητη περιουσία, αλλά τούτο που επιδιώκεται είναι η είσπραξη του ποσού του δανείου, καταλήγω πως δεν μπορεί να κριθεί ότι τούτο το Δικαστήριο απέκτησε αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 22.
  1. Είναι η θέση των εναγόντων πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για σκοπούς πρακτικότητας έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και συνεπώς κατά αντίστροφο τρόπο λόγο μη βολικότητας (Forum non conveniens) εκδίκασης της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τους λόγους που οι ενάγοντες εισηγούνται στην σελίδα 13 της γραπτής τους αγόρευσης (τόπος υπογραφής της συμφωνίας, τόπος διαμονής των μαρτύρων, τόπος που βρίσκεται το ενυπόθηκο ακίνητο), ενδεχομένως επί του προκειμένου να έχουν δίκαιο ότι πρακτικότερο και πιο βολικό είναι η υπόθεση να εκδικαστεί στην Κύπρο, όμως δεν υπάρχει κάποια ρύθμιση στον Κανονισμό που στην περίπτωση μιας τέτοιας διαπίστωσης ένα συμβαλλόμενο κράτος να μπορεί αποποιηθεί την διεθνή δικαιοδοσία και/ή να αποκτά ανάλογα (βλ. Hampton Advisory Group S. V.
  2. Bost Ad κ.ά
(2012)1 ΑΔΔ 549 και Owusu v. Jackon C-281/02 ημερ. 1/3/3005). Εισήγηση των εναγόντων ως προς την εφαρμογή του άρθρου 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60: Το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει τα της τοπικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Κύπρου και ουδεμία σχέση έχει με τον Κανονισμό 44/2001, ο οποίος ως Ευρωπαϊκός Κανονισμός υπερτερεί έναντι του εθνικού δικαίου. Το άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 τίθεται σε εφαρμογή σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι η Κύπρος έχει δικαιοδοσία εκδίκασης μιας υπόθεσης δυνάμει του Κανονισμού
  1. Η έκταση και η εφαρμογή του άρθρου 27 ή του άρθρου 28 του Κανονισμού: Άρθρο 27: «
  2. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
  3. Όταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του πρώτου δικαστηρίου.» Άρθρο 28: «
  4. Όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί μπορεί να αναστείλει την εκδίκαση.
  5. Όταν οι αγωγές αυτές εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί δύναται επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία και για τις δύο αγωγές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την ένωση συναφών υποθέσεων.
  6. Είναι συναφείς, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 27, το δικαστήριο, εκτός του πρώτου δικαστηρίου που επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα αναστέλλει την ενώπιον του διαδικασία, δίδοντας κατά αυτό τον τρόπο προβάδισμα στο πρώτο να αποφασίσει για την διεθνή δικαιοδοσία του. Το πρώτο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 27, οφείλει ουσιαστικά να διαπιστώσει την διεθνή δικαιοδοσία του και όταν αυτή διαπιστωθεί κάθε (άλλο) δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του. Η παρούσα αγωγή, όπως και πιο πάνω αναφέρω, έχει μεταγενέστερη ημερομηνία καταχώρησης από την αγωγή που καταχωρήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, και με βάση της πιο πάνω διαπιστώσεις που αφορούν το αντικείμενο των δύο αγωγών, και εφόσον δεν είναι το παρόν Δικαστήριο αυτό που επιλήφθηκε πρώτο, δύναται να διαπιστώσει ότι έχει έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας γιατί καταχωρίστηκε αγωγή σε άλλο Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Καταληκτικά λέγω, πως με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις. θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 27 και 28 (πιο πάνω) και το μόνο πρόσφορο υπό τις περιστάσεις μέτρο και θεραπεία είναι η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που έχει πρώτο επιληφθεί της υπόθεσης. Συνεπακόλουθα εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που έχει πρώτο επιληφθεί της υπόθεσης ήτοι του High Court of Justice της Αγγλίας στην Αγωγή, με αναφορά HQ11X
  7. Η αναστολή της διαδικασίας θα είναι μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων 1 και
  8. Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας/Καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η καταβολή των εξόδων , με δεδομένη την αναστολή της διαδικασία που διατάχθηκε πιο πάνω θα γίνει μετά την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.