← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ & ΜΑΚΡΥΝΙΚΟΛΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑΛΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1151/2011, 31/10/2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ & ΜΑΚΡΥΝΙΚΟΛΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑΛΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1151/2011, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1151/2011 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ εκ Πάφου Ενάγοντα και ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ & ΜΑΚΡΥΝΙΚΟΛΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑΛΣ ΛΙΜΙΤΕΔ εκ Πάφου Εναγομένης Ημερομηνία: 31.10.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Ν. Νεοκλέους μαζί με κ. Α. Νεοκλέους (ο κ. Α. Νεοκλέους για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη: κα Σ. Στυλιανού μαζί με κα Α. Χαραλαμπίδου (η κα Σ. Στυλιανού για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη Εταιρεία γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα για ζημιές, απώλειες, βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία, οδύνη και σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία ατυχήματος που είχε περί τις 16.04.08 στο χώρο εργασίας του και κατά τη διάρκεια που εργαζόταν βρισκόμενος στην υπηρεσία της Εναγομένης. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Όπως ο Ενάγοντας επικαλείται, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν 29 ετών, καθ' όλα υγιής και εργαζόταν ως υπάλληλος ηλεκτρολόγος στην υπηρεσία της Εναγομένης με μηνιαίες απολαβές €1.

  1. Μία από τις κύριες θέσεις του Ενάγοντα είναι ότι η Εναγόμενη παραβίασε επανειλημμένως τη μεταξύ τους συμφωνία εργοδότησης επειδή του ανάθετε επικίνδυνη εργασία που ήταν εκτός και δεν σχετιζόταν με τα καθήκοντα του με αποτέλεσμα να τον εκθέτει σε κίνδυνο, συνεπεία του οποίου να προκληθεί εργατικό ατύχημα και να τραυματιστεί. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι περί τις 16.04.08 και ώρα 17:00, ενώ εργαζόταν, προσπάθησε μαζί με άλλο άτομο να μετακινήσει ένα τραμ με καλώδιο πάνω σε όχημα της Εναγόμενης όταν αισθάνθηκε αφόρητους πόνους στη μέση και μεταφέρθηκε σε κλινική όπου και υπεβλήθηκε σε αντιφλεγμονώδη θεραπεία. Μία άλλη βασική θέση του Ενάγοντα είναι ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια της Εναγόμενης καθώς και στην παράβαση από μέρους της υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σχετική με το θέμα αυτό νομοθεσία, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται μέσα από τα σημεία (α) μέχρι (η) της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ένεκα του εργατικού ατυχήματος υπέστη οσφυαλγία-ισχυαλγία, δισκοπάθεια στο επίπεδο Ο4-Ο5 μεσοσπονδύλιου διαστήματος με παρεκτόπιση του μηνιγγικού σάκου που δημιουργούσε πίεση στις αριστερές νευρικές ρίζες του Ο5, παρουσιάστηκε μούδιασμα στο δεξί πόδι, παρουσιάστηκαν νευρολογικά συμπτώματα, δημιουργήθηκαν προβλήματα κατά την ούρηση, αισθανόταν αφόρητο πόνο στη μέση καθώς επίσης ένιωθε πόνο και είχε δυσκολία κατά τη βάδιση. Όπως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, τα έξοδα από τις ιατρικές υπηρεσίες που του προσφέρθηκαν ανέρχονται στα €2.
  2. Σύμφωνα ακόμη με τον Ενάγοντα, ο ίδιος μέχρι σήμερα υποφέρει από πόνο και εξακολουθεί να παρουσιάζει δυσκολία στη βάδιση ενώ στο μέλλον ενδεχομένως να χρειαστεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση που θα του κοστίσει €10.
  3. Στον Ενάγοντα χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι 11.11.08 με αποτέλεσμα να υπάρχει ισχυρισμός ότι υπέστηκε απώλεια εισοδήματος για 7 μήνες συνολικού ύψους €8.
  4. Από την άλλη η Εναγόμενη αρνείται τόσο ότι παραβίασε τη μεταξύ τους σύμβαση εργοδότησης όσο και ότι επέδειξε αμέλεια και γενικότερα ότι ευθύνεται για την πρόκληση του ισχυριζόμενου εργατικού ατυχήματος. Παράλληλα είναι η θέση της Εναγόμενης ότι το επικαλούμενο εργατικό ατύχημα προκλήθηκε λόγω αμέλειας του ιδίου του Ενάγοντα, ο οποίος ενέργησε χωρίς να είχε λάβει οποιαδήποτε εντολή και οδηγία από την Εναγόμενη. Λεπτομέρειες κατ' ισχυρισμό αμέλειας του Ενάγοντα παρέχονται μέσα από τα σημεία (α) μέχρι (στ) της παραγράφου 6 της υπεράσπισης. Περαιτέρω η Εναγόμενη αρνείται ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε σωματικές βλάβες, τις οποίες διαζευκτικά θεωρεί ότι είναι υπερβολικές και ότι προϋπήρχαν του επίμαχου ατυχήματος. Επίσης η Εναγόμενη αρνείται ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε τις ειδικές ζημιές που επικαλείται και απορρίπτει τη θέση του τελευταίου ότι δικαιούται στις αιτούμενες αξιώσεις, τα διεκδικούμενα ποσά των οποίων διαζευκτικά θεωρεί ότι είναι εξογκωμένα. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας παρουσίασε 3 μάρτυρες, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο ίδιος (ΜΕ1) ενώ οι άλλοι δύο ήταν ο χειρούργος ορθοπεδικός-τραυματιολόγος Δρ. Younes Younes (ΜΕ2) και ο ακτινολόγος Δρ. Γιώργος Βορκάς (ΜΕ3). Προς υπεράσπιση της η Εναγόμενη κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον χειρούργο ορθοπεδικό-τραυματιολόγο Δρ. Ηλία Γεωργίου (ΜΥ1) και τον Σωκράτη Σωκράτους, ένα εκ των διευθυντών της (ΜΥ2). Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 10 τεκμήρια (Τεκμήρια 1-2, 3Α, 3Β, 4-7 και 8Α και 8Β). Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας αφού πλήρης έκταση του είναι καταγραμμένο στα πρακτικά. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνεται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστη την μαρτυρία του πελάτη του (ΜΕ1) αλλά και τις μαρτυρίες των δύο ιατρών του (ΜΕ2 και ΜΕ3). Παράλληλα είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η μαρτυρία του διευθυντή της Εναγομένης (ΜΥ1) θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, ασαφής και αόριστη και ανίκανη να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Σε σχέση με την μαρτυρία του ιατρού της Εναγομένης (ΜΥ2), ο συνήγορος του Ενάγοντα ανάφερε ότι αυτή δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή επειδή αυτή βασίζεται σε φανταστικά στοιχεία και θεωρητικά δεδομένα κατόπιν εξέτασης του Ενάγοντα περίπου 6 χρόνια μετά τον ισχυριζόμενο τραυματισμό του. Όπως ακόμη ο κύριος Νεοκλέους είπε, η μαρτυρία του ιατρού της Εναγομένης πάσχει και επί της ουσίας της αφού καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ακτινολόγου Δρ. Βορκά (ΜΕ3). Επιρρίπτοντας αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ισχυριζόμενου εργατικού ατυχήματος στην Εναγόμενη λόγω παράλειψης παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, ως αποτέλεσμα του οποίου θεωρεί ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε σωματικές βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία, απώλειες και ζημιές και χωρίς να εντοπίζει συντρέχουσα αμέλεια στον πελάτη του, ο κύριος Νεοκλέους κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει στον Ενάγοντα ειδικές αποζημιώσεις ύψους €8.925, που είναι απώλεια 7 μηνών μηνιαίου εισοδήματος €1.275 (μέχρι 11.11.08), έξοδα μελλοντικής εγχείρησης €3.000 καθώς και γενικές αποζημιώσεις που εισηγείται στο ποσό των €35.000 με νόμιμο τόκο από της καταχωρήσεως της αγωγής πλέον δικηγορικά έξοδα. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης, η οποία υποστήριξε ότι μέσα από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους του Ενάγοντα δεν αποδείχτηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του επικαλούμενου ατυχήματος και του ισχυριζόμενου τραυματισμού του. Ακόμη σύμφωνα με τη συνήγορο δεν προσκομίστηκε ενισχυτική μαρτυρία στην κατάθεση του Ενάγοντα που να τεκμηριώνει ότι όντως διαδραματίστηκε το επικαλούμενο εργατικό ατύχημα στις 16.04.08 τη στιγμή που το βάρος απόδειξης ότι τέτοιο ατύχημα στο χώρο εργασίας συνέβηκε στην ισχυριζόμενη ημερομηνία βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα. Στη βάση των πιο πάνω η εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο καταλήξει ότι διαδραματίστηκε το επικαλούμενο ατύχημα και ότι συνεπεία αυτού ο Ενάγοντας υπέστηκε τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες, η κυρία Στυλιανού ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να επιδικαστούν γενικές αποζημιώσεις περί τις €18.
  5. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο, στο ποσό αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνεται μόνο πόνος και ταλαιπωρία εφόσον ο Ενάγοντας δεν αξιώνει μέσα από την έκθεση απαίτησης του απώλεια μελλοντικών απολαβών. Σε σχέση με το κόστος μελλοντικής εγχείρησης, η εν λόγω συνήγορος παρέπεμψε στην μαρτυρία του ΜΥ2 που περιόρισε τέτοιο ποσό στα €6.000 αντίς στα €10.000 που αξιώνεται μέσα από την έκθεση απαίτησης. Σε σχέση με την απώλεια απολαβών, η κυρία Στυλιανού είπε ότι με γνώμονα ότι ο Ενάγοντας έπαυσε να βρίσκεται στην υπηρεσία της Εναγομένης δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό επειδή δεν μπορεί να διεκδικεί εισοδήματα για περίοδο που δεν θα εργαζόταν. Επίσης είναι η θέση της κυρίας Στυλιανού ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής και έτσι ο τόκος που θα πρέπει να επιδικαστεί σε οποιοδήποτε ποσό θα πρέπει να είναι από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα: (α) Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία με έδρα διεξαγωγής εργασιών την επαρχία Πάφου. (β) Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγοντας ήταν ηλικίας 29 ετών. (γ) Κατά την 16.04.08 ο Σωκράτης Σωκράτους (ΜΥ2) ήταν ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης εταιρείας. (δ) Ο Εναγόμενος εργαζόταν στην υπηρεσία της Εναγομένης εταιρείας από τις 02.04.03 μέχρι τον Απρίλιο 2008 ως υπάλληλος ηλεκτρολόγος με μηνιαίες απολαβές τους τελευταίους 4 μήνες €1.
  6. (ε) Από τις 02.04.03 μέχρι τον Απρίλιο 2008 υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου μεταξύ της Εναγομένης εταιρείας και του Εναγομένου. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Το κατά πόσο η τελευταία ημέρα εργασίας του Ενάγοντα στην υπηρεσία της Εναγόμενης εταιρείας ήταν στις 16.04.08, ως η Εναγόμενη ισχυρίζεται, ή στις 30.04.08 ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στη συνέχεια. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι το πρώτο ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου με τη νομική της σημασία μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης κατά την επίμαχη ημερομηνία της 16.04.
  7. Όταν απαντηθεί αυτό το ερώτημα το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν στις 16.04.08 συνέβηκε ή όχι εργατικό ατύχημα. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι υπήρξε εργατικό ατύχημα θα εξετάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ενάγοντας επικαλείται ότι προκλήθηκε. Ακολούθως θα εξεταστεί αν το επικαλούμενο ατύχημα προκάλεσε τις σωματικές βλάβες, απώλειες και έξοδα που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι υπέστηκε καθώς και σε ποιες τυχόν θεραπείες να δικαιούται. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Ο Ενάγοντας ήταν το μοναδικό άτομο στην υπόθεση που η μαρτυρία του αναφέρεται στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την 16η Απριλίου 2008 και περί ώρα 17:00, που είναι η επίμαχη ημερομηνία και ώρα του ισχυριζόμενου περιστατικού. Η μαρτυρία του επίσης στρέφεται και στο πως συνδέεται με την Εναγόμενη. Ο Ενάγοντας ήταν σαφής και επεξηγηματικός στις τοποθετήσεις του και με τις αναφορές του κατατόπισε το Δικαστήριο ως προς το λόγο της παρουσίας του στο χώρο τη δεδομένη χρονική στιγμή και στο τι ακριβώς συνέβηκε. Η μαρτυρία του αυτή όχι μόνο δεν αντικρούστηκε από άλλη θετική μαρτυρία αλλά θα έλεγα ότι ενισχύεται από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Δεν έχω οποιονδήποτε λόγο να την αμφισβητήσω και στην απουσία άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας την αποδέχομαι. Θα αναφερθώ τώρα στις λεπτομέρειες της μαρτυρίας του Ενάγοντα που παραπέμπουν σε γεγονότα που γίνονται αποδεκτά και συνάμα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Κατ' αρχήν η τοποθέτηση του Ενάγοντα ότι την ημέρα του ισχυριζόμενου περιστατικού ήταν ηλικίας 29 ετών είναι γεγονός που παρέμεινε αναντίλεκτο. Αναντίλεκτο από την μαρτυρία του Ενάγοντα παρέμεινε και το γεγονός ότι από τις 02.04.03 μέχρι τον Απρίλιο 2008 ο Ενάγοντας εργαζόταν στην υπηρεσία της Εναγομένης υπό το καθεστώς του υπαλλήλου πλήρους απασχόλησης ως ηλεκτρολόγος με μηνιαίες απολαβές τους τελευταίους 4 μήνες ύψους €1.
  1. Ακόμη αναντίλεκτες παρέμειναν οι αναφορές του Ενάγοντα ότι το ωράριο εργασίας του ήταν από τις 07:00-16:00, ότι για τις υπερωρίες που εργαζόταν πληρωνόταν επιπρόσθετα και ότι καθημερινά μετέβαινε στην εργασία του χρησιμοποιώντας όχημα της Εναγομένης που του δόθηκε για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω αποδέχομαι τη θέση του Ενάγοντα και προς τούτο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας παρέμεινε στην υπηρεσία της Εναγομένης μέχρι τις 30.04.16 που έπαυσε να εργάζεται για λογαριασμό της τελευταίας. Η εν λόγω αναφορά του Ενάγοντα υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 2, 8Α και 8Β, το περιεχόμενο των οποίων, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από οποιονδήποτε, αποδέχομαι ως ορθό και αληθές. Το Τεκμήριο 2 αποτελεί γραπτή βεβαίωση ημερομηνίας 17.10.08 από το Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου με την οποία πιστοποιείται ότι ο Ενάγοντας εργάστηκε στην υπηρεσία της Εναγομένης για την περίοδο από 02.04.03 μέχρι 30.04.08 με μηνιαίες απολαβές τους 4 τελευταίους μήνες του 2008 ύψους €1.
  2. Επίσης στο ίδιο έγγραφο βεβαιώνεται ότι για το χρονικό διάστημα που ο Ενάγοντας εργάστηκε στην Εναγόμενη καταβλήθηκαν όλες οι οφειλόμενες εισφορές στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το ότι οι μηνιαίες απολαβές του Ενάγοντα ανέρχονταν στα €1.275 αποδεικνύονται από τα Τεκμήρια 8Α και 8Β, μέσα από τα οποία φαίνεται ως τέτοιος ο μηνιαίος μισθός του Ενάγοντα για τους μήνες Μάρτιο 2008 και Απρίλιο
  3. Το δε Τεκμήριο 8Β δηλώνει ως ημερομηνία τερματισμού της εργασίας του Ενάγοντα στην υπηρεσία της Εναγομένης την 30η Απριλίου
  4. Συνδυασμένη δε μελέτη των Τεκμηρίων 2, 8Α και 8Β καθιστά αντιληπτό ότι η Εναγόμενη κατέβαλλε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων τις εισφορές που της αναλογούσαν ως εργοδότης του Ενάγοντα, ο οποίος είχε δηλωθεί σαν μισθωτός της. Όπως καταγράφεται στα έγγραφα αυτά τέτοιες εισφορές προς τον Ενάγοντα κάλυπταν τα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων, ετησίων αδειών, πλεονάζοντος προσωπικού, ανθρώπινου δυναμικού και κοινωνικής συνοχής. Περαιτέρω αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα σχετικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό. Όπως έχει ήδη λεχθεί καμία άλλη θετική μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να αντικρούει το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας ήταν ουσιαστικά ο μοναδικός μάρτυρας που αναφέρθηκε στα γεγονότα του επιδίκου περιστατικού. Συγκεκριμένα αποτελούν επιπλέον ευρήματα του Δικαστηρίου τα πιο κάτω: Στις 16.04.08 και περί ώρα 17:00 ο Ενάγοντας βρισκόταν μαζί με τον συνάδελφο του Γιώργο Μιλτιάδους στο εργοτάξιο της πολυκατοικίας Begonia στην Πάφο όπου εκεί εργάζονταν για λογαριασμό της Εναγομένης. Επειδή προηγουμένως άλλοι συνάδελφοι του είχαν αφήσει στο έδαφος του πεζοδρομίου ένα φορτίο καλωδίων, ο Ενάγοντας μαζί με τον Μιλτιάδους έλαβαν οδηγίες από τον Σωκράτη Σωκράτους, ένα εκ των διευθυντών της Εναγομένης, να τοποθετήσουν το φορτίο καλωδίων σε όχημα της Εναγομένης και να το μεταφέρουν στην αποθήκη της τελευταίας που βρισκόταν κοντά στην περιοχή εκείνη. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το βάρος των καλωδίων που κλήθηκε να σηκώσει και να τοποθετήσει στην καρότσα του οχήματος της Εναγομένης πιθανό να ξεπερνούσαν τα 300 κιλά. Όπως ο Ενάγοντας είπε επρόκειτο για ένα τραμ διαστάσεων 3μ χ 1,5μ που περιείχε καλώδιο 500 μέτρων συνολικού βάρους αυτού που προαναφέρθηκε. Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τα λεγόμενα του Ενάγοντα τη στιγμή που δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Εναγομένης. Εν πάση περιπτώσει αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Ενάγοντας έλαβε οδηγίες από τον Σωκράτους να μεταφέρει μαζί με τον Μιλτιάδους φορτίο καλωδίων που ήταν βαρετό σε αποθήκη της Εναγομένης. Συνεχίζοντας με τα ευρήματα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα κλειδιά της αποθήκης βρίσκονταν στην κατοχή του Μιλτιάδους. Άνοιξαν την πόρτα της καρότσας του οχήματος και κατά τη μετακίνηση του φορτίου ο Ενάγοντας αισθάνθηκε αφόρητους πόνους και έκατσε κάτω με αποτέλεσμα ο συνάδελφος του να τον μεταφέρει στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο 'Ίασης'. Στον Ενάγοντα συστήθηκε άδεια ασθενείας από 17.04.08-18.04.08, από 21.04.08-01.05.08, από 02.05.08-22.05.08, από 23.05.08-10.06.08, από 20.06.08-20.07.08 και από 11.10.08-11.11.
  5. Δέσμη εγγράφων που πιστοποιούν τη σύσταση άδειας ασθενείας στον Ενάγοντα από ιατρούς των ιδιωτικών ιατρικών κέντρων 'Ίασης' και 'Royal Artemis' για τις προαναφερόμενες περιόδους συνθέτουν το Τεκμήριο
  6. Η σύσταση άδειας ασθενείας στον Ενάγοντα δεν έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά από την Εναγόμενη. Ούτε όμως το Δικαστήριο έχει οποιονδήποτε λόγο για να αμφισβητήσει το Τεκμήριο 1 και ως εκ τούτου αποδέχομαι ότι όντως συστήθηκε άδεια ασθενείας στον Ενάγοντα από ιατρούς των ιδιωτικών ιατρικών κέντρων 'Ίασης' και 'Royal Artemis' για τις πιο πάνω περιόδους. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σε δύο σημεία της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας διαφοροποιήθηκε. Πρώτο, ενώ αρχικά είχε πει πως όταν σήκωσε με τον συνάδελφο του το τραμ καλωδίου και το έστρεψαν για να το τοποθετήσουν στην καρότσα του οχήματος αισθάνθηκε αφόρητους πόνους και σταμάτησε στη συνέχεια ανάφερε ότι ένιωσε πόνους μετά που τοποθέτησαν το τραμ καλωδίου στην καρότσα του οχήματος. Δεύτερο, ενώ αρχικά είχε πει ότι ουδέποτε είχε κινήσει αγωγή στο παρελθόν σε άλλο εργοδότη του για ισχυριζόμενο ατύχημα που είχε στο χώρο εργασίας του, αμέσως στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι το έπραξε το έτος 2011 εναντίον διαφορετικού εργοδότη στον οποίο εργαζόταν. Πρόκειται για διαφοροποιήσεις σε επιμέρους ζητήματα που ουδεμία σημασία έχουν. Ειδικότερα σε σχέση με την πρώτη διαφοροποίηση είναι άνευ σημασίας αν ο Ενάγοντας αισθάνθηκε πόνους αφού τοποθέτησε το φορτίο καλωδίων στην καρότσα ή αν ένιωσε τους πόνους πριν από την τοποθέτηση αυτού στην καρότσα του οχήματος και μετά που το είχε σηκώσει με τη βοήθεια του συναδέλφου του. Ομοίως και σε σχέση με το ζήτημα του ακριβές βάρους του φορτίου. Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση διαφοροποίησης στην μαρτυρία του, δεδομένου ότι η λακωνική τοποθέτηση του για έγερση αγωγής εναντίον άλλου εργοδότη του το έτος 2011 δεν συνοδεύεται από οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και στοιχεία δεν μπορεί να αποδοθεί κακόβουλος τρόπος σκέψης και/ή υστερόβουλη συμπεριφορά στον Ενάγοντα, πολύ δε περισσότερο που να επεκτείνεται και στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει αποδέχομαι και προς τούτο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η αναφορά του Ενάγοντα ότι το έτος 2011 εργαζόταν σε άλλο εργοδότη. Θα έλεγα ότι τα προαναφερόμενα μεμονωμένα στοιχεία, υπό τον φακό αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας του Ενάγοντα καθώς και της θετικής παρουσίας του, απαλλαγμένης από ουσιώδεις αντιφάσεις, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Με γνώμονα τα πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ως ορθή και αληθής στο βαθμό, στην έκταση και στο πλαίσιο που έχει σχολιαστεί. Η μαρτυρία του ΜΥ2 (Σωκράτη Σωκράτους), ενός εκ των διευθυντών της Εναγομένης είναι εξ' ολοκλήρου γενική, αόριστη και καθόλου διαφωτιστική επί των επιδίκων θεμάτων. Μη περιέχοντας οτιδήποτε το ουσιαστικό που να χρήζει αναφοράς, η εν λόγω μαρτυρία καθίσταται εκ των πραγμάτων άνευ οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Σε σχέση με τα γεγονότα και τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίμαχο περιστατικό, ο μάρτυρας στερείται παντελούς γνώσης. Συγκεκριμένα ο ΜΥ2: - δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο Ενάγοντας τη δεδομένη χρονική στιγμή του συμβάντος ήταν ή όχι μαζί με το συνάδελφο του Μιλτιάδους, - δεν γνωρίζει αν ο Ενάγοντας και ο Μιλτιάδους βρίσκονταν τη στιγμή του επιδίκου περιστατικού στο εργοτάξιο της πολυκατοικίας Begonia όπου διεξάγονταν εργασίες από υπαλλήλους της Εναγομένης εταιρείας, - δεν γνωρίζει αν τη χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού ο Ενάγοντας εργαζόταν υπερωριακά στο εργοτάξιο της πολυκατοικίας Begonia παρόλο ότι είναι εις γνώση του ότι εκείνη την ημέρα οι υπάλληλοι της Εναγομένης εταιρείας εργάστηκαν πέραν τους σύνηθες ωραρίου τους, - δεν ήταν ενήμερος ότι είχε συμβεί το επίδικο περιστατικό αλλά μεταγενέστερα άκουσε αυτά που του είπε ο ίδιος ο Ενάγοντας με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εκφέρει οποιαδήποτε άποψη γι' αυτό, - δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο περιστατικό επειδή ούτε παρών ήταν στο επίδικο περιστατικό αλλά και επειδή ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε έρευνα γι' αυτό, - δεν γνωρίζει πόσο βάρος είχαν τα καλώδια που υπήρχαν στο χώρο του εργοταξίου της πολυκατοικίας Begonia τη δεδομένη χρονική στιγμή του συμβάντος, - δεν θυμάται αν ο ίδιος είχε επαφή και/ή αν είχε δώσει οδηγίες είτε στον Ενάγοντα είτε στον Μιλτιάδους να σηκώσουν τα καλώδια από το έδαφος και να τα τοποθετήσουν στην καρότσα του οχήματος της Εναγομένης για να μεταφερθούν στην αποθήκη της, χωρίς όμως να το αποκλείει, - δεν γνωρίζει εάν όντως ο Ενάγοντας τραυματίστηκε στις 16.04.08 και αν το φόρτωμα των καλωδίων είναι αυτό που ευθύνεται για τον ισχυριζόμενο τραυματισμό του. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι ένα μικρό μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ2 καλύπτει την αναφορά του για απουσίες μίας ημέρας αλλά και δύο εβδομάδων του Ενάγοντα από την εργασία του κατά τα έτη 2004 και 2005 λόγω προβλήματος, όπως είπε, με τον σπόνδυλο του. Ωστόσο ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένες ημερομηνίες ή έστω μήνες που ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας ασθενούσε λόγω ενοχλήσεων που είχε στην πλάτη του. Δεν ήταν ούτε σε θέση να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με τη συχνότητα αυτών των ενοχλήσεων. Μία με δύο φορές μεμονωμένης ενόχλησης στην πλάτη δεν έχει την ίδια σημασία με συχνές ή έστω περιοδικές απουσίες από την εργασία λόγω προβλημάτων με τον σπόνδυλο. Επίσης δεν προσκομίστηκε κανένα ιατρικό πιστοποιητικό από το αρχείο της Εναγομένης εταιρείας που προφανώς θα είχε προσκομίσει ο Ενάγοντας όταν απουσίαζε στο παρελθόν προκειμένου να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί τον ακριβή ιατρικό λόγο κάθε φορά που ο Ενάγοντας απουσίαζε. Ούτε από το αρχείο της εταιρείας παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο που να καταδεικνύει απουσίες του Ενάγοντα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες λόγω ασθένειας του. Απογυμνωμένη από οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες και δίχως ενίσχυση από χειροπιαστά στοιχεία και έγγραφα, η μαρτυρία αυτή παρέμεινε στη σφαίρα της αοριστίας και της γενικότητας. Ως τέτοια που χαρακτηρίζεται, η εν λόγω μαρτυρία στο ζήτημα αυτό δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Μία άλλη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΥ2 αφορά αν ο Ενάγοντας τη χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού εργαζόταν για την Εναγόμενη εταιρεία. Επ' αυτού η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι παλινδρομική λόγω των συνεχών διαφοροποιημένων θέσεων που αυτός παρουσίασε. Οι διάφορες τοποθετήσεις του μάρτυρα παρατηρούνται να είναι μεταξύ τους αντίθετες και αντιφατικές με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια και σύγχυση. Ειδικότερα ενώ στην παράγραφο 2 της γραπτής δήλωσης του ο ΜΥ2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας εργάστηκε στην Εναγόμενη εταιρεία ως μισθωτός υπάλληλος από τις 02.04.03 μέχρι τις 30.04.08 στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του υπαναχωρεί από τη θέση αυτή δηλώνοντας πως ο Ενάγοντας εργάστηκε ως υπάλληλος μέχρι τις 16.04.
  7. Ενώ από τη μία δηλώνει ότι η Εναγόμενη πλήρωσε στον Ενάγοντα μισθό μέχρι τις 16.04.08 που τερματίστηκε η εργοδότηση του στην υπηρεσία της πλέον ποσό ίσο με δύο εβδομάδων μηνιαίου μισθού ως αποζημιώσεις για τερματισμό της εργοδότησης του στις 16.04.08 στην πορεία ανακαλεί αφού δηλώνει ότι ο λόγος που κατέβαλε ολόκληρο τον μισθό του Ενάγοντα για τον μήνα Απρίλιο 2008 ήταν επειδή δεν είχε ενημερωθεί για οποιοδήποτε ατύχημα και ούτε της είχε προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο άδειας ασθενείας του Ενάγοντα για περίοδο μετά τις 16.04.08 για να χρειαστεί έτσι να αποκοπεί ποσό που να αντιστοιχούσε στις ημέρες που αυτός απουσίαζε με άδεια ασθενείας. Επιπλέον ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ2 ανάφερε ότι η απασχόληση του Ενάγοντα στην υπηρεσία της Εναγομένης τερματίστηκε στις 16.04.08, ο ίδιος προσκόμισε το Τεκμήριο 8Β στο οποίο σημειώνεται ότι η απασχόληση του Ενάγοντα τερματίστηκε στις 30.04.
  8. Περαιτέρω ενώ ο ΜΥ2 επανέλαβε τη θέση του στο στάδιο αντεξέτασης του ότι η εργοδότηση του Ενάγοντα στην υπηρεσία της Εναγομένης διήρκεσε μέχρι τις 16.04.08, το Τεκμήριο 2 τον διαψεύδει αφού σ' αυτό πιστοποιείται ότι ο Ενάγοντας εργάστηκε ως μισθωτός υπάλληλος στην Εναγόμενη εταιρεία που ήταν ο εργοδότης του για την περίοδο από 02.04.03 μέχρι 30.04.
  9. Οι πιο πάνω συγκρουόμενες μεταξύ τους τοποθετήσεις αλληλοεξουδετερώνονται σε βαθμό που αυτόματα καθίστανται ανίσχυρες. Ακόμη όμως και να λεχθεί ότι οι πιο πάνω θέσεις του ΜΥ2 δεν αλληλοαναιρούνται, παρατηρώ ότι η μία εκ των δύο εκδοχών που ο ΜΥ2 προέβαλε για την πληρωμή ολόκληρου του μισθού του Ενάγοντα για τον μήνα Απρίλιο 2008 με την οποίαν έλεγε ότι το έπραξε επειδή δεν ήταν ενήμερος για το επίδικο περιστατικό και επειδή δεν είχε προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο με άδεια ασθενείας, στερείται λογικού ερείσματος. Λίγους μήνες αργότερα του επιδίκου περιστατικού (Ιούνιο 2008) που σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΥ2 ο ίδιος ενημερώθηκε για το συμβάν και ήλθαν εις γνώση του πιστοποιητικά άδειας ασθενείας του Ενάγοντα, ο ΜΥ2 προχώρησε και υπέγραψε το σχετικό έντυπο παρόλο ότι δεν είχε ασπαστεί τη θέση του Ενάγοντα ότι όντως τραυματίστηκε από το επίδικο περιστατικό που συνέβηκε στο χώρο εργασίας και ούτε υιοθέτησε τη θέση του Ενάγοντα ότι ο τελευταίος βρισκόταν στην εργασία του τη δεδομένη χρονική στιγμή μαζί με τον πρώην συνάδελφο του Μιλτιάδους, επίσης πρώην υπάλληλο της Εναγομένης. Η δε ενέργεια της Εναγομένης να καταβάλει ποσό €3.000 στον Ενάγοντα, ανεξάρτητα αν αυτό έγινε ή όχι στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης σε υπόθεση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα και την άλλη εκδοχή που ο ΜΥ2 προέβαλε για την πληρωμή ολόκληρου του μισθού του Ενάγοντα για τον μήνα Απρίλιο 2008 με την οποία έλεγε ότι καταβλήθηκε ποσό ύψους με δύο εβδομάδων μισθό ως αποζημιώσεις με τελευταία ημέρα την 16ην Απριλίου 2008, έχοντας υπόψη τις αναφορές του ΜΥ2 σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επιλήψιμη συμπεριφορά του Ενάγοντα ως αποτέλεσμα της οποίας οδήγησε σε απόφαση για απόλυση του. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι η σημείωση στο Τεκμήριο 8Β της ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης του Ενάγοντα φανερώνει ότι μέχρι τις 30.04.08 ο τελευταίος παρέμεινε στην υπηρεσία της Εναγομένης οπότε και η εργοδότηση του τερματίστηκε. Ενίσχυση στο ζήτημα αυτό παρέχεται από την ενέργεια του ΜΥ2 να υπογράψει την αίτηση του Ενάγοντα για παροχή επιδόματος ασθενείας. Ο λόγος που προβλήθηκε προκειμένου να εξηγηθεί η εν λόγω πράξη του ΜΥ2 στερείται λογικού ερείσματος υπό το φως αυτών που ο ίδιος ισχυρίστηκε και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Εφόσον σύμφωνα με τον ΜΥ2 ο Ενάγοντας δεν θεωρείτο υπάλληλος της Εναγομένης μετά τις 16.04.08 δεν υπήρχε λογική να υπογραφόταν το έντυπο ασθενείας του Ενάγοντα από τον ΜΥ2 εκ μέρους της Εναγομένης υπό την ιδιότητα του εργοδότη του. Ούτε η θέση του ΜΥ2 ότι υπέγραψε το έντυπο ασθενείας του Ενάγοντα υποκύπτοντας ουσιαστικά σε απαίτηση του Γραφείου Επιθεωρήσεως Εργασίας να το πράξει υπό το βάρος καταγγελίας που δέχτηκε για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του Ενάγοντα είναι πειστική, δεδομένου των εξηγήσεων του ΜΥ2 στο Δικαστήριο ως προς τη συμπεριφορά που οδήγησε στην απόλυση του Ενάγοντα, πληροφορίες που ο ΜΥ2 ουδέποτε διαβίβασε στο εν λόγω γραφείο. Την ίδια στιγμή προκαλεί ερωτηματικά που ο ΜΥ2 δεν διερεύνησε το επίδικο περιστατικό και να αναφέρει το αποτέλεσμα της έρευνας του στο Γραφείο Επιθεωρήσεως Εργασίας. Η δε θέση του ΜΥ2 ότι υπέγραψε την αίτηση για επίδομα ασθενείας στον Ενάγοντα επειδή ήθελε να του συμπαρασταθεί εκείνη την περίοδο που δεν εργαζόταν δεν ευσταθεί δεδομένης της στάσης που ο μάρτυρας αυτός επικαλέστηκε ότι τήρησε ο Ενάγοντας απέναντι στην Εναγόμενη περιλαμβανομένης της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς του για μη ενημέρωση της για το επίμαχο συμβάν αλλά και της καταγγελίας του για παράνομο τερματισμό απασχόλησης καθώς επίσης και της προώθησης της θέσης κατά την εκδίκαση της αγωγής ότι ο Ενάγοντας βρισκόταν στο χώρο εκεί τη δεδομένη χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού επειδή εργαζόταν υπό το καθεστώς του αυτοεργοδοτούμενου. Να σημειωθεί ότι η θέση αυτή παρέμεινε μετέωρη αφού μέσα από την εκδίκαση της αγωγής δεν υποστηρίχτηκε από το ανάλογο πραγματικό υπόβαθρο. Επομένως, ελλείψει μαρτυρικού υλικού που θα την θεμελίωνε, η τοποθέτηση αυτή απορρίπτεται ως αβάσιμη. Με γνώμονα αυτά η μόνη εξήγηση που δύναται να δοθεί για την συμπεριφορά και ενέργειες του ΜΥ2 που διαπιστώθηκαν προηγουμένως, είναι ότι ο Ενάγοντας εργαζόταν κανονικά ως μισθωτός υπάλληλος-ηλεκτρολόγος στην υπηρεσία της Εναγομένης στην οποία και ανήκε από τις 02.04.03 μέχρι και τις 30.04.08, οπότε και η εργοδότηση του τερματίστηκε, η οποία ταυτίζεται με την εκδοχή του Ενάγοντα στο ζήτημα αυτό. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥ2 στερείται πειστικής ισχύος και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Ο ΜΕ3, Δρ. Γιώργος Βορκάς, ήταν ο ιατρός-ακτινολόγος του ιδιωτικού ιατρικού κέντρου 'Ίασις' που εξέτασε μαγνητικά τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Η εξέταση διενεργήθηκε με τομές σε εγκάρσιο και οβελιαίο επίπεδο. Τα ιατρικά ευρήματα της εξέτασης αυτής περιέχονται σε σχετική έκθεση ημερομηνίας 05.05.08 που ο εν λόγω ιατρός ετοίμασε, το περιεχόμενο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Ο ιατρός αυτός σε γενικές γραμμές δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν θετικός και σίγουρος σ' αυτά που έλεγε, στοιχεία που πηγάζουν από την εντεκάχρονη εμπειρία του σε εξετάσεις μαγνητικής τομογραφίας. Με τρόπο σαφή και πειστικό στην ένορκη κατάθεση του ο ΜΕ3 εξήγησε τα ιατρικά ευρήματα στα οποία κατέληξε και που κατέγραψε στο Τεκμήριο
  11. Σε καμία περίπτωση δεν αισθάνθηκα ότι ήταν εμπειρογνώμονας που δεν είπε την αλήθεια. Εξάλλου δεν είχε κανένα κίνητρο ή όφελος αλλά και κανένα συμφέρον να μην αναφέρει στο Δικαστήριο τις ιατρικές του διαπιστώσεις. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και με γνώμονα ότι ο ίδιος δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 που αποτελεί μέρος της. Το πρώτο ιατρικό εύρημα στο οποίο ο ΜΕ3 καταλήγει είναι μικρού βαθμού σκολίωσης στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με την κυρτότητα στα αριστερά. Η μορφή της σκολίωσης που εντοπίζεται στον Ενάγοντα είναι περίπτωση που δημιουργείται ως αποτέλεσμα της θέσης που ο ασθενής λαμβάνει ώστε να μην αισθάνεται πόνο. Παρόλο ότι ο ΜΕ3 δεν τοποθετήθηκε ως προς το χρόνο που συνήθως χρειάζεται για να διαμορφωθεί η σπονδυλική στήλη σε θέση σκολίωσης, εντούτοις από το σύνολο των ιατρικών του αναφορών και εξηγήσεων που έδωσε μου δημιουργήθηκε η ισχυρή εντύπωση ότι τέτοιες περιπτώσεις σκολίωσης δεν εμφανίζονται σε χρονικό διάστημα λίγων ημερών αλλά είναι αποτέλεσμα μιας κατάστασης πόνου με συχνότητα και διάρκεια σε περίοδο. Το δεύτερο ιατρικό εύρημα του ΜΕ3 είναι η απώλεια φυσιολογικού σήματος των μεσοσπονδυλίων δίσκων Ο1-Ο2, Ο2-Ο3 και Ο4-Ο5 ως απόρροια αφυδάτωσης τους. Όπως ο ίδιος εξήγησε και αποδέχομαι, η αφυδάτωση των μεσοσπονδυλίων δίσκων είναι αποτέλεσμα μιας χρόνιας κατάστασης. Το ενδεχόμενο τα δύο ευρήματα να συνδέονται μεταξύ τους δεν μπορεί να αποκλειστεί. Δύο άλλα ιατρικά ευρήματα του ΜΕ3 που μεταξύ τους σχετίζονται είναι ότι στο επίπεδο του μεσοσπονδυλίου διαστήματος Ο4-Ο5 αναδεικνύεται ευρείας βάσεως κεντρική προβολή του δίσκου, η οποία είναι πιο έκδηλη αριστερά και παρεκτοπίζει τον μηνιγγικό σάκο οπισθίως προκαλώντας πίεση επί των αριστερών Ο5 νευρικών ριζών. Στο δε άκρο της δισκικής προβολής διακρίνεται ρήξη/σχισμή του πηκτοειδή πυρήνα (annular tear). Με απλά λόγια, όπως εξηγήθηκε από τον εν λόγω ιατρό και προς τούτο αποδέχομαι, ο δίσκος εκτοπίστηκε από τη φυσιολογική του θέση και προβάλλει οπισθίως του μεσοσπονδυλίου διαστήματος Ο4-Ο
  12. Η εξήγηση του ΜΕ3 επεκτάθηκε και στη ρήξη του πηκτοειδή πυρήνα που εντόπισε, την οποία απέδωσε σε προβολή του δίσκου εντός διαστήματος μηνών. Σε αντίθεση με το πρόβλημα που εντοπίζεται στο μεσοσπονδύλιο διάστημα Ο4-Ο5, δεν παρατηρείται δισκική προβολή (φούσκωμα) στα επίπεδα των μεσοσπονδυλίων διαστημάτων Ο1-Ο2, Ο2-Ο3, Ο3-Ο4 και Ο5-11, τα οποία, ως υπέδειξε ο ΜΕ3, δεν μετακινήθηκαν από τις θέσεις τους. Με βάση την ανάλυση του συγκεκριμένου ιατρού, τα σπονδυλικά σώματα απεικονίζονται φυσιολογικά σε μορφολογία και σήμα. Αυτό σημαίνει ότι μέσα από την εξέταση της μαγνητικής τομογραφίας δεν υπήρχε οστικό οίδημα, δεν υπήρχε τοπική αιμορραγία και δεν υπήρχε συνδεσμική κάκωση-ρήξη των συνδέσμων της περιοχής Ο4-Ο
  13. Τα πιο πάνω αποτελούν ιατρικές διαπιστώσεις του ΜΕ3 τις οποίες αποδέχομαι. Συνακόλουθα όλα αυτά αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να παρατηρήσω ότι ο Δρ. Βορκάς δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στο ερώτημα που του υπεβλήθηκε αν η δισκοπάθεια που διαπιστώνει στον Ενάγοντα είναι τραυματική ένεκα του συγκεκριμένου επιδίκου περιστατικού ή αν οφείλεται σε άλλο παράγοντα που με την πάροδο χρόνου δημιούργησε το πρόβλημα όπως για παράδειγμα η εκφύλιση του δίσκου που πιθανό να κατέστη επιρρεπής από την παρατηρούμενη αφυδάτωση του μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο4-Ο5 και να προκάλεσε το πρόβλημα εξαιτίας μιας απότομης κίνησης ή λόγω τρόπου ζωής που διαχρονικά οδήγησε σε καταπόνηση της μέσης. Ωστόσο από την ιατρική τοποθέτηση του Δρ. Βορκά ότι η προβολή του δίσκου δημιουργήθηκε σε διάστημα μηνών, η δισκοπάθεια που ταλαιπωρεί τον Ενάγοντα δεν φαίνεται να προκλήθηκε από το επίδικο περιστατικό. Περαιτέρω, από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα και στη βάση των ιατρικών εξηγήσεων του Δρ. Βορκά, θα τολμούσα να πω ότι η συνδυασμένη ύπαρξη των ευρημάτων κεντρικής προβολής του δίσκου στο επίπεδο του μεσοσπονδυλίου διαστήματος Ο4-Ο5 που παρεκτοπίζει τον μηνιγγικό σάκο οπισθίως και προκαλεί πίεση επί των αριστερών Ο5 νευρικών ριζών και δημιούργησε ρήξη του πηκτοειδή πυρήνα σε χρονικό διάστημα μηνών, μαζί με την χρόνια κατάσταση της αφυδάτωσης των μεσοσπονδυλίων δίσκων Ο1-Ο2, Ο2-Ο3 και Ο4-Ο5, δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα να προκάλεσε την παρατηρούμενη μικρού βαθμού σκολίωσης στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης του Ενάγοντα με την κυρτότητα στα αριστερά, ως αντίδραση του τελευταίου να αναζητεί ανακούφιση από πόνο που αισθανόταν. Ο ΜΕ2, Δρ. Younes Younes, ορθοπεδικός και χειρούργος τραυματιολόγος, ήταν ο ιατρός που στις 05.06.08 εξέτασε τον Ενάγοντα στην ιδιωτική πολυκλινική Royal Artemis και εξέδωσε ιατρική έκθεση συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα. Η ιατρική αυτή έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3Α ενώ πιστή μετάφραση του κειμένου της στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3Β. Στην ιατρική έκθεση καταγράφεται η κλινική εικόνα του Ενάγοντα σε διάφορες ημερομηνίες και ειδικότερα την περίοδο από 05.06.08 που φαίνεται να είναι η πρώτη φορά που εξετάστηκε στην εν λόγω κλινική μέχρι τις 07.06.12 που φαίνεται να είναι η τελευταία. Με βάση την ιατρική έκθεση στις 05.06.08 ο Ενάγοντας εισήχθηκε ως εξωτερικός ασθενής στην κλινική Royal Artemis παραπονούμενος για οξύ πόνο στην οπίσθια πλευρά της μέσης του με νευρολογικά συμπτώματα επί δύο εβδομάδες. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, η κλινική εξέταση του Ενάγοντα έδειξε νευρολογικά ευρήματα, επώδυνη σκολίωση με περιορισμένη κινητικότητα στην οσφυϊκή μοίρα, παραισθησία του αριστερού ποδιού, δυσκολία και αστάθεια κατά τη βάδιση στο αριστερό πόδι με επέκταση του πόνου στην οπίσθια επιφάνεια του αστραγάλου εν κινήσει. Καθ' όλη την περίοδο παρακολούθησης του, στον Ενάγοντα συστήθηκε συντηρητική αγωγή με την οποίαν του χορηγούνταν, κατά διαστήματα και αναλόγως της κατάστασης του, είτε αντιφλεγμονώδη χάπια είτε ενέσιμα μυοχαλαρωτικά φάρμακα. Σε κάποιο στάδιο (13.10.08) συστήθηκε στον Ενάγοντα να παραμείνει αυστηρά κλινήρης και να υποβληθεί σε πεταλεκτομή. Τη δε τελευταία φορά που ο Ενάγοντας εξετάστηκε στην εν λόγω κλινική αντιμετώπιζε πόνο και συμπτώματα στο δεξί ισχιακό νεύρο όπου και του συστήθηκε η πιο πάνω θεραπεία. Ως μάρτυρας ο εν λόγω ιατρός δημιούργησε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις που έδινε σε ουσιώδη ζητήματα δεν ήταν σαφείς και επεξηγηματικές. Προέβαλε θέσεις που στερούνται τεκμηρίωσης. Συσχέτισε τα αποτελέσματα της κλινικής εξέτασης του Ενάγοντα μόνο με μερικές διαπιστώσεις από την μαγνητική τομογραφία στην οποία υπεβλήθηκε προγενέστερα ο Ενάγοντας, αγνοώντας τις υπόλοιπες που και αυτές θα έπρεπαν να είχαν ληφθεί υπόψη με τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης προκειμένου να εκτιμηθεί η κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα στη βάση όλων των ιατρικών δεδομένων, στοιχείων και ευρημάτων. Ακολούθως ο ΜΕ2 κατέληξε σε ατεκμηρίωτες και συνάμα παρακινδυνευμένες δικές του ιατρικές διαπιστώσεις βασιζόμενος στη μη αξιολόγηση της συνολικής κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα. Παραγνωρίζοντας χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο ευρήματα του Δρ. Βορκά και γενικότερα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 προκειμένου να τα αξιολογήσει μαζί με τα υπόλοιπα ευρήματα που έλαβε υπόψη του συσχετίζοντας τα όλα με τα αποτελέσματα της κλινικής εξέτασης, ο ΜΕ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο μία λανθασμένη και τουλάχιστο ανακριβή, αν όχι παραπλανητική, εικόνα της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα. Το Δικαστήριο αισθάνθηκε ότι ο εν λόγω ιατρός προσπάθησε με την μαρτυρία του να βοηθήσει την εκδοχή του Ενάγοντα. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι ενώ πουθενά στο Τεκμήριο 3Α καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας παρέμεινε στην εν λόγω κλινική ως ασθενής για δύο ημέρες, στην ένορκη μαρτυρία του, η οποία δόθηκε στο Δικαστήριο μετά πάροδο 8 ετών από την ημερομηνία επίσκεψης του Ενάγοντα στην κλινική αυτή, ο εν λόγω μάρτυρας θυμήθηκε ένα τέτοιο γεγονός να αναφέρει. Χωρίς να είναι σε θέση να τεκμηριώσει την εκ των υστέρων αυτή αναφορά του παρόλο ότι αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Εναγομένης παρουσιάζοντας σχετικά έγγραφα όπως για παράδειγμα έγγραφα εισαγωγής και εξαγωγής του Ενάγοντα ως ασθενή από την κλινική εκείνη, τιμολόγιο που να δείχνει την παροχή υπηρεσιών και φαρμάκων που παρέχονται σε κάποιο που διαμένει εντός της κλινικής καθώς και απόδειξη πληρωμής του και δίχως να επιβεβαιώνεται ή να ενισχύεται από οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη προφορική μαρτυρία, ο ΜΕ2 δικαιολογήθηκε ότι δεν το θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο, εξήγηση την οποία δεν βρίσκω πειστική και ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι. Το ερώτημα που γεννάται και παρέμεινε αναπάντητο είναι εφόσον δεν το θεώρησε τότε αναγκαίο για να το σημειώσει στην ιατρική του έκθεση γιατί αισθάνθηκε ότι ήταν απαραίτητο να το πει στην ένορκη του μαρτυρία. Είναι προφανές ότι ο συγκεκριμένος ιατρός επιθυμούσε να ενισχύσει την εντύπωση της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα. Αυτό είναι κάτι που πλήττει την αξιοπιστία του ΜΕ
  14. Ένα άλλο ζήτημα που ο ΜΕ2 δεν αναφέρει στο Τεκμήριο 3Α αλλά θυμήθηκε να το πει 8 χρόνια αργότερα είναι η φυσιοθεραπεία που λέει ότι είχε συστήσει στον Ενάγοντα. Όπως και πιο πάνω, αφού δεν αισθάνθηκε ότι ήταν αναγκαίο να το σημειώσει στην ιατρική του έκθεση σε οποιοδήποτε στάδιο της περιόδου των 4 ετών που παρακολουθούσε τον Ενάγοντα και καλύπτεται στο Τεκμήριο 3Α, γιατί το θεώρησε σχετικό να το αναφέρει εκ των υστέρων. Ποιος ο λόγος ο Ενάγοντας να μην ακολουθήσει την εισήγηση του ΜΕ2 για φυσιοθεραπεία αφού είτε προσωρινά είτε μόνιμα θα τον ανακούφιζε από τους πόνους που καθ' όλη τη διάρκεια παραπονιόταν ότι είχε. Είναι κατανοητό ο Ενάγοντας να μην ήθελε να υποβληθεί σε εγχείρηση αλλά δυσκολεύομαι να αντιληφθώ την ίδια αρνητική στάση του στο θέμα της φυσιοθεραπείας. Αξιοσημείωτη είναι η τοποθέτηση του Ενάγοντα μέσα από την ένορκη μαρτυρία του όπου εξηγεί ότι ο λόγος που δεν ήθελε να υποβληθεί σε εγχείρηση είναι τόσο οικονομικός όσο και επιφύλαξης που είχε για την πιθανότητα επιτυχίας λόγω του βαθμού δυσκολίας που θεωρούσε ότι ενείχε. Ωστόσο την ίδια στιγμή ο Ενάγοντας δεν αναφέρει να του είχε συστηθεί να ακολουθήσει φυσιοθεραπεία περιοριζόμενος σε αναφορά για συντηρητική αγωγή. Επομένως είναι προφανές ότι η εκ των υστέρων τοποθέτηση του ΜΕ2 στο ζήτημα της φυσιοθεραπείας έγινε προκειμένου να ενισχύσει την εναλλακτική θεραπεία που εισηγήθηκε στον Ενάγοντα, ο οποίος αρνήθηκε να υποβληθεί σε εγχείρηση, δικαιολογώντας έτσι το μεγάλο διάστημα των 4 ετών χορήγησης αναλγητικών φαρμάκων κατόπιν σχετικής ερώτησης που του τέθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγομένης. Αυτό είναι κάτι που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του ΜΕ
  15. Στη συνέχεια ο ΜΕ2 προχώρησε και εξέτασε τον Ενάγοντα χωρίς να ερευνήσει από το αρχείο της πολυκλινικής προκειμένου να εξακριβώσει εάν υπήρχε ιατρικό ιστορικό παρά μόνο, όπως είπε, στηρίχτηκε στα λεγόμενα του Ενάγοντα. Συνεπώς η καταγραφή στην ιατρική του έκθεση (Τεκμήρια 3Α και 3Β) δεν υπάρχει προηγούμενο ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα δεν αποτελεί προϊόν προσωπικής του έρευνας αλλά απλά στο τι του λέχθηκε από τον Ενάγοντα. Πολύ περισσότερο θα έπρεπε ο ίδιος ο ΜΕ2 να είχε ερευνήσει το ζήτημα αυτό ένεκα της ισχυριζόμενης εισαγωγής και παραμονής του Ενάγοντα στην κλινική προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπήρξε ασθενής της εν λόγω κλινικής στο παρελθόν. Η δε μελέτη της εικόνας της μαγνητικής τομογραφίας μέσα από την οποία απεικονίζεται αφυδάτωση των μεσοσπονδυλίων δίσκων Ο1-Ο2, Ο2-Ο3 και Ο4-Ο5 καθώς και ύπαρξη σκολίωσης στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με την κυρτότητα στα αριστερά, ενδείξεις μιας προϋπάρχουσας μη φυσιολογικής κατάστασης σε χρόνο προγενέστερου της ημερομηνίας του επιδίκου περιστατικού, θα έπρεπε να τον είχαν προβληματίσει στο να αναζητήσει τυχόν ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα από το αρχείο της κλινικής στην οποία εργαζόταν, ερωτώντας παράλληλα τον Ενάγοντα γι' αυτά που έβλεπε από την εικόνα της μαγνητικής τομογραφίας. Αν το έπραττε θα ανακάλυπτε ότι υπάρχει έγγραφο της πολυκλινικής Royal Artemis που αναφέρει για στένωση μεσοσπονδυλίου διαστήματος μεταξύ πρώτου και δεύτερου οσφυϊκού σπονδύλου (Ο1-Ο2) με παρουσία οστεοφύτων που καθίστανται καλά ορατά στην προσθιοπίσθια προβολή. Το έγγραφο αυτό που αναφέρεται στον Ενάγοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και επισημαίνει πρόβλημα στη μέση του Ενάγοντα που φαίνεται ότι το διέγνωσε κάποιος Δρ. Σακκάς που στο παρελθόν εργαζόταν στην ιδιωτική πολυκλινική Royal Artemis. Πρόκειται για χειρόγραφη ακτινολογική έκθεση μετά από ακτινολογική εξέταση στην οποία υπεβλήθηκε ο Ενάγοντας μετά από παραπεμπτικό του Δρ. Σάκκα όταν στο παρελθόν ο πρώτος επισκέφτηκε την εν λόγω κλινική. Το Τεκμήριο 6 ετοιμάστηκε σε επιστολόχαρτο της πολυκλινικής Royal Artemis και δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για έγγραφο του αρχείου της. Εξάλλου η πλευρά του Ενάγοντα δεν αμφισβήτησε τη θέση της Εναγομένης ότι το Τεκμήριο 6 αποτελεί έγγραφο της εν λόγω κλινικής. Αυτό σε καμία περίπτωση σημαίνει ότι αποδέχομαι το περιεχόμενο του ως επιστημονικά ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Αυτό που απλά υποδεικνύω είναι την ύπαρξη του και συνάμα την παρουσία του στο αρχείο της πολυκλινικής Royal Artemis, ένα έγγραφο που αφορά ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα με ότι αυτό μπορούσε να σημαίνει και θα προβλημάτιζε τον Δρ. Younes αν προέβαινε σε τέτοιο έλεγχο και το ανακάλυπτε και δεν περιοριζόταν στα λόγια του Ενάγοντα. Την ίδια στιγμή δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ημερομηνία που αναγράφεται στο Τεκμήριο 6 δεν είναι πλήρης. Ειδικότερα σημειώνεται η 23η Νοεμβρίου χωρίς να ακολουθεί ποιου έτους. Αυτό όμως είναι άνευ σημασίας. Με δεδομένο ότι: (α) ο ΜΕ2 την ημέρα της ένορκης κατάθεσης του, ήτοι 10.02.16, ανάφερε ότι εξακολουθεί να εργάζεται στην ιδιωτική πολυκλινική Royal Artemis, (β) το Τεκμήριο 6 βρισκόταν ήδη στην κατοχή της άλλης πλευράς όταν στις 10.03.14 ετοιμάστηκε ιατρική έκθεση του ιατρού της Δρ. Ηλία Γεωργίου (ΜΥ1) αναφορικά με τον Ενάγοντα, (γ) βάσει του Τεκμηρίου 3Α ο Ενάγοντας παρακολουθείτο από τον ΜΕ2 για την περίοδο από 05.06.08 μέχρι 07.06.12, (δ) από τότε που εργάζεται ο ΜΕ2 στην εν λόγω κλινική ουδέποτε γνώρισε τον Δρ. Σάκκα που επίσης εργαζόταν στην ίδια κλινική και είχε εξετάσει τον Ενάγοντα παραπέμποντας τον μάλιστα για ακτινολογική εξέταση, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η ιατρική εξέταση του Ενάγοντα από τον Δρ. Σάκκα έγινε πριν από τις 05.06.08 που ξεκίνησε να τον παρακολουθεί ο ΜΕ
  16. Αυτό είναι γεγονός που συνηγορεί ότι ο Ενάγοντας είχε επισκεφθεί την ίδια κλινική πριν από την ημερομηνία του επιδίκου περιστατικού αντιμετωπίζοντας πρόβλημα στη μέση του. Ένα άλλο σημείο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ο ΜΕ2 δεν μερίμνησε να ενημερωθεί για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 που ουσιαστικά εξηγούσε και κατέγραφε τα ιατρικά ευρήματα του Δρ. Βορκά σε σχέση με την εξέταση της μαγνητικής τομογραφίας του Ενάγοντα, του πλέον ειδικού επί του ιατρικού θέματος αυτού. Ο ίδιος μέσα από την ένορκη κατάθεση του παραδέχτηκε ότι δεν μελέτησε το Τεκμήριο 4 επειδή ήταν συνταγμένο στην ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, ο ΜΕ2, ως λιγότερο ειδικός στο εν λόγω ιατρικό ζήτημα, προχώρησε στην εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων κοιτάζοντας από μόνος του την εικόνα της μαγνητικής τομογραφίας, χωρίς τουλάχιστο να αναζητήσει βοήθεια από άλλον εξίσου με τον ΜΕ3 ειδικό ιατρό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επικεντρωθεί μόνο στο εύρημα της παρεκτόπισης του μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο4-Ο5 και αφού το συνάρτησε με την κλινική εξέταση του Ενάγοντα σύνδεσε την αιτία πρόκλησης του αποκλειστικά στο επίδικο περιστατικό. Παραγνωρίζοντας χωρίς καμία εξήγηση τα υπόλοιπα ευρήματα του Δρ. Βορκά όπως η αφυδάτωση των μεσοσπονδυλίων δίσκων Ο1-Ο2, Ο2-Ο3 και Ο4-Ο5 καθώς και τη σκολίωση στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με την κυρτότητα στα αριστερά που προϋπήρχαν του επιδίκου περιστατικού αλλά και την όποια σημασία θα μπορούσε να είχε το Τεκμήριο 6, ο ΜΕ2 παρέλειψε να τα συνυπολογίσει και αυτά στην κλινική εξέταση του Ενάγοντα προκειμένου να καταλήξει με ασφάλεια και σιγουριά μέσα από εκτίμηση ολοκληρωμένης εικόνας της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα στην αιτία που προκάλεσε παρεκτόπιση του μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο4-Ο5 και ρήξη/σχισμή του πηκτοειδή πυρήνα αυτού. Ουδεμία ιατρική εξήγηση δόθηκε από τον ΜΕ2 κατά πόσο τα συνεχιζόμενα προϋπάρχοντα προβλήματα στη μέση του Ενάγοντα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παρεκτόπιση του μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο4-Ο5 και ρήξη/σχισμή του πηκτοειδή πυρήνα αυτού. Ο ΜΕ2 δεν έδωσε ιατρική εξήγηση κατά πόσο η αφυδάτωση που προϋπήρχε στους προαναφερόμενους μεσοσπονδυλίους δίσκους, ένα εκ των οποίων ο Ο4-Ο5, τον είχε ή όχι καταστήσει επιρρεπή και ευάλωτο στο πρόβλημα της παρεκτόπισης του μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο4-Ο5 και ρήξη/σχισμή του πηκτοειδή πυρήνα αυτού εξαιτίας παραγόντων άλλου από τραυματισμό στο επίδικο περιστατικό, όπως για παράδειγμα μία απότομη κίνηση ή ο καθημερινός τρόπος ζωής. Ο ΜΕ2 δεν διευκρίνισε αν οι πόνοι που ο Ενάγοντας παραπονιόταν ότι υπέφερε καθώς και τα άλλα συμπτώματα που είχε την περίοδο που τον παρακολουθούσε, ήτοι από τις 05.06.08 μέχρι 07.06.12, σχετίζονταν και με τα προβλήματα της μέσης του Ενάγοντα που προϋπήρχαν του επιδίκου περιστατικού. Αν ο ΜΕ2 εντόπιζε σκολίωση από την εικόνα της μαγνητικής τομογραφίας που είδε ή αν λάμβανε κάτι τέτοιο υπόψη του, δεν έχω αμφιβολία ότι θα τον προβλημάτιζε υπό την έννοια ότι θα γινόταν αντιληπτό πως ο Ενάγοντας αισθανόταν πόνο και πριν από το επίδικο περιστατικό ένεκα των προϋπαρχόντων προβλημάτων στη μέση του, πάντοτε με γνώμονα τη θέση του Δρ. Βορκά ότι η σκολίωση που παρατηρήθηκε στον Ενάγοντα εμφανίζεται σε άτομα που αισθάνονται πόνο και δημιουργείται ως αποτέλεσμα της θέσης που ο ασθενής λαμβάνει ώστε να μην πονά. Αντίθετα και χωρίς καμία ιατρική τεκμηρίωση ο ΜΕ2 φαίνεται να πείστηκε ότι η παρεκτόπιση του μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο4-Ο5 και ρήξη/σχισμή του πηκτοειδή πυρήνα αυτού οφείλεται στον τραυματισμό του Ενάγοντα από το επίδικο περιστατικό αντλώντας καθοδήγηση από την εμπειρία του σε τέτοιες περιπτώσεις που όπως είπε κατά 90% το πρόβλημα δημιουργείται από επεισόδιο τραυματισμού. Από ότι διαφαίνεται ο ΜΕ2 κατέληξε σε ιατρικό συμπέρασμα χωρίς να έχει υπόψη του ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα και δίχως να είναι απόλυτα σίγουρος. Ενδεικτικό της λανθασμένης αντίληψης που είχε γι' αυτό που απεικονιζόταν στην εικόνα της μαγνητικής τομογραφίας του Ενάγοντα αποτελεί η δήλωση του ότι είχε παρατηρήσει οστικό οίδημα στην επίμαχη περιοχή καθώς και ρήξη/αποκοπή συνδέσμων, συμπτώματα που ο Δρ. Βορκάς κατηγορηματικά απέρριψε ότι υπήρχαν. Επιπλέον η ιατρική θέση του ΜΕ2 ότι η ένταση του πόνου που ο Ενάγοντας είχε στο διάστημα των 4 ετών που τον εξέταζε, ήτοι από 05.06.08 μέχρι 07.06.12, καθιστούσε αδύνατο την εκτέλεση εργασίας από τον ίδιο παρέμεινε εκτεθειμένη από το γεγονός ότι ο Ενάγοντας εργαζόταν περί το έτος 2011, κάτι που ο ίδιος παραδέχτηκε στην ένορκη μαρτυρία του όπου δήλωσε πως την περίοδο εκείνη είχε άλλο εργατικό ατύχημα όταν εργαζόταν σε διαφορετικό εργοδότη. Όσον αφορά την εγχείρηση του Ενάγοντα στην οποία έγινε αναφορά, ο ΜΕ2 δεν εξήγησε τι είδους εγχείρηση είναι, ποια η αναγκαιότητα της και ποιες οι επιπτώσεις που τυχόν υπάρξουν στην κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα αν αυτός επιλέξει να μην υποβληθεί. Ούτε δικαιολόγησε γιατί το κόστος τέτοιας εγχείρισης να ανέρχεται στα €6.000 όπως ισχυρίστηκε, παρά μόνο περιορίστηκε στο να αναφέρει λεκτικά το ύψος που θα στοιχίσει μία τέτοια εγχείρηση. Στη βάση των πιο πάνω παρατηρώ ότι η ιατρική μαρτυρία του ΜΕ2 είναι διάτρητη από κενά, αδυναμίες και ερωτηματικά, ως αποτέλεσμα των οποίων δεν θα μπορούσα να βασιστώ για να καταλήξω με ασφάλεια σε οποιαδήποτε ευρήματα. Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ2, περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 3Α και 3Β που αποτελούν μέρος της. Ο ΜΥ1, Δρ. Ηλίας Γεωργίου, ορθοπεδικός-χειρούργος τραυματιολόγος, δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ο ιατρός που στις 26.02.14 εξέτασε τον Ενάγοντα εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης. Ο εν λόγω ιατρός έδωσε ξεκάθαρες και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις. Με τις επεξηγηματικές ιατρικές τοποθετήσεις του διαφώτισε το Δικαστήριο βοηθώντας το να αντιληφθεί σχετικά με την υπόθεση εξειδικευμένα ιατρικά θέματα. Κατά τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο εξήγησε το σκεπτικό που κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του, τα οποία καταγράφει στο ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 10.03.14, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. Όπως αναφέρεται με σαφήνεια στο Τεκμήριο 5 αλλά και μέσα από την ένορκη μαρτυρία του, ο Δρ. Γεωργίου κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του λαμβάνοντας υπόψη το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα, σε αντίθεση με τον Δρ. Younes (ΜΕ2), καθώς και από τα αποτελέσματα της κλινικής εξέτασης που έκανε στον Ενάγοντα. Το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα πηγάζει μέσα από τα Τεκμήρια 3 και 4, το Τεκμήριο 6, αλλά και από ενημέρωση που είχε από τον Ενάγοντα. Η τελευταία πτυχή είναι εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία βεβαίως δεν αποκλείεται από αξιολόγηση ως τέτοια που είναι (βλέπε άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Παράμετροι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Κεφ.9, στο περιεχόμενο του οποίου παραπέμπω. Επειδή όμως ο Ενάγοντας, το οποίο είναι το άτομο που προέβηκε στις αρχικές δηλώσεις τις οποίες ο ΜΥ1 κατέγραψε στο Τεκμήριο 5 και μετέφερε στη δικαστική αίθουσα, παρουσιάστηκε ως μάρτυρας (ΜΕ1) δίδοντας ένορκη μαρτυρία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τις ακούσει από τον ίδιο στο σύνολο τους και να προβεί σε αξιολόγηση τους. Κατά συνέπεια, δεν λαμβάνω υπόψη μου το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του ΜΥ
  1. Σε σχέση με το Τεκμήριο 6, παρατηρώ ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 4 και γενικότερα την μαρτυρία του Δρ. Βορκά, η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Ασπάζομαι πλήρως την τεκμηριωμένη θέση του ΜΥ1 στη διαφορά της ακτινογραφίας από την οποία πηγάζει το Τεκμήριο 6 από τη μαγνητική τομογραφία στην οποία εδράζεται το Τεκμήριο
  2. Συγκεκριμένα, όπως λέχθηκε από τον Δρ. Γεωργίου, η μαγνητική τομογραφία αποτελεί την εξέλιξη της ακτινογραφίας. Η απλή ακτινογραφία απεικονίζει μόνο οστά και τίποτε περισσότερο ενώ η μαγνητική τομογραφία απεικονίζει τα μαλακά μόρια συμπεριλαμβανομένων και των μεσοσπονδυλίων δίσκων, νευρικών στοιχείων, συνδέσμων, αγγείων και άλλων συναφών. Με αυτό το σκεπτικό αλλά και όπως παραδέχτηκε ο Δρ. Γεωργίου, αν υπήρχε στένωση μεσοσπονδυλίου διαστήματος μεταξύ πρώτου και δεύτερου οσφυϊκού σπονδύλου (Ο1-Ο2) με παρουσία οστεοφύτων που καθίστανται καλά ορατά στην προσθιοπίσθια προβολή όπως σημειώνεται στο Τεκμήριο 6 θα απεικονιζόταν σίγουρα στη μαγνητική τομογραφία. Ωστόσο ουδεμία τέτοια αναφορά υπάρχει μέσα από το Τεκμήριο 4 και καμία τέτοια μαρτυρία υπήρξε από το Δρ. Βορκά. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 δεν λαμβάνεται υπόψη. Παρά τα πιο πάνω, η ορθότητα των ιατρικών ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δρ. Γεωργίου δεν τίθενται σε κίνδυνο. Ούτε η ορθότητα τους ανατρέπεται από το γεγονός ότι η κλινική εξέταση του Ενάγοντα από τον ΜΥ1 πραγματοποιήθηκε σχεδόν 6 χρόνια μετά το επίδικο περιστατικό αφού τα αποτελέσματα της συσχετίστηκαν με το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα και λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα προτού υπάρξει κατάληξη σε ιατρικά συμπεράσματα. Πέραν αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι τα ιατρικά ευρήματα του ΜΥ1 δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας τους από τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα μέσα από την κλινική εξέταση του Ενάγοντα ο ΜΥ1 κατέληξε στα εξής ιατρικά ευρήματα, τα οποία και αποδέχομαι ως επιστημονικά ορθά, αληθή και αξιόπιστα και αποτελούν ευρήματα και του Δικαστηρίου:
(1)Το σημείο ανύψωσης του ευθειασμένου κάτω άκρου παρουσιάζει μείωση 30 μοιρών τόσο δεξιά όσο και αριστερά.
(2)Τα αντανακλαστικά των επιγονατίδων και αχιλλείων τενόντων παρουσιάζονται φυσιολογικά.
(3)Απουσία αντανακλαστικής σκολίωσης.
(4)Φυσιολογική βάδιση.
(5)Δυνατότητα τοποθέτησης του βάρους του σώματος στα άκρα των ποδών και στις πτέρνες.
(6)Κατά την ημέρα της κλινικής εξέτασης δεν υπήρχε μυϊκός σπασμός των παρασπονδυλίων μυών.
(7)Οι κινήσεις της σπονδυλικής στήλης παρουσιάζονται σε ικανοποιητικό εύρος. Εξαίρεση αποτελεί η πρόσθια κάμψη η οποία παρουσιάζει μείωση της τάξης των 20-25 μοιρών. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του Δρ. Younes που στερείται τεκμηρίωσης και παραγνωρίζει ουσιώδη ιατρικά γεγονότα, ο Δρ. Γεωργίου καταλήγει στα πιο κάτω συμπεράσματα που κρίνω ότι δικαιολογούνται από τα δικά του ιατρικά ευρήματα από το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα και γενικότερα από το σύνολο των ιατρικών δεδομένων που υπήρχαν ενώπιον του και αφορούσαν τον Ενάγοντα, ιατρικά συμπεράσματα τα οποία αποδέχομαι ως επιστημονικά ορθά, αληθή και αξιόπιστα και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: (α) Ο Ενάγοντας πάσχει από χρόνια οσφυϊκή δισκοπάθεια. (β) Αναμένεται η συνέχιση εμφάνισης ενοχλήσεων οσφυαλγίας με οξείες προσβολές κατά συχνές περιόδους. (γ) Κατά την περίοδο των οξέων προσβολών ο Ενάγοντας δεν θα είναι σε θέση να επιτελεί το επάγγελμα του ενώ κατά την περίοδο απουσίας οξέων προσβολών θα μπορεί να επιτελεί την επαγγελματική εργασία του. Εκτός από την ανάλυση της διαφοράς ακτινογραφίας από την μαγνητική τομογραφία δείγματα τέτοιων επιστημονικά τεκμηριωμένων εξηγήσεων του ΜΥ1 αποτελούν οι ιατρικές τοποθετήσεις του ως προς τον ορισμό της έννοιας και σημασίας της 'δισκοπάθειας', οι χαρακτηρισμοί 'τραυματική δισκοπάθεια' και 'χρόνια οσφυϊκή δισκοπάθεια' καθώς και οι θεραπείες που συνήθως συστήνονται. Αποκορύφωμα σ' αυτά είναι το Τεκμήριο 7 που αποτελεί προσωπική μελέτη και παρατηρήσεις του Δρ. Γεωργίου στο ιατρικό κεφάλαιο της δισκοπάθειας. Πρόκειται για ένα ενημερωτικό έγγραφο και ως τέτοιο αντικρίζεται. Από τα πιο πάνω έχω πειστεί ότι πριν από το επίδικο περιστατικό ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε χρόνια οσφυϊκή δισκοπάθεια για την οποία αισθανόταν περιοδικές ενοχλήσεις. Αυτό προκύπτει από το πρόβλημα αφυδάτωσης στους μεσοσπονδυλίους δίσκους Ο1-Ο2, Ο2-Ο3 και Ο4-Ο5 αλλά και από το πρόβλημα σκολίωσης στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με την κυρτότητα στα αριστερά, δείγμα των ενοχλημάτων που είχε και για τα οποία είχε επισκεφθεί στο παρελθόν την πολυκλινική Royal Artemis. Είναι γι' αυτό που κατά διαστήματα μεταξύ της περιόδου 05.06.08 και 07.06.12 λάμβανε συντηρητική αγωγή και συγκεκριμένα κατά διαστήματα σε περίοδο 4 ετών λάμβανε αναλγητικά φάρμακα και αναλόγως της έντασης των ενοχλημάτων ενέσιμα μυοχαλαρωτικά φάρμακα. Ερχόμενος στο εύρημα της κεντρικής προβολής του δίσκου στο επίπεδο του μεσοσπονδυλίου διαστήματος Ο4-Ο5 που παρεκτοπίζει τον μηνιγγικό σάκο οπισθίως και προκαλεί πίεση επί των αριστερών Ο5 νευρικών ριζών δημιουργώντας ρήξη του πηκτοειδή πυρήνα και έχοντας υπόψη την ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία, συνάγεται ότι θα μπορούσε να είχε προκληθεί είτε από γεγονός τραύματος όπως το επίδικο περιστατικό είτε να προκλήθηκε προγενέστερα και να καλύπτεται στη χρόνια οσφυϊκή δισκοπάθεια που ήδη ταλαιπωρεί τον Ενάγοντα. Επ' αυτού είναι η θέση του ΜΥ1 ότι το πιο πάνω εύρημα είναι μέρος της χρόνιας οσφυϊκής δισκοπάθειας του Ενάγοντα χωρίς να σχετίζεται με το επίδικο περιστατικό. Η εν λόγω τοποθέτηση του εδράζεται σε τρεις πυλώνες. Πρώτος πυλώνας είναι από το ιστορικό που ο εν λόγω ιατρός έλαβε από τον Ενάγοντα όπου σύμφωνα με τον ίδιο δεν του ανάφερε ότι είχε ανυψώσει βάρος. Το τι έχει λεχθεί ανάμεσα στον Ενάγοντα και τον Δρ. Γεωργίου είναι, υπό τις περιστάσεις, άνευ σημασίας στα πλαίσια απάντησης του ερωτήματος. Ομοίως άνευ σημασίας είναι και ο δεύτερος πυλώνας που παραπέμπει στην απουσία καταγραφής ανύψωσης φορτίου από τον Ενάγοντα μέσα από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3Α και 3Β. Η μη ρητή καταγραφή μιας τέτοιας αναφοράς δεν απαντά το ερώτημα επί της ουσίας του, το οποίο απαντάται μόνο στη βάση αντικειμενικών ιατρικών δεδομένων. Ο τρίτος πυλώνας αναφέρει ότι την ύπαρξη αφυδάτωσης στους μεσοσπονδυλίους δίσκους Ο1-Ο2, Ο2-Ο3 και Ο4-Ο5 σε συνδυασμό με την απουσία τραυματικών ευρημάτων οστικού οιδήματος, τοπικής αιμορραγίας και τραυματισμού συνδέσμων. Δεν συμμερίζομαι την τοποθέτηση αυτή του Δρ. Γεωργίου. Προς επίρρωση της θέσης μου αυτής παραπέμπω στην απάντηση του Δρ. Βορκά όταν ερωτήθηκε επ' αυτού κατά την αντεξέταση του και απάντησε με θετικό και συνάμα κατηγορηματικό τρόπο ότι μπορεί κάποιος να σηκώσει ένα βάρος και να δημιουργηθεί μία κήλη στο δίσκο χωρίς να προκληθεί ούτε αιμορραγία, ούτε οστικό οίδημα ούτε συνδεσμική κάκωση. Η επαφή της κήλης με τη ρίζα του νεύρου δημιουργεί τοπική φλεγμονή με αποτέλεσμα την εμφάνιση πόνου στην περιοχή της οσφύος. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι μία άλλη αναφορά του Δρ. Βορκά δίδει την απάντηση στο προαναφερόμενο ερώτημα. Σύμφωνα με τον Δρ. Βορκά η κεντρική προβολή του δίσκου στο επίπεδο του μεσοσπονδυλίου διαστήματος Ο4-Ο5 που παρεκτοπίζει τον μηνιγγικό σάκο οπισθίως και προκαλεί πίεση επί των αριστερών Ο5 νευρικών ριζών και δημιούργησε ρήξη του πηκτοειδή πυρήνα, είναι πρόβλημα που αναδύθηκε σε χρονικό διάστημα μηνών. Επομένως δεν θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί 3 εβδομάδες περίπου πριν την πραγματοποίηση της μαγνητικής τομογραφίας (05.05.08) όταν συνέβηκε το επίδικο περιστατικό (16.04.08). Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα αυτό δεν συνδέεται με το επίδικο περιστατικό αλλά δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της χρόνιας οσφυϊκής δισκοπάθειας που ήδη ταλαιπωρεί τον Ενάγοντα. Με γνώμονα τα πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 τόσο την προφορική μαρτυρία όσο και το Τεκμήριο 5 που αποτελεί μέρος της, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Κάτω από το φακό της χρόνιας οσφυϊκής δισκοπάθειας που ο Ενάγοντας αντιμετωπίζει και των ενοχλήσεων που αισθάνεται αντικρίζεται η δέσμη συστάσεων για άδεια ασθενείας των ιατρών της κλινικής 'Ίασης' Δρ. Φίλιππου Κρητιώτη (ορθοπεδικού) και Δρ. Κυριακίδη (νευροχειρούργος) καθώς και της κλινικής Royal Artemis, τα οποία συνθέτουν το Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο των οποίων, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, αποδέχομαι υπό την πιο πάνω έννοια. Εξαίρεση θεωρώ ότι αποτελεί η σύσταση αναρρωτικής άδειας για τις 17.04.08 και 18.04.08 που εκδόθηκε στις 16.04.08 από ιατρό του ιδιωτικού κέντρου 'Ίασις', για το οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Να σημειωθεί ακόμη ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη. Παρά ταύτα είναι άξιο απορίας και όντως εγείρει ερωτηματικά η στάση του Ενάγοντα να εξασφαλίσει στις 20.06.08 από ιατρό του ιδιωτικού κέντρου ΄'Ιασις' σύσταση για άδεια ασθενείας για την περίοδο από 20.06.08 μέχρι 20.07.08 την στιγμή που εκείνη την περίοδο παρακολουθείτο από τον Δρ. Younes της ιδιωτικής πολυκλινικής 'Royal Artemis'. Νομική Πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλεια του στον τόπο της εργασίας του." (Απόσπασμα από την υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123, βλέπε επίσης άρθρο 9 του Συντάγματος). Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Το εν λόγω άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης μόνο στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: "Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)." Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το καθήκον της προσήκουσας προσοχής, η έλλειψη της οποίας είναι βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους. Λέχθηκε δε ότι συστατικός όρος της έννοιας του 'μη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου' είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόμα σωστής πρόβλεψης για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που όφειλε ή μπορούσε ο εργοδότης με τη χρήση σωστών μέσων που είχε στη διάθεση του, να αποφύγει, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέμα. Το καθήκον του εργοδότη είναι γενικά πολύπτυχο και περιλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας, ικανό προσωπικό, ασφαλή εξοπλισμό, επαρκή επίβλεψη και ασφαλείς εγκαταστάσεις για εργασία (Kakou v. Adriatica
(1980)1 CLR 357, Charalambous v. Metalco Ltd
(1982)1 CLR 636, Panayi v. Galatariotis & Sons Ltd
(1971)1 CLR 416). ). Στην Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 918 λέχθηκε ότι το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί καθήκον του εργοδότη να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε «περιττούς» κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, ο οποίος είναι, αφενός, προβλεπτός και αφετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωση τους. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η έννοια του μη αναγκαίου κινδύνου είχε αρχικά προσδιοριστεί στην αγγλική υπόθεση Allard v. Saunders Ltd [1953] All E.R. 395, η οποία επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε κυπριακές υποθέσεις. Πιο αυστηρή όμως προσέγγιση, ίδια τάση με αυτή που επικρατεί στην Αγγλία (Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551), υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1(A) A.A.Δ. 219 όπου τονίστηκε ότι η προβλεπτικότητα του κινδύνου δεν αποτελεί απαραίτητο κριτήριο, αφού η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει ασφαλή χώρο εργασίας στους εργοδοτουμένους του, υφίσταται ανεξάρτητα από το εάν οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Επομένως, σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, το καθήκον του εργοδότη για παροχή ασφαλούς τόπου ή ασφαλούς συστήματος εργασίας απέναντι στους υπαλλήλους του είναι απόλυτο. Σχετική είναι και η υπόθεση Αγγελή v. Κάρκα κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1118, όπου ο εργοδότης ενός εργάτη οικοδομών που έπεσε στο έδαφος από ικρίωμα ανεγειρόμενης οικοδομής και τραυματίστηκε σοβαρά κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος και κλήθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις στον εργοδοτούμενο του. Σε σχέση με την ευθύνη του εργοδότη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: "Η ευθύνη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη και δεν μπορεί να μετατεθεί αυτή η ευθύνη στους ώμους του εργοδοτουμένου. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση το καθήκον του εργοδότη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στον εργοδοτούμενο του ήταν υπαρκτό και ο εφεσείων δεν το εξετέλεσε." Επίσης στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506 αποδόθηκαν οι έννοιες και η σημασία των 'συστήματος εργασίας' και 'καθήκοντος υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας' με αναφορά στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 8η έκδοση. Ειδικότερα, λέχθηκε ότι 'σύστημα εργασίας' είναι όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (α) της οργάνωσης της εργασίας, (β) του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (γ) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (δ) της σειράς των γεγονότων, (ε) της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (στ) του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (ζ) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, και (η) της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Αναφορικά με το 'καθήκον υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας' υποδείχτηκε πως αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Έπεται ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας. Στην προαναφερόμενη υπόθεση, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1952] 2 All E.R. 1110, λέχθηκε περαιτέρω ότι είναι καλά γνωστό στους εργοδότες ότι οι εργάτες πολύ συχνά, αν όχι συστηματικά, δεν λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η εργασία τους. Είναι δε γι' αυτό το λόγο που το κοινοδίκαιο απαιτεί οι εργοδότες να καταβάλλουν λογική φροντίδα και να καθορίζουν ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργοδότες δεν εξαιρούνται από αυτό το καθήκον από το γεγονός ότι οι εργάτες τους είναι έμπειροι και θα μπορούσαν, αν ήταν στη θέση των εργοδοτών, να εφαρμόσουν οι ίδιοι ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργάτες δεν βρίσκονται στη θέση των εργοδοτών. Τα καθήκοντα τους δεν εκτελούνται μέσα στην ήρεμη ατμόσφαιρα του γραφείου με τις συμβουλές των ειδικών. Περαιτέρω με αναφορά στην ίδια αυτή υπόθεση λέχθηκε ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι άλλα συστήματα διεξαγωγής της εργασίας δεν ήταν πρακτικώς εφαρμόσιμα, οι εργοδότες είχαν υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι το σύστημα το οποίο είχε υιοθετηθεί ήταν, όσο μπορούσε αυτό να επιτευχθεί, ασφαλές και ότι οι υπάλληλοι τους είχαν καθοδηγηθεί ως προς τα μέτρα που θα ελάμβαναν για να αποφύγουν τα ατυχήματα. Όσον αφορά το τι περιλαμβάνει το καθήκον του εργοδότη για διασφάλιση της ασφάλειας στην εργασία σχετική είναι η υπόθεση Tziellas v. The Ship "Nadalena H" and others
(1982)1 C.L.R. 807 όπου σημειώθηκε ότι ανάμεσα στα πρώτα καθήκοντα του εργοδότη είναι να διασφαλίσει ασφάλεια στην εργασία ώστε ο χώρος εργασίας να καταστεί όσο πιο ασφαλής εύλογα γίνεται. Αυτό με τη σειρά του περιλαμβάνει ασφαλή πρόσβαση από και προς τον πραγματικό χώρο εργασίας. Περαιτέρω λέχθηκε ότι το καθήκον για λήψη εύλογης φροντίδας για την ασφάλεια των εργαζομένων παραμένει αμείωτο, όμως η εκτέλεση του διαφοροποιείται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Το καθήκον αυτό επεκτείνεται σε κάθε σύστημα το οποίο υιοθετείται για εκτέλεση της εργασίας. Δεν περιορίζεται στις καθιερωμένες - συνήθεις μεθόδους εκτέλεσης μιας εργασίας. Περαιτέρω επεκτείνεται στην προμήθεια ή παροχή ασφαλών μέσων πρόσβασης στο σημείο εργασίας μέσα στον χώρο εργασίας. Επιπλέον, στην υπόθεση Γιαννάκης Λάμπης ν. Shiptrans Trading Agency Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 370 λέχθηκε ότι αποτελεί πρώτιστο καθήκον του εργοδότη η εφαρμογή στο χώρο εργασίας ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής της εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τους εργαζομένους από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί και ο οποίος με τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Στην δε υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 304, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία ομιλούν από μόνα τους: "Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas
(1953)A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας." Επίσης στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 423 τονίστηκε πως ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τα πρόσωπα που εργοδοτούνται από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που μπορεί λογικά να προβλεφθεί και ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί με προστατευτικά μέτρα των οποίων η λύση είναι αφενός πραγματικά εφικτή και αφετέρου η δαπάνη που συνεπάγεται δεν είναι εντελώς δυσανάλογη προς το είδος και το μέγεθος του κινδύνου που στοχεύεται να αποφευχθεί. Ακόμη στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 556 λέχθηκε ότι κάθε εργοδότης έχει ευθύνη να παράσχει ασφαλή μέθοδο εργασίας και ορθή επιτήρηση του χώρου όπου διεξάγονται οι εργασίες. Περαιτέρω, στο νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, 'Αστικά Αδικήματα', Τόμος 2, σελ. 32 αναφέρονται και τα εξής: "Μέρος της υποχρέωσης του εργοδότη είναι να δίδει και κατάλληλες οδηγίες και να φροντίζει για την επίβλεψη των εργοδοτουμένων του. Οι οδηγίες για ασφάλεια πρέπει να είναι εκείνες που ένας εύλογα επιμελής εργοδότης που έχει εξετάσει το πρόβλημα που προκύπτει από την εργασία θα έδιδε στους εργάτες του. Σχετική επί του θέματος είναι η Charalambous v. Shoham (Cyprus) Ltd and another
(1983)1 C.L.R. 239). Όσον αφορά επίβλεψη, όπως τονίστηκε στην Penteris v. General Constructions
(1984)1 CLR 1 το γενικό καθήκον του εργοδότη για επίδειξη επιμέλειας περιλάμβανε και την επίβλεψη. Όπου ο κίνδυνος είναι ορατός, δεν είναι αρκετό ο εργοδότης να παρέχει τα μέσα προφύλαξης αλλά πρέπει να βεβαιώνεται ότι οι εργάτες του τα χρησιμοποιούν. Η επίβλεψη πρέπει να είναι άμεση, αλλά όχι αναγκαστικά συνεχής, εκτός όπου οι συνθήκες είναι τέτοιες που να το επιβάλλουν." Ως προς την υποχρέωση του εργοδότη να εξασφαλίζει ασφαλές εργασιακό περιβάλλον στους εργοδοτουμένους σχετικές ακόμη είναι οι υποθέσεις L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 181/2006 ημερ. 24.03.09, Ευθυμίου v. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιοί Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 313/2008 ημερ. 21.02.12 και Γεωργική Εταιρεία Πλατωνία Λτδ v. Sharif Πολιτική Έφεση Αρ. 358/2008 ημερ. 17.01.12, στις οποίες και παραπέμπω. Στα πλαίσια θεμελίωσης ευθύνης από μέρους του εργοδότη απαιτείται απόδειξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδυναμίας του συστήματος εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη με τη ζημιά που υπέστηκε ο εργοδοτούμενος με το βάρος απόδειξης να βαρύνει τον ενάγοντα (Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1(A) A.A.Δ. 219, Κωνσταντίνου v. Phasouri Plantations
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 720, Δρουσιώτης v. Petrakis Exhaust Silencers Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1502). Το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας διέπεται από το άρθρο 57 του Κεφ. 148 και η ύπαρξη της αποτελεί παράγοντα μείωσης των αποζημιώσεων που θα καταβάλει ο εναγόμενος (Covotsos Textiles v. Serghiou
(1981)1 C.L.R. 475). Ο καταμερισμός ευθύνης πρόκλησης ατυχήματος στα άτομα που ευθύνονται αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας απορρέει από την παράλειψη του ενάγοντα να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για να προστατεύσει τον ίδιο τον εαυτό του από βλάβη ή ζημιά. Το κριτήριο για να αποφασιστεί αν έχει επιτευχθεί συντρέχουσα αμέλεια είναι βασικά το ίδιο με την αμέλεια αφού το προβλεπτό πρόκλησης ζημιάς και η παράλειψη να ληφθούν προφυλάξεις έναντι προβλεπτών κινδύνων είναι το κλειδί για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας (Charalambous and Another v. Kassapis and Another
(1988)1 C.L.R. 25, Odysseos v. Mantovani & Sons
(1989)1 C.L.R. 321). Στην υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον εργαζόμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι έχει περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελεί την εργασία η οποία του ανατίθεται. Η επιλογή, εξάλλου, την οποία εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων ότι ο εργαζόμενος πάντα έχει να αποχωρήσει από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του." Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που συνήθως απαιτούνται στις περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων, είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να καταγράφονται αναλυτικά και ξεκάθαρα στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Βάσω Μιχαήλ v. Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, R.K.B. Leathergoods Limited v. Βιργίνια Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοκλής Αντωνιάδης v. Μιχάλης Σπύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Κούνουνα κ.α. v. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Επομένως, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται πάντοτε σε αυστηρά πλαίσια και το βάρος απόδειξης τους το φέρει πάντοτε ο ενάγοντας (Παναγιώτη Παναγή v. Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Η σημασία επιδίκασης γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις ατυχημάτων έχει εκφραστεί σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους v. Simon John Worley
(2001)1 Α.Α.Δ. 652 το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματία. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis
(1992)1 C.L.R. 789). Μέσα από την κυπριακή νομολογία αναδύεται μία αυξητική τάση στον καθορισμό τους αφού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Η όποια όμως προσπάθεια γίνει για άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη (Αρετούλλα Μακρή και άλλος v. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Έχει τονιστεί η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση στον καθορισμό τέτοιων αποζημιώσεων. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (Χάρης Νικολάου v. Νίκου Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ v. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Γεώργιος Ταμπούρα v. Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη, Πολιτική Έφεση 222/2006, ημερ. 17.04.08). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Επομένως, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα και να είναι κοινωνικά αποδεκτές (Μιχαήλ v. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494). Σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ζημιωθέντος για τη ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος (Κουμπαρή κ.α. v. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων μειωμένος όμως κατά το ήμισυ για να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Όλα αυτά μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ακολούθως, ολόκληρα τα ποσά φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι εξόφλησης. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποίαν γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Όπως είναι γνωστό μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ.2), Ν.81(Ι)/2008επιδικαζόταν νόμιμος τόκος ύψους 8%. Από την ημέρα δημοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.08, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008, Ν.82(Ι)/2008στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Η ελευθερία του συμβάλλεσθε, δηλαδή το δικαίωμα κάποιου να εισέρχεται σε νόμιμη σύμβαση, είναι δικαίωμα ενός ατόμου που κατοχυρώνεται συνταγματικά στην Κύπρο (άρθρο 26
(1)του Συντάγματος). Η δε συνομολόγηση, ερμηνεία και εφαρμογή μιας συμφωνίας, οι συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και η προστασία των δικαιωμάτων των μερών που δημιουργούνται μέσα από τη σύμβαση καθώς και οι οποιεσδήποτε νομικές συνέπειες που απορρέουν από συμπεριφορές, πράξεις και παραλείψεις που παρεκκλίνουν από το συμφωνημένο πνεύμα είναι ορισμένα από τα ζητήματα που διέπονται από το δίκαιο των συμβάσεων (Ο Περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125). Καθοριστικός παράγοντας στην ερμηνεία μιας σύμβασης είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων, προς αναζήτηση της οποίας συνυπολογίζεται ολόκληρο το περιεχόμενο της σύμβασης (Αλεξάνδρου v. Κωμοδρόμου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 576). Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, μία σύμβαση δύναται να καταρτιστεί είτε γραπτά είτε προφορικά είτε μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά είτε δύναται να συνάγεται από τη συμπεριφορά των μερών. Οι όροι που καθορίζουν τη συμβατική σχέση μερών μπορεί να είναι ρητοί και εξυπακουόμενοι. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν λέχθηκε, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών (Τσιαηλή v. Χατζηανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250). Δηλαδή όροι που δεν έχουν συμφωνηθεί ρητά εξυπακούονται ότι υφίστανται σε μια συμφωνία. Σε μια συμφωνία εργοδότησης αποτελεί, ανάμεσα σ' άλλα, εξυπακουόμενο όρο ότι ο εργοδοτούμενος θα εκτελεί τα καθήκοντα κάτω από ασφαλείς, κατάλληλες και υγιής συνθήκες εργασίας που θα του παρέχει και θα του διασφαλίζει διαρκώς ο εργοδότης του. Επίσης, εξυπακουόμενοι όροι σε μία συμφωνία δύναται να υπάρχουν ένεκα νομοθεσίας. Συμπεράσματα: Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε, τα ευρήματα στα οποία κατέληξε σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του. (α) Σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο καλείται να καταλήξει σε συμπέρασμα είναι αν τη χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού υπήρχε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου υπό τη νομική της σημασία. Το κατά πόσο υπάρχει σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό και τα γεγονότα που αφορούν την κάθε υπόθεση πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπ' όψιν. Δεν είναι θέμα τι νόμιζε ή τι εντύπωση κάποιος είχε τη δεδομένη στιγμή (Loizias & Sons Contracting & Building (Overseas) Ltd v. Αθανασίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1495). Το Δικαστήριο αποφασίζοντας το θέμα λαμβάνει υπόψη του την όλη διευθέτηση που υπάρχει και ειδικότερα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Η πληρωμή μισθού σ' ένα πρόσωπο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο αλλά το θέμα αυτό εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Πρωταρχικός παράγοντας είναι ο βαθμός ελέγχου που ασκεί ο εργοδότης επί του εργοδοτουμένου του, δηλαδή εάν ένα άτομο δίδει οδηγίες σε άλλο για την εκτέλεση της εργασίας, αν ασκεί έλεγχο στον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του και ο δεύτερος λογοδοτεί στον πρώτο. Άλλα κριτήρια που προσμετρούν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του εργοδότη είναι ποιος ευθύνεται για την πρόσληψη ή απόλυση προσωπικού καθώς και ποιος καταβάλλει τα ωφελήματα του εργαζόμενου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Prusi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1551, Προίκη και άλλης v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2002)1Β Α.Α.Δ. 736, Δημοκρατία v. Φρίνικς Λτδ
(2002)3 Α.Α.Δ. 192, Ευρυπίδης Συκοπετρίτης Λτδ v. Αθηνάκη
(2005)1Β Α.Α.Δ. 844 και Polyancon Estates Co Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2005)1Β Α.Α.Δ. 844, στις οποίες και παραπέμπω. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελούν, ανάμεσα σ' άλλα, ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής:
(1)Τη δεδομένη χρονική στιγμή, ήτοι 16.04.08 και περί ώρα 17:00 ο Ενάγοντας βρισκόταν μαζί με άλλους στο εργοτάξιο της πολυκατοικίας Begonia στην Πάφο όπου εκτελούσε εργασία ως ηλεκτρολόγος προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγομένης.
(2)Ο Ενάγοντας απασχολείτο πλήρως με εργασία της Εναγομένης.
(3)Η Εναγόμενη κατέβαλλε μηνιαίο μισθό στον Ενάγοντα ύψους €1.275 καθώς επίσης συνείσφερε για τον ίδιο στα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων, ετησίων αδειών, πλεονάζοντος προσωπικού, ανθρώπινου δυναμικού και κοινωνικής συνοχής το μερίδιο που της αναλογούσε.
(4)Η Εναγόμενη καθόρισε το ωράριο εργασίας του Ενάγοντα στις 07:00-16:00 και του κατέβαλλε επιπλέον αμοιβή όταν εργαζόταν υπερωριακά.
(5)Η Εναγόμενη εταιρεία είχε τον πλήρη έλεγχο της μεθόδου εργασίας και έδιδε οδηγίες στον Ενάγοντα ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της.
(6)Η Εναγόμενη διέθεσε όχημα στον Ενάγοντα για να μεταβαίνει καθημερινά από και προς την εργασία του με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων του.
(7)Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας μετέβηκε στην εργασία του χρησιμοποιώντας το όχημα της Εναγομένης που η τελευταία του παρείχε για σκοπούς διεκπεραίωσης εργασιών της.
(8)Την ημέρα του επιδίκου περιστατικού ο Ενάγοντας εργάστηκε υπερωριακά με εντολή της Εναγομένης για λογαριασμό της τελευταίας και περί ώρα 17:00 έλαβε συγκεκριμένες οδηγίες από τον διευθυντή της Εναγομένης Σωκράτους να μεταφέρει ένα τραμ καλωδίου στην αποθήκη της Εναγομένης μαζί με τον συνάδελφο του Μιλτιάδους που είχε τα κλειδιά της χρησιμοποιώντας το όχημα της Εναγομένης που βρισκόταν στην κατοχή του.
(8)Η Εναγόμενη κατέβαλε εξ' ολοκλήρου το μισθό του Ενάγοντα για τον μήνα Απρίλιο 2008.
(9)Αναφορικά με τον Απρίλιο 2008 η Εναγόμενη κατέβαλε τις εισφορές που τις αναλογούσαν για τον Ενάγοντα στα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων, ετησίων αδειών, πλεονάζοντος προσωπικού, ανθρώπινου δυναμικού και κοινωνικής συνοχής.
(10)Η Εναγόμενη είχε δικαίωμα να διακόψει την εργοδότηση του Εναγομένου, η οποία και τερματίστηκε στις 30.04.08 συμπληρώνοντας προς τούτο σχετικό έντυπο κατάστασης αποδοχών και εισφορών του υπαλληλικού προσωπικού της που απέστειλε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 8Β). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγω χωρίς αμφιβολία στο συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή αυτή χρόνο μεταξύ της Εναγομένης και του Ενάγοντα υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου. Η Εναγόμενη εταιρεία ενεργούσε ως εργοδότρια του Ενάγοντα που ήταν εργοδοτούμενος της με την απασχόληση του τελευταίου να τερματίζεται στις 30.04.08. Στην απουσία άλλης περί του αντιθέτου αποδεκτής μαρτυρίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τη χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού, ήτοι στις 16.04.08 και περί ώρα 17:00, ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης. (β) Επίδικο περιστατικό και συνθήκες αυτού Το Δικαστήριο καλείται τώρα να εξετάσει αν το επίδικο περιστατικό έχει τη μορφή εργατικού ατυχήματος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν ότι στις 16.04.08 και περί ώρα 17:00 ο Ενάγοντας ενώ εργαζόταν στο εργοτάξιο της πολυκατοικίας Begonia στην Πάφο έλαβε συγκεκριμένες οδηγίες από το διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας Σωκράτους να μεταφέρει μαζί με το συνάδελφο του ένα τραμ καλωδίου στην αποθήκη της Εναγομένης. Το τραμ καλωδίου θα φορτωνόταν από τα δύο αυτά άτομα στην καρότσα οχήματος της Εναγομένης και με αυτό θα μεταφερόταν στην αποθήκη. Ενώ είχαν ανοίξει την πόρτα της καρότσας του οχήματος κατά τη μετακίνηση του φορτίου ο Ενάγοντας αισθάνθηκε αφόρητους πόνους και έκατσε κάτω με αποτέλεσμα ο συνάδελφος του να τον μεταφέρει στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο 'Ίασης'. Πρόκειται για ένα ατύχημα που συνέβηκε στο χώρο εργασίας της εργοδότριας Εναγομένης στον οποίον ο Ενάγοντας εκείνη τη στιγμή εργαζόταν ως εργοδοτούμενος της. Συνεπώς το εν λόγω περιστατικό έχει την έννοια του εργατικού ατυχήματος, το οποίο και συνέβηκε κατά τη διάρκεια εργασίας του Ενάγοντα στο εργασιακό περιβάλλον κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες. (γ) Ενδεχόμενη αμέλεια Εναγομένης Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει παρατηρώ ότι η Εναγόμενη εταιρεία δια του διευθυντή της έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα και τον συνάδελφο του Μιλτιάδους να σηκώσουν ένα τραμ καλωδίου διαστάσεων 3μ χ 1,5μ που περιείχε καλώδιο 500 μέτρων συνολικού βάρους 300 κιλών περίπου. Η Εναγόμενη είχε καθήκον να διασφαλίσει τη σωματική ακεραιότητα του Ενάγοντα κατά την εφαρμογή των οδηγιών που του έδωσε για μεταφορά του τραμ καλωδίου στην αποθήκη της. Ειδικότερα η Εναγόμενη είχε υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του Ενάγοντα κατάλληλα και συνάμα ασφαλή μέσα προκειμένου αυτός μαζί με το συνάδελφο του να υλοποιήσουν τις οδηγίες της χωρίς να τίθενται σε κίνδυνο η ασφάλεια και η υγεία τους. Ήταν ευθύνη της Εναγομένης ως εργοδότριας να λάβει προστατευτικά μέτρα για την εκτέλεση της εργασίας που ανέθεσε στον Ενάγοντα. Ωστόσο ο Ενάγοντας κλήθηκε να σηκώσει και να τοποθετήσει στην καρότσα του οχήματος της Εναγομένης τραμ καλωδίου βάρους 300 κιλών περίπου έχοντας μόνο φυσική βοήθεια από τον συνάδελφο του Μιλτιάδους. Είναι προφανές ότι το τεράστιο βάρος του φορτίου αυτού ήταν υπερβολικό να το επωμιστούν δύο μόνο άτομα. Θα έπρεπε η Εναγόμενη να μεριμνούσε ώστε ανυψωτικό μηχάνημα να παραλάμβανε το τραμ καλωδίου από το έδαφος και να το τοποθετούσε στο όχημα της και το ίδιο το μηχάνημα να το ξεφόρτωνε από την καρότσα του εν λόγω οχήματος και να το τοποθετούσε στην αποθήκη με τη βοήθεια του Ενάγοντα και του συναδέλφου του. Καθ' όλη τη διάρκεια η εργασία αυτή να τελούσε υπό την εποπτεία επιστάτη ή αρμοδίου υπευθύνου που θα επέβλεπε ότι όντως εφαρμόζονταν τα προστατευτικά μέτρα στα πλαίσια εκτέλεσης της εργασίας. Εάν τέτοιο ανυψωτικό μηχάνημα δεν ήταν τη στιγμή εκείνη διαθέσιμο και κατ' επέκταση δεν μπορούσε να ερχόταν στο εργοτάξιο, η Εναγόμενη εναλλακτικά όφειλε να διαθέσει επιπρόσθετα άτομα ώστε μαζί με τον Ενάγοντα και τον Μιλτιάδους και υπό την εποπτεία επιστάτη ή αρμοδίου υπευθύνου να ανασηκώσουν με ασφάλεια το τραμ καλωδίου και να το τοποθετήσουν στην καρότσα του οχήματος και ακολούθως όλοι μαζί να το ξεφορτώσουν από το όχημα και να το μεταφέρουν στην αποθήκη της Εναγομένης με τη συνοδεία του ατόμου που θα ασκούσε έλεγχο ως προς τον ασφαλή τρόπο εκτέλεσης της εργασίας. Τα πιο πάνω αποτελούν παραδείγματα ύπαρξης και εφαρμογής ασφαλούς συστήματος διεκπεραίωσης εργασίας που ήταν υποχρέωση της Εναγομένης προκειμένου να παρέχει ασφαλές περιβάλλον εργασίας στους υπαλλήλους της, ένας εκ των οποίων ήταν ο Ενάγοντας, χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη και άλλων μεθόδων ασφαλούς εκτέλεσης της εργασίας. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος είναι η απουσία προστατευτικών μέτρων και γενικότερα ασφαλούς συστήματος εκτέλεσης της εργασίας τη δεδομένη χρονική στιγμή του ατυχήματος. Αν κάποιος επιστάτης ή υπεύθυνος της Εναγομένης βρισκόταν στο χώρο εργασίας που ήταν ο Ενάγοντας θα μπορούσε να εκτιμήσει την κατάσταση και να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες χωρίς έτσι να εκτεθεί σε κίνδυνο ο Ενάγοντας. Αντί αυτού όμως ουδείς υπεύθυνος της Εναγομένης βρισκόταν στο χώρο και οι οδηγίες για εκτέλεση εργασίας να δίδονται τηλεφωνικώς από το διευθυντή της Εναγομένης (ΜΥ2) στη βάση λανθασμένης εκτίμησης της κατάστασης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την μαρτυρία του διευθυντή της Εναγομένης Σωκράτους (ΜΥ2), το περιεχόμενο του οποίου είναι ενδεικτικό των παραλείψεων της Εναγομένης και συνάμα της ανάγκης ύπαρξης ασφαλούς συστήματος εργασίας (παράγραφος 16 της γραπτής δήλωσης Σωκράτους): "Εκείνη την περίοδο η εταιρεία διεξήγαγε εργασίες στην Πολυκατοικία Πεκόνια. Έπρεπε να περαστούν σύρματα για τα ηλιακά. Τα σύρματα που έπρεπε να περαστούν ήταν τύπου armouned cable το οποίο είναι θωρακισμένο καλώδιο. Επειδή τα σύρματα αυτά είναι σε τύπο καρουλιού, και έρχονται σε πολλά μέτρα, κόβαμε κομμάτια και τα πηγαίναμε στον τόπο εργασίας μας. Το να μεταφέρουμε το τραμ ολόκληρο στο χώρο εργασίας ήταν σπάνιο. Αν το πηγαίναμε σε χώρο εργασίας επειδή ήταν σε βάση, το κατεβάζαμε ή το ανεβάζαμε συνήθως με φορκλιφτ. Διαφορετικά αν δεν είχε πολλά μέτρα πάνω το κατέβαζαν και ανέβαζαν περίπου 3 με 4 άτομα." [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Συνεπεία των πιο πάνω παραλείψεων της, η Εναγόμενη εξέθεσε τον Ενάγοντα σε προβλεπτούς και εμφανείς κινδύνους, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποφευχθούν με την επαρκή επίβλεψη της εργασίας του και γενικά την άσκηση κατάλληλου μηχανισμού για αποτελεσματικό έλεγχο του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων του, κατά παράβαση έτσι των υποχρεώσεων της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παραβάσεις των υποχρεώσεων της Εναγομένης καθώς και η έλλειψη προσήκουσας επιμέλειας από μέρους της αλλά και η απουσία και εφαρμογή ενός κατάλληλου και ασφαλούς συστήματος εργασίας από την ίδια για τους εργοδοτουμένους της περιλαμβανομένου του Ενάγοντα, ευθύνονται για την πρόκληση του ατυχήματος και την πρόκληση πόνου και ταλαιπωρίας στον Ενάγοντα. Από το ατύχημα ο Ενάγοντας αισθάνθηκε αφόρητο πόνο και υπέστηκε ταλαιπωρία αφού μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική, το οποίο ατύχημα προκλήθηκε από το συνδυασμό των πιο πάνω λόγων. Επομένως, αναδύεται η απαιτούμενη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απουσίας επαρκούς και κατάλληλου ασφαλούς συστήματος εργασίας και των προαναφερόμενων παραλείψεων της Εναγομένης με τον πόνο και την ταλαιπωρία που ο Ενάγοντας υπέστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το καθήκον της Εναγομένης για παροχή προστασίας στον Ενάγοντα που εργαζόταν στο χώρο εργοταξίου στα πλαίσια διεκπεράιωσης της εργασίας του ήταν υπαρκτό, πλην όμως η Εναγόμενη δεν το εκπλήρωσε. Κατά συνέπεια, η Εναγόμενη παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε απέναντι στον Ενάγοντα και έτσι κρίνεται αμελής για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος που επέφερε πόνο και ταλαιπωρία στον Ενάγοντα. (δ) Τυχόν παράβαση συμφωνίας εργοδότησης από μέρους της Εναγομένης Στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μεταξύ του ιδίου και της Εναγομένης υπήρχε σε ισχύ συμφωνία εργοδότησης, η οποία παραβιάστηκε εξ' υπαιτιότητας της τελευταίας όταν αυτή μέσα από το επίδικο περιστατικό παρέλειψε να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας με αποτέλεσμα να τον εκθέσει σε κίνδυνο. Η Εναγόμενη αρνείται την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μέσα από την παράγραφο 4 της υπεράσπισης της. Κατ' αρχήν θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ο Ενάγοντας ήταν υπάλληλος των Εναγομένων μέσα στα πλαίσια σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου. Επιπλέον όμως θα πρέπει να επισημάνω ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκε μαρτυρία στη βάση της οποίας το Δικαστήριο κατέληξε σε ευρήματα ως προς τα καθήκοντα που είχε ο Ενάγοντας, το είδος της εργασίας που ασκούσε, ωράριο εργασίας που είχε καθώς και το ύψος του μηνιαίου μισθού, των ωφελημάτων και των βοηθειών που αυτός λάμβανε συνεπεία των επαγγελματικών υπηρεσιών που παρείχε. Ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε μία εικόνα συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων που ξεκίνησε από τις 02.04.03 και διήρκεσε μέχρι τις 30.04.08 που τερματίστηκε. Οι πράξεις και η εν γένει συμπεριφορά των διαδίκων που πηγάζουν δημιούργησαν την εύλογη εντύπωση σε κάποιον ανεξάρτητο τρίτο ότι η μεταξύ τους επαγγελματική σχέση διεπόταν από νομικά έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα από την Εναγόμενη. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω γεγονότων και αντικειμενικών δεδομένων η Εναγόμενη δεν μπορεί να αρνηθεί ότι προέκυψε συμφωνία εργοδότησης μεταξύ της ιδίας και του Ενάγοντα (Γεωργίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1794. Συνεπώς καταλήγω ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής υπήρχε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης για εργοδότηση του πρώτου από την δεύτερη στη βάση των προαναφερόμενων όρων. Παράλληλα έχει ήδη λεχθεί ότι το εργατικό ατύχημα που επέφερε πόνο και ταλαιπωρία στον Ενάγοντα οφείλεται στην μη παροχή κατάλληλων μέσων για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας καθώς και στην παροχή οδηγιών για εκτέλεση εργασίας που εξέθεσαν τον Ενάγοντα σε κίνδυνο εξαιτίας ανικανότητας εκτίμησης της κατάστασης τη δεδομένη χρονική στιγμή του περιστατικού από αρμόδιο υπεύθυνο της Εναγομένης που ενώ έπρεπε να ήταν παρών στο χώρο εργασίας για να επιβλέπει τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας, απουσίαζε. Αυτά παραπέμπουν σε ανυπαρξία κατάλληλου και επαρκούς ασφαλούς συστήματος εργασίας από μέρους της Εναγομένης. Η έλλειψη μαρτυρίας για την ύπαρξη ρητού όρου της συμφωνίας που να επιβάλλει στο εργοδότη το καθήκον της προστασίας της ασφάλειας εκείνων που εργοδοτεί, δεν επηρεάζει την υπόθεση του Ενάγοντα αφού το καθήκον αυτό εξυπακούεται από τον ίδιο το νόμο σε όλες ανεξαίρετα τις συμβάσεις εργοδότησης προσώπων (Δήμος Λεμεσού v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 423). Στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι ο εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα περί παροχής και διασφάλισης ασφαλών και κατάλληλων συνθηκών εργασίας έχει παραβιαστεί από μέρους της Εναγομένης ως εργοδότριας του Ενάγοντα που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος. (ε) Τυχόν παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος από Εναγόμενη Παρόλο ότι στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται ισχυρισμός του Ενάγοντα για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων της Εναγομένης ως βάση αγωγής, εντούτοις ο Ενάγοντας παρέλειψε να την προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής μέσω της παρουσίασης σχετικών αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός του να παραμείνει μετέωρος. Ούτε στην τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα παρέπεμψε το Δικαστήριο σε ποιες νομοθεσίες και σε ποια άρθρα και/ή κανονισμούς αυτών θεωρεί ότι υπάρχει παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές για την Εναγόμενη. Ως εκ τούτου, ο Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει αυτή τη βάση αγωγής, την οποία θεωρώ ότι εγκατέλειψε. (στ) Ενδεχόμενη συντρέχουσα αμέλεια από μέρους του Ενάγοντα Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας και/ή συντρέχουσας ευθύνης του Ενάγοντα, λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται μέσα από την παράγραφο 6 της υπεράσπιση της. Αναφορικά με ενδεχόμενο αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα συνέβαλλε στο να εκτεθεί στον κίνδυνο. Ειδικότερα καμία από τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγομένης στο θέμα αυτό δικαιολογείται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Ο Ενάγοντας προσπάθησε να εκτελέσει τις οδηγίες που έλαβε ρητά από τον διευθυντή της Εναγομένης Σωκράτους (ΜΥ2), προς τον οποίον ήταν υπόλογος. Κατά συνέπεια, δεν βρίσκω πως, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη και κατ' επέκταση αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια στον Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή της Εναγομένης απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη. Επομένως κρίνω ότι η Εναγόμενη ευθύνεται αποκλειστικά και εξ' ολοκλήρου για την πρόκληση του ατυχήματος, συνεπεία του οποίου ο Ενάγοντας υπέστηκε πόνο και ταλαιπωρία. (ζ) Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει Κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ο Ενάγοντας προώθησε τη θέση του για καταβολή ειδικών και γενικών αποζημιώσεων στη βάση μόνο αμέλειας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων είτε ειδικών είτε γενικών εναντίον της Εναγομένης στη βάση παράβασης συμφωνίας εργοδότησης από μέρους της παρόλο που η ύπαρξη της δικογραφείται, επειδή όχι μόνο τέτοια απαίτηση δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής αλλά ούτε και δικογραφείται τέτοια διεκδίκηση μέσα από την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα. Παράλληλα, σημειώνεται η παράλειψη από μέρους του Ενάγοντα να προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής το δικογραφημένο ισχυρισμό του για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων της Εναγομένης ως βάση αγωγής. Κατά συνέπεια, αυτό που υπολείπεται είναι το Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο επιδίκασης στον Ενάγοντα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια της Εναγομένης επί πλήρους ευθύνης.
  1. Ειδικές αποζημιώσεις: Ως ειδικές ζημιές ο Ενάγοντας ισχυρίζεται απώλεια εισοδήματος για 7 μήνες ύψους €8.925, ιατρικά έξοδα ύψους €2.000 και το κόστος μελλοντικής εγχείρησης ύψους €10.000, το οποίο στην πορεία περιορίστηκε σε €6.
  2. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι το Δικαστήριο αποδέχτηκε τα ιατρικά συμπεράσματα του Δρ. Γεωργίου (ΜΥ1) σύμφωνα με τα οποία ο Ενάγοντας πάσχει από χρόνια οσφυϊκή δισκοπάθεια πριν από το επίδικο περιστατικό, ως αποτέλεσμα της οποίας υπέφερε και θα συνεχίσει να υποφέρει από ενοχλήσεις οσφυαλγίας με οξείες προσβολές κατά συχνές περιόδους. Η εμφάνιση αισθημάτων πόνου στο παρελθόν προκάλεσε στον Ενάγοντα σκολίωση ενώ η συνέχιση των ενοχλημάτων αυτών τον υποχρέωσε κατά καιρούς να επισκέπτεται διάφορους ιατρούς στις ιδιωτικές κλινικές 'Ίασις' και 'Royal Artemis' οι οποίοι του σύστηναν αποχή από την εργασία του και λήψη συντηρητικής αγωγής. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι συστάσεις για άδεια ασθενείας από 21.04.08 μέχρι 01.05.08, από 02.05.08 μέχρι 22.05.08, από 23.05.08 μέχρι 10.06.08, από 20.06.08 μέχρι 20.07.08 και από 11.10.08 μέχρι 11.11.
  3. Μέρος ακόμη των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελεί το ότι κατά την περίοδο των οξέων προσβολών ο Ενάγοντας δεν θα είναι σε θέση να επιτελεί το επάγγελμα του ενώ κατά την περίοδο απουσίας οξέων προσβολών θα μπορεί να επιτελεί την επαγγελματική εργασία του. Είναι γι' αυτό που ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να εργαστεί για περίοδο 7 μηνών, όπως ο ίδιος λέει, ισχυρισμό που δεν αμφιβάλλω, πλην όμως κρίνω ότι δεν σχετίζεται με το εργατικό ατύχημα. Είναι επίσης γι' αυτό που το έτος 2011 ο Ενάγοντας εργαζόταν σε άλλο εργοδότη, γεγονός που ο ίδιος ο Ενάγοντας παραδέχτηκε και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Προτού καταλήξω στα πιο πάνω είχα προβληματιστεί κατά πόσο οι επισκέψεις του Ενάγοντα στους ιατρούς και η λήψη συντηρητικής αγωγής μετά το επίδικο περιστατικό ήταν αποτέλεσμα επιδείνωσης της προϋπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή της χρόνιας οσφυϊκής δισκοπάθειας, αλλά παρατηρώ ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει αποδεκτή ιατρική μαρτυρία που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Ομοίως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το κόστος μελλοντικής εγχείρησης, ζήτημα που θα έλεγα ότι εμπίπτει στις γενικές αποζημιώσεις, συνδέεται αποκλειστικά με τη χρόνια οσφυϊκή δισκοπάθεια από την οποίαν πάσχει ο Ενάγοντας και ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία υπάρχει που να καταδεικνύει ότι σχετίζεται με το επίδικο περιστατικό. Ωστόσο το Δικαστήριο δέχεται ότι συνεπεία του επιδίκου περιστατικού ο Ενάγοντας αισθάνθηκε αφόρητους πόνους και υπέστη ταλαιπωρία. Γι' αυτό στις 16.04.08 επισκέφθηκε το ιατρικό κέντρο 'Ίασις' όπου του συστήθηκε αποχή από την εργασία του μέχρι τις 18.04.
  4. Την ίδια στιγμή καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη εξαιτίας του επιδίκου περιστατικού. Για την διήμερη αποχή από τα καθήκοντα του αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας ουδεμία απώλεια εισοδήματος υπέστηκε. Σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα θεωρώ ότι το μέρος που σχετίζεται με το επίδικο περιστατικό είναι αυτό που κλήθηκε να πληρώσει στο ιατρικό κέντρο 'Ίασις' όταν μετέβηκε στις 16.04.
  5. Παρόλα αυτά ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο αναφορικό με το κονδύλι αυτό. Κατ' ακρίβεια κανένα στοιχείο παρουσιάστηκε αναφορικά με ολόκληρο το ποσό που διεκδικείται. Συνεπώς, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται στην ανάκτηση αυτών των αξιούμενων ποσών υπό τη μορφή ανάλογης αποζημίωσης. Μπροστά σ' αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως ειδικές αποζημιώσεις.
  6. Γενικές αποζημιώσεις: Περαιτέρω, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστηκε. Έχει ήδη λεχθεί ότι δεν υφίσταται θέμα σωματικών βλαβών, λειτουργικής αναπηρίας ή μόνιμων καταλοίπων ή επιδείνωσης της προϋπάρχουσας κατάστασης, αλλά μόνο ζήτημα πόνου και ταλαιπωρίας που ο Ενάγοντας υπέστηκε από τις 16.04.08 μέχρι τις 18.04.
  7. Δέχομαι ότι οι πόνοι ήταν αφόρητοι, η δε ταλαιπωρία που είχε υπολογίσιμη και προκλήθηκαν από το επίδικο περιστατικό υπό το φως της ευαισθησίας και επιρρέπειας που υπήρχε στην περιοχή της μέσης από τη χρόνια οσφυϊκή δισκοπάθεια. Για αποτελεσματική αντιμετώπιση του θέματος των γενικών αποζημιώσεων έχω διεξέλθει με προσοχή σχετικές αποφάσεις. Άντλησα επίσης καθοδήγηση από τα νομικά συγγράμματα 'Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις', έκδοση 2003 των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, 'Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες', έκδοση 1996 του κ. Φρίξου Νικολαΐδη και McGregor on Damages, 17η έκδοση. Στα πλαίσια υπολογισμού ενός εύλογου και δίκαιου ποσού γενικών αποζημιώσεων σχετικά με την πτυχή αυτή που να αντικατοπτρίζουν την όσο δυνατό πραγματική κατάσταση του Ενάγοντα, δεν έχω εντοπίσει περίπτωση όπου υπήρχαν ακριβώς οι ίδιες περιστάσεις με την παρούσα. Στην υπόθεση Νεοκλέους v. Worley
(2001)1Α Α.Α.Δ. 652 όπου ο εφεσείοντας υπέστηκε βαρύ διάστρεμμα του αυχένα που περικλείει κακώσεις των μαλακών μορίων, με αρχική διάγνωση μυϊκού σπασμού, ελάττωση κινητικότητας του αυχένα κατά 50%, πόνο κατά τις κινήσεις, με διαπίστωση ελαφρών οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων οι οποίες προϋπήρχαν του τραυματισμού και επιδείνωση τους 4 χρόνια μετά το ατύχημα σε βαθμό δυσανάλογο από ότι φυσιολογικά αναμενόταν ως αποτέλεσμα τραυματισμού του σε ατύχημα, επιδικάστηκαν κατ' έφεση γενικές αποζημιώσεις ύψους €5.980,11 (ισοδύναμο σε Λ.Κ.£3.500) επί πλήρους ευθύνης. Σαφώς η πιο πάνω υπόθεση είναι σοβαρότερη από τη παρούσα περίπτωση. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και εκτιμώντας όλα τα περιστατικά της υπόθεσης αυτής, χωρίς βέβαια να αγνοώ την αποτίμηση της αξίας του χρήματος, επιδικάζω στον Ενάγοντα επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €2.000,00 το οποίο, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ εύλογο και δίκαιο.
  1. Τόκος: Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου, παρατηρώ ότι ενώ το ατύχημα συνέβηκε στις 16.04.08, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα στις 15.04.11 υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή μετά πάροδο 3 ετών. Το δε ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Βορκά εκδόθηκε στις 05.05.08 ενώ ο Ενάγοντας επισκέφτηκε τον Δρ. Younes στις 05.06.
  2. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι οι θέσεις και απαιτήσεις του Ενάγοντα δικογραφήθηκαν ολοκληρωμένα για πρώτη φορά με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης στις 30.05.
  3. Ο Ενάγοντας δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία σε σχέση με την καθυστερημένη προώθηση της αγωγής. Ο Ενάγοντας έχει υποχρέωση για έγκαιρη προώθηση της απαίτησης του. Με τα δεδομένα της αγωγής έχει σημειωθεί αδικαιολόγητη ολιγωρία από μέρους του Ενάγοντα στην προώθηση της υπόθεσης του, η οποία τελικά καταχωρήθηκε υπέρμετρα καθυστερημένα. Στη βάση αυτού κρίνω πως το συνολικό χρονικό διάστημα των 5 ετών περίπου που διέρρευσε μέχρι την ολοκληρωμένη παρουσίαση των δικογραφημένων του θέσεων και αξιώσεων είναι υπέρμετρο και αδικαιολόγητο για το συγκεκριμένο ατύχημα, πράγμα που επιτρέπει παρέκκλιση από τις καθιερωμένες αρχές νομολογίας επί του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Miller Roza Maria v. Ute Petek
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2091 αποφασίστηκε πως πέραν της πρόβλεψης του άρθρου 58Α του Κεφ.148 στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση και με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστεί τόκος επί του ποσού των €2.000 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από τις 15.04.11. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του εναντίον της Εναγομένης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, στο βαθμό και την έκταση βέβαια που αναφέρεται πιο πάνω. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €2.000 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο ετησίως επί του ποσού αυτού από 15.04.11 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης. (Υπ.) ........................................ Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Tort of Negligence/Labour accident/Breach of Statutory Duty/Special and General Damages/Final Judgment Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αμέλεια/Εργατικό ατύχημα/Παράβαση θέσμιου καθήκοντος/ Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.