← Κύπρος

Societe Generale Bank-Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αριθμός Αγωγής:- 881/2016, 14/10

Societe Generale Bank-Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αριθμός Αγωγής:- 881/2016, 14/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A219 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: - Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής:- 881/2016 Μεταξύ:- Societe Generale Bank-Cyprus Ltd Ενάγουσα Και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα
  2. Α/φοι Παπίρης Εστεϊτς Λιμιτεδ
  3. Χαρίκλεια Μαυρονικόλα
  4. Jacob Turgeman Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 16/6/2016 Ημερομηνία :- Παρασκευή 14η Οκτωβρίου 2016 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Στέλλα Ευθυβούλου για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Στέλλα Ευθυβούλου Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Στάθης Ερωτοκρίτου για κα. Μαρία Αναστασίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Ανδρέας Χατζηκύρου Για την Εναγόμενη 2 :- Καμία Εμφάνιση Για τους Εναγόμενους 3 και 4 :- κος. Πολύκαρπος Φιλίππου για Πολύκαρπος Φιλίππου και Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αφροδίτη Χαραλαμπίδου Ενδιάμεση Απόφαση [1] Εξασφάλισε η ενάγουσα μετά και από καταχώρηση μονομερούς αίτησης την έκδοση προσωρινού διατάγματος η διατήρηση ή όχι της ισχύς του οποίου αποτελεί και το αντικείμενο αυτής της απόφασης. [2] Κυρίως τα θέματα τα οποία τίθενται προς εξέταση με αυτή την απόφαση προκύπτουν από την εφαρμογή του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε, δηλαδή των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015) και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). [3] Το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα «...παρεμποδίζει και/ή ... απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 και/ή στους εκπροσώπους του και/ή σε οποιονδήποτε τρίτο που ενεργεί κατ΄ εξουσιοδότηση του, να απαλλάξει και/ή να εξαλείψει και/ή να ακυρώσει και/ή άλλως πως να διαγράψει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/48294, Φ/Σ: 44/16, Τεμ. ΕΠΙ 939, Διώροφη Κατοικία, Πέγεια, Πάφος και/ή όπως η περιγραφή και/ή τα στοιχεία αυτού έχουν τροποποιηθεί και/ή αλλάξει το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της εναγόμενης 2, από την Υποθήκη Υ5608/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι της εκδικάσεως και/ή της αποπερατώσεως της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». [4] Ουσιαστικά αυτό το οποίο διακόπηκε με το προσωρινό διάταγμα ήταν η απαλλαγή του ενυπόθηκου ακινήτου από την υποθήκη. Όχι όμως η εξάλειψη ή ακύρωση ή διαγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου από την υποθήκη, όπως επίσης αναφέρεται στο επίδικο προσωρινό διάταγμα. Προφανώς η διατύπωση του προσωρινού διατάγματος βασίστηκε σε συγκεκριμένη πρόνοια του σχετικού Νόμου (βλ. σχετικά το εδάφιο

(2)του άρθρου 44ΚΒ). [5] Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε αρχικά ως επιστρεπτέο και στη συνέχεια σε διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες καθορίστηκαν και οι θέσεις των εναγόμενων 1, 3 και 4 ενώ για την εναγόμενη 2 δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμφάνιση. [6] Στην πορεία δηλώθηκε εκ μέρους του εναγόμενου 1 πως δεν υπήρχε ένσταση όπως το προσωρινό διάταγμα γίνει απόλυτο. Υπενθυμίζω απλά πως βάσει του επίδικου προσωρινού διατάγματος ο εναγόμενος 1 είναι ο μόνος διάδικος ο οποίος διατάσσεται και κατ΄ επέκταση παρεμποδίζεται ουσιαστικά ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα και με το σχετικό Νόμο. [7] Σε σχέση με την εναγόμενη 2 δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης αλλά ούτε και εμφανίστηκε οποιοσδήποτε εκ μέρους της ενώπιον του Δικαστηρίου στις ημερομηνίες κατά τις οποίες η αίτηση είχε οριστεί. Αναδεικνύεται μία εμφανής αδιαφορία της εναγόμενης 2 τόσο ως προς την ύπαρξη της αγωγής όσο και σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της ενάγουσας. [8] Ενδεχομένως η αδιαφορία αυτή να προκύπτει όχι μόνο από την ανυπαρξία των οποιωνδήποτε αρνητικών συνεπειών για την εναγόμενη 2 ως αποτέλεσμα της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος αλλά και από τα όσα εκ πρώτης όψεως είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτά ως προς τις ενέργειες της εναγόμενης 2 στο παρελθόν. Καθώς δηλαδή, έχοντας υπόψη και την εκδοχή των εναγόμενων 3 και 4, παρά και το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 είχε πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε αυτούς το 2000 εντούτοις μετά και από την έκδοση ξεχωριστού τίτλου (στις 5/2/2007) η ίδια εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι εξακολουθούσε να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προχώρησε σε συμφωνία με την ενάγουσα (τεκμήριο 1 προς υποστήριξη της αίτησης) και υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο προς όφελος της ενάγουσας. [9] Άγνωστο βεβαίως κατά πόσο η ενάγουσα γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά την ημερομηνία έγκρισης των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εναγόμενη 2 πως το επίδικο ακίνητο το οποίο υποθηκευόταν, σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων 3 και 4, είχε πωληθεί σε αυτούς σχεδόν 8 χρόνια και 8 μήνες πριν από αυτή την ημερομηνία. Ή, όταν θα προσαχθεί και σχετική μαρτυρία κατά την εκδίκαση της αγωγής, κατά πόσο όφειλε η ενάγουσα έστω να υποψιαστεί πως η εναγόμενη 2 είχε πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο υποθήκευε προς εξασφάλιση δικών της πιστωτικών διευκολύνσεων. Εάν κατά την εκδίκαση της αγωγής κριθεί τελικά πως οι ισχυρισμοί των εναγόμενων 3 και 4 ευσταθούν, τότε καθ΄όλη τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου λογικά αυτοί ανέμεναν έτσι ώστε μετά και από την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου το επίδικο ακίνητο να μεταβιβαζόταν επ΄ ονόματι τους. Έχει σημασία η εκδοχή την οποία οι εναγόμενοι 3 και 4 όχι μόνο προβάλουν αλλά επίσης υποστηρίζουν με σχετική μαρτυρία. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της αγωγής. Δεν είναι δυνατό όμως σε σχέση με αυτή την εκδοχή να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ ή όχι και ο σκοπός του νομοθέτη, δηλαδή η προστασία του αγοραστή. [10] Ουσιαστικά ακόμη και εάν η ενάγουσα με την αγωγή της δεν προέβαλε αξίωση και εναντίον των εναγόμενων 3 και 4 η συμμετοχή των εναγόμενων 3 και 4 σε αυτή τη διαδικασία εκδίκασης του θέματος του προσωρινού διατάγματος θα ήταν και πάλι δικαιολογημένη υπό την ιδιότητα τους ως ενδιαφερόμενα μέρη σε σχέση με το επίδικο προσωρινό διάταγμα. Καθώς, δίχως σε αυτό το σημείο της απόφασης να εξετάζονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ως προς την ύπαρξη δηλαδή παρανομίας στη συμφωνία αγοράς μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και 4, οι ίδιοι ως οι αγοραστές του επίδικου ακινήτου επηρεάζονται άμεσα από το προσωρινό διάταγμα παρά και το γεγονός πως δεν δεσμεύονται από αυτό. [11] Δηλαδή, αν και με το επίδικο διάταγμα οι ίδιοι δεν διατάσσονται οτιδήποτε ο κατ΄ επέκταση επηρεασμός των δικαιωμάτων των εναγόμενων 3 και 4 έγκειται στο γεγονός της παρεμπόδισης της δυνατότητας μεταβίβασης σε αυτούς του επίδικου ακινήτου, παρά και τις διατάξεις του Μέρους VIB του σχετικού Νόμου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εναντίον της συνέχισης της ισχύς του προσωρινού διατάγματος με 8 συνολικά λόγους ένστασης. [12] Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε από άποψης μαρτυρίας στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων δίχως οι ενόρκως δηλούντες να υποστούν αντεξέταση ενώ οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις ως το σύνολο της επιχειρηματολογίας τους αντίστοιχα υπέρ και εναντίον της διατήρησης του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ. [13] Αξίζει να γίνει σχετική αναφορά στο ιστορικό το οποίο οδήγησε την ενάγουσα στην καταχώρηση της αγωγής της αλλά και της ίδιας της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα σε συνάρτηση παράλληλα και με τα όσα προνοούνται από το σχετικό Νόμο. [14] Κατ΄ αρχάς βασικό δεδομένο αναφορικά με το αντικείμενο αυτής της αίτησης αποτελεί η ύπαρξη της υποθήκης Υ5608/08 με την οποία η εναγόμενη 2 (η οποία υπενθυμίζω δεν συμμετέχει στην εκδίκαση της αίτησης) είχε υποθηκεύσει στην εταιρεία Societe Generale Cyprus Limited (η οποία στη συνέχεια σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης μετονομάστηκε σε Societe Generale Bank - Cyprus Limited), δηλαδή στην ενάγουσα, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/48294, Φ/Σ: 44/16 ΤΜ 0, Τεμ. ΕΠΙ 939, Διώροφη Κατοικία, Πέγεια, Πάφος (στο εξής θα καλείται το «ενυπόθηκο ακίνητο»). Σχετικό επί αυτού είναι το τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, δηλαδή η «Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου» ημερομηνίας 8/10/2008. [15] Αναμφίβολα επίσης βασικό δεδομένο σε σχέση με τα όσα εξετάζονται σε αυτή την απόφαση είναι και η ύπαρξη του πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 15/2/2000, μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και 4 (τεκμήριο 1 προς υποστήριξη της ένστασης) έστω και εάν, τονίζω και πάλι, δεν εξετάζεται εντός αυτής της απόφασης η ουσία της αγωγής σε σχέση δηλαδή με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη παρανομίας και κατ΄ επέκταση ακυρότητας στη συμφωνία αγοράς μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και 4. [16] Υπάρχουν εντούτοις ενδείξεις και σε σχέση με αυτό το θέμα οι οποίες λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση όντως σχετικών παραγόντων με το αντικείμενο αυτής της απόφασης όπως η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ή της πιθανότητας η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία και από τους εναγόμενους 3 και 4. Ενδείξεις όπως, παραδείγματος χάριν, η χαρτοσήμανση του πωλητηρίου εγγράφου στις 14/3/2008, δηλαδή περίπου 7 μήνες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου. Άλλο παράδειγμα βεβαίως, όλες οι αποδείξεις προς εξόφληση της αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου οι οποίες χρονολογούνται από το έτος 2000 έως και 2001 κατά τη διάρκεια μίας χρονικής περιόδου περίπου ενός έτους από την ημερομηνία υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και 4. [17] Ουσιαστικά η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από τους εναγόμενους 3 και 4, δίχως ουσιαστικά αυτή να αντικρούεται αποτελεσματικά από την ενάγουσα, ως προς τη χρονική πτυχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και 4 δεν στοιχειοθετεί την πιθανότητα να ευσταθεί η εκδοχή της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη της οποιασδήποτε παρανομίας στη συμφωνία πώλησης μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και 4 ή ως προς την ύπαρξη σκοπιμότητας να επηρεαστούν αρνητικά τα συμβατικά δικαιώματα της ενάγουσας σε σχέση με την οποιαδήποτε συμφωνία της με την εναγόμενη 2 έτσι ώστε κατ΄ επέκταση η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία από τους εναγόμενους 3 και 4 ή να είναι σε θέση να αποδείξει οποιαδήποτε ακυρότητα της συμφωνίας μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και 4. Θέση βεβαίως την οποία, όπως αναφέρεται και πιο κάτω, όφειλε η ενάγουσα βάσει του σχετικού Νόμου να είχε προωθήσει με την ένσταση της σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ». [18] Σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις τις οποίες η ενάγουσα παραχώρησε προς την εναγόμενη 2, με εξασφάλιση την επίδικη υποθήκη, η ενάγουσα καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αγωγή 1751/15 με την οποία στις 30/11/2015 εξασφάλισε απόφαση υπέρ της και εις βάρος της εναγόμενης 2 σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε επίσης και η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Παρατηρείται απλά πως με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό σε σχέση με την εκτέλεση της συγκεκριμένης απόφασης, ιδιαίτερα δε βεβαίως αναφορικά με το διάταγμα πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. [19] Βεβαίως αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα υπάρχει σχετική πρόνοια στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44ΙΘ στο σχετικό Νόμο. Σύμφωνα με αυτή την πρόνοια, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 44ΙΘ και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως αυτές καθορίζονται εντός του ίδιου εδαφίου, «...οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου...». Αναδεικνύεται και από αυτή την πρόνοια όχι μόνο η σημασία αλλά και η προτεραιότητα η οποία αποδίδεται από τον νομοθέτη στη διαδικασία εξέτασης της συγκεκριμένης αίτησης δυνάμει του σχετικού Νόμου. [20] Ουσιαστικά το έναυσμα το οποίο οδήγησε στην αντίδραση της ενάγουσας με την καταχώρηση στη συνέχεια της αγωγής, εντός του πλαισίου της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, ήταν η «Ειδοποίηση Υποβολής Ένστασης σε Μεταβίβαση Ακινήτου ή Αίτησης Μεταφοράς Υποθήκης, Εμπράγματου Βάρους ή Απαγόρευσης» δηλαδή η ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΕ» όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 44ΚΒ του σχετικού Νόμου. Η σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 31/3/2016 επισυνάπτεται ως τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. [21] Υπενθυμίζεται σχετικά πως σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44ΚΒ του σχετικού Νόμου σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εµπράγµατο βάρος ή/και απαγόρευση, µε την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε µεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόµατι του αγοραστή µετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της ειδοποίησης. [22] Προκύπτει ένα σημαντικό σημείο σε σχέση με τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε και το οποίο εκ πρώτης όψεως δεν είναι εμφανές. Σημείο το οποίο έχει σημασία και ως προς τη διαδικασία η οποία προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής αλλά κατ΄ επέκταση και του ένδικου μέσου το οποίο η ενάγουσα επέλεξε σε σχέση με την προώθηση των θέσεων της αναφορικά με την ειδοποίηση (τεκμήριο 7 προς υποστήριξη της αίτησης) η οποία είχε σταλεί προς αυτήν. [23] Διατηρώντας υπόψη τόσο το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τύπου της ειδοποίησης, δηλαδή του Τύπου «ΙΕ», διαπιστώνεται έστω και εκ πρώτης όψεως πως σαφώς προκύπτει ερώτημα ως προς το κατά πόσο ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία η οποία προβλέπεται από το άρθρο 44ΚΒ του σχετικού Νόμου και η οποία σαφώς αποτυπώνεται στο κείμενο του Τύπου «ΙΕ». [24] Βεβαίως το κατά πόσο ακολουθήθηκε ορθά η προβλεπόμενη διαδικασία έχει σχέση και με το χρονικό περιθώριο το οποίο θέτει ο σχετικός Νόμος αναφορικά με τη μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ουσιαστικά διαφαίνεται έστω και εκ πρώτης όψεως πως είχε δοθεί περισσότερος χρόνος στην ενάγουσα να ανταποκριθεί στην ειδοποίηση προ της μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου από την προθεσμία η οποία ρητά προβλέπεται από το σχετικό Νόμο. [25] Ενδεχομένως αυτό να έχει σημασία και κατά την εκδίκαση της αγωγής. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο αυτό το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο είναι το συγκεκριμένο θέμα τόσο αναφορικά με το ένδικο μέσο το οποίο επέλεξε η ενάγουσα όσο και σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο όντως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή η πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία και από τους εναγόμενους 3 και 4 ή ακόμη και τέτοιου είδους θεραπεία από τους εναγόμενους 1 και 2 βάσει της οποίας να δικαιολογείται και η διατήρηση σε ισχύ του επίδικου προσωρινού διατάγματος. [26] Υπενθυμίζω σχετικά πως σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44ΚΒ «...ο ∆ιευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εµπράγµατο βάρος ή/και απαγόρευση, µε την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε µεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόµατι του αγοραστή µετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της ειδοποίησης». [27] Επίσης αναφέρεται σχετικά και στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου πως με την «...ειδοποίηση ενηµερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εµπράγµατο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση µη υποβολής ένστασης σύµφωνα µε τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο ∆ιευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εµπράγµατου βάρους ή της απαγόρευσης και σε µεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόµατι του αγοραστή σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου». [28] Τέλος, αναφέρεται σχετικά στο εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου πως νοείται ότι «...ο ∆ιευθυντής σε περίπτωση τεκµηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε µεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόµατι του αγοραστή...» ενώ νοείται επίσης πως ο Διευθυντής «...σε περίπτωση µη τεκµηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύµφωνα µε τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2)». [29] Εντός του χρονικού πλαισίου των 45 ημερών - σαφώς δηλαδή εντός του ίδιου σταδίου - τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου 2 του ίδιου άρθρου, περιλαμβάνεται και αναφορά σε δυνατότητα μεταφοράς της υποθήκης. Ότι δηλαδή «...ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εµπράγµατο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εµπράγµατο βάρος ή η απαγόρευση µεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εµπράγµατου βάρους ή της απαγόρευσης...». [30] Πέραν και από την αναφορά στην υποχρέωση προσκόμισης στοιχείων από τον ενυπόθηκο δανειστή για τεκμηρίωση είτε της ένστασης είτε της αίτησης για μεταφορά, στο εδάφιο
(6)του ίδιου άρθρου σαφώς αναφέρεται πως ο ∆ιευθυντής «...µετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ηµερών, δύναται να προβεί σε µεταφορά της υποθήκης, του εµπράγµατου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύµφωνα µε διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισµούς». [31] Σημασία έχει βεβαίως ο τρόπος με τον οποίο ο νομοθέτης σαφέστατα έχει εντάξει την πιθανότητα αλλά και τη διαδικασία μεταφοράς της υποθήκης εντός της ίδιας χρονικής περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται το δικαίωμα υποβολής ένστασης σε σχέση με την απαλλαγή της υποθήκης και μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η επόμενη χρονική περίοδος για μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου των 60 ημερών και η οποία αναφέρεται στο άρθρο 44ΚΓ πλέον αναφέρεται μόνο στον αγοραστή και πωλητή και όχι στον ενυπόθηκο δανειστή. [32] Επιπλέον εντός του κειμένου της ειδοποίησης τύπου "ΙΕ" σαφώς αναφέρεται στο τέλος αυτής πως σε περίπτωση ".µη υποβολής ένστασης ή αιτιολογηµένης ένστασης ή αίτησης µεταφοράς εντός της πιο πάνω αναφερόµενης προθεσµίας, το Τµήµα θα προχωρήσει στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης ή του εµπράγµατου βάρους ή της απαγόρευσης και στη µεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόµατι του πιο πάνω αναφερόµενου αγοραστή". [33] Επίσης, σε σχέση με την συνύπαρξη εντός του ίδιου χρονικού πλαισίου τόσο της ένστασης όσο και της αίτησης μεταφοράς, εντός της ειδοποίησης αναφέρεται επίσης πως με βάση τις διατάξεις του σχετικού Νόμου πληροφορείται σχετικά η ενάγουσα πως έχει ".το δικαίωµα όπως εντός σαράντα πέντε
(45)ηµερών από την παραλαβή της παρούσας υποβάλετε ένσταση εναντίον της πρόθεσης του ∆ιευθυντή να προχωρήσει στη µεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για µεταφορά της υποθήκης, του εµπράγµατου βάρους ή της απαγόρευσης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία". [34] Πραγματικά δεν χρειάζεται η οποιαδήποτε αναφορά από το Δικαστήριο στα στοιχεία τα οποία η ίδια η ενάγουσα έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου με την αίτηση της (δηλαδή τα τεκμήρια 7 έως και 9) έτσι ώστε να καθίσταται αντιληπτό πως η συγκεκριμένη χρονική προθεσμία των 45 ημερών όπως καθορίζεται από το σχετικό Νόμο όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε αλλά με την επιστολή ημερομηνίας 5/5/2016 (τεκμήριο 9) με άγνωστο ή τουλάχιστον ανεξήγητο σκεπτικό δόθηκε μία επιπρόσθετη προθεσμία από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου άλλων, επιπρόσθετων δηλαδή, 45 ημερών για αίτηση μεταφοράς της επίδικης υποθήκης. [35] Βεβαίως εντός αυτής της χρονικής περιόδου καταχωρήθηκε και η αγωγή εντός του πλαισίου της οποίας εκδόθηκε και το προσωρινό διάταγμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Υπενθυμίζω πως έχει τεθεί και ως λόγος ένστασης το λανθασμένο του ένδικου μέσου το οποίο η ενάγουσα επέλεξε να ακολουθήσει σε σχέση με την προώθηση των θέσεων της όπως αυτές καταγράφονται εντός της έκθεσης απαίτησης της. [36] Βεβαίως ακόμη και σε σχέση με την υποβολή έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 51 του σχετικού Νόμου προβλέπεται άλλη χρονική περίοδος, δηλαδή αυτή των 30 ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης της γνωστοποίησης ή της απόφασης του Διευθυντή. [37] Βεβαίως, ανεξάρτητα και από το γεγονός επιλογής του ένδικου μέσου της αγωγής από την ενάγουσα, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση εύλογα προκαλείται απορία ως πρός το κατά πόσο είναι δυνατό να θεωρηθεί η επιστολή ημερομηνίας 5/5/2016 (τεκμήριο 9) είτε ως γνωστοποίηση είτε ως απόφαση του Διευθυντή έτσι ώστε να αποτελεί και χρονική αφετηρία για υπολογισμό της χρονικής περιόδου των 30 ημερών. Σε περίπτωση βεβαίως υποβολής έφεσης και όχι καταχώρησης αγωγής. [38] Διατηρώντας δηλαδή υπόψη πως η επιστολή αυτή εκ πρώτης όψεως δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί ότι ήταν απαραίτητο όπως σταλεί. Αντιθέτως ο Διευθυντής θα μπορούσε βασισμένος τόσο στην ειδοποίηση Τύπου "ΙΕ" όσο και στα όσα προβλέπονται από το σχετικό Νόμο, μετά και από την πάροδο της χρονικής περιόδου των 45 ημερών ή ακόμη και αμέσως μετά από τη λήψη της ένστασης της ενάγουσας ή ουσιαστικά μετά και από το χρονικό σημείο στο οποίο αυτή προφανώς δεν είχε γίνει δεκτή από τον Διευθυντή ως τεκμηριωμένη, να είχε προχωρήσει με την προβλεπόμενη διαδικασία μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου. [39] Σαφώς δηλαδή προκύπτουν διάφορα νομικά ερωτήματα και τα οποία δεν είναι δυνατό να εξεταστούν εξαντλητικά σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία καθώς αυτά εύλογα θα μπορούσαν να αποτελούσαν θέματα προς εξέταση σε σχέση με την ουσία της αγωγής, ιδιαίτερα δε σε σχέση με την καταλληλότητα του ένδικου μέσου το οποίο η ενάγουσα επέλεξε αλλά και την τήρηση της οποιασδήποτε προβλεπόμενης προθεσμίας σύμφωνα με το σχετικό Νόμο. [40] Όμως ακόμη και εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης αναφορικά με τη διατήρηση ή μη του επίδικου προσωρινού διατάγματος σε ισχύ δεν είναι δυνατό αυτά τα θέματα να μην ληφθούν καθόλου υπόψη αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή η πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία όχι μόνο από τους εναγόμενους 3 και 4 αλλά ακόμη και των εναγόμενων 1 και 2. Καθώς βεβαίως αυτό το οποίο διατηρείται σταθερά υπόψη του Δικαστηρίου είναι πως εξετάζεται με αυτή την απόφαση η προσπάθεια εφαρμογής μίας διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIB του σχετικού Νόμου και σε σχέση με την οποία οι ρόλοι όχι μόνο του Διευθυντή αλλά τόσο του πωλητή (δηλαδή της εναγόμενης 2) όσο και του αγοραστή (των εναγόμενων δηλαδή 3 και 4) καθορίζονται ρητά από σχετική νομοθεσία. [41] Επιστρέφοντας στο ιστορικό της υπόθεσης σε συνάρτηση με την νομική πτυχή της αίτησης αξίζει και πάλι να σημειωθεί πως το άρθρο 44ΚΒ ανήκει στο Μέρος VIB του σχετικού Νόμου. Το συγκεκριμένο Μέρος του σχετικού Νόμου εμπεριέχει πρόνοιες για προστασία του αγοραστή ενός ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα με αυτές τις πρόνοιες η μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή[1] με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε κανονισμούς ή έπειτα από υποβολή προς αυτόν αίτησης από συγκεκριμένα πρόσωπα. [42] Σχετικό είναι το εδάφιο
(1)του άρθρου 44ΙΘ ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου (βλ. σχετικά την παράγραφο [19] αυτής της απόφασης), τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), ισχύουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Ως προς το ότι δηλαδή υπό ορισμένες προϋποθέσεις σε σχέση με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης, οποιαδήποτε εκκρεµούσα διαδικασία δυνάµει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόµου, του περί Πτώχευσης Νόµου και του περί Εταιρειών Νόµου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόµου αναστέλλεται µέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του σχετικού Νόμου. Υπενθυμίζεται πως το Μέρος VI και VIA του σχετικού Νόμου καλύπτει, αντίστοιχα, την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου είτε δια μέσω του Διευθυντή ή με εξασφάλιση διατάγματος με πολιτική αγωγή είτε από τον ενυπόθηκο δανειστή. [43] Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΕ» αποστέλλεται από τον Διευθυντή όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 44Κ του σχετικού Νόμου. Δηλαδή, πρώτο, όταν έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και δεύτερο, όταν υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Βεβαίως ακόμη και να μην έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης ή και να μην έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το αντικείμενο της σύμβασης υπάρχουν άλλες σχετικές πρόνοιες, οι οποίες όμως δεν έχουν σχέση με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [44] Σε σχέση με την εφαρμογή του σχετικού Νόμου στα γεγονότα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα όσα αναφέρονται σχετικά τόσο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως επί ορισμένων θεμάτων ασφαλώς δεν τίθεται καν θέμα διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Όπως, παραδείγματος χάριν, η αποστολή της ειδοποίησης ή ακόμη και το ίδιο το περιεχόμενο της. Ενώ σε σχέση με οποιαδήποτε γεγονότα όπου εντοπίζεται η οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων το Δικαστήριο καταλήγει σε εκείνα τα συμπεράσματα τα οποία κρίνονται αναγκαία προς εκδίκαση της αίτησης υπό εξέταση δίχως παράλληλα να υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της αγωγής ή να αξιολογεί την αξιοπιστία των ενόρκως δηλούντων. [45] Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με το σχετικό Νόμο, δηλαδή εάν οι πρόνοιες αυτού δεν είχαν τηρηθεί, ο Διευθυντής δεν θα έπρεπε καν να είχε προχωρήσει στην αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΕ». Θα έπρεπε δηλαδή πρώτα ο Διευθυντής να είχε διαπιστώσει πως πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ. Ότι δηλαδή, πρώτο, οι αγοραστές (δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι 3 και 4) είχαν καταβάλει πλήρως το τίμημα πώλησης και δεύτερο, ότι υπήρχε εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. [46] Βεβαίως, θεωρητικά, δεν αποκλείεται γενικά το ενδεχόμενο μετά και από τη σχετική εξέταση του Διευθυντή οι προϋποθέσεις αυτές να πληρούνται αλλά το συμπέρασμα του Διευθυντή επί του προκειμένου να είναι λανθασμένο. Ενδεχομένως, παραδείγματος χάριν, εξαιτίας ελλιπούς έρευνας από τον ίδιο τον Διευθυντή ή λανθασμένης ή ακόμη και παραποιημένης πληροφόρησης. Σε περίπτωση δηλαδή κατά την οποία τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχαν κριθεί αναγκαία για την εξέταση της σχετικής αίτησης και τα οποία είχαν προσκομιστεί από συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να εμπεριείχαν κάποια ανακρίβεια ή ακόμη και αναλήθεια αν όχι ακόμη και πλαστογραφία. [47] Βεβαίως τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία[2] σύμφωνα με τον κανονισμό 4 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών (Κ. Δ. Π. 298/2015) (στο εξής θα καλούνται οι «σχετικοί Κανονισμοί») θα μπορούσαν εκ πρώτης όψεως να θεωρηθούν γενικά ως επαρκή έτσι ώστε ο Διευθυντής να είναι σε θέση να καταλήξει σε ένα ορθό συμπέρασμα ως προς το κατά πόσο πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Παραδείγματος χάριν, με την παρουσίαση πρωτότυπων αποδείξεων ή πιστών αντιγράφων αυτών για την πλήρη καταβολή του τιμήματος πώλησης. Ή με την παρουσίαση ένορκης δήλωσης από τον αγοραστή ως προς την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι του πωλητή. [48] Ουσιαστικά, σε περίπτωση αποστολής της ειδοποίησης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως τεκμαίρεται πως οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει ο σχετικός Νόμος έχουν ικανοποιηθεί. Βεβαίως ο σχετικός Νόμος παρέχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης του ίδιου του συμπεράσματος του Διευθυντή επί του προκειμένου. [49] Καθότι βάσει του ίδιου του περιεχομένου της ειδοποίησης με την οποία ο Διευθυντής γνωστοποιεί την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή μετά από την παρέλευση 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης, παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να υποβάλει ένσταση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 44ΚΒ. Ενώ σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και στη συνέχεια σε μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή. Δηλαδή, διατηρώντας υπόψη και τα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο 44ΚΓ του σχετικού Νόμου σε έναρξη της διαδικασίας για μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου. [50] Όπως αναφέρεται σχετικά στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44ΚΒ ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για συγκεκριμένους λόγους. Πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη «ή/και» έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου. Σύμφωνα και με τη σχετική επιφύλαξη του εδαφίου
(3)σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης τότε ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του αγοραστή. [51] Οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τον τρόπο αντίδρασης της ενάγουσας όταν παρέλαβε τη σχετική ειδοποίηση ως ένα σημαντικό στάδιο στην ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ουσιαστικά όχι μόνο η ενάγουσα δεν εφάρμοσε τα όσα προβλέπονται σχετικά από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44ΚΒ αλλά αντιθέτως προχώρησε με ένα ολότελα δικό της τρόπο σε μία απαντητική επιστολή το περιεχόμενο της οποίας καμία άμεση σχέση δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι έχει με το σχετικό Νόμο ενώ επιπλέον στη συνέχεια καταχώρησε και την αγωγή το αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος. [52] Σύμφωνα με το τεκμήριο 8 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, δηλαδή την επιστολή της ενάγουσας ημερομηνίας 26/4/2016 ή ουσιαστικά της «ένστασης» της ενάγουσας, κατ΄ αρχάς η ενάγουσα, αν και πληροφορεί τον Διευθυντή πως ασκεί το δικαίωμα της βάσει των διατάξεων του Νόμου (δίχως συγκεκριμένη αναφορά όμως σε οποιοδήποτε Νόμο) να υποβάλει ένσταση εναντίον της πρόθεσης του Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα των εναγόμενων 3 και 4, εντούτοις στη συνέχεια απλά προειδοποιεί τον Διευθυντή πως η τυχόν εκ μέρους του απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης Υ5608/2008 ή οποιουδήποτε επιβαρυνόμενου ακινήτου της υπό αναφορά υποθήκης θα συνιστά παράνομη και αντισυνταγματική παραβίαση των δικαιωμάτων της Τράπεζας. [53] Υπενθυμίζω σχετικά πως καθορίζονται με τον κανονισμό 6 των σχετικών Κανονισμών τα αποδεικτικά στοιχεία[3] για την τεκμηρίωση της ένστασης. Επισημαίνεται επίσης πως η προσκόμιση των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων σύμφωνα με τους σχετικούς Κανονισμούς είναι απαραίτητη για σκοπούς τεκμηρίωσης της ένστασης. [54] Η ενάγουσα όχι μόνο δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία σύμφωνα είτε με το σχετικό Νόμο είτε με τους σχετικούς Κανονισμούς με την αποστολή της ένστασης της αλλά στη συνέχεια καταχώρησε και την αγωγή η οποία οδήγησε και στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος η συνέχιση ή μη της ισχύς του οποίου αποτελεί και το αντικείμενο αυτής της απόφασης. [55] Βεβαίως, επιστρέφοντας στο περιεχόμενο της επιστολής η οποία όντως στάλθηκε προς τον Διευθυντή με προειδοποίηση ως προς το ότι η απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης Υ5608/2008 θα συνιστούσε παράνομη και αντισυνταγματική παραβίαση των δικαιωμάτων της Τράπεζας και δίχως σε αυτό το σημείο της απόφασης να εξετάζεται το θέμα της συνταγματικότητας, πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο πως θα μπορούσε να θεωρηθεί από την ενάγουσα πως ο Διευθυντής θα ενεργούσε παράνομα εάν ουσιαστικά το μόνο το οποίο ο ίδιος έκανε ήταν ακριβώς αυτό το οποίο προβλεπόταν από το σχετικό Νόμο. Αυτό δεν το εξηγεί η ενάγουσα με οποιοδήποτε τρόπο εντός της επιστολής της. [56] Επιπλέον, αξίζει να υπενθυμίσει το Δικαστήριο πως ένας Νόμος δεν παύει να ισχύει απλά και μόνο διότι αμφισβητείται η συνταγματικότητα του. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση A. Efthymiou Enterprises Ltd. κ.ά. ν. Iεράς Aρχιεπισκοπής Kύπρου κ.ά. (Aρ. 2)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1596 η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του αλλά αυτός παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός. [57] Στη συνέχεια εντός του τεκμηρίου 8, δηλαδή της ένστασης της, η ενάγουσα αναφέρεται στη σημασία της υποθήκης ως εξασφάλιση για όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, στο γεγονός ότι η ίδια ουδέποτε συγκατατέθηκε σε πώληση του επίδικου ακινήτου, στην απόφαση της αγωγής 1751/15 (με λανθασμένη αναφορά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αντί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου), στο γεγονός ότι δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι της συγκεκριμένης απόφασης και ότι το αποτέλεσμα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου θα ήταν να καθιστούσε την Τράπεζα ανίκανη να εισπράξει το λαβείν της. [58] Σημειώνεται επίσης, από τον συντάκτη της επιστολής, ως αδιανόητο να ζητείται από την Τράπεζα να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τη συμβατική σχέση μεταξύ της ενυπόθηκου οφειλέτιδας και των "αγοραστών" ή ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, καθότι οι λεπτομέρειες αυτές ήταν άγνωστες προς την Τράπεζα καθώς αυτή δεν είχε καμία σχέση με αυτή την υπό αναφορά "πώληση". Βεβαίως επί αυτού του θέματος με την καταχώρηση πλέον της αγωγής της η θέση της ενάγουσας είναι εντελώς διαφορετική καθώς υπό μορφή ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ακόμη και παρανομία σε σχέση με αυτή τη συμβατική σχέση (σχετική είναι η παράγραφος 13 της έκθεσης απαίτησης). [59] Τέλος, υπό μορφή προειδοποίησης ουσιαστικά, αναφέρεται πως σε περίπτωση απαλλαγής ή εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης αυτό θα καθιστούσε τόσο τον ίδιο τον Διευθυντή όσο και τη Δημοκρατία υπόλογους προς την Τράπεζα για τη ζημιά που θα υποστεί. Αξίζει να σημειωθεί αυτή η προειδοποίηση από την ενάγουσα σε σχέση και με ένα άλλο στοιχείο το οποίο συνήθως εξετάζεται από ένα Δικαστήριο σε περίπτωση εξέτασης κατά πόσο ένα προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ ή όχι. Εάν δηλαδή η επιδίκαση αποζημιώσεων θα μπορούσε να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αγωγής της ενάγουσας σε αντίθεση με τη διατήρηση ενός διατάγματος σε ισχύ το οποίο να εμποδίζει τη διενέργεια της μεταβίβασης στην οποία ο εναγόμενος 1 είχε πρόθεση να προβεί εάν δεν είχε εκδόθει το προσωρινό διάταγμα. [60] Όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της επιστολής της ενάγουσας, δηλαδή στο σημείο αναφοράς ως «αδιανόητο» να ζητείται από την Τράπεζα να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τη συμβατική σχέση μεταξύ της ενυπόθηκου οφειλέτιδας και των "αγοραστών" ή ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, θα πρέπει η ίδια η ενάγουσα να είχε ενημερωθεί σχετικά με διαφορετικό τρόπο εκτός του περιεχομένου της ειδοποίησης (τεκμήριο 7), ενδεχομένως προφορικά από αρμόδιο υπάλληλο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ή ακόμη και βάσει νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της, αναφορικά με τα όσα προνοούνται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44ΚΒ, αλλά είτε επέλεξε να αγνοήσει τις πρόνοιες του είτε να δηλώσει ουσιαστικά αδυναμία συμμόρφωσης με τα όσα προνοούνται εντός αυτού. [61] Βεβαίως αυτό από μόνο του δεν αναιρεί τόσο την ύπαρξη όσο και τη σημασία των συγκεκριμένων προνοιών. Ο Διευθυντής κατά την εφαρμογή του σχετικού Νόμου, ως όφειλε βεβαίως να πράξει, εύλογα θα μπορούσε να βασιζόταν στην προσδοκία πως η ενάγουσα θα ακολουθούσε τα όσα προνοούνται τόσο στο σχετικό Νόμο όσο και στους σχετικούς κανονισμούς και πως θα περιόριζε την ένσταση της στα όσα αναφέρονται στο συγκεκριμένο εδάφιο. Βεβαίως με την επόμενη επιστολή του Διευθυντή προς την ενάγουσα (τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης) ουσιαστικά αποκάλυπτε την ετοιμότητα του να προχωρήσει με εφαρμογή του σχετικού Νόμου. Παρά και την οποιαδήποτε προειδοποίηση είχε λάβει από την ενάγουσα. Εντούτοις βεβαίως σε σχέση με αυτή την επιστολή ισχύουν και τα όσα το Δικαστήριο παρατηρεί πιο πάνω σε σχέση με την τήρηση ή μη της προβλεπόμενης σύμφωνα με το σχετικό Νόμο προθεσμίας των 45 ημερών. [62] Οφείλω να προσθέσω, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, πως πραγματικά προκαλεί απορία στο Δικαστήριο το γεγονός ότι ο Διευθυντής επέλεξε όπως μην καταχωρήσει ένσταση σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί μονομερώς. Καθώς εντός του πλαισίου των καθηκόντων του για εφαρμογή του σχετικού Νόμου θα αναμενόταν λογικά από το Δικαστήριο όπως επιδιώξει όντως τη συνέχιση της διαδικασίας η οποία είχε αρχίσει με την αποστολή της ειδοποίησης τύπου «ΙΕ» και όχι να αποδεχόταν αμαχητί το αποτέλεσμα του προσωρινού διατάγματος δίχως σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα θα γινόταν απόλυτο ή όχι. [63] Βεβαίως ο κάθε διάδικος ή ο δικηγόρος του έχει δικαίωμα να χειρίζεται μία αγωγή όπως ο ίδιος κρίνει, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο διάδικος αυτός είναι και το άτομο βάσει και του σχετικού Νόμου στο οποίο έχει ανατεθεί και η ευθύνη διεκπεραίωσης μίας διαδικασίας καθορισμένης από τον ίδιο Νόμο έτσι ώστε να εκπληρωθεί ο σκόπος του νομοθέτη σε σχέση με την προστασία των αγοραστών. Οι οποίοι αγοραστές εν τέλει ουσιαστικά έχουν απομείνει ως οι μόνοι επηρεαζόμενοι από την έγερση της αγωγής της ενάγουσας διάδικοι οι οποίοι στην προσπάθεια εφαρμογής του συγκεκριμένου Νόμου επιδιώκουν την ανατροπή του προσωρινού διατάγματος το οποίο είχε χορηγηθεί μονομερώς από το Δικαστήριο στην ενάγουσα και η έκδοση του οποίου έχει οδηγήσει στη διακοπή της προαναφερόμενης διαδικασίας. Η δε αδιαφορία της εναγόμενης 2 ως προς την έκβαση είτε της διαδικασίας αυτής ως προς τη διατήρηση ή μη του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ είτε ακόμη και της ίδιας της αγωγής τεκμαίρεται και από την επιλογή της να μην εμφανιστεί καθόλου είτε σε αυτή τη διαδικασία είτε στην αγωγή. [64] Πέραν όμως και από το γεγονός ότι η «ένσταση» της ενάγουσας δεν είναι δυνατό να ενταχθεί εντός του καθορισμένου πλαισίου του σχετικού Νόμου προκύπτει και ένα επιπρόσθετο θέμα αναφορικά και με τη διαδικασία την οποία η ενάγουσα επέλεξε στη συνέχεια. Με την καταχώρηση δηλαδή αγωγής αντί οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου. [65] Μάλιστα με τον λόγο ένστασης (α) οι εναγόμενοι 3 και 4 θέτουν ως θέμα την προώθηση από την ενάγουσα λανθασμένου ένδικου μέσου ενώ και με τον λόγο ένστασης (γ) προτείνεται η θέση πως δεν «...συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή θεραπειών και/ή του διατάγματος που εκδόθηκε». [66] Όντως η επιλογή της ενάγουσας να καταχωρήσει αγωγή όχι μόνο θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με το κατά πόσο έχει επιλέξει το ορθό ένδικο μέσο σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά επιπλέον και κατά πόσο, διατηρώντας υπόψη έστω αυτή την επιλογή, είναι δυνατό να κριθεί πως ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60 όπως αυτός τροποποιήθηκε) αναφορικά με το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της ενάγουσας. [67] Εάν δε ληφθεί υπόψη το άρθρο 51[4] του σχετικού Νόμου και θεωρηθεί, έστω και εάν αυτό δεν αναφέρεται ρητά είτε στο τεκμήριο 7 είτε στο τεκμήριο 9, πως οι πράξεις του Διευθυντή θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής ως μία μορφή είτε γνωστοποίησης είτε απόφασης του Διευθυντή, τότε το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι το εξής. Εάν και εφόσον η ενάγουσα ουσιαστικά ισχυριζόταν με την επιστολή ή ένσταση της πως παραβλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα της τότε γιατί δεν υπέβαλε έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σύμφωνα με το άρθρο 51; Υπενθυμίζω επίσης και την επιφύλαξη στο άρθρο 51, σύμφωνα με την οποία, «...ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ΄ ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1)». [68] Εύλογα, τίθεται το εξής βασικό ερώτημα. Είναι δυνατό να θεωρηθεί πως το ζήτημα σχετικά με το οποίο έχει καταχωρηθεί αγωγή από την ενάγουσα δεν είναι ζήτημα αναφορικά με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία δυνάμει των διατάξεων του σχετικού Νόμου; Αναμφίβολα το ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να απαντηθεί αρνητικά. Καθώς το οποιοδήποτε ζήτημα βάσει του Μέρους VIB του σχετικού Νόμου σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής είχε εξουσία να ενεργήσει και όντως ενήργησε είναι ζήτημα για το οποίο ο Διευθυντής είχε και εξακολουθεί να έχει εξουσία σύμφωνα με τις διατάξεις του σχετικού Νόμου. Επομένως, το επακόλουθο ερώτημα είναι, πως μπορεί το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής κατά τη διάρκεια της οποίας θα εξετάζεται η ουσία της να κρίνει πως είναι σε θέση να επιλαμβάνεται μίας αγωγής σε σχέση με αυτό το ζήτημα; [69] Βεβαίως, ανεξάρτητα και από την παρούσα σύνθεση του, το Δικαστήριο ήδη όντως όχι μόνο έχει επιληφθεί αυτής της αγωγής αλλά έχει εκδώσει και το επίδικο προσωρινό διάταγμα. Βασισμένο βεβαίως το Δικαστήριο σε μία εκ πρώτης όψεως εκτίμηση τόσο της αγωγής όσο και του αιτήματος της ενάγουσας για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος. Δηλαδή, η έκδοση αυτή δεν σημαίνει πως στη συνέχεια, έχοντας πλέον καλύτερη αντίληψη τόσο της πραγματικής πτυχής της αίτησης όσο και των επίδικων θεμάτων της αγωγής από την ημερομηνία κατά την οποία είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον του η αίτηση για την έκδοση του συγκεκριμένου προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεχίσει να επιλαμβάνεται αυτού του ζητήματος, απλά και μόνο διότι έχει εκδοθεί το συγκεκριμένο διάταγμα βάσει μίας εκ πρώτης όψεως εντύπωσης των επίδικων θεμάτων και χωρίς προηγουμένως να είχε παρασχεθεί και η ευκαιρία στους εναγόμενους 3 και 4 να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα επί των οποίων η ενάγουσα βασίστηκε έτσι ώστε να εξασφαλίσει το επίδικο προσωρινό διάταγμα. Διαφορετικά δεν θα είχε και νόημα βεβαίως το προσωρινό διάταγμα να οριζόταν επιστρεπτέο και να παρεχόταν η ευχέρεια στα επηρεαζόμενα πρόσωπα από την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος να καταχωρήσουν ένσταση. Υπενθυμίζω δε σχετικά και τα όσα προνοούνται σχετικά από τα εδάφια
(2)και
(3)[5] του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου τόσο ως προς τη δυνατότητα ακύρωσης ή τροποποίησης ενός προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε βάσει του εδαφίου
(1)του ίδιου άρθρου ή σε σχέση με τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής για καταβολή αποζημίωσης. [70] Θέτοντας το πολύ απλά εάν ακόμη και σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο οι ενδείξεις είναι ότι ολόκληρη η δικονομική βάση επί της οποίας θεμελιώνεται η έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος είναι αντίθετη με τα όσα προνοούνται από το σχετικό Νόμο τότε πως είναι δυνατό να κριθεί ότι τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις έτσι ώστε να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της ενάγουσας; Δηλαδή, πως είναι δυνατό για το Δικαστήριο, εάν ακόμη και σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο είναι δυνατό εύλογα να θεωρηθεί πως υπάρχει πιθανότητα κατά την εκδίκαση της αγωγής να κριθεί ότι η καταχώρηση αγωγής δεν αποτελεί το προβλεπόμενο, σύμφωνα με το σχετικό Νόμο, ένδικο μέσο, να ικαvoπoιηθεί «...ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov...» σύμφωνα και με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου; [71] Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως η ενάγουσα με την αγωγή της θέτει ως επίδικα παρόμοια θέματα με αυτά τα οποία θα έπρεπε αρχικά να είχε αναφέρει με την υποβολή της ένστασης της εντός της προθεσμίας των 45 ημερών ασκώντας το δικαίωμα το οποίο ο σχετικός Νόμος της παρέχει. [72] Βεβαίως το ίδιο το εδάφιο
(3)του άρθρου 44ΚΒ θέτει μόνο δύο λόγους σε σχέση με τους οποίους παρέχεται το δικαίωμα υποβολής ένστασης. Είτε, πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή είτε, δεύτερο, ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. [73] Εντούτοις διατηρώντας υπόψη πως ο Διευθυντής για να προχωρήσει στην αποστολή ειδοποίησης, σύμφωνα και με το άρθρο 44Κ του σχετικού Νόμου, κατ΄ αρχάς διερευνά εάν πληρούνται δύο βασικές προϋποθέσεις, δηλαδή, πρώτο, ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και δεύτερο, ότι υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου, θεωρητικά θα ήταν επιτρεπτό λογικά όπως επίσης εντός της ένστασης να υπήρχε η δυνατότητα προβολής της θέσης πως οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν πληρούνται έτσι ώστε ο Διευθυντής να είχε προχωρήσει στην αποστολή της σχετικής ειδοποίησης. [74] Καθώς εάν αυτή η θέση ευσταθούσε τότε αναμφίβολα ολόκληρο το θεμέλιο επί του οποίου θα είχε αρχίσει η προβλεπόμενη διαδικασία δεν θα υπήρχε έτσι ώστε αυτή είτε να είχε αρχίσει είτε να μπορούσε να προχωρήσει. Θα έπασχε δηλαδή εξ αρχής η όλη διαδικασία. Βεβαίως εάν όντως το επηρεαζόμενο πρόσωπο εντόπιζε την απουσία της οποιασδήποτε προϋπόθεσης λογικά θα έπρεπε να αναφερόταν σε αυτή εντός της ένστασης του και όχι στη συνέχεια να καταχωρούσε αγωγή προβάλλοντας την ίδια θέση. [75] Όπως δηλαδή έπραξε η ενάγουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα ισχυρίζεται πως τα άρθρα 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ του σχετικού Νόμου «...δεν τυγχάνουν εφαρμογής και/ή αφού δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και/ή δεν πληρούνται οι πρόνοιες των και/ή οι πρόνοιες του άρθρου 44ΙΘ ο σκοπός των οποίων ήταν η προστασία αγοραστών διαμερισμάτων κοινόκτητων οικοδομών». [76] Ανεξάρτητα και από την ερμηνεία την οποία ο συντάκτης της έκθεσης απαίτησης δίδει ως προς το σκοπό του σχετικού Νόμου εάν όντως η ενάγουσα είχε σκοπό να ισχυριστεί (όπως σχετικά αναφέρει στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης) πως η απόφαση του Διευθυντή και οι σχετικές πρόνοιες του σχετικού Νόμου δεν τυγχάνουν εφαρμογής εξαιτίας της ανυπαρξίας ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο τότε γιατί δεν έθεσε αυτό το θέμα νωρίτερα υπόψη του Διευθυντή; Ακόμη και εάν το κατ΄ ισχυρισμό δεδομένο περιήλθε στην αντίληψη της ενάγουσας σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο τότε γιατί δεν υπάρχει σχετικός ισχυρισμός επί αυτού του θέματος εντός της έκθεσης απαίτησης; Αντιθέτως ακόμη και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος (παράγραφος 15) προβάλλεται ο ισχυρισμός πως ο σχετικός Νόμος ή ουσιαστικά οι σχετικές πρόνοιες αυτού δεν τυγχάνουν εφαρμογής καθότι δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης η οποία έχει κατατεθεί. [77]Βεβαίως, ακόμη και εκ πρώτης όψεως και εντός του πλαισίου εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο ή όχι θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ το επίδικο προσωρινό διάταγμα, η ανεδαφικότητα του συγκεκριμένου κατ΄ ισχυρισμό δεδομένου αναδεικνύεται ξεκάθαρα από την μαρτυρία την οποία η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία εξασφάλισε το επίδικο προσωρινό διάταγμα. [78] Μάλιστα προκαλεί απορία το γεγονός πως ένας διάδικος σε ενδιάμεση διαδικασία, κατά τη διεξαγωγή της οποίας όπως νομολογιακά έχει καθοριστεί η εξέταση της ουσίας της αγωγής είναι ανεπίτρεπτη, παρουσιάζει μαρτυρία με την οποία ανατρέπει ισχυρισμό τον οποίο ο ίδιος προβάλει εντός της έκθεσης απαίτησης του σε σχέση με την ουσία της αγωγής. Τόσο εντός του τεκμηρίου 3 («Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου») όσο και στο τεκμήριο 5 (Έκθεση Εκτίμησης) σαφώς προκύπτει πως υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Μάλιστα στο τεκμήριο 5, ημερομηνίας 15/7/2015 (δηλαδή, σχεδόν περίπου 11 μήνες πριν από την καταχώρηση της αίτησης για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος) ο εκτιμητής αναφέρει πως το υπό εκτίμηση ακίνητο διαθέτει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Μάλιστα στο τεκμήριο 3 αναφέρεται και η ημερομηνία εγγραφής του επίδικου ακινήτου (5/2/2007). [79] Βεβαίως οι καθ΄ ων η αίτηση παρουσίασαν ακόμη πιο σαφή στοιχεία με το τεκμήριο 2 προς υποστήριξη της ένστασης, δηλαδή πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο σαφώς επιβεβαιώνει τα όσα στοιχεία η ίδια η ενάγουσα ήδη έχει παρουσιάσει ως προς την ύπαρξη ξεχωριστού τίτλου του επίδικου ακινήτου. [80] Όμως η ενάγουσα δεν περιορίζεται με την έκθεση απαίτησης στην έγερση θέματος το οποίο θα μπορούσε να είχε εγείρει με την ένσταση της στην ειδοποίηση. Εγείρει επίσης θέμα το οποίο ουσιαστικά θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για υποβολή ένστασης στην ειδοποίηση. Ότι δηλαδή η σύμβαση μεταξύ της εναγόμενης 2, ως πωλήτριας και των εναγόμενων 3 και 4, ως αγοραστές, είναι άκυρη. Διεκδικεί μάλιστα θεραπεία με την αγωγή της (παράγραφος 16 (Β) της έκθεσης απαίτησης) με την οποία το Δικαστήριο να αναγνωρίζει ως άκυρη τη συγκεκριμένη συμφωνία. [81] Συγκεκριμένα εντός της έκθεσης απαίτησης της η ενάγουσα προβάλει την εξής εκδοχή. Ότι η εναγόμενη 2 με σκοπό, μεταξύ άλλων, την καταδολίευση της ενάγουσας ή προς παρεμπόδιση της να εισπράξει τα οφειλόμενα, σύνηψε πωλητήριο έγγραφο με τους εναγόμενους 3 και 4 (παράγραφος 12 της έκθεσης απαίτησης). Προσθέτει ισχυρισμούς επίσης πως οι εναγόμενοι 3 και 4 «...παρά το ότι γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι το Ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 2 προς την Ενάγουσα και/ή ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε δικαίωμα πώλησης και/ή μεταβίβασης του Ακινήτου συμφώνησαν την αγορά και/ή ανταλλαγή του ενυπόθηκου Ακινήτου και/ή πρόσφεραν και/ή μεταβίβασαν προς την Εναγόμενη το αντάλλαγμα και/ή ενήργησαν παράνομα και/ή παραβιάζοντας τα δικαιώματα της Εναγούσης και/ή παρακίνησαν την Εναγόμενη να παραβιάσει τα συμφωνηθέντα με την Ενάγουσα» (παράγραφος 13 της έκθεσης απαίτησης). [82] Επιπλέον, άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται η ενάγουσα πως οι εναγόμενοι 2 έως και 4 «...συνωμότησαν και/ή συνέπραξαν προς εξαπάτηση και/ή πρόκληση ζημιάς και/ή παραβιάζοντας τα δικαιώματα της και/ή με σκοπό να παρακάμψουν και/ή απαλλαγούν και/ή καταργήσουν με την συμπεριφορά τους έχουν σκοπό να παρακάμψουν και/ή απαλλαγούν και/ή καταργήσουν την εμπράγματη εξασφάλιση που είχε επί του Ακινήτου η Ενάγουσα προς όφελος των ιδίων» (παράγραφος 14 της έκθεσης απαίτησης). Βάσει και αυτών των ισχυρισμών η ενάγουσα διεκδικεί ως θεραπεία «...Διαταγή και/ή αναγνωριστική δικαιώματος απόφαση η οποία να επιβεβαιώνει και/ή αναγνωρίζει ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνήψε η Εναγόμενη 2 για την πώληση και/ή ανταλλαγή του ακινήτου ... είναι παράνομη και/ή άκυρη...» (παράγραφος 16 (Β) της έκθεσης απαίτησης). [83] Βεβαίως εάν η ενάγουσα είχε υπόψη της πως η επίδικη συμφωνία βάσει της οποίας πωλήθηκε το συγκεκριμένο ακίνητο προς τους εναγόμενους ήταν άκυρη αυτό θα έπρεπε να το είχε αναφέρει στην ένσταση της σε σχέση με την ειδοποίηση. Ή τουλάχιστον, εάν δεν το είχε υπόψη της, θα μπορούσε να αναφέρει το γεγονός αυτό εντός της έκθεσης απαίτησης της. Δηλαδή, της άγνοιας αυτής κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο. [84] Ουσιαστικά και πάλι η όλη εντύπωση η οποία δημιουργείται ως προς το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας είναι πως εντός αυτού περιέχονται ισχυρισμοί και θέσεις οι οποίοι ή οι οποίες θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί εντός της ένστασης της ενάγουσας εναντίον της σχετικής ειδοποίησης. [85] Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε απαγόρευση είτε νομική είτε δικονομική ως προς το να καθιστά ως επίδικα θέματα η ενάγουσα με την έκθεση απαίτησης της τα όσα θα μπορούσε να είχε αναφέρει στην ένσταση της στην ειδοποίηση. Εντούτοις η οποιαδήποτε νομοθεσία με την οποία προβλέπονται συγκεκριμένα στάδια για τη λήψη ορισμένων ενεργειών από ένα πρόσωπο υπάρχει για να εφαρμόζεται και όχι έτσι ώστε στο προβλεπόμενο στάδιο να αγνοείται και μετά να αναβιώνεται υπό μορφή αγωγής. [86] Τόσο απλό είναι το όλο θέμα το οποίο προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα επέλεξε να προχωρήσει σε σχέση με την ειδοποίηση η οποία στάλθηκε σε αυτήν. Πρώτα, με το να αγνοήσει τα όσα προβλέπονται από τον σχετικό Νόμο, δεύτερο με το να μην λάβει καν υπόψη ότι όντως αυτό συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση και τέλος με το να προβάλει πλέον υπό μορφή όχι της προβλεπόμενης ένστασης αλλά μίας αγωγής, θέματα τα οποία επέλεξε ή ακόμη και παρέλειψε, παρά και το ότι δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, να προβάλει στο κατάλληλο στάδιο στο οποίο θα μπορούσε να τα είχε εγείρει έτσι ώστε αυτά να είχαν εξεταστεί από τον εναγόμενο 1 υπό την ιδιότητα του ως ο Διευθυντής εντός του πλαισίου του σχετικού Νόμου. [87] Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο κατά πόσο η όλη πορεία την οποία επέλεξε να ακολουθήσει η ενάγουσα θα πρέπει να γίνει δεκτή ως έχει. Ανεξάρτητα ακόμη και από το ερώτημα το οποίο εύλογα δημιουργείται ως προς το κατά πόσο με την καταχώρηση της αγωγής η ίδια έχει εφαρμόσει την ορθή διαδικασία ως προς το ένδικο μέσο το οποίο επέλεξε για να αμφισβητήσει την εφαρμογή του σχετικού Νόμου από τον Διευθυντή. Ενώ η ίδια η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε στο κατάλληλο στάδιο στηριζόμενη στους λόγους οι οποίοι προβλέπονται βάσει και της διαδικασίας η οποία καθορίζεται από τον σχετικό Νόμο τη διαδικασία η οποία είχε αρχίσει με την αποστολή της σχετικής ειδοποίησης από τον Διευθυντή. Πλέον, η ενάγουσα ουσιαστικά επανέρχεται σε ένα στάδιο το οποίο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, προσθέτοντας βεβαίως, μεταξύ άλλων, και ισχυρισμούς τόσο ως προς ως προς την ύπαρξη είτε των παράνομων ενεργειών υπό μορφή συνωμοσίας ουσιαστικά μεταξύ των εναγόμενων 2, 3 και 4 είτε της αντισυνταγματικότητας του σχετικού Νόμου. [88] Έστω και αποφεύγοντας εξέταση της ουσίας της αγωγής τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, κυρίως υπό μορφή χρονικών δεδομένων και αναφορικά με τα οποία κρίνεται ορθότερο όπως αποφευχθεί η οποιαδήποτε ενδελεχή εξέταση τους, δεν αναδεικνύουν έστω και εκ πρώτης όψεως τα όσα η ενάγουσα θα πρέπει να αποδείξει προς επιτυχή έκβαση της αγωγής της αναφορικά με τις ενέργειες ιδιαίτερα των εναγόμενων 3 και 4 σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό προσπάθεια υπονόμευσης ή παραβίασης των όσων δικαιωμάτων η ενάγουσα είχε αποκτήσει από τη συμφωνία υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου με την εναγόμενη
  1. Διεκδικώντας επίσης και ως θεραπεία με την οποία να αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο η ακυρότητα της σύμβασης μεταξύ της εναγόμενης 2 και των εναγόμενων 3 και
  2. [89] Τονίζω και πάλι πως δεν αποτελεί μέρος του έργου του Δικαστηρίου σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο να υπεισέλθει σε εξαντλητική ανάλυση της βασιμότητας των θέσεων της ενάγουσας ως προς τις κατ΄ ισχυρισμό ενέργειες των εναγόμενων 3 και
  3. Αρκεί όμως μία επιφανειακή επισκόπηση των όσων δεδομένων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου έτσι ώστε να μην καθίσταται εφικτό για το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ως προς το ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της ενάγουσας σε σχέση με τους εναγόμενους 3 και 4 ή ακόμη και σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2 στο βαθμό στον οποίο το οποιοδήποτε αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής θα μπορούσε να επηρεάσει τα δικαιώματα των εναγόμενων 3 και 4 τόσο βάσει της συμφωνίας αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου όσο και της εφαρμογής του Μέρους VIB του σχετικού Νόμου. [90] Ενώ το σημείο ως προς την ενδεχόμενη ύπαρξη αντισυνταγματικότητας του σχετικού Νόμου περισσότερη σχέση έχει με το κατά πόσο η ενάγουσα έχει όντως το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ενδεχομένως εναντίον του εναγομένου 1 ή ακόμη και της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία σημειωτέον δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Το τελευταίο δε μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα ως διάδικος καταφέρει να συνδέσει είτε τη ψήφιση είτε την εφαρμογή του σχετικού Νόμου ως μία πράξη ή ως μία βάση για τη διενέργεια πράξεων για την οποία ή τις οποίες θα μπορούσε να κριθεί από ένα Δικαστήριο πως η Κυπριακή Δημοκρατία όντως φέρει ευθύνη για την πρόκληση ζημιάς στην ενάγουσα ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του σχετικού Νόμου εξαιτίας της παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας. [91] Ο νομοθέτης έχει ψηφίσει ένα Νόμο τον οποίο ο εναγόμενος 1 έχει καθήκον να εφαρμόσει ενώ και το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, δεν έχει δικαίωμα να αγνοήσει αυτό το Νόμο παρά μόνο να ελέγξει την ορθή εφαρμογή του. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του αλλά αυτός παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός (βλ. σχετικά την παράγραφο [56] αυτής της απόφασης). Επιπλέον, βεβαίως το οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο από την εφαρμογή του σχετικού Νόμου θα πρέπει να είναι έτοιμο να δεχτεί και τις συνέπειες των πράξεων του όταν κατά την εφαρμογή των προνοιών του σχετικού Νόμου επιλέγει να αγνοεί και να ενεργεί εκτός αυτών είτε λόγω άγνοιας είτε διότι διαφωνεί με αυτές και θεωρεί πως είναι αντισυνταγματικές. Ιδιαίτερα δε όταν με αυτές του παρέχονται και δικαιώματα όπως αυτά τα οποία η ενάγουσα είχε σε σχέση με την προβολή ένστασης προς την ειδοποίηση από τον Διευθυντή και τα οποία δεν αξιοποίησε στο κατάλληλο στάδιο αλλά επέλεξε να επαναφέρει ουσιαστικά παρόμοια διαδικασία με την έγερση των ίδιων ή παρόμοιων θεμάτων με την καταχώρηση αγωγής. Η οποία αγωγή ως ένδικο μέσο επίσης δεν προβλέπεται στο σχετικό Νόμο και η καταχώρηση της οποίας αποτελεί βεβαίως μια άλλη επιλογή της ενάγουσας με ανάλογες συνέπειες ακόμη και κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ ή όχι. [92] Σε σχέση δε με την εφαρμογή του σχετικού Νόμου και τον σκοπό αυτού ως προς την προστασία αγοραστών υπενθυμίζω αναφορικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση τα εξής. Σύμφωνα με την εκδοχή τους οι εναγόμενοι 3 και 4 πριν από μία χρονική περίοδο πέραν των 16 χρόνων αγόρασαν μία κατοικία και στη συνέχεια εξόφλησαν το τίμημα αγοράς της δίχως όμως ακόμη μέχρι και σήμερα να εγγραφούν ως οι ιδιοκτήτες αυτής. Ο νομοθέτης αποφάσισε να προστατεύσει την κατηγορία προσώπων στην οποία οι εναγόμενοι 3 και 4 ανήκουν. Η προστασία δε αυτή δεν αποκλείεται να μην περιορίζεται προς όφελος μόνο αυτής της κατηγορίας προσώπων αλλά να έχει και γενικότερες προεκτάσεις σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον υπό την έννοια της εφαρμογής μίας οικονομικής πολιτικής προς εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συνόλου. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί όταν πλέον το Δικαστήριο θα εξετάζει την ουσία της αγωγής. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όχι μόνο ο σχετικός Νόμος υπάρχει ως έχει αλλά το ενδεχόμενο κήρυξης του ως αντισυνταγματικός δεν κρίνεται πως παρέχει το οποιοδήποτε περιθώριο στο Δικαστήριο μη εφαρμογής του ή ουσιαστικά αναστολής της εφαρμογής του μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. Ενώ επί του ίδιου θέματος υπενθυμίζω και πάλι τη βασική αρχή της διάκρισης των εξουσιών και το καθήκον το οποίο τα Δικαστήρια έχουν να εφαρμόζουν το σχετικό Νόμο ως έχει και όχι επιλεκτικά να παραγνωρίζουν συγκεκριμένες πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου απλά και μόνο διότι τίθεται ως επίδικο θέμα η συνταγματικότητα αυτού του Νόμου. Ιδιαίτερα δε σε ένα ενδιάμεσο στάδιο προ της εκδίκασης της ουσίας μίας αγωγής. [93] Θεωρώ δηλαδή πως σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο δεν θα ήταν ορθό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε εξέταση της συνταγματικότητας του σχετικού Νόμου εφόσον αυτό αποτελεί θέμα ουσίας το οποίο θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο από το εκδικάζον Δικαστήριο. Μετά δηλαδή και από την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής ή ακόμη και προδικαστικά υπό την έννοια της εξέτασης νομικού σημείου το οποίο να προκύπτει από τα δικόγραφα της αγωγής. [94] Όμως ακόμη και να μπορούσε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο σε μία εύλογη αναμονή της πιθανούς επιτυχούς κατάληξης της αγωγής ως προς το θέμα της συνταγματικότητας, αυτό θα αποτελούσε λόγο έτσι ώστε να μην εφαρμοζόταν ο σχετικός Νόμος; Καθώς, ανεξάρτητα και από την ορθή ή λανθασμένη επιλογή του ένδικου μέσου, όπως αυτή θα κριθεί κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής, όχι μόνο είναι αμφίβολο το οποιοδήποτε υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων 3 και 4, αλλά επιπλέον, ισοζυγίζοντας την ταλαιπωρία ή ακόμη και ζημιά την οποία θα μπορούσαν να υποστούν οι εναγόμενοι 3 και 4 σε αντίθεση με την ενάγουσα, θεωρώ πως η ενάγουσα, της οποίας η ανησυχία έγκειται στη διατήρηση της εξασφάλισης την οποία είχε κατά την έγκριση του επίδικου δανείου προς την εναγόμενη 2, εύλογα θα μπορούσε τελικά να ικανοποιηθεί ως προς το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα έχει είτε εναντίον του εναγομένου 1 είτε εναντίον της εναγόμενης 2 ή ακόμη και εναντίον των εναγόμενων 3 και 4, με την επιδίκαση αποζημιώσεων. [95] Υπενθυμίζω πως δεν έχει τεθεί με οποιοδήποτε τρόπο το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι 3 και 4 είναι φερέγγυοι ενώ η φερεγγυότητα του εναγομένου 1 θα μπορούσε να θεωρηθεί πως τεκμαίρεται ως δεδομένη ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα μπορούσε να κριθεί ως υπόλογος για οποιαδήποτε ζημιά η οποία ενδεχομένως να προκληθεί στην ενάγουσα καθώς αυτή θα προκαλείτο από την εφαρμογή του σχετικού Νόμου τον οποίο ο εναγόμενος 1 έχει υποχρέωση και καθήκον να εφαρμόσει. Βεβαίως, παρά και το γεγονός πως ο Διευθυντής ενάγεται σύμφωνα με τον τίτλο της αγωγής δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εντούτοις η αγωγή δεν έχει εγερθεί εναντίον της Δημοκρατίας (σχετικό επί του θέματος είναι το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμος). Ενδεχομένως, κατά κάποιο υβριδικό τρόπο διασταύρωσης δύο ανόμοιων διαδικασιών, η καταχώρηση της αγωγής εναντίον του Διευθυντή να προέκυψε και ως αποτέλεσμα της δυνατότητας η οποία υπήρχε αλλά δεν εφαρμόστηκε σε σχέση με την υποβολή έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 51 του σχετικού Νόμου. [96] Αναφέρεται πιο πάνω σε διάφορα σημεία η προσέγγιση του Δικαστηρίου και ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ασφαλώς αυτές οι αναφορές ισχύουν ως έχουν ενώ σε αυτό το μέρος της απόφασης θα καταβληθεί μία προσπάθεια σύνοψης ουσιαστικά των όσων αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση και με τη διακρίβωση της ύπαρξης αυτών των προϋποθέσεων και βάσει των οποίων το Δικαστήριο έχει οδηγηθεί στα ακόλουθα συμπεράσματα. [97] Κατ΄ αρχάς πραγματικά έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αλλά διατηρώντας παράλληλα υπόψη και το θέμα της επιλογής του ένδικου μέσου, το Δικαστήριο δεν έχει καν ικανοποιηθεί πως αποκαλύπτεται από την έκθεση απαίτησης συζητήσιμη υπόθεση. Ούτε και στοιχειοθετείται συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με όλους τους εναγόμενους ως προς την ύπαρξη παράβασης συμφωνίας ή παρακίνησης παράβασης συμφωνίας ή αδικοπραξίας ή καταδολίευσης (σχετική είναι η παράγραφος 16 (Δ) της έκθεσης απαίτησης). [98] Κατ΄ επέκταση σε σχέση και με τη δεύτερη προϋπόθεση το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής ενώ ακόμη και οι προαναφερόμενες δύο προϋποθέσεις να μπορούσε να κριθεί ότι υπάρχουν εντούτοις και πάλι το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα εφόσον εάν η ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της θα μπορούσε να αποζημιωθεί για τη ζημιά της η οποία θα μπορούσε να υπολογιστεί με οικονομικούς όρους δίχως να εξαρτάται από τη διατήρηση της εξασφάλισης της επίδικης υποθήκης. [99] Ακόμη όμως και να κατέληγε διαφορετικά το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη όντως των συγκεκριμένων προϋποθέσεων, σταθμίζοντας όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων, πραγματικά δεν θα ήταν δυνατό να μην ληφθεί υπόψη όχι μόνο ο σκοπός του νομοθέτη σε σχέση με την προστασία αγοραστών και η εφαρμογή του σχετικού Νόμου αλλά επιπλέον, σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων 3 και 4 και η πολυετής αναμονή τους έτσι ώστε να προχωρήσει η διαδικασία μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αγόρασαν πριν μία χρονική περίοδο τουλάχιστον 16 ετών δίχως οι ίδιοι να φέρουν ευθύνη για τις ενέργειες της εναγόμενης 2 ως προς τη χρήση του επίδικου ακινήτου κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εξαιτίας του γεγονότος πως αυτό εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της. Αυτοί οι παράγοντες, δίχως και πάλι να κρίνεται η ουσία της αγωγής σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο αλλά βάσει μία εκ πρώτης όψεως σφαιρική αντίληψη των κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων, θεωρώ πως υπερτερούν σε σύγκριση με την παραχώρηση από την ενάγουσα πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εναγόμενη 2 περίπου 8 χρόνια και 8 μήνες μετά και από την αγορά από τους εναγόμενους 3 και 4 του ενυπόθηκου ακινήτου και το οποίο η εναγόμενη 2 παρείχε ως εξασφάλιση παρά και το γεγονός πως γνώριζε ότι αυτό είχε ήδη πωληθεί στους εναγόμενους 3 και
  4. [100] Συνεπώς, κρίνεται από το Δικαστήριο πως το επίδικο προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της ενάγουσας δεν θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μέχρι και την ολοκλήρωση της αγωγής αλλά θα πρέπει να ακυρωθεί έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον εναγόμενο 1 όπως προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας η οποία ρητά προβλέπεται από το σχετικό Νόμο ο οποίος βεβαίως δεν έχει ακόμη κριθεί αντισυνταγματικός αλλά παραμένει ισχυρός και θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται βάσει αυτού ικανοποιούνται από τα δεδομένα των συγκεκριμένων περιπτώσεων. [101] Ως εκ τούτου, το προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης βάσει της οποίας αυτό εξασφαλίστηκε τα έξοδα αυτής της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 3 και 4 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του σχετικού Νόμου «Διευθυντής» σημαίνει ο Διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών και περιλαμβάνει Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό και οποιοδήποτε άλλο λειτουργό ο οποίος διορίζεται από τον Διευθυντή για τους σκοπούς του σχετικού Νόμου. [2]
  5. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44Κ και 44ΚΑ του Νόμου, για την εξέταση της υποβληθείσας αίτησης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΘ του Νόμου, ο Διευθυντής απαιτεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ανάλογα με την περίπτωση, την προσκόμιση των ακόλουθων στοιχείων: (α) Πρωτότυπων αποδείξεων ή πιστού αντίγραφου αυτών για την πλήρη καταβολή του τιμήματος πώλησης, ή/και (β) απόδειξης κατάθεσης σε πιστωτικό ίδρυμα, σε περίπτωση καταβολής του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό, μετά από υπόδειξη του Διευθυντή, ή/και (γ) ένορκης δήλωσης από τον αγοραστή ως προς την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι του πωλητή, ή/και (δ) έγγραφης βεβαίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ως προς την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αγοραστή, ή/και (ε) άλλων αποδεικτικών στοιχείων, ως ο Διευθυντής ήθελε κατά περίπτωση απαιτήσει. [3]
  6. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, για σκοπούς τεκμηρίωσης της ένστασης είναι απαραίτητη η προσκόμιση από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο των ακόλουθων αποδεικτικών στοιχείων: (α) Έγγραφης απόδειξης εκ μέρους του πωλητή αναφορικά με τη μη πλήρη εκπλήρωση εκ μέρους του αγοραστή των συμβατικών του υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, ή/και (β) έγγραφης απόδειξης εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή ή/και οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου αναφορικά με τη μη πλήρη εκπλήρωση εκ μέρους του αγοραστή των συμβατικών του υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, ή/και (γ) διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη, ή/και (δ) οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, ως ο Διευθυντής ήθελε κατά περίπτωση απαιτήσει. [4] 51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1). [5]
(2)Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα.
(3)Εάv ήθελε φαvή εις τo δικαστήριov ότι oιovδήπoτε εκδoθέv απαγoρευτικόv διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1)εβασίσθη επί αvεπαρκώv λόγωv, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντιόν του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και τηv βλάβηv ήτις πρoσεγέvετo εις αυτό διά της εκτελέσεως τoυ διατάγματoς. Πληρωμή απoζημιώσεως δυvάμει τoυ εδαφίoυ τoύτoυ θα είvαι κώλυμα δι' oιαvδήπoτε αγωγήv δι' απoζημιώσεις εv σχέσει πρoς o,τιδήπoτε εγέvετo συvεπεία τoυ διατάγματoς. Και εάv τoιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή τo δικαστήριov δύvαται vα διακόψη αυτήv κατά τoιoύτov τρόπov και επί τoιoύτoις όρoις, ως ήθελε θεωρήσει τoύτo πρέπov. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.