CONTRIVEN LIMITED ν. EVANS DEVELOPMENTS LIMITED (HE 178877) υπό διαχείριση με διορισμένο τον Κρις Ιακωβίδη Διαχειριστή Παραλήπτη κ.α., Αρ. αγωγής: 714/2016, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A214 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 714/2016 Μεταξύ: CONTRIVEN LIMITED (HE 247501) Ενάγοντες και
- EVANS DEVELOPMENTS LIMITED (HE 178877) υπό διαχείριση με διορισμένο τον Κρις Ιακωβίδη Διαχειριστή Παραλήπτη.
- Κρις Ιακωβίδης, εκ Λευκωσίας
- Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ Λευκωσίας
- Νίκος Νικολάου ως εκκαθαριστής της Salitro Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερ.: 07/10/
- Για τον Εναγόμενο αρ. 4 - Αιτητή : κ. Ν. Νικήτα για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ' ής η Αίτηση: κα Κόλιαρου για Λ. Λουκαϊδου - Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος αρ. 4 - Αιτητής, με την παρούσα αίτηση, εξαιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 11/05/
- Διαζευκτικά, ζητά τη διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης του κ. Διόφαντου Χ΄΄Μιτσή που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 11/05/2016, ως αναφέρονται στο αιτητικό υπό στοιχείο Β της αίτησης καθότι δεν αποτελούν γεγονότα αλλά νομικούς ισχυρισμούς και/ή ονόματα και/ή αποσπάσματα αποφάσεων. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν τα πιο πάνω αιτήματα φαίνονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 4 - αιτητή ημερομηνίας 07/06/
- Ουσιαστικά αυτός επικαλείται συγκεκριμένη συμφωνία διαχείρισης / management agreement ημερομηνίας 03/06/2009 που συνάφθηκε μεταξύ καθ' ων η αίτηση και αιτητών και η οποία περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας. Ισχυρίζεται ότι περιλαμβάνεται σε αυτή όρος για υποβολή οποιασδήποτε αμφισβήτησης (dispute) ή διαφοράς (difference) σε διαιτησία. Όπως προκύπτει, αναφέρει, από την αγωγή της ενάγουσας η απαίτηση της εδράζεται στην εν λόγω συμφωνία διαχείρισης και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί και η διαφορά να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Είναι η θέση του επίσης ότι η αίτηση γίνεται έγκαιρα και μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και χωρίς να ληφθεί οποιοδήποτε άλλο διάβημα καθώς επίσης αναφέρει ότι οι αιτητές είναι πρόθυμοι να πράξουν οτιδήποτε είναι αναγκαίο από την πλευρά τους για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Όσον αφορά τη διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων ή μερών της ένορκης δήλωσης του κ. Διόφαντου Χ΄΄Μιτσή ημερομηνίας 11/05/2016, είναι η θέση του ότι σε αυτές περιλαμβάνονται παραπλανητικά δύο αποσπάσματα αποφάσεων που δεν αποτελούν γεγονότα για τα οποία επιτρέπεται η παράθεση τους στην ένορκη δήλωση. Η ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση, με την ένσταση της η οποία καταχωρήθηκε στις 08/07/2016 παραθέτει 20 λόγους, ως εμφαίνονται σε αυτή, για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του διευθυντή της ενάγουσας, κ. Διόφαντου Χ΄΄Μιτσή. Θα γίνει αναφορά κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης στους λόγους ένστασης εφόσον κρίθεί απαραίτητο καθότι κάποιοι από αυτούς είναι αλληλένδετοι. Για καλύτερη αντίληψη της αίτησης, θα πρέπει να γίνει αναφορά στην αγωγή και στην Αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 11/05/2016 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Με την αγωγή την οποία οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 11/05/2016 εναντίον όλων των εναγομένων με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνουν από το Δικαστήριο διάφορες αναγνωριστικές δηλώσεις σε σχέση με την παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 και σε σχέση με τη συμφωνία ενοικίασης και διαχείρισης ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ εναγόντων και της εταιρείας Salitro στην οποία είναι εκκαθαριστής ο εναγόμενος αρ. 4 και ότι αυτές βρίσκονται σε ισχύ. Επίσης, αξιώνουν διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται όλοι οι εναγόμενοι να μην επεμβαίνουν και/ή να παύσουν να επεμβαίνουν σε συγκεκριμένο ακίνητο επί του οποίου βρίσκεται το ξενοδοχείο Pafiana Heights καθώς επίσης και γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και ιδιοποίηση περιουσίας. Περαιτέρω, αξιώνουν αποζημιώσεις για υλικές ζημιές και ζημιές στη φήμη και πελατεία των εναγόντων, αποζημιώσεις λόγω απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνομωσίας και/ή διαζευκτικά λόγω αμέλειας καθώς επίσης και αποζημιώσεις λόγω παράβασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας, άσκησης επαγγέλματος και του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι. Την ίδια ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να εμποδίζονται όλοι οι εναγόμενοι να επεμβαίνουν στο ξενοδοχείο Pafiana Heights και/ή να παύσουν να επεμβαίνουν. Κατά το στάδιο εξέτασης της πιο πάνω αίτησης από το Δικαστήριο, εμφανίστηκε συνήγορος εκ μέρους της εναγομένης 3 και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η συνήγορος των εναγόντων, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της αυτό, συμφώνησε και παράλληλα δεν επέμεινε στην έκδοση μονομερώς των αιτουμένων διαταγμάτων ούτε εναντίον και των υπόλοιπων εναγομένων. Ως εκ τούτου, διατάχθηκε να επιδοθεί και σε αυτούς η αίτηση εκείνη. Ακολούθως και αφού έλαβαν γνώση για την αίτηση όλοι οι εναγόμενοι, εμφανίστηκαν, ζήτησαν χρόνο και εν τέλει καταχώρησαν ένσταση. Πέραν των ενστάσεων καταχωρήθηκαν και σωρεία άλλων αιτήσεων που σχετίζονται με ζητήματα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα της αίτησης και για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες, οι οποίες εκκρεμούν καθότι με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μερών δόθηκε προτεραιότητα στην υπό κρίση αίτηση ένεκα των αιτούμενων διαταγμάτων της που επηρεάζουν και την περαιτέρω πορεία, τόσο της αίτησης όσο και της αγωγής ολόκληρης. Συνοπτικά τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και περιέχονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή τους που την συνοδεύει έχουν ως ακολούθως: Το ξενοδοχείο Pafiana Heights το οποίο βρίσκεται στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 6512, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/12, Τεμάχιο αρ. 138, Άγιοι Πέντε στο χωριό Κονιά, είναι ιδιοκτησία της εταιρείας EVANS DEVELOPMENTS LTD. Είναι οι θέση των εναγόντων ότι αυτοί των κατέχουν και το διαχειρίζονται από το έτος 2009 και αναφέρεται ο τρόπος που αυτό περιήλθε στην κατοχή και διαχείριση τους. Είναι η θέση τους ότι κατά τις 03/06/2009 δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου η πιο πάνω ιδιοκτήτρια ενοικίασε το ξενοδοχείο στην εταιρεία Salitro Ltd για 25 χρόνια. Η τελευταία δεν θα είχε δικαίωμα εκχώρησης, υπενοικίασης ή μεταφορά οποιουδήποτε δικαιώματος με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο χωρίς τη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας. Επειδή η Salitro όμως θα παραχωρούσε τη διαχείριση του ξενοδοχείου στους ενάγοντες, υπεγράφη στις 03/06/2009 συμφωνία ενοικίασης μεταξύ εναγόντων και της EVANS DEVELOPMENTS LTD, ιδιοκτήτριας για 25 χρόνια και συμφωνία διαχείρισης μεταξύ εναγόντων και της Salitro Ltd. Ο εναγόμενος αρ. 1 έχει διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας της Evans Development Ltd από την εναγομένη αρ.3 δυνάμει ομολόγου Επιβάρυνσης ημερομηνίας 10/05/2011 και με διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς διατασσόταν όπως ο έλεγχος και η κατοχή του ξενοδοχείου περιέλθει στην κατοχή του. Τελικά, το διάταγμα αυτό ακυρώθηκε καθότι η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε αποσύρθηκε. Προκύπτει επίσης, ότι την 01ην/08/2014 εκδόθηκε απόφαση στην Αγ. Αρ. 342/14 Ε.Δ.Πάφου προς όφελος της εναγομένης αρ.3 και εναντίον του ενόρκως δηλούντα, των εναγόντων και της Salitro Ltd. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η απόφαση αυτή εξεδόθη δόλια και με απάτη από την επειδή τους έπεισαν να αποδεχθούν την εν λόγω απόφαση καθώς επίσης και αυτήν που εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. 1192/2014 με σκοπό να ανασταλεί ο διορισμός του Παραλήπτη / Διαχειριστή, κάτι που παρέλειψαν να πράξουν. Για την απόφαση στην Αγ. Αρ. 342/14 εκκρεμεί αγωγή των εναγόντων η οποία καταχωρήθηκε στις 09/03/2016 για ακύρωση της. Οι εναγόμενοι αρ. 3, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, στις 09/05/2016 ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι έχει διοριστεί Παραλήπτης / Διαχειριστής της περιουσίας της Evans Development Ltd ο Κρίς Ιακωβίδης από τις 12/04/2016 ενώ η εταιρεία Salitro Ltd τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση και διορίστηκε εκκαθαριστής της ο κ. Νίκος Νικολάου, εναγόμενος αρ.
- Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στις συμφωνίες ημερομηνίας 03/06/2009 ισχυρίζονται ότι κατέχουν και διαχειρίζονται νόμιμα το ξενοδοχείο και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν σε αυτό και να της στερούν την κατοχή και διαχείριση. Στις 10/05/2016, όπως αναφέρεται, οι εναγόμενοι μετέβηκαν στο ξενοδοχείο για να λάβουν κατοχή και διαχείριση του ξενοδοχείου και άλλαξαν τις κλειδωνιές. Μετά από αυτό, το απόγευμα της ιδίας μέρας ο κ. Νικολάου τους απέστειλε μια επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με την οποία τους ενημερώνει ότι τερματίζει τη συμφωνία διαχείρισης ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ αυτών και της Salitro Ltd χωρίς να δίδει οποιαδήποτε δικαιολογία. Είναι η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι παράνομα επενέβηκαν και ανέλαβαν τη διαχείριση του εν λόγω ξενοδοχείου στερώντας την από τους ενάγοντες και αξιώνουν τα συγκεκριμένα διατάγματα στην αίτηση τους καθώς επίσης και τις διάφορες θεραπείες που επιζητούν με την αγωγή τους. Όπως προαναφέρθηκε οι εναγόμενοι καταχώρησαν ενστάσεις στην πιο πάνω αίτηση στις οποίες εκθέτουν τη δικής τους εκδοχή που σχετίζεται και με την εγκυρότητα και γνησιότητα της συμφωνίας διαχείρισης και ενοικίασης ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ εναγόντων και της Salitro. Δεν χρειάζεται για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ στο περιεχόμενο των εν λόγω ενστάσεων. Αναφέρθηκα στα πιο πάνω γεγονότα, περιληπτικά, για να γίνει αντιληπτό το υπόβαθρο επί του οποίου γίνεται η παρούσα αίτηση αλλά και οι βάσεις αγωγής των εναγόντων και οι θεραπείες τις οποίες επιζητούν με την παρούσα αγωγή. Mε την υπό κρίση αίτηση, ο εναγόμενος αρ. 4 - αιτητής αξιώνει διάταγμα για αναστολή της παρούσας αγωγής και της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας βασιζόμενος στη συμφωνία διαχείρισης / management agreement ημερομηνίας 03/06/2009 η οποία, όπως αναφέρει, ο ενόρκως δηλών βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου κατατεθειμένη ως τεκμήριο 22 επί της ένορκης ομολογίας που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 11/05/2016 καθώς επίσης και ως τεκμήριο 2 στην ένορκη του ομολογία που συνοδεύει την ένσταση του στην πιο πάνω αίτηση, ημερομηνίας 07/06/
- Συγκεκριμένα, εδράζει το αίτημα του στον όρο 6.1 της εν λόγω συμφωνίας διαχείρισης, στον οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Το θέμα διέπεται από το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, που προνοεί ότι αν συμβαλλόμενος σε γραπτή συμφωνία για παραπομπή διαφορών σε διαιτησία αρχίζει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον οιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους, αναφορικά με οιονδήποτε θέμα έχει συμφωνηθεί να παραπέμπεται σε διαιτησία, οιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προ της καταχώρησης οποιουδήποτε δικογράφου ή πριν από τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία, να αποταθεί για αναστολή της διαδικασίας και το δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ικανοποιητικός λόγος γιατί το θέμα δεν θα έπρεπε να παραπεμφθεί σύμφωνα με τη συμφωνία σε διαιτησία και ότι ο αιτητής, κατά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ήταν και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας, μπορεί να εκδόσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v.
- Στέλιου Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1374). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας σε μια συμφωνία, δεν είναι αρκετό στοιχείο για να διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας. Μια τέτοια ρήτρα δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, αλλά παρέχει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγρ. 645-646). Σημαντικό στοιχείο και κριτήριο για να ανασταλεί μια διαδικασία και να παραπεφθεί σε διαιτησία λόγω ύπαρξης σχετικής ρήτρας είναι αυτή (η ρήτρα) να αφορά διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Στην OTEROM LTD v. Κυριάκου Ζ. Χριστοδουλίδη
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1081 λέχθηκε ότι το γεγονός ότι οι πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας καλύπτουν «οποιαδήποτε διαφορά», δεν εξυπακούει κατ' ανάγκη ότι οποιαδήποτε αξίωση, έστω και αν αυτή πηγάζει από τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, συνιστά και «διαφορά» η οποία καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Όπως έχει αναφερθεί για να υπάρχει «διαφορά» αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη, ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων. Χαρακτηριστικό είναι τα κάτωθι απόσπασμα από την Tradax v. Gueensea Marine Co
(1986)1 C.L.R. 559, σελ. 562-563: « Α dispute presupposes disagreement about the facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law...The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the arbitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto.» (βλ. επίσης Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.α.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1069 και Yiola Skaliotou v. Christoforos Pelekanos
(1976)1 C.L.R. 256). Πέραν των πιο πάνω, παραπέμπω στην Heyman v. Darwins Ltd
(1942)1 ALL E.R. 337 όπου έχει επεξηγηθεί ο τρόπος εξέτασης ενός τέτοιου αιτήματος. Συγκεκριμένα έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Where proceedings at law are instituted by one of the parties to a contract containing an arbitration clause and the other party, founding on the clause, applies for a stay, the first thing to be ascertained is the precise nature of the dispute which was arisen. The next question is whether the dispute is one which falls within the terms of the arbitration clause. Then sometimes the question is raised whether the arbitration clause is still effective or whether something has happened to render it no longer operative. Finally, the nature of the dispute being ascertained, it having been held to fall within the terms of the arbitration. Eπιπρόσθετα, σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας να γίνεται πριν από την διενέργεια οποιονδήποτε νέων διαβημάτων στην διαδικασία. Στην Vector Onega A.G. v. Tου Πλοίου M/V Grivas κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία όταν ο εναγόμενος αφήσει τη αγωγή να προχωρήσει. Τέλος, να αναφερθεί ότι εφόσον πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία εφαρμόζεται εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της. Η στοιχειοθέτηση και απόδειξη των λόγων αυτών βαραίνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο λόγοι συναρτώνται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. BALKANCARIMPEX FTO v. LEASCO LTD
(1994)1 Α.Α.Δ. 815). Οι αιτητές στην παρούσα περίπτωση ζητούν την αναστολή της διαδικασίας βασιζόμενοι στον όρο 6.1 της συμφωνίας διαχείρισης ημερομηνίας 03/06/2009 ο οποίος έχει ως ακολούθως: «Any dispute or difference arising out of this agreement shall be referred to the decision of a single arbitrator to be agreed between the parties hereto or in default of agreement to be appointed on the application of either party by the President for the time being of the Cyprus Hoteliers Association.» H συμφωνία ημερομηνίας 03/06/2009 η οποία περιλαμβάνει τον πιο πάνω όρο αφορά τη διαχείριση του εν λόγω ξενοδοχείου από τους ενάγοντες για λογαριασμό της εταιρείας Salitro, η οποία όπως προκύπτει βρίσκεται υπό εκκαθάριση και την εκπροσωπεί ο εναγόμενος αρ. 4 και καθορίζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκάστου συμβαλλομένου μέρους στα πλαίσια της εν λόγω διαχείρισης. Η βάση της αγωγής των εναγόντων όμως στην παρούσα περίπτωση αφορά στην ουσία παράνομη επέμβαση, τόσο του εναγομένου αρ.4 υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Salitro Ltd όσο και των υπόλοιπων εναγομένων, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και/ή αμέλεια καθώς επίσης και παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Οι ενάγοντες, όπως προκύπτει, ισχυρίζονται ότι όλοι οι εναγόμενοι έλαβαν την κατοχή και διαχείριση του εν λόγω ξενοδοχείου δια της βίας. Για να αποδείξουν ότι αυτοί κατέχουν και διαχειρίζονται νόμιμα το εν λόγω ξενοδοχείου βασίζονται τόσο στη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 03/06/2009 όσο και στη συμφωνία διαχείρισης ημερομηνίας επίσης 03/06/2009 στην οποία περιλαμβάνεται και ο επίμαχος όρος διαιτησίας και ζητούν δηλωτικές και/ή αναγνωριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι παράβηκαν αυτές τις συμφωνίες. Οι βάσεις αγωγής των εναγόντων όπως προκύπτουν από τα πιο πάνω αλλά και από το κλητήριο ένταλμα και τα γεγονότα που παρατίθενται για σκοπούς υποστηρίξεως της αίτησης τους ημερομηνίας 11/05/2016 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεν θεωρώ ότι καλύπτονται από την ρήτρα διαιτησίας που περιλαμβάνεται στη συμφωνία διαχείρισης ημερομηνίας 03/06/
- Η παρούσα διαδικασία δεν αφορά «διαφορά» η οποία προκύπτει από τη συμφωνία διαχείρισης, ούτε διαφορά που συμφωνήθηκε ότι θα παραπεφθεί σε διαιτησία. Δεν είναι διαφορά μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία διαχείρισης που σχετίζεται αποκλειστικά με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα τους όπως καθορίζονται σε αυτή. Διότι αυτή ήταν η πρόθεση και η εμβέλεια της εν λόγω ρήτρας εξ' ου και αναφέρεται ότι σε περίπτωση που δεν καταλήξουν στο διορισμό ενός διαιτητή, τότε αυτός θα διορίζεται από τον Πρόεδρο του Συνδέσμου Ξενοδόχων Κύπρου. Εδώ η αγωγή δεν προκύπτει από διαφορά αναγόμενη στη διαχείριση του ξενοδοχείου και επιπλέον στρέφεται εναντίον ακόμη τριών άλλων εναγομένων οι οποίοι κατ' ισχυρισμό στέρησαν την κατοχή του ξενοδοχείου από τους ενάγοντες, οι οποίοι ενάγοντες, επικαλούμενοι τόσο τη σύμβαση ενοικίασης όσο και τη σύμβαση διαχείρισης το κατείχαν νόμιμα. Το ότι ενδεχομένως η διαφορά να προέκυψε έχοντας ως γενεσιουργό αιτία ή μια από αυτές την μη τήρηση των όρων της συμφωνίας διαχείρισης με την έννοια πάντα ότι αυτή τερματίστηκε, κατά τους ενάγοντες παράνομα, δεν σημαίνει ότι συνιστά διαφορά που εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας. Στην Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.α. (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Η ρήτρα διαιτησίας, εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίνουν οι όροι της και όχι άλλη περισσότερη. Στην προκειμένη περίπτωση η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει «any dispute», δηλαδή «οποιαδήποτε διαφορά», και δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και dispute ή διαφορά ούτε, ...ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά «dispute»». Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι τα αγώγιμα δικαιώματα της ενάγουσας δεν αφορούν διαφορά που συμφωνήθηκε ότι θα παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ως εκ τούτου, οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με τη μη απόδειξη από τους αιτητές ότι η εν λόγω ρήτρα δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί και δεν σχετίζεται με τα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων, ευσταθούν. Εν όψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης για το ζήτημα αυτό και ουσιαστικά το ότι οι αιτητές έχουν προβεί σε νέα διαβήματα στη διαδικασία και ένεκα τούτου εμποδίζονται να ζητούν την αναστολή της διαδικασίας. Επιγραμματικά όμως, να αναφερθεί ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι εναγόμενοι - αιτητές προχώρησαν με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 11/05/2016 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων κάτι το οποίο και έπραξαν. Στην εν λόγω ένσταση παραθέτουν σειρά λόγων που θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, μεταξύ άλλων και λόγους που αφορούν την ακυρότητα της και ότι αυτή είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα των εναγόντων. Δεν παραγνωρίζω ότι στην εν λόγω ένσταση αναφέρονται και στην ύπαρξη της εν λόγω ρήτρας διαιτησίας και ότι θα προβούν σε καταχώρηση σχετικής αίτησης για αναστολή της διαδικασίας, αλλά θεωρώ ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά τους και την καταχώρηση της εν λόγω ένστασης, έχουν προβεί σε νέο διάβημα στην διαδικασία που τους εμποδίζει να αιτούνται την αναστολή της διαδικασίας. Από τη μια αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου λόγω της ρήτρας διαιτησίας και από την άλλη αμφισβητούν την ουσία του αιτήματος με την ένσταση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη όμως και να μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτοί δεν έχουν λάβει νέο διάβημα στην αγωγή, το σημαντικό είναι ότι οι βάσεις αγωγής των εναγόντων δεν ανάγονται σε διαφορά που εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας. Όσον αφορά το δεύτερο και διαζευκτικό αίτημα των αιτητών, με το οποίο ζητούν τη διαγραφή από την ένορκη δήλωση του κ. Χ΄΄Μιτσή που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 11/05/2016 των παραγράφων 23 και 28(γ) ή συγκεκριμένο μέρος αυτών, η θέση είναι ότι σε αυτές περιλαμβάνονται αναφορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και/ή αποσπάσματα αυτών τα οποία είναι παραπλανητικά κατά παράβαση της Δ.39, Θ.1,2 και
- Στην παράγραφο 23 της ένορκης ομολογίας ημερομηνίας 11/05/2016, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όπως τον συμβουλεύει η δικηγόρος του ο διορισμός του κ. Ιακωβίδη ως Διαχειριστή / Παραλήπτη της εναγομένης 1 και του κ. Νικολάου ως εκκαθαριστή της εναγομένης 4 δεν αποτελούσε νόμιμο έρεισμα για την παράνομη είσοδο στο ξενοδοχείο. Συνεχίζοντας, αναφέρεται σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση των οποίων τον συμβούλεψε ότι χρειαζόταν η δικαστική παρέμβαση για κάτι τέτοιο. Ακολούθως, παραθέτει απόσπασμα από κάθε μια από τις πιο πάνω αποφάσεις. Στην δε παράγραφο 28(γ) αναφέρεται στην αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, από ότι τον συμβουλεύει η δικηγόρος του, η οποία τον παραπέμπει σε συγκεκριμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την οποία κατονομάζει. Η Δ.39 προνοεί για τον τρόπο σύνταξης και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Η Δ.39, Θ.2 έχει ως ακολούθως: «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of extracts from documents, shall be paid by the party filling the same.» Η Δ.39, Θ.18 αναφέρει ότι «The Court or a Judge may order to be struck out from any affidavit any matter which is scandalous and irrelevant.» Tο μέρος της παραγράφου 23 και 28(γ) στο οποίο γίνεται αναφορά σε νομολογία και παρατίθενται συγκεκριμένα αποσπάσματα αυτής, θεωρώ ότι αυτά αποτελούν επιχειρήματα για να καταδειχθεί το ορθό της νομικής θέσης του ενόρκως δηλούντα ότι οι εναγόμενοι παράνομα επενέβησαν στο εν λόγω ξενοδοχείο. Δεν είναι γεγονότα τα οποία πρέπει να περιέχονται σε μια ένορκη δήλωση αλλά επιχειρήματα για υποστήριξη μιας νομικής θέσης που εκφράζεται από τον ενόρκως δηλούντα και ως τέτοια δεν έχουν θέση σε μια ένορκη δήλωση η οποία θα πρέπει να περιορίζεται στην παράθεση γεγονότων. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο τα πιο πάνω, θα πρέπει να διαγραφούν από την ένορκη ομολογία του ενόρκως δηλούντα. Σύμφωνα με τη Δ.39, Θ.18 το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να διαγράψει ζητήματα από μια ένορκη δήλωση τα οποία όχι μόνο πρέπει να είναι άσχετα αλλά και σκανδαλώδεις. Στο The Annual Practice 1958, 1, p.924 κάτω από το τίτλο «Scandal, Relevancy.» αναφέρονται τα ακόλουθα: «- Αn affidavit must be pertinent and material and may be ordered to be taken off the file if scandalous and irrelevant matter is inserted (..........) or the scandalous matter may be expunged (............). The Court will only strike out matter that is both scandalous and irrelevant, or is otherwise oppressive (per Buckley, L.J., Re Jessop, [1910] W.N. 128, a case in which the C.A. refused to strike out extracts from letters marked "without prejudice"). Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για περιορισμένες αναφορές σε μέρος αυτών των δύο παραγράφων. Πρόκειται για νομική επιχειρηματολογία για τα συγκεκριμένα ζητήματα. Τα νομικά αυτά ζητήματα είναι θέματα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο και δεν είναι ζητήματα που αφορούν γεγονότα τα οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λάβει ή όχι υπόψη του το Δικαστήριο. Η θέση που προβάλλεται από τους αιτητές για υποστήριξη του αιτήματος τους είναι ότι τα αποσπάσματα από τη συγκεκριμένη νομολογία είναι παραπλανητικά. Ακόμη και έτσι να είναι διερωτώμαι πως αυτό μπορεί να τους επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο. Στο τέλος της ημέρας τα νομικά ζητήματα θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο και οι συνήγοροι θα έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν και αυτοί τη νομική τους επιχειρηματολογία. Στην Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας της Κύπρου, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ. 10349, Ημερ. 22/01/2001 στην οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει όμως να πρώτα να διαλυθεί μια παρανόηση που αφορά την ένορκο δήλωση που συνόδευσε την αίτηση παραπομπής. Περιέχει ισχυρισμό ότι την υπόθεση διέπει ο ν. 101/
- Η πρόταση αυτή είναι καθαρά νομικού περιεχομένου και είναι τόπος κοινότατος ότι δεν είχε θέση σε τέτοια δήλωση. Το ότι δεν έτυχε καμίας άρνησης στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την ένσταση δεν έχει καμία σημασία. Η. Δ.39, Θ.2 δεν επεκτείνει το αντικείμενο τω ενόρκων δηλώσεων και στα νομικά ζητήματα. Κριτής τούτων είναι μόνο το δικαστήριο.» Επομένως, αν και άσχετες οι εν λόγω αναφορές δεν διακρίνω οτιδήποτε το σκανδαλώδες ή το καταπιεστικό προς την πλευρά των αιτητών έτσι ώστε να κρινόταν απαραίτητο να διατάξω τη διαγραφή του. Ούτε προβάλλουν ένα τέτοιο επιχείρημα. Ούτε προκύπτει ότι θα πρέπει να απαντήσουν σε αυτές τις αναφορές και θα υποστούν έξοδα και ταλαιπωρία. Άλλωστε με την ένσταση τους στην εν λόγω αίτηση το μόνο που αναφέρουν στην ένορκη ομολογία που τη συνοδεύει, είναι ότι οι θέσεις αυτές είναι ανυπόστατες και ανεδαφικές και συγκεκριμένα στην παράγραφο 26 της ένορκης του δήλωσης αναφέρεται όχι για τις θέσεις των παραγράφων 23 και 28(γ) αλλά γενικότερα για τις παραγράφους 20-
- Το μόνο που ισχυρίζονται είναι ότι οι αναφορές αυτές δεν συνάδουν με τον τρόπο σύνταξης μιας ένορκης δήλωσης και ότι οι αναφορές είναι παραπλανητικές. Εν όψει της φύσης και της έκτασης της παρατυπίας και του γεγονότος ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα επηρεασμού των αιτητών, δεν διακρίνω οποιοδήποτε λόγο να διατάξω της διαγραφή τους από την ένορκη ομολογία του ενόρκως δηλούντα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που ανέφερα, η αίτηση των αιτητών δεν μπορεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου, αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 4 - Αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Πρωτοκολλητής (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντιγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο