← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σωκράτους Σάββα Γεωργίου κ.α., Αρ. αγωγής: 1567/2013, 15/11/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σωκράτους Σάββα Γεωργίου κ.α., Αρ. αγωγής: 1567/2013, 15/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A254 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1567/2013 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Λευκωσία Ενάγοντες - Αιτητές και 1) Σωκράτους Σάββα Γεωργίου από την Πάφο 2) Σωκράτους Γεώργιος Χαραλάμπους από την Πάφο Εναγομένων - Καθ' ών η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 21/12/2015 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερ.: 15/11/

  1. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : κα Αριστοδήμου για MANTIS & ATHINODOROU LLC Για τον Εναγόμενο αρ. 1- Καθ' ού η Αίτηση: κ. Α. Μαθηκολώνης μαζί με κ. Κασιανή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες - αιτητές, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 20/06/2013 και αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 διάφορα ποσά δυνάμει συμφωνιών τρεχούμενoυ λογαριασμού και δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και δυνάμει σύμβασης εγγυήσεως των πιο πάνω συμφωνιών από τον εναγόμενο αρ.
  2. Συγκεκριμένα αξιώνουν το ποσό των €32,227.33 ως χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 130-11-004445, το ποσό των €826,723.89 ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού δανείου με αρ. 130-12-009300 και το ποσό των €738,864.48 ως χρεωστικό υπόλοιπο δανείου και/ή τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 130-12-007766 πλέον τόκους προς 12% επί των πιο πάνω ποσών από 01/04/2013 μέχρι εξόφλησης με τον τόκο να κεφαλαιοποιείται δύο φορές του χρόνο. Περαιτέρω, αξιώνουν εναντίον του εναγομένου αρ.1 και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών με αρ. Υ.220/2010, Υ.221/2010 και Υ.222/2010 τις οποίες οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι σύνηψε ως παράλληλη ασφάλεια προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγόντων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αρνούμενοι την απαίτηση των εναγόντων και αξιώνουν ανταπαιτητικώς διατάγματα του Δικαστηρίου για ακύρωση των συμφωνιών εγγύησης του εναγομένου 2 και των συμβάσεων υποθήκης του εναγομένου
  3. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και για τους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου αναβαλλόταν. Στις 21/12/2015, οι ενάγοντες - αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποία αξιώνουν προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον του εναγομένου αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση ως ακολούθως: «(Α) Προσωρινό και/ή συντηρητικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος Νο.1 - καθ' ού η αίτηση όπως πληρώνει στους ενάγοντες έναντι των οφειλών του που αφορούν την αγωγή 1567/13, τα ενοίκια τα οποία εισπράττονται από την ενοικίαση των ακινήτων τα οποία είναι υποθηκευμένα προς όφελος των εναγόντων - Αιτητών δυνάμει της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης Υ220/10 ημερομηνίας 19/01/2010, της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης Υ221/10 ημερομηνίας 19/01/10 και της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης Υ222/10 ημερομηνίας 19/01/2010 και αφορούν το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/36736, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 309, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου της Επαρχίας Πάφου και το ακίνητο με αριθμό 0/41349, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 319, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου, της Επαρχίας Πάφου, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/41350, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 319, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου της Επαρχίας Πάφου, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/41351, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 309, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου της Επαρχίας Πάφου, το ακίνητο με αριθμό 0/41352, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 319, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου, της Επαρχίας Πάφου, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/41353, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 309, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου της Επαρχίας Πάφου, το ακίνητο με αριθμό 0/41354, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 319, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου, της Επαρχίας Πάφου, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/41355, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 309, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου της Επαρχίας Πάφου και το ακίνητο με αριθμό 0/41356, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03, τεμάχιο 319, που βρίσκεται στο Δήμο Πάφου, της Επαρχίας Πάφου.» Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4

(1), 5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και τον τροποποιητικό αυτού Νόμο 17
(1)/04, στη Διαταγή 48, Κανόνας 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου των εναγόντων ο οποίος εκθέτει τα γεγονότα που περιβάλλουν και υποστηρίζουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Περιληπτικά σε αυτή γίνεται αναφορά στις συμφωνίες για την παραχώρηση δανείων και τρεχούμενου λογαριασμού στον εναγόμενο 1 και γενικά στις πιστωτικές διευκολύνσεις που οι ενάγοντες κατ' ισχυρισμό του παρείχαν. Συγκεκριμένα, επισυνάπτονται σε αυτή ως τεκμήριο Α συμφωνία δανείου ημερομηνίας 11/12/2007 και συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 05/01/2010 για την παραχώρηση εκ μέρους των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους £444,000.00 (€758,619.03) με αρ. λογαριασμού 130-12-
  1. Επίσης, επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β συμφωνία δανείου ημερομηνία 05/01/2010 για την παραχώρηση στον εναγόμενο αρ. 1 εκ μέρους των εναγόντων ποσού €802,000.
  2. Περαιτέρω, επισυνάπτεται συμφωνία ημερομηνίας 14/06/2007 ως τεκμήριο Γ για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 165-11-002721 με πιστωτικό όριο £20,000 (€34,172.02) καθώς επίσης και συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 05/01/2010 με την οποία αυξήθηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από €34,172.02 σε €50,000.
  3. Πέραν των πιο πάνω, γίνεται αναφορά στις προσωπικές εγγυήσεις του εναγομένου αρ. 2 τα έγγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως τεκμήριο Δ. Επιπρόσθετα αναφορά γίνεται στις υποθήκες τις οποίες ο εναγόμενος αρ. 1 σύνηψε με τους ενάγοντες ως παράλληλη εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς αυτούς και επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήρια Ε, Ζ και Η οι δηλώσεις και συμβάσεις υποθήκης με αρ. Υ.220/10, Υ.221/10 και Υ.222/10 αντίστοιχα. Επισυνάπτονται περαιτέρω καταστάσεις λογαριασμού σχετικά με τα υπόλοιπα των δύο λογαριασμών δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού ως τεκμήριο Θ καθώς επίσης και προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού των εν λόγω συμφωνιών και λογαριασμών (βλ. τεκμήρια Ι, Κ, Λ και Μ). Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο όρο 8 που συνοδεύει το έγγραφο υποθήκης το οποίο αναφέρει ότι «σε περίπτωση ενοικίασης των ενυπόθηκων κτημάτων το οποιοδήποτε ποσό ενοικίου θα καταβάλλεται στην Τράπεζα και η Τράπεζα με επιφύλαξη και επιπρόσθετα των οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων της, κέκτηται το δικαίωμα να διεκδικήσει με δικαστική αγωγή το οποιοδήποτε ποσό εισπράχτηκε πλέον τόκο.» Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι από πληροφορίες που οι ενάγοντες κατέχουν, ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση αρ.1 ενοικιάζει και εισπράττει τα ενοίκια από τα εν λόγω υποθηκευμένα ακίνητα, μέσα στα οποία έχει ανεγερθεί κτηριακό συγκρότημα. Τα εν λόγω ακίνητα από πληροφορίες τις οποίες οι ενάγοντες κατέχουν, έχουν ενοικιαστεί σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο για μεγάλο χρονικό διάστημα και οι ενοικιαστές καταβάλλουν ανελλιπώς τα ενοίκια τους. Τα ενοίκια που ο εναγόμενος αρ. 1 έχει δηλώσει σε συνάντηση που είχε με την Τράπεζα ήταν €3,000 μηνιαίως για το ένα εκ των ακινήτων (εμπορικό ακίνητο) και €220 για κάθε διαμέρισμα. Επειδή υπάρχουν 8 διαμερίσματα το εισόδημα από αυτά είναι €1,760, άρα σύνολο €4,
  4. Παρόν στη συνάντηση ήταν ο κ. Γεώργιος Χατζηχριστοδούλου από τον οποίο ο ενόρκως δηλών έλαβε τις πληροφορίες. Ο εναγόμενος αρ. 1 ανάφερε επίσης στο πιο πάνω πρόσωπο ότι δεν εργάζεται σε συνάντηση που έγινε με την Τράπεζα. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών, αναφέρει ότι οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή με ιδιώτη επιδότη στις 22/09/2015 στους ενοικιαστές του επίδικου ακινήτου, Alexander College. Mε την επιστολή αυτή οι ενάγοντες ζήτησαν όπως όλα τα ενοίκια θα πρέπει να καταβάλλονται στους ενάγοντες και οι ενοικιαστές με επιστολή τους δήλωσαν ότι επικοινώνησαν με τον κ. Σάββα Σωκράτους ο οποίος δήλωσε άγνοια για την εν λόγω διευθέτηση. Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών ότι η αναφορά του αυτή αλλά και το όλο γράμμα αποτελούν και συνιστούν παραδοχή ότι είναι ενοικιαστές. Περαιτέρω, στις 02/11/2015 κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους των εναγόντων επιστολή που στάληκε από τους δικηγόρους του Alexander College στον Σάββα Σωκράτους ζητώντας του όπως δώσει την συγκατάθεση του έτσι ώστε ο πελάτης τους να καταθέτει το ποσό που αναλογεί στο ενοίκιο με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 27/03/2015 στο λογαριασμό των εναγόντων. Από την τελευταία αυτή επιστολή αναφέρει, φαίνεται ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι ημερομηνίας 27/03/2015 και ενοικιαστής είναι ο Άντης Λόππας. Οι πιο πάνω αναφερόμενες επιστολές επισυνάπτονται και σημειώνονται ως τεκμήριο Ν. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι παρά τα εισοδήματα που ο εναγόμενος αρ. 1 λαμβάνει από την ενοικίαση των υποθηκευμένων ακινήτων, δεν προβαίνει σε καταβολές προς τους ενάγοντες έτσι ώστε να καταβάλλει τις οφειλόμενες καθυστερημένες του δόσεις με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος παίρνει τα ποσά αυτά και αφήνει τα χρέη του απλήρωτα και ούτε δίνει τη συγκατάθεση του στον ενοικιαστή να πληρώσει το ενοίκιο στους ενάγοντες. Τα οφειλόμενα ποσά είναι τόσο μεγάλα πλέον που δεν πρόκειται να καλυφθούν από την έκδοση των διαταγμάτων εκποίησης των ακινήτων κατά το πέρας της αγωγής. Ως εκ τούτου, πρέπει τα εν λόγω ποσά τα οποία εισπράττονται από τον εναγόμενο να δίνονται στους ενάγοντες, πράγμα το οποίο προκύπτει και από τις συμβάσεις υποθήκης αλλά και από τα συμβατικές σχέσεις που τα μέρη έχουν μεταξύ τους. Σε περίπτωση που τα εν λόγω ποσά - ενοίκια δεν δοθούν στους ενάγοντες ή δεν εξασφαλιστούν μέσω της κατάθεσης τους σε κάποιο λογαριασμό, τότε υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος, μετά το πέρας της αγωγής, οι ενάγοντες να μην ικανοποιήσουν την απαίτηση τους. Επίσης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι μετά από έρευνα που οι ενάγοντες έκαναν στο Κτηματολόγιο διαπίστωσαν ότι ο εναγόμενος αρ.1 δεν κατέχει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία πέραν από αυτή που είναι υποθηκευμένη στο όνομα των εναγόντων. Η αγοραία αξία αυτών ανέρχεται σήμερα σε €1,688,000 και η απαίτηση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή ανέρχεται σήμερα σε περίπου €2,200.
  5. Η καταναγκαστική αξία είναι περί τα €1,300,
  6. Επισυνάπτει επίσης στην ένορκη του δήλωση πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου ως τεκμήριο Ξ, έκθεση εκτιμητή ως τεκμήριο Ο καθώς επίσης και νέους τίτλους του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/36747 που προέκυψαν μετά το διαχωρισμό του ως τεκμήριο Π. O ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η μόνη διέξοδος ώστε οι ενάγοντες να εξασφαλιστούν αποτελεί η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος έτσι ώστε τα ενοίκια τα οποία καρπούται ο καθ' ου η αίτηση να μην τα εκμεταλλεύεται προς ίδιον όφελος, αλλά να καταλήγουν στους ενάγοντες όπως αυτό αποτελεί υποχρέωση του και δυνάμει των συμβάσεων υποθήκης που εξασφαλίζουν τα χρέη. Ισχυρίζεται επίσης, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καμία πιθανότητα να εισπράξουν από τον εναγόμενο 2 καθότι αυτός δεν κατέχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και είναι συνταξιούχος με πενιχρά εισοδήματα. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ενάγοντες από 01/01/2000 μέχρι 10/09/2015 έχουν προβεί σε έρευνα για αποξενωθέντα ακίνητα και διαφάνηκε ότι εντός του 2009 ο καθ' ου η αίτηση έχει προβεί σε μεταβιβάσεις που έχουν δηλωθεί ως πωλήσεις και δεν έχει δώσει όλο το ποσό έναντι των χρεών του. Επίσης, προέβηκε σε δωρεά επ' ονόματι συγκεκριμένου προσώπου που φαίνεται να είναι συγγενικό του και κατ' αυτό τον τρόπο αποξενώνει περιουσία καταδολιευτικά με αποτέλεσμα με βάση την αξία των εξασφαλίσεων της τράπεζας και των ακινήτων επ' ονόματι του, οι ενάγοντες να κινδυνεύουν να υποστούν ζημιά εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Το ίδιο κάνει και με τα ενοίκια, τα οποία ιδιοποιείται, τα σπαταλά και τα αποκρύβει χωρίς να πληρώνει τις οφειλές του. Τέλος, αναφέρει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δημιουργείται σοβαρότατη πιθανότητα οι ενάγοντες να μην ικανοποιήσουν την απαίτηση τους έναντι των εναγομένων και θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο εναγόμενος αρ.1 - καθ' ου η αίτηση με την ένσταση του προβάλλει 5 λόγους γιατί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί ως ακολούθως:
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη σε σχέση με κρίσιμους ισχυρισμούς των Αιτητών και συνεπώς η αίτηση είναι αστήριχτη.
  9. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν είναι παραδεχτοί.
  10. Ο καθ' ου η αίτηση δεν οφείλει στους Αιτητές τα υπ' αυτόν αξιούμενα ποσά.
  11. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκο του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών δεν γνωρίζει εξ' ιδίας γνώσεως τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκο δήλωση του ούτε και αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του. Η πιο πάνω ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ού η αίτηση στην οποία παραθέτει την εκδοχή του και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Παραδέχεται τη σύναψη των συμφωνιών δανείων με τους ενάγοντες και τα ποσά που αναφέρονται σε αυτές αλλά αρνείται τους όρους αυτών που σχετίζονται με το ανώτατο επιτρεπόμενο από του Νόμου επιτόκιο και ισχυρίζεται καταχρηστικότητα του όρου περί τερματισμού των συμφωνιών οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση. Αρνείται επίσης ότι δεσμεύτηκε με οποιουσδήποτε γενικούς όρους και κανονισμούς της τράπεζας και εν πάσει περιπτώσει αυτοί είναι αόριστοι και ασαφής, καταχρηστικοί και άκυροι. Πέραν των πιο πάνω, παραδέχεται την εγγραφή των επίδικων υποθηκών πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτές και οι συμβάσεις υποθηκών είναι άκυρες για τους λόγους που παραθέτει στην ένορκη του δήλωση υπό στοιχεία 10.1 - 10.2.
  12. Όσον αφορά τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα ή και καταστάσεις λογαριασμού, ισχυρίζεται ότι αυτά είναι λανθασμένα ή ανακριβή και εν πάσει περιπτώσει δεν αποτελούν απόδειξη των ισχυρισμών τους. Εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν χρεωπίστωναν τους λογαριασμούς του σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών ή και τους νόμιμους και εφαρμόσιμους όρους και αρνείται τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα. Αρνείται περαιτέρω ότι παρέλαβε τις ισχυριζόμενες στην παράγραφο 14, 15 και 16 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση επιστολές και αρνείται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να χρεώνουν τους επίδικους λογαριασμούς με επιτόκιο ύψους 12% ετησίως από οποιονδήποτε χρόνο αφού τέτοιο επιτόκιο συνιστά προφανώς ποινική ρήτρα που είναι παράνομη και άκυρη και περαιτέρω αρνείται ότι οι Αιτητές τερμάτισαν νόμιμα τους ισχυριζόμενους λογαριασμούς. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν έχουν καθόλου πιθανότητες επιτυχίας των αξιώσεων τους, ούτε από τις επίδικες υποθήκες ή από τις ισχυριζόμενες καταστάσεις λογαριασμού. Όσον αφορά τον όρο 8 των επίδικων υποθηκών, πέραν των ισχυρισμών του για ακυρότητα αυτών, αναφέρει ότι δεν προκύπτει από αυτόν ούτε δικαιολογείται το αίτημα των αιτητών όπως τους καταβάλλει οποιαδήποτε ενοίκια εισπράττει από την ενοικίαση των ενυπόθηκων ακινήτων. Σημειώνει επίσης, ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταχωρήσει οποιαδήποτε αγωγή εναντίον του και το αιτούμενο στην παρούσα αίτηση διάταγμα είναι εντελώς αδικαιολόγητο ούτε και εγείρεται τέτοιο θέμα στην παρούσα αγωγή που οι αιτητές καταχώρησαν. Επίσης, αρνείται ότι δήλωσε στους ενάγοντες ή και ενώπιον κάποιου Γιώργου Χατζηχριστοδούλου τα όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται. Αρνείται ότι οφείλει τα αξιούμενα ποσά που εν πάση περιπτώσει είναι πλήρως εξασφαλισμένα από τις αξίες των επίδικων υποθηκευμένων ακινήτων, στην περίπτωση που φανεί ότι οι υποθήκες είναι έγκυρες. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αρνείται ένα προς ένα τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρόνικου Σταυρινού και ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ούτε οι ενάγοντες δικαιούνται ένα τέτοιο διάταγμα και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης έγινε κατά κύριο λόγο στη βάση γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές κατάθεσαν στο Δικαστήριο και αγόρευσε περαιτέρω και προφορικά ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση. Οι αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να προβώ σε αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Πέραν τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Το δε άρθρο 5 του Κεφ. 6 ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων (βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Λαμβάνω υπόψη μου τις πιο πάνω γενικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων καθώς επίσης έχω υπόψη μου και τον σκοπό που πρέπει τέτοια διατάγματα να εκδίδονται που κατά κανόνα είναι η διατήρηση του status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας (βλ. Koσμά v. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 όταν η περίπτωση δεν καλύπτεται από το άρθρο 4 του Κεφ.6, ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με την μη πληρωμή χρέους (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1759). Κατ' αρχή θα πρέπει να εξεταστεί σε ποια νομική βάση η παρούσα αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί και συγκεκριμένα κατά πόσο εφαρμόζεται το άρθρο 4 του Κεφ. 6 ή όχι. Το άρθρο 4 όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω δίδει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα και ο σκοπός του είναι η προστασία της περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής (βλ. The Cyprus Palestine Plantations Co Ltd v. Oliver & Co Cyprus Ltd
(1940)16 CLR 122 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 209). Στην παρούσα περίπτωση οι αξιώσεις των εναγόντων αφορούν την διεκδίκηση κατ' ισχυρισμό οφειλόμενων υπολοίπων δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχαν στον εναγόμενο 1 υπό την εγγύηση του εναγομένου
  1. Επίσης, αξιώνουν διατάγματα εκποίησης συγκεκριμένων υποθηκών οι οποίες έγιναν από το εναγόμενο 1 ως παράλληλη εξασφάλιση των εναγόντων για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που του παρείχαν με σκοπό την είσπραξη του λαβείν τους. Με την παρούσα αίτηση εκείνο που ζητείται είναι διάταγμα που να διατάζει τον εναγόμενο 1 να καταβάλλει τα ενοίκια που κατ΄ ισχυρισμό εισπράττει από συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία πρόεκυψαν από το διαχωρισμό ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο προς όφελος των εναγόντων και ζητείται η εκποίηση του με την παρούσα αγωγή. Τα εν λόγω ενοίκια που ζητούνται με το αιτούμενο διάταγμα δεν αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής ούτε η εφαρμογή των όρων της σύμβασης υποθήκης που αφορά την καταβολή ενοικίων προς τους ενάγοντες, σε περίπτωση που ο εναγόμενος ενοικιάζει το υποθηκευμένο ακίνητο, αποτελεί επίδικο θέμα ή είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ουσιαστικά οι ενάγοντες με την αγωγή τους ισχυρίζονται ότι υπήρξε παράβαση των επίδικων συμφωνιών δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού και αυτές τερματίστηκαν, το υπόλοιπο αυτών κατέστη άμεσα απαιτητό και αξιώνουν την επιδίκαση του και καταβολή του. Στα πλαίσια αυτά αξιώνουν και την εκποίηση των συγκεκριμένων υποθηκών με σκοπό την είσπραξη του λαβείν τους. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι το άρθρο 4 και η ειδική εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα. Ούτε επίδικο θέμα είναι η ειδική εκτέλεση άλλων όρων των συμβάσεων υποθήκης και συγκεκριμένα κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται τα ενοίκια τα οποία εισπράττει ο εναγόμενος 1 από την ενοικίαση των υποθηκευμένων ακινήτων. Εκείνο που ζητούν είναι την εκποίηση των ακινήτων για εξόφληση μέρους ή ολόκληρης της απαίτησης τους και αξιώνουν ανάλογα διατάγματα από το Δικαστήριο. Θα μπορούσαν οι ενάγοντες να προχωρούσαν με μια τέτοια εκποίηση και χωρίς σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου εφόσον αυτοί έχουν καταστήσει απαιτητό το χρέος και ο εναγόμενος 1 δεν το έχει εξοφλήσει. Επομένως, η υπό εξέταση θεραπεία δεν αφορά το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 4 του Κεφ.
  2. Ουσιαστικά οι ενάγοντες ζητούν την καταβολή των ενοικίων και των μελλοντικών εισπράξεων από τον εναγόμενο 1 για χάρη της εκτέλεσης της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί, περίπτωση που δεν καλύπτεται από το άρθρο 4 του Κεφ.
  3. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUCTIONS των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου στη σελ. 106: «Επίσης, δεν υπάρχει εξουσία δυνάμει του άρθρου 4 για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για δέσμευση μόνο για χάριν της εκτέλεσης της απόφασης, κάτι που προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 5 του Κεφ.
  4. Η δέσμευση ακίνητης περιουσίας, που δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής, διέπεται από το άρθρο 5 του Νόμου, ενώ η δέσμευση οποιαδήποτε περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης και κινητής, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι το αντικείμενο της αγωγής, διέπεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60.» Παραπέμπτω επίσης στην Feizy and another v. Hussein and another
(1923)XI CLR 19 όπου αποφασίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 4
(1)δεν παρέχουν εξουσία για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Περαιτέρω, στην Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 836 αποφασίστηκε ότι η δέσμευση μελλοντικών εισπράξεων δεν ήταν δυνατή δυνάμει του άρθρου 4 εφόσον δεν αποτελούσαν το αντικείμενο της αγωγής. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα δυνάμει της γενικής εξουσίας που του παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και επί του οποίου επίσης η αίτηση εδράζεται. Αναφορά για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας αυτής από το Δικαστήριο έχει γίνει ανωτέρω. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της και κατά πόσο πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και της νομολογίας έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, παρατηρώ ότι αυτοί επικαλούνται γραπτές συμφωνίες για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και συγκεκριμένων ποσών έναντι συγκεκριμένων όρων και εξασφαλίσεων. Υπάρχει ισχυρισμός για παράβαση των εν λόγω συμφωνιών, για τερματισμό των πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών και η ύπαρξη συγκεκριμένων οφειλόμενων ποσών τα οποία οι ενάγοντες αξιώνουν. Αιτούνται επίσης, διατάγματα εκποίησης των υποθηκών που έχουν λάβει ως περαιτέρω εξασφάλιση για τις πιο πάνω υποχρεώσεις του εναγομένου 1 για σκοπούς ικανοποίησης των απαιτήσεων τους. Με βάση τα πιο πάνω τα οποία περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, κρίνω ότι οι ενάγοντες αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση και ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Προχωρώντας να εξετάσω τη δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, αυτή της πιθανότητας επιτυχίας της πιο πάνω αγωγής των εναγόντων, θα πρέπει να λεχθεί ότι στο στάδιο αυτό εξετάζεται η μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς αυτή φυσικά να αξιολογείται και αποφασίζεται κατά πόσο είναι τέτοια που καταδεικνύει πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1858). Παραπέμπω επίσης στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε ότι η έννοια "πιθανότητας" (probability) στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Αναφέρεται δε το εξής απόσπασμα στη σελίδα 569:- "The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.". Στην παρούσα περίπτωση, ο ενόρκως δηλών στην ένορκη του ομολογία που συνοδεύει την αίτηση, πέραν των αναφορών του, επισυνάπτει σε αυτή αντίγραφα των συμφωνιών παραχώρησης δανείων και τρεχούμενου λογαριασμού με συγκεκριμένο όριο στον εναγόμενο. Επισυνάπτει σχετικές προειδοποιητικές επιστολές για υπέρβαση των εν λόγω λογαριασμών και/ή μη τήρηση των όρων αποπληρωμής των πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς επίσης και επιστολές τερματισμού αυτών. Περαιτέρω, επισυνάπτει σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που καταδεικνύουν το υπόλοιπο εκάστου λογαριασμού που είναι οφειλόμενο καθώς επίσης και αντίγραφα των σχετικών δηλώσεων και συμβάσεων υποθηκών των οποίων ζητείται η εκποίηση. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του και την ένορκη ομολογία που συνοδεύει την ένσταση του, παραδέχεται την ύπαρξη πλείστων από τις ισχυριζόμενες συμφωνίες και την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες αλλά ισχυρίζεται ακυρότητα όρων αυτών για τους λόγους που επεξηγεί. Αρνείται επίσης το δικαίωμα των εναγόντων να χρεώνουν τόκο προς 12% ετησίως και αμφισβητούν την ορθότητα του αξιούμενου υπολοίπου. Επίσης, ισχυρίζεται ακυρότητα των συμβάσεων υποθηκών για τους λόγους που επεξηγεί και ουσιαστικά για το γεγονός ότι αυτές δεν είναι σύμφωνες με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου 9/
  1. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα υπεισέλθει και να κρίνει την ουσία της διαφοράς των μερών ούτε θα αποφασίσει τελεσίδικα τα επίδικα ζητήματα που εγείρονται. Εκείνο το οποίο αναζητά είναι κάποιου είδους μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες έχουν πιθανότητα και ορατή ευκαιρία επιτυχίας της αγωγής του. Παραπέμπω στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUCTIONS των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, σελ 128 σε σχέση με το βάρος απόδειξης που έχει ένας ενάγοντας για να αποδείξει τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Εκείνο που προκύπτει από την καθοδήγηση στην Odysseos είναι ότι ούτε εδώ το επίπεδο είναι πολύ ψηλό, γιατί δεν αναμένεται από το δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία, μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας. Μπορεί όμως να έχει αμφιβολίες λόγω των αμφισβητούμενων γεγονότων και ενδεχομένως λόγω των περίπλοκων νομικών ζητημάτων τα οποία δεν αποφασίζει σ' αυτό το στάδιο. Νοουμένου ότι το δικαστήριο κατέληξε ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας, στα πλαίσια που ο όρος καθορίστηκε στην Odysseos, τότε το κριτήριο θα πρέπει να θεωρείται ότι ικανοποιείται, ανεξάρτητα αν στο τέλος ενδεχομένως να μην γινόταν δεκτό. Αν το επίπεδο ετίθετο πιο ψηλά, τότε πολύ λίγα παρεμπίπτοντα διατάγματα θα εκδίδονται, αφού θα αναμένεται ενδελεχής έρευνα επί πραγματικών και νομικών ζητημάτων, με σκοπό να καταλήξει το δικαστήριο σε ακριβείς πιθανότητες επιτυχίας.» Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία η οποία έχει προσκομιστεί από τους ενάγοντες είναι συγκεκριμένη και πέραν των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα της αίτησης, επισυνάπτονται σε αυτή και σωρεία τεκμηρίων που τους τεκμηριώνουν. Κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής με βάση τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί χωρίς φυσικά να αποκλείεται ότι οι θέσεις που εκφράζονται με την ένσταση και την ένορκη ομολογία του εναγομένου ή μέρος αυτών στο τέλος να ευσταθούν. Εγείρονται με αυτή κυρίως νομικά ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα των όρων των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και την εγκυρότητα των δηλώσεων και συμβάσεων υποθηκών. Αυτά είναι νομικά ζητήματα που θα εξεταστούν στο πλαίσιο της εκδίκασης της αγωγής και όχι εδώ. Περαιτέρω, ο συνήγορος του εναγομένου αναλώνει μεγάλο μέρος της αγόρευσης του και εισηγείται ότι δεν έχει αποδειχθεί του υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει ίχνος μαρτυρίας αναφορικά με την κίνηση ή και τις χρεωπιστώσεις ή και με το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Η θέση αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται ως τεκμήριο Θ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελούν μαρτυρία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου και το Δικαστήριο δεν μπορεί να τις λάβει υπόψη του. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα υπεισέλθει σε ζητήματα αποδεκτότητας μαρτυρίας, για τους λόγους που προβάλλονται. Ούτε θα αποφασίσει για την ορθότητα αυτής. Εκείνο το οποίο αναζητεί είναι κατά πόσο υπάρχει ενώπιον του κάποιου είδους μαρτυρία που να καταδεικνύει τα αξιούμενα υπόλοιπα ή ποσά και εδώ υπάρχουν αναλυτικές καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών. Το πώς αυτές θα γίνουν αποδεχτές ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και ποιες προϋποθέσεις θα πρέπει να πληρούνται είναι ζητήματα που μπορεί να εγερθούν κατά τη δίκη και όχι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τέτοιο υψηλό βάρος απόδειξης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν δικαιολογείται. Εκείνο που αναζητείται είναι ενδείξεις με την προσκόμιση κάποιου είδους μαρτυρίας. Το ίδιο ισχύει και για τις θέσεις που εκφράζονται αναφορικά με την εγκυρότητα των υποθηκών. Αυτά είναι ζητήματα ουσίας και νομικά ζητήματα τα οποία θα εξεταστούν κατά την δίκη και όχι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες, με βάση τα όσα έχουν παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους και έχουν ικανοποιήσει και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Προχωρώντας να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, οι ενάγοντες θα πρέπει να καταδείξουν ότι στην περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Επ' αυτού στηρίζουν τη θέση τους ότι ο εναγόμενος 1, πέραν από την ακίνητη περιουσία που είναι υποθηκευμένη στους ενάγοντες, δεν κατέχει άλλη ακίνητη περιουσία. Η δε περιουσία που αφορά τις υποθήκες και η αξία αυτής είναι χαμηλότερη από τις οφειλές του εναγομένου
  3. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η αγοραία αξία της υποθηκευμένης περιουσίας ανέρχεται σήμερα σε €1,688,000 (βλ. τεκμήριο Ο) και η απαίτηση στην παρούσα αγωγή ανέρχεται σήμερα σε περίπου €2,200,
  4. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι σύμφωνα με εκτίμηση ημερομηνίας 02/06/2015 η καταναγκαστική αξία ανέρχεται στο €1,300,
  5. Επίσης, ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 2 είναι αφερέγγυος και δεν θα μπορεί να εισπραχθεί οτιδήποτε από αυτόν. Ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι στην περίπτωση έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή, αυτοί δεν θα είναι σε θέση να εισπράξουν ολόκληρο το λαβείν τους διότι οι εξασφαλίσεις δεν θα αρκούν, ο εναγόμενος 1 δεν έχει άλλη περιουσία ή εισοδήματα και ότι ο μόνος τρόπος είναι να διαταχθεί να καταβάλλει έναντι του χρέους του τα ενοίκια τα οποία εισπράττει από τα ακίνητα που ενοικιάζει διαφορετικά θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Κατ' αρχή θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα πιο πάνω δεδομένα βασίζονται σε υπολογισμούς των εναγόντων προσθέτοντας και τους τόκους που χρεώνουν στα αξιούμενα υπόλοιπα ενώ για την αξία των υποθηκών βασίζονται σε εκτιμήσεις του 2015 τις οποίες ο εκτιμητής των εναγόντων ετοίμασε βασιζόμενος στην κατάσταση που δημιουργήθηκε στον κλάδο των ακινήτων μετά τα γεγονότα του
  6. Συγκεκριμένα αναφέρεται στις εν λόγω εκτιμήσεις ότι η αγοραία αξία των εν λόγω ακινήτων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρική κρίση και γνώμη του παρά σε ανάλυση πωλήσεων. Να σημειωθεί επίσης ότι το ακριβές ποσό το οποίο ο εναγόμενος 1 οφείλει προς τους ενάγοντες είναι υπό κρίση και θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αφού ο εναγόμενος αμφισβητεί συγκεκριμένους όρους των επίδικων συμφωνιών που σχετίζονται με την επιβολή συγκεκριμένου επιτοκίου και ανακεφαλαιοποίησης των τόκων. Φαίνεται δηλαδή από όλα τα πιο πάνω δεδομένα ότι τόσο το ακριβές οφειλόμενο ποσό το οποίο θα προκύψει μετά από την εκδίκαση της υπόθεσης αλλά και η αξία που θα έχουν οι εξασφαλίσεις σε κάποιο μελλοντικό χρόνο δεν είναι βέβαια και δεδομένα. Οπότε δεν προκύπτει ότι στο τέλος οι ενάγοντες δεν θα μπορούν να εισπράξουν όλο το λαβείν τους, έτσι ώστε να θεωρείται ότι θα προκύψει ανεπανόρθωτη ζημιά. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι τα δεδομένα είναι όπως τα παρουσιάζουν οι ενάγοντες και ότι ο εναγόμενος 1 είναι αφερέγγυος και οι εξασφαλίσεις δεν επαρκούν να καλύψουν μελλοντική δικαστική απόφαση έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι ένα μέρος αυτής δεν θα μπορεί να εκτελεστεί και να εισπράξουν ολόκληρο το λαβείν τους, στην παρούσα αίτηση προκύπτουν και κάποια άλλα ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, προτού προχωρήσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ουσιαστικά οι ενάγοντες με την παρούσα αίτηση και τα γεγονότα όπως παρατίθενται ισχυρίζονται ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με την μη πληρωμή χρέους, οι εξασφαλίσεις που κατέχουν δεν είναι αρκετές για ικανοποίηση πλήρως της απαίτησης τους σε περίπτωση που εκδοθεί ανάλογη απόφαση, γι αυτό ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επαναλαμβάνω ότι η έκδοση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο αφορά τη δέσμευση περιουσίας η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν αποτελεί μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Οι ενάγοντες έπρεπε να είχαν μεριμνήσει εκ των προτέρον για την εξασφάλιση του χρέους, κάτι το οποίο έχουν πράξει με τις υποθήκες και την προσωπική εγγύηση του εναγομένου
  7. Δεν θα πρέπει να αναμένουν από το Δικαστήριο ενίσχυση αυτής της εξασφάλισης ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης (βλ. Spidertrade Com Finance Limited v. Κώστα Χατζηγαβριήλ
(2003)1Α Α.Α.Δ. 121). Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις και κατά πόσο αυτές είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την παρέμβαση του έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η εκτέλεση μελλοντικής δικαστικής απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση, δεν προκύπτει να υπάρχουν ειδικές ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Εκείνο που αναφέρεται είναι ότι οι εξασφαλίσεις που οι ενάγοντες κατέχουν δεν αρκούν για την ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης κάτι που δεν αποτελεί ειδική περίσταση. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι ο εναγόμενος αποξενώνει περιουσία και δεν καταβάλει τα εισπραττόμενα ενοίκια με σκοπό να καταδολιεύσει τους ενάγοντες, δεν φαίνεται να τεκμηριώνονται. Αναφέρει ότι κατά το έτος 2009 προέβηκε σε πώληση συγκεκριμένων ακινήτων και δεν έχει δώσει όλο το ποσό που έλαβε έναντι των χρεών του. Δεν επεξηγείται η θέση αυτή και ποια ακίνητα αφορούσαν οι εν λόγω πωλήσεις. Πρόκειται για ακίνητα που είναι υποθηκευμένα ή για άλλα ακίνητα; Επίσης, αναφέρεται ότι δεν έχει δώσει όλο το ποσό είσπραξης. Δηλαδή κατέβαλε στους ενάγοντες κάποιο μέρος αυτών των πωλήσεων αλλά όχι όλο; Αν είναι έτσι τότε γιατί να θεωρείται ότι τα αποξενώνει με σκοπό την καταδολίευση των εναγόντων αφού αν αυτός ήταν ο σκοπός τότε γιατί να τους καταβάλει κάποιο μέρος των εν λόγω εισπράξεων. Επίσης, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών ότι ο εναγόμενος προέβηκε σε δωρέα επ' ονόματι κάποιου Κωστάκη Σωκράτους κατά το έτος 2009 που λόγω του επιθέτου θα πρέπει να είναι συγγενής του και ο σκοπός που το έκανε ήταν για να καταδολιεύσει τους ενάγοντες. Πέραν από αυτή τη γενική τοποθέτηση δεν δίνονται άλλα στοιχεία που να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων οι λογαριασμοί του εναγομένου 1 παρουσίαζαν καθυστερήσεις κατά το έτος 2012 και αυτοί τερματίστηκαν στις 6/11/2012 αφού προηγήθηκαν προειδοποιητικές επιστολές στις 09/10/
  1. Τα όσα πιο πάνω αναφέρει φαίνεται να έλαβαν χώρα πολύ πριν οι εν λόγω λογαριασμοί να είναι προβληματικοί και να τερματιστούν και συγκεκριμένα κατά το έτος
  2. Επομένως, οι ισχυρισμοί περί προσπάθειας καταδολίευσης των εναγόντων δεν τεκμηριώνονται ούτε με τα όσα αναφέρονται καταδεικνύονται οποιεσδήποτε ειδικές ή εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι προφανές από όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι εκείνο το οποίο οι ενάγοντες επιζητούν είναι την καταβολή από τον εναγόμενο χρηματικών ποσών έναντι των ισχυριζόμενων οφειλών του που αφορά η παρούσα αγωγή χωρίς να προηγηθεί η έκδοση σχετικής απόφασης με την οποία να καθοριστούν τα συγκεκριμένα ποσά. Υπάρχει σίγουρα ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους αλλά θα πρέπει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης να εξεταστούν και οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης, ειδικότερα αυτοί που αφορούν συγκεκριμένους όρους των συμφωνιών καθώς επίσης και του επιτοκίου έτσι ώστε να καθοριστεί το οφειλόμενο ποσό. Τότε και μόνο τότε θα διαφανεί και κατά πόσο οι εξασφαλίσεις είναι επαρκείς ή όχι. Δηλαδή, η ισχυριζόμενη επαπειλούμενη ζημιά εξαρτάται από το ακριβές υπόλοιπο που θα προκύψει από τη μελλοντική απόφαση του Δικαστηρίου και την αξία που θα έχουν τα υποθηκευμένα ακίνητα. Ούτε το ένα ούτε το άλλο μπορεί να καθοριστεί στο στάδιο αυτό. Ούτε ο εναγόμενος αρ. 1 προκύπτει να ενεργεί σε βάρος των δικαιωμάτων των εναγόντων, όπως έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί με τους ισχυρισμούς για αποξένωση της περιουσίας του. Αλλά ακόμη και να θεωρηθεί ότι τα στοιχεία που παρατίθενται είναι επαρκεί έτσι ώστε να καταδεικνύεται επαυξημένος κίνδυνος ότι μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής οι ενάγοντες θα υποστούν ζημιά, δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και υπό τις περιστάσεις να ενισχύσει αυτές τις εξασφαλίσεις διατάττοντας τον εναγόμενο να αρχίζει από τώρα την πληρωμή ποσών απλώς και μόνο για να εξασφαλιστεί η πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Κατ' αυτό τον τρόπο ουσιαστικά θα δημιουργηθεί νέα δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εκτέλεση απόφασης που δεν έχει ακόμη εκδοθεί ή θα θεωρείται ότι εκδόθηκε μέρος αυτής. Πέραν των πιο πάνω, με την παρούσα αίτηση, δεν ζητείται απλώς η δέσμευση περιουσίας ούτε το αιτούμενο διάταγμα φαίνεται να είναι συντηρητικό έτσι ώστε να διατηρηθεί μια κατάσταση πραγμάτων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Εδώ το διάταγμα το οποίο ζητείται είναι προστακτικής φύσεως αφού ζητείται όπως ο εναγόμενος διαταχθεί να προβεί σε θετική ενέργεια που είναι η καταβολή των ενοικίων που εισπράττει. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα προστακτικής φύσεως, λόγω της δραστικότητας του και των συνεπειών που έχει, θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και εκεί που το Δικαστήριο νιώθει υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι στο τέλος της δίκης θα φανεί ότι ορθά εκδόθηκε. Αυτό ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγοντας ζητά την εφαρμογή συμβατικών υποχρεώσεων. Στο σύγγραμμα Injuctions, David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, 12th edition 2015, p. 38 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αs Meggary J said in Shepherd Homes v Sandham [1971] Ch. 340: "the court is far more reluctant to grant a mandatory injuction than it would be to grant a comparable prohibitory injuction. In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injuction was rightly granted; and this is a higher standard than is required for a prohibitory injuction." Meggary J added that "the case has to be unusually strong and clear before a mandatory injuction will be granted, even if it is sought to enforce a contractual obligation". Πέραν από των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με το κατά πόσο τελικά οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά στο τέλος διότι θα αποκαλυφθεί ότι οι εξασφαλίσεις του εναγομένου 1 δεν θα καλύπτουν ολόκληρη την απόφαση, επικαλούνται και τον όρο 8 των συμβάσεων υποθήκης. Στην αρχή της παρούσας απόφασης έγινε αναφορά στο θέμα αυτό για να καταδειχθεί ότι η εφαρμογή του εν λόγω όρου δεν αποτελεί επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής και ότι η αξίωση των εναγόντων εδράζεται σε συμφωνίες δανείων και τρεχούμενου λογαριασμού οι οποίες έχουν τερματιστεί και το ισχυριζόμενο υπόλοιπο αυτών κατέστη απαιτητό. Στη βάση αυτή ζητούν απόφαση για τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα και ταυτόχρονα διατάγματα για εκποίηση των αναφερόμενων υποθηκών. Αναφερόμενος όμως τον επίμαχο όρο 8(γ) των εν λόγω συμβάσεων υποθηκών, θα πρέπει να εξεταστεί η εμβέλεια του και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργεί στα μέρη. Παραθέτω τον εν λόγω όρο: «
  3. Αναλαμβάνω για όσο χρονικό διάστημα έχω οποιαδήποτε υποχρέωση που έχει σχέση με την υποθήκη αυτή: (α)........... ............. (γ) Να μην ενοικιάσω ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να δεσμεύω ή να επιβαρύνω τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς τη γραπτή έγκριση της Τράπεζας. Σε περίπτωση ενοικίασης των ενυπόθηκων κτημάτων το οποιοδήποτε ποσό ενοικίου καταβάλλεται στην Τράπεζα και η Τράπεζα με επιφύλαξη και επιπρόσθετα των οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων της, κέκτηται το δικαίωμα να διεκδικήσει με δικαστική αγωγή το οποιοδήποτε ποσό ενοικίων εισπράχτηκε πλέον τόκο.» Από τον πιο πάνω όρο, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι η υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη και εναγομένου στην παρούσα περίπτωση όπως μη ενοικιάζει το υποθηκευμένο ακίνητο αλλά σε περίπτωση που το πράττει, τότε το οποιοδήποτε ποσό ενοικίου καταβάλλεται στην Τράπεζα, δηλαδή στους ενάγοντες. Αυτή είναι η υποχρέωση που δημιουργείται στον εναγόμενο. Το δε δικαίωμα που δημιουργείται για την Τράπεζα, προφανώς στην περίπτωση μη καταβολής των ενοικίων, είναι, επιπρόσθετα των άλλων δικαιωμάτων της, να διεκδικήσει με δικαστική αγωγή το οποιοδήποτε ποσό ενοικίων εισπράχτηκε πλέον τόκο. Δηλαδή, ανεξάρτητα από το δικαίωμα της να ζητήσει την εκποίηση της υποθήκης έχει δικαίωμα να ανακτήσει με δικαστική αγωγή και το οποιοδήποτε ποσό ενοικίων έχει εισπραχθεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη πλέον τόκο. Αυτό είναι το δικαίωμα που δίνεται στην Τράπεζα με τον πιο πάνω όρο και όχι στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος της για εκποίηση της υποθήκης να διεκδικεί και την καταβολή των μελλοντικών εισπράξεων από την ενοικίαση του υποθηκευμένου ακινήτου. Το δικαίωμα της είναι να εγείρει αγωγή για οποιοδήποτε ποσό ενοικίων εισπράχτηκε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη πλέον τόκο. Δεν αποκτά δικαίωμα με τον εν λόγω όρο στην καταβολή των μελλοντικών εισπράξεων. Επομένως, θεωρώ ότι ο εν λόγω όρος δεν καλύπτει την παρούσα περίπτωση ούτε νομιμοποιεί τους ενάγοντες να αξιώνουν το αιτούμενο διάταγμα το οποίο αφορά τις μελλοντικές εισπράξεις από την ενοικίαση του υποθηκευμένου ακινήτου. Ανεξάρτητα αυτού όμως, ακόμη και να θεωρηθεί ότι μπορεί να εφαρμοστεί ο εν λόγω όρος εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής και ότι αυτός δίνει ένα τέτοιο δικαίωμα στους ενάγοντες, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Να σημειωθεί ότι η εγκυρότητα των εν λόγω υποθηκών είναι υπό κρίση στην παρούσα αγωγή καθώς επίσης και το αξιούμενο ποσό που αυτές καλύπτουν. Δηλαδή, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την αναγκαία βεβαιότητα που πρέπει να υπάρχει ότι στο τέλος θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα και ουσιαστικά διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της σύμβασης υποθήκης. Επιπρόσθετα, ένα προστακτικό διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές για να γνωρίζει το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται τί θα πρέπει, πώς και πότε θα πρέπει να το πράξει. Στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUCTIONS των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, σελ 87 αναφέρεται ότι «...για να εκδοθεί παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα, τα γεγονότα πρέπει να είναι σαφή και οι περιστάσεις τέτοιες που να μην αλλοιώνουν σοβαρά την υφιστάμενη κατάσταση ή να προϋποθέτουν σοβαρά έξοδα για συμμόρφωση.» Επίσης στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελ. 92 αναφέρεται ότι «...προστακτικά παρεμπίπτοντα διατάγματα συνήθως εκδίδονται όταν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις ή για να υποβοηθήσουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης ή ως επικουρικά του έργου του Δικαστηρίου για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα άλλου διατάγματος ή απόφασης του δικαστηρίου.» Επί των γεγονότων της αίτησης όμως, οι ενάγοντες δεν προκύπτει να αποδεικνύουν με επαρκή μαρτυρία τα εισοδήματα από τις ισχυριζόμενες ενοικιάσεις των ακινήτων που επικαλούνται. Το αιτούμενο διάταγμα που ζητούν διέπεται από γενικότητα και με αυτό ζητείται όπως ο εναγόμενος 1 καταβάλλει σε αυτούς τα ενοίκια τα οποία εισπράττει από τα συγκεκριμένα ακίνητα που αναφέρονται σε αυτό. Στην δε ένορκη δήλωση εκείνο το οποίο αποκαλύπτεται είναι ότι κάποιο από αυτά ενοικιάζεται σε συγκεκριμένο πανεπιστήμιο χωρίς άλλες λεπτομέρειες γι αυτή την ενοικίαση. Συγκεκριμένα, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην παράγραφο 20 της ένορκης του ομολογίας ότι ο εναγόμενος εισπράττει από την ενοικίαση των ακινήτων το ποσό των €4,760 μηνιαίως. Αυτά τα γνωρίζει αναφέρει από πληροφορίες που έλαβε από συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο το οποίο ήταν παρόν σε συνάντηση που ο εναγόμενος 1 είχε με την Τράπεζα και τα ανέφερε ο ίδιος. Ο εναγόμενος 1 όμως με την ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αρνείται τα πιο πάνω γεγονότα. Πέραν τούτου, δεν παρατίθενται κάποια άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν την ενοικίαση των 8 διαμερισμάτων που ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών για το ποσό των €220 μηνιαίως για έκαστο από αυτά και σε ποιους αλλά και για ποια χρονική διάρκεια και πότε το εν λόγω ενοίκιο είναι εισπρακτέο και κατά πόσο καταβάλλεται από τους ενοικιαστές. Όσον αφορά την ενοικίαση του εμπορικού ακινήτου όπως το αποκαλεί προς συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, παρατίθεται κάποια αλληλογραφία που καταδεικνύει την ύπαρξη ενοικίασης αλλά πέραν τούτου δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει τη χρονική διάρκεια της ενοικίασης, το μηνιαίο ενοίκιο, το χρόνο καταβολής του και άλλες λεπτομέρειες. Επομένως, με τα όσα παρατίθενται δεν αποκαλύπτονται σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία για τις ισχυριζόμενες ενοικιάσεις έτσι ώστε ακόμη και να δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος να μπορούσε το Δικαστήριο να το εκδώσει και να μπορεί στο μέλλον να ελέγξει την εφαρμογή του. Με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση, εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκεται είναι η έναρξη της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που ακόμη να εκδοθεί καθότι με βάση υπολογισμούς των εναγόντων οι εξασφαλίσεις που κατέχουν δεν θα καλύψουν ολόκληρη την απαίτηση τους. Δεν καταδεικνύονται οποιεσδήποτε εξαιρετικές ή ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν ότι αυτό θα πρέπει να γίνει, πέραν από το ενδεχόμενο οι ενάγοντες να βρεθούν αντιμέτωποι με την μη πληρωμή χρέους ή ολόκληρου του ποσού της αξίωσης τους. Ούτε παρατίθενται οποιαδήποτε συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία σε σχέση με τα εισοδήματα του εναγομένου 1 από τις εν λόγω ενοικιάσεις ως αναφέρθηκε ανωτέρω έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδώσει το αιτούμενο προστακτικό διάταγμα. Αναφορά θα μπορούσε να γίνει και στην Feizi and another v. Hussein and another (ανωτέρω) στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου παραπέμπει η οποία αφορούσε φυσικά προσωρινό διάταγμα δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4 του Κεφ. 6 μετά την έκδοση της απόφασης με το οποίο επιτρεπόταν η συγκομιδή και πώληση του καρπού 34 ελαιοδέντρων του εναγομένου για ικανοποίηση της απόφασης, όπου αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει το εν λόγω διάταγμα. Αν και η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4 του Κεφ. 6 είναι πλατιά, εντούτοις το Δικαστήριο δεν εξουσιοδοτείται να εφευρίσκει νέους τρόπους εκτέλεσης της απόφασης έξω από αυτούς που καθορίζονται από το Νόμο. Κατ' αναλογία με τα πιο πάνω ούτε δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο νομιμοποιείται να εκδώσει προσωρινό διάταγμα το οποίο ουσιαστικά θα ισοδυναμεί με μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Πόσο μάλλον όταν μια τέτοια απόφαση δεν έχει ακόμη εκδοθεί, αμφισβητούνται διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με την εγκυρότητα όρων των συμφωνιών και το ακριβές υπόλοιπο καθώς επίσης και η εγκυρότητα των υποθηκών και με ισχυρισμό ότι ενδεχομένως μέχρι την έκδοση της απόφασης οι εξασφαλίσεις δεν θα είναι επαρκείς για να την ικανοποιήσουν. Πέραν του ότι δεν αποδεικνύονται ακριβές στοιχεία των κατ' ισχυρισμό ενοικιάσεων και ούτε ζητείται η καταβολή συγκεκριμένων ποσών. (βλ. επίσης Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 389.) Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ως εκ τούτου, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Γι αυτό η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπερ του εναγομένου 1 - καθ' ού η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.