← Κύπρος

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1742/2015, 14/10/2016

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1742/2015, 14/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A220 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1742/2015 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED, από τον Στρόβολο, Λευκωσία Εναγόντων και

  1. ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, από τη Γεροσκήπου, Πάφος
  2. ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από τη Γεροσκήπου, Πάφος
  3. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΙΟΥΛΙΟΥ, από την Καλλέπια, Πάφος Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 23.05.16 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 14.10.16 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 1-3/Αιτητές: κα Ν. Αριστοδήμου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Μακρίδης (ο κ. Ε. Χαραλάμπους για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση οι Εναγόμενοι 1-3 (στο εξής οι 'Αιτητές') αιτούνται τα εξής:

(1)Την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές και
(2)Την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 03.12.15 εναντίον τους και ερήμην τους. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 2 Κανονισμό 2, στη Διαταγή 5 Κανονισμό 7, στη Διαταγή 5Α, στη Διαταγή 6 Κανονισμό 6, στη Διαταγή 16 Κανονισμό 9, στη Διαταγή 17 Κανονισμό 10, στη Διαταγή 26 Κανονισμό 14, στη Διαταγή 27 Κανονισμό 3, στη Διαταγή 31, στη Διαταγή 33 Κανονισμούς 1 και 5, στη Διαταγή 39, στη Διαταγή 40 Κανονισμούς 1, 7, 11 και 19, στη Διαταγή 41 Κανονισμούς 1-3, στη Διαταγή 44 Κανονισμούς 11 και 12, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-13, στη Διαταγή 57 Κανονισμό 2 και στη Διαταγή 64 Κανονισμούς 1 και 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4-9 του Κεφ.6, στα άρθρα 163, 188, 30
(2)και 30
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 372 του Κεφ.113, στους Κανονισμούς Ε.Κ.1393/2007 και Ε.Κ.44/01 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 23.05.16 του κυρίου Σοφοκλή Σοφοκλέους, Αιτητή 1, στην οποία επισυνάπτονται δύο έγγραφα ως τεκμήρια. Αυτό που ουσιαστικά καταγράφεται μέσα από την ένορκη δήλωση Σοφοκλέους είναι ότι οι Αιτητές παραδέχονται ότι έλαβαν γνώση για την ύπαρξη εναντίον τους αγωγής και ότι ανάθεσαν την υπεράσπιση τους στον δικηγόρο Κυριάκο Δημητρίου με τον οποίο στις 09.10.15 προχώρησαν σε γραπτή συμφωνία καταβάλλοντας του χρηματικό ποσό €600 υπό τη μορφή τριών τραπεζικών επιταγών €200 έκαστη. Σχετική γραπτή συμφωνία μεταξύ του Αιτητή 1 και του δικηγόρου Κυριάκου Δημητρίου καθώς επίσης αντίγραφα τριών τραπεζικών επιταγών της Alpha Bank Cyprus Ltd χωρίς να κατονομάζεται το όνομα του δικαιούχου πληρωμής και με υπογραφή σαν εκδότη τους από κάποια 'La Pro Service Limited', επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήρια 'Α' και 'Β'. Επιρρίπτοντας ευθύνη αμέλειας στον δικηγόρο των Αιτητών να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι πληροφορήθηκε για την εναντίον τους έκδοση δικαστικής απόφασης στις 19.05.15 όταν τον επισκέφθηκε στην οικία του δικαστικός επιδότης για να καταγράψει αντικείμενα που υπήρχαν εκεί. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, ευθύς ο ίδιος επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο κ. κ. Mantis & Athinodorou LLC και μετά από έρευνα που διεξήχθηκε στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης διαπιστώθηκε αμέλεια από μέρους του δικηγόρου Κυριάκου Δημητρίου να εμφανιστεί εκ μέρους τους στην υπόθεση αυτή, πράγμα που, όπως ο Αιτητής 1 είπε, του παραδέχτηκε και ο συγκεκριμένος δικηγόρος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν. Είναι ακόμη η θέση του ενόρκως δηλών ότι οι Αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση επειδή παρόλο ότι παραδέχονται την υπογραφή πιστωτικών διευκολύνσεων εντούτοις δεν συμφώνησαν σε τόκο υπερημερίας 6,75%, σε προσαύξηση επιτοκίου 3,25%, χρέωση τραπεζικών δικαιωμάτων, σε υπολογισμού τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος 360 ημερών, στοιχεία τα οποία σε συνδυασμό με παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις και υπερχρεώσεις καθιστούν, κατά τη γνώμη του Αιτητή 1, την ίδια τη συμφωνία παράνομη και άκυρη. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής 3 του είχε αναφέρει ότι δεν είχε υπογράψει έγκυρη συμφωνία εγγύησης επειδή τον είχαν διαβεβαιώσει ότι αυτό που υπέγραφε ήταν τυπικής φύσεως χωρίς υποχρέωση να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και δίχως να έχει ενημερωθεί για την ύπαρξη καθυστερημένων χρεωστικών υπολοίπων. Η αντίδραση των Εναγομένων (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση') στην υπό κρίση αίτηση εκδηλώθηκε στις 29.07.16 με την καταχώρηση ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης χωρίς όμως στο σώμα της ένστασης να καταγράφονται οποιοιδήποτε λόγοι. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στο άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), στη Διαταγή 48 Κανονισμό 4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.07.16 του κυρίου Χρήστου Χαραλάμπους, υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Συνοπτικά αυτό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι ότι οι Αιτητές ενδιαφέρθηκαν για την υπόθεση τους μετά πάροδο πέραν των 7 μηνών από την έκδοση της δικαστικής απόφασης και αφού είχε καταχωρηθεί εναντίον τους ένταλμα κατάσχεσης κινητής τους περιουσίας. Επίσης σημειώνεται ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση των Αιτητών δεν ευσταθεί, πράγμα που αποδεικνύεται από τα έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Πριν από την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών εγκατέλειψε το σημείο
(1)της αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να εξετάζεται πλέον μόνο επί της δυνατότητας παραμερισμού της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 03.12.15 που εκδόθηκε εναντίον και ερήμην των πελατών της. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο τύπος της ένστασης που καταχωρήθηκε έρχεται σε αντίθεση με αυτόν που προνοείται από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Ειδικότερα ενώ ο Κανονισμός 4
(1)της Διαταγής 48 προνοεί ρητά ότι τέτοια ειδοποίηση θα πρέπει να εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους που η ένσταση προωθείται, στην προκειμένη περίπτωση κανένας τέτοιος λόγος σημειώνεται μέσα από το σώμα της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση. Όταν το Δικαστήριο έθεσε αυτό το ζήτημα στον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση, αυτός παρέπεμψε το Δικαστήριο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, στο περιεχόμενο της οποίας όπως είπε αναφέρονται οι λόγοι επί των οποίων οι Καθ' ων η αίτηση είναι αντίθετοι με την πατούσα αίτηση. Σχετικά με το θέμα αυτό υπάρχει νομολογία. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Ταβελούδη και άλλου
(2002)1Α Α.Α.Δ. 92 τονίστηκε η ανάγκη συμμόρφωσης με τον επιτακτικό χαρακτήρα του Κανονισμού 4
(1)της Διαταγής 48 των θεσμών πολιτικής δικονομίας που απαιτεί, ανάμεσα σ' άλλα, τον καθορισμό στο σώμα της γραπτής ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Όπως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να καταλήξει ποιοι ακριβώς μπορεί να είναι οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η αίτηση πιθανολογώντας τους μέσα από αναζήτηση τους στο περιεχόμενο της ένστασης. Η εξειδικευμένη καταγραφή τους στο σώμα της ένστασης κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο έτσι που να μην επιδέχεται πιθανότητα διαφορετικής αναφοράς, αποτελεί υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση δια του συνηγόρου τους, ως συντάκτης που είναι του εν λόγω εγγράφου. Η παράλειψη αναφοράς και εξειδίκευσης των λόγων επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση και παράλληλα ο μη καθορισμός του πλαισίου αντιδικίας δεν παρέχει περιθώριο στο Δικαστήριο να αξιολογήσει το σώμα της ένστασης καθώς και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, έγγραφα τα οποία και δεν λαμβάνονται υπόψη. Ως εκ της μορφής και του τρόπου διατύπωσης των διατάξεων της Διαταγής 48
(1)
(1), η μη συμμόρφωση με τις επιτακτικές πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής δεν είναι παρατυπία που μπορεί να διορθωθεί δυνάμει της Διαταγής 64, αλλά εν πάση περιπτώσει και να θεωρηθεί ότι πρόκειται για παρατυπία, η μη λήψη οποιουδήποτε διορθωτικού μέτρου από τους Καθ' ων η αίτηση αποκλείει αυτεπάγγελτη θεραπεία ως αποτέλεσμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Διαταγής 64. Συνεπώς η κατάσταση παρέμεινε αθεράπευτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Έλληνας και άλλος v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485, Αρέστη v. Ερμογένους (Κοκονά)
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1844 και Olympia Designs (Properties) Ltd εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία Olympia A. Designs v. Unique U.K. Inc., εμπορευόμενης υπό την εμπορική επωνυμία Unique Party
(2010)1B A.A.Δ. 1395, στις οποίες και παραπέμπω. Το ότι η ένσταση δεν λαμβάνεται υπόψη δεν σημαίνει ότι αυτόματα εγκρίνεται η υπό κρίση αίτηση. Η παρούσα αίτηση θα εξεταστεί στη βάση των αρχών και παραμέτρων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν έχει να αντιμετωπίσει μία τέτοια περίπτωση, ανάλυση και επεξήγηση των οποίων παρέχεται πιο κάτω. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο νομικό υπόβαθρο που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Μια πρόχειρη ανάγνωση του καθιστά αντιληπτό ότι σχεδόν ολόκληρη η νομική βάση της αίτησης δεν σχετίζεται με το αντικείμενο εκδίκασης της. Παρόλα αυτά, από τη στιγμή που στη νομική βάση της αίτησης υπάρχει η Διαταγή 17 Κανονισμός 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που είναι ο κατ' εξοχήν θεσμός που ασχολείται με τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης συνεπικουρούμενη από αναφορά στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου καθώς και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 και 9 που παρέχουν το δικονομικό πλαίσιο τύπου, περιεχομένου και διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης, κρίνω ότι παρέχεται το κατάλληλο και συνάμα επαρκές νομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο η παρούσα αίτηση δύναται να στηριχτεί για να προωθήσει την αιτούμενη αξίωση της, χωρίς να τίθεται σε αμφιβολία η εγκυρότητα της. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, παρέχεται από τη Διάταξη 17 Κανονισμό 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (βλέπε Λουκαΐδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 10 της Διάταξης 17, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το αγγλικό O.13 r.10, σημειώνει τα εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι." Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15.01.13):
(1)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος όχι με το δέοντα και νόμιμο τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.
(2)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος με τον δέοντα και νομότυπο τρόπο, ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως ύπαρξη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές παραδέχονται ότι έλαβαν γνώση ότι εναντίον τους εγέρθηκε η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Από τον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης τον οποίο ανάτρεξα, παρατηρώ ότι η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε στις 25.09.15 και τους επιδόθηκε δεόντως στις 07.10.15 σύμφωνα με τους κανόνες επίδοσης που προνοούνται μέσα από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Συνεπώς η εξέταση της περίπτωσης αυτής εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η κυπριακή νομολογία έχει υποδείξει ότι ο αιτητής για να επιτύχει παραμερισμό δικαστικής απόφασης θα πρέπει να δείξει και να πείσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση και να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό ότι δικαιολογείται η μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και η όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να συντρέχουν. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118). Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλέπε Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13). Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων όπως στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, στη Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, στη Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Δ. Σκάρος v Π. Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Γιάννης άλλως Γιαννάκης Κουδουνάς v ΣΚΥΜΕ Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 967, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, στην Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και στην Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 227 τονίζεται πως η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία πρέπει να περιέχει τέτοια μαρτυρία και πληροφορίες ώστε να πείσει επί της ουσίας για το αίτημα που υποβάλλεται δια της αίτησης, πάντοτε στη βάση των αρχών που θεμελιώνουν το εν λόγω αίτημα, όπως αυτές έχουν διαχρονικά προσδιοριστεί μέσα από τη νομολογία. Στο δε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37 στην παράγραφο 403 της σελίδας 296 αναγράφονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής υπό τον τίτλο 'Setting aside default judgment': ". the application must be supported by an affidavit of merits, stating the facts showing that the defendant has a defence on the merits, otherwise there may not be any point in setting it aside." Η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης συνιστά κυριαρχικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλέπε Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Παρόλο ότι το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του όταν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εντούτοις, όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, το Δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως περαιτέρω τονίστηκε στην υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010 ημερ. 14.10.15, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Σχετικές είναι και οι υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457 και Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345. Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767 χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: "Ο Εναγόμενος, για να επιτύχει παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να εξηγήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και την όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης." Ανάλογη δε αντιμετώπιση υπήρξε και στην υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, στην οποία και παραπέμπω. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Θα ασχοληθώ πρώτα με το θέμα ύπαρξης εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης. Η διαπίστωση για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει σε κάποιο βαθμό αποκάλυψη θετικών γεγονότων που να καθιστούν λογικοφανή και κατ' επέκταση πειστικό το πλαίσιο υπεράσπισης του προσώπου που ζητεί τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του. Το Δικαστήριο αναζητεί κάποιου βαθμού μαρτυρικό υπόβαθρο όχι για να το αξιολογήσει και ούτε για να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης αλλά απλά και μόνο για να διαπιστώσει αν υπάρχει καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση. Προς το σκοπό αυτό έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι η υπεράσπιση των Αιτητών εστιάζεται στα εξής σημεία: Ø στη θέση ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τόκο υπερημερίας 6,75%, Ø στη θέση ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για προσαύξηση τόκου 3,25%, Ø στη θέση ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι ο τρόπος υπολογισμού τόκου θα ήταν η χρήση διαιρέτη το εμπορικό έτος με 360 ημέρες, Ø στη θέση ότι ένεκα των πιο πάνω έγιναν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις καθώς και υπερχρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμών, Ø στη θέση ότι ο Αιτητής 3 δεν υπέγραψε έγκυρη συμφωνία εγγύησης επειδή ισχυρίστηκε ότι του δόθηκαν ρητές διαβεβαιώσεις από τους Καθ' ων η αίτηση ότι τα έγγραφα που υπέγραψε ήταν 'τυπικής φύσεως' και 'δεν θα πλήρωνε κανένα ποσό', Ø στη θέση ότι δεν δόθηκε στον Αιτητή 3 ενημερωτική επιστολή με τα στοιχεία των πιστωτικών διευκολύνσεων και Ø στη θέση ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή 3 να τύχει νομικής συμβουλής. Το πρώτο ζήτημα που προβάλλουν οι Αιτητές είναι η θέση τους για παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις καθώς και υπερχρεώσεις που ισχυρίζονται ότι έγιναν στις καταστάσεις λογαριασμών. Η θέση τους αυτή προκύπτει από ισχυρισμούς ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε συμφωνία για τόκο υπερημερίας 6,75%, για προσαύξηση τόκου 3,25% και ότι ο τρόπος υπολογισμού τόκου θα ήταν η χρήση διαιρέτη το εμπορικό έτος με 360 ημέρες. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η έκθεση απαίτησης, στη βάση της οποίας, εκδόθηκε η επίμαχη δικαστική απόφαση, παρουσιάζει χρεωστικά υπόλοιπα ως αποτέλεσμα συμφωνιών δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων που οι Καθ' ων η αίτηση παρείχαν στους Αιτητές 1 και 2 με τον Αιτητή 3 να φέρει το ρόλο του εγγυητή όλων των υποχρεώσεων των Αιτητών 1 και 2 αναφορικά με τις εν λόγω συμφωνίες μέχρι ποσού €39.600 πλέον τόκους και τραπεζικά δικαιώματα. Η προβολή των πιο πάνω τοποθετήσεων των Αιτητών παραπέμπουν σε γενικές και αόριστες θέσεις υπεράσπισης. Συγκεκριμένα ο ισχυρισμός τους για παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις καθώς και για υπερχρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμών δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε αναφορά ως προς το ύψος των επικαλούμενων παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων αλλά και υπερχρεώσεων. Ουδεμία πληροφόρηση δίδεται ως προς το ποσό που αντιστοιχεί τις ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις, το ποσό που ισοδυναμεί στις ισχυριζόμενες αντισυμβατικές χρεώσεις και το ποσό που αντιστοιχεί στις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις τόσο στην κατάσταση λογαριασμού δανείου όσο και στην κατάσταση λογαριασμού πιστωτικών διευκολύνσεων είτε ξεχωριστά είτε συνολικά. Παράλληλα καμία εξήγηση δίδεται ως προς το από πού προκύπτει το στοιχείο της παρανομίας που αποδίδεται στις χρεώσεις των καταστάσεων λογαριασμών, δηλαδή αν αυτές οι ισχυριζόμενες χρεώσεις έγιναν κατά παράβαση κάποιας συγκεκριμένης νομοθεσίας ή κανονισμού. Ούτε και διευκρινίζεται αν οι ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις είναι οι ίδιες ή διαφορετικές με αυτές που χαρακτηρίζονται ως αντισυμβατικές ένεκα της θέσης των Αιτητών περί μη ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Εάν ακόμη θεωρηθεί ότι οι υπερχρεώσεις προκύπτουν από τα ζητήματα χρέωσης τόκου υπερημερίας, της προσαύξησης τόκου και του συγκεκριμένου τρόπου καθορισμού που προβλήθηκαν πιο πάνω από τους Αιτητές, ουδεμία εξήγηση δίδεται από πού πηγάζουν οι ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις και ούτε διευκρινίζεται αν οι επικαλούμενες παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις είναι οι ίδιες ή διαφορετικές με αυτές που οι Αιτητές αποκαλούν υπερχρεώσεις. Περαιτέρω είναι η θέση των Αιτητών ότι δεν έχει συμφωνηθεί τόκος υπερημερίας 6,75%. Ωστόσο, με γνώμονα ότι οι Αιτητές παραδέχονται τη συνομολόγηση και υπογραφή συμφωνιών παροχής δανείου πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των Αιτητών 1 και 2 και των Καθ' ων η αίτηση καθώς και συμφωνίας εγγύησης μεταξύ του Αιτητή 3 και των Καθ' ων η αίτηση, δεν διευκρινίζεται εάν οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει διαφορετικό ύψος τόκου υπερημερίας ή οι μεταξύ τους συμφωνίες δεν προνοούσαν καθόλου χρέωση τόκου υπερημερίας. Τα όσα ανάφερα για τον ισχυρισμό τόκου υπερημερίας ισχύουν ακριβώς και για τη θέση των Αιτητών ότι δεν έχει συμφωνηθεί προσαύξηση τόκου 3,25% χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί άλλο σχόλιο. Όσον αφορά τη θέση των Αιτητών ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι ο τρόπος υπολογισμού τόκου θα ήταν η χρήση διαιρέτη το εμπορικό έτος με 360 ημέρες, παρατηρώ ότι πέραν από αυτήν την γενική τοποθέτηση καμία πληροφόρηση παρέχεται κατά πόσο το ύψος χρέωσης τόκου θα καθοριζόταν με διαφορετικό τρόπο ή εάν δεν συμφωνήθηκε κανένας τρόπος υπολογισμού τόκου επειδή συμφωνήθηκε οι τυχόν καθυστερημένες πληρωμές να μην επιβαρύνονταν με τη χρέωση οποιουδήποτε ύψους τόκου, δηλαδή ότι θα ήταν άτοκες. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τις προβαλλόμενες θέσεις που αφορούν τον Αιτητή
  1. Όπως λέχθηκε προηγουμένως είναι θέση των Αιτητών ότι δεν υπογράφτηκε έγκυρη συμφωνία εγγύησης επειδή δόθηκαν στον Αιτητή 3 ρητές διαβεβαιώσεις από τους Καθ' ων η αίτηση ότι τα έγγραφα που υπέγραψε ήταν 'τυπικής φύσεως' και 'δεν θα πλήρωνε κανένα ποσό'. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό αδυνατώ να αντιληφθώ πως μπορεί να αποτελέσει καλόπιστο συζητήσιμο θέμα η θέση για μη έγκυρη σύμβαση εγγύησης όταν οι Αιτητές παραδέχονται ότι ο Αιτητής 3 εν γνώσει του σκοπού και της σημασίας του εγγράφου προχώρησε και το υπέγραψε. Καμία εξήγηση δίδεται ως προς το τι ακριβώς εννοείται με τη φράση το εν λόγω έγγραφο ήταν 'τυπικής φύσεως' δεδομένου του σκοπού και της σημασίας που συνομολογήθηκε το έγγραφο καθώς και καμία πληροφόρηση δίδεται που να δείχνει τι εννοείται ότι ο Αιτητής 'δεν θα πλήρωνε κανένα ποσό'. Ακόμη ουδεμία λεπτομέρεια παρέχεται που να περιγράφει το πραγματικό υπόβαθρο των ρητών διαβεβαιώσεων που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι δόθηκαν στον Αιτητή 3 από τους Καθ' ων η αίτηση σχετικά με τη σύμβαση εγγύησης. Ειδικότερα καμία πληροφορία υπάρχει ως προς το ποιος εκ μέρους και για λογαριασμό των Καθ' ων η αίτηση έδωσε τέτοιες διαβεβαιώσεις στον Αιτητή 3 αλλά και πότε, που και για ποιο λόγο ή αντάλλαγμα το έπραξε προκειμένου να εξασφαλίσει τη συναίνεση του Αιτητή
  2. Επίσης καμία αναφορά υπάρχει που να επεξηγεί με ποιο τρόπο οι Καθ' ων η αίτηση στέρησαν από τον Αιτητή 3 την ευκαιρία να τύχει νομικής συμβουλής, ως είναι η προβαλλόμενη θέση των Αιτητών. Επιπροσθέτως η μονολεκτική θέση των Αιτητών ότι δεν δόθηκε στον Αιτητή 3 ενημερωτική επιστολή με τα στοιχεία των πιστωτικών διευκολύνσεων, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε λεπτομέρεια που να την μετατρέπει λογικοφανή και κατ' επέκταση πειστική σε επίπεδο συζητήσιμου θέματος, την καθιστά άνευ αξίας για το σκοπό και σημασία της παρούσας αίτησης. Oι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών τέθηκαν με νεφελώδες και καθόλου πειστικό τρόπο και χωρίς την αναγκαία στήριξη, συνθέτοντας έτσι ένα ομιχλώδες περιεχόμενο υπεράσπισης. Δεν υπάρχει τίποτε το απτό και συγκεκριμένο. Ακόμη δεν παρατίθενται θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν εδράζεται σε σταθερό πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο θα προέκυπτε ένα πειστικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι απαιτείται απόδειξη του. Οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν νομικές θέσεις χωρίς πνοή και δίχως βαρύτητα. Τα δεδομένα αυτά δεν αναδεικνύουν στοιχείο καλόπιστης συζητήσιμης υπεράσπισης και ούτε αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση αλλά περιορίζονται στην παρουσίαση ενός γενικού και σκιώδους πλαισίου υπεράσπισης, με αποτέλεσμα το εν λόγω κριτήριο να μην ικανοποιείται. Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της παρούσας αίτησης, θα εξετάσω, εκ του περισσού θα έλεγα, κατά πόσο οι Αιτητές δικαιολογούν την μη εμφάνιση τους στη διαδικασία καθώς και την όποια τυχόν καθυστέρηση τους να αποταθούν στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Αυτό γίνεται σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρατηρώ από την ένορκη δήλωση ότι από τις 09.10.15 που ο Αιτητής 1 αναφέρει ότι εκ μέρους και για λογαριασμό όλων των Αιτητών συμφώνησε με το δικηγόρο Κυριάκο Δημητρίου να αναλάβει την υπεράσπιση τους δίδοντας του την ίδια ημέρα τρεις επιταγές συνολικού ποσού €600 ως δικηγορική αμοιβή, δύο τουλάχιστο εκ των οποίων μεταχρονολογημένες, μέχρι τις 19.05.16 που επικαλούνται ότι περιήλθαν εις γνώση τους η έκδοση δικαστικής απόφασης, οι Αιτητές δεν εκδήλωσαν κανένα ενδιαφέρον για την πορεία της υπόθεσης τους. Ουδείς από αυτούς φρόντισε να ενημερωθεί από τον τότε δικηγόρο του για την διαδικασία που θα ακολουθείτο και ούτε οποιοσδήποτε από αυτούς μερίμνησε να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης του. Ενώ γίνεται αναφορά ότι ο Αιτητής 1 ήταν αυτός που συναντήθηκε και συμφώνησε με τον δικηγόρο Κυριάκο Δημητρίου, παράλληλα γίνεται λόγος για υπογραφή διοριστηρίων εγγράφων από όλους τους Αιτητές με τον Αιτητή 1, ως ενόρκως δηλών που είναι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να αποφεύγει να διευκρινίσει πότε ακριβώς υπογράφτηκαν αυτά τα διοριστήρια έγγραφα και να παραλείπει να επισυνάψει αντίγραφα αυτών ως τεκμήριο, όπως έπραξε με την πιο πάνω συμφωνία και τις προαναφερόμενες επιταγές. Ακολούθως ουδείς από τους Αιτητές ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει το δικηγόρο του αν εφαρμόστηκαν οι οδηγίες του για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Περαιτέρω κανένας από αυτούς φρόντισε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του προκειμένου να του διαβιβάσει τις πληροφορίες που χρειάζονταν για να ετοιμαστεί η υπεράσπιση του. Στο λογικό ερώτημα πως οι Αιτητές ήταν σίγουροι για την προώθηση της υπόθεσης τους όταν ουδέποτε συναντήθηκαν με το δικηγόρο τους προκειμένου να τον εφοδιάσουν με επαρκή και κατάλληλα στοιχεία για την ετοιμασία της υπεράσπισης τους δεν υπάρχει απάντηση. Στο επιπλέον λογικό ερώτημα γιατί οι Αιτητές δεν επικοινώνησαν με το δικηγόρο τους όταν έβλεπαν πως δεν είχε μεταξύ τους διευθετηθεί συνάντηση για την σύνταξη και καταχώρηση της υπεράσπισης τους επίσης δεν υπάρχει εξήγηση. Συνοψίζοντας προκύπτει ότι ενώ η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους Αιτητές η αντίδραση τους και κατ' επέκταση το ενδιαφέρον τους για την υπόθεση ήλθε μετά από χρονικό διάστημα πέραν των 7 μηνών και τότε μόνο όταν οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε εναντίον τους εκτέλεση της απόφασης. Είναι προφανές ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του δικαστικού επιδότη στην οικία του Αιτητή 1 με σκοπό να καταγράψει αντικείμενα που βρίσκονταν εκεί στα πλαίσια εκποίησης κινητής περιουσίας στοχεύει αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Οι Αιτητές επιρρίπτουν αμέλεια στον τότε δικηγόρο τους. Όπως λέχθηκε όμως στην υπόθεση Βαρδιάνος v. Richards
(1998)1Β Α.Α.Δ. 698, η οποία παρόλο ότι αφορά επαναφορά διαδικασίας έφεσης εντούτοις το σκεπτικό της τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, ένας διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Τυχόν αποδοχή μιας τέτοιας θέσης θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων και χρονοδιαγραμμάτων, από τη συμμόρφωση των οποίων εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μπροστά στα προαναφερόμενα δεδομένα οι Αιτητές παραμένουν εκτεθειμένοι στην παροχή ικανοποιητικής και πειστικής εξήγησης για την επιλογή τους να μην λάβουν μέρος στη διαδικασία της παρούσας αγωγής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαγωγή των Αιτητών είναι ασυγχώρητα αδικαιολόγητη και τέτοια που αν επικροτηθεί θα πλήξει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Η αδιαφορία και επιπολαιότητα που οι Αιτητές επέδειξαν αγγίζουν τα όρια της περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας αλλά και έλλειψης σεβασμού στα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, θα διαβιβάσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι η πορεία της δικαστικής διαδικασίας είναι δέσμια της κρίσης των Αιτητών ως προς το χρόνο που επιλέγουν για να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και ότι όποτε το θελήσουν μπορούν να εγκλωβίσουν δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Στη βάση των προαναφερομένων δεν ικανοποιείται ούτε αυτή η προϋπόθεση. Ισοζυγίζοντας με μεγάλη προσοχή και προβληματισμό τους δύο θεμελιώδεις παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο γνωρίζει ότι το δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν είναι κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι και το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να έχουν εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρο 30.2. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))." Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3-Αιτητών 1, 2 και 3. (Υπ.) ............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Αίτηση Παραμερισμού Δικαστικής Απόφασης/ Διάταξη 17 Κανονισμός 10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.