ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. MICHAEL KENNETH MACNAMARA, Αγωγή αρ.: 4363/2010, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A266 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Αγωγή αρ.: 4363/2010 Μεταξύ: ALPHA PANARETI PUBLIC LTD από την Πάφο Ενάγουσα και MICHAEL KENNETH MACNAMARA από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενος ------------------------- Ημερομηνία: 30.11.16 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Π. Μακρίδης για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο : κ. Α. Παστελλίδης για Σ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η πώληση ενός διαμερίσματος από την Ενάγουσα, εταιρεία η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη γης και την ανέγερση και πώληση κατοικιών, στον Εναγόμενο και η διαφωνία τους ως προς την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του διαμερίσματος και του συγκροτήματος εντός του οποίου ανεγειρόταν το διαμέρισμα, αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18.07.07 πώλησε στον Εναγόμενο το διαμέρισμα με αριθμό Α8 στο "Alicia House" το οποίο αποτελεί μέρος του συγκροτήματος κατοικιών με την ονομασία "ARCADIA GARDENS" (στο εξής «το διαμέρισμα»), έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των Λ.Κ.110.250,00, το οποίο και θα πληρωνόταν με δόσεις. Αποτελούσε ρητό όρο της συμφωνίας των διαδίκων ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος δεν συμμορφωνόταν με τον τρόπο πληρωμής, τότε η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα με την αποστολή γραπτής προειδοποίησης 10 ημερών να απαιτήσει από τον Εναγόμενο την πληρωμή οποιουδήποτε καθυστερημένου ποσού και/ή να ακυρώσει το πωλητήριο έγγραφο και/ή να διεκδικήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο και/ή τον Νόμο. Ήταν επιπλέον ρητός όρος ότι κάθε καθυστερημένο ποσό θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό τις εργασίες ανέγερσης του διαμερίσματος και κάλεσε τον Εναγόμενο όπως καταβάλει το ποσό των €45.000, αλλά ο τελευταίος κατά παράβαση των όρων του πωλητηρίου εγγράφου αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι λόγω της προαναφερόμενης άρνησης και/ή αμέλειας και/ή παράλειψης του Εναγόμενου αδυνατεί να προχωρήσει στην αποπεράτωση του διαμερίσματος. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ο Εναγόμενος ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το διαμέρισμα είναι ημιτελές και/ή ότι η Ενάγουσα εγκατέλειψε την οικοδόμηση του διαμερίσματος και/ή του συγκροτήματος. Αναφορικά με το ποσό των €45.000, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν εκτελέστηκαν οι εργασίες για τις οποίες ζητήθηκε η επίδικη πληρωμή και/ή ότι οι πληρωμές που έγιναν μέχρι την 19.07.10 υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες που έπρεπε να γίνουν με βάση τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι υπογράφοντας το πωλητήριο έγγραφο ενήργησε ως καταναλωτής δυνάμει του Κοινοτικού Κανονισμού "Unfair Terms in Consumer Contracts Regulations 1999" και σε περίπτωση που η Ενάγουσα επικαλεσθεί τους όρους 9, 10, 24 ή 25 του πωλητηρίου εγγράφου, τότε θα ισχυρισθεί ότι οι εν λόγω όροι είναι καταχρηστικοί καθώς αντιβαίνουν τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Κοινοτικού Κανονισμού. Καταληκτικά, ο Εναγόμενος αξιώνει ανταπαιτητικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι το πωλητήριο έγγραφο περιέχει καταχρηστικούς όρους. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστικές ενστάσεις, ενώ μέσω της Ανταπαίτησής του πέραν της προαναφερόμενης αναγνωριστικής δήλωσης αξιώνει και αποζημιώσεις για παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου. Με σχετική ωστόσο δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου του απέσυρε τις προδικαστικές ενστάσεις. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση, μετά από σχετική δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων, συνεκδικάστηκαν με την Ενάγουσα να προσφέρει μαρτυρία ταυτόχρονα τόσο για την υποστήριξη της απαίτησης, όσο και για υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Εναγόμενος προσέφερε ταυτόχρονα μαρτυρία τόσο για την υπεράσπισή του, όσο και για υποστήριξη της ανταπαίτησης. Κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες για την Ενάγουσα και συγκεκριμένα, οι Ανδρέας Ιωάννου (ΜΕ1), Βάσος Δημητρίου (ΜΕ2) και ο Κώστας Βρυώνη (ΜΕ3). Για λογαριασμό του Εναγόμενου κατέθεσε η Σοφία Σάββα (ΜΥ1), η οποία απλώς παρουσίασε τη μετάφραση της γραπτής δήλωσης του Εναγόμενου, και ο ίδιος ο Εναγόμενος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους [Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820]. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα [Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35]. Ο ΜΕ1 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του (Τεκμήριο Α) ως την κυρίως εξέτασή του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη, ανέγερση και πώληση πολυτελών ακινήτων σε διάφορες περιοχές της Πάφου. Στις 18.07.07 υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) με το οποίο ο τελευταίος αγόρασε το διαμέρισμα. Το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.110.250,00 (€188.370,00). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 το τίμημα πώλησης θα πληρωνόταν ως ακολούθως: · €2.908,04 (Λ.Κ. 1.702) ως προκαταβολή. · €25.348,81 (Λ.Κ. 14.836) με την υπογραφή του Τεκμηρίου
- · €150.700 (Λ.Κ. 88.200) σταδιακά κατόπιν απαίτησης της Ενάγουσας και σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών. · €9.420 (Λ.Κ. 5.512) κατά την παράδοση της κατοχής στον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα τηρώντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις άρχισε την ανέγερση του συγκροτήματος "ARCADIA GARDENS". Οι εργασίες ανέγερσης και αποπεράτωσης του συγκροτήματος εκτελούνταν παράλληλα, δηλαδή μαζί με τους χώρους διαμονής ανεγείρονταν και οι κοινόχρηστοι χώροι. Σε τακτά χρονικά διαστήματα τόσο ο αρχιτέκτονας του έργου, όσο και ο πολιτικός μηχανικός και ο μηχανικός εργοταξίου πιστοποιούσαν την πρόοδο των εργασιών και καθόριζαν το ποσό που αναλογούσε σε κάθε διαμέρισμα και οικία του συγκροτήματος. Επιπρόσθετα, η πρόοδος των εργασιών πιστοποιείτο και από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα που διόριζε η Alpha Bank Cyprus Ltd (στο εξής η «τράπεζα»). Η εν λόγω τράπεζα είχε δανειοδοτήσει τους πλείστους αγοραστές των διαμερισμάτων και οικιών του συγκροτήματος και προς όφελός της είχαν εκχωρηθεί τα περισσότερα πωλητήρια έγγραφα. Όταν πιστοποιούνταν οι εργασίες, σύμφωνα με τον πιο πάνω τρόπο, η Ενάγουσα ενημέρωνε σχετικά τον κάθε αγοραστή ζητώντας του να δώσει σχετικές οδηγίες στην τράπεζα για την εκταμίευση του ανάλογου ποσού. Η προαναφερόμενη διαδικασία ακολουθήθηκε και στην περίπτωση του Εναγόμενου, ο οποίος μέχρι τον Αύγουστο του 2009 κατέβαλε αδιαμαρτύρητα το συνολικό ποσό των €103.630,
- Στις 19.07.10 η Ενάγουσα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκμήριο 2) πληροφόρησε τον Εναγόμενο για την περαιτέρω πρόοδο στην εκτέλεση των εργασιών και του ζήτησε να αποδεσμεύσει το ποσό των €45.000 που αποτελούσε την αναλογία του διαμερίσματος που αγόρασε ο Εναγόμενος. Το ποσό υπολογίστηκε από τον υπεύθυνο πολιτικό μηχανικό του έργου, κ. Γιάννο Στυλιανίδη και τον μηχανικό του εργοταξίου κ. Γιώργο Νικολάου και σε αυτό λήφθηκε υπόψη και η πρόοδος των εργασιών στους κοινόχρηστους χώρους. Ο Εναγόμενος δεν εξόφλησε το εν λόγω ποσό και η Ενάγουσα με νέα επιστολή της στις 02.08.10 μέσω των δικηγόρων της (Τεκμήριο 3) απαίτησε την πληρωμή του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού εντός 7 ημερών από την παραλαβή της επιστολής. Η ανέγερση του συγκροτήματος γίνεται με τη μορφή της αυτοχρηματοδότησης, δηλαδή το έργο χρηματοδοτείται σταδιακά από χρήματα των αγοραστών τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα στην τράπεζα. Συνεπώς, η μη έγκαιρη καταβολή των ποσών που ζητούνται δημιουργεί αντικειμενικές δυσκολίες στην αποπεράτωση των οικοδομικών εργασιών, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην είναι σε θέση να ολοκληρώσει εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος το συγκρότημα. Το ποσό των €45.000 επιβεβαιώθηκε και από ανεξάρτητη έκθεση εκτίμησης που έχει ετοιμασθεί από το αρχιτεκτονικό γραφείο Σαρίκας, Δημητρίου και Πάλας (Τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κατά την ημερομηνία που είχε υπογραφεί το Τεκμήριο 1 δεν είχε συναντήσει τον Εναγόμενο, ούτε και ήταν παρών κατά την υπογραφή του. Όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την αγορά του διαμερίσματος είχαν αποσταλεί στην Ενάγουσα από τους οικονομικούς συμβούλους του Εναγόμενου. Το συγκρότημα μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί και αυτό που απομένει για την πλήρη αποπεράτωσή του είναι τα «τελειώματα». Συγκεκριμένα, η τοποθέτηση πατωμάτων, πορτών, παραθύρων, αλουμινίων και τα μπογιατίσματα. Σε σχέση με τους κοινόχρηστους χώρους έχουν ολοκληρωθεί από το 2009 τα δύο γήπεδα αντισφαίρισης (tennis courts) τα οποία και χρησιμοποιούνται για αθλοπαιδιές από τον Δήμο Γεροσκήπου. Για το mini golf έχει διαμορφωθεί ο χώρος και αυτό το οποίο απομένει είναι η τοποθέτηση του χλοοτάπητα (γρασίδι). Όσον αφορά τις κολυμβητικές δεξαμενές (6 εξωτερικές και μία εσωτερική θερμαινόμενη) είχαν κατασκευαστεί και βρίσκονταν στα αρχικά τους στάδια. Ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι για τις κολυμβητικές δεξαμενές δεν θα γινόταν εκσκαφή, αλλά αυτές είχαν κατασκευαστεί με την τοποθέτηση της πλάκας του ισογείου. Μέχρι τον Ιούλιο του 2010, οπότε και ζητήθηκε από τον Εναγόμενο το ποσό των €45.000, είχαν γίνει τα θεμέλια, ο υπόγειος χώρος στάθμευσης, οι κολυμβητικές δεξαμενές, είχαν αποπερατωθεί τα δύο γήπεδα αντισφαίρισης, διαμορφώθηκε ο χώρος του mini golf, έγινε ο σκελετός του "Alicia House", κτίστηκαν ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος όροφος, είχαν τελειώσει οι πρόνοιες όλων των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, έγιναν όλα τα υδραυλικά και κατασκευάστηκαν όλοι οι υποσταθμοί της Α.Η.Κ. Είχε δηλαδή αποπερατωθεί περίπου το 80% του συγκροτήματος. Κληθείς ο ΜΕ1 να αναφέρει την εργασία σε σχέση με την οποία είχαν εκταμιευθεί τα ποσά των €40.000 στις 03.07.08 και των €35.000 στις 16.09.09 αντίστοιχα, απάντησε ότι αφορούσε πρόοδο των εργασιών τόσο στο διαμέρισμα, όσο και στους κοινόχρηστους χώρους, η οποία διαπιστώθηκε και από την τράπεζα. Τα εν λόγω ποσά πληρώθηκαν αδιαμαρτύρητα από τον Εναγόμενο. Αναφορικά με το Τεκμήριο 5, οι οδηγίες που δόθηκαν στο συντάκτη του (ΜΕ2) ήταν όπως διαφωτίσει τόσο τον ίδιο, όσο και την τράπεζα, αλλά και τον Εναγόμενο, για το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν οι εργασίες και κατά πόσο δικαιολογείτο οποιαδήποτε πληρωμή. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαβούλευσης με τον ΜΕ
- Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Παστελλίδη, ο ΜΕ1 απάντησε ότι το κόστος αγοράς των ηλεκτρικών συσκευών είναι περί τις €2.500 και για έπιπλα ενός υπνοδωματίου περί τα €5.
- Όσον αφορά το κόστος των αλουμινίων ανέρχεται περί τα €2.200, τα πελεκανικά γύρω στα €2.500 και τα ηλεκτρολογικά περί τα €1.
- Το μερίδιο του Εναγόμενου για τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις που αφορούσαν το συγκρότημα ήταν €1.000 και το κόστος των εργατικών, τα πατώματα, συμπεριλαμβανομένου και του μεριδίου για την κοινόχρηστη σκάλα, ήταν €3.
- Ο ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου περί καταχρηστικότητας όρων του Τεκμηρίου 1, λέγοντας ότι ο Εναγόμενος μαζί με τους συμβούλους του είχαν αποστείλει το συγκεκριμένο έγγραφο ζητώντας από την Ενάγουσα να το υπογράψει. Επίσης ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι όροι του Τεκμηρίου 1 δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης, επαναλαμβάνοντας ότι το εν λόγω έγγραφο τυποποιήθηκε από τον Εναγόμενο σε συνεργασία με τους συμβούλους του. Περαιτέρω, τον Μάρτιο του 2008 ο Εναγόμενος ενημερώθηκε, μετά από ερωτήσεις του, για τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρούσε η Ενάγουσα στην εκτέλεση των εργασιών. Τέλος, ο ΜΕ1 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου ότι κατά τον Ιούλιο του 2010 δεν είχε ολοκληρωθεί η τουβλοποιία και η ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση του διαμερίσματος, λέγοντας ότι το ποσό των €45.000 ανταποκρίνεται στην πρόοδο των εργασιών, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 5, με το οποίο συμφωνεί και η τράπεζα. Έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία του ΜΕ1 είμαι ικανοποιημένος ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο μάρτυρας απάντησε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές, με αμεσότητα και πειστικότητα, ενώ κατά την αντεξέτασή του δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Επεξήγησε με ευκρίνεια τον τρόπο με τον οποίο εκταμιεύονταν τα ποσά από τον λογαριασμό του Εναγόμενου και τα όσα ανέφερε υποστηρίζονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 (παράγραφος 2.3). Η αντεξέτασή του επικεντρώθηκε στην αμφισβήτηση της προόδου των εργασιών στη βάση της οποίας διεκδικήθηκε από την Ενάγουσα το ποσό των €45.
- Ο ΜΕ1 υπήρξε σαφής σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών κατονομάζοντας τις εργασίες που είχαν εκτελεστεί μέχρι τον Ιούλιο του 2010, αλλά και τις εναπομείνασες εργασίες, αναφέροντας μάλιστα και το κόστος αυτών. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι όταν ρωτήθηκε σε σχέση με τις εργασίες που έγιναν κατά τις προηγούμενες εκταμιεύσεις χρημάτων στις 03.07.08 για το ποσό των €40.000 και στις 16.09.09 για το ποσό των €35.000, δεν έδωσε σαφή απάντηση υπό την έννοια ότι δεν κατονόμασε τις ακριβείς εργασίες που είχαν εκτελεσθεί σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες ημερομηνίες. Το γεγονός αυτό ωστόσο, θεωρώ ότι δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΕ1 καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο σύνολο των συμπληρωμένων εργασιών τόσο σε σχέση με το διαμέρισμα, όσο και σε σχέση με τους κοινόχρηστους χώρους. Θεωρώ κατανοητό το ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την πρόοδο των εργασιών σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες περιόδους, αφ' ης στιγμής τα ποσά των €40.000 και των €35.000 εκταμιεύθηκαν πριν από περίπου 7 και 8 χρόνια αντίστοιχα, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον Εναγόμενο και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν, με βάση τα δικόγραφα, επίδικο θέμα. Η παρούσα αγωγή υπενθυμίζω ότι αφορά την αξίωση της Ενάγουσας για την πληρωμή του ποσού των €45.000 στη βάση της προόδου που σημειώθηκε μέχρι τις 19.07.
- Επισημαίνεται ότι η δήλωση του ΜΕ1, ότι οι πληρωμές των €40.000 και των €35.000, έγιναν από τον Εναγόμενο αδιαμαρτύρητα και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Επιπρόσθετα, δεν τέθηκε στον ΜΕ1 η θέση ότι συγκεκριμένες εργασίες που αναφέρθηκαν κατά τη μαρτυρία του και περιλαμβάνονται και στο Τεκμήριο 5 είχαν ήδη εκτελεσθεί κατά τις προηγούμενες εκταμιεύσεις των €40.000 και των €35.
- Περαιτέρω, σημειώνω ότι οι υποβολές που έγιναν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου σε σχέση με την αμφισβήτηση της προόδου των εργασιών και κατ' επέκταση της αξίωσης για την πληρωμή του ποσού των €45.000 παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας. Δεν τέθηκε οτιδήποτε χειροπιαστό το οποίο να αμφισβητεί τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 σε σχέση με τις εκτελεσθείσες και τις υπολειπόμενες εργασίες, ούτε και κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η θέση του ότι μέχρι τον Ιούλιο του 2010 είχε συμπληρωθεί περίπου το 80% του συγκροτήματος. Επίσης στη σφαίρα της γενικότητας παρέμεινε και η θέση που προβλήθηκε από τον Εναγόμενο περί μη διαπραγμάτευσης συγκεκριμένων όρων του Τεκμηρίου
- Η θέση του ΜΕ1 ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 από τον Εναγόμενο, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλά ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε από τον τελευταίο, ο οποίος στη μαρτυρία του υποστήριξε ότι υπογράφηκε το έγγραφο στο Ηνωμένο Βασίλειο και δόθηκε στη Marcus James. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι δεν έγινε οποιαδήποτε υποβολή στον ΜΕ1 ότι η Marcus James ή άλλα πρόσωπα για λογαριασμό της Ενάγουσας διαπραγματεύτηκαν ή επέβαλαν στον Εναγόμενο την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. O ME2 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού από το 1980 και είναι εγγεγραμμένος στο Ε.Τ.Ε.Κ. Έτυχε μεταπτυχιακής εκπαίδευσης στη Νέα Υόρκη και από το 1987 μέχρι και σήμερα διατηρεί ιδιόκτητο αρχιτεκτονικό γραφείο. Αναμείχθηκε στις εργασίες ανέγερσης του συγκροτήματος, καθώς του είχε ανατεθεί ο σχεδιασμός του στατικού μέρους του και η επίβλεψη του στατικού τμήματος. Σε σχέση με το διαμέρισμα ετοίμασε έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 5) και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 6 τις πρόχειρες σημειώσεις που είχε λάβει κατά την επιτόπια επίσκεψη που πραγματοποίησε στο συγκρότημα στις 10.06.
- Στο Τεκμήριο 5, συγκεκριμένα στη σελ. 6, καταγράφει τις εργασίες που αναλογούσαν στο διαμέρισμα και στους κοινόχρηστους χώρους. Με βάση τις εργασίες που έγιναν το ποσό των €45.000 ήταν πλήρως αιτιολογημένο. Μάλιστα ανέφερε στην Ενάγουσα ότι θα μπορούσε να ζητήσει και περισσότερα χρήματα, καθώς το ποσοστό των κοινόχρηστων χώρων που αναλογούσε στο διαμέρισμα ήταν περί το 1%. Οι εργασίες που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση του διαμερίσματος δεν ήταν αρκετές. Συγκεκριμένα, υπολείπονταν τα πατώματα, τα πελεκανικά, τα αλουμίνια, ένα μέρος των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και τα μπογιατίσματα. Το ποσό που αντιστοιχούσε στις πιο πάνω εργασίες, το υπολόγισε γύρω στις €11.000 - €12.000 και το ποσό που αντιστοιχούσε στο διαμέρισμα για τους κοινόχρηστους χώρους ήταν γύρω στις €3.000 - €3.
- Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι αυτό το οποίο του ζητήθηκε από την Ενάγουσα και συγκεκριμένα, τον ΜΕ1, ήταν όπως καταγράψει την εκτελεσθείσα εργασία, τις υπολειπόμενες εργασίες και προβεί σε ανάλυση του κόστους. Προς τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε ως βάση την αξία του διαμερίσματος, όπως αυτή συμφωνήθηκε στο Τεκμήριο
- Στη συνέχεια έλαβε υπόψη του ότι το σκελετικό τμήμα ήταν πλήρως αποπερατωμένο και σύμφωνα με την εμπειρία του το ποσοστό του σκελετού αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 του συνολικού κόστους. Ακολούθως έλαβε υπόψη του και το κόστος των εργασιών που δεν είχαν εκτελεστεί και αφορούσαν το διαμέρισμα και σε συνδυασμό με τις εξωτερικές εργασίες που αναλογούσαν στο διαμέρισμα, θεώρησε με βάση την εμπειρία του, ότι το ποσό των €45.000 ήταν αρκετά λογικό σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών. Σε σχέση, ειδικότερα, με τους κοινόχρηστους χώρους, αφού έλαβε υπόψη τις εργασίες που είχαν περατωθεί, κινήθηκε αντίστροφα και υπολόγισε ότι το κόστος που αντιστοιχούσε στο διαμέρισμα για την πλήρη αποπεράτωσή τους ήταν περί τις €3.
- Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι η μέθοδος που περιέγραψε στη μαρτυρία του είναι διαφορετική από τη μέθοδο που καταγράφει στο Τεκμήριο 5 υπό τον τίτλο "Valuation Method", ο ΜΕ2 απάντησε ότι σκοπός της έκθεσής του (Τεκμήριο 5) ήταν η καταγραφή της προόδου των εργασιών και όχι η εκτίμηση για σκοπούς αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας. Ανέφερε επίσης, ότι η τιμή αγοράς του διαμερίσματος ήταν συμφωνημένη και κακώς κατέγραψε την συγκεκριμένη μέθοδο στο Τεκμήριο
- Ο κ. Παστελλίδης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι δεν περιέγραψε αναλυτικά την πρόοδο των εργασιών και δεν κατέγραψε ξεχωριστά το ποσό που αντιστοιχούσε στην κάθε εργασία σε σχέση με το διαμέρισμα και την αναλογία όσον αφορά τους κοινόχρηστους χώρους. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε τις εν λόγω υποβολές και ανέφερε ότι οι εργασίες που έχουν γίνει είναι ορατές, έχουν καταγραφεί και δικαιολογούν το ποσό των €45.
- Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι ο λόγος για τον οποίο δεν επισυνάπτονται φωτογραφίες στο Τεκμήριο 5 ήταν διότι δεν επισκέφθηκε το συγκρότημα, λέγοντας ότι επισκέφθηκε το συγκρότημα τόσο στις 10.06.10, όσο και σε άλλες ημερομηνίες, καθώς είχε την επίβλεψη του στατικού τμήματός του. Κληθείς να σχολιάσει τη φράση "The following work has been completed in respect of the subject properties" (σελ. 6 του Τεκμηρίου 5) ο ΜΕ2 είπε ότι υπήρχαν εργασίες που είχαν ολοκληρωθεί πλήρως, όπως π.χ., τα γήπεδα αντισφαίρισης, ενώ υπήρχαν και εργασίες στις οποίες έγιναν οι υποδομές, χωρίς όμως να ολοκληρωθούν. Για παράδειγμα, σε σχέση με τους ανελκυστήρες είχαν γίνει οι υποδομές, αλλά δεν είχαν τοποθετηθεί οι ανελκυστήρες. Η μαρτυρία του ΜΕ2 κατατάσσεται στην κατηγορία της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, καθώς κλήθηκε για να καταθέσει υπό την ιδιότητά του ως πολιτικός μηχανικός. Το αντικείμενο της μαρτυρίας του αφορούσε το κατά πόσο δικαιολογείτο η εκταμίευση του ποσού των €45.000 σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών στο διαμέρισμα και στους κοινόχρηστους χώρους με βάση το ποσοστό που αναλογούσε σε αυτό. Η μαρτυρία του, επομένως, ήταν εξειδικευμένη και απαιτούσε ειδικές γνώσεις. Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελ. 580-581: "Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1)." Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: "Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020]." Θεωρώ ότι ο ΜΕ2 ήταν αντικειμενικός και μετέφερε στο Δικαστήριο με επάρκεια τη μεθοδολογία με την οποία εργάστηκε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πρόοδος των εργασιών ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την εκταμίευση του ποσού των €45.
- Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο ΜΕ2 στην έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 5) καταγράφει την πρόοδο των εργασιών τόσο στο διαμέρισμα όσο και στους κοινόχρηστους χώρους. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 6 πρόχειρες σημειώσεις, τις οποίες έλαβε κατά την επιτόπια επίσκεψή του στις 10.06.10, στις οποίες καταγράφει το κόστος των υπολειπόμενων εργασιών στο διαμέρισμα, αλλά και το κόστος που αναλογεί στο διαμέρισμα σε σχέση με τις υπολειπόμενες εργασίες των κοινόχρηστων χώρων. Περαιτέρω, κατά τη μαρτυρία του διευκρίνισε ότι το ποσοστό κοινόχρηστων χώρων που αναλογεί στο διαμέρισμα είναι περίπου 1%. Ο ΜΕ2 επικαλούμενος την εμπειρία του ανέφερε επίσης, ότι το σκελετικό τμήμα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση είχε αποπερατωθεί, αποτελεί περίπου το 1/3 του συνολικού κόστους. Όλα τα πιο πάνω δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης από τον Εναγόμενο. Πέραν ορισμένων γενικών υποβολών, δεν υπήρξε συγκεκριμένη αμφισβήτηση σε σχέση με τις εργασίες που κατέγραψε ο ΜΕ2 είτε ως αποπερατωθείσες, είτε ως μερικώς εκτελεσθείσες. Η άρνηση του Εναγόμενου ότι υπήρξε πρόοδος των εργασιών και ότι κατ' επέκταση δεν δικαιολογείτο η πληρωμή του ποσού των €45.000, δεν συσχετίστηκε με συγκεκριμένες εργασίες που ο ΜΕ2 ανέφερε ότι εκτελέσθηκαν μερικώς ή πλήρως. Ούτε από την άλλη αμφισβητήθηκαν τα ποσά που ανέφερε ο ΜΕ2 σε σχέση με τις υπολειπόμενες εργασίες στο διαμέρισμα και στους κοινόχρηστους χώρους στη βάση πάντοτε του ποσοστού που αναλογούσε στο διαμέρισμα. Κατά την αντεξέταση έγινε αρκετός λόγος ως προς τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε ο ΜΕ
- Συγκεκριμένα υποδείχθηκε ότι όσα ανέφερε προφορικά στη μαρτυρία του διαφέρουν από όσα καταγράφει στις παραγράφους 6 και 8 της έκθεσης του (Τεκμήριο 5). Όντως η αντιπαραβολή των παραγράφων 6 και 8 του Τεκμηρίου 5 με την προφορική μαρτυρία του ΜΕ2 παρουσιάζει διαφορές ως προς τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε ο τελευταίος για να διαπιστώσει την πρόοδο των εργασιών και το ποσό που αντιστοιχεί σε αυτήν. Ο ΜΕ2, όταν ερωτήθηκε σχετικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου, ξεκαθάρισε ότι εκ του περισσού συμπεριλήφθηκαν οι παράγραφοι 6 και 8 στο Τεκμήριο
- Αυτό διότι το αντικείμενο της έκθεσης του ήταν η διαπίστωση της προόδου των εργασιών και κατά πόσο η εν λόγω πρόοδος δικαιολογούσε την εκταμίευση του ποσού των €45.
- Η μεθοδολογία όμως που καταγράφεται στις παραγράφους 6 και 8 του Τεκμηρίου 5 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις καθορισμού της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου, ζήτημα το οποίο δεν περιλαμβανόταν στους όρους εντολής που του δόθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο ΜΕ2 επανέλαβε μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις ότι η αξία του διαμερίσματος ήταν δεδομένη, αφού είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στο Τεκμήριο
- Θεωρώ ως πειστικές τις εξηγήσεις που δόθηκαν από τον ΜΕ2 σε σχέση με το ότι η μεθοδολογία που καταγράφηκε στις παραγράφους 6 και 8 του Τεκμηρίου 5 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, αλλά στις περιπτώσεις που ζητείται η εκτίμηση της αγοραίας αξίας ακινήτου. Ασφαλώς θα ήταν ορθότερο να μην συμπεριλαμβανόταν στο Τεκμήριο 5, από τη στιγμή που δεν αφορούσε τους όρους εντολής του. Η ουσία όμως είναι ότι τόσο από το Τεκμήριο 5, όσο και από την προφορική μαρτυρία του ΜΕ2, προκύπτει ότι η εν λόγω μεθοδολογία δεν εφαρμόστηκε και δεν άσκησε οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του ΜΕ2 σε σχέση με το ποσό που αναλογούσε στην πρόοδο των εργασιών. Συνεπώς, τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τη δήλωση του ΜΕ2 ότι η καταγραφή της εν λόγω μεθοδολογίας στο Τεκμήριο 5 έγινε εκ του περισσού. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι όσα ανέφερε ο ΜΕ2 για τη χρησιμότητα της μεθοδολογίας που περιγράφεται στις παραγράφους 6 και 8 του Τεκμηρίου 5 δεν αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω, δεν υποστηρίχθηκε από τον κ. Παστελλίδη ότι η προαναφερόμενη μέθοδος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για την εκτίμηση της προόδου εργασιών, ούτε και αμφισβητήθηκε η ορθότητα της μεθοδολογίας που τελικά εφάρμοσε ο ΜΕ2 για την αποτίμηση της προόδου των εργασιών. Στη βάση επομένως των πιο πάνω δεδομένων θεωρώ ότι η καταγραφή των παραγράφων 6 και 8 του Τεκμηρίου 5 καίτοι λανθασμένη, δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΕ2 και την επάρκεια του Τεκμηρίου
- Είναι ξεκάθαρο, κατά την κρίση μου, ότι η καταγραφή έγινε λανθασμένα, αφού τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 8 του Τεκμηρίου 5 δεν επηρέασαν καθ' οιονδήποτε τρόπο την εκτίμηση που διενήργησε ο ΜΕ
- Έγινε επίσης αρκετός λόγος για την ανεξαρτησία του ΜΕ
- Ο κ. Παστελλίδης εισηγείται ότι δεν μπορεί να θεωρείται ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας, αφ' ης στιγμής διορίστηκε από την Ενάγουσα με την οποία μάλιστα συνεργάστηκε στο παρόν έργο αφού του είχε ανατεθεί ο σχεδιασμός του στατικού μέρους του. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου υπέδειξε ότι ο ΜΕ2 είπε ψέματα όταν δήλωσε πως διορίστηκε από την τράπεζα. Ξεκινώντας από το τελευταίο ζήτημα παρατηρώ ότι ούτε ο ΜΕ1, ούτε και ο ΜΕ2 υποστήριξαν ότι ο τελευταίος διορίστηκε από την τράπεζα. Ο ΜΕ1 είπε απλά ότι η τράπεζα συμφώνησε με την εκτίμηση, ενώ ο ΜΕ2 στην αντεξέταση του μετά από υποβολή του κ. Παστελλίδη ότι ψευδόταν όταν δήλωσε ότι τον είχε διορίσει η τράπεζα, απάντησε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν η τράπεζα ή η Ενάγουσα που τον διόρισε. Τα πρακτικά ωστόσο αποκαλύπτουν ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο ΜΕ2 δήλωσε ότι τον διόρισε η τράπεζα. Όσον αφορά την ανεξαρτησία του θεωρώ ότι αυτή δεν πρέπει να εξεταστεί στη βάση του προσώπου που τον διόρισε, αλλά στη βάση του περιεχομένου της έκθεσης του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο μάρτυρας με αντικειμενικότητα παρουσίασε τα ευρήματα του. Σημειώνεται επίσης ότι κατά την κυρίως εξέταση του από μόνος του αποκάλυψε την σχέση του με την Ενάγουσα και το επίδικο έργο. Καταληκτικά σημειώνεται ότι δεν προωθήθηκε η θέση ότι η έκθεση (Τεκμήριο 5) υπαγορεύθηκε από αλλότρια κίνητρα. Υπό το φως των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ως ΜΕ3 κατέθεσε ο Κώστας Βρυώνης υπάλληλος στην τράπεζα και συγκεκριμένα στο Τμήμα Οριστικών Καθυστερήσεων. Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 29.02.08 με την οποία ο Εναγόμενος εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας τα δικαιώματα του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1). Ο ΜΕ3 ανέφερε περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος δεν κατέβαλλε τις δόσεις του δανείου του προς την τράπεζα με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον του η αγωγή με αρ.1460/
- Τέλος, ανέφερε ότι η τράπεζα δεν τερμάτισε το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1). Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ότι ο τελευταίος στα πλαίσια της αγωγής με αρ.1460/12 έχει αμφισβητήσει την εγκυρότητα του Τεκμηρίου 6 προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι περιλαμβάνονται σε αυτό καταχρηστικές ρήτρες. Η μαρτυρία του ΜΕ3 ήταν τυπικής μορφής, καθώς περιορίστηκε ουσιαστικά στην παρουσίαση της συμφωνίας εκχώρησης - Τεκμήριο 6, η ύπαρξη της οποίας είναι παραδεκτή (βλ. παραγράφους 22 -24 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Τα όσα ειπώθηκαν σε σχέση με την εγκυρότητα της εκφεύγουν των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής και ως εκ τούτου θα αγνοηθούν. Στη βάση επομένως των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΕ3, με εξαίρεση τα ζητήματα που εκφεύγουν των επίδικων θεμάτων, γίνεται αποδεκτή (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η μαρτυρία της ΜΥ1 ήταν επίσης τυπικής μορφής, αφού αυτή περιορίστηκε στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης του Εναγόμενου στην αγγλική και της μετάφρασης της στην ελληνική, η οποία έγινε από την εν λόγω μάρτυρα. Δεν υπήρξε αντεξέταση, ούτε και αμφισβητήθηκε η ορθότητα της μετάφρασης. Συνεπώς, η μαρτυρία της ΜΥ1 γίνεται αποδεκτή. Ο Εναγόμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Β
(1)) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι περί το 2006 προσεγγίστηκε από τη Marcus James Partnership και τη Marcus James Overseas Ltd (στο εξής «Marcus James»), η οποία ασχολείται με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και του προτάθηκε η αγορά παραθεριστικού διαμερίσματος στην Κύπρο. Η Marcus James παρουσίασε εκτεταμένες πληροφορίες που περιέχονταν σε έγγραφα, φυλλάδια και βίντεο που προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα και έτσι πείστηκε να αγοράσει ακίνητα από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα το 2006 κράτησε ένα ακίνητο στο συγκρότημα "St. George Hills" και το 2007 κράτησαν, με τη σύζυγο του, ακόμα δύο ακίνητα στο επίδικο συγκρότημα. Για το διαμέρισμα υπέγραψε μία συμφωνία πώλησης χωρίς ημερομηνία και ένα πληρεξούσιο, τα οποία του δόθηκαν από τον ατζέντη πωλήσεων της Ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπήρξε σημαντική πίεση να υπογράψει τη συμφωνία, καθώς του λέχθηκε ότι όλα σχεδόν τα ακίνητα ήταν πουλημένα, και έτσι υπέγραψε τη συμφωνία χωρίς προηγουμένως να ελεγχθεί από τον δικηγόρο του. Περί τον Μάρτιο του 2008 η Ενάγουσα ζήτησε την εκταμίευση ποσού €40.000 ενόψει του ότι υπήρξε πρόοδος στην εκτέλεση των εργασιών. Εξουσιοδότησε την τράπεζα να προχωρήσει στην αποδέσμευση του εν λόγω ποσού, χωρίς να αμφισβητήσει την πρόοδο των εργασιών, δείχνοντας πίστη ότι η τράπεζα είχε εξετάσει την πρόοδο στις εργασίες αφού είχε την επιβεβαίωση της ότι θα διόριζε ανεξάρτητο εκτιμητή για να επιθεωρήσει το έργο. Το ίδιο έπραξε και τον Σεπτέμβριο του 2009 όταν και ζητήθηκε η περαιτέρω εκταμίευση ποσού €35.
- Στις 19.07.10 όταν του ζητήθηκε νέα εκταμίευση για ποσό €45.000 δεν έδωσε την σχετική εξουσιοδότηση. Ο λόγος ήταν διότι του είχαν δημιουργηθεί ανησυχίες, καθώς είχε ενημερωθεί από κάποιον φίλο του που είχε επισκεφθεί το έργο ότι υπήρξε πολύ μικρή πρόοδος εργασιών. Για τον λόγο αυτό απέστειλε στην Ενάγουσα ηλεκτρονική αλληλογραφία (Τεκμήριο 8) με την οποία, μεταξύ άλλων, ενημέρωνε την Ενάγουσα ότι επιθυμούσε να επισκεφθεί το συγκρότημα. Η Ενάγουσα απάντησε στις 21.07.10 (Τεκμήριο 9) επισυνάπτοντας και την εκτίμηση (Τεκμήριο 5). Στις 22.07.10 απευθύνθηκε στην τράπεζα (Τεκμήριο 11), ζητώντας να του επιβεβαιώσουν κατά πόσο το αρχιτεκτονικό γραφείο Σαρίκας, Δημητρίου και Παλάς διορίστηκαν από την τράπεζα για να διενεργήσουν την εκτίμηση. Η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική (Τεκμήριο 12). Μετά από αυτήν την ενημέρωση ένιωσε ότι ξεγελάστηκε από την Ενάγουσα, η οποία παρουσίασε την εν λόγω έκθεση ως προερχόμενη από την τράπεζα. Απευθύνθηκε σε έναν φίλο του εκτιμητή, ο οποίος του έδωσε μία γενική επαγγελματική έκθεση σχετικά με την πρόοδο των εργασιών και σύμφωνα με αυτήν το ποσοστό ολοκλήρωσης του συγκροτήματος δεν υπερέβαινε το 50%. Περαιτέρω, στις 23.07.10 έλαβε γράμμα από την τράπεζα με την οποία ενημερωνόταν ότι η περίοδος ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο έπρεπε να παραδοθεί τον Σεπτέμβριο του 2010, θα επεκτεινόταν για ακόμη ένα χρόνο. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η Marcus James κατά το παρελθόν παρείχε υπηρεσίες προς τον ίδιο ως χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι του, στην επίδικη περίπτωση όμως ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, καθώς είχε το πωλητήριο έγγραφο, παρουσίασε διαφημιστικά φυλλάδια και βίντεο της Ενάγουσας και η κράτηση του διαμερίσματος έγινε μέσω της Marcus James. Κληθείς να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που φαίνεται ότι η Marcus James ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος παρέπεμψε στο Τεκμήριο 1 για να συμφωνήσει όμως στη συνέχεια με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη Marcus James. Αναφορικά με το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1), ο Εναγόμενος είπε ότι πριν το υπογράψει το διάβασε, όχι όμως ολοκληρωμένα. Συμφώνησε με τον κ. Μακρίδη ότι στο Τεκμήριο 1 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι η υποθήκη και οι διαδικασίες κατασκευής θα αντανακλούσαν την αγγλική πρακτική, λέγοντας όμως ότι αυτό ειπώθηκε προφορικά από τη Marcus James. Επίσης ο Εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο της τράπεζας στο οποίο να αναφέρεται ότι θα ακολουθείτο η αγγλική πρακτική και ότι η τράπεζα θα διόριζε ανεξάρτητο εκτιμητή. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας για τον φίλο του που επισκέφθηκε το συγκρότημα, ο Εναγόμενος, χωρίς να τον κατονομάσει, είπε ότι το εν λόγω πρόσωπο του παρέδωσε φωτογραφίες οι οποίες του προκάλεσαν ανησυχία αφού έδειχναν ότι δεν υπήρχε πρόοδος των εργασιών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ένα άλλο πρόσωπο είχε κάνει εκτίμηση στην οποία καταγραφόταν ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες ήταν λιγότερες από το 50%. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ζήτησε με ηλεκτρονική αλληλογραφία από την τράπεζα να του στείλει την εκτίμηση που έγινε για λογαριασμό της χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όταν του υποδείχθηκε από τον κ. Μακρίδη ότι με το Τεκμήριο 11 δεν ζήτησε από την τράπεζα να τον προμηθεύσει με την εκτίμηση, ο Εναγόμενος είπε ότι το είχε ζητήσει επανειλημμένα μέσω τηλεφωνικών επικοινωνιών που είχε με την τράπεζα η οποία και τον παρέπεμψε στον εκτιμητή. Ερωτηθείς κατά πόσο ανέθεσε σε εκτιμητή την ετοιμασία έκθεσης για την πρόοδο των εργασιών, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ήταν ευθύνη της Ενάγουσας να παρέχει αποδείξεις που να δικαιολογούν το ποσό που αξίωνε. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μακρίδη ότι οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €45.
- Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της μαρτυρίας του Εναγόμενου ήταν η αοριστία και η γενικότητα. Σε όλες τις βασικές πτυχές της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς και πειστικές απαντήσεις. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος η μαρτυρία του Εναγόμενου κινήθηκε σε τρεις άξονες. Ο πρώτος άξονας συνίστατο στο ότι παραπλανήθηκε και υπήρξε πίεση χρόνου για την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Ο δεύτερος στο ότι υπήρχαν διαβεβαιώσεις από την τράπεζα ότι θα διενεργούσε η ίδια εκτιμήσεις σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών, προκειμένου να δικαιολογείται η εκταμίευση ποσών. Τρίτος άξονας ήταν η αμφισβήτηση της εκτίμησης - Τεκμηρίου 5 και γενικότερα της ύπαρξης προόδου στις εργασίες ολοκλήρωσης του συγκροτήματος. Σε όλα τα πιο πάνω ζητήματα ο Εναγόμενος περιορίστηκε στην προβολή γενικών ισχυρισμών. Ξεκινώντας από το ζήτημα της παραπλάνησης, ισχυρίστηκε ότι αυτή έγινε από τη Marcus James, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει σε τι συνίστατο η ισχυριζόμενη παραπλάνηση. Η αναφορά στην επαγγελματική παρουσίαση του έργου μέσω φυλλαδίων, βίντεο και εγγράφων χωρίς να προσδιορίζονται οι ισχυριζόμενες παραπλανητικές αναφορές αφήνουν έκθετους σε απόρριψη τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Έγινε επίσης αρκετός λόγος για διαβεβαιώσεις που του δόθηκαν για εφαρμογή της αγγλικής πρακτικής, χωρίς και πάλι να προσδιορίζεται η εν λόγω πρακτική, για την οποία εν πάση περιπτώσει ουδεμία αναφορά γίνεται στη συμφωνία - Τεκμήριο 1 που υπέγραψε ο Εναγόμενος. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, ο ουσιώδης ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι η Marcus James ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην προκείμενη περίπτωση ότι ενήργησε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας για την πώληση του διαμερίσματος δεν τέθηκε στον ΜΕ
- Αποτελεί βασική αρχή του αντιπαραθετικού μας συστήματος ότι θα πρέπει να δίδεται η ευκαιρία σε έναν αντίδικο να σχολιάσει τις θέσεις που προτίθεται η άλλη πλευρά να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Το όλο θέμα τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2010)1A Α.Α.Δ 138 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: "Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party' s case." Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ' όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς." Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του Εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει δεκτό και για τον προαναφερόμενο λόγο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη του Εναγόμενου να θέσει τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς στον ΜΕ
- Όσον αφορά τώρα το ζήτημα της υποχρέωσης της τράπεζας να διενεργεί εκτίμηση μέσω δικού της εμπειρογνώμονα σε σχέση με την πρόοδο στην εκτέλεση των εργασιών, παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε οποιαδήποτε συμφωνία, ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ή έστω να συνάγεται μία τέτοια υποχρέωση της τράπεζας. Από την άλλη δεν επιβεβαιώθηκε η θέση του ότι ζήτησε από την τράπεζα να τον προμηθεύσει με εκτίμηση και η τελευταία δεν το έπραξε. Ούτε με το Τεκμήριο 11, ούτε και με οποιοδήποτε άλλο Τεκμήριο που παρουσίασε ο Εναγόμενος προκύπτει ότι ζήτησε από την τράπεζα την προσκόμιση τέτοιας εκτίμησης. Το σημαντικότερο όμως, κατά την κρίση μου, είναι το ότι ακόμα και να υπήρχε τέτοια υποχρέωση της τράπεζας, αυτό θα ήταν κάτι που θα αφορούσε τον ίδιο και την τράπεζα και δεν αφορά την Ενάγουσα. Επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι η τράπεζα διαφώνησε ή δεν ενέκρινε την έκθεση (Τεκμήριο 5) και συνεπώς την εκταμίευση του επίδικου ποσού. Εν πάση περιπτώσει στο Τεκμήριο 1 δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να εξαρτά την σταδιακή πληρωμή των ποσών με την ετοιμασία έκθεσης προόδου εργασιών από εκτιμητή της τράπεζας. Συνεπώς το εν λόγω ζήτημα εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής. Κενή περιεχομένου παρέμεινε επίσης η θέση του Εναγόμενου σε σχέση και με τον τρίτο άξονα της μαρτυρίας του. Δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο που να αντικρούει το Τεκμήριο 5 και να ενισχύει τους ισχυρισμούς του ότι δεν υπήρξε πρόοδος εργασιών και ότι το συνολικό ποσοστό συμπλήρωσης του συγκροτήματος δεν υπερέβαινε το 50%. Ο Εναγόμενος επικαλέστηκε κάποιον φίλο του που του παρουσίασε φωτογραφίες του συγκροτήματος, καθώς και μία εκτίμηση που ετοιμάστηκε για κάποιον άλλο ιδιοκτήτη. Ούτε τα ονόματα των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων αποκάλυψε, ούτε τις φωτογραφίες παρουσίασε, ούτε και την εκτίμηση, την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, χαρακτήρισε ως «γενική». Επιπρόσθετα δεν ανέθεσε σε εμπειρογνώμονα τη διενέργεια εκτίμησης για λογαριασμό του, αλλά περιορίστηκε στα όσα του μετέφεραν τα πιο πάνω πρόσωπα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ξεγελάστηκε από την Ενάγουσα η οποία παρουσίασε το Τεκμήριο 5 ως προερχόμενο από την τράπεζα δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα. Είναι μεν αλήθεια ότι με το Τεκμήριο 8 ζήτησε από την Ενάγουσα να τον προμηθεύσει με την έκθεση που ετοιμάστηκε για λογαριασμό της τράπεζας. Ωστόσο η Ενάγουσα με το Τεκμήριο 9 δεν ανέφερε στον Εναγόμενο ότι επισυνάπτει την έκθεση που ετοιμάστηκε για λογαριασμό της τράπεζας, αλλά έκθεση που ετοιμάστηκε από ανεξάρτητο εκτιμητή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου. Ευρήματα Στις 18.07.07 καταρτίστηκε πωλητήριο έγγραφο δυνάμει του οποίου ο Εναγόμενος αγόρασε από την Ενάγουσα το διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου με διακριτικό αριθμό Α8 στο μπλοκ "Alicia House". Το διαμέρισμα θα αποτελούσε μέρος του συγκροτήματος "Arcadia Gardens", το οποίο θα ανεγειρόταν από την Ενάγουσα σε ιδιόκτητα τεμάχια της στη Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου. Ο Εναγόμενος υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο ευρισκόμενος στο Ηνωμένο Βασίλειο και το απέστειλε στην Κύπρο όπου και υπογράφηκε για λογαριασμό της Ενάγουσας από τον κ. Ανδρέα Ιωάννου (ΜΕ1). Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.110.250 και σε αυτό περιλαμβανόταν το κόστος επίπλων και ηλεκτρικών συσκευών. Το τίμημα θα καταβαλλόταν ως ακολούθως: · Λ.Κ. 1.702 ως προκαταβολή, το οποίο ήδη είχε ληφθεί από την Ενάγουσα κατά την κατάρτιση του πωλητηρίου εγγράφου. · Λ.Κ. 14.836 με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου. · Λ.Κ. 88.200 σταδιακά κατόπιν απαίτησης της Ενάγουσας και σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών. · Λ.Κ. 5.512 κατά την παράδοση της κατοχής στον Εναγόμενο. Στο πωλητήριο έγγραφο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το διαμέρισμα θα ήταν συμπληρωμένο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2010 με περίοδο χάριτος 6 μηνών πέραν της πιο πάνω ημερομηνίας. Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος δεν κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό κατά την ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο, τότε θα χρεώνεται με τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία που το εν λόγω ποσό θα καθίστατο πληρωτέο. Για την αγορά του διαμερίσματος ο Εναγόμενος συνήψε δάνειο με την Alpha Bank Cyprus Ltd προς την οποία και εκχώρησε τα δικαιώματα του από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 18.07.
- Η σχετική συμφωνία εκχώρησης υπογράφηκε στις 29.02.
- Ο Εναγόμενος κατέβαλε σύμφωνα με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου τις πρώτες δύο δόσεις των ποσών των Λ.Κ.1.702 και Λ.Κ.14.
- Περαιτέρω, μετά από απαίτηση της Ενάγουσας και ενόψει της προόδου στην εκτέλεση των εργασιών, ο Εναγόμενος έδωσε οδηγίες στην Alpha Bank Cyprus Ltd όπως εκταμιεύσει και η τελευταία εκταμίευσε τα ποσά των €40.000 και €35.000 στις 07.03.08 και 16.09.09 αντίστοιχα. Ακολούθως, στις 19.07.10 η Ενάγουσα με ηλεκτρονική αλληλογραφία της ζήτησε από τον Εναγόμενο την εκταμίευση ποσού €45.000 λόγω αντίστοιχης προόδου στην εκτέλεση των εργασιών. Ο Εναγόμενος με δική του ηλεκτρονική αλληλογραφία στις 20.07.10, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι επιθυμούσε όπως επισκεφθεί το συγκρότημα και ζήτησε από την Ενάγουσα να τον προμηθεύσει με την έκθεση που ετοίμασε η Alpha Bank Cyprus Ltd. Η Ενάγουσα στις 21.07.10 με ηλεκτρονική αλληλογραφία απέστειλε στον Εναγόμενο την έκθεση που ετοιμάστηκε από το αρχιτεκτονικό γραφείο Σαρίκας, Δημητρίου και Παλάς και υπογράφεται από τον Βάσο Δημητρίου (ΜΕ2), αναφέροντας ότι προέρχεται από ανεξάρτητο εκτιμητή. Ο Εναγόμενος στις 22.07.10 απευθύνθηκε προς την Alpha Bank Cyprus Ltd ζητώντας να ενημερωθεί κατά πόσο το προαναφερόμενο αρχιτεκτονικό γραφείο εργοδοτείται ή διορίστηκε από την τράπεζα για την ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης. Περαιτέρω, ζήτησε να ενημερωθεί σε σχέση με τον χρόνο που θα απαιτείτο για να τον προμηθεύσει η τράπεζα με την έκθεση προόδου των εργασιών για τον μήνα Ιούνιο κα κάλεσε την τελευταία να μην προχωρήσει στην εκταμίευση οποιουδήποτε ποσού. Η Alpha Bank Cyprus Ltd απάντησε στις 26.07.10 λέγοντας ότι το αρχιτεκτονικό γραφείο Σαρίκας, Δημητρίου και Παλάς δεν εργοδοτήθηκε από την τράπεζα, ούτε και διορίστηκε από αυτήν. Επίσης, επιβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε στην εκταμίευση οποιουδήποτε ποσού. Η Ενάγουσα κάλεσε τον Εναγόμενο στις 02.08.10, με επιστολή της τότε δικηγόρου της, όπως εντός 7 ημερών από τη λήψη της πληρώσει το ποσό των €45.000 πλέον τόκο προς 9% από την εν λόγω ημερομηνία, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρούσε στην καταχώρηση αγωγής. Ο Εναγόμενος μέχρι και σήμερα δεν έχει καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό ή οποιοδήποτε μέρος αυτού. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι το ποσό των €45.000 που αξιώνει η Ενάγουσα είναι αιτιολογημένο με βάση την πρόοδο στην εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης του διαμερίσματος και των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος "Arcadia Gardens". Συμπεράσματα Το βασικό επίδικο θέμα της υπό κρίση διαφοράς είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα νομιμοποιείται με βάση τους όρους του Τεκμηρίου 1 να διεκδικεί το ποσό των €45.000 επικαλούμενη την πρόοδο που είχε επιτευχθεί στην εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης του διαμερίσματος και των κοινόχρηστων χώρων κατά το ποσοστό που αναλογούσε στο διαμέρισμα μέχρι τις 19.07.
- Προτού απαντηθεί το πιο πάνω βασικό ζήτημα, θα πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι μεταξύ των διαδίκων συνομολογήθηκε μία νομικά δεσμευτική συμφωνία (Τεκμήριο 1). Είναι καλά γνωστό ότι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία νομικά δεσμευτικής σύμβασης είναι αφενός η πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης και αφετέρου η ύπαρξη αντιπαροχής [C. MALATHOURAS & SONS LTD v. ΛΑΪΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
(2004)1Β Α.Α.Δ 1233]. Τα πιο πάνω ζητήματα είναι παραδεκτά από τον Εναγόμενο, ο οποίος τόσο με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, όσο και στην προφορική του μαρτυρία παραδέχθηκε ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία καταβάλλοντας μάλιστα έναντι του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος το ποσό των €103.630,
- Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο υπήρξε παράβαση του Τεκμηρίου 1 από τον Εναγόμενο. Οι επίμαχοι όροι του Τεκμηρίου 1 είναι, κατά την κρίση μου, οι όροι 2 (πιο συγκεκριμένα ο όρος 2.3) και ο όρος 21, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτούσιο: "
- The purchase price payable by Purchaser to the Vendor in consideration for the sale of the property herein recorded is the sum of One Hundred and Ten Thousand, Two Hundred and Fifty Pounds (CYP£110,250) payable by the Purchaser to the Vendor as follows: 2.
- The amount of CYP£1,702 as a deposit and which amount has been received by the Vendor. 2.2.1 The amount of CYP£14,836 on signature of this agreement. 2.
- The amount of CYP£88,200 to be paid direct to the Vendor progressively in stages on demand by the Vendor and according to the progress of the construction work on the property. Payment in terms hereof is to be made to the Vendor either from the mortgage loan obtained by the Purchaser from a local bank or from the Purchasers own funds. 2.
- The amount of CYP£5,512 on possession of the property by the Purchaser." "
- Should the Purchaser fail to effect payment of any monies due in terms of this agreement or commit a breach of any of the terms of this agreement, all of which terms shall be deemed to be material or preclude or prevent the performance of his obligation in terms thereof then and in any one or more of the said events the Vendor shall, after expiry of 10 (ten) days from the posting of written notice calling upon the Purchaser to effect payment of such amount or remedy such breach, or rectify such position, be entitled to either; 21.1 claim payment of the full amount owing to the Vendor in terms hereof, which amount shall immediately become due and payable and in which event the Vendor shall upon payment being made complete the building of the propertyς; or 21.2 claim specific performance from the Purchaser; or 21.3 exercise any other rights which the Vendor may have in terms of this agreement or in law; or 21.4 alternatively to cancel this Contract in which event the Vendor shall be entitled to retain all monies paid by the Purchaser in terms of this agreement and which monies are forfeited and claim such additional damages as the Vendor may have sustained as a result of such cancellation. The above remedies shall be without prejudice and shall not preclude the exercise of any other remedies the Vendor may have in terms of this agreement or common law or arising from any other source whatsoever." Η Ενάγουσα με ηλεκτρονικό μήνυμά της (Τεκμήριο 2) ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι επήλθε πρόοδος στην εκτέλεση των εργασιών και τον κάλεσε όπως καταβάλει το ποσό των €45.
- Με το πιο πάνω αναφερόμενο μήνυμα της η Ενάγουσα ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του όρου 2.3 του Τεκμηρίου
- Ακολούθως, η Ενάγουσα στις 02.08.10 μέσω της τότε δικηγόρου της κάλεσε με γραπτή ειδοποίηση τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 3) όπως πληρώσει το προαναφερόμενο ποσό προειδοποιώντας τον ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρούσε στη λήψη δικαστικών μέτρων. Ταυτόχρονα τον ενημέρωσε ότι θα σταματούσαν οι οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες. Το Τεκμήριο 3 στάλθηκε προφανώς σε συμμόρφωση προς τον όρο 21 του Τεκμηρίου
- Ανοίγω εδώ μία παρένθεση για να επισημάνω ότι το γεγονός πως στο Τεκμήριο 3 δίδεται προθεσμία 7 ημερών, αντί 10 ως προβλέπεται στον όρο 21, δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την εγκυρότητα της ειδοποίησης που δόθηκε μέσω αυτού. Αυτό διότι αφενός η Ενάγουσα δεν προχώρησε στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων πριν την πάροδο των 10 ημερών, αλλά αντιθέτως πολύ αργότερα αφού η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.12.
- Αφετέρου δεν υποστηρίχθηκε ότι ο Εναγόμενος επιχείρησε μέσα στην συμβατική προθεσμία των 10 ημερών να συμμορφωθεί και η Ενάγουσα αρνήθηκε επικαλούμενη την πάροδο της προθεσμίας των 7 ημερών. Μετά την επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων, θα πρέπει να επιλυθεί το βασικό επίδικο θέμα, ήτοι το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε ότι δικαιούται το ποσό των €45.
- Ως προς το εν λόγω ζήτημα προσέφερε κυρίως μαρτυρία ο ΜΕ2, η μαρτυρία του οποίου για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω κρίθηκε ως αξιόπιστη. Επομένως, η Ενάγουσα νομιμοποιείται να διεκδικεί το ποσό των €45.000 το οποίο αποτελεί και το μέτρο της αποζημίωσης στην προκείμενη περίπτωση. Στην A. Panayides Contracting Ltd v. M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd
(2012)1Β Α.Α.Δ 1136, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το μέτρο των αποζημιώσεων που γενικώς απαντάται για τη διάρρηξη συμβολαίων εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις εργολαβικών συμβολαίων: "Υπενθυμίζεται γενικά ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για τη διάρρηξη συμβολαίων συναρτάται με το ποσό το οποίο θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, οι αποζημιώσεις στο δίκαιο των συμβάσεων έχουν σκοπό την αποκατάσταση του αθώου μέρους «. στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας.». Το μέτρο των αποζημιώσεων που γενικώς απαντάται για τη διάρρηξη συμβολαίων, εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις διάρρηξης εργολαβικών συμβολαίων. Στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts - πιο πάνω - σελ. 186, αναφέρεται ως καθοδηγούσα αρχή ότι η αποζημίωση έχει στόχο να θέσει το μέρος του οποίου τα δικαιώματα έχουν παραβιαστεί στην ίδια θέση ως αυτά να είχαν τηρηθεί." Η υπό κρίση περίπτωση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες στο να διαπιστωθεί με ποιο ποσό θα μπορούσε η Ενάγουσα, ως το αθώο μέρος, να τεθεί στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία προχωρούσε κανονικά. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την επιδίκαση του ποσού που αξίωσε η Ενάγουσα από τον Εναγόμενο, ήτοι του ποσού των €45.000. Αν και δεν έχει τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα από μέρους του Εναγόμενου, ωστόσο θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι η Ενάγουσα δεν εμποδίζεται στη διεκδίκηση του ποσού των €45.000, που αποτελεί δόση έναντι του συνολικού τιμήματος, ένεκα του γεγονότος της μη πλήρους εκπλήρωσης της δικής της υποχρέωση για αποπεράτωση του διαμερίσματος. Στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts 5th Edition, στη σελ.71 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "A contract which gives the contractor an enforceable right to instalments cannot to that extent be an entire contract because the contractor has the right to call for fulfillment of part of the employer's promise before he has entirely completed his own promise." 'Άλλωστε αποτελεί γενική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι το αθώο μέρος δύναται είτε να τερματίσει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις, είτε να συνεχίσει με τη σύμβαση και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις (βλ. Το Δίκαιο των Συμβάσεων Τόμος Β' Π.Γ. Πολυβίου σελ. 658 - 661) . Ερχόμενος τώρα στην Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, θεωρώ ότι θα πρέπει πριν από οτιδήποτε άλλο να εξεταστεί το ζήτημα της νομιμοποίησης του Εναγόμενου να ζητά ανταπαιτητικά αποζημιώσεις για παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1) και δήλωση του Δικαστηρίου περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών σε αυτό, χωρίς να έχει συνενωθεί ως διάδικος η τράπεζα. Το εν λόγω ζήτημα εγέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας στην τελική του αγόρευση. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Εναγόμενος (εκχωρητής) εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας (εκδοχέας) όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από το Τεκμήριο 1 και ειδικότερα το δικαίωμα του για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου και εγγραφή του διαμερίσματος επ' ονόματι του (βλ. Τεκμήριο 7). Στην υπόθεση Ανδρέα Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1524, οι εφεσίβλητοι ήγειραν προδικαστική ένσταση η οποία εδραζόταν στην εισήγηση πως ο εφεσείων στερείτο του δικαιώματος να εγείρει προσωπικά την αγωγή, αφού όλα τα δικαιώματά του που προέκυπταν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο τα είχε εκχωρήσει προς την Τράπεζα Κύπρου Λτδ για το σκοπό εξασφάλισης του δανείου που είχε πάρει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως βάσιμη την προδικαστική ένσταση. Με έφεσή του ο εφεσείων αμφισβήτησε την ορθότητα, μεταξύ άλλων, της πιο πάνω απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 1528-1531: "Θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε πρώτα την ορθότητα της κατάληξης αναφορικά με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, που όπως υποδείξαμε, αφορά το δικαίωμα του εφεσείοντα να εγείρει ο ίδιος την αγωγή. Το έγγραφο που περιέχει την εκχώρηση των ωφελημάτων που δυνατόν να προκύψουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο προς όφελος του εφεσείοντα, είναι το τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα ο όρος 6 του συμβολαίου, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι "με το έγγραφο αυτό εκχωρώ προς την τράπεζα προς το σκοπό συνεχούς εξασφάλισης οποιοδήποτε ποσό χρημάτων συμπεριλαμβανομένων κερδών και/ή φιλοδωρημάτων (BONUSES) που δυνατόν να καταστούν πληρωτέα σε μένα δυνάμει συμβολαίου ασφάλειας ζωής με την ασφαλιστική εταιρεία EUROLIFE LTD ." Τίθεται έτσι, βασικά, θέμα αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την εκχώρηση (assignment). Το δίκαιο που εφαρμόζεται επί του προκειμένου στην Κύπρο εξηγήθηκε πολύ περιεκτικά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην υπόθεση Χριστόπουλου v. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 2617/73, ημερ. 16.6.90, όπου στη σελ. 8 της απόφασης, ο Κωνσταντινίδης, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρει τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετούμε πλήρως: "Για να αποφύγουμε να επιβαρύνουμε αυτή την απόφαση με υπερβολική αναφορά στις επιμέρους υποθέσεις, θα συνοψίσουμε εκείνα που είναι χρήσιμο να λεχθούν για τις ανάγκες της υπόθεσης αυτής όπως τα αντιλαμβανόμαστε από τη μελέτη της νομολογίας και την ανάλυση των σχετικών αρχών από τη βιβλιογραφία. (Βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η Εκδ., τόμος 6, σελ. 7, παρ. 9 κ.ε.π., Cheshire and Fifoot's Law of Contract, 9η Εκδ. σελ. 493 κ.ε.π., Chitty on Contracts, 25η Εκδ., τόμος 1, σελ. 692 κ.ε.π. και Hanbury on Modern Equity, 6η Εκδ., σελ. 81 κ.ε.π.) Είναι ορθό ότι η ρίζα της εκχώρησης βρίσκεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Το δίκαιο της επιείκειας παράκαμψε την άκαμπτη ρύθμιση του θέματος της δυνατότητας εκχώρησης από το Κοινοδίκαιο σύμφωνα με το οποίο, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν μας αφορούν, δεν ήταν επιτρεπτή η εκχώρηση δικαιωμάτων. Στην Αγγλία, πρώτα με το άρθρο 25
(6)του Supreme Court of Judicature Act 1873 και στη συνέχεια με το άρθρο 136
(1)του Law of Property Act 1925, υπό τον όρο της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων αναγνωρίστηκε νομοθετικά η δυνατότητα εκχώρησης «αντικειμένων αγωγής» (choses in action). Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο όμως ότι η νομοθετική ρύθμιση ούτε περιόρισε ούτε διεύρυνε τις δυνατότητες εκχώρησης όπως τις αναγνωρίζει το δίκαιο της επιείκειας. Η νομοθετική ρύθμιση δεν διαφοροποίησε την ουσία αλλά πρόσφερε μηχανισμό για άμεση διεκδίκηση δικαιωμάτων από την εκχώρηση χωρίς την ανάγκη σύμπραξης του εκχωρητή. Κατά το δίκαιο της επιείκειας εκτός αν η εκχώρηση ήταν απόλυτη και όχι μερική και εκτός αν αφορούσε αντικείμενο αγωγής αναγνωρισμένο όχι από το νόμο (legal choses in action) αλλά από το ίδιο το δίκαιο της επιείκειας (equitable choses in action), ο εκδοχέας δεν ενομιμοποιείτο να διεκδικήσει από την αγωγή δικαιώματα από την εκχώρηση, στο δικό του όνομα. Όφειλε να συνενώσει και τον εκχωρητή ως διάδικο. Τώρα, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Νόμου, (Η εκχώρηση να είναι απόλυτη, να είναι έγγραφη και γι' αυτή να έχει δοθεί γραπτή ειδοποίηση στον οφειλέτη), ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή. Ο Αγγλικός νόμος δεν ισχύει, βέβαια, εδώ και είναι ορθό ότι στην Κύπρο η εκχώρηση διέπεται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. (Βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392). Προσθέτουμε ότι και στην Αγγλία εξακολουθεί να ισχύει το δίκαιο της επιείκειας παράλληλα με τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Είναι θεμελιωμένο πως εκχώρηση που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου μπορεί κάλλιστα να είναι έγκυρη κατά το δίκαιο της επιείκειας." Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 487: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & sons
(1978)1 C.L.R. 10 καιMarkidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392]. Στην υπόθεση Weddell v. J. A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10." Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση ThreeRivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: "Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity ..." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ..." Όλα τα πιο πάνω είναι καθοδηγητικά και στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και εδώ το θέμα αφορούσε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action). Ο εφεσείων-εκχωρητής ενήγαγε προσωπικά, χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα ως διάδικο, που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης. Πουθενά δε δεν φαίνεται να τον είχε εξουσιοδοτήσει ο εκδοχέας να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του. Με βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε πως ο εφεσείων-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον των εφεσίβλητων-εναγομένων εκτός αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ' εντολήν του και ως εκ τούτου η αγωγή του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί γι' αυτό το λόγο. Εν όψει της κατάληξής μας, δεν χρειάζεται να εξετάσουμε ούτε την πρώτη προδικαστική ένσταση, αλλά ούτε και την ουσία της υπόθεσης, που αφορά το κατά πόσο υπήρξε, λόγω του ατυχήματος, μόνιμη ολική ανικανότητα, με βάση την οποία θα υποχρεωνόταν η ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει τα προνοούμενα ωφελήματα." Υπό το φως των πιο πάνω αρχών που διέπουν το θέμα της εκχώρησης, όπως αυτές αναλύονται διεξοδικά στο απόσπασμα της απόφασης Ανδρέα Λουκά ν. Eurolife Ltd (ανωτέρω), θεωρώ ότι ο Εναγόμενος δεν μπορεί από μόνος του να διεκδικεί μέσω της Ανταπαίτησης, αποζημιώσεις για παράβαση του Τεκμηρίου 1 και αναγνωριστική δήλωση περί καταχρηστικότητας όρων του Τεκμηρίου
- Ως αποτέλεσμα της συμφωνίας εκχώρησης (Τεκμήριο 7), το πρόσωπο που δικαιούται να εγείρει αγωγή (ή ανταπαίτηση) στη βάση του Τεκμηρίου 1 είναι η τράπεζα και όχι ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος ωστόσο επέλεξε να καταχωρήσει από μόνος του την Ανταπαίτηση, χωρίς να συνενώσει ως διάδικο την τράπεζα. Επίσης, δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου από το οποίο να συνάγεται ότι η τράπεζα εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο να την εκπροσωπήσει ως εμπιστευματοδόχο της. Κατά συνέπεια η Ανταπαίτηση, για τον λόγο αυτό και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η ουσία των αξιώσεων του Εναγόμενου, δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Ωστόσο, θα προχωρήσω να εξετάσω και την ουσία της αξίωσης του Εναγόμενου προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη κρίση του Δικαστηρίου σε περίπτωση που θεωρηθεί λανθασμένη η πιο πάνω κατάληξη μου. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά, καθώς οι αξιώσεις του Εναγόμενου παρέμειναν γράμμα κενό. Δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα παραβίασε όρους του Τεκμηρίου 1 και ότι ο Εναγόμενος υπέστη οποιαδήποτε ζημία ως αποτέλεσμα της εν λόγω παράβασης. Τα ίδια ισχύουν και για την αναγνωριστική δήλωση που αξιώνει ο Εναγόμενος. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 21 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος θα ισχυρισθεί ότι οι όροι 9, 10, 24 και 25 του Τεκμηρίου 1 είναι καταχρηστικοί εάν η Ενάγουσα επικαλεσθεί τους εν λόγω όρους. Στη συνέχεια δίδονται λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης καταχρηστικότητας των υπό αναφορά όρων στις οποίες προστίθεται και ο όρος
- Είναι επομένως φανερό ότι η επίκληση της καταχρηστικότητας γίνεται υπό αίρεση, αφού εξαρτάται από την επίκληση των εν λόγω όρων από την Ενάγουσα. Όπως προκύπτει από όσα έχουν παρατεθεί πιο πάνω, η Ενάγουσα δεν έχει επικαλεστεί τους προαναφερόμενους όρους. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνεται ότι, κατά την κρίση μου, οι κρίσιμοι όροι για την επίδικη διαφορά είναι οι όροι 2 και 21 του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στην αγόρευση του δεν προωθεί οποιαδήποτε εισήγηση είτε περί δικαιώματος αποζημιώσεως του πελάτη του, είτε περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών. Ο κ. Παστελλίδης περιορίζεται στο να εισηγηθεί την απόρριψη της αγωγής. Συνεπώς, οι αξιώσεις του Εναγόμενου, πέραν της γενικότητας με την οποία ήταν διατυπωμένες, επί της ουσίας δεν προωθήθηκαν με αποτέλεσμα να μην μπορούν παρά να απορριφθούν. Επανερχόμενος στην αξίωση της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στο ζήτημα του τόκου, παρατηρώ ότι αξιώνεται τόκος προς 9% ετησίως επί του ποσού των €45.000 από τις 19.07.10 μέχρι εξοφλήσεως. Στο Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα στον όρο 19 οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οποιοδήποτε ποσό που καθυστερεί να πληρώσει ο Εναγόμενος θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω ποσό θα έπρεπε να πληρωθεί. Με την παράγραφο 8 μάλιστα της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης γίνεται παραδεκτή η παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο του όρου 19 του Τεκμηρίου
- Το ποσό των €45.000, σύμφωνα με τον όρο 2.3 του Τεκμηρίου 1, θα έπρεπε να πληρωθεί άμεσα με την κοινοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας εφόσον δεν καθορίζεται περίοδος εντός της οποίας θα έπρεπε μετά την απαίτηση να πραγματοποιηθεί η πληρωμή. Η απαίτηση για την πληρωμή του ποσού των €45.000 έγινε από την Ενάγουσα στις 19.07.10 με το Τεκμήριο
- Ωστόσο θεωρώ ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να διεκδικεί τόκο από τις 19.07.10, αλλά από τις 02.08.10, καθώς με τη μεταγενέστερη επιστολή της τότε δικηγόρου της (Τεκμήριο 3) όρισε ότι ο τόκος θα χρεώνεται από σήμερα, ήτοι από τις 02.08.
- Το τελευταίο ζήτημα που παραμένει προς εξέταση είναι οι δηλωτικές ή αναγνωριστικές αποφάσεις που διεκδικεί η Ενάγουσα. Στην Πολ. Έφεση 93/11 ημερομηνίας 18.01.16 ΠΕΚΡΗΣ ν. ΤΖΙΑΝΝΑΡΟΥ κ.ά, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το πότε εκδίδονται αναγνωριστικές αποφάσεις: "Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν φαίνεται να προβληματίστηκε καθόλου για το κατά πόσον θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει του άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, υπέρ της έκδοσης δηλωτικής απόφασης. Συνήθως τα δικαστήρια εκδίδουν δηλωτική απόφαση σε σχέση με νομικά δικαιώματα. Όμως όπου με την αγωγή ζητείται μόνο αναγνωριστική απόφαση, χωρίς να ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή (βλ. Mellstrom v. Garner [1970] 2 All ER 9 CA και Annual Practice 1958, σελ. 578). Συχνά ζητείται αναγνωριστική απόφαση επί γεγονότων που δεν έχουν ακόμη προκύψει (Greenwich Healthcare National Health Service v. London and Quadrant Housing Trust and others [1998] 3 All ER 437 και Gasto Shipping Company Limited, ανωτέρω). Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα (Maerkle v. British and Continental Fur Co Ltd [1954] 3 All ER 50 CA). Τα δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα (Howard v. Pickford Tool Co Ltd [1951] 1 KB 417 CA) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας." Ενόψει των πιο πάνω και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των αναγνωριστικών/δηλωτικών αποφάσεων που αξιώνει η Ενάγουσα, θεωρώ ότι δικαιολογείται η έκδοση τους. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την υπόθεση της. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €45.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 02.08.10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα εκδίδονται οι ακόλουθες αναγνωριστικές/δηλωτικές αποφάσεις: Α. Το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 18/07/2007 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Β. Η Ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα της να διεκδικήσει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του πωλούμενου διαμερίσματος το οποίο θα καταστεί απαιτητό με την περαιτέρω πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του πωλούμενου διαμερίσματος, την ολοκλήρωση της ανέγερσης αυτού και την παράδοσή του στον Εναγομένο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ενόψει της συνεκδίκασης της Απαίτησης με την Ανταπαίτηση, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα στην Ανταπαίτηση. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο