← Κύπρος

Δημήτρης Μουρελάτος κ.α. ν. Νικολέττα Λοϊζίδου, Αριθμός Αγωγής:- 1482/2011, 21/11/2016

Δημήτρης Μουρελάτος κ.α. ν. Νικολέττα Λοϊζίδου, Αριθμός Αγωγής:- 1482/2011, 21/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A257 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: - Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής:- 1482/2011 Μεταξύ:-

  1. Δημήτρης Μουρελάτος
  2. Μαρία Πιερή Ενάγοντες Και Νικολέττα Λοϊζίδου Εναγόμενη Αίτηση Ημερομηνίας 8/9/2015 Ημερομηνία :- Δευτέρα 21η Νοεμβρίου 2016 Για τους Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ΄ων η Αίτηση :- κα. Χριστιάνα Παναγιώτου για Μιχαλάκης Κυπριανού Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αντιγόνη Φακοντή για Ε. Ερωτοκρίτου & Σια Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κος. Ρούλλα Μαλλή Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χαράλαμπος Σωτηριάδης Ενδιάμεση Απόφαση [1] Σύμφωνα με το αίτημα της εναγόμενης ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η «...αναστολή και/ή ανακοπή της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρις ότου η Ενάγουσα 2 συγκατατεθεί και/ή εξεταστεί από τον ιατρό επιλογής της Εναγομένης». [2] Οι καθ΄ ων η αίτηση ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 8 λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας
  3. [3] Αν και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης το περιεχόμενο αυτής στο μεγαλύτερο βαθμό αποτελείται από επανάληψη του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής με εξαίρεση της αναφοράς σε εξέταση της ενάγουσας 2 από τον ιατρό Ηλία Γεωργίου στις 27/3/2012 και κατάληξη πως, όπως η ίδια η εναγόμενη πιστεύει, τα δικαιώματα της θα επηρεαστούν αρνητικά στην περίπτωση που η ενάγουσα 2 δεν επανεξεταστεί από τον ιατρό της επιλογής της καθότι θα στερηθεί του δικαιώματος να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία ειδικού σε σχέση με τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες της ενάγουσας
  4. [4] Με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 προς υποστήριξη της ένστασης προβάλεται η θέση ότι η αίτηση δεν εγείρεται καλόπιστα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας διότι ήδη είχε εξεταστεί από τον ορθοπεδικό Δρ. Ηλία Γεωργίου ενώ επιπρόσθετα η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και με κακή πίστη για να εκτραπεί η διαδικασία με σκοπό την καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής, η οποία θα της επιφέρει αδικαιολόγητη ταλαιπωρία λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό διάστημα το οποίο έχει μεσολαβήσει. Επιπλέον, ισχυρίζεται πως η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν δικαιολογείται ενώ όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση τόσο ισχυρότεροι θα έπρεπε να είναι οι λόγοι δικαιολόγησης της. Καθότι, όπως προσθέτει, με το είδος διατάγματος το οποίο ζητείται συνεπάγεται επέμβαση στην προσωπική της ελευθερία και παραβίαση αναφαίρετου συνταγματικού δικαιώματος της (δίχως όμως να καθορίζει ακριβώς σε ποιο συνταγματικό της δικαίωμα της αναφέρεται). Απορρίπτει δε τη θέση πως το αίτημα της εναγόμενης εξυπηρετεί με οποιοδήποτε τρόπο τη δικαιοσύνη. [5] Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί πως η εναγόμενη καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας διευκρίνισε πως το αίτημα της είναι για εξέταση της ενάγουσας 2 από συγκεκριμένο ειδικό νευροχειρούργο από τη Λεμεσό, δηλαδή τον Δρ. Γιάννη Ιωάννου. Επισημαίνει επίσης πως η μαρτυρία την οποία η ενάγουσα 2 επικαλείται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της είναι αυτή του νευροχειρούργου, Δρ. Βάκη Παπαναστασίου. Η αναγκαιότητα να δοθεί η συγκεκριμένη διευκρίνιση προέκυψε από τη γενικότερη αντίθεση της ενάγουσας 2 στην εντύπωση ουσιαστικά η οποία είχε δημιουργηθεί στην ίδια ως προς το ότι το αίτημα ήταν για επανεξέταση της από τον ίδιο γιατρό ο οποίος την είχε εξετάσει στο παρελθόν, δηλαδή από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου. [6] Ουσιαστικά με αυτή τη διευκρίνιση παύει να έχει σημασία ο λόγος ένστασης (ε), τουλάχιστον στο βαθμό στον οποίο αυτός αναφέρεται σε απουσία επαρκούς και συγκεκριμένου λόγου υποστήριξης της αίτησης εφόσον η ενάγουσα 2 ουδέποτε αρνήθηκε την ιατρική εξέταση της ενώ έχει ήδη εξεταστεί από τον συγκεκριμένο γιατρό. Με τον ίδιο τρόπο παύουν να υποστηρίζονται, υπό την έννοια της πραγματικής πτυχής αυτών, οι θέσεις οι οποίες προβάλλονται εντός της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2 ως προς την απουσία καλής πίστης και ύπαρξης κατάχρησης της διαδικασίας καθότι η ίδια είχε ήδη εξεταστεί από το συγκεκριμένο γιατρό. Βεβαίως, παρά και τη διευκρίνιση αυτή, οι καθ΄ ων η αίτηση εξακολουθούν να ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή ουσιαστικά η ενάγουσα 2 και πάλι δεν συγκατατίθεται στην ιατρική εξέταση της έστω και από άλλο γιατρό με την προαναφερόμενη ειδικότητα. [7] Ως προς το θέμα της καθυστέρησης, της υποβολής δηλαδή της αίτησης καθυστερημένα δίχως να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία (λόγος ένστασης (β)), η γενικότερη θέση της ενάγουσας 2, τουλάχιστον ως προς την ύπαρξη καθυστέρησης, δεν απορρίπτεται πλήρως από την ευπαίδευτη δικηγόρο της εναγόμενης η οποία όμως εισηγείται πως αυτή δεν οφείλεται στην εναγόμενη προσθέτοντας όμως και συγκεκριμένη θέση. Ως προς το ότι δηλαδή η αίτηση δεν έχει καθυστερήσει ιδιαίτερα έτσι ώστε αυτή να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. [8] Προχωρώντας σε εξέταση της αίτησης διευκρινίζεται κατ΄ αρχάς πως πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθούν ως βάσιμοι οι λόγοι ένστασης (α) και (γ). Δηλαδή, ως προς το ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί «...ως ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή ως παράτυπη και/ή ως αστήρικτη και/ή ως καταχρηστική...» ή ότι διότι αυτή είναι «...σκανδαλώδης, καθ΄ όλα απαράδεκτη και ψευδής». Αναφορικά με το θέμα της νομικής βασιμότητας της αίτησης, δεν κρίνεται απαραίτητο όπως το Δικαστήριο αναφερθεί στην ύπαρξη της νομικής πτυχής της αίτησης. Οι ίδιοι οι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρονται σε σχετική νομολογία. Συνεπώς είναι δεδομένη η ύπαρξη της νομικής βάσης της δυνατότητας τόσο καταχώρησης όσο και προώθησης του αιτήματος της εναγόμενης. Αναφορικά με τους υπόλοιπους χαρακτηρισμούς ουσιαστικά, ως προς την περιγραφή δηλαδή της αίτησης ως σκανδαλώδης ή απαράδεκτη ή ψευδής το Δικαστήριο διαφωνεί εντελώς ως προς το ότι αυτοί είναι βάσιμοι. Τέτοιοι χαρακτηρισμοί όχι μόνο κρίνονται αβάσιμοι αλλά και υπερβολικοί δίχως οποιαδήποτε υποβοηθητική σχέση και με το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [9] Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τον τελευταίο χαρακτηρισμό (ψευδής) δεν χρειάζεται οτιδήποτε περισσότερο από εξέταση του περιεχομένου του φακέλου έτσι ώστε να διαπιστωθεί μία τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως βασιμότητα του αιτήματος της εναγόμενης. Βασιμότητα υπό την έννοια ότι το αίτημα εύλογα προκύπτει ως αποτέλεσμα της όλης διαμόρφωσης της πραγματικής πτυχής αναφορικά με την προώθηση της αξίωσης της ενάγουσας 2 εναντίον της εναγόμενης. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη πως περίπου έξι μήνες μετά και από την ιατρική εξέταση στην οποία η ενάγουσα 2 είχε συγκατατεθεί (στις 27/3/2012) είχε ακολουθήσει όχι μόνο χειρουργική επέμβαση (στις 20/9/2012) αλλά στη συνέχεια μετά και από άλλους περίπου τεσσερισήμισι μήνες (στις 8/2/2013) υποβλήθηκε και αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης από τους ενάγοντες, εξαιτίας ακριβώς αυτής της επέμβασης και η οποία εγκρίθηκε - δίχως σημειωτέον να υπάρχει οποιαδήποτε ένσταση από την εναγόμενη, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί και ως ενδεικτική μίας γενικότερης προσπάθειας πρόκλησης καθυστέρησης - κατά την πρώτη ημερομηνία στην οποία αυτή είχε οριστεί για ακρόαση από τον Πρωτοκολλήτη, δηλαδή στις 6/3/2013, βάσει και της οποίας τροποποίησης η κλίμακα της αγωγής αυξήθηκε με πολλαπλασιασμό της κατά πενήντα φορές από €2.000 έως €10.000 σε €100.000 έως €500.
  5. Άλλαξε δηλαδή όχι απλά τυπικά αλλά δραστικά η αξίωση την οποία η εναγόμενη πλέον αντιμετώπιζε εάν ληφθεί δηλαδή υπόψη απλά και μόνο η αύξηση της κλίμακας της αγωγής. Ενώ πέραν και από αυτή την αύξηση αναμφίβολα οι κατ΄ ισχυρισμό σωματικές βλάβες επί των οποίων η ενάγουσα 2 στήριζε την αξίωση της διέφεραν σημαντικά από αυτές οι οποίες αρχικά αναφέρονταν εντός της έκθεσης απαίτησης προ της ιατρικής εξέτασης της από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου όχι μόνο από απόψης έκτασης αλλά και της φύσης αυτών. Καθότι πέραν και από αναφορές σε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ελαφρά διάσειση, κάκωση αυχένα δίκην μαστιγίου, έντονη κεφαλαλγία, ζάλη και αυχεναλγία, πλέον προβάλλονται με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης ισχυρισμοί ως προς τις συνέπειες από το επίδικο τροχαίο ατύχημα τις οποίες η ενάγουσα βεβαίως δεν προέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο προηγουμένως. Όπως, πίεση του νωτιαίου μυελού με κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών νευρολογικών προβλημάτων η οποία οδήγησε και στην αναγκαιότητα χειρουργικής επέμβασης. Ή, ισχυρισμοί και ως προς το είδος αυτής της επέμβασης με πρόσθια αυχενική μικροδισκεκτομή και σπονδυλοδεσία των αυχενικών σπονδύλων Α5/6 και Α6/
  6. [10] Ασφαλώς, η προαναφερόμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης από μόνη της δεν μπορεί παρά να ληφθεί ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο σε σχέση με το αίτημα της εναγόμενης. Σύμφωνα και με τη νομολογία μας η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις όπως η παρούσα ασκείται λαμβάνοντας υπόψη και παράγοντες όπως το δικαίωμα της εναγόμενης για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα το οποίο θεωρείται συνυφασμένο με την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. σχετικά την απόφαση Αριστοδήμου ν. Πετάση

(1990)1 Α. Α. Δ. 112). Σύμφωνα και με την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης το αίτημα βασίζεται και στην παροχή ευχέρειας διορισμού δικού της εμπειρογνώμονα με σκοπό την υπεράσπιση της σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό σωματικές βλάβες της ενάγουσας 2 οι οποίες και απαιτούν εξέταση από ειδικό νευροχειρούργο. Τονίζεται δηλαδή πως θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στην εναγόμενη να παρουσιάσει και η ίδια σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής ως προς την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας
  1. [11] Πραγματικά διατηρώντας υπόψη απλά και μόνο τα προαναφερόμενα δεδομένα, δηλαδή την χειρουργική επέμβαση μετά και από την ιατρική εξέταση της ενάγουσας 2 και η οποία οδήγησε στην τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση, όπως αυτή διατυπώνεται υπό μορφή λόγου ένστασης ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί «...ως ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή ως παράτυπη και/ή ως αστήρικτη και/ή ως καταχρηστική...». Πραγματικά ούτε αβάσιμη αλλά ούτε και ως παράτυπη ή αστήρικτη ή καταχρηστική είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο η αίτηση της εναγόμενης. [12] Εγείρεται βεβαίως και θέμα καθυστέρησης ως προς την υποβολή του αιτήματος της εναγόμενης. Ιδιαίτερης σημασίας επί αυτού του θέματος αποτελεί βεβαίως και το γεγονός πως δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της αγωγής. Όπως αναφέρεται σχετικά και στην απόφαση Αριστοδήμου ν. Πετάση (βλ. πιο πάνω) αίτηση για ιατρική εξέταση πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της δίκης. Αναφέρεται επίσης πως κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης θα πρέπει να δικαιολογείται ενώ όσο μεγαλύτερη είναι αυτή ανάλογα ισχυρότεροι θα πρέπει να είναι και οι λόγοι που να την υποστηρίζουν. Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί πως στην Αριστοδήμου ν. Πετάση (βλ. πιο πάνω) εξεταζόταν έγκριση αίτησης για ιατρική εξέταση μετά και από το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα όμως, όπως τονίστηκε, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση αίτησης για ιατρική εξέταση είναι, σε κάθε περίπτωση, αλληλένδετη με τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, έτσι και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης για ιατρική εξέταση. [13] Δεν κρίνεται σκόπιμο για το Δικαστήριο να επαναλάβει τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο [9] αυτής της απόφασης σε σχέση με τα χρονικά δεδομένα αυτής της αγωγής. Δεδομένα τα οποία βεβαίως λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του θέματος της καθυστέρησης. Όμως επίσης σχετικά κρίνονται και τα όσα διαδικαστικά δεδομένα είναι δυνατό να εντοπιστούν από το φάκελο του Δικαστηρίου μετά και από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Μετά και από τις 30/5/2013 ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, προφανώς προς έλεγχο της καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων, η αγωγή στη συνέχεια ορίστηκε και πάλι για οδηγίες στις 23/9/2013, ενδεχομένως έτσι ώστε να καταχωρηθεί και επιπρόσθετο δικόγραφο, δηλαδή η απάντηση στην υπεράσπιση. Στις 23/9/2013 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως η πλευρά των εναγόντων εφοδιάσει την εναγόμενη με όλα τα απαραίτητα ιατρικά πιστοποιητικά και η αγωγή ορίστηκε και πάλι για οδηγίες στις 4/11/
  2. Κατά την ημερομηνία αυτή δηλώθηκε πως αντίγραφα των ιατρικών πιστοποιητικών είχαν σταλεί στις 21/10/2013 και ζητήθηκε από κοινού χρόνος έτσι ώστε αυτά να εξεταστούν από την ασφαλιστική εταιρεία με σκοπό την εξέταση της πιθανότητας υποβολής πρότασης, προς διευθέτηση δηλαδή της αγωγής. Ορίστηκε η αγωγή για επίτευξη συμβιβασμού στις 9/12/2013 κατά την οποία ημερομηνία εμφανίστηκε η ενάγουσα 2 μόνο και ζήτησε ημερομηνία ακρόασης δηλώνοντας παράλληλα πως θα ενημέρωνε σχετικά τη συνάδελφο της. Ορίστηκε τότε η αγωγή για ακρόαση στις 16/6/2014 κατά την οποία ημερομηνία αυτή αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε για ακρόαση στις 4/12/
  3. Ημερομηνία κατά την οποία και πάλι η ακρόαση αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο και ορίστηκε για ακρόαση στις 5/5/
  4. Παρουσιάζει ενδιαφέρον η συγκεκριμένη ημερομηνία καθότι ακολούθως ορίστηκε η αγωγή για οδηγίες στις 16/6/2015 για να γίνει ιατρική επανεξέταση με ενδεχόμενο νέας πρότασης. Κατά την ημερομηνία αυτή διατηρώντας υπόψη πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση η αγωγή στις 18/1/
  5. Θα πρέπει αναφορικά με αυτή την ημερομηνία (16/6/2015) το Δικαστήριο να διορθώσει τη λανθασμένη εντύπωση την οποία η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης έχει ως προς τα όσα είχαν συμβεί. Προφανώς αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν εμφανίστηκε η ίδια προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία αυτή. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο πρακτικό ως προς το ότι, αφού προηγουμένως δηλώθηκε ότι η ενάγουσα 2 δεν είχε εξεταστεί ακόμη, το ίδιο το Δικαστήριο να είχε ζητήσει από την εναγόμενη να καταχωρήσει γραπτή αίτηση για ιατρική εξέταση της ενάγουσας
  6. Βεβαίως γεγονός παραμένει πρώτο, ο ορισμός της αγωγής ακολούθως για ακρόαση στις 18/1/2016 και δεύτερο, η καταχώρηση, σχεδόν τρεις μήνες αργότερα, στις 8/9/2015 της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [14] Θα συμφωνήσω με τη θέση των εναγόντων ως προς το ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και πως αυτή θα μπορούσε να είχε καταχωρηθεί νωρίτερα όχι όμως και αμέσως μετά και από την έγκριση της αίτησης τροποποίησης. Καθότι βεβαίως ευσταθεί και η θέση της εναγόμενης ως προς την προσπάθεια η οποία καταβαλλόταν για διευθέτηση της αγωγής εντός του πλαισίου της οποίας δεν αποκλειόταν η αναγκαιότητα η ενάγουσα 2 να υποβαλλόταν και σε νέα ιατρική εξέταση. Συμφωνεί επίσης το Δικαστήριο και με τη θέση της εναγόμενης πως υπό τις περιστάσεις η καθυστέρηση η οποία διαπιστώνεται δεν είναι τέτοια έτσι ώστε να οδηγείται το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως δεν θα πρέπει η αίτηση να εγκριθεί εξαιτίας ακριβώς αυτής της καθυστέρησης. [15] Υπάρχουν άλλοι παράγοντες οι οποίοι εξισορροπούν το γεγονός της ύπαρξης καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος της εναγόμενης και οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Όπως, παραδείγματος χάριν, το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη αρχίσει η ακρόαση και η παρουσίαση της υπόθεσης των εναγόντων και ιδιαίτερα δε της ενάγουσας 2 ως προς την απόδειξη της αξίωσης των. Εξίσου σημαντικός παράγοντας και η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως αποτέλεσμα νέων κατ΄ ισχυρισμό δεδομένων βάσει και της χειρουργικής επέμβασης την οποία η ενάγουσα 2 υπέστη. Επέμβαση η αναγκαιότητα για την οποία προέκυψε μετά από την μοναδική ιατρική εξέταση εκ μέρους της εναγόμενης την οποία η ενάγουσα 2 υπέστη και η οποία έγινε από γιατρό άλλης ειδικότητας από αυτή του γιατρού ο οποίος διαπίστωσε την αναγκαιότητα για τη συγκεκριμένη χειρουργική επέμβαση. Ουσιαστικά αυτοί οι παράγοντες επισκιάζουν την οποιαδήποτε σημασία την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποδώσει στην καθυστέρηση η οποία παρατηρείται ως προς την υποβολή του αιτήματος της εναγόμενης. Συνεπώς, ο λόγος ένστασης (β) ως προς το ότι η αίτηση «... υποβάλλεται καθυστερημένα και χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση...» δεν γίνεται δεκτός ως βάσιμος καθότι το Δικαστήριο κρίνει πως ο παράγοντας της καθυστέρησης στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνδέεται με εντελώς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ότι είναι τέτοιας μορφής έτσι ώστε να μην παρέχεται η ευχέρεια έγκρισης της αίτησης εξαιτίας αυτού του παράγοντα. [16] Βεβαίως η ενάγουσα 2 προβάλει και άλλους λόγους ένστασης όπως, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση «...συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και υποβάλλεται με κακή πίστη για να εκτραπεί η διαδικασία και για σκοπούς καθυστέρησης εκδίκασης της αγωγής...» (λόγος ένστασης (δ)). [17] Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα αυτής της υπόθεσης δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να δεχτεί αυτό το λόγο ένστασης ως βάσιμο. Καμία κατάχρηση της διαδικασίας από την εναγόμενη δεν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο. Ούτε και αναδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο η ύπαρξη κακής πίστης ως προς την υποβολή της αίτησης ή ότι σκοπός της ήταν η καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής. Μάλιστα αυτό το οποίο όντως αναδεικνύεται από την όλη πορεία της αγωγής μετά και από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης είναι μία προσπάθεια από την εναγόμενη εκ νέου αξιολόγησης της αξίωσης της ενάγουσας 2 βάσει πλέον νέων κατ΄ ισχυρισμό δεδομένων και εντός του πλαισίου της οποίας βεβαίως απαραίτητα συμπεριλαμβανόταν και η εξασφάλιση συγκατάθεσης της ενάγουσας 2 ως προς την ιατρική εξέταση της δίχως να χρειαζόταν η καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [18] Ως προς τον λόγο ένστασης (ε) σε σχέση με την ανυπαρξία επαρκούς και συγκεκριμένου λόγου έτσι ώστε να εγκριθεί η αίτηση, πέραν και των όσων αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο [6] αυτής της απόφασης, θεωρώ πως ακόμη και βάσει μόνο του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής δικαιολογείται πλήρως η έγκριση του αιτήματος για ιατρική εξέταση της ενάγουσας
  7. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη τα όσα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα οδήγησαν στην αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ιδιαίτερα δε λαμβάνοντας υπόψη και την αύξηση της κλίμακας της αγωγής και τα όσα αυτή συνεπάγεται ως προς την αναγκαιότητα όσο το δυνατό καλύτερης υπεράσπισης της εναγόμενης εναντίον της αξίωσης την οποία πλέον αντιμετωπίζει. Βάσει δηλαδή νέων κατ΄ ισχυρισμό δεδομένων ως προς τις συνέπειες για την ενάγουσα 2 από το επίδικο τροχαίο ατύχημα σε σχέση με τις σωματικές βλάβες τις οποίες αυτή υπέστη εξαιτίας αυτού. [19] Βεβαίως, είναι αυτό το δικαίωμα υπεράσπισης της εναγόμενης το οποίο δεν μπορεί παρά να ληφθεί ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο ως προς την έγκριση ή μη του αιτήματος της για την ιατρική εξέταση της ενάγουσας 2 ή ουσιαστικά την αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου εξασφαλιστεί αυτή η ιατρική εξέταση. Έτσι ώστε στη συνέχεια βάσει και των αποτελεσμάτων αυτής η εναγόμενη να είναι επίσης πλέον σε θέση να εξασφαλίσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα προς αντιμετώπιση της μαρτυρίας την οποία είναι εύλογα προβλεπτό πως η ενάγουσα 2 θα προσκομίσει προς απόδειξη του συγκεκριμένου μέρους της αξίωσης των εναγόντων. [20] Ουσιαστικά με το ίδιο σκεπτικό βάσει του οποίου δεν κρίνεται βάσιμος ο λόγος ένστασης (ε) δεν είναι επίσης δυνατό να γίνει δεκτός και ο λόγος ένστασης (στ) ως προς το ότι δεν έχει καταφέρει η εναγόμενη «...να αποσείσει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την αποδοχή της αίτησης και δεν έχει αποκαλύψει πλήρως τους λόγους της Αίτησης». Προσθέτω απλά πως δεν διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο η εναγόμενη να μην έχει στοιχειοθετήσει πλήρως το αίτημα της με την παρουσίαση όλων των κρινόμενων ως ικανοποιητικών λόγων προς υποστήριξη του. [21] Ως προς τους τελευταίους δύο λόγους ένστασης δηλαδή, πρώτο, ότι ο σκοπός της εναγόμενης «...δεν είναι η διαπίστωση της κατάστασης της υγείας της Ενάγουσας Νο2 αλλά η ταλαιπωρία και ο διασυρμός της χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση της υγείας της και η προσωπική της αξιοπρέπεια» (λόγος ένστασης (ζ)) και δεύτερο, ότι η αίτηση, ή ουσιαστικά η έγκριση της, «...δεν θα ωφελήσει ποσώς τη διαδικασία, θα δημιουργήσει προβλήματα και θα περιπλέξει τα πραγματικά γεγονότα...» και «....θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση...» (λόγος ένστασης (η)), παρατηρώ τα ακόλουθα. [22] Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως έχει εξαντληθεί η εξέταση του θέματος της καθυστέρησης και το Δικαστήριο δεν πρόκειται να επανέλθει σε αυτό το θέμα. Αναφορικά δε με την απόδοση άλλου σκοπού του αιτήματος της εναγόμενης πέραν από τη διαπίστωση της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας 2 πραγματικά δεν διαπιστώνεται πως αυτοσκοπός της εναγόμενης είναι ο με οποιονδήποτε τρόπο διασυρμός της ενάγουσας 2 ή πρόκληση ταλαιπωρίας σε αυτή ή ακόμη και πως δεν λαμβάνεται υπόψη είτε η κατάσταση της υγείας της είτε η προσωπική της αξιοπρέπεια. Δεν έχει παραθέσει ούτε ένα στοιχείο η ενάγουσα 2 βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ούτε και έχει προβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο αδυναμία λόγω της κατάστασης της υγείας της να υποβληθεί στην εξέταση η οποία ζητείται ή το είδος αυτής της ιατρικής εξέτασης. Ενώ βεβαίως ως προς το ερώτημα κατά πόσο θα είναι ωφέλιμο σε σχέση με τη διαδικασία να εγκριθεί το αίτημα της εναγόμενης, κρίνω πως υπό τις περιστάσεις θα ήταν άδικο και κατά παράβαση του δικαιώματος υπεράσπισης της εναγόμενης να μην της παρασχεθεί η δυνατότητα νέας ιατρικής εξέτασης της ενάγουσας 2, διατηρώντας βεβαίως υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων σε σχέση με το μέρος βάσει του οποίου διεκδικούνται ειδικές και γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό συνέπειες των σωματικών βλαβών της ενάγουσας 2 εξαιτίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. [23] Ως προς τη θέση ότι η έγκριση της αίτησης με στόχο ουσιαστικά την ιατρική εξέταση της ενάγουσας 2 θα περιπλέξει τα πραγματικά γεγονότα αντιθέτως το Δικαστήριο θεωρεί πως μία τέτοια ιατρική εξέταση θα βοηθήσει και τη διαδικασία καθώς πλέον η εναγόμενη θα είναι σε θέση είτε ενδεχομένως ακόμη και να δεχτεί τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η υποβολή της ενάγουσας 2 σε χειρουργική επέμβαση είτε να προετοιμαστεί καλύτερα και πιο αποτελεσματικά ως προς την προβολή της υπεράσπισης της σε περίπτωση κατά την οποία η αγωγή οδηγείται σε ακρόαση με τη δυνατότητα τόσο η ευπαίδευτη συνήγορος της να αντεξετάσει πιο στοχευμένα τον μάρτυρα ή τους μάρτυρες τους οποίους η ενάγουσα 2 θα παρουσιάσει προς απόδειξη του συγκεκριμένου μέρους της αξίωσης των εναγόντων όσο και να προετοιμάσει και παρουσιάσει καλύτερα την εκδοχή της εναγόμενης ως προς αυτό το μέρος της αξίωσης. [24] Συνεπώς, βάσει και των όσων αναφέρονται πιο πάνω το αίτημα της εναγόμενης κρίνεται απόλυτα δικαιολογημένο και αυτό εγκρίνεται με την έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας στην αγωγή μέχρις ότου η ενάγουσα 2 εξεταστεί από τον Δρ. Γιάννη Ιωάννου, ειδικό νευροχειρούργο από τη Λεμεσό. [25] Αναφορικά με την εφαρμογή του διατάγματος διευκρινίζεται πως αυτό θα διέπεται υπό τους ακόλουθους όρους. [25.1] Η δικηγόρος της εναγόμενης θα πρέπει να μεριμνήσει έτσι ώστε εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης και εντός της ίδιας χρονικής περιόδου, διευθετηθεί ραντεβού με τον συγκεκριμένο γιατρό και για το οποίο θα πρέπει να ενημερωθεί άμεσα η ενάγουσα
  8. [25.2] Σε περίπτωση οποιασδήποτε αδυναμίας συμμόρφωσης της εναγόμενης ή του γιατρού ή ακόμη και της ενάγουσας 2 με την προαναφερόμενη χρονική προθεσμία θα πρέπει αναλόγως είτε η εναγόμενη είτε η ενάγουσα 2 να υποβάλει γραπτώς αίτημα προς το Δικαστήριο για παράταση αυτής της χρονικής περιόδου. [25.3] Σε περίπτωση άρνησης της ενάγουσας 2, μετά από αυτή την ενημερώση και εντός της προαναφερόμενης χρονικής περιόδου ή της οποιασδήποτε παράτασης αυτής, να εξεταστεί από τον συγκεκριμένο γιατρό, τότε θα εξακολουθεί να ισχύει η αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή μέχρις ότου ικανοποιηθεί ο όρος βάσει του οποίου είναι εφικτό να παύσει να ισχύει αυτή η αναστολή. [25.4] Σε τέτοια περίπτωση η δυνατότητα ιατρικής εξέτασης της ενάγουσας 2 θα εξακολουθεί να υπάρχει όμως θα πρέπει πλέον η ενάγουσα 2 να ενημερώσει σχετικά την εναγόμενη μέσω της δικηγόρου της ως προς την πρόθεση της για ικανοποίηση του όρου αναστολής της διαδικασίας της αγωγής. [25.5] Σε περίπτωση κατά την οποία όντως διεκπεραιώνεται η ιατρική εξέταση της ενάγουσας 2 από τον συγκεκριμένο γιατρό τότε οι ενάγοντες θα μπορούν ακολούθως να ζητήσουν μέσω του Πρωτοκολλητή όπως ο φάκελος της αγωγής τεθεί το συντομότερο δυνατό και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε αναλόγως να προγραμματιστεί η εκδίκαση της αγωγής. [26] Διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εις βάρος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο είτε μετά από την εκδίκαση της αγωγής είτε μετά και από την αποπεράτωση της με διαφορετικό τρόπο. [27] Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα, είτε, συνήθως, βάσει της ημερομηνίας επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, και των οποίων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.