← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου, Αρ. Αίτησης - Έφεσης : 158/2016, 25/10/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου, Αρ. Αίτησης - Έφεσης : 158/2016, 25/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A230 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης : 158/2016 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ από τη Λευκωσία Αίτητρια - Εφεσείουσα και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου
  2. Α/ΦΟΙ ΠΑΠΙΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (Α.Ε. 28656)
  3. Κυριάκου Χαραλαμπίδη (Α.Τ. 507504) Καθ' ών η Αίτηση - Εφεσίβλητων -------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 21/07/2016 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22/07/
  4. Ημερ.: 25/10/
  5. Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείοντες - Αιτητές: κα Κάιζερ για κ.κ. Ομήρου & Ομήρου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εφεσίβλητο αρ. 3 - Καθ' ού η Αίτηση: κα Καρακώστα για κ.κ. Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης - Έφεσης έδωσαν οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/65 οι οποίες περιλήφθηκαν σε αυτό δυνάμει του Ν. 139(Ι)/2015 και η απόφαση του Καθ' ού η Αίτηση αρ. 1 να προβεί σε απαλλαγή των Υποθηκών με αρ. Υ2084/01, Υ2380/04 και Υ1751/07 από τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/46898, 0/46899, 0/468900 και 0/468901 του ΦΥΛ/ΣΧ. 45/25 ιδιοκτησίας της Καθ' ής η Αίτηση αρ. 2 και οι οποίες έγιναν προς όφελος των Αιτητών, με σκοπό αυτά να μεταβιβαστούν επ' ονόματι του Καθ' ού η Αίτηση αρ.
  6. Με την παρούσα Αίτηση - Έφεση ζητείται η ακύρωση της πιο πάνω απόφασης του Καθ' ού η Αίτηση αρ. 1 καθώς επίσης και Απόφαση ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ του Νόμου 9/65 όπως ενσωματώθηκαν σε αυτόν με το Ν. 139(Ι)/2015 είναι αντισυνταγματικές καθότι έρχονται σε αντίθεση και/ή παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά την καταχώρηση της πιο πάνω Άιτησης - Έφεσης, οι Αιτητές - Εφεσείοντες καταχώρησαν και μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 21/07/2016 με την οποία πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο αναστέλλεται η διαδικασία απαλλαγής και μεταβίβασης των πιο πάνω αναφερόμενων Υποθηκών και ακινήτων αντίστοιχα μέχρι εκδίκασης της αίτησης / έφεσης ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω αίτηση και το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκαν σε όλους τους καθ' ων η αίτηση. Ο Καθ' ού η Αίτηση αρ. 1 εμφανίστηκε και δήλωσε ότι δεν θα έχει ένσταση στη διατήρηση του εν λόγω διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης - Έφεσης ενώ η Καθ' ης η Αίτηση δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Ο Καθ' ού η Αίτηση επίσης εμφανίστηκε και αφού του δόθηκε χρόνος καταχώρησε ένσταση. Η ΑΙΤΗΣΗ: Η υπό κρίση αίτηση, βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4,5, και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Δ.48, Κ. 1,2, και 8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα Μέρη V, VI, VIA, VIB, στο άρθρο 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), στα άρθρα 80 και 81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (ΚΕΦ.224), στους Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στα άρθρα 23, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου των Αιτητών, ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν το αίτημα των αιτητών και επισυνάπτει σε αυτή διάφορα τεκμήρια. Συνοπτικά τα γεγονότα έχουν ως εξής: Οι Εφεσείοντες - Αιτητές παραχώρησαν τραπεζικές διευκολύνσεις προς την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 και προς εξασφάλιση και εγγύηση αυτών σύναψε τις Υποθήκες με αρ. Υ2084/01, Υ2380/04 και Υ1751/07, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως τεκμήρια 1,2 και
  7. Στις 19/01/2016 και 21/01/2016 εκδόθηκαν αποφάσεις εναντίον της Καθ' ής η Αίτηση 2 και υπέρ των Αιτητών στις αγωγές του Ε.Δ. Πάφου με αρ. 2742/10 και 2881/10 αντίστοιχα για την καταβολή οφειλομένων ποσών αλλά και διατάγματα για εκποίηση, μεταξύ άλλων, και των πιο πάνω αναφερόμενων υποθηκών. Η καθ' ής η αίτηση αρ. 2 δεν πλήρωσε οτιδήποτε και κατά τις 30/06/2016 το υπόλοιπο που οφείλει ανέρχεται στα €9,184,267.38, ποσό το οποίο εξακολουθούν οι υποθήκες να εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα για τις υποχρεώσεις της Καθ' ής η Αίτηση αρ.
  8. Επισυνάπτει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και τις καταστάσεις των διαφόρων λογαριασμών της Καθ' ης αρ. 2 ως τεκμήρια 4 -
  9. Προκύπτει επίσης από την ένορκη δήλωση, ότι δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 25/05/1989, η Καθ' ής η Αίτηση αρ. 2 πώλησε στον Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3, τέσσερα καταστήματα με διακριτικά Κ19, Κ.20, Κ.21 και Κ.22 τα οποία θα ανεγείρονταν εντός του τεμαχίου αρ. 21/2/4, ΦΥΛ/ΣΧ. XLV/25, αρ. εγγραφής 41074 στην τοποθεσίας Κόλπος Κοραλλίων. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  10. Το έγγραφο αυτό δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και έγινε αίτηση στο Δικαστήριο από τον Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3, με την οποία ζητείτο η εκπρόθεσμη κατάθεση του και στις 14/12/2015 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και στις 29/02/2016 αυτό κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Ακολούθησε αίτηση του Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 προς το Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση επ' ονόματι του των πιο πάνω ακινήτων σύμφωνα με τη νέα διαδικασία που θεσπίστηκε για τους «εγκλωβισμένους αγοραστές». Στις 29/03/2016 οι Αιτητές έλαβαν επιστολή ημερομηνίας 22/03/2016, ΤΥΠΟ «ΙΕ» από το Κτηματολόγιο με την οποία ενημερώνονταν ότι θα προχωρούσε με την μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματι του Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 τα οποία βαρύνονταν με τις πιο πάνω υποθήκες. Στις 06/05/2016, οι Αιτητές υπέβαλαν ένσταση η οποία απορρίφθηκε από τον Καθ' ού η Αίτηση αρ. 1 με επιστολή του ημερομηνίας 17/06/2016 η οποία παραλήφθηκε στις 29/06/
  11. Στην βάση των πιο πάνω γεγονότων, οι Αιτητές στηρίζουν το αίτημα τους σε δύο ενότητες. Στην πρώτη ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Καθ' ου αρ. 1 λήφθηκε παράτυπα, λανθασμένα, αδικαιολόγητα και μετά από παραπλάνηση ως προς τα πραγματικά γεγονότα ή μετά από δόλο από τον Καθ' ου η αίτηση αρ. 3 ή από τον διευθυντή των Καθ' ών η αίτηση αρ. 2 κ. Χαράλαμπο Παπίρη. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι εγείρονται υποψίες σε σχέση με την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου και τη συμπεριφορά και ενέργειες των Καθ' ών η αίτηση αρ. 2 και
  12. Ενώ αυτό φέρει ημερομηνία συνομολόγησης 25/05/1989, οι Καθ' ών η Αίτηση ουδέποτε ενημέρωσαν τους Αιτητές ότι τα αναφερόμενα ακίνητα είχαν πουληθεί στον Καθ' ού αρ.
  13. Αντίθετα, προχώρησαν στις 03/08/2001 και σύνηψαν τη Σύμβαση Υποθήκης με αρ. Υ2084/2001 με την οποία υποθήκευσαν τα ακίνητα προς όφελος των Αιτητών. Οι Αιτητές δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν για την ύπαρξη του πωλητηρίου εγγράφου αφού αυτό κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μετά πάροδο 27 χρόνων και συγκεκριμένα στις 29/02/
  14. Επίσης, αυτό χαρτοσημάνθηκε στις 04 Ιουνίου του 2008 και ενώ όπως προκύπτει από το τεκμήριο 18, εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για τα ακίνητα από το 2001, ο Καθ' ού η Αίτηση δεν ενδιαφέρθηκε ενωρίτερα να προβεί σε διαδικασίες μεταβίβασης/εγγραφής τους στο όνομα του. Αναφέρεται επίσης, ότι στις 27/09/2016 είναι ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση παραμερισμού / ακύρωσης του Διατάγματος ημερομηνίας 14/12/2015 για εκπρόθεσμη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου με αρ. ΠΩΕ 186/
  15. Στην δεύτερη ενότητα, ουσιαστικά προσβάλλεται η συνταγματικότητα του Νόμου και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ καθότι προσκρούουν με τις πρόνοιες των άρθρων 23, 26 και 28 του Συντάγματος. Ο εν λόγω Νόμος, αναφέρουν, δεν εξισορροπεί τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εμπλεκομένων με αποτέλεσμα να δίνεται ουσιαστικά το δικαίωμα στον Καθ' ού η αίτηση αρ. 1 να αγνοήσει ή παρακάμψει την ύπαρξη και εμβέλεια του δικαιώματος της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή και τον προγενέστερο τίτλο της επί των ακινήτων και να επέμβει στη συμβατική σχέση μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 2 και των Αιτητών και στο δικαίωμα του ελέγχου και της απόλαυσης των ακινήτων τα οποία έχουν υποθηκευτεί από το 2001 προς όφελος της. Αν προχωρήσει η μεταβίβαση θα δίδεται ουσιαστικά το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2 να αποποιηθούν των υποχρεώσεων και ευθυνών τους έναντι των Αιτητών , χωρίς όμως να παρέχει οποιαδήποτε θεραπεία ή αποζημίωση στους Αιτητές για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστούν. Επίσης, είναι η θέση τους ότι η μεταφορά των υποθηκών σε άλλη περιουσία, που είναι η μόνη θεραπεία που προσφέρεται από το Ν.139(Ι)/2015, καθίσταται άνευ αντικειμένου και ουσίας καθότι αυτή είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την αξία της συνολικής περιουσίας. Οι Αιτητές θα απωλέσουν τα τέσσερα ακίνητα που είναι υποθηκευμένα προς όφελος της, η αξία των οποίων ανέρχεται στα €456,200.
  16. Κατ' επέκταση η αξία της υποθηκευμένης προς όφελος των Αιτητών περιουσίας θα μειωθεί και θα ανέρχεται πλέον στα €8,412,600.00 (καταναγκαστική αξία γύρω στα €6,309,450.00) ενώ το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 ανέρχεται σήμερα περίπου στα €9,184,267.38 το οποίο με τους τόκους θα συνεχίζει να αυξάνεται με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολο μέχρι αδύνατο για την Αιτήτρια να εισπράξει το λαβείν της. Τέλος, αναφέρεται ότι αν η διαδικασία εξάλειψης των υποθηκών και η μεταβίβαση των ακινήτων προχωρήσει και ολοκληρωθεί, πιθανόν τα ακίνητα να πουληθούν / μεταβιβαστούν από τον Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 σε τρίτα πρόσωπα και να μην μπορεί να απονεμηθεί στο τέλος δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης. Παράλληλα δεν θα μπορεί να προχωρήσει με την εκποίηση των υποθηκών. Η ΕΝΣΤΑΣΗ: Με την ένσταση του ο Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 προβάλει 11 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το προσωρινό διάταγμα να ακυρωθεί, ως εμφαίνονται στο σώμα αυτής. Ουσιαστικά σε αυτούς γίνεται αναφορά στο Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/12/2015 με το οποίο διατάχθηκε η εκπρόθεσμη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο, το οποίο δεν εφεσιβλήθηκε ούτε μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ουσιαστικά η έκδοση του υπό κρίση προσωρινού διατάγματος το αναιρεί. Επίσης, υπάρχουν λόγοι που σχετίζονται με τις προϋποθέσεις για έκδοση του εν λόγω προσωρινού διατάγματος και ότι αυτές δεν πληρούνται και ότι ο Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 έχει δικαίωμα αναγνωρισμένο από το Νόμο να προβεί στην πράξη που αιτείται. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του ιδίου του Καθ' ού η Αίτηση αρ.
  17. Αυτός αναφέρει ότι στις 25/05/1989 αγόρασε τα εν λόγω τέσσερα καταστήματα από την Καθ' ής η αίτηση αρ. 2 τα οποία ολοκληρώθηκαν τον Αύγουστο του 1992 και παραδόθηκαν σε αυτόν αφού εξόφλησε πλήρως το τίμημα πώλησης. Επισυνάπτει το πωλητήριο έγγραφο με τα αρχιτεκτονικά σχέδια και απόδειξη εξόφλησης του τιμήματος ως τεκμήρια 1,2 και
  18. Απορρίπτει τις θέσεις περί υποψιών για την εγκυρότητα του πωλητηρίου και προς υποστήριξη της θέσης του επισυνάπτει τα τεκμήρια 4 - 9 τα οποία αφορούν αίτηση για αλλαγή της χρήσης των καταστημάτων ημερομηνίας 20/11/1995, βεβαίωση του Δήμου Πέγειας ημερ. 15/11/1995 ότι έχει εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια και έγκριση του ΚΟΤ για αλλαγή χρήσης, συμβάσεις ενοικίασης που υπέγραψε για τις ενοικιάσεις των καταστημάτων, αποδείξεις εισπράξεις των ενοικίων, καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών και αντίγραφο εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 23/10/1996 που εκδόθηκε προς όφελος του από συγκεκριμένους ενοικιαστές για την πληρωμή των ενοικίων. Επίσης, επισυνάπτει βεβαίωση είσπραξης οφειλομένων ενοικίων των επίδικων καταστημάτων που έγινε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4274/2010 Ε.Δ. Πάφου. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι λόγω άγνοιας δεν γνώριζε ότι για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης θα έπρεπε να καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και γι αυτό δεν κατατέθηκε εντός των προθεσμιών. Το έπραξε αυτό όταν το έμαθε από το δικηγόρο του αφού αποτάθηκε στο Δικαστήριο με τη Γεν. Αίτηση Αρ. 287/15 και εξασφάλισε σχετικό διάταγμα, αφού η Καθ' ής η Αίτηση αρ. 2 δεν έφερε ένσταση. Προχώρησε στην κατάθεση του εγγράφου και ακολουθήθηκε η διαδικασία που αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη του ομολογία που συνοδεύει την αίτηση. Αναφέρει ότι έχει δικαίωμα να προβεί στην μεταβίβαση των ακινήτων του αναγνωρισμένο από το Νόμο, ο οποίος τεκμαίρεται ως συνταγματικός. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει αυτές, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτές κατά το στάδιο αυτό. Αναφορά σε εισηγήσεις και θέσεις των μερών θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Οι Αιτητές στηρίζουν ουσιαστικά το αίτημα τους στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων Ν.14/60 και στην γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  19. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)

(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το άρθρο 32 λοιπόν, εξετάστηκε και ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 αναλύθηκαν και εξηγήθηκαν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και οι αρχές που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετικές επίσης επί του θέματος είναι οι Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Επίσης στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου.(βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Έχει νομολογηθεί ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και Re Χ΄΄Κωνσταντή [1998] 1 Α.Α.Δ. 2187). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, αναφερόμενος και σε άλλα σχετικά ζητήματα τα οποία εγείρονται με την παρούσα αίτηση. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και εξετάζοντας την αίτηση, παρατηρώ τα ακόλουθα: Οι Αιτητές με την αίτηση τους ουσιαστικά ζητούν την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 17/06/2016 η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 29/06/2016 με την οποία απορρίπτει την ένσταση τους σε σχέση με την απαλλαγή των υποθηκών Υ2084/01, Υ2380/04 και Υ1751/07 και τους πληροφορεί ότι θα προχωρήσει στην μεταβίβαση των συγκεκριμένων ακινήτων επ΄ ονόματι του Καθ' ού η αίτηση αρ.
  1. Η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε στα πλαίσια διαδικασίας μεταβίβασης ακινήτων προς αγοραστή δυνάμει σύβασης που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και τα οποία βαρύνονται με υποθήκες. Η διαδικασία αυτή θεσπίστηκε και εισήχθηκε στο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 από το Νόμο 139(Ι)/2015, άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του πιο πάνω Νόμου 9/65, οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα παραβλάπτονται από απόφαση του Διευθυντή που λαμβάνεται δυνάμει των προνοιών του Νόμου, δύναται εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως προς αυτό της εν λόγω αποφάσεως να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της Αίτησης / Έφεσης κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει καλή και συζητήσιμη υπόθεση. Προχωρώντας τώρα στην δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, θα πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο της αίτησης και όλα τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια, έχοντας υπόψη μου και το περιεχόμενο της ένστασης, για να διαφανεί κατά πόσο οι Αιτητές, αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης τους. Κατ' αρχή για να ενεργοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον πιο πάνω Νόμο, θα πρέπει να υπάρχει συμφωνία πώλησης των συγκεκριμένων ακινήτων, να έχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31/12/2014 ή δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου. Είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 25/05/1989 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 29/02/2016 δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/12/2015 το οποίο εξουσιοδοτούσε την εκπρόθεσμη κατάθεση του. Στην Αίτηση εγείρονται ισχυρισμοί ότι υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο είναι άκυρο και ότι ουσιαστικά έγινε με σκοπό να καταδολιευτούν οι Αιτητές. Επίσης, υπάρχουν ισχυρισμοί που αφορούν την εγκυρότητα λήψης του διατάγματος του Δικαστηρίου για εκπρόθεσμη καταχώρηση λόγω μη σωστής επίδοσης της Αίτησης στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα και ότι εκκρεμεί στο Δικαστήριο αίτηση παραμερισμού του εν λόγω διατάγματος. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους Αιτητές, έχοντας υπόψη μου και το περιεχόμενο της ένστασης δεν θεωρώ ότι καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αίτησης. Προβάλλονται κατά γενικό και αόριστο τρόπο ισχυρισμοί περί ακυρότητας της συμφωνίας ημερομηνίας 25/05/1989 και ότι έγινε κατόπιν δόλου αφού ουδέποτε προηγουμένως είχε αποκαλυφθεί ή περιήλθε στη γνώση των Αιτητών. Όλα αυτά όμως, θεωρώ ότι δεν είναι ζητήματα που μπορούν να εγερθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επίσης, παρατηρώ από την ένσταση και τα επισυναπτόμενα τεκμήρια ότι ο Καθ' ού η Αίτηση κατείχε και εκμεταλλευόταν και εκμεταλλεύεται τα εν λόγω πωλούμενα ακίνητα από την ημέρα ολοκλήρωσης και παράδοσης τους προς αυτόν και ότι έχει εξοφλήσει πλήρως το τίμημα για αυτά. Επομένως, η θέση που εκφράζεται ή αφήνεται να νοηθεί ότι το πωλητήριο έγγραφο ενδεχομένως να έγινε εκ των υστέρων με σκοπό να καταδολιευθούν οι Αιτητές δεν φαίνεται να έχει προοπτικές επιτυχίας, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα προβάλλονται. Ούτε, θεωρώ, μπορεί η διαδικασία που εκκρεμεί για ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 14/12/2015 που εξουσιοδότησε την εκπρόθεσμη κατάθεση του στο Κτηματολόγιο και χωρίς άλλο να καταδεικνύει ορατή πιθανότητα η απόφαση του Διευθυντή να είναι λανθασμένη ή άκυρη. Πέραν των πιο πάνω όμως, στην αίτηση εγείρονται σοβαρά ζητήματα που αφορούν την ορθότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από το Διευθυντή δυνάμει του Νόμου και εγείρονται ζητήματα συνταγματικότητας του εν λόγω Νόμου. Κατ' αρχή γίνεται αναφορά στην αίτηση και δεν αμφισβητείται με την ένσταση ότι στις 19/01/2016 και 21/01/2016 εκδόθηκαν αποφάσεις εναντίον της Καθ' ής η Αίτηση αρ. 2 στις Αγ. Αρ. 2742/10 και 2881/10 και υπέρ των Αιτητών (βλ. τεκμήρια 5 και 6) και διατάγματα εκποιήσεις των υποθηκών τις οποίες απαλλάσσει και εξαλείφει ο Διευθυντής με σκοπό να προβεί στη μεταβίβαση των τεσσάρων καταστημάτων επ' ονόματι του Καθ' ού η Αίτηση αρ.
  2. Οι εν λόγω αποφάσεις δεν έχουν εξοφληθεί και συγκεκριμένα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτών και το συνολικό ποσό που οφειλόταν κατά τις 30/06/2016 ανερχόταν στα €9.184.267,
  3. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η απόφαση του Διευθυντή παρεμποδίζει το νόμιμο δικαίωμα τους να εκτελέσουν τις δικαστικές αποφάσεις και να προχωρήσουν με την εκποίηση των αναφερόμενων υποθηκών. Το άρθρο 53
(4)του Νόμου έχει ως ακολούθως: «Ουδέν των εν τω παρόντι Νόµω διαλαµβανοµένων επηρεάζει το έγκυρον και την ισχύν οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως ή δικαστικού διατάγµατος εκδοθέντος διά την πώλησιν ενυποθήκων ακινήτων.» Στην παρούσα περίπτωση φαίνεται να υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις και διατάγματα για την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία προηγούνται της λήψης της απόφασης του Διευθυντή για απαλλαγή ή εξάλειψη των εν λόγω υποθηκών. Το γεγονός αυτό και οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου - η έννοια και εμβέλεια του θα πρέπει να κριθεί κατά την εξέτασης της κυρίως αίτησης - εγείρουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης που είναι και το μόνο το οποίο θα πρέπει να κριθεί στην παρούσα διαδικασία. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η βασική θέση που προβάλλεται από τους Αιτητές είναι ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ είναι αντισυνταγματικές καθότι προσκρούουν στο άρθρο 23, 26 και 28 του Συντάγματος. Είναι ορθή η θέση που προβάλλεται με την ένσταση και στην αγόρευση του συνηγόρου για τον Καθ' ού η Αίτηση αρ.3 ότι ένας Νόμος φέρει το τεκμήριο της Συνταγματικότητας μέχρις ότου αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματικός. Οι προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη ενός Νόμου αντισυνταγματικού επεξηγήθηκαν στην The Board for the Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R.
  1. Ο έλεγχος και η συνταγματικότητα ενός νόμου μπορεί να επιτευχθεί μέσα στο πλαίσιο των αρχών και της διαδικασίας που προβλέπουν οι κείμενοι νόμοι και κανονισμοί (βλ.
  2. Α. Efthymiou Entreprises Ltd κ.α. v.
  3. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.α.
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1596). Έχει νομολογηθεί και ξεκαθαριστεί ότι η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 144.1 του Συντάγματος για τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός Νόμου έχει ουσιαστικά καταστεί ανενεργός και ότι απόφαση επί θεμάτων συνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο Δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ. Attorney General v. Ibrahim και Χρίστος Ορφανίδης και Άλλοι v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 168). Επομένως, το Δικαστήριο τούτο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το ζήτημα που εγείρεται με την Αίτηση / Έφεση και αφορά τη συνταγματικότητα των προνοιών του Νόμου 139(Ι)/
  1. Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές ισχυρίζονται και προβάλλουν ότι υπάρχουν συμβάσεις υποθήκης τις οποίες αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό και ότι από αυτές απορρέουν δικαιώματα και ότι αυτές εξασφάλιζαν διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που παρείχαν στην Καθ' ής η Αιτηση αρ.
  2. Ισχυρίζονται ότι με την απόφαση του Διευθυντή να προβεί σε απαλλαγή των υποθηκών από τα τέσσερα καταστήματα τα οποία καλύπτουν οι εν λόγω υποθήκες επηρεάζει τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από αυτές τις συμφωνίες και ότι η Καθ' ής η αίτηση δεν έχει άλλη περιουσία για να μεταφερθούν οι υποθήκες ή αυτή που έχει είναι κατά πολύ υποθηκευμένη που δεν υπάρχει νόημα. Ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι ο συγκεκριμένος Νόμος επηρεάζει το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας των συμβάσεων. Δεν είναι ορθό στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να εμπλακεί σε λεπτομερή ανάλυση του πιο πάνω δικαιώματος σε αντιπαραβολή με το Νόμο για να κρίνει τη συνταγματικότητα του ή όχι. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η θέση αυτή να ευσταθεί. Είναι γεγονός ότι οι πρόνοιες της συγκεκριμένης νομοθεσίας παρεμβαίνουν σε υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις υποθήκης μεταξύ Αιτητών και Καθ' ής η Αίτηση αρ. 2 (vested rights) τις οποίες τα μέρη συνήψαν. Παρά την πρόνοια ότι οι Αιτητές έχουν δικαίωμα να υποδείξουν άλλη περιουσία της Καθ' ής η Αίτηση ή των αξιωματούχων και εγγυητών της για να μεταφερθεί η υποθήκη, προκύπτει ότι ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρχει μια τέτοια περιουσία, ο Διευθυντής θα προχωρήσει με την απαλλαγή της υποθήκης και ουσιαστικά να ακυρώσει και στερήσει τα όποια δικαιώματα απορρέουν από αυτή. Προκύπτει επίσης, ότι ο συγκεκριμένος Νόμος αφορά μια κατηγορία προσώπων και όχι ευρύτερα ολόκληρο το κοινό. Συγκεκριμένα αφορά και προνοεί για όσους αγόρασαν ακίνητο, έχουν εξοφλήσει το τίμημα αλλά οι πωλητές το έχουν επιβαρυμένο με υποθήκη. Αποτελεί αξίωμα ελέγχου της συνταγματικότητας ενός Νόμου ότι τα κίνητρα και η πολιτική της νομοθετικής εξουσίας στη θέσπιση ενός Νόμου δεν λαμβάνονται υπόψη και ότι το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ο Νόμος είναι συμβατός με το σύνταγμα. Παραθέτω τα κάτωθι από την The Board for the Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides (ανωτέρω): «Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution.» Δεν θεωρώ ορθό να επεκταθώ περαιτέρω καθότι αυτά είναι ζητήματα που θα εξεταστούν στην κυρίως αίτηση και τα οποία όπως προκύπτει είναι αναγκαία για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να ακυρώσει την απόφαση του Διευθυντή να προχωρήσει και να εξαλείψει τις υποθήκες που βαρύνουν τα τέσσερα καταστήματα τα οποία προτίθεται να μεταβιβάσει επ' ονόματι του Καθ' ού η Αίτηση αρ.
  3. Τα πιο πάνω που ανέφερα και τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα, καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα και όχι απλώς ένα ενδεχόμενο, ο συγκεκριμένος Νόμος να μην είναι συμβατός με το Σύνταγμα. Διευκρινίζω ότι δεν προδικάζεται οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό αλλά απλώς εξετάζεται κατά πόσο υπάρχει μια ορατή πιθανότητα αυτό να πετύχει. Με έχει απασχολήσει κατά πόσο το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας έχει δικαιοδοσία και εξουσία να εκδώσει ή να απολυτοποιήσει το ήδη εκδοθέν διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Διευθυντή να προχωρήσει με την εξάλειψη των υποθηκών και μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων προς τον Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3, εμποδίζοντας τον ουσιαστικά να εφαρμόσει το συγκεκριμένο Νόμο ο οποίος κατά τεκμήριο θεωρείται συνταγματικός. Κατ' αρχή ο ίδιος ο Διευθυντής δεν ενίσταται σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και συγκατατέθηκε σε αυτό. Επίσης, δεν πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι πρέπει άμεσα να εφαρμοστεί ο εν λόγω Νόμος, μιλώντας πάντοτε για τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά και γενικότερα. Πέραν τούτου, η διαδικασία που οι Αιτητές ακολούθησαν, αυτή της Αίτησης / Έφεσης είναι η διαδικασία που της παρέχει ο Νόμος με σκοπό να προσβάλουν την συγκεκριμένη απόφαση του Διευθυντή. Η διαδικασία αυτή αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία εν τη εννοία του ορισμού της αγωγής (βλ. Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965) και οι σχετικοί Κανονισμοί που την ρυθμίζουν δεν απαγορεύουν την παροχή οποιασδήποτε ενδιάμεσης θεραπείας και δη την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Διευθυντή (βλ. Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 και Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµησις) Κανονισµών του 1956). Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το εγειρόμενα ζητήματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αίτησης / Έφεσης τους και ως εκ τούτου πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι σε περίπτωση που ο Διευθυντής προχωρήσει με την υλοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τότε οι Αιτητές θα ζημιωθούν την αξία των τεσσάρων καταστημάτων η οποία σύμφωνα με τα όσα τίθενται ανέρχεται στα €456.200,00, τα οποία θα μεταβιβαστούν στον Καθ' ού η αίτηση αρ. 3 και ενδεχομένως ακολούθως σε άλλα τρίτα πρόσωπα μειώνοντας την αξία των υποθηκών που κατέχουν γι αυτά ανάλογα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εισπράξει το λαβείν της από την Καθ' ής η αίτηση, όπως εξηγείται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Αντικείμενο της παρούσας Αίτησης / Έφεσης είναι η ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία ακόμη να εκτελεστεί. Ο Νόμος δίδει δικαίωμα προσβολής της στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας κοινοποίησης τους προς τους Αιτητές. Από εκεί και πέρα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια ή ρύθμιση στην περίπτωση που αυτό το δικαίωμα ασκείται αναφορικά με την υλοποίηση της ή όχι. Ο Διευθυντής απορρίπτοντας την ένσταση των αιτητών, αναφέρει ότι αν οι αιτητές δεν προσκομίσουν διάταγμα του Δικαστηρίου που να του απαγορεύει, θα προχωρήσει με την υλοποίηση της απόφασης του. Σε μια τέτοια περίπτωση, θεωρώ ότι κατά μεγάλο μέρος, αν όχι στο ολόκληρο, καθιστά την παρούσα διαδικασία άνευ αντικειμένου. Σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η απόφαση του Διευθυντή, τα επίδικα ακίνητα θα έχουν ήδη μεταβιβαστεί και θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να επανεγγραφούν επ' ονόματι της Καθ' ής η αίτηση αρ. 2 και οι Αιτητές να επανακτήσουν τα δικαιώματα τους με αποτέλεσμα να υποστούν ανάλογη ζημιά και ουσιαστικά η Αίτηση τους να είναι άνευ ουσίας. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω όμως - θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι Αιτητές σε μία τέτοια περίπτωση θα έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του κράτους για τις ενέργειες και πράξεις των λειτουργών του και/ή για παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και θα μπορούν να αποζημιωθούν για τη ζημιά που θα έχουν υποστεί - το ζήτημα δεν περιορίζεται στη στενή έννοια της υλικής ζημιάς. Εδώ, εγείρεται ορατή πιθανότητα η συγκεκριμένη νομοθεσία να παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα των Αιτητών με τη διαδικασία που έχει θεσπίσει, τα οποία επαπειλούνται να παραβιαστούν. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, έχει καθήκον να λαμβάνει υπόψη του ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ανάλογα να το προστατεύει. Στην
  2. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  3. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  4. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας και κατά πόσο γενικά υπό τις παρούσες περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί ή γίνει απόλυτο το ήδη εκδοθέν διάταγμα. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, ο Καθ' ού η αίτηση αρ. 1 συναινεί στη διατήρηση της ισχύος του επίδικου διατάγματος και δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος γιατί ο ίδιος θα πρέπει να προχωρήσει με την υλοποίηση της απόφασης του. Ο δε Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 έχει αγοράσει τα επίδικα καταστήματα το 1985 και ακόμη να εγγραφούν επ΄ ονόματι του ή δεν έχει διαφανεί να ενδιαφέρθηκε να το πράξει ενώ οι ξεχωριστοί τίτλοι έχουν προ πολλού εκδοθεί. Η διατήρηση της ισχύος του επίδικου διατάγματος δεν θα του προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά ή τουλάχιστον αυτός δεν θα μπορεί να βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από ότι βρίσκεται τώρα. Κατ' αντίθεση με τους Αιτητές, οι οποίοι σε περίπτωση που επιτύχει η υπόθεση τους θα έχουν ήδη υποστεί ζημιά με την έννοια της παραβίασης των συνταγματικών τους δικαιωμάτων, πέραν από την υλική και οικονομική ζημιά που θα υποστούν. Ισοζυγίζοντας τα γεγονότα, κρίνω ότι είναι ορθότερο να διατηρηθεί σε ισχύ το επίδικο διάταγμα ωσότου εκδικασθεί η κυρίως αίτηση. Έχω, περαιτέρω, λάβει υπόψη μου και τις υπόλοιπες ενστάσεις που προβάλλονται με την ένσταση του Καθ' ού η Αίτηση αρ.3, οι οποίες όμως δεν ευσταθούν για τους λόγους που θα εξηγήσω. Ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.3 ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα καθότι αυτό θα ισοδυναμεί ουσιαστικά με απαγόρευση ή αναίρεση του διατάγματος ημερομηνίας 14/12/2015 (1ος λόγος ένστασης). Επίσης, ισχυρίζεται ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφεσιβλήθηκε και ότι αυτό έχει εκτελεστεί (2ος και 3ος λόγος ένστασης). Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Το διάταγμα ημερομηνίας 14/12/2015 αφορά την παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο για εκπρόθεσμη καταχώρηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, που σε καμία περίπτωση επηρεάζεται με την όποια απόφαση στην παρούσα υπόθεση που σχετίζεται με την απόφαση του Διευθυντή και την πρόθεση του να προχωρήσει με την εξάλειψη των υποθηκών και την μεταβίβαση των καταστημάτων. Για να είχε δικαίωμα και ευχέρεια ο Διευθυντής να προχωρήσει με την έκδοση της εν λόγω απόφασης, απαραίτητη προϋπόθεση είναι το πωλητήριο έγγραφο να ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Αυτό έγινε δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 14/12/2015, η ορθότητα του οποίου δεν ελέγχεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και αυτό θεωρείται δεδομένο. Όσον αφορά τον 4ον λόγο ένστασης και ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του εκδίδοντας το μονομερές διάταγμα «μέχρι τελικής εκδίκασης της αίτησης/έφεσης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου» καθότι αυτό δεν μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ πέραν από την ημερομηνία που αυτό ορίζεται επιστρεπτέο παρατηρώ τα εξής: Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων περιέχεται, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, στο άρθρο 32 του Ν.14/60 στο οποίο αναφέρονται και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Το δε άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος και κατά παρέκκλιση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης και της αρχής ότι καμία διαταγή του Δικαστηρίου δεν εκδίδεται πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Σε αυτή την περίπτωση το άρθρο 9
(3)του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι ένα τέτοιο διάταγμα δεν μπορεί να παραμένει σε ισχύ για χρονική διάρκεια μεγαλύτερη από αυτή που είναι αναγκαία για να επιδοθεί στο άλλο μέρος και να του παρασχεθεί η δυνατότητα να ακουστεί και ανάλογα το Δικαστήριο να αποφασίσει. Διάταγμα το οποίο προβλέπει ισχύ μακρύτερη από όση περιοριστικά ο νομοθέτης έθεσε με το εδάφιο
(3)του άρθρου 9 δεν είναι έγκυρο (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Χάρη Φεσσά
(1990)1 A.A.Δ. 704). Εδώ είναι προφανές ότι το εκδοθέν διάταγμα δεν είχε ισχύ πέραν από την αναγκαία χρονική περίοδο με σκοπό να επιδοθεί στην άλλη πλευρά και να ακουστεί έτσι ώστε να αποφασιστεί κατά πόσο θα παραμείνει σε ισχύ ή όχι. Κάθε φορά που η αίτηση και το διάταγμα ήταν ορισμένο το Δικαστήριο ανανέωνε την ισχύ του μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Το ότι σε αυτό αναφέρεται διαζευκτικά ή και συζευκτικά ότι θα ισχύει μέχρι αποπερατώσεως της έφεσης δεν καταδεικνύει ότι αυτό εκδόθηκε και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τότε ή για μεγαλύτερη χρόνο από ότι απαιτείται για να ακουστεί η άλλη πλευρά. Αυτή είναι η διαδικασία που ακολουθήθηκε, ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 3 καταχώρησε ένσταση ακούστηκε και στα πλαίσια της απόφασης αυτής το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο η ισχύς του θα παραταθεί μέχρι εκδικάσεως της εφέσεως. Παρόμοιο λεκτικό στο διάταγμα υπήρχε στην Φεσσά (ανωτέρω) όπου και ακολουθήθηκε η σωστή διαδικασία, όπως και εδώ, και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο Δικαστής δεν έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία του. Επομένως, ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το εκδοθέν διάταγμα οριστικοποιηθεί μέχρι αποπερατώσεως της παρούσας Αίτησης / Έφεσης. Ως εκ τούτου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21/07/2016 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης και της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εφεσειόντων / Αιτητών και εναντίον του Εφεσίβλητου / Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.