ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ, Αρ. Γενικής Αίτησης: 93/15, 4/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A239 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 93/15 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ.4 Μεταξύ: ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Αιτητές και ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ Καθ΄ ων η αίτηση ---------------------------- Αίτημα για καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας ---------------------------- Ημερομηνία: 4.11.2016 Για Αιτητές: κα Λ. Σιακαλλή για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΤΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ν. Φακοντής με κα Α. Νεοφύτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.10.2016, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, εγέρθηκε το ανωτέρω θέμα. Δηλαδή ο τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης της Γενικής Αίτησης. Η συνήγορος των Αιτητών κα Σιακαλλή δήλωσε έτοιμη να προσφέρει προφορική μαρτυρία για την απόδειξη της υπόθεσης της. Αντίθετη ήταν η άποψη του συνηγόρου των Καθ΄ ων η αίτηση κ. Φακοντή, ο οποίος πρόβαλε τη θέση ότι η παρούσα αίτηση διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και με αγορεύσεις. Αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία της η κα Σιακαλλή, αφού αναφέρθηκε στο Κεφ. 4 επί του οποίου η Γενική Αίτηση εδράζεται, υπέδειξε ότι δεν υπάρχουν κανονισμοί οι οποίοι να ρυθμίζουν την ακροαματική διαδικασία. Όμως, υπογράμμισε, η Γενική Αίτηση, καθορίζεται ως εναρκτήριο μέσο στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και επομένως θεωρείται "action". Ως τέτοια δε, πρέπει να αποδειχθεί με προφορική μαρτυρία, για να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να προβάλουν την υπόθεση τους και να απαντήσουν για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων. Άλλως πως, κατέληξε, θα στερηθεί το Δικαστήριο την ευχέρεια να εξετάσει τα εγειρόμενα θέματα. Παρέπεμψε προς ενίσχυση των θέσεων της στην απόφαση UDRUZENA BEOGRADSKA BANKA v. WESTACRE INVESTMENT INC
(1999)1 Α.Α.Δ., 124 και σε απόφαση Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Προβάλλοντας τη δική του επιχειρηματολογία ο κ. Φακοντής αναγνώρισε το γεγονός της ανυπαρξίας κανονισμών που να ρυθμίζουν τη διαδικασία σύμφωνα με το Κεφ. 4. Όμως, τόνισε, υπάρχουν τα άρθρα 26 και 30 τα οποία δίδουν την εξουσία στο Δικαστήριο να ρυθμίζει τα ζητήματα που τίθενται ενώπιον του. Όπως επίσης έχει εξουσία να εκδίδει διατάγματα για να δοθεί μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης (άρθρο 26). Στην κρινόμενη περίπτωση, εισηγείται, οι Αιτητές επέλεξαν την καταχώριση αίτησης υποστηριζόμενη με ένορκη δήλωση. Το ίδιο έπραξαν και οι Καθ΄ ων η αίτηση. Αυτό είναι εισηγείται το μαρτυρικό υλικό το οποίο προσφέρεται. Παρέπεμψε προς υποστήριξη των θέσεων του στο σύγγραμμα ODGERS' Principle of Pleading and Practice, 20th ed. 1971, και σε αποφάσεις άλλων Επαρχιακών Δικαστών οι οποίοι υποστηρίζουν τη θέση αυτή. Η προσέγγιση του ζητήματος τούτου, έχει ιδιαίτερη σημασία νομική αλλά και πρακτική, δεδομένης της καταχώρισης και ύπαρξης αρκετών τέτοιων γενικών ή πρωτογενών αιτήσεων, τόσον εκ μέρους αρκετών άλλων υποθέσεων αλλά και μεταξύ των ιδίων των διαδίκων, ως η παρούσα. Η κρινόμενη αίτηση έρεισμα έχει τα άρθρα 2, 3, 6, 10
(1)(β), 10
(2)και 30 του Κεφ. 4 καθώς και τις Διαταγές 5 και 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Οι τελευταίες διατάξεις αναφέρονται στις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου υπάρχει σε εκκρεμότητα δικαστική διαδικασία. Σχετικό με την παρούσα διαδικασία είναι το άρθρο 10
(1)β και 10
(2)δια του οποίου παρέχεται η δυνατότητα για τις περιπτώσεις που εκεί περιγράφονται να καταχωρηθεί αίτηση στο Δικαστήριο. Αναφέρουν τα σχετικά άρθρα: «10.-
(1)Σε oπoιαδήπoτε από τις ακόλoυθες περιπτώσεις- (β) αv διαιτητής o oπoίoς έχει διoριστεί αρvηθεί ή αδυvατεί vα εvεργήσει ή απoθάvει και στo συvυπoσχετικό δεv φαίvεται ότι υπήρχε πρόθεση vα μηv πληρωθεί η θέση και oι συμβαλλόμεvoι δεv πληρώσoυv τη θέση. ή oπoιoσδήπoτε από τoυς συμβαλλόμεvoυς δύvαται vα επιδώσει στoυς άλλoυς συμβαλλόμεvoυς ή στoυς διαιτητές, αvάλoγα με τηv περίπτωση, γραπτή ειδoπoίηση για διoρισμό διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτoυ διαιτητή.
(2)Αv o διoρισμός δεv γίvει μέσα στις επτά επόμεvες εργάσιμες ημέρες από τηv επίδoση της ειδoπoιήσεως, τo Δικαστήριo δύvαται, ύστερα από αίτηση τoυ συμβαλλόμεvoυ o oπoίoς έδωσε τηv ειδoπoίηση, vα διoρίσει διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτo διαιτητή o oπoίoς έχει τις ίδιες εξoυσίες vα εvεργήσει στηv παραπoμπή και vα εκδώσει απόφαση ωσάv vα είχε διoριστεί με τη συvαίvεση όλωv τωv αvτισυμβαλλόμεvωv.» Το ίδιο το άρθρο και γενικά ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4, δεν καθορίζει τον τύπο της αίτησης αλλά ούτε και εκδόθηκαν Κανονισμοί, παρά τη σχετική πρόβλεψη στο Νόμο για καθορισμό και επίλυση τέτοιου θέματος. Είναι δεδομένο ότι δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία στα πλαίσια της οποίας να καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση. Η Δ.1 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δίδοντας τον ορισμό του plaintiff, καθορίζει τους τρόπους έναρξης δικαστικής διαδικασίας μεταξύ των οποίων "action, petition, motion, summons or otherwise". Συνεπώς το εναρκτήριο μέσο παίρνει διάφορες μορφές, εξαρτώμενο από τις διατάξεις του νόμου στον οποίο αναφέρεται και ενίοτε το καθορίζουν. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon
(1998)1 (Δ) A.A.Δ. 1978, η οποία αφορούσε απομάκρυνση διαιτητή σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ. 4 προνοεί για υποβολή αίτησης. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιες του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση.» Το ερώτημα βέβαια που ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση δεν είναι ο ορθός τύπος του εναρκτήριου μέσο αλλά η απόδειξη των ζητημάτων που εγείρει. Παρά ταύτα, έχει τη σημασία του, αφού αντιδιαστέλλεται με την αγωγή και υπάρχουν πρόνοιες απόδειξης τους. Η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία πραγματεύεται μεν άλλα θέματα για τα οποία καταχωρείται originating summons, όμως προνοεί τύπο αυτής και παρέχει ένδειξη, βοηθητική του εξεταζόμενου θέματος. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, η αίτηση υποστηρίζεται από μαρτυρία. Οι Αιτητές επέλεξαν εδώ να καταχωρήσουν τη μαρτυρία υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και ενισχυτικό αποδεικτικό υλικό. Στην απόφαση του κ. Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ, Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ και των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, Αρ. Αίτησης 2289/13, ημερ. 11.2.2015, στην οποία ο κ. Φακοντής με παρέπεμψε, αναλύονται παρόμοια θέματα τα οποία εκφράζουν την πεποίθηση και του παρόντος Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα ODGERS' Principles of Pleading and Practice, 20th Ed. 355-357, εξηγείται ότι η ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων γίνεται με μαρτυρία που δίνεται μέσα από ένορκες δηλώσεις. Συνήθως οι οδηγίες δίνονται από το Δικαστήριο για την καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων. Αποτελεί όμως απαραίτητο και αμετάβλητο όρο η μαρτυρία να δίνεται με ένορκη δήλωση (such evidence is invariably given by affidavit), ενώ συνήθως η μαρτυρία του αιτητή καταχωρείται αμέσως μετά την καταχώρηση της αίτησης. Τα υπόλοιπα μέρη της διαδικασίας έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο άδεια για την καταχώρηση της δικής τους μαρτυρίας υπό μορφή ένορκων δηλώσεων. Μάλιστα το δικαστήριο δεν ενεργεί μόνο ως θεματοφύλακας, αλλά έχει την εξουσία κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας να απαιτήσει, εάν το κρίνει σκόπιμο ή αναγκαίο, την καταχώριση περαιτέρω μαρτυρίας. Η κυρίως εξέταση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, αλλά με αίτημα του αντιδίκου ο ομνύων μπορεί να διαταχθεί να παρουσιαστεί για να αντεξεταστεί επί της ενόρκου δηλώσεως (Odger΄s ανωτέρω, σελ.357). Πρόκειται για την ανάλογη διαδικασία που ρυθμίζεται με την Διαταγή 48
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Να σημειωθεί βεβαίως ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρείται ως μαρτυρία δεν επέχει θέση δικογράφου. Ομοίως και στον Atkin΄s Court Forms, 2nd Ed. V.29 σελ. 259 επ. εξηγείται πως αν ο αιτητής προτίθεται να εισάξει μαρτυρία προς υποστήριξη της πρωτογενούς αιτήσεως θα πρέπει αυτή να γίνει υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, ενώ ο καθ' ου η αίτηση που καταχωρεί εμφάνιση, μετά την επίδοση σε αυτόν της ενόρκου δηλώσεως έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει την δική του απαντητική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο ακόμη μπορεί να εκδώσει οδηγίες για την παρουσία του ομνύοντος για σκοπούς αντεξέτασης. Να σημειωθεί ότι στην Αγγλία υπάρχει σχετική Δικονομική Οδηγία (Practice Direction,
(1969)1 All. E. R, 636). Η συνήθης πρακτική που ακολουθείται στις πρωτογενείς αιτήσεις όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση, είναι η καταχώρηση της να συνοδεύεται με την ένορκη δήλωση του αιτητή μαζί με συνημμένα έγγραφα, ενώ ο καθ' ου η αίτηση να καταχωρεί ένσταση συνοδευόμενη με δική του ένορκη δήλωση. Χωρίς όμως αυτό, ως λέχθηκε, να επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας (Odger's ανωτέρω), αφού η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι πάντοτε με ένορκες δηλώσεις. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που επιδιώκεται είναι η διεξαγωγή της δίκης με βάση τις ένορκες δηλώσεις και όχι δια της ζωντανής μαρτυρίας. Ο σκοπός και ο στόχος είναι προφανής και αυτονόητος. Την σύντομη εκδίκαση των αναφυομένων ζητημάτων και την αποφυγή καθυστερήσεων, ώστε η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, που είναι το ουσιαστικά ζητούμενο, να διεξαχθεί όσο το δυνατόν συντομότερα. Στο Annual Practice 1956, στη σελ. 677 που γίνεται αναφορά στην εν λόγω Διαταγή 38 η οποία τιτλοφορείται "Affidavits and Depositions" παρατίθεται το λεκτικό της Δ.38, Θ.1, το οποίο είναι το ακόλουθο: "Upon any motion, petition, or summons evidence may be given by affidavit; but the Court of Judge may, on the application of either party, order the attendance for cross-examination of the person making any such affidavit, and where, after such an order has been made, the person in question does not attend, his affidavit shall not be use as evidence unless by the special leave of the Court f a Judge." Παρόμοιο θέμα έστω και obiter εξετάστηκε στην απόφαση στην υπόθεση, Πολιτική Αίτηση 206/2013, ημερ. 3.12.2013, Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, όπου εκφράστηκε η άποψη ότι η ακρόαση εταιρικών αιτήσεων επιτυγχάνεται κατά κανόνα, επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται και συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Στην ανωτέρω απόφαση υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Π. Αρτέμη Π.Ε.Δ και Στ. Ναθαναήλ, Ε.Δ.), ημερ. 28.5.1996, στην αίτηση 259/89 Αναφορικά με την Εταιρεία D.J. Demades and Sons Ltd: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση ΚΜC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Παρά το γεγονός ότι η ανωτέρω αυθεντία αφορούσε εταιρική αίτηση εντούτοις παραμένει ενδεικτική για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων αιτήσεων, για τις οποίες απαιτείται σύντομη εκδίκαση και αποκρυστάλλωση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Η ανησυχία για τη μη δυνατότητα αντιπαραβολής των θέσεων, την οποία εξέφρασε η συνήγορος των Αιτητών, αντιμετωπίζεται ικανοποιητικά με την δυνατότητα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Στην κρινόμενη περίπτωση έχει προσαχθεί μαρτυρία με την επισυνημμένη ένορκη δήλωση. Τα γεγονότα που περιγράφονται σ΄ αυτήν επιμαρτυρούνται από τα επισυνημμένα τεκμήρια. Κρίνεται συνεπώς πως η ακροαματική διαδικασία θα διεξαχθεί επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων των διαδίκων για αντεξέταση των προσώπων που προέβησαν σ΄ αυτές. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: (Καθορισμός τρόπου διεξαγωγής διαδικασίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο