← Κύπρος

Costas Economou Ltd ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης :- 190/ 2016, 26/10/2016

Costas Economou Ltd ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης :- 190/ 2016, 26/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A232 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης :- 190/ 2016 Επί τοις αφορώσιν τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 και τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 μετά των σχετικών τροποποιήσεων Μεταξύ :- Costas Economou Ltd Εφεσείουσας/Αιτήτριας και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εφεσίβλητης / Καθ΄ ης η Αίτηση Ημερομηνία :- Τετάρτη 26η Οκτωβρίου 2016 Για την Εφεσείουσα - Αιτήτρια :- κος. Πολύκαρπος Φιλίππου για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αφροδίτη Χαραλαμπίδου Για την Εφεσίβλητη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Έλισα Θεοδώρου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Τελική Απόφαση Α. Εισαγωγή [ 1 ] Οι θεραπείες τις οποίες η εφεσείουσα αιτείται αναφέρονται εντός της Αίτησης-Έφεσης (η οποία στο εξής θα καλείται η «έφεση») την οποία καταχώρησε στις 30/9/2016 και δεν χρειάζεται η επανάληψη τους λέξη προς λέξη εντός αυτής της απόφασης. [ 2 ] Εξετάζεται, σε σχέση βεβαίως με την περίπτωση της εφεσείουσας, η εφαρμογή του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015 (ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») και ιδιαίτερα δε του Μέρους VIA σε συνάρτηση με το Μέρος VI. [ 3 ] Παρά και την απόρριψη από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας της βασιμότητας του πρώτου λόγου ένστασης, διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως η εφεσείουσα σαφώς βασίζει τόσο το αίτημα της γενικότερα όσο και την επιχειρηματολογία της στο περιεχόμενο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Αίτηση-Έφεση 39/2016, ημερομηνίας 12/9/2016, μεταξύ M. K. Petrou Developers Ltd. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (στο εξής θα καλείται η «πρωτόδικη απόφαση»). Μάλιστα η γραπτή αγόρευση η οποία υιοθετήθηκε προς υποστήριξη της βασιμότητας της έφεσης εμπεριέχει ολόκληρες παραγράφους οι οποίες επαναλαμβάνουν αυτολεξεί το περιεχόμενο παραγράφων από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης. [ 4 ] Ασφαλώς αυτό το Δικαστήριο ως πρωτόδικο και ισοβάθμιο με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν δεσμεύεται από την πρωτόδικη απόφαση όπως αυτό θα ίσχυε σε σχέση με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς ο πρώτος λόγος ένστασης απλά παραθέτει το αυτονόητο και η αποδοχή του δεν οδηγεί σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα σε σχέση με την εκδίκαση της έφεσης. [ 5 ] Παράλληλα όμως αυτό το Δικαστήριο αντιμετωπίζει την πρωτόδικη απόφαση με τον προσήκοντα σεβασμό ως μία απόφαση η οποία έχει εκδοθεί από αδελφό Δικαστή του οποίου γενικά η γνώμη επί νομικών θεμάτων εκτιμάται ιδιαίτερα. Όμως το ενδεχόμενο συμφωνίας αυτού του Δικαστηρίου με την πρωτόδικη απόφαση δεν εξαρτάται από αυτή την εκτίμηση αλλά από το ίδιο το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης. Θέτοντας το πολύ απλά, εάν το Δικαστήριο καταλήξει σε συμφωνία με το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης τότε δεν θα έχει οποιοδήποτε ενδοιασμό να το υιοθετήσει. Όπως έτυχε πρόσφατα σε παρόμοια περίπτωση ερμηνείας νομοθετήματος από τον ίδιο Δικαστή (βλ. σχετικά την απόφαση αυτού του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6/9/2016 σε σχέση με την Αίτηση με Αρ. 201/15 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου, Αναφορικά με την Αίτηση των Λυσάνδρου κ. ά. ν. Λευτέρη Φιλίππου). [ 6 ] Ως γενική παρατήρηση προσθέτω το εξής. Λόγω και του χρόνου ο οποίος απαιτείται προς εκδίκαση μίας έφεσης και κατ΄ επέκταση του ενδεχόμενου δημιουργίας σχετικής νομολογίας, ιδιαίτερα δε νομολογίας σε σχέση με την εφαρμογή μίας νέας νομοθεσίας, σε αρκετές περιπτώσεις, πέραν ασφαλώς και από καταβολή της ίδιας της προσπάθειας του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία της συγκεκριμένης νομοθεσίας, η μόνη μορφή καθοδήγησης η οποία προσφέρεται όχι μόνο σε δικηγόρους αλλά και σε πρωτόδικα Δικαστήρια είναι οι αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται από άλλα ισοβάθμια Δικαστήρια. Εξ ου και η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσίβλητης έχει παρουσιάσει, προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας της, αποφάσεις άλλων πρωτόδικων Δικαστηρίων και όχι του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφόσον αυτές δεν υπάρχουν. Ενώ σαφώς ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας, παρά και τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 4.2 της γραπτής αγόρευσης του[1], αναμφίβολα βασίζει την επιχειρηματολογία του στην πρωτόδικη απόφαση. [ 7 ] Η ανυπαρξία δεσμευτικής νομολογίας σε σχέση με μία νέα νομοθεσία αναμφίβολα αναθέτει και σε αυτό το Δικαστήριο ως μέρος του δικαστικού του έργου την ερμηνεία αυτής της νομοθεσίας, σε σχέση βεβαίως με την εφαρμογή της στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ανεξάρτητα δηλαδή και από το σκεπτικό άλλων πρωτόδικων Δικαστών σε σχέση με την ερμηνεία της ίδιας νομοθεσίας. Έστω βεβαίως και εάν αυτό θα μπορούσε υποβοηθητικά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ιδιαίτερα δε το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης εφόσον μάλιστα αυτό έχει, έστω και σιωπηρά, ενσωματωθεί στην όλη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου της εφεσείουσας. Β. Οι Αιτουμενεσ θεραπείες [ 8 ] Σε σχέση με τις θεραπείες τις οποίες αιτείται η εφεσείουσα οι πρώτες δύο έχουν άμεση σχέση με την ειδοποίηση ημερομηνίας 19/8/2016 ενώ με την τρίτη ζητείται γενικά ο παραμερισμός ή ακύρωση ολόκληρης της διαδικασίας για την πώληση σε δημοπρασία συγκεκριμένου ενυπόθηκου ακινήτου. [ 9 ] Η διαφορά της τρίτης θεραπείας σε σχέση με τις πρώτες δύο θεραπείες είναι ότι με την πρώτη ζητείται η έκδοση διατάγματος ή δήλωσης του Δικαστηρίου ως προς το ότι η συγκεκριμένη ειδοποίηση «...είναι κατά το νόμο και όσον αφορά τα γεγονότα εσφαλμένη και άκυρη» ενώ με τη δεύτερη απλά ζητείται ο παραμερισμός ή ακύρωση της ίδιας ειδοποίησης δίχως οποιαδήποτε αιτιολογία. Ουσιαστικά η δεύτερη θεραπεία δεν προσθέτει οτιδήποτε στην πρώτη. Γ. Οι Λογοι τησ Αιτησησ [ 10 ] Βεβαίως πέραν και από τις αιτούμενες θεραπείες η εφεσείουσα αναφέρει τους λόγους ή αιτιολογία της έφεσης στις παραγράφους 1, 1.1, 1.2 και 2, 2.1, 2.2, 2.3 και 2.4 της έφεσης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα. [ 11 ] Αναφέρεται στην παράγραφο 1 της έφεσης η εκκρεμότητα διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και η έκδοση προγενέστερου διατάγματος εκποίησης της υποθήκης και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/1/2012 στην αγωγή 3216/11 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου αναφορικά με το «... κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, των τόκων και όλων των εξόδων τα οποία αναφέρονται στην Ειδοποίηση ημερ. 19/08/2016 και/ή τις Ειδοποιήσεις ημερ. 15/02/2016 οι οποίες προηγήθηκαν της παρούσης» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). [ 12 ] Υποστηρίζεται με την παράγραφο 1.1 πως δεν «...μπορούν να συνυπάρξουν η Διαδικασία Μέρους VIA και σχετική αγωγή και/ή δεν δύναται να κινηθεί διαδικασία του Μέρους VIA μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της Υποθήκης υπ΄αριθμόν Υ3186/2006". [ 13 ] Υποστηρίζεται επίσης, με την παράγραφο 1.2, πως το «...ποσό το οποίο αναφέρει η υπό κρίση Ειδοποίηση είναι το μέρος του εξ αποφάσεως χρέους που εξασφαλίζεται από την υποθήκη υπ΄αριθμόν Υ3186/2006 όχι το περιγραφόμενο στις ειδοποιήσεις της εφεσίβλητης δυνάμει του Μέρους VIA του περί μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου". [ 14 ] Αναφέρεται γενικά στην παράγραφο 2 πως η «...επίδικη ειδοποίηση και/ή διαδικασία που ακολουθείται είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη». [ 15 ] Στη συνέχεια με τις υποπαραγράφους 2. 1 έως και 2.4 αναπτύσσεται αυτή η γενικότερη θέση ως ακολούθως. [ 15.1 ] Πρώτο, με εισήγηση πως οι «... προϋποθέσεις για την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι ουσιαστικά ανεφάρμοστες στην παρούσα περίπτωση διότι υφίσταται δικαστική απόφαση που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου» · [ 15.2 ] δεύτερο, με εισήγηση πως χρησιμοποιείται «... διαδικασία που προνοείται σε νομοθέτημα ώστε να επιδιωχθεί πώληση ενυπόθηκου ακινήτου η οποία έχει ήδη διαταχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 27/01/2012 στην αγωγή αρ. 3216/2011 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου» · [ 15.3 ] τρίτο, με εισήγηση πως η «... ειδοποίηση και/ή διαδικασία που ακολουθείται από πλευράς των Καθ΄ων η αίτηση / Εφεσίβλητων στερείται αντικειμένου και/ή είναι ουσιαστικά αβάσιμη αφού το μόνο χρέος που υφίσταται είναι το εξ' αποφάσεως χρέος στην αγωγή αρ. 3216/2011 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου και/ή δεν υφίσταται ενυπόθηκο χρέος και/ή οφειλόμενο ποσό και/ή ποσό που έγινε απαιτητό σύμφωνα με δήλωση σύμβασης υποθήκης» και τέλος [ 15.4 ] με εισήγηση πως δεν «... πληρούνται οι απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις για την προώθηση της υπό κρίση ειδοποίησης και/ή διαδικασίας». [ 16 ] Βεβαίως ιδιαίτερα σε σχέση με την τέταρτη εισήγηση θεωρώ παράδοξο γενικότερα η εφεσείουσα να επικαλείται την απουσία της δυνατότητας εφαρμογής του σχετικού Νόμου στην περίπτωση της αλλά παράλληλα να προτείνει τη θέση πως δεν έχουν τηρηθεί τα όσα προβλέπει ο σχετικός Νόμος σε σχέση με την προώθηση της ειδοποίησης και διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. [ 17 ] Περιορίζεται το Δικαστήριο σε αυτό το σημείο της απόφασης να παρατηρήσει απλά πως συσχετισμός του περιεχομένου της παραγράφου 1.1 με αυτό της παραγράφου 2.1 σαφώς αναδεικνύει πως η θέση η οποία προβάλλεται ουσιαστικά είναι η ίδια. Η ομοιότητα είναι εμφανής. Δηλαδή η θέση πως δεν μπορεί να συνυπάρξει η προβλεπόμενη διαδικασία σύμφωνα με το Μέρος VIA και σχετική αγωγή ή ότι δεν δύναται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία του συγκεκριμένου Μέρους του σχετικού Νόμου μετά και από την έκδοση απόφασης η οποία να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της υποθήκης με αριθμό Υ3186/2006 δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 2.1. Ως επίσης και στην παράγραφο 2.2, ότι δηλαδή αυτό το οποίο γίνεται είναι η χρήση διαδικασίας η οποία προνοείται σε νομοθέτημα ώστε να επιδιωχθεί η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου η οποία ήδη έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση. Δ. Η Ενσταση τησ Εφεσιβλητης [ 18 ] Η εφεσίβλητη έχει καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 16 συνολικά λόγους ένστασης η επανάληψη των οποίων εντός αυτής της απόφασης δεν κρίνεται απαραίτητη. Η ένσταση της εφεσίβλητης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της Ανδρόνικου Σταυρινού. Ε. Εξεταση τησ Εφεσης [ 19 ] Κατά την εξέταση της έφεσης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τόσο τα όσα αναφέρονται στην έφεση όσο και στην ένσταση υπό μορφή λόγων ένστασης, δίχως αυτοί να αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης, ως επίσης και το περιεχόμενο στην κάθε περίπτωση της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης και της ένστασης. Ε.1 Εξέταση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης [ 20 ] Η έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Οικονόμου, διευθυντή της εφεσείουσας. [ 21 ] Βάσει και της παραγράφου 6.2 ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της έφεσης, με αναφορά σε συμβουλή από τον δικηγόρο του, αναφέρει χαρακτηριστικά πως μετά από την έκδοση δικαστικής απόφασης δεν υπάρχει οφειλόμενο χρέος της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης και συνεπώς κακώς επιδόθηκαν από την εφεσίβλητη τα έντυπα Τύπος Θ και Τύπος Ι προσθέτοντας πως η συγκεκριμένη διαδικασία δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 22 ] Πραγματικά προκαλεί απορία η επίπλαστη διάκριση η οποία προτείνεται από την εφεσείουσα επί αυτού του θέματος. Ουσιαστικά πρόκειται περί ενός επινοήματος δίχως νόημα. Ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης όχι «οφειλόμενου χρέους» της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά «χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης» ; Δεν οφείλει και στις δύο περιπτώσεις η εφεσείουσα ένα χρέος προς την εφεσίβλητη; [ 23 ] Πραγματικά δεν επεξηγεί με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο είτε ο ενόρκως δηλών είτε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας τη διαφορά η οποία προτείνεται μεταξύ «οφειλόμενου χρέους» και «χρέους οφειλόμενου δυνάμει δικαστικής απόφασης» έτσι ώστε στη δεύτερη περίπτωση να μην τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. [ 24 ] Υπενθυμίζω σχετικά το εδάφιο

(2)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου σύμφωνα με το οποίο καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA. [ 25 ] Ως επίσης και το εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του Μέρους VIA εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014 Ν. 142(Ι) του 2014 ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου Τροποποιητικού Νόμου. [ 26 ] Σε ποιο σημείο του σχετικού Νόμου αναφέρεται πως σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει δικαστική απόφαση τότε ο συγκεκριμένος Νόμος δεν εφαρμόζεται; Πως συνάγεται αυτό το συμπέρασμα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας; [ 27 ] Ενώ βεβαίως όχι μόνο σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Α καμία διάταξη του Μέρους VIA δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI αλλά επιπλέον σύμφωνα με σχετική επιφύλαξη αναφέρεται το εξής. Ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Μέρους VIA, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης του Τροποποιητικού Νόμου. Δηλαδή, από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στις 9/9/2014, με εξαίρεση ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία και στην οποία περίπτωση ο συγκεκριμένος Νόμος τίθεται σε ισχύ από την 1/1/
  1. [ 28 ] Επίσης, όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής από τον δικηγόρο του ο ενόρκως δηλών, αναφέρει σχετικά στην παράγραφο 6.3 της ένορκης δήλωσης του πως η διαδικασία την οποία η εφεσίβλητη ακολούθησε είναι λανθασμένη και πάσχει διότι η επίδοση του Τύπου Θ έπρεπε να γίνει νωρίτερα από την επίδοση του Τύπου Ι και ξεχωριστά. Προσθέτει δε ότι η επίδοση του έντυπου Τύπος Ι έπρεπε να γίνει μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης και ότι η επίδοση του έντυπου Τύπος Ι είναι λανθασμένη και πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. [ 29 ] Βεβαίως επί αυτού του θέματος αξίζει να σημειωθεί πως η καταχώρηση μίας έφεσης πρέπει να γίνει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας έτσι ώστε να θεωρείται εμπρόθεσμη. Αυτό αναφέρεται από το Δικαστήριο καθότι η έφεση καταχωρήθηκε στις 30/9/2016 ενώ η επίδοση τόσο του Τύπου «Θ» όσο και του Τύπου «Ι» έγινε στις 16/2/
  2. Επομένως εάν υπήρχε πρόθεση αμφισβήτησης με έφεση της συγκεκριμένης ειδοποίησης αυτή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες από την ημερομηνία που ο ενυπόθηκος οφειλέτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση (σχετικό είναι το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου). [ 30 ] Ως προς τις θέσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 6.3 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 31 ] Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου σε περίπτωση υπερημερίας (όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 27 του ίδιου Νόμου) ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών που αυτό καθίσταται πληρωτέο (αξίζει να ληφθεί υπόψη και η τροποποίηση του άρθρου 37 στο Μέρος VI του σχετικού Νόμου από τον Τροποποιητικό Νόμο 142 (Ι)/2014 έτσι ώστε η περίοδος του ενός μηνός να αντικαθίσταται με περίοδο 120 ημερών), δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του Τροποποιητικού Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA ".εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί". [ 32 ] Προβλέπεται επίσης από το εδάφιο
(2)παράγραφος (α) του άρθρου 44Β πως όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα τότε οποιαδήποτε ειδοποίηση «...ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους...» η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος. [ 33 ] Επιπλέον, στην παράγραφο (β) προνοείται πως η ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» συνοδεύει και την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ (δηλαδή την ειδοποίηση Τύπου «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος) όμως δεν συνοδεύει οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. [ 34 ] Βεβαίως αφού τηρηθούν οι διατάξεις του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ του ίδιου Νόμου, να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VIA αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του καλώντας τον ενυπόθηκο οφειλέτη όπως εξοφλήσει το ποσό σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού εντός προθεσμίας όχι μικρότερης των 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. [ 35 ] Νοείται επίσης πως με την ίδια ειδοποίηση ενημερώνεται σχετικά ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου, δηλαδή, όπως αναφέρεται συγκεκριμένα στην ειδοποίηση Τύπου «Ι» να «...προχωρήσει με την διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο Μέρος VIA του νόμου στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και στην μεταβίβαση τούτου στον αγοραστή». Στη συνέχεια βεβαίως με το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Γ υπάρχει η σχετική πρόνοια ως προς την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». [ 36 ] Έχοντας υπόψη τη διαδικασία την οποία η εφεσίβλητη ως η ενυπόθηκη δανείστρια έχει ακολουθήσει σε σχέση με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Ι» συνοδευόμενης από την ειδοποίηση Τύπου «Θ» είναι άξιον απορίας που ακριβώς βασίζεται η θέση του ενόρκως δηλούντος ως προς το ότι η διαδικασία την οποία η εφεσίβλητη ακολούθησε είναι λανθασμένη και πάσχει διότι η επίδοση του Τύπου Θ έπρεπε να γίνει νωρίτερα από την επίδοση του Τύπου Ι και ξεχωριστά ή ότι η επίδοση του έντυπου Τύπος Ι έπρεπε να γίνει μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης και ότι η επίδοση του έντυπου Τύπος Ι είναι λανθασμένη και πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο [ 37 ] Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως επί αυτού του θέματος η εφεσίβλητη έχει ακολουθήσει ορθά τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου και πως τα όσα αναφέρει σχετικά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης δεν ευσταθούν έτσι ώστε να δημιουργείται καν το οποιοδήποτε υπόβαθρο εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο θα πρέπει να ακυρωθεί η επίδοση του Τύπου «Ι». Ακόμη δηλαδή βεβαίως και σε περίπτωση κατά την οποία θα είχε καταχωρήσει εμπρόθεσμα η εφεσείουσα την έφεση της σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν θα τίθετο οποιοδήποτε θέμα ακύρωσης της για τους λόγους που αναφέρει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της έφεσης. [ 38 ] Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται και πάλι είναι το εξής παράδοξο. Ενώ ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 6.2 της ένορκης δήλωσης του, βάσει της νομικής συμβουλής η οποία του έχει δοθεί, αναφέρει πως μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν υπάρχει οφειλόμενο χρέος της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης και κακώς η εφεσίβλητη επέδωσε στην εφεσείουσα τα έντυπα Τύπος «Θ» και Τύπος «Ι» και πως η συγκεκριμένη διαδικασία δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση της εφεσείουσας εντούτοις στην παράγραφο 6.3 ουσιαστικά επικαλείται εφαρμογή του σχετικού Νόμου και ασφαλώς και της συγκεκριμένης διαδικασίας και εισηγείται πως η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε είναι λανθασμένη. [ 39 ] Προτάσσεται δηλαδή η θέση όχι ότι η συγκεκριμένη διαδικασία δεν έπρεπε να είχε εφαρμοστεί αλλά ότι δεν εφαρμόστηκε ορθά. Ορθά βεβαίως σύμφωνα και με το σχετικό Νόμο. Η θέση γενικότερα συνεπώς της εφεσείουσας είναι αντιφατική. Είτε επικαλείται ως θέση ότι η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το σχετικό Νόμο δεν τυγχάνει εφαρμογής στη δική της περίπτωση και συνεπώς λογικά δεν θα πρέπει να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αυτή η διαδικασία εφαρμόστηκε είτε θα πρέπει να δεχτεί ουσιαστικά ότι η διαδικασία αυτή όντως εφαρμόζεται και στη δική της περίπτωση αλλά αυτή δεν εφαρμόστηκε ορθά. [ 40 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι μία καθολική αμφισβήτηση των οποιωνδήποτε ενεργειών της εφεσείουσας σε σχέση με την εφαρμογή της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου δίχως αυτή η αμφισβήτηση να βασίζεται σταθερά σε μία θέση ως προς το ότι ο συγκεκριμένος Νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής αλλά σε μία αόριστη θέση με την οποία η εφεσείουσα ταυτόχρονα να επικαλείται τόσο την απουσία της δυνατότητας εφαρμογής του σχετικού Νόμου όσο και την εφαρμογή του αλλά, σύμφωνα με την ίδια, τη λανθασμένη εφαρμογή του. Πραγματικά όσο περισσότερο εξετάζονται οι θέσεις της εφεσείουσας τόσο πιο απομακρυσμένο καθίσταται το ενδεχόμενο αυτές να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο ως βάσιμες. [ 41 ] Ενδεχομένως η θέση ως προς το ότι η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Θ» θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα να βασίζεται σε ανεπαρκή ή λανθασμένη αντίληψη της δυνατότητας η οποία παρέχεται από την παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Β ως προς το ότι η οποιαδήποτε ειδοποίηση σε σχέση με παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συνοδεύεται από τη συγκεκριμένη ειδοποίηση Τύπου «Θ». [ 42 ] Όμως ο σχετικός Νόμος είναι σαφής ως προς το εξής. Η συγκεκριμένη ειδοποίηση Τύπου «Θ» συνοδεύει και την ειδοποίηση Τύπου «Ι» όχι όμως και οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη ειδοποίηση. Συνεπώς αν και θα μπορούσε η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Θ» να είχε γίνει και νωρίτερα και ακόμη και ξεχωριστά από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Ι» από τη στιγμή που θα επιδιδόταν η ειδοποίηση Τύπου «Ι» τότε αυτή θα συνοδευόταν και από την ειδοποίηση Τύπου «Θ». [ 43 ] Σημασία όμως έχει το εξής συμπέρασμα. Δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου θα μπορούσε να ακυρωθεί η ειδοποίηση Τύπου «Ι» εξαιτίας της διαδικασίας την οποία η εφεσίβλητη ακολούθησε στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 44 ] Τα όσα επίσης αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 6.4 της ένορκης δήλωσης του ως προς το ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. [ 45 ] Κατ΄ αρχάς δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο σχετικό Νόμο αναφορικά με μία τέτοια εξουσία του Δικαστηρίου. Επιπλέον, όπως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο και αυτή η αναφορά του ενόρκως δηλούντος βασίζεται ουσιαστικά στη γενικότερη του θέση ως προς το ότι το οφειλόμενο ποσό καθορίζεται στη δικαστική απόφαση και πως το μέγιστο ύψος του καθορίζεται στο έγγραφο της υποθήκης. Βεβαίως ακόμη και τα ποσά τα οποία αναφέρονται στη συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού δεν είναι ασύνδετα με τα ποσά στα οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρεται. Καθότι το ποσό υποθήκης το οποίο αναφέρεται είναι αυτό το οποίο προκύπτει από μετατροπή του ποσού της υποθήκης από κυπριακές λίρες (£160.000,00) σε ευρώ (€273.376.23). Το οποίο ποσό (δίχως να γνωρίζει το Δικαστήριο περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με την αξίωση στην αγωγή 3216/11) δεν διαφέρει ιδιαίτερα από το ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 της απόφασης (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της έφεσης). [ 46 ] Επιπλέον, υπενθυμίζεται σχετικά πως η εφεσείουσα είχε κάθε δικαίωμα, βάσει και του περιεχομένου της ειδοποίησης Τύπου «Ι», εάν είχε διαφορετική γνώμη να πληροφορήσει γραπτώς την εφεσίβλητη εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, δηλαδή στις 16/2/2016, κάτι το οποίο ούτε καν ισχυρίζεται ότι έπραξε η εφεσείουσα. [ 47 ] Σύμφωνα και με τη νομική συμβουλή την οποία ο ενόρκως δηλών έλαβε, αναφέρει σχετικά στην παράγραφο 7.1 της ένορκης δήλωσης του πως όπως πιστεύει η διαδικασία πλειστηριασμού την οποία προβλέπει το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση της εφεσείουσας καθότι έχει προηγηθεί η έκδοση δικαστικού διατάγματος το οποίο διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης Υ3186/06 και ως εκ τούτου θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία εκποίησης μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. [ 48 ] Βεβαίως η νομική συμβουλή την οποία έχει λάβει ο ενόρκως δηλών αγνοεί παντελώς την εφαρμογή του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου σύμφωνα με το οποίο καμία διάταξη του Μέρους VI (στο οποίο βεβαίως προβλέπεται και η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου) δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. [ 49 ] Ουσιαστικά με το υπόλοιπο μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει διάφορες βασικές θέσεις της εφεσείουσας όπως, πρώτο, ότι η διαδικασία εκποίησης ακινήτου η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου είναι ανεφάρμοστη όταν υφίσταται δικαστική απόφαση η οποία διατάσσει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Βεβαίως δεν εξηγεί ούτε ο ίδιος ο ενόρκως δηλών, ούτε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας, με την επιχειρηματολογία του, το σκεπτικό με το οποίο καταλήγουν σε αυτό το συμπέρασμα. Δεύτερο, ότι τόσο η ειδοποίηση Τύπου «Θ» όσο και η ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν τυγχάνουν εφαρμογή στα περιστατικά της περίπτωσης της εφεσείουσας. Διαπιστώνεται και πάλι πως καμία πειστική εξήγηση δεν δίδεται σε σχέση και με αυτό το συμπέρασμα. Τρίτο, άλλη θέση περιφερόμενη και αυτή γύρω από το γεγονός της ύπαρξης δικαστικής απόφασης, είναι και η θέση πως η διαδικασία του Μέρους VIA, την οποία ξεκίνησε η εφεσίβλητη δεν μπορεί να συνυπάρχει και να εξελίσσεται επειδή ήδη έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στην αγωγή 3216/2011 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου. [ 50 ] Τέλος, ο ενόρκως δηλών ζητά εκ μέρους της εφεσείουσας την ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης συλλήβδην των εντύπων Τύπος «Θ», Τύπος «Ι», Τύπος «ΙΑ» και Τύπος «ΙΒ» καθώς και της διαδικασίας εκποίησης του επίδικου τεμαχίου της εφεσείουσας. Βεβαίως η διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», ως η «ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης», δεν έχει σχέση με την επίδοση της αλλά με τον παραμερισμό της ίδιας της ειδοποίησης. Προφανώς, διατηρώντας υπόψη το σύνολο του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης, η αναφορά σε ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης έχει γίνει εκ παραδρομής και αυτό το οποίο ζητείται ουσιαστικά είναι η ακύρωση και παραμερισμός της οποιασδήποτε ειδοποίησης η οποία αποτελούσε και εξακολουθεί βεβαίως να αποτελεί μέρος της όλης διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε από την εφεσίβλητη σε σχέση με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ε.2 Εξέταση της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της έφεσης [ 51 ] Ασφαλώς δεν θα αναμενόταν, διατηρώντας υπόψη το βαθμό στον οποίο το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης βασίζεται στη νομική συμβουλή του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενόρκως δηλούντος, η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της έφεσης να διέφερε ιδιαίτερα και από τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει εντός της ένορκης δήλωσης του. [ 52 ] Εντούτοις όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3.1 της γραπτής αγόρευσης η έφεση «...στηρίζεται πρωτίστως στις πρόνοιες της παραγράφου α του εδαφίου 3 του άρθρου 44 Γ 3». Βεβαίως διαπιστώνεται και πάλι μία ανακολουθία μεταξύ της γενικότερης θέσης πως η διαδικασία η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την έφεση ενώ παράλληλα ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας επικαλείται μία συγκεκριμένη πρόνοια του εδαφίου
(3)στο άρθρο 44Γ και η οποία αποτελεί ένα από τους λόγους, συγκεκριμένα τον πρώτο, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να παραμερίσει την ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης, δηλαδή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Σε σχέση με την οποία βεβαίως τουλάχιστον η έφεση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση είναι δυνατό να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη. [ 53 ] Υπενθυμίζω σχετικά πως σύμφωνα με τον πρώτο λόγο, βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να διατάξει τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, η επιδοθείσα ειδοποίηση θα πρέπει να μην πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. [ 54 ] Η επιχειρηματολογία η οποία προτείνεται προς υποστήριξη αυτής της θέσης δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αντιφατική καθότι ενώ υποστηρίζεται πως το λεκτικό του Τύπου «ΙΑ» προϋποθέτει την ύπαρξη ενυπόθηκου χρέους και τήρηση των προϋποθέσεων του νόμου και των κανονισμών το λεκτικό της επιδοθείσας ειδοποίησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθώς όχι μόνο δεν υπάρχει ενυπόθηκο χρέος αλλά στην πραγματικότητα «...κατά το χρόνο της έφεσης ευρίσκοντο υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεις για την εξόφληση του χρέους...» ενώ προσθέτει πως αυτό επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 6. Κατ΄ αρχάς είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε χρέος. Καθότι εάν δεν υπήρχε χρέος τότε προς τι οι διαπραγματεύσεις; Όμως το Δικαστήριο δεν είναι κυρίως επί αυτού του σημείου που εντοπίζει αντιφατικότητα στην όλη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ύπαρξης του συγκεκριμένου λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Η συγκεκριμένη αντιφατικότητα περιγράφεται πιο κάτω. [ 55 ] Αξίζει όμως να σημειωθεί έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης πως το τεκμήριο 6 στο οποίο αναφέρεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας φέρει ημερομηνία 13/6/2016 δηλαδή σχεδόν δύο μήνες πριν από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» (στις 2/9/2016) και σχεδόν 4 μήνες μετά και από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Πραγματικά είναι εμφανές πως η εφεσείουσα δεν απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στις οποιεσδήποτε προθεσμίες για τις οποίες ενημερωνόταν με τις ειδοποιήσεις οι οποίες επιδίδονταν σε αυτή προ και της επίδοσης της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. [ 56 ] Επιστρέφοντας όμως και στην αντιφατικότητα η οποία παρατηρείται στην όλη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ύπαρξης του λόγου της παραγράφου (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου, παρατηρούνται τα ακόλουθα. Θέτοντας το πολύ απλά αυτό το οποίο εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας είναι πως δεν υπάρχει ενυπόθηκο χρέος αλλά χρέος εκ δικαστικής απόφασης, σύμφωνα δηλαδή με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου στην αγωγή 3216/2011. Βεβαίως, όπως και στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης, δεν επεξηγείται η διαφορά μεταξύ ενός ενυπόθηκου χρέους και χρέους εκ δικαστικής απόφασης ή η διάκριση στην οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγηθεί έτσι ώστε να καταλήξει πως ευσταθεί η όλη θέση της εφεσείουσας. Υπενθυμίζω και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο [ 45 ] αυτής της απόφασης ως προς το ποσό το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται στην ειδοποίηση Τύπου «Ι». Παρατηρείται επίσης πως το ποσό το οποίο αναφέρεται στην ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» συμφωνεί με αυτό το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού στην ειδοποίηση Τύπου «Ι». [ 57 ] Στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγείται πως η ειδοποίηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου και ιδιαίτερα του Μέρους VIA. Αναφέρεται επίσης πως το Μέρος αυτό του σχετικού Νόμου «...αποτελεί διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Νόμο και αφορά τη διαδικασία η οποία ακολουθείται στις περιπτώσεις που ενυπόθηκα δάνεια δεν εξυπηρετούνται και οι οφειλέτες καθίστανται υπερήμεροι για χρόνο πέραν των 120 ημερών». [ 58 ] Βεβαίως, με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας, όχι μόνο η αναφορά αυτή αποτελεί υπεραπλούστευση του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου αλλά παράλληλα δεν εμπεριέχει και οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση του τρόπου με τον οποίο, όπως εισηγείται, η συγκεκριμένη ειδοποίηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου. [ 59 ] Σύμφωνα δηλαδή και με τον πρώτο λόγο ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Ως προς το ότι δηλαδή η «...επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις...». [ 60 ] Βεβαίως πέραν και από την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της έφεσης σημασία έχει και η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί για τον ίδιο σκοπό. Η οποία δεν υποστηρίζει με οποιοδήποτε τρόπο τη βασιμότητα του λόγου παραμερισμού ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α). Συνεπώς όχι μόνο δεν έχει προταθεί επιχειρηματολογία αναφορικά με το κατά πόσο η συγκεκριμένη ειδοποίηση πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις αλλά ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία. Επιπλέον, ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο παρά και την εμφανή απουσία τόσο επιχειρηματολογίας όσο και μαρτυρίας επί του συγκεκριμένου θέματος ελέγχοντας την ειδοποίηση δεν εντοπίζει οτιδήποτε εμφανές βάσει του οποίου να είναι δυνατό να κριθεί ότι όντως ικανοποιείται ο λόγος παραμερισμού ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α). [ 61 ] Συνοψίζοντας, η επιχειρηματολογία αναφορικά με το κατά πόσο η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» η οποία επιδόθηκε στην εφεσείουσα δεν πληροί τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις βασίζεται, πρώτο, στην αόριστη ουσιαστικά θέση πως δεν υπάρχει ενυπόθηκο χρέος αλλά χρέος εκ δικαστικής απόφασης, δεύτερο, σε γενική και ατεκμηρίωτη θέση ως προς το ότι η ειδοποίηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου και τέλος, ότι ήδη υπάρχει διάταγμα το οποίο διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης, θέση η οποία ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη της πρώτης θέσης. [ 62 ] Στη συνέχεια προτείνονται θέσεις οι οποίες αποτελούν επανάληψη ουσιαστικά του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (βλ. πιο πάνω). Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση του δεν εξετάζει την ορθότητα της συγκεκριμένης απόφασης αλλά της επιχειρηματολογίας η οποία έχει προταθεί προς υποστήριξη της έφεσης και η οποία όντως, όπως διαπιστώνεται πιο πάνω, βασίζεται σε αυτή την πρωτόδικη απόφαση. Εντούτοις, διευκρινίζω επίσης πως με αυτή την απόφαση δεν εξετάζεται η ορθότητα με αόριστη και γενική έννοια της συγκεκριμένης πρωτόδικης απόφασης, αλλά η βασιμότητα της επιχειρηματολογίας βασισμένης σε αυτή την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση βεβαίως με τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ανεξάρτητα δηλαδή και από το βαθμό στον οποίο αυτή η επιχειρηματολογία βασίζεται στη συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση. [ 63 ] Ως προς τη θέση ότι το θεμελιακό ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσο ο ενυπόθηκος δανειστής διατηρεί τη δυνατότητα να επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA όταν ήδη έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, παρατηρώ το εξής. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το άρθρο 44Α του σχετικού Νόμου, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι όντως η δυνατότητα αυτή υπάρχει ενώ επαναλαμβάνω και την παρατήρηση του Δικαστηρίου ως προς το ότι καμία πρόνοια του σχετικού Νόμου δεν απαγορεύει ρητά την εφαρμογή της διαδικασίας η οποία προβλέπεται με το Μέρος VIA σε περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο. Απλά προσφέρεται προς τον ενυπόθηκο δανειστή με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου μία εναλλακτική ουσιαστικά μέθοδος ή διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφορικά δηλαδή με την επίτευξη του ίδιου σκοπού ο οποίος θα ήταν εφικτός με την εκτέλεση της οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης στην οποία έχει εκδοθεί και διάταγμα εκποίησης του επίδικου ακινήτου. [ 64 ] Η δε χρήση ή ακόμη και ύπαρξη της διαδικασίας η οποία προνοείται στο Μέρος VIA δεν είναι δυνατό να κριθεί, όπως ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας την περιγράφει, ως κάτι ανορθόδοξο ή καταχρηστικό, προς επιδίωξη ενός αποτελέσματος, δηλαδή την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, απλά και μόνο επειδή αυτή η πώληση έχει ήδη διαταχθεί από ένα Δικαστήριο. Επισημαίνεται σχετικά πως αυτό το οποίο επιδιώκει η εφεσίβλητη με την εφαρμογή της συγκεκριμένης διαδικασίας δεν είναι η εξασφάλιση εκ νέου του οποιουδήποτε διατάγματος πώλησης αλλά ουσιαστικά το αποτέλεσμα το οποίο θα μπορούσε να προκύψει και από την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Το ίδιο αποτέλεσμα όπως οι ήδη υπάρχουσες διαδικασίες τις οποίες ο νομοθέτης δεν έχει καταργήσει και σε σχέση με τις οποίες επέλεξε όπως προσθέσει και προσφέρει μία εναλλακτική διαδικασία. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει βεβαίως και ούτε και επεμβαίνει στο έργο της νομοθετικής εξουσίας αναφορικά με αυτή την επιλογή. Ενδεχομένως ο νομοθέτης να θεωρούσε τις υπάρχουσες διαδικασίες ως χρονοβόρες. Τονίζω όμως πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει το λόγο για τον οποίο ο νομοθέτης έχει προβεί στην τροποποίηση του σχετικού Νόμου. Σημασία έχει η ύπαρξη του σχετικού Νόμου και το ανάλογο καθήκον του Δικαστηρίου εφαρμογής του. [ 65 ] Ως προς τη θέση ότι το εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου δεν προνοεί ρητά ότι μπορεί να συνυπάρξουν η διαδικασία του Μέρους VIA και σχετική αγωγή παρατηρείται απλά πως, με την ίδια λογική, το εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου δεν προνοεί ρητά ότι δεν μπορεί να συνυπάρξουν η διαδικασία του Μέρους VIA και σχετική αγωγή ή η συγκεκριμένη διαδικασία και μία ήδη εκδοθείσα απόφαση σε αγωγή. [ 66 ] Πραγματικά η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου ως προς το ότι δεν είναι δυνατό να ενεργοποιηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA σε περίπτωση όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν πείθει το Δικαστήριο ως βάσιμη. Θεωρώ πως η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται καν από τα όσα προνοούνται στο εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α ή από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του σχετικού Νόμου ή σε οποιαδήποτε διάταξη στην οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας να έχει παραπέμψει το Δικαστήριο. [ 67 ] Ούτε και θα συμφωνήσω με τη θέση πως εξυπακούεται η προαναφερόμενη θέση (δηλαδή, ως προς το ότι το εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου δεν προνοεί ρητά ότι μπορεί να συνυπάρξουν η διαδικασία του Μέρους VIA και σχετική αγωγή) από τη διατύπωση του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Το συγκεκριμένο εδάφιο απλά παραθέτει τους λόγους παραμερισμού σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης. Η δε θέση ως προς το ότι το υπό κρίση ζήτημα είναι η ερμηνεία του «εδαφίου» (α) (προφανώς δηλαδή η παράγραφος (α) του εδαφίου
(3)) πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι όντως είναι δυνατό αυτή η ερμηνεία να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως το «υπό κρίση ζήτημα». Η παράγραφος (α) αποτελεί απλά και μόνο ένα από τους τέσσερεις λόγους για τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Ο λόγος αυτός έχει συγκεκριμένο σκοπό εντός του πλαισίου λειτουργίας της προβλεπόμενης διαδικασίας παραμερισμού και όχι οτιδήποτε περισσότερο. [ 68 ] Ούτε και έχει πεισθεί το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της θέσης ότι είναι άτοπο να εξετάζονται οι ασφαλιστικές δικλίδες οι οποίες υφίστανται στο Μέρος VIA προς εξασφάλιση των συμφερόντων του ενυπόθηκου οφειλέτη ή ότι μία τέτοια εξέταση όντως είναι αντιφατική και ασεβής προς τη δικαστική απόφαση με την οποία διατάχθηκε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. [ 69 ] Υπενθυμίζω και πάλι πως η ύπαρξη του σχετικού Νόμου αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο και πως δεν τίθεται θέμα της οποιασδήποτε επιλογής του Δικαστηρίου να μην εφαρμόσει το συγκεκριμένο Νόμο ακόμη και στη περίπτωση όπου όντως έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στην οποία προνοείται και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αντιθέτως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι όχι μόνο δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια εντός του σχετικού Νόμου η οποία να απαγορεύει την εφαρμογή του Μέρους VIA στις περιπτώσεις όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση με την οποία να διατάσσεται η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου αλλά ούτε και είναι δυνατό να κριθεί ότι εξυπακούεται με οποιαδήποτε ερμηνεία του σχετικού Νόμου μία τέτοια ερμηνεία. [ 70 ] Επιπλέον ούτε και έχει επεξηγηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας ποιες είναι οι «πολλές» όπως τις χαρακτηρίζει προϋποθέσεις για την χρησιμοποίηση της διαδικασίας του Μέρους VIA οι οποίες είναι αντικειμενικά ανεφάρμοστες όταν υφίσταται δικαστική απόφαση η οποία διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. [ 71 ] Διευκρινίζω βεβαίως πως οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ασφαλώς έχουν σχέση με την περίπτωση της εφεσείουσας, όπως αυτή έχει παρουσιαστεί κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης, παράλληλα όμως οι θέσεις οι οποίες προτείνονται προς υποστήριξη της έφεσης της δεν πείθουν το Δικαστήριο και γενικά ως προς την εφαρμογή του σχετικού Νόμου ή τη μη εφαρμογή του Μέρους VIA σε περιπτώσεις στις οποίες ήδη έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Ε.3 Εξέταση των λόγων ένστασης [ 72 ] Διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την εξέταση της έφεσης και της όλης επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της βασιμότητας της θεωρώ πραγματικά πως παρέλκει η οποιαδήποτε εξέταση των λόγων ένστασης. Προσθέτω απλά ότι το Δικαστήριο συμφωνεί ως προς την ύπαρξη της δυνατότητας της εφεσίβλητης να εφαρμόσει τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου και στην περίπτωση της εφεσείουσας παρά και την έκδοση προηγουμένως σχετικής δικαστικής απόφασης. Στ. Συμπέρασμα [ 73 ] Επομένως, διατηρώντας υπόψη το όλο σκεπτικό αυτής της απόφασης στο σύνολο του το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιασδήποτε των αιτούμενων θεραπειών. Συνεπώς η έφεση κρίνεται ανεδαφική και ως τέτοια απορρίπτεται. [ 74 ] Σε σχέση με το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της έφεσης δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε τα έξοδα αυτής να μην επιδικαστούν υπέρ της εφεσίβλητης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διαταγή πληρωμής των εξόδων υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος της εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ότι δηλαδή δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αναφορά σε απόφαση άλλου πρωτόδικου Δικαστηρίου στον πρώτο λόγο ένστασης «...για τον λόγο ότι πολύ απλά πουθενά δεν επικαλείται τέτοια αυθεντία ο ομνύοντας στην Αίτηση-Έφεση και η εν λόγω αναφορά γίνεται αυθαίρετα και χωρίς οιανδήποτε βάση και αποδεικνύει την τυποποιημένη μορφή της ένστασης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.