PFO VILLAS LIMITED ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 104/16, 28/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A262 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 104/16 Μεταξύ: PFO VILLAS LIMITED (A/E 49110) από Λευκωσία και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD από Λευκωσία ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.10.2016 για τροποποίηση της Αίτησης/Έφεσης ----------------- Ημερομηνία: 28.11.2016 Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κ. Δ. Παπαδημήτρης για κα Β. Κασαπιάν Για Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Μιχαήλ για Α. Ανδρέου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ανωτέρω Αίτηση/Έφεση αξιώνεται η αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της Εφεσείουσας και η ακύρωση της σχετικής ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Με την κρινόμενη αίτηση επιζητείται η έκδοση: «Β) Διατάγματος επιτρέποντος την τροποποίηση του τίτλου της Έφεσης, δια της προσθήκης της φράσης «Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους» πριν την παράθεση των διάδικων μερών. Β) Διατάγματος επιτρέποντος την τροποποίηση της νομικής βάσης της Έφεσης με την προσθήκη στην νομική βάση της αίτησης των άρθρων 2, 5, 7, 9, 10, 14, 15
(1)και
(2)και 17 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών του 1956 ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα.» Με ένορκη δήλωση του Ιάκωβου Γιακουμή, διευθυντή της Αιτήτριας, ημερομηνίας 26.10.2016, αναφέρεται πως: «Προ ολίγων ημερών η δικηγόρος των Εφεσειόντων με ενημέρωσε ότι διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής δεν αναγράφηκαν στην νομική βάση της ως άνω υπό τον τίτλο Έφεσης οι Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμοί του 1956, Άρθρα 2, 5, 7, 9, 10, 14, 15
(1)και
(2)και 17 ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα). Συγκεκριμένα η δικηγόρος των Εφεσειόντων συντάσσοντας τη γραπτή της αγόρευση για την εκδίκαση της Έφεσης που ήταν ορισμένη στις 19/10/2016 και μελετώντας τους λόγους ένστασης των Εφεσιβλήτων συνειδητοποίησε ότι εκ παραδρομής δεν αναγράφηκαν τα πιο πάνω άρθρα των Κανονισμών στη νομική βάση της Έφεσης.» Εκφράζει την άποψη πως: «Τόσο η μη αναγραφή των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών του 1956, Άρθρα 5, 7, 10, 14, 15
(1)και
(2)και 17 (ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα) εις την νομική βάση της Έφεσης όσο και η παράλειψη της εισαγωγικής φράσης «Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους» στον τίτλο της Έφεσης οφείλεται σε καθαρή αβλεψία και συνιστά καλόπιστο λάθος ενώ η προσθήκη τους σε τίποτα δεν αλλάζει ως προς την ουσία της την Έφεση αλλά ούτε και επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα Εφεσιβλήτων στην παρούσα Έφεση.» Επίσης αναφέρει ότι αποτελούν απλή παρατυπία που μπορεί να θεραπευθεί διαζευκτικά και με τη διαδικασία που προβλέπεται στη Διαταγή 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση ενόψει ανυπαρξίας άλλης ρητής πρόβλεψης των Κανονισμών του 1956 σχετικά με το θέμα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 17 των εν λόγω Κανονισμών. Εκφράζεται τέλος η πεποίθηση πως οι σκοπούμενες τροποποιήσεις τείνουν να διορθώσουν απλές παρατυπίες και παραλείψεις και σε κάθε περίπτωση δεν θα βλαφθούν τα συμφέροντα των Εφεσιβλήτων-Καθ΄ ων η αίτηση και ουδεμία ζημιά θα υποστούν από τη σκοπούμενη τροποποίηση που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η Καθ΄ ης η αίτηση ενίσταται στη χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων και με την ειδοποίηση ένστασης εγείρει 14 λόγους, οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Καταγράφονται κατωτέρω οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης: «
- Η αίτηση ημερ. 26/10/2016 στερείται οποιουδήποτε κατάλληλου υποβάθρου και/ή πραγματικού υποβάθρου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών.
- Ελλείπει το νομικό υπόβαθρο προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς ούτε η επίκληση της Δ.64 αλλά ούτε της Δ.25 δίδει τέτοια δυνατότητα. Τα συγκεκριμένα άρθρα δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τη δικαιοδοσία για έκδοση των αιτούμενων, με την παρούσα αίτηση, διαταγμάτων.
- Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Επίσης, η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου στην νομική βάση αίτησης, δεν συνιστά έλλειψη ή λάθος σε οποιανδήποτε διαδικασία. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης.
- Στην καταχωρηθείσα αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να μπορέσει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αιτήτριας.
- Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δεν μπορούν να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από το Δικαστήριο.
- Η επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα και στην προκειμένη, στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αιτούμενη άρση της παρατυπίας και τροποποίηση της αίτησης με την τροποποίηση της νομικής βάσης δεν είναι δυνατή, καθότι η μη συμπερίληψη των συγκεκριμένων άρθρων δεν συνιστά απλή παρατυπία αλλά συνεπάγει ακυρότητα της αίτησης.
- Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς την Καθ΄ ης η Αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, καθώς θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση από το Δικαστήριο με τρόπο που θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα και προκαλώντας αδικία στην Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία δεν ευθύνεται για τις παραλείψεις και λάθη της Αιτήτριας και των Δικηγόρων της.
- Το μέγεθος της ισχυριζόμενης παρατυπίας είναι δυσανάλογο των θεραπειών που επιζητούνται.
- Η παράλειψη συμπερίληψης των συγκεκριμένων άρθρων 2, 5, 7, 10, 14, 15
(1)και
(2)και 17 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών 1956 (όπως τροποποιήθηκαν), δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστο λάθος το οποίο να δύναται να θεραπευθεί με την παρούσα αίτηση καθότι παραλείπεται το νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει την εκδίκαση της αίτησης ημερ. 28/4/
- Η νομική βάση της αίτησης ημερ. 28/4/2016 δεν μπορεί να τροποποιηθεί με τη μεταγενέστερη προσθήκη δικαιοδοτικών άρθρων στη νομική της βάση.
- Η παράλειψη αναφοράς της ορθής νομοθετικής βάσης δεν είναι θεραπεύσιμο ζήτημα και δεν μπορεί να διασωθεί η αίτηση ημερ. 28.4.2016 με την προσθήκη εκ των υστέρων νέας νομοθετικής βάσης.
- Η έλλειψη ή το λάθος που επιχειρείται να διορθωθεί ή τροποποιηθεί από την Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση, δεν είναι ούτε διαδικαστικής υφής ούτε τεχνικό ούτε τυπικό γεγονός αλλά αντίθετα άπτεται της ουσίας της αίτησης.
- Δεν δίνεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή των αιτημάτων τροποποίησης και/ή γεγονότα ήταν ή έπρεπε να ήταν σε γνώση τόσο των αιτητών όσο και των δικηγόρων τους σε προγενέστερο στάδιο.» Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αιτείται της απόρριψης της. Η κυρίως αίτηση όπως στην αρχή της απόφασης καταγράφηκε, αξιώνει τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και περαιτέρω ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Αίτηση/Έφεση που καταχωρήθηκε έχει τον τύπο και τη μορφή οιασδήποτε αίτησης σύμφωνα με τη Δ.48 (1-8) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η προβλεπόμενη από τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς στους οποίους ο Νόμος 9/1965 παραπέμπει, προβλέπει διαφορετικό τύπο αίτησης. Για τούτο και η Εφεσίβλητη ήγειρε ως πρώτο λόγο ένστασης ότι η αίτηση είναι νομικά παράτυπη και/ή εξ΄ υπαρχής άκυρη και δεν πληροί τον Τύπο 2 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών του
- Ενώ η ρηθείσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 31.5.2016 και η υπόθεση ορίσθηκε στις 7.7.2016 για οδηγίες για να ορισθεί ακολούθως για ακρόαση στις 19.10.2016, την ανωτέρω ημερομηνία αναβλήθηκε λόγω ασθένειας της συνηγόρου της Εφεσείουσας και ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 31.10.
- Εν τω μεταξύ καταχωρήθηκε στις 26.10.2016 η κρινόμενη αίτηση. Αποτέλεσε την επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Εφεσείουσας πως η τροποποίηση είναι αναγκαία και απαραίτητη για επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και ότι δεν θα προκληθεί οιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Παρέπεμψε δε, σε σχετική επί του θέματος νομολογία που διέπει τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Εν κατακλείδι υποστηρίζει η συνήγορος, πως η παράλειψη αναφοράς της φράσης «Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους» στον τίτλο και η παράλειψη αναφοράς νομικής βάσης, αποτελούν απλά παρατυπία, η οποία μπορεί να θεραπευθεί κατ΄ εφαρμογή της Δ.64 των Θεσμών. Η αντίθετη άποψη του συνηγόρου της Εφεσίβλητης υποστηρίζει ότι δεν χωρεί τροποποίηση αίτησης και ότι οι Θεσμοί τους οποίους η Εφεσείουσα επικαλείται δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Έκανε δε αναφορά στη Δ.25 παραθέτοντας το κείμενο της παλαιάς Διαταγής 25 με την υπόδειξη ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο σε δικόγραφα. Μετά την 1.1.2016, οι πρόνοιες της Δ.25, έχουν αντικατασταθεί με νέες διατάξεις. Το κείμενο αυτών έχει ως εξής: «1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Στην κρινόμενη περίπτωση δεν εκδίδεται κλήση για οδηγίες σύμφωνα με τη Δ.30. Η αίτηση έχει ορισθεί δύο φορές για ακρόαση και αναλογικά εφαρμοζόμενη μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι έχει εκφύγει του σταδίου των οδηγιών. Σε τέτοια περίπτωση η τροποποίηση επιτρέπεται μόνο για τις δύο κατονομαζόμενες πιο πάνω περιπτώσεις. Η δεύτερη δεν ισχύει, αφού ο Νόμος και οι Κανονισμοί ήσαν υπαρκτοί κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης. Εκείνο που επικαλείται ο ενόρκως δηλών είναι απλά, πως εκ παραδρομής και αβλεψίας δεν καταγράφηκε η ορθή νομική βάση και απαλείφθηκε η φράση για το συγκεκριμένο Νόμο. Θα πρέπει να σημειώσω ότι συμφωνώ με τα παρατεθέντα από το συνήγορο της Εφεσίβλητης για μη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων 25 (1-3) επί αιτήσεων και την αναγκαιότητα παράθεσης της απαραίτητης νομικής βάσης όπως αυτή ετέθη από τη νομολογία ((Kouppa & another v. Vassiliadis
(1981)1 JSC 120, η οποία υιοθετήθηκε από την Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννάδης και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965.) Τα ανωτέρω καταγραφέντα αφορούν ενδιάμεσες αιτήσεις. Η παρούσα, παρά το γεγονός ότι εμφανίζει τον τύπο ενδιάμεσης αίτησης, εντούτοις, αποτελεί το εναρκτήριο μέσο (Δ.2 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) με το οποίο ξεκινά μια διαδικασία. Δεν είναι βέβαια αγωγή, ούτε μπορεί να εξισωθεί με αυτή, αλλά ούτε και με ενδιάμεση διαδικασία. Στις ενδιάμεσες διαδικασίες, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η ορθή αναφορά στη νομική βάση επί της οποίας θα εκδικασθεί το δια της αίτησης οριζόμενο θέμα. Όπως λέχθηκε στην Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743: «Οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vasiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης.» Στις περιπτώσεις πρωτογενών ή άλλως πως αιτήσεων και πάλιν η διαδικασία άρχεται με αίτηση και με ένορκη δήλωση. Δεν υπάρχει παράθεση γεγονότων σε δικόγραφο όπως σε περίπτωση αγωγής. Ο όρος pleading ή δικόγραφο περιγράφεται στη Δ.19 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και αυτά όπως είναι γνωστό είναι η Έκθεση Απαίτησης, η Έκθεση Υπεράσπισης, η Ανταπαίτηση, η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και Απάντηση. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική, (Annual Practice) 1958, όπου στη σελ. 463 διαβάζουμε τα εξής: "Pleading. - This word includes all "statements in writing of the claim, or demand of any plaintiff, and of the defence of any defendant thereto, and of the reply of the plaintiff to any counterclaim of a defendant". (J.A., 1925, s. 225). A letter sent to the plaintiff's solicitor, stating what the defendant believes to be his defence to the action, but not in the form prescribed by r. 11, infra, is not a pleading (Marshall v. Jones, 52 J.P. 423). A writ is not a pleading (Murray v. Stephenson, 19 Q. B.D. 60); But if a writ be specially indorsed under O.3, r.6, the special indorsement is a pleading, and it is delivered when the writ is served (Anlaby v. Proetorius, 20 Q.B.D. 764)." Είναι σαφές από τα ανωτέρω λεχθέντα πως στον όρο δικόγραφο δεν περιλαμβάνεται αίτηση ως η κρινόμενη και συνεπώς η Δ.25 θ.1 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Άλλη δικονομική διάταξη την οποία επικαλείται η Αιτήτρια είναι η Δ.25 θ.
- Η Δ.25 θ.5 προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή όπως το Δικαστήριο ή Δικαστής κρίνει δίκαιο, να τροποποιήσει οιανδήποτε έλλειψη ή λάθος σε οιαδήποτε διαδικασία και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται για το σκοπό αποπερατώσεως του πραγματικού ζητήματος ή στοιχείου που εγείρεται ή εξαρτάται από τη διαδικασία.» Η εν λόγω Διαταγή αντιστοιχεί στο Order 28 rule12 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, του οποίου αποτελεί αντιγραφή. Ακολούθησε τροποποίηση της ανωτέρω Διαταγής η οποία επαναριθμήθηκε σε Order 28 rule 8 και περιλήφθηκε ρητή πρόνοια ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα τροποποίησης εγγράφου που κατατέθηκε στη διαδικασία και «μετά από αίτημα ενός εκ των διαδίκων». Τέτοια πρόνοια όμως, απουσιάζει από την ισχύουσα στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.
- Η Δ.25 θ.5 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία αυτεπάγγελτα να τροποποιεί οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στη διαδικασία. Τέτοια όμως εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις με σκοπό τον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς. Στο Annual Practice 1982, σελ. 382, περιγράφεται η ευχέρεια αυτή του Δικαστηρίου και η προσοχή με την οποία πρέπει να ασκείται. "Amendment by the Court of its own Motion.- Rule 8 empowers the Court to order an amendment to be made of its own motion (cf. O. 25, r.3, infra). The Court however, very rarely exercises this power. "In a civil suit the function of a court in this country . is not inquisitorial" (per Pearce, L.J., in Fallon v. Calvert, [1960] 1 All E.R. p. 282): its function is to act as a kind of umpire (see Pollock and Maitland, the History of English Law, Vol. 2, p.671; Holdsworth, History of English Law, Vol. 9, pp. 280-281), and it plays not an active but only a passive role in relation to the raising of the issues for its consideration and determination. It is not the duty of the Court to force upon the parties amendments for which they do not ask (per Fry, L.J., in Cropper v. Smith, 26 Ch. D. p. 715). Nevertheless, the power contained in this Rule is valuable and significant (for an instance of its exercise by Field, J., see Nottage v. Jackson
(1883), 11 Q.B.D. 627, 638); it enables the Court, by persuasion, and if necessary by order, to raise the real point at issue between the parties, and to ensure that its proceedings are free from errors and defects." Σημειώνεται πως η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται για τροποποίηση νομικών εγγράφων οποιουδήποτε είδους και το Order 20 rule 12, δίδει τέτοια παραδείγματα. Σ΄ αυτά δεν περιλαμβάνονται οι ενδιάμεσες αιτήσεις και σίγουρα, εάν ήθελε ο συντάκτης στην έννοια του εγγράφου να το εντάξει θα το έπραττε, δεδομένου πως οι αιτήσεις αποτελούν ιδιαίτερο μέρος των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνακόλουθα κρίνεται ότι ούτε η Δ.25 θ.5 εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση. Η Εφεσείουσα επικαλείται τη Δ.64 ως παρέχουσα μέσο για την αιτούμενη διόρθωση. Η Δ.64 θ.1 προνοεί: «Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με ρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.» Ενασχόληση με το θέμα έγινε στην υπόθεση MI HOLDINGS PUBLIC LTD v. Τασούλα Γεωργίου Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298, στην οποία πρωτόδικα είχε εκδοθεί απόφαση μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση, ενώ η αγωγή είχε καταχωρηθεί επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρά το ότι η διατύπωση και η οπισθογράφηση ήταν ειδική και όχι γενική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρώντας ότι η παράλειψη αυτή ήταν απλή παρατυπία από την οποία δεν προέκυψε αδικία στους Εφεσείοντες, κατέληξε ότι επληρούτο η προϋπόθεση της Δ.18 θ.1(α) για την ύπαρξη οπισθογραφημένου κλητηρίου και εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας. Το Εφετείο εξετάζοντας το ζήτημα, με αναφορά στη Δ.64 θ.1, απεφάσισε πως ακόμα κι αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο έκρινε πως δεν ήταν απαραίτητο να υπεισέλθει, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που υπέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschalt
(1998)1 A.A.Δ. 1815). Σε αμφότερες τις πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε η αναγκαιότητα λήψης μέτρων για διόρθωση της παρατυπίας, αφού η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει. Στην κρινόμενη περίπτωση λήφθηκε μέτρο για άρση της. Η παρούσα αίτηση θα εξετασθεί με βάση τα δικά της περιστατικά, αφού όπως έχει λεχθεί στις ανωτέρω αποφάσεις, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενασκείται με βάση τις ιδιάζουσες συνθήκες κάθε περίπτωσης (Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, Μιχ. Μιχαηλίδη v. Σωτ. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190). Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία ή το κατά πόσο θα επιτρέψει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Επανερχόμενη στο πρότερο ερώτημα της επίκλησης αβλεψίας για την παράλειψη αναφοράς της νομικής βάσης, παρατηρώ πως: Η Αίτηση/Έφεση σκοπεί στην ακύρωση της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου και συγκεκριμένα της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που προβλέπεται με το Νόμο 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε. Παρατηρώ πως ο σχετικός Νόμος αλλά και τα άρθρα που εισήχθησαν και τα οποία ρυθμίζουν τη σχετική διαδικασία, αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης. Αυτός είναι ο σχετικός Νόμος που καθορίζει και δίδει το δικαίωμα τόσο για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου όσο και τη διαδικασία προσβολής των ειδοποιήσεων που εκδίδονται δυνάμει αυτού. Η παραληφθείσα νομική βάση αφορά τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς. Είναι μεν σχετική, όχι όμως εκείνη επί της οποίας το Δικαστήριο θα στηριχθεί για εκδίκαση της παρούσας διαφοράς. Παράλειψη αναφοράς των Κανονισμών του 1956 έγινε στην Αίτηση/Έφεση Μαγδαληνή Κ. Κωνσταντίνου v. Χρυσήλιου Νικολάου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 634, η οποία αφορούσε Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Κρίθηκε ότι η παράλειψη αφορούσε απλή παρατυπία η οποία μπορούσε να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρόμοια αναφορά έγινε στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 366, στην οποία κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση σύμφωνα με τη νέα Δ.64 δεν αποτελεί θεμελιώδη παράβαση αλλά απλή μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48 θ.
- Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 388, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών"). Συνεπώς κρίνεται πως η παράλειψη αναφοράς της νομικής βάσης αλλά και της φράσης «Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους», είναι εκ παραδρομής λάθος του οποίου η διόρθωση δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα της Εφεσίβλητης, λαμβανομένου υπόψη ότι τέτοια αβλεψία και αμέλεια δικηγόρου είναι επιτρεπτά επανορθώσιμη (Saba Co. T.M.P. v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Με δεδομένο επίσης το γεγονός πως η Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκε στις 28.4.2016 και η κρινόμενη αίτηση έξι μήνες αργότερα (26.10.2016) κρίνεται πως δεν αποτελεί καθυστέρηση η οποία από μόνη της να καθιστά θνησιγενές το δικονομικό αυτό διάβημα. Πρόσθετος λόγος ένστασης υποστηρίζει πως το νομικό υπόβαθρο της κρινόμενης αίτησης είναι ελλειπές. Όμως: Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος, επί του οποίου η Αίτηση/Έφεση βασίζεται, παραπέμπει στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο και Κανονισμούς του
- Ελλείψει ειδικών Κανονισμών και ρύθμισης ζητημάτων τροποποίησης, ο Κανονισμός 17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμών παραπέμπει προς εφαρμογή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για ζητήματα πρακτικής και διαδικασίας (Καν.
- "Matters of practice and procedure not expressly provided for in these Rules shall be governed by the Civil Procedure Rules in force for the time being, in so far as they may be applicable.") Συνεπώς τα επικαλούμενα άρθρα και θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας είναι εφαρμόσιμα. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Αίτησης/Έφεσης ως η αίτηση παράγραφοι Α και Β. Τροποποιημένη Αίτηση/Έφεση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Ένσταση στην τροποποιημένη Αίτηση/Έφεση να καταχωρηθεί 15 μέρες μετά. Τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητης και σε βάρος της Αιτήτριας-Εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: (Αίτηση τροποποίησης Αίτησης/Έφεσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο