← Κύπρος

Ανδρέας Παντελή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 3179/2011, 18/11/2016

Ανδρέας Παντελή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 3179/2011, 18/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3179/2011 Μεταξύ: Ανδρέας Παντελή, από την Πάφο Ενάγοντα και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 31.10.16 για εξαίρεση Δικαστή Αίτηση υπό:

(1)Ανδρέα Παντελή (Ενάγοντα)
(2)Χάρη Φωτίου (συνήγορο Ενάγοντα) Ημερομηνία: 18.11.16 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Χ. Φωτίου, προσωπικά και για τον Ενάγοντα (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Καθ' ης η αίτηση: κος Στ. Ερωτοκρίτου (η κα Γεωργιάδου για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.10.16 που η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε και πέτυχε αναβολή εκδίκασης προκειμένου να υποβάλει αίτημα εξαίρεσης του παρόντος Δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία. Παράλληλα ζητήθηκε από τον εν λόγω συνήγορο να αγορεύσει επί του ζητήματος αυτού σε μεταγενέστερη ημερομηνία έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ετοιμαστεί προκειμένου να καταχωρήσει και να προωθήσει αίτηση εξαίρεσης του Δικαστηρίου από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι αίτημα εξαίρεσης του παρόντος Δικαστηρίου υπεβλήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο σε μια σειρά υποθέσεων που χειρίζεται με διαφορετικούς πελάτες, ο οποίος όμως δήλωσε στο Δικαστήριο ότι θα δεσμευτεί από την απόφαση του Δικαστηρίου στο αίτημα εξαίρεσης που υποβάλλει με την υπό κρίση αίτηση σχετικά με την αγωγή αυτή. Σε σχέση με το πιο πάνω θέμα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα καταχώρησε την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο άρθρο 30.2 (παρόλο ότι δεν σημειώνεται η νομική πηγή είναι προφανές ότι ο συντάχτης εννοεί το Σύνταγμα) και στο άρθρο 6
(1)της ΕΣΔΑ (προφανώς ο συντάχτης εννοεί την Ευρωπαϊκή Σύμβαση δια την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή περιέχονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 31.10.16 του συνηγόρου του Ενάγοντα, κυρίου Χάρη Φωτίου, στην οποία επισυνάπτονται τα πιο κάτω έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Επιστολή ημερομηνίας 04.08.16 κ. Χάρη Φωτίου Τεκμήριο 1Α - Έντυπο επιβεβαίωσης αποστολής Τεκμηρίου 1 Τεκμήριο 2 - Επιστολή ημερομηνίας 18.08.16 Εντίμου Γενικού Εισαγγελέα υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου στην οποίαν επισυνάπτεται αντίγραφο επιστολής παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 09.08.16 Τεκμήριο 3 - Επιστολή ημερομηνίας 29.08.16 κ. Χάρη Φωτίου Τεκμήριο 3Α - Έντυπο επιβεβαίωσης αποστολής Τεκμηρίου 3 Τεκμήριο 4 - Επιστολή ημερομηνίας 31.08.16 κ. Χάρη Φωτίου Τεκμήριο 4Α - Δύο έντυπα επιβεβαίωσης αποστολής Τεκμηρίου 4 Τεκμήριο 5 - Επιστολή ημερομηνίας 31.08.16 κ. Χάρη Φωτίου Τεκμήριο 5Α - Έντυπο επιβεβαίωσης αποστολής Τεκμηρίου 5 Τεκμήριο 6 - Επιστολή ημερομηνίας 15.09.16 Εντίμου Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου Τεκμήριο 7 - Επιστολή ημερομηνίας 03.10.16 κ. Χάρη Φωτίου Τεκμήριο 7Α - Έντυπο επιβεβαίωσης αποστολής Τεκμηρίου 7 Στην ένορκη δήλωση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα (Αιτητής 2) προβαίνει σε αναφορά γεγονότων που, όπως λέει, κατά τη γνώμη του ιδίου αλλά και του πελάτη του δείχνουν συμπεριφορά ότι το παρόν Δικαστήριο μεροληπτεί εναντίον του εν λόγω συνηγόρου και κατ' επέκταση ότι θα μεροληπτήσει εναντίον και του Ενάγοντα (Αιτητή 1). Ο εν λόγω συνήγορος αποδίδει συμπεριφορά, πράξεις και 'άδικες' κατά τη γνώμη του αποφάσεις που σύμφωνα με τον ίδιο δικαιολογημένα δημιουργούν στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει όλα τα γεγονότα την εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης και μεροληψίας από τον παρόν Δικαστήριο. Είναι η θέση του κυρίου Φωτίου, ως ενόρκως δηλών στην υπό κρίση αίτηση, ότι είναι ορθό και δίκαιο το παρόν Δικαστήριο εξαιρεθεί από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αυτό που κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι στην υπό κρίση αίτηση καταγράφονται τα ονόματα δύο ατόμων που εμφανίζονται ως Αιτητές. Πρόκειται για τον Ενάγοντα και τον δικηγόρο του, ο οποίος εμφανίζεται ως ένας εκ των δύο αιτητών υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ωστόσο παρά την αναφορά για ύπαρξη δύο αιτητών, αυτό που παρατηρείται είναι ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση προέρχεται μόνο από τον δικηγόρο κύριο Φωτίου (Αιτητή 2) που ας σημειωθεί δεν είναι διάδικος στην αγωγή αυτή. Ουδεμία αναφορά υπάρχει που να λέει ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση γίνεται εξ' ονόματι και του Ενάγοντα κατόπιν εξουσιοδότησης του. Τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση αφορούν μόνο τον κύριο Φωτίου προσωπικά. Η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 6372/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για την οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης είναι προσωπική του κυρίου Φωτίου και ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή ουδεμία σχέση έχει με αυτή. Η δε αγωγή υπ' αριθμό 491/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου από την οποία πηγάζουν τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση γεγονότα, ήτοι αυτά των παραγράφων 1-5 και 7-10, είναι υπόθεση που χειρίζεται ο κύριος Φωτίου υπό την ιδιότητα του δικηγόρου έχοντας ως πελάτη άτομο άλλο από τον Ενάγοντα, ο οποίος και εκεί ουδεμία σχέση έχει τόσο με την υπόθεση εκείνη όσο και με τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Επίσης παρατηρείται ότι δεν υπάρχει αναφορά που να δείχνει με οποιονδήποτε τρόπο ότι ο Ενάγοντας υιοθετεί ή συμφωνεί ή καλύπτεται με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται προσωπικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο, ο οποίος δίδει την εντύπωση ότι εκφράζει τις προσωπικές του απόψεις. Η απουσία ένορκης αναφοράς από τον κύριο Φωτίου για εξουσιοδότηση του από τον Ενάγοντα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό του τελευταίου αφήνει εκτεθειμένο το περιεχόμενο της παραγράφου 11 στο βαθμό και την έκταση που αφορά τον Ενάγοντα. Δεν θα περιοριστώ όμως στο ζήτημα αυτό αλλά θα εξετάσω την αίτηση και επί της ουσίας της. Τα γεγονότα, όπως αυτά διαμορφώνονται από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και επί των οποίων βασίζεται η παρούσα αίτηση, είναι συνοπτικά τα εξής: Στις 14.07.16 το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση σε αίτηση στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 451/15 στην οποία ο κύριος Φωτίου εκπροσωπούσε διάδικο. Με επιστολή του ημερομηνίας 04.08.16 που αποστάληκε στον Πρωτοκολλητή, ο κύριος Φωτίου ζήτησε από το παρόν Δικαστήριο να του εκφράσει γραπτώς τη θέση του σχετικά με την απαγγελία της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης προτού προχωρήσει σε καταγγελία στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Τεκμήριο 1). Το περιεχόμενο της επιστολής αυτής κοινοποιήθηκε αυτούσιο στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων με επιστολή-καταγγελία του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 09.08.16 (μέρος Τεκμηρίου 2). Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφάσισε να προχωρήσει σε αυτεπάγγελτη καταγγελία εναντίον του κυρίου Φωτίου. Το γεγονός αυτό γνωστοποιήθηκε στον κύριο Φωτίου με επιστολή του Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου ημερομηνίας 18.08.16 (μέρος Τεκμηρίου 2). Εις απάντηση της πιο πάνω επιστολής ο κύριος Φωτίου απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 31.08.16 (Τεκμήριο 4). Παράλληλα στις 29.08.16 ο κύριος Φωτίου απέστειλε επιστολή στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με την οποίαν προχωρούσε σε καταγγελία εναντίον του παρόντος Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3). Ακολούθησε δεύτερη επιστολή του κυρίου Φωτίου ημερομηνίας 31.08.16 προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο με απαντητική επιστολή του ημερομηνίας 15.09.16 γνωστοποίησε στον εν λόγω συνήγορο ότι μετά από εξέταση το παράπονο του κρίθηκε αβάσιμο (Τεκμήρια 5 και 6). Ο κύκλος των γεγονότων ολοκληρώθηκε με νέα επιστολή του κυρίου Φωτίου ημερομηνίας 03.10.16 προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Τεκμήριο 7). Στην αγόρευση του ο κύριος Φωτίου υπέβαλε τη θέση ότι το παρόν Δικαστήριο μεροληπτεί εναντίον του και σύμφωνα με τον ίδιο αυτό εξάγεται από τη συμπεριφορά που αποδίδει στο παρόν Δικαστήριο καθώς και από τις πράξεις και 'άδικες' κατά την έκφραση του αποφάσεις που καταλογίζει στο Δικαστήριο αυτό. Ο κύριος Φωτίου επικαλέστηκε ύπαρξη 'διαμάχης' μεταξύ του ιδίου και του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία όπως είπε προέκυψε από τις προαναφερόμενες εκατέρωθεν καταγγελίες. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, δημιουργείται στο μέσο λογικό άνθρωπο ότι υπάρχει λογική πιθανότητα προκατάληψης εναντίον του και κατ' επέκταση αυτό θα επιφέρει μεροληψία και προκατάληψη εναντίον του πελάτη του, δηλαδή του Ενάγοντα. Στη βάση αυτών ο ευπαίδευτος συνήγορος ευσεβάστως εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο το παρόν Δικαστήριο να εξαιρεθεί από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Η πλευρά του Εναγομένου έφερε ένσταση στην αίτηση εξαίρεσης του παρόντος Δικαστηρίου και προς τούτο ο ευπαίδευτος συνήγορος προέβηκε σε αγόρευση. Στη νομική επιχειρηματολογία του ο κύριος Ερωτοκρίτου ανάφερε ότι τα όσα είχαν λεχθεί από τον κύριο Φωτίου είναι απλά και μόνο εικασίες δίχως να υπάρχει οτιδήποτε που αντικειμενικά ή υποκειμενικά κρινόμενο να επιβάλλει την εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αντίθετα ο εν λόγω συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία ευσεβάστως υπέβαλε ότι τυχόν αποδοχή του αιτήματος θα οδηγήσει σε εκτροπή της διαδικασίας από τα ορθά της πλαίσια και παράλληλα θα στείλει μήνυμα άρνησης εκτέλεσης καθήκοντος και κατ' επέκταση απονομής της δικαιοσύνης. Με γνώμονα τα πιο πάνω ο κύριος Ερωτοκρίτου κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει χωρίς ενδοιασμό την υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη. Έκαστος διάδικος κατά τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του δικαιούται να τύχει ανεπηρέαστης δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου. Το δικαίωμα αυτό είναι υψίστης σπουδαιότητας και στην Κύπρο κατοχυρώνεται με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς και με το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με τον κυρωτικό νόμο 39/62. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Συμεού
(2012)1Β Α.Α.Δ. 974 τονίστηκε ότι η αμεροληψία και η ανεξαρτησία του δικαστή αποτελεί τη βασικότερη αρχή δικαίου με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης επειδή συνδέεται με την ουσιώδη αρχή ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται (Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ.1) για έκδοση εντάλματος της φύσης Habeas Corpus
(1998)1B Α.Α.Δ. 706 και Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268). Το θέμα της εξαίρεσης δικαστή από την εκδίκαση μιας υπόθεσης έχει εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι το κριτήριο για εξαίρεση δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το δικαστή στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα (Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Αναφορικά με την Αίτηση του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1050, Αναφορικά με την Αίτηση του Φίλιππου Χ'Μάμα
(2007)1Β Α.Α.Δ. 689, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Συμεού
(2012)1Β Α.Α.Δ. 974 και Αναφορικά με την Αίτηση του "The Junior School"
(2013)1Β Α.Α.Δ. 1126). Το κριτήριο αυτό ευθυγραμμίζεται με αυτό της εύλογης υπόνοιας ή λογικού φόβου που υιοθετείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης (Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169 και Langborger v. Sweden [1989] 12 EHRR 416). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη αλλά εκείνος που με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσια τους μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο. Ο δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις αλλά είναι ενήμερος των γεγονότων και έχει σφαιρική αντίληψη της κατάστασης (Hellow (AP) v. Secretary of State and another [2008] UKHL 62). Ο αποκλεισμός δικαστή από τη σύνθεση Δικαστηρίου λόγω προκατάληψης σκοπεύει στη διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης (Ex p. Pinochet Ugarte (No.2) [1999] 1 All E.R. 577). Κάθε αίτηση για εξαίρεση δικαστή πρέπει να εδράζεται σε σοβαρά αντικειμενικά δεδομένα (Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 69 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Συμεού
(2012)1Β Α.Α.Δ. 974). Το θέμα αυτό είναι ουσίας και γεγονότων. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Η απρόσωπη και προκαθορισμένη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει μια υπόθεση είναι θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για την απονομή της δικαιοσύνης. Η ευαισθησία του Δικαστή δεν πρέπει να κυριαρχεί στην προσέγγιση του και κατ' επέκταση να επενεργεί ως ανατρεπτικός παράγοντας για την καλή απονομή της δικαιοσύνης (Elena Charalambous-Stejaru v. Ιωάννου (Αρ.1)
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1188). Ο δικαστής δεν θα πρέπει να συναινεί σε αίτημα εξαίρεσης του χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο και ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων ή των συνηγόρων τους γιατί αλλιώς καταλήγουμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να καθορίζει τη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα τον δικάσει. Μέσα από αόριστες καταγγελίες ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνεται επιλογή δικαστή. Οδηγό συνιστά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ότι αυτό επιβάλλει. Αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης (Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304 και Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 761). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση καθίσταται αντιληπτό ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος (Αιτητής 2) θεωρεί ότι μεροληπτώ εναντίον του. Παράλληλα καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας (Αιτητής 1) πιστεύει ότι εφόσον μεροληπτώ εναντίον του δικηγόρου του θα μεροληπτήσω και εναντίον του στην υπόθεση αυτή. Το ζήτημα της μεροληψίας και προκατάληψης που εγείρεται μέσα από την παρούσα αίτηση εδράζεται σε άδικες, κατά την έκφραση του ευπαιδεύτου συνηγόρου, αποφάσεις μου, καθώς και σε συμπεριφορά και πράξεις που μου αποδίδονται. Έχει σημασία για το βάσιμο ή όχι της αίτησης να εκτεθούν αυτές οι αποφάσεις καθώς και οι επικαλούμενες πράξεις και συμπεριφορά. Όπως φαίνεται από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρεται σε μία και μόνο απόφαση. Η απόφαση που χαρακτηρίζεται άδικη από τον ευπαίδευτο συνήγορο είναι αυτή που εκδόθηκε από εμένα στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 6372/10 ως Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με ποινική δικαιοδοσία. Κατηγορούμενος στην υπόθεση εκείνη ήταν ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στις οποίες δήλωσε σε όλες μη παραδοχή. Μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε 10 κατηγορίες στις οποίες κρίθηκε ένοχος, με εξαίρεση την πέμπτη κατηγορία στην οποία αθωώθηκε και απαλλάχτηκε, κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.06.
  1. Ακολούθως στις 12.08.14 επιβλήθηκαν ποινές στον Αιτητή 2 αναφορικά με τις κατηγορίες στις οποίες είχε κριθεί ένοχος. Επί της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση και στις 16.09.15 το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία αθώωσε και απάλλαξε τον Αιτητή 2 στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 6 ενώ στις κατηγορίες 7-10 επικύρωσε την ενοχή του αλλά διαφοροποίησε το είδος της επιβληθείσας ποινής. Όσον αφορά τους βαθμούς ποινής και τη στέρηση άδειας οδήγησης που είχαν επιβληθεί ως επιπρόσθετες ποινές στις κατηγορίες 8 και 9, αυτές επικυρώθηκαν ως είχαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τα πιο πάνω δεδομένα καταδεικνύουν ότι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι καταδικάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ενώ ήταν, όπως ισχυρίζεται, 'προφανώς και πασιφανώς αθώος' δεν ευσταθεί με τον τρόπο που παρουσιάζεται αφού δεν αντανακλά το αποτέλεσμα που τελικά είχε το σύνολο των κατηγοριών που εξετάστηκαν κατ' έφεση. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως της κατάληξης που είχε στο Ανώτατο Δικαστήριο η εν λόγω ποινική υπόθεση, η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι μοναδικός γνώμονας και σκοπός μου είναι να τον πλήξω επαγγελματικά και προσωπικά σε υποθέσεις που είτε εκπροσωπεί κάποιο διάδικο είτε έχει προσωπικό συμφέρον, στερείται λογικού ερείσματος και σοβαρότητας και συνάμα είναι αβάσιμη. Το παράπονο του εν λόγω συνηγόρου περιστρέφεται αποκλειστικά στην κατάληξη που είχε στην έφεση η απόφαση μου στην προσωπική του υπόθεση. Δεν έχει τεθεί κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να εκθέτει τη συμπεριφορά μου ως δικαστή κατά την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης και κατ' επέκταση να δικαιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό του συνηγόρου. Αντίθετα εκτελώντας το καθήκον μου στο ακέραιο εξέδωσα μία πλήρως αιτιολογημένη απόφαση μέσα από ακροαματική διαδικασία, η οποία απλά κρίθηκε στο Εφετείο. Αλλοίμονο αν ο παραμερισμός ή διαφοροποίηση μίας απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διαδικασία έφεσης θα εκλαμβάνεται κάθε φορά ως μεροληψία και προκατάληψη του δικαστή εναντίον του επιτυχόντα διαδίκου ή συνηγόρου του. Μία τέτοια θέση ισοδυναμεί με αναγνώριση δικαιώματος στον διάδικο ή στον δικηγόρο του να επιλέγει τον δικαστή που επιθυμεί να τον δικάσει στην υπόθεση του. Παράλληλα αδυνατώ να αντιληφθώ πως η κατάληξη που είχε στην έφεση η απόφαση στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 6372/10, στην οποία ουδεμία σχέση είχε ο Ενάγοντας, δημιουργεί συνθήκες προκατάληψης και μεροληψίας εναντίον του που λέγεται ότι μπορεί να υπάρξουν εάν το παρόν Δικαστήριο εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Στρέφομαι τώρα στη συμπεριφορά και στις πράξεις που μου αποδίδονται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος εξέφρασε παράπονο για συμπεριφορά που μου αποδίδει μέσω του περιεχομένου της επιστολής του ημερομηνίας 04.08.16 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση), η οποία απευθυνόμενη σ' εμένα μου κοινοποιήθηκε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Δεν προτίθεμαι να σχολιάσω το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, η οποία διαβιβάστηκε στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο στα πλαίσια υποβολής παραπόνου προς το πρόσωπο μου από τον εν λόγω συνήγορο. Θα περιοριστώ να αναφέρω ότι το παράπονο του ευπαιδεύτου συνηγόρου εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και κρίθηκε αβάσιμο. Σχετική είναι η επιστολή ημερομηνίας 15.09.16 του Εντίμου Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία και παραπέμπω (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση). Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος θεωρεί κατακριτέα τη συμπεριφορά μου να μην ανταποκριθώ στην πρόσκληση του να απαντήσω στο περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 04.08.
  2. Δεν το έπραξα επειδή δεν θεώρησα ότι ήταν ορθό και πρέπον να ενεργήσω με τον τρόπο που επιθυμούσε ο ευπαίδευτος συνήγορος. Επιπλέον ο ευπαίδευτος συνήγορος κατακρίνει την ενέργεια μου να προβώ σε καταγγελία εναντίον του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της επιστολής μου ημερομηνίας 09.08.16 προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων (μέρος Τεκμηρίου 2 στην ένορκη δήλωση), η καταγγελία εναντίον του ευπαιδεύτου συνηγόρου έγινε στη βάση της επιστολής του ημερομηνίας 04.08.16 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση). Καθηκόντως προέβηκα στο διάβημα αυτό. Ήταν υποχρέωση μου να ενεργήσω με τον τρόπο που έπραξα προκειμένου να διαφυλάξω το θεσμό του Δικαστή. Δεν βλέπω πως οι πιο πάνω πράξεις και συμπεριφορές που μου αποδίδονται καταδεικνύουν ότι δεν σέβομαι τον ευπαίδευτο συνήγορο και ότι μοναδικός γνώμονας και σκοπός μου είναι να τον πλήξω επαγγελματικά και/ή προσωπικά αναφορικά με υποθέσεις που είτε χειρίζεται εκ μέρους και για λογαριασμό ενός διαδίκου είτε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Είναι μια θέση που στερείται του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου που θα τον θεμελίωνε και ως μετέωρη που παρέμεινε δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Σε αντίθεση με αυτά που ο ευπαίδευτος συνήγορος ισχυρίζεται, οι πιο πάνω συμπεριφορές και πράξεις που μου αποδίδονται δεν δημιουργούν δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης και μεροληψίας από εμένα εναντίον του Ενάγοντα και του δικηγόρου του στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Τα όποια ζητήματα επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος, πέραν του ότι κανένα από αυτά δεν στοιχειοθετείται στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων, εμφανίζονται να είναι προσωπικά του εν λόγω συνηγόρου. Το παρόν Δικαστήριο, όπως και κάθε άλλο Δικαστήριο, εκδικάζει τις διάφορες υποθέσεις που τίθενται ενώπιον του αποφασίζοντας επί των εγειρόμενων επιδίκων θεμάτων με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και όχι σύμφωνα με τα προσωπικά αισθήματα των δικηγόρων των διαδίκων προς το πρόσωπο μου. Το ίδιο συμβαίνει με την παρούσα αγωγή στην οποίαν ο κύριος Φωτίου εκπροσωπεί τον Ενάγοντα αλλά και με κάθε άλλη υπόθεση που ο εν λόγω συνήγορος χειρίζεται για λογαριασμό κάποιου διαδίκου. Τα όποια προσωπικά συναισθήματα του εν λόγω συνηγόρου δεν αποπροσανατολίζουν το Δικαστήριο στην εκπλήρωση της αποστολής του που είναι η δίκαιη, ανεξάρτητη και αμερόληπτη εκδίκαση της υπόθεσης του Ενάγοντα καθώς και σε κάθε άλλη υπόθεση που ο κύριος Φωτίου εμφανίζεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως δικηγόρος κάποιου διαδίκου. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε ή ότι υπάρχει διαμάχη μεταξύ εμένα και του εν λόγω συνηγόρου, όπως λανθασμένα επικαλέστηκε ο κύριος Φωτίου στην αγόρευση του. Αυτό αποδεικνύεται από τα πιο πάνω γεγονότα. Διαμάχη θα υπήρχε αν επέλεγα να απαντήσω στον ευπαίδευτο συνήγορο σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 04.08.16, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Συνεπώς δεν είναι ορθή και κατ' επέκταση δεν ευσταθεί η τοποθέτηση ότι το παρόν Δικαστήριο θα επιδείξει στην παρούσα αγωγή μεροληψία και προκατάληψη εναντίον του Ενάγοντα. Όλες οι θέσεις και ισχυρισμοί του ευπαιδεύτου συνηγόρου που παρουσιάζονται να γίνονται και εξ' ονόματι του Ενάγοντα είναι αόριστες και δεν εδράζονται σε αντικειμενικά δεδομένα παρά μόνο σε απλές εικασίες και καχυποψίες. Τέτοιες θέσεις και ισχυρισμοί δεν οδηγούν στη δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης και μεροληψίας από εμένα εναντίον του Ενάγοντα και του δικηγόρου του στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το αίτημα εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής στερείται πραγματικού και ουσιαστικού λόγου. Η ορθή εκτίμηση του δικαστικού μου καθήκοντος με οδηγεί στην κρίση να συνεχίσω να επιλαμβάνομαι της παρούσας αγωγής που μου έχει ανατεθεί. Οποιαδήποτε απόφαση μου για εξαίρεση από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης θα ισοδυναμούσε με παραίτηση εκτέλεσης καθήκοντος. Θα ήταν μια παραίτηση με ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης. Θα έστελνε το λανθασμένο μήνυμα ότι αναγνωρίζεται στον Ενάγοντα ή στον δικηγόρο του το δικαίωμα να επιλέγει το δικαστή που επιθυμεί να δικάσει την υπόθεση του ή τον πελάτη του. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Παρόλο ότι κατά κανόνα τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της εκδίκασης, εντούτοις ενόψει της φύσης της αίτησης δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Ενδιάμεση Απόφαση/Αίτηση εξαίρεσης Δικαστή/Άρθρο 30
(2)Συντάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.