Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Mark Hamilton Howarth κ.α., Αρ. Αγωγής :- 168 / 2009, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A215 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 168 / 2009 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και
- Mark Hamilton Howarth
- Susan Margaret Buckle
- Papiris Bros Estates Ltd Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Παρασκευή 7η Οκτωβρίου 2016 Για την Ενάγουσα :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Για την εναγόμενη 3 :- Καμία Εμφάνιση ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Μετά και από έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στις 7/5/2009 η αγωγή ορίστηκε κατ΄ επανάληψη για ακρόαση σε σχέση με την εναγόμενη 3 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») η οποία είχε καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης εντός της οποίας ρητά έθετε ως επίδικο θέμα τη θέση της ως προς το ότι σε καμία περίπτωση δεν ανέλαβε εγγύηση πληρωμής του χρέους των εναγομένων 1 και 2 αν και δεχόταν ότι είχε παραχωρήσει την επίδικη υποθήκη.
- Στην πορεία και δίχως να αρχίσει η ακρόαση της αγωγής προέκυψε ο ορισμός της αγωγής για απόδειξη μετά και από απόσυρση των δικηγόρων της εναγομένης αλλά και παράλειψη στη συνέχεια της εναγομένης είτε να διορίσει νέους δικηγόρους είτε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο εκπρόσωπος της ο οποίος να αιτηθεί χρόνο για αυτό το σκοπό.
- Ως αποτέλεσμα η ενάγουσα αιτήθηκε χρόνο από το Δικαστήριο έτσι ώστε να προχωρήσει σε απόδειξη της αξίωσης της εναντίον της εναγομένης.
- Παρουσιάστηκε προς το σκοπό αυτό σχετική ένορκη δήλωση για απόδειξη της αγωγής. Κατά την ίδια ημερομηνία το Δικαστήριο έθεσε υπόψη της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα είχε δικαίωμα να ζητά ως θεραπεία το οφειλόμενο ποσό. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατήρησε πως η θεραπεία η οποία ζητείτο με την παράγραφο 17 (Β) 2 της έκθεσης απαίτησης προσομοίαζε με διάταγμα ειδικής εκτέλεσης δίχως όμως να τηρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Σε σχέση με αυτό το δεύτερο θέμα η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας με την αγόρευση της επιφύλαξε το δικαίωμα της ενάγουσας όπως αυτό αξιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας.
- Συνεπώς, εξετάζεται με αυτή την απόφαση το εξής ερώτημα. Κατά πόσο παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα όπως επιδικάσει στο σύνολο τους τις θεραπείες τις οποίες η ενάγουσα, με την έκθεση απαίτησης της, διεκδικεί σε σχέση με την εναγόμενη. Με ιδιαίτερη έμφαση, ως μέρος αυτής της εξέτασης, να δίδεται στη θεραπεία επιδίκασης του ποσού το οποίο ζητείται ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει του δανείου το οποίο χορηγήθηκε από την ενάγουσα στους εναγομένους 1 και 2 (στο εξής θα καλείται το «χρεωστικό υπόλοιπο»).
- Το κύριο αντικείμενο της αγωγής είναι τραπεζικό δάνειο προς τους εναγόμενους 1 και
- Σύμφωνα όμως με την έκθεση απαίτησης (παράγραφος 6) η εναγόμενη, εκτός από σύμβαση υποθήκης η οποία συμφωνήθηκε ως παράλληλη ασφάλεια προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2, υπέγραψε και σχετικό έγγραφο υποθήκης. Το οποίο έγγραφο περιέχει πρόσθετους όρους και το οποίο, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης «.αποτελεί πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση και εγγύηση για τις υποχρεώσεις των εναγομένων Νο. 1 και Νο. 2 όσο και της ίδιας προς τους ενάγοντες». Επιπλέον, αναφέρεται πως με το έγγραφο υποθήκης η εναγόμενη «.αναλάμβανε την υποχρέωση σε περίπτωση κατά την οποία καθίστατο πληρωτέο το ποσό που εξασφαλίζετο με την εν λόγω υποθήκη και οι εναγόμενοι Νο. 1 και Νο. 2 αμελούσαν και/ή αρνούνταν και/ή παρέλειπαν να το πληρώσουν, να καταβάλει τούτο εξολοκλήρου [sic] η εναγόμενη Νο. 3».
- Προφανώς εκ παραδρομής η ενάγουσα, με την ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε προς απόδειξη της αξίωσης της, ζητά την έκδοση απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 18 της έκθεσης απαίτησης. Τέτοια παράγραφος δεν υπάρχει εντός της έκθεσης απαίτησης. Η τελευταία παράγραφος της έκθεσης απαίτησης είναι η παράγραφος 17 στην οποία παρατίθενται και οι θεραπείες τις οποίες η ενάγουσα αξιώνει από όλους τους εναγομένους. Αυτή είναι και η παράγραφος στην οποία με τη γραπτή αγόρευση της αναφέρεται η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας και η οποία όντως λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης .
- Ανεξάρτητα και από τη διατύπωση της αξίωσης στην έκθεση απαίτησης σε σχέση με όλους τους εναγομένους, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως με την ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας οι θεραπείες οι οποίες ζητούνται σε σχέση με την εναγόμενη περιορίζονται στο χρεωστικό υπόλοιπο και στα διατάγματα της παραγράφου «18 Β
(1)και
(2)της Έκθεσης Απαίτησης» τα οποία, με την ορθή αρίθμηση βεβαίως της παραγράφου 17, αφορούν μόνο την εναγόμενη.
- Συγκεκριμένα σε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο η ενάγουσα θεωρεί ουσιαστικά πως η εναγόμενη ως ενυπόθηκος οφειλέτρια ταυτόχρονα ανέλαβε και ρόλο εγγυήτριας του δανείου των εναγομένων 1 και 2 αγνοώντας παράλληλα τον κύριο ουσιαστικά ρόλο της εναγομένης ως διαδίκου, δηλαδή αυτό της ενυπόθηκου οφειλέτριας. Η θέση αυτή της ενάγουσας προκύπτει με σαφήνεια από την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της.
- Είναι σε σχέση κυρίως με αυτή τη θέση που το Δικαστήριο έθεσε εκ πρώτης όψεως ερώτημα κατά πόσο, σε σχέση με την εναγόμενη, δικαιολογείται η επιδίκαση ως θεραπειών και αυτών οι οποίες έχουν σχέση με τα οφειλόμενα ποσά από τους εναγόμενους 1 και 2 προς την ενάγουσα. Δηλαδή, οι θεραπείες των υποπαραγράφων (α), (β) και (γ) της παραγράφου 17 (Α) της έκθεσης απαίτησης για το χρεωστικό υπόλοιπο συν συσσωρευμένοι τόκοι πλέον τόκοι μέχρι εξόφλησης. Βεβαίως το Δικαστήριο παράλληλα είχε και εξακολουθεί να έχει πρόθεση όπως εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση και των υπόλοιπων θεραπειών οι οποίες ζητούνται εναντίον της εναγομένης.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο ενόρκως δηλών προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης, πέραν από αναφορά της ιδιότητας με την οποία ορκίζεται και των καθηκόντων του σε σχέση με αυτή, περιορίζεται σε υιοθέτηση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης ενώ στη συνέχεια αναφέρεται και στα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης.
- Σε σχέση και με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας διευκρινίζω απλά πως το Δικαστήριο δεν θεωρεί με οποιοδήποτε τρόπο πως στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν θέματα παρόμοια με αυτά τα οποία εξετάστηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ. ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 αναφορικά με την επάρκεια της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας.
- Τονίζω και πάλι πως αυτό το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει είναι το είδος των θεραπειών την επιδίκαση των οποίων η ενάγουσα διεκδικεί σε σχέση με την εναγόμενη κυρίως δε τις θεραπείες των οφειλόμενων ποσών από τους εναγόμενους 1 και 2, δηλαδή του χρεωστικού υπολοίπου όπως αυτό συνοψίζεται στην παράγραφο 5 (α) της ένορκης δήλωσης προς απόδειξη της αγωγής.
- Εισηγείται η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας σε σχέση με τις θεραπείες για τα οφειλόμενα ποσά πως σχετικό είναι το περιεχόμενο του προοιμίου του τεκμηρίου Γ δηλαδή της "Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου" σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη ".σύναψε σύμβαση με τους Ενάγοντες ως Ενυπόθηκος Δανειστής." ενώ στη συνέχεια παραθέτει απόσπασμα από το συγκεκριμένο έγγραφο. Βεβαίως το έγγραφο αυτό δεν είναι οτιδήποτε άλλο παρά το τυποποιημένο έντυπο (όπως αναφέρεται επί αυτού, του Τύπου Ν.271) δηλαδή του Τύπου "Β" σύμφωνα και με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)όπως αυτός ίσχυε κατά την ημερομηνία υπογραφής του συγκεκριμένου εγγράφου στις 28/3/2006 και για τον οποίο υπάρχει σχετική αναφορά στο άρθρο 21
(2)του συγκεκριμένου Νόμου. Προσθέτει πως βάσει των όσων αναφέρονται εντός του συγκεκριμένου εγγράφου η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη τα οφειλόμενα ποσά.
- Σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του συγκεκριμένου Νόμου "υποθήκη" ".µετά των γραµµατικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων σηµαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, µέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηµατικού τίνος χρέους ή υποχρεώσεως" ενώ "ενυπόθηκος δανειστής" ".σηµαίνει το πρόσωπον υπέρ ου συνιστάται υποθήκη" και "ενυπόθηκος οφειλέτης" ".σηµαίνει κύριον ακινήτου συνιστώντα υποθήκην επί του τοιούτου ακινήτου".
- Αναφέρεται επίσης η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στον όρο 5[1] του "Εγγράφου Υποθήκης" το οποίο σύμφωνα και με σχετική σφραγίδα επί αυτού αποτελεί έγγραφο το οποίο περιέχει πρόσθετους όρους της υποθήκης Υ1484/
- Παραθέτει επίσης ολόκληρο τον όρο εντός της γραπτής αγόρευσης της δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φράση σύμφωνα με την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης υποχρεώνεται προσωπικά να πληρώσει όλο το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη.
- Βεβαίως το συγκεκριμένο έγγραφο θα πρέπει να ιδωθεί και τύχει ερμηνείας από το Δικαστήριο στο σύνολο του και όχι με αποσπασματική αναφορά σε οποιοδήποτε όρο αυτού. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες ενώ όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Θεολόγου κ. ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή με κριτήριο την έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο ενώ προς επίτευξη αυτού του σκοπού μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, έχοντας ως αντικείμενο της ερμηνείας πάντοτε την έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο όπως αυτή μεταδίδεται σε αυτόν για τα συμφωνηθέντα (βλ. σχετικά και την απόφαση του House of Lords, Investors Compensation Scheme v. West Bromwich Building Society [1998] 1 All ER 98 και ιδιαίτερα του Lord Hoffman στις σελίδες 114 έως 115).
- Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, με δίκαιο και αμερόληπτο τρόπο, παραθέτει τον όρο 5 στο σύνολο του εντός της γραπτής αγόρευσης της. Καθότι μετά και από τη φράση, η οποία υπογραμμίζεται εντός της γραπτής αγόρευσης, ακολουθεί περιγραφή των συνεπειών σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραλείψει να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό. Ότι δηλαδή η τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα και πως στη συνέχεια θα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης για να ξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη ή όλες ή οποιεσδήποτε από αυτές τις υποχρεώσεις.
- Επιπλέον θεωρώ πως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο όρος 4[2] του συγκεκριμένου εγγράφου αλλά και τα όσα αναφέρονται σχετικά στον όρο
- Σε αυτό το σημείο της απόφασης όμως, προτού εξεταστούν και αυτοί οι όροι, θεωρώ πως η αιτιολόγηση της απόφασης θα ήταν σαφέστερη εάν το Δικαστήριο αναφερόταν και στην υπόλοιπη επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας.
- Αναφέρεται επίσης η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας και σε μέρος του τεκμηρίου Γ, δηλαδή επιστολή ημερομηνίας 28/3/2006, από την εναγόμενη προς την ενάγουσα, επί της οποίας υπάρχουν και υπογραφές μαρτύρων. Παραθέτει η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση της και απόσπασμα από αυτό το έγγραφο, το οποίο όμως δεν εντοπίζεται εντός αυτού ενώ ακόμη και το ποσό στο οποίο αναφέρεται είναι διαφορετικό από αυτό το οποίο αναφέρεται εντός του τεκμηρίου Γ. Το απόσπασμα δηλαδή το οποίο παραθέτει εντός της γραπτής αγόρευσης της δεν εντοπίζεται εντός του κειμένου αυτής της επιστολής. Ενδεχομένως η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας να είχε υπόψη της άλλες παρόμοιες περιπτώσεις όπως και αυτή της εναγομένης. Βεβαίως αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς το Δικαστήριο βεβαίως λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιστολής ως έχει και όχι όπως αυτό επαναλαμβάνεται. Επιπλέον το νόημα των όσων όντως αναφέρονται είναι παρόμοιο με αυτό του αποσπάσματος το οποίο η ίδια παραθέτει.
- Συγκεκριμένα αυτό το οποίο αναφέρεται εντός της συγκεκριμένης επιστολής σε σχέση με την επίδικη υποθήκη είναι πως η εναγόμενη θα εγγράψει προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη ενώ ρητά δηλώνεται και αναγνωρίζεται από την εναγόμενη πως η υποθήκη «...θα εξασφαλίζει όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο σχετικό έγγραφο υποθήκης, είτε τέτοιες υποχρεώσεις είναι προσωπικές είτε κοινές με οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε παρούσες είτε μελλοντικές, είτε άμεσες είτε έμμεσες». Εισηγείται δε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας πως με αυτή την επιστολή «...γίνεται ξεκάθαρο ότι η Εναγόμενη 3 εταιρεία αποδέχεται την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών εναγομένων 1 και 2».
- Κρίνω ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί και ότι ο σκοπός του συγκεκριμένου εγγράφου δεν ήταν αυτός ο οποίος εισηγείται η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας ενώ επιπλέον το συγκεκριμένο έγγραφο δεν διαπιστώνεται να προσθέτει οτιδήποτε ιδιαίτερο στο ίδιο το έγγραφο της υποθήκης με το να επιβεβαιώνει απλά τα όσα σχετικά αναφέρονται εντός αυτού. Ως προς το δεδομένο δηλαδή της υποθήκης ως μία μορφή εξασφάλισης του επίδικου δανείου. Όπως αναφέρεται εντός της συγκεκριμένης επιστολής, μετά από το απόσπασμα το οποίο παρατίθεται πιο πάνω, άνευ βλάβης «...της γενικότητας των πιο πάνω αναγνωρίζουμε ότι οι πιο κάτω υποχρεώσεις θα εξασφαλίζονται από την προαναφερόμενη υποθήκη...» ενώ στη συνέχεια παρατίθεται πιο κάτω πίνακας με λεπτομέρειες των πρωτοφειλετών, του είδους και του ποσού της διευκόλυνσης. Επιπλέον, υπάρχει και σχετική επιφύλαξη εντός της επιστολής με την οποία διευκρινίζεται πως «...η παρούσα επιστολή ουδόλως επηρεάζει ή μειώνει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα σας και τις υποχρεώσεις μας κάτω από την προαναφερόμενη υποθήκη». Ουσιαστικά και αυτή η επιφύλαξη επισφραγίζει την έλλειψη βασιμότητας ως προς το επιχείρημα της ευπαίδευτης δικηγόρου με το οποίο καταβάλλεται μία ανεπιτυχής προσπάθεια ανάδειξης μίας ανύπαρκτης σημασίας ως προς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιστολής.
- Παρατέθηκε και επιχειρηματολογία βάσει της οποίας η εγγύηση της εναγομένης ήταν συνεχής. Διευκρινίζω όμως, σε σχέση με αυτή την επιχειρηματολογία, ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσο η εγγύηση είναι συνεχής αλλά κατά πόσο όντως υπάρχει αυτή η εγγύηση. Θέτοντας το διαφορετικά εάν το Δικαστήριο κατέληγε σε συμπέρασμα πως όντως η εναγόμενη είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 προς την ενάγουσα τότε δεν θα τιθόταν καν ως θέμα εξέτασης το ερώτημα κατά πόσο η εγγύηση αυτή είναι συνεχής ή όχι.
- Έχοντας αναφερθεί στην επιχειρηματολογία προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας στη συνέχεια θα αναφερθώ και στους υπόλοιπους όρους του "Εγγράφου Υποθήκης". Σαφώς εντός του όρου 1 αναφέρεται πως η ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει δάνεια προς τους εναγομένους 1 και 2 οι οποίοι περιγράφονται ως «ο Πρωτοφειλέτης» ενώ με τον όρο 2 αναφέρεται πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης υποθηκεύει τα κτήματα του και πως σύμφωνα με τον όρο 3 η υποθήκη θα αποτελεί «...πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του Πρωτοφειλέτη...» «και/ή» του ενυπόθηκου οφειλέτη προς την ενάγουσα. Ενώ σύμφωνα με τον όρο 4 η υποθήκη είναι εξασφάλιση επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η ενάγουσα έχει.
- Ο όρος 5 στον οποίο παρέπεμψε και η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας όντως έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με το θέμα το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση. Σημειώνεται απλά πως εάν εξεταστεί με προσοχή το περιεχόμενο του υπόλοιπου εγγράφου, με εξαίρεση του όρου 6, είναι εμφανές πως τα όσα περιγράφονται στους όρους 7 έως και 17 (ο οποίος είναι και ο τελευταίος όρος του εγγράφου) αποτελούν είτε υποχρεώσεις τις οποίες η εναγόμενη αναλαμβάνει ως η ενυπόθηκη οφειλέτρια είτε διευκρινίσεις σε σχέση με την εξασφάλιση η οποία παρέχεται βάσει της υποθήκης διατηρώντας υπόψη το ενδεχόμενο εκποίησης της.
- Αξίζει επομένως να δοθεί η ανάλογη σημασία στον όρο
- Η ερμηνεία η οποία είναι δυνατό να δοθεί από το Δικαστήριο σε αυτό τον όρο είναι η εξής. Σε περίπτωση πρώτης ζήτησης ή από τη στιγμή που το οποιοδήποτε ποσό το οποίο εξασφαλίζεται από την υποθήκη καταστεί πληρωτέο τότε όντως η εναγόμενη υποχρεώνεται να πληρώσει αυτό το ποσό. Όμως ο όρος 5 δεν καταλήγει εκεί αλλά συνεχίζει καθώς βεβαίως αποτελεί ένα μόνο μέρος ενός εγγράφου υποθήκης. Στη συνέχεια αναφέρεται πως σε περίπτωση που θα παραλείψει η εναγόμενη να πληρώσει αυτό το ποσό τότε η ενάγουσα θα δικαιούται να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Τέλος, η ενάγουσα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει το προϊόν της πώλησης για να εξοφληθούν μερικώς ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές.
- Σαφώς δεν αναφέρεται πουθενά στο συγκεκριμένο έγγραφο πως σε περίπτωση κατά την οποία η εναγόμενη παραλείψει να πληρώσει το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη και στη συνέχεια αφού πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο τότε η εναγόμενη θα εξακολουθεί να έχει υποχρέωση όπως πληρώσει το οποιοδήποτε ποσό.
- Ο λόγος μάλιστα για τον οποίο ο όρος 5 έχει διατυπωθεί ως έχει είναι πολύ απλός. Όπως τυγχάνει να εξηγείται με αναφορά σε παρόμοια περίπτωση και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις αδελφών Δικαστών με το σκεπτικό των οποίων το Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα και υιοθετεί πλήρως επί του συγκεκριμένου θέματος.
- Η πρώτη είναι αυτή του αδελφού Δικαστή Λοΐζου Μουγή Ε. Δ. στην Αγωγή 2826/11 μεταξύ Σ.Π.Ε. Μακράσυκας ν. Telemachou κ. ά. του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 21/12/2011 και η δεύτερη αυτή της αδελφού Δικαστή Στέφης Λουκίδου Βασιλείου Ε. Δ. στην αγωγή 1183/2012 μεταξύ Societe General Bank - Cyprus Ltd v. Κον. Αντωνίου Καλούπια Λτδ., επίσης του Επαρχιακού Δικαστήριου Λάρνακας, ημερομηνίας 8/3/
- Αμφότερες οι αποφάσεις αυτές παραπέμπουν και στην αγγλική αυθεντία Re National Provincial Bank Ltd.
(1941)1 All E.R.
- Στην πρώτη απόφαση, Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, το Δικαστήριο αναφέρεται πρώτα στο ερώτημα το οποίο τέθηκε προς εξέταση δηλαδή κατά πόσο ".οι ενάγοντες πέραν της έκδοσης εναντίον της εναγόμενης 2 διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ως αναφέρεται με λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης δικαιούνται και απόφασης για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού . ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 με γραπτή σύμβαση εγγύησης" ενώ στη συνέχεια αναλύει την εφαρμογή όρου σχεδόν πανομοιότυπου με τον όρο 5 στο «Έγγραφο Υποθήκης» σε αυτή την αγωγή.
- Παραθέτω πιο κάτω εκτενές απόσπασμα από την απόφαση στην Σ. Π. Ε. Μακράσυκας με το οποίο συμφωνώ απόλυτα και σε σχέση με το οποίο δεν θεωρώ αναγκαίο όπως προσθέσω οτιδήποτε αναφορικά και με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση το οποίο θεωρώ ως πανομοιότυπο. Αναφέρει συγκεκριμένα ο αδελφός Δικαστής Λοΐζος Μουγής Ε. Δ. τα ακόλουθα,:- "Θεωρώ ότι ο όρος 4 του εγγράφου υποθήκης δεν τέθηκε για κανένα άλλο λόγο παρά για να υπάρχει σύμπλευση και να έρχεται σε αρμονία με την πρόνοια του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65. Εδώ δηλαδή ο νόμος καθορίζει τι ακριβώς πρέπει να περιλαμβάνουν οι έγγραφες δηλώσεις υποθήκης έτσι ώστε με την προσαγωγή τους από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και ενυπόθηκο δανειστή στον εκάστοτε Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό να είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης. Δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί οιαδήποτε άλλη ερμηνεία και πόσο μάλλον τέτοια που να καθίσταται ο ενυπόθηκος οφειλέτης προσωπικά υπόλογος για την καταβολή του οιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου και για το οποίο πρόσφερε ως εξασφάλιση κάποιο ακίνητο. Αυτό που ακριβώς προνοείται είναι ότι αν ποσό το οποίο καλύπτεται από υποθήκη, καταστεί πληρωτέο τότε ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει την ευκαιρία εφόσον του ζητηθεί να καταβάλει το εν λόγω ποσό και να εξαλειφθεί η υποθήκη από το ενυπόθηκο ακίνητο ως προνοεί και το άρθρο 35 του Νόμου. Σε διαφορετική περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το εκ της συμφωνίας αλλά και εκ του νόμου δικαίωμα να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου. Δίδεται δηλαδή η ευχέρεια στον ενυπόθηκο οφειλέτη να ανακόψει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και να το περισώσει νοουμένου όμως ότι θα καταβάλει το ποσό το οποίο εξασφαλίζει η υποθήκη και είναι απαιτητό από τον ενυπόθηκο δανειστή. Τα ως άνω που αναφέρονται προκύπτουν σαφέστατα και από τα άρθρα 37 και 44 του Νόμου 9/65 και στα οποία προβλέπεται η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του διευθυντή του Κτηματολογίου είτε μέσω του Δικαστηρίου. Επίσης στην υπόθεση Re National Provincial Bank Ltd.
(1941)1 All E.R. 97, που η πλευρά των εναγόντων επικαλέστηκε για υποστήριξη της θέσης της λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ιn the present case, so far as I can see, he is under no obligation whatsoever to the bank. He is in this position. The bank has demanded payment of the money owing by Mrs Milburn. That does not create an obligation upon the mortgagor to pay anything. It puts him in this position. Either he must find the money which is demanded or the mortgagees will be entitled to realize their security. The fact that he is put in that dilemma does not create an obligation of any sort or kind upon him. If he chooses not to pay, or is unable to pay, he may find himself in the unhappy position of having his property taken away from him. That may be his misfortune, but that does not create an obligation upon him which he has to satisfy and which arises from the mortgage into which he has entered. The mortgage creates no such obligation whatsoever.».." 32. Υπενθυμίζω σχετικά πως στο άρθρο 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965), όπως αυτός ίσχυε κατά την ημερομηνία υπογραφής του "Εγγράφου Υποθήκης" στις 28/3/2006 και στο οποίο παραπέμπει το Δικαστήριο στο πιο πάνω απόσπασμα αναφέρονται τα ακόλουθα,:- "..(γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:." 33. Στη δεύτερη απόφαση της Societe General Bank - Cyprus Ltd v. Κον. Αντωνίου Καλούπια Λτδ. η αδελφή Δικαστής Στέφη Λουκίδου Βασιλείου Ε. Δ. επίσης αναφέρεται σε όρο σχεδόν πανομοιότυπο με τον όρο 5 στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Εξετάστηκε επιχειρηματολογία σύμφωνα με την οποία υποστηρίχθηκε πως η συμφωνία την οποία είχε υπογράψει η εναγόμενη σε εκείνη την περίπτωση αποτελούσε ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής χρέους και πως η πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων ήταν μία επιλογή και δυνατότητα που είχαν οι ενάγοντες και δικαίωμα το οποίο μπορούσαν να ασκήσουν προς εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού. Το Δικαστήριο απέρριψε αυτή τη θέση με αναφορά επίσης στο άρθρο 21
(1)(γ) του σχετικού Νόμου και με σκεπτικό παρόμοιο με αυτό του αδελφού Δικαστή Λοΐζου Μουγή Ε. Δ. Σ.Π.Ε. Μακράσυκας ν. Telemachou κ. ά. του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω πως δεν δικαιολογείται η επιδίκαση των θεραπειών των υποπαραγράφων (α), (β) και (γ) της παραγράφου 17 (Α) της έκθεσης απαίτησης. Σαφώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, το δάνειο παραχωρήθηκε από την ίδια προς τους εναγομένους 1 και 2 ενώ η εναγόμενη δεν υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης αλλά υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητο προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και
- Τα δεδομένα αυτά εμπεριέχονται και στο τεκμήριο Α με επαρκή λεπτομέρεια ενώ σχετικά βεβαίως είναι και τα τεκμήρια Β και Γ.
- Αυτό το οποίο απομένει προς ολοκλήρωση αυτής της απόφασης είναι η εξέταση κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση των υπολοίπων θεραπείων τις οποίες η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγομένης.
- Σε σχέση με την υποπαράγραφο
(1)της παραγράφου 17 (Β) της έκθεσης απαίτησης ασφαλώς και δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε πρόβλημα αναφορικά με την επιδίκαση της συγκεκριμένης θεραπείας, διατηρώντας υπόψη τη σύνδεση της με την επίδικη συμφωνία υποθήκης και τη μετατροπή του ανάλογου ποσού από λίρες Κύπρου (£89.500,00) σε ευρώ (€152.919,82). 37. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος, σύμφωνα με την υποπαράγραφο
(2)της παραγράφου 17 (Β), υπενθυμίζω απλά τα όσα σχετικά ανέφερε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας (βλ. σχετικά την παράγραφο 4 αυτής της απόφασης).
- Επιπλέον, υπενθυμίζω πως ο ενόρκως δηλών προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας περιορίζει τις θεραπείες για τις οποίες ζητείται η έκδοση απόφασης. Με λανθασμένη βεβαίως αναφορά στον ανύπαρκτο αριθμό παραγράφου 18 της έκθεσης απαίτησης. Τον οποίο αριθμό το Δικαστήριο προσαρμόζει στο μέρος της έκθεσης απαίτησης στο οποίο όντως παρατίθενται οι θεραπείες για τις οποίες ζητείται η έκδοση απόφασης. Δηλαδή, στην παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης.
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ζητείται ουσιαστικά απόφαση για το χρεωστικό υπόλοιπο και για τα διατάγματα σε σχέση με την υποθήκη και τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου σε σχέση με το οποίο η ενάγουσα έχει επιφυλάξει τα δικαιώματα της. Βεβαίως η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας με τη γραπτή αγόρευση έχει προσθέσει και σχετική αναφορά στις θεραπείες των υποπαραγράφων (δ) και (ε) της παραγράφου 17 (Α).
- Δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε το Δικαστήριο να περιοριστεί στα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αξίωσης, διατηρώντας υπόψη και τα όσα σχετικά έχουν προστεθεί με τη γραπτή αγόρευση εφόσον η έκδοση και αυτών των θεραπειών δικαιολογείται απόλυτα βάσει του περιεχομένου τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Θεωρώ δηλαδή πως παρέχεται η ευχέρεια επιδίκασης και αυτών των θεραπειών έτσι ώστε η απόφαση η οποία θα εκδοθεί να συνάδει και με την απόφαση όπως αυτή επιδικάστηκε προς όφελος της ενάγουσας σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας εις βάρος της εναγομένης 3 ως η έκθεση απαίτησης παράγραφος 17 (Β)
(1)και εις βάρος της εναγομένης 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους εναγόμενους 1 και 2 αναγνωριστική απόφαση ως η έκθεση απαίτησης παράγραφος 17 (Α) (δ) και διάταγμα ως η έκθεση απαίτησης παράγραφος 17 (Α) (ε).
- Τέλος, παρά και τον περιορισμό με την παράγραφο 5 (δ) της ένορκης δήλωσης των εξόδων στα αρχικά έξοδα της αγωγής, διατηρώντας υπόψη την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από την εναγόμενη 3 και τη διαδικασία η οποία ακολούθησε μέχρι και την απόσυρση των δικηγόρων της και μετέπειτα θεωρώ πως δεν θα ήταν δίκαιο και ορθό τα έξοδα να περιοριστούν με αυτό τον τρόπο.
- Υποθέτει ουσιαστικά το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρει σχετικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στην προτελευταία παράγραφο της γραπτής αγόρευσης της, πως μόνο εκ παραδρομής είναι δυνατό να θεωρηθεί πως ο ενόρκως δηλών έχει περιορίσει με αυτό τον τρόπο τα έξοδα. Συνεπώς, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης 3 τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
- Σε πρώτη ζήτηση ή/και από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που θα παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση, ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα. Η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πωλήσεως αυτής για να ξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές.» [2] «
- Η υποθήκη αυτή είναι εξασφάλιση, επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η Τράπεζα έχει σήμερα ή δυνατό να έχει στο μέλλον από μένα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα σχετικά προς τις υποχρεώσεις τις οποίες αυτή εξασφαλίζει. Η Τράπεζα μπορεί να συναλλάσσεται, να ανταλλάσσει, να ακυρώνει, να τροποποιεί ή να απέχει από του να τελειοποιεί ή να βάζει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις χωρίς να επηρεάζεται οποιοδήποτε δικαίωμα της με βάση το έγγραφο αυτό.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο