Loizos Iordanou Constructions Ltd κ.α. ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, Αρ. Aγωγής: 124/2015, 19/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χ
ρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A223 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 124/2015 Μεταξύ:
- Loizos Iordanou Constructions Ltd, από την Πάφο
- Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ & Loizos Iordanou Construction Ltd Joint Venture, από την Πάφο Εναγόντων και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, από την Πάφο Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση για ακύρωση και/ή παρaμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ.10.2.2015 ---------------------------- Ημερομηνία: 19.10.2016 Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Κ. Γεωργιάδης για CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC και κα Ε. Μιχαήλ για Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Δ. Κρονίδης για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.1.
- Με την καταχώρηση υπό διαμαρτυρία Σημειώματος Εμφάνισης καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση. Της καταχώρησης αυτής ακολούθησε αλλαγή δικηγόρου και άλλη αίτηση σχετική με αυτήν, η οποία έπρεπε να εκδικαστεί και εκδικάστηκε πριν την παρούσα, η οποία τελικά ακούσθηκε στις 20.9.
- Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκονται οι κάτωθι θεραπείες: «(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο θα ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η διαδικασία και/ή το κλητήριο ένταλμα και/ή η επίδοση του στους αιτητές. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο θα διατάσσεται η διαγραφή των ονομάτων των εναγόντων ή οιουδήποτε εξ αυτών από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος.» Οι λόγοι οι οποίοι δίδουν έρεισμα για την ανωτέρω αξίωση, προσφέρονται με την ένορκη δήλωση του Γεώργιου Χ"Γεωργίου, διευθυντή τεχνικών έργων των Εναγομένων. Η Ενάγουσα 2 είναι κοινοπραξία (joint venture) στην οποία μετέχει η Ενάγουσα 1 και η Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ. Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών υφίσταται εγγεγραμμένος συνεταιρισμός υπ΄ αριθμό Σ11610 στον οποίο η Ενάγουσα 1 και η Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ είναι ομόρρυθμοι συνέταιροι. Οι Εναγόμενοι προκήρυξαν δημόσιο διαγωνισμό για την εκτέλεση έργου κατασκευής αγωγών λυμάτων και ομβρίων, αντλιοστασίων και συναφών εργασιών Β΄ φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου. Η Εναγόμενη 2 υπέβαλε προσφορά και στη συνέχεια κατακυρώθηκε σε αυτήν η εκτέλεση του έργου. Η σχετική σύμβαση υπεγράφη μεταξύ των Εναγομένων και της Ενάγουσας 2 το
- Μεταξύ των δύο εταιρειών που συμμετέχουν στην κοινοπραξία δημιουργήθηκαν προστριβές και διαφωνίες με αποτέλεσμα να υποβληθούν εκατέρωθεν καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον των διευθυντών τους. Περαιτέρω η εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ και η κοινοπραξία κατεχώρησαν την αγωγή 5539/2010 εναντίον μεταξύ άλλων της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή, από την οποία ο ενόρκως δηλών αντλεί γνώση για διάφορα γεγονότα όπως και για το έντυπο που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση) για τη σύσταση της κοινοπραξίας. Αποτελεί τη θέση των Εναγομένων πως η Ενάγουσα 1 δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή αφού: «(α) Η ενάγουσα
(1)ουδέποτε υπέβαλε οποιαδήποτε προσφορά στους εναγόμενους, ουδέποτε κατακυρώθηκε σε αυτήν η εκτέλεση οποιουδήποτε έργου, ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε δημόσια ή άλλη σύμβαση με τους εναγόμενους και συνεπώς δεν έχει καμία συμβατική ή άλλη σχέση με αυτούς. (β) Η ενάγουσα
(1)δεν μπορεί από μόνη της και χωρίς τη συνδρομή των συνεταίρων της ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ, με τους οποίους ως συνεταιρισμός ανέλαβαν την εκτέλεση έργου, να εγείρει την παρούσα αγωγή. Σε περίπτωση ύπαρξης αξίωσης από δύο εργολάβους, που από κοινού ανέλαβαν την εκτέλεση έργου εναντίον εργοδότη τους, και οι δύο εργολήπτες υποχρεούνται να εγείρουν αγωγή ως ενάγοντες. Εάν ο ένας από τους δύο αρνείται ή παραλείπει να συναποτελέσει τον ένα από τους ενάγοντες, τότε θα πρέπει να προστεθεί ως συνεναγόμενος. (γ) Η ενάγουσα
(1)δεν εγείρει την παρούσα αγωγή εκ μέρους του συνεταιρισμού και δεν ισχυρίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένη να πράξει κάτι τέτοιο. Εξάλλου, ενόψει των άσχημων σχέσεων και των αντιδικιών μεταξύ των δύο μελών της κοινοπραξίας και των διευθυντών τους, δεν θα μπορούσε η ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ να δώσει συγκατάθεση στην εναγόμενη
(2)να εγείρει εκ μέρους της αγωγή ή εκ μέρους της κοινοπραξίας. (δ) Η συμφωνία μεταξύ των εταιρειών, που αποτελούν την κοινοπραξία, η οποία με το έντυπο Ο/Ε 1 κατατέθηκε την 6/5/08 στον Έφορο Εταιρειών προβλέπει ότι ο Χαράλαμπος Θ. Αλεξάνδρου για την Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λίμιτεδ είναι αποκλειστικά εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται τα ζητήματα της ομορρύθμου εταιρείας, να τη διευθύνει και να υπογράφει γι΄ αυτήν μαζί με το όνομα της... (ε) Ουδείς εξουσιοδότησε την ενάγουσα
(1)να αντιπροσωπεύσει το συνεταιρισμό στην έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής.» Αναφέρεται περαιτέρω στην ίδια ένορκη δήλωση πως ουδέποτε υπήρξε έγκυρη εξουσιοδότηση από πλευράς Ενάγουσας 2 για έγερση της παρούσας αγωγής. Από έρευνα που διενήργησε ο δικηγόρος των Εναγομένων στο φάκελο του Δικαστηρίου, η υπογραφή επί των δύο διοριστηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο είναι πανομοιότυπη. Είναι εμφανές ότι και τα δύο διοριστήρια υπογράφονται από εκπρόσωπο της Ενάγουσας 1. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση ενίστανται εγείροντας δύο λόγους ένστασης οι οποίοι προβάλλουν τα εξής: «α. Η Ενάγουσα 1 νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας Αγωγής τόσο για λογαριασμό της όσο και στο όνομα του συνεταιρισμού των Εναγόντων 2 χωρίς την συγκατάθεση του συνεταίρου της, δηλαδή της εταιρείας Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ. Β. Οι Εναγόμενοι λόγω συμφωνίας και της εν γένει συμπεριφοράς τους κωλύονται να προβάλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί του αντιθέτου.» Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του κ. Λοϊζου Ιορδάνους, Διοικητικού Συμβούλου της Ενάγουσας 1, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αμφότερες τις Ενάγουσες για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Περιγράφει το ιστορικό της δημιουργίας της κοινοπραξίας Ενάγουσας 2, τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό που προκήρυξαν οι Εναγόμενοι, στην κατακύρωση του διαγωνισμού σ΄ αυτήν και στην εκ μέρους της ανάληψη του έργου. Έχει επισυνάψει ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα του διαγωνισμού και το παράρτημα της προσφοράς, τη συναφθείσα σύμβαση, σχέδιο ασφάλειας υγείας κ.α.. Κατά τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας 1 και Εταιρείας Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ, τη λεγόμενη "Pre-Bid Joint Venture Agreement", ημερ. 3.3.2008, καθορίστηκε πως η Ενάγουσα 1 θα ήταν εκείνος ο συνέταιρος ο οποίος θα καθοδηγούσε και δέσμευε την κοινοπραξία. Ο αγγλικός όρος που της δόθηκε ήταν "Lead Partner" ή "Partner in Charge", όροι που υποδηλούν τον ηγετικό και/ή τον επικεφαλής συνέταιρο. Περαιτέρω, στον όρο 2.3(
- b)των οδηγιών προς τους προσφοροδότες, αναφέρεται ότι ένας από τους συνεταίρους θα διοριζόταν ως επικεφαλής της κοινοπραξίας και αυτή η εξουσιοδότηση θα γινόταν με βάση πληρεξούσιο έγγραφο που θα υπογραφόταν και από τους δύο συνεταίρους, δηλαδή την Ενάγουσα 1 και την Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο Β1) υπογράφηκε στις 3.3.2008 και από τους δύο συνεταίρους της κοινοπραξίας και διόρισαν τον Λοϊζο Ιορδάνους ως τον αντιπρόσωπο της Ενάγουσας 2 (managing director) με σκοπό να υπογράφει όλες τις συμφωνίες και έγγραφα εκ μέρους της κοινοπραξίας αναφορικά με την προσφορά για το έργο. Αποφασίσθηκε επίσης από την Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ, με απόφαση της ημερ. 25.3.2008, ότι ο leader του συνεταιρισμού θα ήταν η Ενάγουσα 1. Με βάση επίσης τον όρο 2.3(
- c)των οδηγιών προς τους προσφοροδότες (instructions to tenders), ο επικεφαλής συνέταιρος, δηλαδή η Ενάγουσα 1, ήταν εκείνη που θα ήταν εξουσιοδοτημένη να αναλαμβάνει εκ μέρους της κοινοπραξίας τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις και να λαμβάνουν οδηγίες για τη συνολική εκτέλεση του συμβολαίου, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών. Επίσης υπογράφθηκε το μνημόνιο συναντίληψης (memorandum of understanding), ημερ. 3.3.2008 που είναι το τεκμήριο Β3, με βάση το οποίο εκτός του ότι συμφωνήθηκε ότι οι δύο συνέταιροι θα δικαιούνταν εξ΄ ημισείας στην εκτέλεση του έργου, η Ενάγουσα 1 καθορίστηκε να είναι ο "Leading partner". Δυνάμει των ως άνω συμφωνιών και εγγράφων, ο Λοϊζος Ιορδάνους υπέγραψε υπό την περιγραφείσα ιδιότητα του, τόσον την προσφορά για το έργο όσο και τη σχετική συμφωνία εργολαβίας του έργου (contract agreement) (Τεκμήριο Β7). Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών πως η αίτηση εγγραφής προς τον Έφορο Εταιρειών στην οποία αναφέρεται ότι δικαίωμα διαχείρισης, διεύθυνσης και υπογραφής για την κοινοπραξία ανατέθηκε στον Χ. Αλεξάνδρου από μόνος του, συμπληρώθηκε και/ή υποβλήθηκε κατά ή περί την 6.5.2008, δηλαδή μεταγενέστερα της υπογραφής της πιο πάνω συμφωνίας (contract agreement) με τους Εναγόμενους, ενώ γνώριζε ότι η προσφορά προς τους εναγόμενους που υποβλήθηκε στις 7.4.2008 υπογράφηκε από τον ενόρκως δηλούνται, υπό την ιδιότητα του ως "managing director" της κοινοπραξίας. Αποτελεί ισχυρισμό του, πως υπόγραψε εν λευκώ την αίτηση εγγραφής της Ενάγουσας 2, όταν του το ζήτησε ο Χ. Αλεξάνδρου, έχοντας εμπιστοσύνη στα συμφωνηθέντα και πράττοντας καλή τη πίστει. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του, πως το γεγονός αυτό του το απέκρυψαν οι Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου και το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2010, όταν ήδη προέκυψαν διαφορές μεταξύ τους. Συνεπεία των διαφωνιών και διαφορών που προέκυψαν η Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου εγκατέλειψε το εργοτάξιο και δεν συμμετείχε στην εκτέλεση του έργου. Ο Χ. Αλεξάνδρου αρνείτο να συνυπογράψει με τον Λ. Ιορδάνους τις επιταγές της κοινοπραξίας για κάλυψη των εξόδων, με αποτέλεσμα να χρηματοδοτεί το έργο η Ενάγουσα 1 επιβαρυνόμενη οικονομικά. Τούτο ήταν απαραίτητο να γίνει ώστε να συνεχίσει η ομαλή εκτέλεση του έργου. Επειδή η Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ και/ή ο ιδιοκτήτης Χ. Αλεξάνδρου αρνούνταν να υπογράφουν τις επιταγές της κοινοπραξίας για την εξόφληση οφειλών προς υπεργολάβους και προμηθευτές, αναγκαστικά και χωρίς επιλογή η Ενάγουσα 1 προέβηκε σε άλλες διευθετήσεις για να καλύψει τις εκκρεμούσες υποχρεώσεις της κοινοπραξίας εν πλήρη γνώσει των Εναγομένων, με δεδομένο μάλιστα ότι η Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε παρουσία και/ή συνεισφορά στο έργο παρά τις εκκλήσεις και/ή προειδοποιήσεις της Ενάγουσας 1 και του μηχανικού του έργου. Δεδομένης της αποχώρησης της Εργοληπτικής Εταιρείας Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ από το έργο, το οποίο συνέχιζε από μόνη της η Ενάγουσα 1 με δικούς της πόρους, χωρίς όμως να μπορεί να λαμβάνει αμοιβή διότι οι πληρωμές εγίνοντο στο λογαριασμό της κοινοπραξίας, επήλθε συμφωνία τον Οκτώβριο του 2010 με την οποία οι Εναγόμενοι συμφώνησαν όπως οι πληρωμές για τα μελλοντικά ενδιάμεσα πιστοποιητικά που θα εκδίδονταν από τον σύμβουλο μηχανικό του έργου να γίνονται προς την Ενάγουσα 1. Η τελευταία, μετά από απαίτηση των Εναγομένων, προκάλεσε την τράπεζα της (Τράπεζα Κύπρου) να εκδώσει προς όφελος των Εναγομένων τραπεζιτική εγγυητική επιστολή για ποσό €2.000.000 η οποία ανανεώθηκε και μέχρι σήμερα βρίσκεται σε ισχύ. Σκοπός της εγγυητικής επιστολής ήταν να καλύψει τους Εναγόμενους έναντι αξιώσεων που ενδεχομένως η Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου θα ήγειρε με επιτυχία εναντίον τους για ζημιές που θα υφίστατο συνεπεία της απόφασης τους για καταβολή των ποσών των διατακτικών προς την Ενάγουσα 1. Η εξασφάλιση αυτή της τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής προς τους Εναγόμενους τέθηκε από τους ίδιους ως προϋπόθεση συνέχισης εκτέλεσης των εργασιών από την Ενάγουσα 1 από μόνη της, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, αν η Ενάγουσα 1 δεν θα την αποδεχόταν, θα βρισκόταν μπροστά σε οικονομικό αδιέξοδο με καταστροφικές συνέπειες. Προς υλοποίηση όλων των ανωτέρω, η Ενάγουσα 1 άνοιξε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου για την πληρωμή των μελλοντικών ποσών των πιστοποιητικών. Οι πληρωμές αυτές θα εγίνοντο και έγιναν στην Ενάγουσα 1 πάντοτε για λογαριασμό της Ενάγουσας 2. Η διευθέτηση αυτή έγινε διότι αφενός έπρεπε να εξευρεθεί τρόπος συνέχισης των εργασιών του έργου και αφετέρου για να καλύπτονται τα έξοδα. Η Ενάγουσα 1 ενόψει της ανωτέρω συμφωνίας της με τους Εναγόμενους, συνέχισε την εκτέλεση του έργου χωρίς τη συμμετοχή της Εργοληπτικής Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ και οι Εναγόμενοι της κατέβαλαν διάφορα ποσά. Αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση πως όταν έλαβε γνώση η Ενάγουσα 1 το γεγονός της καταχώρισης του εντύπου Ο/Ε, ημερ. 6.5.2008 με το οποίο φέρεται ότι ο Χ. Αλεξάνδρου είναι το άτομο που θα διαχειρίζεται και θα δεσμεύει με την υπογραφή του τα ζητήματα της Ενάγουσας 2, τότε καταχώρησαν την αγωγή 3579/10 στο Ε.Δ. Λευκωσίας, με την οποία, μεταξύ άλλων θεραπειών, αξιώνουν την ακύρωση του εντύπου τούτου, ως προϊόντος δόλου και/ή πλαστογραφίας. Οι συνήγοροι έχουν προβεί σε γραπτές και προφορικές αγορεύσεις, με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους επιχειρηματολογώντας για την ορθότητα του διαβήματος τους. Στα ιδιαίτερα σημεία αυτών αναφορά γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο απαιτείται. Η αίτηση έρεισμα έχει μεταξύ άλλων τους θ.7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Οι εν λόγω διατάξεις πραγματεύονται τη δυνατότητα και την ευχέρεια συνένωσης διαδίκων ως Εναγόντων αλλά συνάμα και τη δυνατότητα διαγραφής ονόματος διαδίκου υπό ορισμένες περιπτώσεις που περιγράφονται. Ο συνήγορος των Αιτητών έχει προβεί σε εκτενή ανάλυση των ανωτέρω θεσμών σε σχέση με τη δυνατότητα διαγραφής ονομάτων διαδίκων. Ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση δεν αμφισβητεί αυτή τη δικονομική ευχέρεια. Εκείνο που βεβαίως αντικρούει είναι η εφαρμογή τους στην κρινόμενη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους υπάρχει νομιμοποίηση της Ενάγουσας 1 στην έγερση της αγωγής τόσο για λογαριασμό τους όσο και στο όνομα του συνεταιρισμού χωρίς ακόμη και τη συγκατάθεση του συνεταίρου τους, δηλαδή της Εργοληπτικής Εταιρείας Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ. Νομική Πτυχή/Σχολιασμός Θέσεων Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του Ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (H.L.). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του Ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της Ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του Ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα (βλ. The Annual Practice, 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Τα στοιχεία, τα οποία ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει για την ταυτότητά του στον τίτλο της αγωγής, προβλεπόμενα από τη Δ.2 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σκοπούν στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του Ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του. Με τα στοιχεία τα οποία παρέχονται, δίνεται η ευκαιρία στον Εναγόμενο να ελέγξει και, εν ανάγκη, να αμφισβητήσει την οντότητα του Ενάγοντα. Όπου η ταυτότητα των διαδίκων δε διευκρινίζεται στον τίτλο της αγωγής, όπως στην περίπτωση συνεταίρων που ενάγουν με την εμπορική επωνυμία του συνεταιρισμού, οι Θεσμοί προβλέπουν μηχανισμό για τη διασαφήνιση της ταυτότητάς τους - (βλ. Δ.7). Στην Russian Commercial and Industrial Bank (πιο πάνω) θεωρήθηκε ότι το ζήτημα διέπεται από τα όσα αποφασίσθηκαν στην Richmond v. Branson & Son [1914] 1 Ch. 968, από το Δικαστή Warrington. Στην τελευταία αυτή υπόθεση η αγωγή είχε εγερθεί εκ μέρους του πλησιέστερου φίλου του Ενάγοντα ο οποίος περιγραφόταν ως πρόσωπο που δεν είχε σώας τας φρένας ("of unsound mind"). Με την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι ανέφεραν, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ο Ενάγων δεν είχε σώας τα φρένας. Όπως εξηγείται από τον Atkin L.J. στην απόφαση του Εφετείου στην Russian Commercial and Industrial Bank (πιο πάνω) [1923] 2 Κ.Β. 630, 671, 672, στην περίπτωση της υπόθεσης Richmond (πιο πάνω) το ζήτημα είναι κατά πόσο η αγωγή έχει εγερθεί με την εξουσιοδότηση υφιστάμενου αντιπροσωπευόμενου ο οποίος έχει ικανότητα να ενάγει ("the question is whether the action has been brought with the authority of an existing principal, himself capable of suing"). (Δέστε επίσης Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.α.
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 542.) Οι Αιτητές στηρίζουν την αίτηση για διαγραφή της Ενάγουσας 1, μεταξύ άλλων, στη Δ.27 θ.
- Η σχετική διάταξη προνοεί: "
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.17 θ.26 και Δ.27 θ.3) ή διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960 σελ. 575, Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852). Επιγραμματικά στην Pelmako (ανωτέρω) λέχθηκε στη σελίδα 255: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Και παρακάτω στη σελίδα 258: «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου.» Άξια αναφοράς παραμένει και η υπόθεση Κώστας Δημητρίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A380, Πολ. Έφεση 350/10, ημερ. 6.6.2014, όπου στη σελ. 4 λέχθηκε πως «η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οιονδήποτε δικόγραφο. Παρέχεται δηλαδή εξουσία στο δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή, χωρίς να προβεί στην εκδίκαση της, όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική». Ο συνήγορος των Αιτητών απαριθμεί διάφορους λόγους για τους οποίους η Ενάγουσα 1 κωλύεται να εγείρει την αγωγή. Επικαλείται κυρίως τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ Εναγομένων-Αιτητών με την Ενάγουσα 2 με την οποία ανατέθηκε σε εκείνη η κατασκευή του έργου και όχι στην Ενάγουσα 1. Τονίζει περαιτέρω πως: «Ο διορισμός της ενάγουσας
(1)ως "leading partner" του συνεταιρισμού βάσει ιδιωτικής συμφωνίας των συνεταίρων δεν μπορεί να έχει καμία σημασία ή επίπτωση στην ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας
(1)να εγείρει την παρούσα αγωγή, διότι (μεταξύ άλλων): - Ιδιωτικές συμφωνίες δεσμεύουν τους αντισυμβαλλομένους των συμφωνιών και όχι οποιουσδήποτε άλλους δυνάμει της αρχής της σχετικότητας των συμβάσεων ("privity of contracts") - Ακόμα και αν ήταν η ενάγουσα
(1)"leading partner" του συνεταιρισμού και πάλι δεν θα μπορούσε να εγείρει από μόνη της αγωγή για χρήματα, που κατ΄ ισχυρισμόν οφείλονται στο συνεταιρισμό και όχι στην ίδια. - Ο επικεφαλής συνέταιρος σύμφωνα με την αληθή έννοια των εγγράφων που υπεγράφησαν ήταν "leader" όσον αφορά τις κατασκευαστικές εργασίες που θα διεξάγονταν προς εκπλήρωση του συμβολαίου που υπεγράφη με τους εναγομένους. Δεν αποτελούσε το συνέταιρο ο οποίος θα διεύθυνε και θα διαχειριζόταν όλες τις υποθέσεις του συνεταιρισμού κατ΄ αποκλεισμό του άλλου συνεταίρου.» Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζει πως η Ενάγουσα 1 έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομα της. Παραπέμπει προς υποστήριξη της θέσης του στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed. Vol. 35, par. 72 και σε σχετική με το θέμα νομολογία (Roberts v. JW Ward & Son (a firm)
(1985)Transcript 71). Εισηγείται ο συνήγορος πως στην ρηθείσα απόφαση, ο Lord Fox επιβεβαίωσε το αυτονόητο, ότι δηλαδή στην περίπτωση που ένας συνέταιρος συμβάλλεται στο όνομα του για λογαριασμό του συνεταιρισμού τότε νομιμοποιείται στην προώθηση μιας αγωγής στη βάση μιας σύμβασης και στην είσπραξη του εξ΄ αποφάσεως χρέους για λογαριασμό του συνεταιρισμού. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκε από το Lord Fox καταληκτικά: "In my view, where one partner has contracted in his own name for the benefit of the partnership, he can sue on the contract and recover for the benefit of the firm - that is to say for the benefit of persons other than himself." Βάση της Έκθεσης Απαίτησης αποτελεί η συμφωνία της Ενάγουσας 2 με τους Εναγόμενους, ημερ. 5.12.2008, δυνάμει της οποίας κατακυρώθηκε σε αυτήν η εκτέλεση του αποχετευτικού έργου Πάφου μετά από διαγωνισμό με τίτλο «Διαγωνισμός για κατασκευή αγωγών λυμάτων και ομβρίων, αντλιοστασίων και συναφών εργασιών Β΄ φάσης Συμβόλαιο Β». Είναι ορθή η παρατήρηση του συνηγόρου των Αιτητών πως η Ενάγουσα 1 δεν ισχυρίζεται ότι εγείρει την αγωγή υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Όμως: Αποτελεί ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης ότι η Ενάγουσα 1 προέβη σε συμφωνία με τους Εναγόμενους για συνέχιση του έργου μόνη της μετά την αποχώρηση του συνέταιρου της. Πρόσφερε εγγυητική κατ΄ απαίτηση των Εναγομένων, ξόδεψε αρκετά χρήματα και πληρώθηκε κάποια ποσά από τους Εναγόμενους. Οι ισχυρισμοί αυτοί, στο παρόν στάδιο, προσφέρουν βάση αγωγής και αξίωσης εναντίον των Εναγομένων. Στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο δεν θα αποφασισθεί το αληθές ή βάσιμο των ισχυρισμών της Ενάγουσας
- Τούτο θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας αφού προσφερθεί και αξιολογηθεί η μαρτυρία. Το αίτημα για διαγραφή της Ενάγουσας 2 εδράζεται στη θέση ότι αυτή δεν έχει ουσιαστικά εξουσιοδοτήσει μια τέτοια ενέργεια. Το διοριστήριο του δικηγόρου έχει υπογράψει ο Λοϊζος Ιορδάνους, όπως εισηγείται ο συνήγορος των Αιτητών (και τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί), ενώ εξουσιοδότηση θα μπορούσε να παράσχει μόνον ο Χ. Αλεξάνδρου, ο οποίος δηλώνεται στο Έντυπο Ο/Ε 1, ως το άτομο που δεσμεύει με την υπογραφή του. Η αντίθετη θέση του συνηγόρου των Καθ΄ ων η αίτηση εισηγείται πως η Ενάγουσα 1 εταιρεία είχε δικαίωμα ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του συνεταίρου της να εγείρει αγωγή εκ μέρους της Ενάγουσας
- Ότι ο Λοϊζος Ιορδάνους είναι το πρόσωπο το οποίο διορίσθηκε από τις συμφωνίες Pre - Bid Joint Venture Agreement και συμφωνία συναντίληψης να είναι ο leader του συνεταιρισμού και ότι οι Εναγόμενοι το εγνώριζαν, το αναγνώρισαν και κωλύονται να επικαλούνται κάτι τέτοιο. Έχοντας κατά νου ότι οι συνήγοροι επρόσφεραν στο Δικαστήριο αναπτύσσοντας τις θέσεις τους και επιχειρηματολογώντας, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το Annual Practice 1961, σελ. 3077, απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας δικηγόρος θεωρείται ότι ενεργεί χωρίς εξουσιοδότηση είτε να εγείρει αγωγή είτε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης είτε να υπερασπίζεται μια υπόθεση χωρίς εξουσιοδότηση. Σαν τέτοια εκλαμβάνεται η περίπτωση όπου ο Ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, ή είναι ανήλικος ή άτομο που στερείται λογικής (may be or become of unsound mind). Όταν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εκλαμβάνεται ότι η οδηγία δόθηκε χωρίς εξουσιοδότηση, όταν αυτή δεν έχει νομότυπα διορισμένους διευθυντές ή άλλους αξιωματούχους ικανούς να δώσουν οδηγίες ή όταν οι οδηγίες προέρχονται από τη μειοψηφία των διευθυντών ή από διευθυντές οι οποίοι δεν διορίσθησαν κανονικά ή από διαφωνούντες διευθυντές οι οποίοι ενεργούν με κακή πίστη (mala lide). Για την τελευταία περίπτωση μνημονεύεται η απόφαση Marshall's Valve Grar Co v. Manning Warlde & Co
(1909)1 Ch
- Η Ενάγουσα 2 ενεγράφη ως ομόρρυθμος εταιρεία αφού απεστάλη σχετικό έντυπο το Ο/Ε 1, 6.5.
- Ο περί Ομόρρυθμών και Ετερόρρυθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμος 77/1977 προνοεί στο άρθρο 51
(1)(η): «51
(1)H εγγραφή συνεταιρισμού γίνεται με την αποστολή μέσω ταχυδρομείου ή με την παράδοση στον Έφορο, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία ίδρυσής του, γραπτής δήλωσης κατά τον καθορισμένο τύπο υπογραμμένης από όλους τους συνέταιρους και που περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία. (η) τα ονόματα των γενικών συνεταίρων οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να χειρίζονται τις υποθέσεις του συνεταιρισμού, να διευθύνουν αυτόν και να υπογράφουν για αυτόν.» Στο Έντυπο Ο/Ε 1 το οποίο συμπληρώθηκε και καταχωρήθηκε καταγράφεται πως: «Το όνομα των ομορρύθμων συνεταίρων των εξουσιοδοτημένων όπως διαχειρίζωνται τα της εταιρείας, διευθύνωσι ταύτην και υπογράφωσι δι΄ αυτήν μετά του ονόματος της· (εάν είναι πλείονες του ενός, καταχωρήσατε κατά πόσον από κοινού, ή κεχωρισμένως):- Χαράλαμπος Θ. Αλεξάνδρου για Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λίμιτεδ από μόνος του.» Οι Καθ΄ ων η αίτηση βέβαια διατείνονται ότι το Έντυπο Ο/Ε 1 ετοιμάσθηκε υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που περιγράφουν ανωτέρω και που σύμφωνα με αυτούς το καθιστούν άκυρο και για τούτο το λόγο καταχώρησαν και την αγωγή 5539/10 Ε.Δ. Λευκωσίας. Οι συνθήκες αυτές, ισχυρίζονται οι Αιτητές, έχουν εξετασθεί στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης κατά την οποία εμφανίζονται ως Κατηγορούμενοι οι Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου και Χαράλαμπος και Μάριος Αλεξάνδρου, στους οποίους αποδίδετο πλαστογραφία και δόλια συμπεριφορά. Το Δικαστήριο τους αθώωσε και τους απάλλαξε για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του. Συνάγεται, πως προτού τελεσίδικα αποφασισθεί η ακυρότητα του Εντύπου Ο/Ε 1, όπως την επικαλούνται οι Καθ΄ ων η Αίτηση, η ισχύς του παραμένει ανεπηρέαστη. Σύμφωνα επομένως με το έντυπο εκείνο, ο Αλεξάνδρου είναι το άτομο που έχει δικαίωμα να διευθύνει τα της κοινοπραξίας και να δεσμεύει με την υπογραφή του. Το ερώτημα που εγείρεται και χρήζει απάντησης είναι εάν οι συμφωνίες μεταξύ των συνεταίρων δίδουν δικαίωμα στον Λ. Ιορδάνους να εξουσιοδοτεί δικηγόρο για έγερση αγωγής, ή εάν η καταχώριση του Εντύπου ο/Ε1, του το απαγορεύει. Οι συμφωνίες μεταξύ των συνεταίρων δεν δεσμεύουν τρίτους, υποδεικνύει ο συνήγορος των Αιτητών, επικαλούμενος το privity of contract. Στην κρινόμενη βέβαια περίπτωση, εάν οι συμφωνίες παρέχουν τέτοια εξουσιοδότηση στο Λοϊζο Ιορδάνους να εγείρει αγωγή και εάν αυτή είναι σύννομη και δεν παραβιάζει το Νόμο, τότε βέβαια λαμβάνονται υπόψη. Οι συμφωνίες που επικαλούνται οι Καθ΄ ων η αίτηση προϋπήρχαν της καταχώρισης του Εντύπου Ο/Ε 1 και της εγγραφής του συνεταιρισμού. Σε εκείνες κατονομάζεται ως leader partner ο Λοϊζος Ιορδάνους. Μπορεί η Ενάγουσα 1 να εγείρει αγωγή ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση ή συνδρομή του συνεταίρου της; Δυνάμει του Κεφ. 116 οι συνέταιροι ασκούν από κοινού τα καθήκοντα τους συμμετέχοντας ισόνομα στη διαχείριση των θεμάτων της. Κάθε ομόρρυθμος εταίρος υπέχει ευθύνη για τις υποχρεώσεις της όπως έχει δικαίωμα και όφελος επί των εσόδων της. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κεφ. 116, τα συμφέροντα των συνεταίρων επί της περιουσίας του συνεταιρισμού και τα δικαιώματα και καθήκοντα τους σε σχέση με το συνεταιρισμό ορίζονται, τηρουμένης οποιασδήποτε συμφωνίας, ρητής ή σιωπηρής, μεταξύ των μερών με τους ακόλουθους κανόνες: (ε) κάθε συνέταιρος δύναται να λαμβάνει μέρος στη διαχείριση των εργασιών του συνεταιρισμού. Στο σύγγραμμα Lindley & Banks on Partnership, σελ. 425 ορίζεται πως: "Subject to any agreement, express or implied, between the partners, the Partnership Act 1890 declares that every partner may take part in the management of the partnership business." Τελειώνει δε η σχετική παράγραφος με τα εξής: "Indeed, speaking generally, it may be said that nothing is considered as so loudly calling for the interference of the Court between partners, as the improper exclusion of one of them by the others frown taxing part in the management of the partnership business." Μνεία για τα δικαιώματα, υποχρεώσεις των συνεταίρων γίνεται στο Halsbury's Laws of England, 4th ed. p. 28, όπου υπογραμμίζει πως οι σχέσεις μεταξύ των μερών συνήθως ρυθμίζονται από τη μεταξύ τους συμφωνία. Μεταξύ των ρυθμίσεων αυτών και η διεύθυνση (management) των εργασιών της. Όπως έχει ανωτέρω λεχθεί στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (Τεκμήριο Β3) καθορίζεται ως leading partner o Λοϊζος Ιορδάνους. Υπό την ιδιότητα του αυτή ο Λοϊζος Ιορδάνους υπέγραψε την μεταξύ της κοινοπραξίας και των Εναγομένων συμφωνία στις 5.12.2008 (Τεκμήριο Β7 της ένστασης), δηλαδή μετά τις 6.5.2008 που καταχωρήθηκε το Έντυπο Ο/Ε 1. Ο ύψιστος βαθμός καλής πίστης αναμένεται από κάθε μέλος συνεταιρισμού έναντι άλλου μέλους (Lindley & Banks on Partnership 14η έκδοση, σελ. 430). Επιπροσθέτως της υποχρέωσης τήρησης των κανόνων καλής πίστης έναντι των συνεταίρων του, κάθε συνέταιρος οφείλει σ΄ αυτούς να είναι έντιμος στις συμφωνίες με τρίτα πρόσωπα και το καθήκον αυτό επεκτείνεται και σε συναλλαγές που κείνται εντελώς εκτός των εργασιών του συνεταιρισμού (Carmichare v. Evans
(1904)1 Ch. 436). Η καλή πίστη απαιτεί όπως κανένας συνέταιρος δεν θα αποκτά προσωπικό πλεονέκτημα εις βάρος του συνεταιρισμού (Lock v. Lynan, 4 Ir. Ch. 188, Tsouloftas Constructions Ltd v. Μυλωνά κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1514). Στο Halsbury's (ανωτέρω) σελ. 48, παρ. 72, όπου πραγματεύεται το θέμα των νομικών διαδικασιών, καταγράφονται τα εξής: "Firm's capacity to sue. Although a firm is not a legal entity, all the members of a firm may sue on a contract made in the firm name, or on a contract made by one of them as agent for the firm, and, when there is joint damage, all may sue in an action of tort, founded, upon such damage. Alternatively, and if the contract upon which the action is founded was made by only one partner for the benefit of the firm, that partner may sue in his own name without joining his partners as parties." Παρόμοια προσέγγιση συναντάται και στο σύγγραμμα Lindley & Banks on Partnership, 14η έκδοση, όπου: "A partner who sues on a contract made in his own name but for the benefit of the firm may recover liquidate on unliquidated damages on the firms behalf." Οι ανωτέρω αρχές επιβεβαιώθηκαν σε αποφάσεις τις οποίες τα συγγράμματα μνημονεύουν όπως οι Roberts v. JW Ward & Son (a firm)
(1985)(ανωτέρω) στην οποία εν κατακλείδι λέχθηκε: "In my view, where one partner has contracted in his own name for the benefit of the partnership, he can sue on the contract and recover for the benefit of the firm - that is to say for the benefit of persons other than himself." (Επιβεβαιώθηκε επίσης στην Agacio v. Forbes and others 14 Moo PC160.) Ένας συνέταιρος, όπως ανωτέρω λέχθηκε, θεωρείται ότι έχει τη σιωπηρή συγκατάθεση του εταίρου του να εγείρει αγωγή προς όφελος του συνεταιρισμού. Σε περίπτωση ύπαρξης άρνησης ή διαφωνίας συνεταίρου για τέτοιο διάβημα, τότε εκείνος ο συνέταιρος θα πρέπει να αποζημιωθεί για τα έξοδα στα οποία τυχόν θα υποβληθεί σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής. Βλέπε Lindley on Partner's (ανωτέρω) 17η έκδοση. "A partner will in general have the implied authority of his co-partner to bring or defend legal proceedings in their joint names or in the firm name, subject to indemnifying them against costs where he does so without their consent." Στο ίδιο σύγγραμμα, παρ. 14-69 επιβεβαιώνεται πως: "Any partner may without the consent of his co-partners, commence proceedings in his and their names or (which amounts to the same thing) in the firm name. However, if his co-partners' consent is not forthcoming, such a partner must normally offer them an indemnity against costs." (Δέστε επίσης Halsbury's (ανωτέρω) παρ. 74.) Σειρά αποφάσεων στην Αγγλία υιοθέτησαν και ανέπτυξαν τις ανωτέρω αρχές (δέστε Seal v. Kingston
(1908)2 KB 579, Cullen v. Knowles and Briks [1898] 2 Q.B.
- Στην τελευταία μάλιστα, λέχθηκε πως στην περίπτωση που ένας συνέταιρος δεν δίδει τη συγκατάθεση του για έγερση αγωγής στο όνομα του συνεταιρισμού και επίσης αρνείται να αποδεχτεί αποζημίωση για τα έξοδα του, τότε θα πρέπει να προστεθεί ως συνεναγόμενος. Στην κρινόμενη περίπτωση η Ενάγουσα 1 πέραν της ιδιότητας της ως συνεταίρου, μετόχου της Ενάγουσας 2, αξιώνει υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό για εκτελεσθείσα εργασία που επρόσφερε μόνη, μετά από συμφωνία με τους Εναγόμενους στα πλαίσια του έργου που ανέλαβε η Ενάγουσα
- Στους Εναγόμενους παρείχε εγγυητική επιστολή ύψους €2.000.
- Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στην Ενάγουσα 1 ποσά σε τραπεζικό λογαριασμό που ανοίχθηκε γι΄ αυτό το σκοπό. Έχοντας υπόψη ότι ο έτερος ομόρρυθμος εταίρος δεν φέρεται να ενίσταται στην έγερση αξίωσης για είσπραξη ποσών προς όφελος του συνεταιρισμού, τότε εκείνο που προκύπτει σαφέστατα είναι πως η σχετική αναφορά στο Έντυπο Ο/Ε 1 δεδομένων των ανωτέρω αυθεντιών που καταγράφηκαν σε σχέση με το δικαίωμα εταίρων για λήψη νομικών μέτρων, λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαίτερων υποχρεώσεων του κάθε συνέταιρου που ταυτίζεται με το συνεταιρισμό, εν αντιθέσει με το μέτοχο εταιρείας, δεν εμποδίζει την Ενάγουσα 1 να εγείρει αγωγή. Κρίνεται δε πως αμφότερες, οι Ενάγουσα 1 και Ενάγουσα 2 νομιμοποιούνται στη λήψη μέτρων κατά των Εναγομένων για διεκδίκηση των κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενων ποσών. Η επιτυχία ή όχι της αξίωσης θα αποφασισθεί στο τέλος της διαδικασίας. Ενόψει της ανωτέρω κατάληξης, παρέλκει η εξέταση της θέσης του συνηγόρου των Αιτητών για αναστολή της διαδικασίας, θέση η οποία εδραζόταν στους ίδιους λόγους που στηρίζουν τα λοιπά αιτητικά. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: (Αίτηση για ακύρωση ή παραμερισμό Κ/Ε) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο