ΣΑΒΒΑ ΜΑΚΑΡΙΟΥ κ.α. ν. RAFTIS DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 2161/92, 21/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2161/92 Μεταξύ:
- ΣΑΒΒΑ ΜΑΚΑΡΙΟΥ
- ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΑΚΑΡΙΟΥ Εναγόντων και RAFTIS DEVELOPMENTS LTD Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 13.04.16 για ακύρωση άδειας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 21.10.16 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κα Χ. Δημητριάδου (η κα Μ. Τσαντικίδου για ν' ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντες 1 & 2/ κα Ε. Κωνσταντινίδου για κ.κ. Ορφανίδη, Χριστοφίδη Καθ' ων η αίτηση 1& 2: & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (ο κ. Φ. Κυπριανίδης για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση η Εναγόμενη εταιρεία (στο εξής η 'Αιτήτρια') αιτείται τα εξής:
(1)Την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 15.06.15 με το οποίο δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης στην παρούσα αγωγή λόγω παρέλευσης 10 ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση και
(2)Την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή αναστέλλει κάθε διαδικασία και/ή περαιτέρω διαδικασία μέχρι νεοτέρας απόφασης και/ή διατάγματος και/ή οδηγίας από το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 2 Κανονισμό 2, στη Διαταγή 4 Κανονισμούς 1 και 2, στη Διαταγή 16 Κανονισμούς 1, 2, 4-7 και 9-11, στη Διαταγή 39, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, 8, 9 και 11-14, στη Διαταγή 57 και στη Διαταγή 64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, γενική πρακτική, νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια εταιρεία δικαιολογεί την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 13.04.16 του διευθυντή της κυρίου Σάββα Ράφτη, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Αυτό που ουσιαστικά καταγράφεται μέσα από την ένορκη δήλωση Ράφτη είναι ότι στις 15.06.10 οι Ενάγοντες 1 και 2 (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση'), κατόπιν μονομερούς αίτησης τους ημερομηνίας 29.05.15, εξασφάλισαν διάταγμα με το οποίο τους διδόταν άδεια για εκτέλεση της απόφασης που είχαν εκδώσει υπέρ τους και εναντίον της Αιτήτριας, λόγω παρέλευσης 10 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, στην Αιτήτρια δεν έχουν επιδοθεί η μονομερής αίτηση και το διάταγμα ώστε αυτή να λάβει γνώση της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Σύμφωνα ακόμη με τον ενόρκως δηλών, το επίμαχο διάταγμα εκδόθηκε συνεπεία αίτησης για την οποία δεν δόθηκε δικαίωμα στην Αιτήτρια να καταχωρήσει ένσταση. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, η Αιτήτρια έλαβε γνώση για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος όταν στις 02.02.16 της επιδόθηκε η αίτηση ημερομηνίας 14.01.16 για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, αντίγραφο της οποίας μαζί με δέσμη άλλων εγγράφων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η πιο πάνω διαδικασία που ακολουθήθηκε παραβιάζει τις πρόνοιες της Δ.48 Κ.13, ως αποτέλεσμα της οποίας παράβασης υπάρχει παρατυπία που ακυρώνει τη διαδικασία. και επειδή εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα χωρίς να δοθεί δικαίωμα στην Αιτήτρια να καταχωρήσει ένσταση ζητείται ακύρωση του εν λόγω διατάγματος. Επίσης δηλώνεται ότι η μη επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης στην Αιτήτρια στέρησε από την τελευταία το δικαίωμα να γνωρίζει τις θέσεις που οι Καθ' ων η αίτηση υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και ποια γεγονότα το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για να εκδώσει το διάταγμα έτσι ώστε η Αιτήτρια να προβεί σε διαβήματα προς ακύρωση του. Η αντίδραση των Καθ' ων η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση εκδηλώθηκε στις 31.05.16 με την καταχώρηση ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των πιο κάτω λόγων:
(1)Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των θεσμών πολιτικής δικονομίας και/ή της νομολογίας και/ή δεν καλύπτει τις αιτούμενες θεραπείες.
(2)Δεν παρουσιάζονται σοβαροί και/ή επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν τον παραμερισμό του διατάγματος αλλά προβάλλονται αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί.
(3)Η Αιτήτρια δεν επιδεικνύει καλό λόγο για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ότι έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 14.01.16 των Καθ' ων η αίτηση που αφορά αναγκαστική πώληση ακινήτου και/ή να καθυστερήσει τους Καθ' ων η αίτηση στην είσπραξη του εξ' αποφάσεως λαβείν τους.
(4)Ακολουθήθηκε η ορθή και νόμιμη διαδικασία για την έκδοση του διατάγματος και κανένας λόγος συντρέχει για τον παραμερισμό του.
(5)Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπόθεση ικανή για παραμερισμό του επίδικου διατάγματος. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Διαταγή 40 Κανονισμό 8 και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, 8 και 13 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και γενικές αρχές του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Σάββα Μακαρίου, Αιτητή 1, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Συνοπτικά αυτό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, πέραν της εκ νέου διατύπωσης των λόγων ένστασης, είναι ότι η αίτηση για παροχή άδειας εκτέλεσης της απόφασης καταχωρήθηκε μονομερώς επειδή με βάση τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας δεν υπάρχει υποχρέωση επίδοσης σε καθορισμένο χρόνο τόσο της αίτησης καθ' εαυτής όσο και του διατάγματος που εξασφαλίστηκε. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών το επίμαχο διάταγμα επιδόθηκε μαζί με την αίτηση ημερομηνίας 14.01.16 που αφορά πώληση ακίνητης περιουσίας της Αιτήτριας. Αυτό, κατά τη γνώμη του ενόρκως δηλών η οποία στηρίζεται σε νομική συμβουλή που έλαβε, έδωσε το δικαίωμα στην Αιτήτρια να προβεί σε ενέργειες για ακύρωση του εν λόγω διατάγματος, κάτι που έπραξε με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε. Το ζήτημα της παροχής άδειας για εκτέλεση δικαστικής απόφασης διέπεται από τη Διαταγή 40 Κανονισμό 8 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω κανονισμού όταν παρέλθουν 10 έτη (αρχικά ήταν 6 χρόνια αλλά αυξήθηκε σε 10 έτη κατόπιν τροποποίησης του εν λόγω διαδικαστικού κανονισμού που έγινε με δημοσίευση στις 09.09.11 στην Επίσημη Εφημερίδα, Παράρτημα Δεύτερο, Μέρος Ι) από την ημερομηνία έκδοσης μιας δικαστικής απόφασης, ο διάδικος που δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο και αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Από το λεκτικό του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοιο διάταγμα έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει. Παρόλο ότι οι πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού δεν απαριθμούν τα κριτήρια που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, εντούτοις η νομολογία υποδεικνύει ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία (Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας v. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 459/11 ημερ. 17.07.12): (α) την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση και (γ) να αιτιολογείται η καθυστέρηση, χωρίς παράλληλα να εξετάζεται ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού του εξ' αποφάσεως χρεώστη εξαιτίας της καθυστέρησης (Pater v. Singh
(2002)EWCA 1668). Το βάρος απόδειξης ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι επαρκή για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. Γενικότερα θα πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα της εκτέλεσης μιας απόφασης εμπίπτει κάτω από την εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου το οποίο καλείται να κρίνει αν από τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιείται για την παροχή της αιτούμενης άδειας (Panaou v. Christofi
(1962)2 C.L.R. 19). Συνδυασμένη μελέτη της Διαταγής 40 Κανονισμού 8 και Διαταγής 48 Κανονισμού 8
(1)(kk) καθιστά σαφές ότι η αίτηση για παροχή άδειας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης λόγω παρέλευσης 10 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της μπορεί να καταχωρηθεί μονομερώς, χωρίς έτσι ο αιτητής να υποχρεούται να την επιδώσει στην άλλη πλευρά (Αίτηση Ελένης Μιχαήλ Αρ. 7/12 ημερ. 08.02.12, Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Μακρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 122/09 ημερ. 07.06.12, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας v. Μιχαήλ κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 459/11 ημερ. 17.07.12 και Κτωρίδη v. Alpha Bank Cyprus Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. 290/10 ημερ. 19.06.14). Εκείνος που επηρεάζεται από την μονομερή έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος και επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση του θα πρέπει να ακολουθήσει τη Διαταγή 48
(8)
(4)που είναι ο δικονομικός μηχανισμός που παρέχει τη δυνατότητα επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε μονομερώς. Σχετική είναι η υπόθεση Κτωρίδη v. Alpha Bank Cyprus Ltd (πιο πάνω) στην οποία και παραπέμπω. Ωστόσο, όπως λέχθηκε στην προγενέστερη υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Μακρίδης κ.α. (πιο πάνω), κατά την τυχόν εξέταση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα πρέπει να ενεργεί ως Εφετείο ομοβάθμιου δικαστηρίου κρίνοντας την ορθότητα της προηγούμενης απόφασης του ομοβάθμιου αυτού δικαστηρίου με την οποία δόθηκε άδεια για εκτέλεση δικαστικής απόφασης λόγω παρέλευσης 10 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Με τον πρώτο λόγο ένστασης τους οι Καθ' ων η αίτηση παραπονιούνται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των θεσμών πολιτικής δικονομίας και της νομολογίας και ότι δεν καλύπτει τις αιτούμενες θεραπείες. Ειδικότερα είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση εδράζεται πάνω σε σκόρπιες νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες ως επί το πλείστον δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε εκδοθέντα διατάγματα εκτέλεσης απόφασης. Η τοποθέτηση αυτή των Καθ' ων η αίτηση δεν σχολιάζεται από την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας μέσα από την γραπτή αγόρευση της. Είναι γεγονός ότι το περισσότερο μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης περιέχει δικονομικές διατάξεις που δεν σχετίζονται με το αντικείμενο εξέτασης της παρούσας διαδικασίας. Παρόλο όμως της συμπερίληψης άσχετων νομικών προνοιών, από τη στιγμή που αναπόσπαστο μέρος της νομικής βάσης της αίτησης αυτής αποτελεί η Διαταγή 48 Κανονισμός 8, στον οποίον κανονισμό εμπίπτουν οι διατάξεις για τις αιτήσεις που καταχωρούνται μονομερώς καθώς και της δυνατότητας καταχώρησης αίτησης δια κλήσεως από άτομο που επηρεάζεται από την έκδοση διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ή ακύρωσης του, συνεπικουρούμενη από αναφορές στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνω ότι παρέχεται το κατάλληλο και συνάμα επαρκές νομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο η παρούσα αίτηση δύναται να στηριχτεί για να προωθήσει την αιτούμενη αξίωση της, χωρίς να τίθεται σε αμφιβολία η εγκυρότητα της. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα ασχοληθώ τώρα με τον τρίτο λόγο ένστασης με τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση παραπονιούνται ότι η Αιτήτρια δεν επιδεικνύει καλό λόγο για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ότι έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 14.01.16 των Καθ' ων η αίτηση που αφορά αναγκαστική πώληση ακινήτου και/ή να καθυστερήσει τους Καθ' ων η αίτηση στην είσπραξη του εξ' αποφάσεως λαβείν τους. Σε σχέση με την τοποθέτηση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία εξήγηση παρέχεται μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Αυτό που απλά επαναλαμβάνεται είναι επανάληψη ισχυρισμού ότι στόχος της Αιτήτριας είναι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 14.01.16, χωρίς όμως να παρέχεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία που να διευκρινίζει το ζήτημα. Ούτε όμως οποιαδήποτε ανάλυση ή έστω σχολιασμός γίνεται στη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση προς διευκρίνιση του θέματος. Επομένως θεωρώ ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι το επίμαχο διάταγμα επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 02.02.16 μαζί με την αίτηση ημερομηνίας 14.01.16 των Καθ' ων η αίτηση που αφορά πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Με αδιαμφισβήτητο δεδομένο ότι η παρούσα αίτηση που αποσκοπεί στην ακύρωση του εν λόγω διατάγματος καταχωρήθηκε στις 13.04.16 και συγκεκριμένα μετά τη δεύτερη εμφάνιση στην αίτηση ημερομηνίας 14.01.16, δεν θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι η πάροδος 2 μηνών και 11 ημερών αποτελεί υπέρμετρη καθυστέρηση ή τέτοια ολιγωρία που να δημιουργεί κώλυμα στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Παράλληλα κανένα στοιχείο υπάρχει ενώπιον μου που να θεμελιώνει τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι σκοπός της Αιτήτριας με την προώθηση της υπό κρίση αίτησης είναι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 14.01.16 που οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Θα εξετάσω ευθύς μαζί τον δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγο ένστασης επειδή άπτονται της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Βασικά αυτό που οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται είναι ότι δεν έχουν προσκομιστεί τέτοια στοιχεία που θα δικαιολογούσαν ακύρωση του διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε αφού ακολουθήθηκε η ορθή και νόμιμη διαδικασία, θέση με την οποία βεβαίως η Αιτήτρια διαφωνεί. Τα επιχειρήματα που η Αιτήτρια προβάλλει προκειμένου να πετύχει ακύρωση του επίμαχου διατάγματος εδράζονται σε 4 πυλώνες: (α) στο ότι δεν της επιδόθηκε η μονομερής αίτηση ώστε να λάβει γνώση της διαδικασίας που προηγήθηκε, (β) στο ότι εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα ως αποτέλεσμα αίτησης για την οποία δεν δόθηκε δικαίωμα στην Αιτήτρια να καταχωρήσει ένσταση, (γ) στο ότι η μη επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης συνιστά παραβίαση των προνοιών της Διαταγής 48 Κανονισμού 13, ως αποτέλεσμα της οποίας παράβασης υπάρχει παρατυπία που ακυρώνει τη διαδικασία και εφόσον δεν λήφθηκε οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο από τους Καθ' ων η αίτηση η κατάσταση παρέμεινε τελικά αθεράπευτη, (δ) στο ότι η μη επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τη Διαταγή 48 Κανονισμό 13 στέρησε από την Αιτήτρια το δικαίωμα να γνωρίζει τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και των γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο στηρίχτηκε για να εκδώσει το επίμαχο διάταγμα έτσι ώστε η Αιτήτρια να προβεί σε διαβήματα με σκοπό την ακύρωση του. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το επίμαχο διάταγμα εκδόθηκε στις 15.06.15 κατόπιν μονομερούς εξέτασης αίτησης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 29.05.15. Στο νομικό μας σύστημα είναι πολύ γνωστή η αρχή ότι το Δικαστήριο εκδίδει μία διαταγή εφόσον πρώτα ακούσει και τα δύο μέρη. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου κατά παρέκκλιση της πιο πάνω αρχής επιτρέπεται η χορήγηση θεραπείας μονομερώς, δηλαδή χωρίς το άλλο μέρος να ειδοποιηθεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία. Τέτοιες είναι και οι περιπτώσεις που απαριθμούνται στη Διαταγή 48
(8)
(1)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σ' αυτές συγκαταλέγεται και η αίτηση ημερομηνίας 29.05.15. Σχετική είναι η Δ.48 Κ.8
(8)
(1)(kk) καθώς και η νομολογία που έχω κάνει προηγουμένως αναφορά, στο περιεχόμενο των οποίων και παραπέμπω. Επομένως η αίτηση ημερομηνίας 29.05.15 είναι από αυτές που μπορούσε να καταχωρηθεί μονομερώς. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν υποχρέωση να επιδώσουν την αίτηση εκείνη στην Αιτήτρια έτσι ώστε η τελευταία να καταχωρούσε ένσταση. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είναι από αυτές που προνοούν την καταχώρηση ένστασης από την Αιτήτρια. Το γεγονός ότι η αίτηση ημερομηνίας 29.05.15 καταχωρήθηκε μονομερώς και αφού εξετάστηκε εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα στην απουσία της Αιτήτριας χωρίς αυτή να μπορεί να καταχωρήσει ένσταση πριν από την έκδοση του αποτελεί προϊόν πιστής εφαρμογής των προνοιών της Δ.48 Κ.8
(8)
(1). Με την καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης, η Αιτήτρια άσκησε το δικαίωμα που της παρέχεται από το δικονομικό μηχανισμό της Δ.48 Κ.8
(4)για ακύρωση του επίμαχου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει για εξέταση η υπό κρίση αίτηση είναι αποτέλεσμα διαβήματος στο οποίο προέβηκε η Αιτήτρια με σκοπό την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος. Επομένως οι Καθ' ων η αίτηση ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, επέδωσαν το εν λόγω διάταγμα στην Αιτήτρια μαζί με την αίτηση ημερομηνίας 14.01.16 προκειμένου έτσι να δείξουν, ως όφειλαν να πράξουν, ότι εξασφάλισαν άδεια από το Δικαστήριο για τη λήψη των μέτρων εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που επιδιώκουν να πετύχουν με την εν λόγω αίτηση τους. Αντίθετα θεωρώ ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν όφειλαν να επιδώσουν μαζί με το επίμαχο διάταγμα την μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, βάση των οποίων το διάταγμα εξασφαλίστηκε. Κατ' αρχήν το επίμαχο διάταγμα δεν προνοούσε τέτοια υποχρέωση. Επιπλέον, όπως έχει ήδη λεχθεί, το δικαίωμα της Αιτήτριας για ακύρωση του επίμαχου διατάγματος ασκήθηκε με την καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Στα πλαίσια εξέτασης του δικαιώματος αυτού που ασκήθηκε από την Αιτήτρια το παρόν Δικαστήριο δεν κρίνει την ορθότητα της προηγούμενης απόφασης του ομοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία στις 15.06.15 δόθηκε άδεια για εκτέλεση δικαστικής απόφασης λόγω παρέλευσης 10 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της ως αποτέλεσμα έγκρισης της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 29.05.15. Κάτι τέτοιο θα έδειχνε ότι το παρόν Δικαστήριο ενεργεί ως Εφετείο και κρίνει την ορθότητα και νομιμότητα της προγενέστερης απόφασης του ομοβάθμιου δικαστηρίου, πράγμα που θα ήταν ανεπίτρεπτο και εσφαλμένο. Υπό αυτήν την έννοια, το τι περιλαμβάνει η ένορκη δήλωση που υποστήριξε την μονομερή αίτηση δεν θα έχει οποιαδήποτε σημασία για σκοπούς εξέτασης της αίτησης της Αιτήτριας για παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος. Τέτοια εξέταση δεν περιλαμβάνει αξιολόγηση της ένορκης δήλωσης της μονομερούς αίτησης επειδή κάτι τέτοιο θα οδηγούσε το παρόν Δικαστήριο στην παγίδα να ενεργήσει ως Εφετείο της προηγούμενης απόφασης του ομοβάθμιου δικαστηρίου. Επιπλέον η Διαταγή 48 Κανονισμός 8
(4), στα πλαίσια της οποίας εντάσσεται ή θα έπρεπε να είχε ενταχθεί η παρούσα αίτηση, δεν προνοεί επίδοση της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Επομένως το παράπονο της Αιτήτριας σε σχέση με το θέμα αυτό δεν ευσταθεί. Αυτό που αναμένεται από την Αιτήτρια είναι δια της υπό κρίση αίτησης να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και γεγονότα που να διαφοροποιούν το σκηνικό και σε κάθε περίπτωση να καταδεικνύουν γιατί οι Καθ' ων η αίτηση δεν δικαιούνται πλέον στη συνέχιση λήψης μέτρων προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους. Με την παράθεση των δικών της στοιχείων και γεγονότων η Αιτήτρια καλείται να δικαιολογήσει την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος. Κατά την ταπεινή μου γνώμη μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι η προσκόμιση εξοφλητικής απόδειξης του εξ' αποφάσεως οφειλομένου ποσού, δίχως όμως να είναι η περίπτωση που να αφορά ζήτημα ορθού υπολογισμού του ύψους, θέμα το οποίο θα μπορούσε να εγερθεί κατά την εκτέλεση. Στρεφόμενος στην υπό κρίση αίτηση παρατηρώ ότι μέσα από την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει γιατί οι Καθ' ων η αίτηση δεν δικαιούνται στη λήψη μέτρων με σκοπό την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους. Κανένα στοιχείο εκτίθεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση που να φανερώνει γιατί οι Καθ' ων η αίτηση δεν δικαιούνται να εισπράξουν το λαβείν τους εκτελώντας τη δικαστική απόφαση. Μέσα από την εν λόγω ένορκη δήλωση κανένα γεγονός δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να δικαιολογεί ακύρωση του επίμαχου διατάγματος. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να επισημάνω ότι στην γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας επικαλείται αδικαιολόγητη αδράνεια στη λήψη μέτρου εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης καθώς επίσης προβάλλεται η θέση ότι από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης κανένα μέτρο εκτέλεσης λήφθηκε (βλέπε παράγραφο 19, σελίδα 6 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας). Αυτός είναι ένας ισχυρισμός που προβάλλεται για πρώτη φορά στο στάδιο της αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας χωρίς να προκύπτει από μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Με γνώμονα τη γνωστή νομική αρχή ότι οι αγορεύσεις δεν είναι τρόπος ή μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A
(2000)1A Α.Α.Δ. 447) η εν λόγω αναφορά της συνηγόρου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Παράλληλα δεν συμμερίζομαι την άποψη της Αιτήτριας ότι η μη επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης συνιστά παραβίαση των προνοιών της Διαταγής 48 Κανονισμού 13. Ουσιαστικά εδώ δεν είναι η περίπτωση όπου εκδόθηκε ένα διάταγμα που απευθύνεται στην Αιτήτρια δημιουργώντας ένα τετελεσμένο γεγονός ή μια νέα κατάσταση πραγμάτων, αλλά είναι παροχή άδειας στους Καθ' ων η αίτηση να συνεχίσουν τη λήψη μέτρων προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εξασφάλισαν προς όφελος τους και μετά την λήξη της περιόδου των 10 ετών που είναι η διάρκεια ισχύος της εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Η χρήση της λέξης 'διατάγματος' στο λεκτικό του δικαστικού εγγράφου δεν έχει τη συνήθη έννοια και σημασία ενός διατάγματος. Σ' αυτό συνηγορεί το λεκτικό της Διαταγής 40 Κανονισμό 8 όπου υπάρχει πρόνοια για παροχή άδειας και όχι έκδοσης διατάγματος. Συνεπώς η επίκληση του πιο πάνω κανονισμού δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Εφαρμόζοντας το ίδιο σκεπτικό ούτε η Διαταγή 48 Κανονισμός 12 έχει οποιοδήποτε έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται στη βάση της Δ.48 Κ.8
(4)χωρίς έτσι οι Κ.12 και 13 της Δ.48 να τυγχάνουν εφαρμογής. Ως αίτηση τέτοιας φύσεως θα έπρεπε η Αιτήτρια να είχε αντικρύσει την υπό κρίση αίτηση παραθέτοντας σχετικά στοιχεία και δεδομένα που να δικαιολογούν ακυρότητα του επίμαχου διατάγματος. Παρόλο ότι η Αιτήτρια φαίνεται να περιλαμβάνει τη Δ.48 στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, εντούτοις κανένα στοιχείο και γεγονός εκθέτει που να δικαιολογεί την παρούσα αίτηση. Στα πλαίσια προσκόμισης τέτοιων στοιχείων στη βάση της Δ.48 Κ.8
(4)η Αιτήτρια μπορούσε να ερευνήσει το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης και να αντλήσει από αυτό στοιχεία και όχι λανθασμένα να επικαλείται ότι το Δικαστήριο είχε τέτοια υποχρέωση. Έχω επίσης μελετήσει με προσοχή τις πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες ευγενικά με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας. Με κάθε σεβασμό προς το πρόσωπο της, εκτός από το ότι δεν είναι δεσμευτικές ή καθοδηγητικές για το παρόν Δικαστήριο, τα αντικείμενα εξέτασης τους για τα οποία εκδόθηκαν σχετικά διατάγματα δεν σχετίζονται καθόλου με το υπό εκδίκαση ζήτημα στην παρούσα αίτηση όπου απλά δόθηκε άδεια για συνέχιση της κατάστασης περί εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Συνεπώς οι αναφερόμενες υποθέσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων δεν βοηθούν την εκδοχή της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια κανένας από τους πυλώνες της επιχειρηματολογίας της Αιτήτριας ευσταθεί. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε επιτυχία τον δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγο ένστασης των Καθ' ων η αίτηση. Η προδιαγραφόμενη κατάληξη του σημείου (Α) της αίτησης συμπαρασύρει σε αποτυχία και το σημείο (Β) αυτής. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 1 και 2-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον της Εναγομένης-Αιτήτριας. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Αίτηση Παραμερισμού Άδειας για εκτέλεση δικαστικής απόφασης/Διάταξη 40 Κανονισμός 8 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο