ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ ν. Μάρθας Στεφάνου κ.α., Αρ. Αίτησης / Εφεσης: 356/11, 26/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A231 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης / Εφεσης: 356/11 Κλίμακα: €10,000 - €50,000 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 και 1987 και Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Σίμου Απαιτητών και 1) Μάρθας Στεφάνου, Λάσα 2) Παπανεόφυτου Κωνσταντίνου, Λάσα Καθ' ών η Απαίτηση Και όπως τροποποιήθηκε με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 09/04/2014 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αρ. Αίτησης / Εφεσης: 356/11 Κλίμακα: €10,000 - €50,000 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 και 1987 και Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ Απαιτητών και 1) Μάρθας Στεφάνου, Λάσα 2) Παπανεόφυτου Κωνσταντίνου, Λάσα Καθ' ών η Απαίτηση Ημερομηνία: 26/10/
- Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές / Εφεσείοντες: κ. Μ. Βασιλειάδης. Για τους Καθ' ών η Αίτηση / Εφεσίβλητους: κ. Π. Κλεοβούλου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές στην παρούσα Αίτηση / Έφεση - η οποία καταχωρήθηκε στις 17/06/2011 - Μάρθα Στεφάνου και Παπανεόφυτος Κωνσταντίνου εφεσιβάλουν την διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους στις 10/03/2011 και ζητούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της για τρεις λόγους. Ισχυρίζονται ότι υπάρχει εμφανές λάθος και/ή ελάττωμα στην Διαιτητική Απόφαση και/ή είναι ανυπόστατη και/ή δεν ελήφθη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί έγκυρη διαιτητική απόφαση. Με την Αιτιολογία αυτού του λόγου έφεσης ισχυρίζονται ότι το χρέος στο οποίο αναφέρεται η Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 10/03/2011 είχε εξοφληθεί από το Διαχειριστή της περιουσίας του Αποβιώσαντα πρωτοφειλέτη στις 06/11/2009 στην Δικηγόρο των Απαιτητών. Το χρέος αυτό οφειλόταν στην Σ.Π.Ε. Λάσας η οποία ενσωματώθηκε με την Σ.Π.Ε. Σίμου και για το οποίο είχαν ληφθεί δικαστικά μέτρα με τη Γενική Αίτηση 64/2003 Ε.Δ. Πάφου. Ενώ ο διαιτητής γνώριζε τα πιο πάνω, παράνομα και/ή δόλια επιδίκασε εναντίον των Αιτητών, ως εγγυητών, ποσό €23,669.36 σεντ πλέον τόκους προς 9% από 10/03/2011 και €73 έξοδα. Πέραν τούτου, προβάλλουν το γεγονός ότι η συμφωνία ημερομηνίας 20/03/1996 μεταξύ αιτητών και καθ' ων η αίτηση προνοούσε ότι η εγγύηση των αιτητών δεν θα υπερέβαινε το ποσό των £5,000 ενώ με τη διαιτητική απόφαση επιδικάστηκε ποσό €23,669.36 σεντ πλέον τόκους προς 9% από 10/03/2011 και έξοδα. Υπάρχουν επίσης αναφορές για παράβαση του Περί Τόκου Νόμου καθώς επίσης και ισχυρισμοί ότι οι Καθ' ών η Αίτηση δεν παγοποίησαν το λογαριασμό του πρωτοφειλέτη ο οποίος απεβίωσε το 2000 και ανάμεναν έντεκα χρόνια να λάβουν μέτρα εναντίον των εγγυητών, ενώ ο διαιτητής το γνώριζε αυτό. Περαιτέρω, επικαλούνται έλλειψη αιτιολογίας της εν λόγω απόφασης. Με το δεύτερο λόγο Έφεσης επικαλούνται κακή συμπεριφορά του διαιτητή και παράτυπη διαδικασία και ότι η διαιτητική απόφαση είναι προϊόν δόλου του Διαιτητή. Στην αιτιολογία του λόγου αυτού, επικαλούνται το γεγονός ότι ενώ ο διαιτητής διαβεβαίωσε τους Εφεσείοντες κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της διαιτησίας ότι δεν θα επιδίκαζε εναντίον τους οποιοδήποτε ποσό και δεν θα εκδιδόταν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον τους καθότι οι εφεσείοντες πρόβαλαν α) την εξόφληση του χρέους, β) τις σοβαρές παρατυπίες και παραλείψεις που υπήρχαν στο Έγγραφο της Συμφωνίας γ) ότι η εγγύηση την οποία ανέλαβαν αφορούσε το σύζυγο της εφεσείουσας αρ. 1 ο οποίος απεβίωσε το 2000, μετά την αποχώρηση τους επιδίκασε τα ποσά της διαιτητικής απόφασης. Συνεπεία της πιο πάνω διαβεβαίωσης του διαιτητή οι εφεσείοντες στερήθηκαν του δικαιώματος τους να αναπτύξουν την Υπεράσπιση τους στη Διαιτησία. Με τον τρίτο λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε από τον Διαιτητή με υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, στηριζόμενοι στα πιο πάνω που αναφέρουν. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της Αιτήτριας αρ. 1 η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτή και εκ μέρους του Αιτητή αρ.
- Σε αυτή ουσιαστικά επιβεβαιώνει τους λόγους έφεσης και την αιτιολογία αυτών. Επίσης, αναφέρει ότι η Διαιτητική Απόφαση επιδόθηκε σε αυτούς στις 27/05/
- Οι Καθ' ών η Αίτηση η Αίτηση με την ένσταση που καταχώρησαν στην τροποποιημένη Αίτηση, προβάλουν πέντε προδικαστικούς λόγους και συγκεκριμένα ότι η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη, παράτυπη και ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να εφεσιβάλουν την απόφαση, αφού κατά τη δικάσιμο δεν αμφισβήτησαν το χρέος αλλά τουναντίον το παραδέχθηκαν. Περαιτέρω, προβάλουν και έντεκα, ουσιαστικούς λόγους όπως τους αποκαλούν, ισχυριζόμενοι ότι οι ισχυρισμοί της Αίτησης ουδέποτε ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή και συγκεκριμένα ότι πλήρωσαν στη ΣΠΕ Λάσας το επικαλούμενο ποσό και ότι η εγγύηση τους περιοριζόταν μόνο στο ποσό των £5000 ή ζητήματα που σχετίζονται με τον τόκο και την παγοποίηση του λογαριασμού. Επίσης, ισχυρίζονται ότι ο Διαιτητής ουδέποτε διαβεβαίωσε τους Αιτητές ότι δεν θα εκδιδόταν απόφαση εναντίον τους και ότι ενέργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι Εφεσείοντες πλήρωσαν μέσω του δικηγόρου τους Απαιτητές μετά την έκδοση της απόφασης ήτοι στις 06/04/2011 το ποσό των €18,000 και παραμένει οφειλόμενο ποσό €8,121.
- Η τροποποιημένη ένσταση στηρίζεται από την ένορκη ομολογία της κας Γεωργίας Κούσουλου, υπαλλήλου των Καθ' ών η Αίτηση στην οποία αναφέρει ότι η διαιτητική απόφαση προς την Αιτήτρια αρ. 1 επιδόθηκε στις 26/05/2011 και συνεπώς η προθεσμία Έφεσης σύμφωνα με το Νόμο έληξε στις 16/06/2011 και συνακόλουθα η Έφεση που καταχωρήθηκε στις 17/06/2011 είναι εκπρόθεσμη. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Α, ένορκη ομολογία του επιδότη Παναγιώτη Θεοχάρους. Αναφέρει επίσης ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις της Αιτήτριας αρ. 1 στην ένορκη της δήλωση μπορεί να θεωρηθεί ότι και ο Αιτητής αρ. 2 έλαβε γνώση την πιο πάνω ημερομηνία και ότι και γι αυτό η Έφεση είναι εκπρόθεσμη. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι η διαιτητική απόφαση προς τον Αιτητή αρ. 2 επιδόθηκε στις 23/06/2011 και αυτός καμία Έφεση έχει καταχωρήσει. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Β ένορκη δήλωση επίδοσης του πιο πάνω επιδότη. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές κατά τη δικάσιμο παραδέχθηκαν το χρέος τους και δεν μπορούν να επικαλούνται με την αίτηση ένα τέτοιο λόγο έφεσης, προφανώς εννοεί την εξόφληση του χρέους, για το οποίο εκδόθηκε διαιτητική απόφαση. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές ουδέποτε ήγειραν ενώπιον του διαιτητή τον ισχυρισμό ότι λήφθηκαν δικαστικά μέτρα με την Γενική Αίτηση 64/2013, γεγονός που αναφέρει ότι οι Καθ' ών η Αίτηση αγνοούν, αφού κατά τον εν λόγω χρόνο δεν είχε γίνει ενοποίηση της Συνεργατικής Εταιρείας Σίμου με την Εταιρεία της Λάσας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι Απαιτητές δεν είχαν εξουσιοδοτήσει κανέναν δικηγόρο να εισπράξει για λογαριασμό τους αλλά ωστόσο κατόπιν της αποφάσεως πληροφορήθηκαν ότι η δικηγόρος Έλενα Ταλιώτου εισέπραξε από τους Εφεσείοντες κάποιο ποσό και στις 6 Απριλίου 2011 πλήρωσε στους Απαιτητές για λογαριασμό των Εφεσειόντων το ποσό των €18,000 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €8.121,
- Επιπρόσθετα, αρνείται τους υπόλοιπους λόγους έφεσης και ισχυρισμούς της αίτησης αναφορικά με τη σύμβαση εγγύηση, τους τόκους και την υποχρέωση παγοποίησης του λογαριασμού καθώς επίσης και ότι ο διαιτητής τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα επιδίκαζε εναντίον τους οποιοδήποτε ποσό. Εν όψει των αντικρουόμενων ισχυρισμών σε σχέση με τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση, το Δικαστήριο επέτρεψε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και την προσκόμιση περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας. Συγκεκριμένα κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν των πιο πάνω προσώπων, ο κ. Χάρης Αντωνίου, δικαστικός επιδότης και η κα Χρυσοβαλάντω Ιωάννου, δικηγόρος στο γραφείο του δικηγόρου των Αιτητών, εκ μέρους των Αιτητών και ο κ. Παναγιώτης Θεοχάρους, επίσης δικαστικός επιδότης εκ μέρους των Καθ' ών η Αίτηση. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία που προέκυψε κατά την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων καθώς επίσης και η μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων που κατάθεσαν, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί. Αναφορά στα κύρια μέρη της θα γίνει κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της. Θα προχωρήσω να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία για να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Η Μ. Εφεσειόντων αρ. 1 ήταν η ίδια η Εφεσείουσα αρ. 1 η οποία αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, έτυχε αντεξέτασης από το συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση. Η μάρτυρας αυτή μου έκανε γενικά καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μου ότι επρόκειτο για μεγάλη σε ηλικία γυναίκα και «αγράμματη» όπως η ίδια το έθεσε, η οποία δυσκολευόταν να αντιληφθεί τη διαδικασία αλλά αντεξεταζόμενη για το κατά πόσο παρουσιάστηκε στη διαδικασία της διαιτησίας και ανέφερε στο διαιτητή ότι το χρέος για την εν λόγω διαιτησία είχε εξοφληθεί παρέμεινε σταθερή και επέμενε στη θέση αυτή. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι πήγε στη διαιτησία μαζί με τον πάτερ Νεόφυτο εννοώντας τον Αιτητή αρ. 2 και έθεσαν το θέμα αυτό στον διαιτητή. Η θέση της αυτή δεν προκύπτει να αναιρείται από άλλη θετική μαρτυρία αφού όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η ενόρκως δηλούσα της ένστασης και υπάλληλος των Καθ' ών η Αίτηση δεν βρισκόταν στη διαιτησία και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τί έλαβε χώρα. Η αναφορά στην διαιτητική απόφαση ότι οι Αιτητές παρουσιάστηκαν στη διαιτησία και παραδέχθηκαν το χρέος τους, δεν είναι ικανή από μόνη της να καταρρίψει τη θέση της μάρτυρος αυτής. Δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε πρακτικά της διαιτησίας ή μαρτυρία από το διαιτητή ή από άλλο πρόσωπο που να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που να υποστηρίζει τα όσα αναφέρονται στην διαιτητική απόφαση. Επίσης, η θέση περί εξόφλησης φαίνεται να έχει βάση και να μην αποτελεί ένα αόριστο ισχυρισμό που πρόβαλε η μάρτυρας αυτή, αφού όπως θα διαφανεί κατωτέρω με το τεκμήριο 3 ο δικηγόρος και διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πρωτοφειλέτη και συζύγου της κατέβαλε το ποσό των €18,300,40 στις 6/11/09 στη δικηγόρο των καθ' ων η αίτηση, όπως ονομάζονταν τότε. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη θέση της μάρτυρος επί του σημείου αυτού και την αποδέχομαι. Δεν έχει κλονιστεί η θέση της κατά την αντεξέταση της για το ζήτημα αυτό. Η μάρτυρας ήταν κατηγορηματική ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν ότι χρωστούσαν ενώπιον του διαιτητή. Επέμενε επίσης ότι όταν ο διαιτητής πήγε για να διεξαγάγει τη διαιτησία το χρέος ήταν εξοφλημένο αφού είχαν καταβάλει προς το δικηγόρο τους που ήταν διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πρωτοφειλέτη το πιο πάνω ποσό το οποίο καταβλήθηκε στην κυρία Έλενα Ταλιώτου, δικηγόρο των Καθ' ών η Αίτηση, όπως ονομάζονταν τότε. Πέραν των πιο πάνω, παρά τη ρητή αναφορά της μάρτυρος στην ένορκη της δήλωση ότι ενόψει της προβολής του ισχυρισμού περί εξόφλησης ο διαιτητής τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε με την έκδοση απόφασης, αυτή δεν έτυχε αντεξέτασης επί του σημείου αυτού κατά την αντεξέταση της ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη θετική μαρτυρία γι αυτό το ζήτημα. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ και τη θέση της αυτή. Αναφορικά με τους λοιπούς της ισχυρισμούς περί παρατυπιών στην Συμφωνία, περιορισμένης εγγύησης και υποχρέωση των Καθ' ων η Αίτηση για παγοποίηση του λογαριασμού, αυτοί είναι γενικοί ισχυρισμοί χωρίς να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία για να μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ούτε υπάρχουν αναφορές ότι τέτοιοι ισχυρισμοί τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή. Επίσης, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η έγγραφη συμφωνία με βάση την οποία προέκυπτε η υποχρέωση των Αιτητών, γι αυτό δεν θα δώσω βαρύτητα στις εν λόγω αναφορές και ισχυρισμούς. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση ότι ενώ ο διαιτητής γνώριζε ότι το χρέος ήταν εξοφλημένο προχώρησε στη διαιτησία. Δεν παρατίθενται στην ένορκη ομολογία της Αιτήτριας αρ. 1 οποιαδήποτε στοιχεία περί τούτου, πέραν από την πιο πάνω γενική αναφορά. Ο Μ. Εφεσειόντων αρ. 2, ήταν ο δικαστικός επιδότης που επέδωσε την διαιτητική απόφαση στην Αιτήτρια αρ.
- Αναγνώρισε το έγγραφο που επισυνάπτεται στην αρχική αίτηση των Αιτητών (πριν την τροποποίηση) ως αυτό που επέδωσε στην Αιτήτρια αρ. 1 στις 27/05/2011, αντίγραφο του οποίου κατάθεσε στο Δικαστήριο και ως τεκμήριο
- Ανάφερε ότι αυτό που επέδωσε είναι η Ειδοποίηση της Απόφασης ή η Γνωστοποίηση αυτής και είναι ο ΤΥΠΟΣ αρ.
- Στο τεκμήριο 1 δεν υπάρχει η υπογραφή της Αιτήτριας αρ. 1 διότι είναι αυτό που της άφησε. Το άλλο που πρέπει να επιστρέφεται στο διαιτητή υπογράφεται και από την Αιτήτρια και ουσιαστικά η δήλωση ότι έλαβε γνωστοποίηση της απόφασης. Αυτό είναι το τεκμήριο 2 που κατάθεσε στο Δικαστήριο και είναι υπογραμμένο από την Αιτήτρια αρ.
- Η θέση του μάρτυρα αυτού ότι επέδωσε το πιο πάνω έγγραφο στην Αιτήτρια αρ. 1 δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Εκείνο το οποίο του υποβλήθηκε είναι ότι την προηγούμενη μέρα άλλος επιδότης επέδωσε τη διαιτητική απόφαση στην Αιτήτρια αρ. 1 παραπέμποντας τον στην ένορκη δήλωση του εν λόγω επιδότη που επισυνάπτεται στην ένορκη ομολογία που υποστηρίζει την ένσταση. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε ακριβώς τι έγινε. Εκείνο που ανάφερε είναι ότι αυτός επέδωσε την πιο πάνω γνωστοποίηση την οποία του έδωσε ο διαιτητής ενώ η διαιτητική απόφαση δόθηκε, από ότι γνωρίζει, στον άλλο επιδότη από τον δικηγόρο κ. Χρ. Λουκά που προφανώς ενεργούσε ως δικηγόρος του Συνεργατικού. Είπε επίσης ότι εκείνο το διάστημα τις διαιτησίες τις επέδωσαν δύο φορές. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και την εμπλοκή του στην υπόθεση, που ήταν το γεγονός ότι στις 27/05/2011 επέδωσε στην Αιτήτρια αρ. 1 την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης, την οποία του έδωσε ο διαιτητής. Θέση η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με το σημείο αυτό. Σε σχέση με τις θέσεις του ότι η διαιτητική απόφαση δόθηκε για επίδοση και σε άλλο επιδότη από το δικηγόρο των καθ' ων η αίτηση, δεν προκύπτει να προέρχεται από άμεση προσωπική του γνώση ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε αυτή επιδόθηκε. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ορθό να δώσω βαρύτητα στην πιο πάνω θέση και δεν θα δώσω. Η Μ. Εφεσειόντων αρ. 3 κατάθεσε ως δικηγόρος στο γραφείο του δικηγόρου των Αιτητών στο οποίο εργάζεται από το 2009 και έχει γνώση του φακέλου της υπόθεσης. Κατάθεσε στο Δικαστήριο εξοφλητική απόδειξη ως τεκμήριο
- Σε αυτή φαίνεται ότι η κα Ταλιώτου, δικηγόρος, εισέπραξε από τον κ. Βασιλειάδη το ποσό των €18,300.40 για πλήρη εξόφληση της Γενικής Αίτησης Αρ. 64/03 Ε.Δ.Πάφου. Η απόδειξη αυτή φέρει ημερομηνία 06/11/
- Η πληρωμή αυτή είπε, έγινε εκ μέρους του κ. Βασιλειάδη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα πρωτοφειλέτη και εκ μέρους της Αιτήτριας αρ.
- Κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 την Γενική Αίτηση Αρ. 64/03 η οποία αφορούσε την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 26/08/
- Η απόφαση αυτή αφορούσε το γραμμάτιο με αρ. 178 και ήταν για το ποσό των £6.720,45 με τόκο προς 9% ετησίως από 01/01/2002 μέχρι εξοφλήσεως και εκδόθηκε εναντίον κάποιου Μιχαήλ Σάββα ως πρωτοφειλέτη και των Αιτητών στην παρούσα Έφεση ως εγγυητών. Κατά την αντεξέταση της, αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η απόφαση στην Γεν. Αίτηση Αρ. 64/03 έχει σχέση με την παρούσα απόφαση και ότι ουσιαστικά αφορούσε άλλο χρέος. Η μάρτυρας επεξήγησε ότι είναι το ίδιο χρέος. Αρχικά η διαιτησία έγινε από τη ΣΠΕ Λάσας και είχε τον αρ. γραμματίου
- Αργότερα η ΣΠΕ Λάσας συγχωνεύθηκε με τη ΣΠΕ Σίμου και άλλαξε ο αριθμός γραμματίου γι αυτό φαίνεται στη διαιτητική απόφαση που προσβάλλεται με την παρούσα Έφεση διαφορετικός αριθμός. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής. Κατάθεσε τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει από τη μελέτη των φακέλων της υπόθεσης υπό την ιδιότητα που ανάφερε. Η απόδειξη πληρωμής δεν έτυχε αμφισβήτησης. Επίσης με την ένσταση δεν προκύπτει να προβάλλεται ισχυρισμός ότι η πληρωμή του ποσού που αναγράφεται στην εν λόγω απόδειξη - τεκμήριο 3 - αφορούσε άλλη οφειλή των Αιτητών. Αντιθέτως με το λόγο ένστασης αρ. 4 (Ουσιαστικοί Λόγοι) αναφέρεται ότι οι Εφεσείοντες πλήρωσαν μέσω του δικηγόρου τους μετά την έκδοση της απόφασης ήτοι στις 06/04/2011 το ποσό των €18,000 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €8,121.
- Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι το πιο πάνω ποσό πληρώθηκε για άλλο χρέος ή οφειλή, όπως προσπάθησε η υπεράσπιση να καταδείξει κατά την αντεξέταση της μάρτυρος. Ούτε η ενόρκως δηλούσα της ένστασης, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, κατά τη μαρτυρία της ήταν σε θέση να γνωρίζει κάτι τέτοιο ή να παραθέσει άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι υπήρχαν και άλλες οφειλές των Αιτητών, πέραν από αυτή που αφορούσε η διαιτητική απόφαση στην Γεν. Αίτηση Αρ. 64/03 και στην πορεία η υπό έφεση διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10/03/
- Ως εκ τούτου, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι. Από την αντίπερα όχθη, για λογαριασμό των Καθ' ών η Αίτηση, κατάθεσε στο Δικαστήριο ο ιδιώτης επιδότης κ. Πανίκος Θεοχάρους, Μ. Εφεσίβλητων 1 για να πει ότι επέδωσε τη διαιτητική απόφαση, Τύπο Αρ. 45 στην Αιτήτρια αρ. 1 στις 26/05/2011 ως αναφέρει στην ένορκη του ομολογία που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένσταση. Έλαβε είπε οδηγίες από το δικηγόρο του Συνεργατικού να επιδώσει τη εν λόγω διαιτητική απόφαση, κ. Χριστάκη Λουκά και του απέστειλε αντίγραφο της επίδοσης, το οποίο κατάθεσε ως τεκμήριο
- Επιχειρήθηκε κατά την αντεξέταση του να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι προέβηκε στη συγκεκριμένη επίδοση τη συγκεκριμένη μέρα. Επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι δεν υπέγραψε η Αιτήτρια αρ. 1 στη διαιτητική απόφαση κατά αντίθεση με τα όσα αναγράφει ο ίδιος στην ένορκη του ομολογία. Επίσης, στην ένορκη του ομολογία ο μήνας που αναγράφεται είναι ο Ιούνιος του 2011, ο οποίος είναι διαγραμμένος και από πάνω αναγράφεται ο μήνας Μάϊος. Πέραν των πιο πάνω, τέθηκε ενώπιον του μάρτυρα δική του ένορκη ομολογία ημερομηνίας 30/06/2011 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 7 και σχετίζεται με την επίδοση της διαιτητικής απόφασης στον Αιτητή αρ. 2 η οποία φέρεται να έλαβε χώρα στις 23/06/
- Η εν λόγω ένορκη δήλωση επίδοσης μαζί με τη διαιτητική απόφαση επισυνάπτεται και στην ένσταση των Καθ' ών η Αίτηση. Έχω λάβει υπόψη μου τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τις εξηγήσεις που έδωσε για το ζήτημα της επίδοσης της διαιτητικής απόφασης στις 26/05/2016 στην Αιτήτρια αρ. 1 και θεωρώ ότι με τα όσα ανάφερε δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να την αποδεχτεί. Υπάρχουν συγκεκριμένες αντιφάσεις στη μαρτυρία του για τον τρόπο που επέδωσε τη διαιτητική απόφαση στην Αιτήτρια και κατά πόσο υπέγραψε ή όχι ή γιατί δεν υπέγραψε, ως όφειλε να πράξει. Επίσης, δημιουργούνται ερωτηματικά γιατί να επιδοθεί η διαιτητική απόφαση σε αυτή στις 26/05/2011, το έντυπο της ένορκης ομολογίας να αναγράφει το μήνα Ιούνιο του 2011 και αυτός να διαγράφεται, να αντικαθίσταται με τον Μάϊο του 2011 ενώ η διαιτητική απόφαση για τον Αιτητή αρ. 2 να επιδίδεται ένα σχεδόν μήνα μετά, δηλαδή στις 23/06/
- Τη στιγμή μάλιστα που ο μάρτυρας αρχικά ισχυρίστηκε ότι για τον άλλο εγγυητή επέδωσε τη διαιτητική απόφαση πριν την επίδοση της προς την Αιτήτρια αρ.1 Ο μάρτυρας είπε ότι είναι απόλυτα σίγουρος ότι η επίδοση στην Αιτήτρια αρ. 1 έγινε στις 26/05/2011 διότι όταν επιδίδει ένα έγγραφο αναγράφει την ημερομηνία επίδοσης σε αυτό. Είναι γνωστό επίσης ότι στο έγγραφο που επιδίδεται, αυτός που το παραλαμβάνει υπογράφει κάτω από την ημερομηνία και αν όχι καταγράφεται στην ένορκη ομολογία γιατί δεν το έπραξε. Εδώ δεν υπάρχει υπογραφή της Αιτήτριας αρ. 1 και εξηγώντας το γεγονός αυτό είπε ότι από ότι γνωρίζει η Αιτήτρια αρ. 1 δεν υπογράφει για δικούς της λόγους. Αυτό είπε ότι το γνωρίζει διότι του το ανάφερε η ίδια και για λόγους δικούς της δεν ήθελε να υπογράψει. Η θέση όμως ότι η Αιτήτρια αρ. 1 δεν υπογράφει γενικά, καταρρίπτεται από το τεκμήριο 2, που είναι η ειδοποίηση της διαιτητικής απόφασης που της επιδόθηκε στις 27/05/2011 και αυτή την υπέγραψε. Πέραν τούτου, στην ένορκη του ομολογία επίδοσης αναγράφει ότι άφησε τη διαιτητική απόφαση στην Αιτήτρια αρ. 1 έναντι της υπογραφής της κάτι που δεν προκύπτει αλλά και που αναίρεσε κατά τη προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο λέγοντας ότι δεν συμφωνεί με αυτό και η θέση του είναι ότι δεν υπέγραψε. Πώς είναι δυνατό τότε που ήταν πιο φρέσκα τα γεγονότα στο μυαλό του να αναγράφει ότι υπέγραψε ενώ σήμερα, μετά από πάροδο τόσων χρόνων να ισχυρίζεται ότι θυμάται ότι δεν υπέγραψε διότι δεν ήθελε. Ούτε οι εξηγήσεις που έδωσε για τη διαγραφή του μήνα Ιουνίου του 2011 και την αντικατάσταση του με το μήνα Μάϊο του 2011 πείθουν, δεδομένου και της ανυπαρξίας εξήγησης για την επίδοση της απόφασης στον Αιτητή αρ. 2 στις 23/06/2011 και του γεγονότος ότι αυτός προβαίνει στην ένορκη ομολογία για την επίδοση στην Αιτήτρια αρ. 1 στις 27/06/
- Να σημειωθεί επίσης, ότι ο μάρτυρας αυτός είπε ότι επέδωσε στους άλλους εγγυητές πριν από την επίδοση στην Αιτήτρια αρ. 1 ενώ όπως διαφάνηκε αυτό έγινε μεταγενέστερα κάτι που και ο ίδιος παραδέχθηκε. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ούτε μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ότι επέδωσε τη διαιτητική απόφαση στην Αιτήτρια αρ. 1 στις 26/05/
- Υπάρχουν αντιφάσεις στα όσα ανάφερε και εγείρονται διάφορα ερωτηματικά, τουλάχιστον, για την ορθότητα της θέσης του αυτής. Απορρίπτεται στην ολότητα της η μαρτυρία του. H Μ. Εφεσίβλητων αρ. 2 ήταν η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της, έτυχε αντεξέτασης από την πλευρά των Αιτητών. Έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας της που περιλαμβάνεται, τόσο στην ένορκη της ομολογίας όσο και αυτό που προέκυψε κατά την προφορική της μαρτυρία. Εκείνο το οποίο παρατηρείται ως γενική εικόνα είναι ότι η μάρτυρας αυτή προέβηκε στην ένορκη δήλωση της ως υπάλληλος των Καθ' ών η Αίτηση χωρίς να έχει φανεί ή να προκύπτει ότι αυτή γνώριζε τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας που οδήγησαν στην έκδοση της υπό έφεσης απόφασης. Επίσης, αναφέρεται στο χρόνο επίδοσης της διαιτητικής απόφασης προς την Αιτήτρια αρ. 1 για να πει ότι αυτή έγινε στης 26/05/2011 βασιζόμενη στην ένορκη ομολογία επίδοση του ιδιώτη επιδότη, η μαρτυρία του οποίου έχει αξιολογηθεί ανωτέρω. Συγκεκριμένα, ενώ αναφέρει στην ένορκη της ομολογία ότι οι Αιτητές παραδέχθηκαν το χρέος τους στη διαιτησία και ότι ουδέποτε προέβαλαν ισχυρισμό περί εξόφλησης του κατά τη διαιτησία και ότι αγνοεί την ύπαρξη της Γεν. Αιτ. Αρ. 64/03 διότι κατά το χρόνο εκείνο δεν είχε γίνει ενοποίηση της ΣΠΕ Σίμου με τη ΣΠΕ Λάσας, κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι δεν έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα αυτά. Τα γνωρίζει λέει από πληροφορίες που έχουν (οι Καθ' ων η Αίτηση προφανώς) στην Μονάδα Ανάκτησης Χρεών και από ότι τις έχει αναφέρει ο κ. Κλεοβούλου, δικηγόρος των Καθ' ών η Αίτηση. Αναφορικά με το λογαριασμό που αναφέρεται στη διαιτητική απόφαση και κατά πόσο αυτός είναι ο ίδιος με το γραμμάτιο αρ. 178 που αφορούσε η διαιτησία που σχετίζεται με την Γεν. Αιτήση Αρ. 64/03, η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει καθότι αυτή παρέλαβε το συγκεκριμένο λογαριασμό μετά τη συγχώνευση της ΣΠΕ Σίμου με το Συνεργατικό Ελληνικό Ταμιευτήριο Πάφου. Επίσης, ανάφερε ότι ποτέ δεν ήρθε στην κατοχή της η διαιτητική απόφαση που αφορά η Γεν. Αίτηση Αρ. 64/
- Παρά το ότι σε κάποιο στάδιο κατά την αντεξέταση της άφησε να νοηθεί ότι ενδεχομένως να αφορά άλλο λογαριασμό εντούτοις η ίδια δεν γνώριζε προφανώς τί είχε γίνει και εν πάσει περιπτώσει δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία της ότι ο αποβιώσαντας Μιχαήλ Σάββα είχε άλλο λογαριασμό με εγγυητές τους Αιτητές. Είναι φανερό από τη μαρτυρία της ότι μετά τη συγχώνευση της ΣΠΕ Σίμου με τη ΣΠΕ Λάσας και ακολούθως με το Συνεργατικό Ελληνικό Ταμιευτήριο Πάφου, δεν λήφθηκαν όλα τα δεδομένα για την παρούσα υπόθεση και ότι προϋπήρχε διαιτητική απόφαση για το χρέος που αφορά η υπό έφεση διαιτητική απόφαση. Άλλωστε η ίδια η μάρτυρας στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι η κα Έλενα Ταλιώτου εισέπραξε από τους Εφεσείοντες κάποιο ποσό και στις 06/04/2011 καταβλήθηκε στους καθ' ών η αίτηση το ποσό των €18,
- κατά τη θέση. Ισχυρίζεται επίσης ότι η παρούσα διαιτητική απόφαση έχει υπόλοιπο €8.121,
- Προκύπτει δηλαδή από όλα όσα αναφέρει ότι δεν πρόκειται για διαφορετικό λογαριασμό ή δάνειο αφού το πιο πάνω ποσό που εισπράχθηκε από την εν λόγω δικηγόρο αφορούσε την Γεν. Αίτηση Αρ. 64/03 σύμφωνα με τη σχετική απόδειξη. Πέραν τούτου, η μάρτυρας δεν γνώριζε ότι από τη δικηγόρο της Συνεργατικής στην Γεν. Αίτηση Αρ. 64/03 είχε εκδοθεί εξοφλητική απόδειξη για το χρέος που αφορούσε η παρούσα διαιτητική απόφαση. Επίσης, της υποβλήθηκε η θέση ότι εναντίον της συγκεκριμένης δικηγόρου υπάρχει αγωγή από τους Καθ' ών η Αίτηση για ανάκτηση του υπολοίπου της παρούσας υπόθεσης, χωρίς η μάρτυρας να ήταν σε θέση να απαντήσει και ουσιαστικά από ότι διαφάνηκε να αποφεύγει να απαντήσει λέγοντας ότι θα πρέπει να δει το φάκελο του Ταμιευτηρίου και ότι έχουν πολλές υποθέσεις. Περαιτέρω, η μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς της στην παράγραφο 13 της ένορκης της δήλωσης και εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στη διαιτησία και ότι από ότι γνωρίζει σε όλες τις διαιτησίες που είναι παρόντες οι πελάτες ο διαιτητής δικάζει την υπόθεση και βγάζει απόφαση. Μα εδώ δεν αμφισβητείται ότι οι Αιτητές ήταν παρόντες αλλά ότι πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι εξόφλησαν και τους διαβεβαίωσε ο διαιτητής ότι δεν θα έβγαζε απόφαση. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και παρά το ότι αναφέρθηκε γενικά σε ενημέρωση που έλαβε από τον πρώην γραμματέα της ΣΠΕ Σίμου εντούτοις δεν συγκεκριμενοποίησε τι ήταν αυτή η ενημέρωση και ούτε το εν λόγω πρόσωπο κατάθεσε στο Δικαστήριο για να επεξηγεί τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη διαιτησία. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα η μάρτυρας αυτή καταγράφει στην ένορκη της δήλωση και ανάφερε στο Δικαστήριο, πέραν από αυτά που αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, της μαρτυρίας που παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 26/08/02 εκδόθηκε εναντίον των Αιτητών αρ. 1 και 2, ως εγγυητών κάποιου Μιχαήλ Σάββα, και υπέρ της Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρείας Λάσας διαιτητική απόφαση για το ποσό των £6,720.45 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 01/01/2002 μέχρι εξοφλήσεως. Με την Γενική Αίτηση Αρ. 64/03 Ε.Δ.Πάφου η οποία καταχωρήθηκε στις 02/06/2003 η πιο πάνω Συνεργατική προώθησε την εγγραφή της εν λόγω διαιτητικής απόφασης στο Δικαστήριο μέσω της δικηγόρου της κας Έλενας Ταλιώτου. Στις 06/11/2009 καταβλήθηκε από το δικηγόρο κ. Μιχάλη Βασιλειάδη ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαήλ Σάββα, συζύγου της Αιτήτριας αρ.1 και πρωτοφειλέτη, δια λογαριασμό της Αιτήτριας αρ. 1 προς την δικηγόρο κα Έλενα Ταλιώτου το ποσό των €18,300.40 προς πλήρη εξόφληση της πιο πάνω Γενικής Αίτησης και δόθηκε σχετική απόδειξη, τεκμήριο
- Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λάσας συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Σίμου και στις 10/03/2011 εκδόθηκε νέα διαιτητική απόφαση για το ίδιο πιο πάνω χρέος εναντίον των Αιτητών αρ. 1 και 2 για το ποσό των €23,669.36 με τόκο προς 9% από 10/03/2011 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Οι Αιτητές αρ. 1 και 2, ειδοποιήθηκαν και παρευρέθηκαν στην διαιτησία, δεν παραδέχθηκαν το χρέος τους και πρόβαλαν τη θέση στο διαιτητή ότι αυτό έχει εξοφληθεί. Ενώ ο διαιτητής τους διαβεβαίωσε κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ότι δεν θα προχωρούσε να επιδικάσει οποιαδήποτε ποσά εναντίον τους και να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση, μετά την αποχώρηση τους εξέδωσε την υπό έφεση διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10/03/
- Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια αρ. 1 στις 27/05/2011 και στις 17/06/2011 καταχώρησε, τόσο αυτή όσο και ο Αιτητής αρ. 2, την υπό κρίση Αίτηση / Έφεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η παρούσα Αίτηση εδράζεται στο άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και στο άρθρο 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου. Το πιο πάνω άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 έχει ως ακολούθως: «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικηµένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και µιας ηµερών
(21)από της ηµεροµηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.» Το δε άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 έχει ως ακολούθως: «Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξήχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ορθότητας μιας διαιτητικής απόφασης δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκδικάζει εν νέου την υπόθεση που παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει μια διαιτητική απόφαση μόνο για τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ.4. Στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιείας Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 23 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2).» Επομένως, το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας μια διαιτητικής απόφασης περιορίζεται στο να εξετάσει κατά πόσο συντρέχει οποιοσδήποτε από τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 20
(2)(ανωτέρω) έτσι ώστε να ακυρώσει την απόφαση. Όπως έχει νομολογηθεί βασικό ζητούμενο είναι η συμπεριφορά του διαιτητή, ο οποίος ασκεί οιονεί δικαστικό έργο και αποτελεί βασική προϋπόθεση αυτός να συμμορφώνεται του με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Δεν περιορίζεται όμως μόνο στους πιο πάνω κανόνες ο έλεγχος του διαιτητή αλλά εκτείνεται και σε ζητήματα που αφορούν τα πλαίσια της εντολής του και κατά πόσο ενέργησε εντός αυτών καθώς επίσης και την υποχρέωση του να συμμορφώνεται και με βασικές αρχές του δικαίου (βλ. Νεόφυτος Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1A A.A.Δ. 687 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 717). Πέραν των πιο πάνω, ο διαιτητής έχει υποχρέωση να αποφασίσει τη διαφορά με βάση την ενώπιον του μαρτυρία όπως αυτή έχει τεθεί από τα μέρη και το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει κατά πόσο η απόφαση του δικαιολογείτο από μια τέτοια μαρτυρία. Παράλειψη των Αιτητών όμως να παραστούν στη διαιτησία και να θέσουν ενώπιον του διαιτητή τα όποια ζητήματα ή θέσεις, τους στερούν τη δυνατότητα να προσφύγουν στο Δικαστήριο επικαλούμενοι ακυρότητα και μη ορθότητα της απόφασης του διαιτητή (βλ. Ελένη Κούλλουρου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 717). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετείται κάποιος από τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10/03/2011. Εκείνο που προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι οι Εφεσείοντες / Αιτητές παρευρέθηκαν στη διαιτητική διαδικασία και ανέφεραν στο διαιτητή ότι το χρέος για το οποίο παραπέμφθηκαν στη διαιτησία είχε εξοφληθεί. Ανεξάρτητα του κατά πόσο αυτό ευσταθούσε ή όχι, ο διαιτητής όφειλε να ακούσει τους Αιτητές και να εξετάσει το ζήτημα αυτό προτού προχωρήσει με την έκδοση της εκκαλούμενης διαιτητικής απόφασης. Αντιθέτως, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε με την έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον τους ούτε θα επιδίκαζε οποιοδήποτε ποσό και αυτοί αποχώρησαν από τη διαδικασία. Στην συνέχεια προχώρησε και εξέδωσε την υπό έφεση διαιτητική απόφαση. Η πιο πάνω συμπεριφορά ή χειρισμός της υπόθεσης από το διαιτητή είναι κακός εν τη έννοια του άρθρου 20
(2)του Κεφ.
- Ουσιαστικά ο διαιτητής στέρησε από τους Αιτητές το δικαίωμα τους να ακουστούν και να παρουσιάσουν οποιαδήποτε στοιχεία επιθυμούσαν για να αποδείξουν τη θέση τους περί εξόφλησης του χρέους. Περαιτέρω, ενώ τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε στην έκδοση οποιασδήποτε διαιτητικής απόφασης εναντίον τους, προχώρησε και το έπραξε στην απουσία τους καταγράφοντας μάλιστα στη διαιτητική απόφαση ότι οι Αιτητές παραδέχθηκαν το χρέος τους. Η πιο πάνω συμπεριφορά του διαιτητή παραβίασε τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης αφού στέρησε το δικαίωμα των Αιτητών να παρίστανται κατά τη διαιτησία και να προσκομίσουν μαρτυρία αν το επιθυμούσαν για να αποδείξουν τη θέση τους ότι το χρέος τους είχε εξοφληθεί. Η διαδικασία αυτή που ακολουθήθηκε ήταν κακή και αυτό συνιστά λόγο για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 10/03/
- Όσον αφορά το ζήτημα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της παρούσας αίτησης, το οποίο προβάλλεται με την ένσταση, δεν ευσταθεί. Η διαιτητική απόφαση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια αρ.1 στις 27/05/
- Δεν υπάρχει άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια αρ. 1 ή ο Αιτητής αρ. 2 έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης με οποιονδήποτε τρόπο προγενέστερα της πιο πάνω ημερομηνίας. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 17/06/2011, δηλαδή στην 21ην μέρα από την γνωστοποίηση της και εντός του χρονικού διαστήματος που προνοεί ο Νόμος. Επομένως, αυτή κρίνεται εμπρόθεσμη. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10/03/2011 υπόκειται σε ακύρωση λόγω κακής συμπεριφοράς του διαιτητική και κακής διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά την έκδοση της. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ζητούμενο στην παρούσα διαδικασία είναι η συμπεριφορά του διαιτητή και όχι κατά πόσο υφίστατο χρέος ή όχι. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι οι Αιτητές παρουσίασαν σχετικά στοιχεία ενώπιον του διαιτητή και αυτός τα αγνόησε ή δεν δικαιολογείτο η απόφαση του με βάση αυτά. Εκείνο που έχει προκύψει είναι ότι ενώ οι Αιτητές παρουσιάστηκαν στη διαιτησία και πρόβαλαν τον ισχυρισμό περί εξόφλησης, ο διαιτητής δεν ακολούθησε την ορθή διαδικασία, τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε με τη διαιτησία και κατά αυτό τον τρόπο τους στέρησε το δικαίωμα να ακουστούν και να υποστηρίξουν τη θέση τους, αν το επιθυμούσαν, με την προσκόμιση των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, η κατάληξη είναι ότι η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10/03/2011 θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή να παραμεριστεί και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αυτή ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται με έξοδα υπέρ των Αιτητών αρ. 1 και 2 και εναντίον των Καθ' ών η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστον Αντίγραφο (Υπ.)............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο