ΤSEPA CONSTRUCTIONS LTD ν. AFENTICO PROPERTIES LIMITED, Αρ. αγωγής: 1889/2015, 3/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A238 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1889/2015 Μεταξύ: ΤSEPA CONSTRUCTIONS LTD από την Πάφο Ενάγοντες - Αιτητές και AFENTICO PROPERTIES LIMITED από την Πάφο Εναγομένων - Καθ' ών η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11/04/2016 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερ.: 03/11/
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : κ. Μ. Λιώτης για Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους- Καθ' ών η Αίτηση: κα Μ. Κορακίδου για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες - αιτητές, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 21/10/2015 και αξιώνουν εναντίον των εναγομένων - καθ' ών η αίτηση το ποσό των €189.707.45 ως υπόλοιπο εργολαβικών εργασιών πλέον το ποσό των €132.141,62 ως αποζημιώσεις. Στις 11/04/2016 καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους εναγομένους την πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση ή διαφορετικά διάθεση της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τους με αρ. εγγραφής 0/21491, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/030407, τεμάχιο 3119, οδός Τεπελενίου 17, Πάφος. Στις 14/04/2016 που ήταν ορισμένη η πιο πάνω μονομερής αίτηση, το Δικαστήριο έκρινε εκ πρώτης όψεως ότι δεν ικανοποιείτο το επείγον για να της επιληφθεί μονομερώς και με τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου των Αιτητών δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά κάτι που έγινε. Οι καθ' ων η αίτηση, προχώρησαν και καταχώρησαν ένσταση στις 06/07/
- Η Αίτηση: Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και στην Δ.48, Κ.2 & 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συνοδεύεται επίσης από την ένορκη ομολογία του κ. Μάριου Τσέλεπου, διευθυντή των εναγόντων ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα. Ισχυρίζεται ότι οι καθ' ών η αίτηση είναι ιδιοκτήτες του ακινήτου του οποίου ζητείται η δέσμευση και επισυνάπτει πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνίας 04/04/2016 του Κτηματολογίου Πάφου ως τεκμήριο Α. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 31/03/2006 (βλ. τεκμήριο Β), οι ενάγοντες ανέλαβαν την ανέγερση πενταόροφης πολυκατοικίας στο πιο πάνω ακίνητο των εναγομένων. Στις 30/06/2007 αποπεράτωσαν τις εν λόγω εργασίες προς πλήρη ικανοποίηση των εναγομένων και το τελικό κόστος του έργου ήταν €1.668.531,
- Οι εναγόμενοι, ισχυρίζεται, παρέλειψαν να καταβάλουν ολόκληρη την πιο πάνω αμοιβή τους με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο €164,963.00 πλέον Φ.Π.Α. Πέραν του πιο πάνω ποσού, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ενάγοντες υποβλήθηκαν σε χρηματοδοτικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €132,141.62 με αποτέλεσμα να υποστούν αντίστοιχη απώλεια και ζημιά. Συνολικά το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €321.849,07 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους να καταβάλουν τα πιο πάνω ποσά καθώς επίσης και με επιστολή τους ημερομηνίας 23/04/2015 (βλ. τεκμήριο Γ) αλλά αυτοί κατέβαλαν μόνο το ποσό των €6,000 και παραλείπουν να πληρώσουν το υπόλοιπο. Συνεχίζοντας, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι, πέραν από το αναφερόμενο ακίνητο οι εναγόμενοι δεν διαθέτουν άλλη ακίνητη περιουσία και ότι αυτοί σκοπεύουν να το πωλήσουν και επισυνάπτει διαφήμιση που δημοσιεύτηκε στις 12/03/2016 στην ηλεκτρονική σελίδα της εφημερίδας «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ως τεκμήριο Δ. Σε περίπτωση που αυτό γίνει θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει, αν όχι αδύνατη, πολύ δύσκολη την εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί εναντίον των εναγομένων. Η Ένσταση: Oι Καθ' ών η Αίτηση προβάλουν 7 λόγους για τους οποίους το ζητούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί ως εμφαίνονται στο σώμα αυτής. Ουσιαστικά επικεντρώνονται στην μη στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη ομολογία του κ. Νεοπτόλεμου Αντωνιάδη, διευθυντή των εναγομένων. Σε αυτή αναφέρεται ουσιαστικά ότι οι ενάγοντες έχουν εξοφληθεί και ότι κατασκεύασαν την παρούσα υπόθεση εννέα χρόνια μετά την εξόφληση τους. Για σκοπούς υποστηρίξεως της θέσης του αυτής επισυνάπτει στην ένορκη του ομολογία πιστοποιητικά του επιβλέποντα μηχανικού Άντρου Τσέλεπου τα οποία εξέδιδε για την εκτελεσθείσα εργασία και για τις πληρωμές, ως τεκμήρια 1-19, που καταδεικνύουν ότι κατά την 13/07/2007 είχε παραμείνει υπόλοιπο για ολόκληρο το έργο, το ποσό των £
- Περαιτέρω, επισυνάπτει δέσμη αντιγράφων αποδείξεων και επιταγών, ως τεκμήρια 20-91, που βεβαιώνουν την πληρωμή προς τους ενάγοντες του συνολικού ποσού των £526,051.00 που ξεπερνά το ποσό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έπρεπε να λάβουν μαζί με το Φ.Π.Α. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι οι πιο πάνω πληρωμές επιβεβαιώνονται από έγγραφο που ετοίμασαν οι ενάγοντες και του παράδωσαν μετά το πέρας των εργασιών και των σχετικών πληρωμών (βλ. τεκμήριο 92), με το οποίο συμφωνεί εκτός από συγκεκριμένες πληρωμές τις οποίες διευκρινίζει και επεξηγεί Εν όψει την πιο πάνω, είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής ούτε πιθανότητα επιτυχίας. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου η οποία έχει εγείρει αγωγή την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο 93 και η μόνη περίπτωση να αποκτήσουν οι εναγόμενοι κάποιο κεφάλαιο είναι να πωλήσουν το ακίνητο με τη συγκατάθεση της Τράπεζας σε τιμή μεγαλύτερη από τις αξιώσεις της. Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η Τράπεζα δεν θα έχει άλλη επιλογή από την εκποίηση της υποθήκης και την πώληση του σε πολύ χαμηλότερη τιμή από αυτή που θα μπορεί να εξασφαλιστεί εκτός διαδικασίας καταναγκαστικής πώλησης. Η Τράπεζα έχει προτείνει την παραχώρηση του ακινήτου με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων της εναγομένης αλλά γίνεται προσπάθεια για εξεύρεση αγοραστή για να εξασφαλιστεί ψηλότερη τιμή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
- HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
- Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
- Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Πέραν τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι το άρθρο αυτό αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Με βάση το κλητήριο ένταλμα και την μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, προκύπτει ότι η αξίωση των εναγόντων αφορά αποζημιώσεις και υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας δυνάμει συμφωνίας για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών. Περαιτέρω, η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων (βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Έχοντας υπόψη μου τις πιο αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της και κατά πόσο πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, παρατηρώ ότι αυτοί επικαλούνται γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 31/03/2006 την οποία σύναψαν με τους εναγομένους για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών. Ισχυρίζονται ότι αποπεράτωσαν πλήρως τις εργασίες που ανέλαβαν και το τελικό κόστος του έργου ανήλθε σε £976,548.00 (€1.668,53). Οι εναγόμενοι κατέβαλαν διάφορα ποσά και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο €164,963.00 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Επίσης, αξιώνουν και το ποσό των €132,141.62 ως χρηματοδοτικά έξοδα και συγκεκριμένα ότι το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό επιβαρύνετο με τόκο. Ουσιαστικά η αξίωση των εναγόντων προκύπτει από συμφωνία για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών που έγινε με τους εναγομένους, η οποία εκτελέστηκε και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο. Με βάση τα πιο πάνω τα οποία περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, κρίνω ότι οι ενάγοντες αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση και ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Προχωρώντας να εξετάσω τη δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, αυτή της πιθανότητας επιτυχίας της πιο πάνω αγωγής των εναγόντων, θα πρέπει να λεχθεί ότι στο στάδιο αυτό εξετάζεται η μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς αυτή φυσικά να αξιολογείται και αποφασίζεται κατά πόσο είναι τέτοια που καταδεικνύει πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1858). Παραπέμπω επίσης στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε ότι η έννοια "πιθανότητας" (probability) στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Αναφέρεται δε το εξής απόσπασμα στη σελίδα 569:- "The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.". Στην παρούσα περίπτωση, το μόνο στοιχείο ή μαρτυρία που παρουσιάζουν οι ενάγοντες με την ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, είναι το Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 31/03/2006, το οποίο εν πάσει περιπτώσει δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους. Εκείνο το οποίο οι εναγόμενοι αμφισβητούν είναι ότι οφείλουν τα αξιούμενα ποσά και παρουσιάζουν σωρεία εγγράφων που σχετίζονται με την εκτελεσθείσα εργασία και αποδείξεις πληρωμής της εν λόγω εργασίας. Το Δικαστήριο δεν προτίθεται να κρίνει την ορθότητα των θέσεων των εναγομένων στο στάδιο αυτό και κατά πόσο αυτοί εξόφλησαν. Εκείνο το οποίο αναζητεί όμως είναι κάποιου είδους μαρτυρία από πλευράς εναγόντων που να καταδεικνύει την εκτελεσθείσα εργασία, το ύψος αυτής, τις πληρωμές που έγιναν από τους εναγομένους και πώς τελικά προκύπτει το αξιούμενο υπόλοιπο. Η ανάλυση που γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης, δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει αυτή την προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Απαιτείτο η προσκόμιση μαρτυρίας από την οποία να εξαγόταν το συμπέρασμα, χωρίς φυσικά να κρινόταν η ορθότητα της, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα να εκτελέστηκαν οι συγκεκριμένες εργασίες, το ύψος του κόστους αυτών και γενικά να καταδεικνυόταν ο τρόπος που προέκυπτε το συγκεκριμένο υπόλοιπο. Ουδεμία τέτοια μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το μόνο στοιχείο ή μαρτυρία που τέθηκε είναι η επιστολή ημερομηνίας 23/05/2015 προς τους εναγομένους με την οποία οι ενάγοντες τους καλούσαν να τους καταβάλουν εντός 30 ημερών το ποσό των €298.126.00 πλέον Φ.Π.Α. Σε αυτή την επιστολή επισυνάπτεται και μια κατάσταση λογαριασμού στην οποία αναγράφεται «ΩΣ ΤΕΛΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΕΤΑΙ ΗΜΕΡ. 14/10/2008 (ΚΑΤ. ΛΟΓ. Νο. 1)» και δίπλα από αυτή την αναφορά αναφέρεται το ποσό των €170.
- Ούτε καν αυτή η αναφερόμενη κατάσταση λογαριασμού επισυνάπτεται στην ένορκη ομολογία. Επίσης, σε αυτή την κατάσταση γίνεται αναφορά για χρηματοδοτικά έξοδα μέχρι σήμερα (30/03/2015) ύψους €132,
- Καμία αναφορά γίνεται για τον τρόπο που προέκυψαν αυτά τα έξοδα και ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει έστω την ύπαρξη τέτοιων εξόδων. Από την άλλη, οι εναγόμενοι παραθέτουν πιστοποιητικά του επιβλέποντα μηχανικού του έργου που επεξηγούν τη φύση της εκτελεσθείσας εργασίας και τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονταν στις συγκεκριμένες ημερομηνίες. Επίσης, υπάρχουν αποδείξεις πληρωμής των εν λόγω ποσών οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων συμποσούνται στις £526.051,
- Σύμφωνα με το Συμφωνητικό Έγγραφο των μερών δεν υπήρχε συγκεκριμένο κόστος για την ανέγερση της οικοδομής αλλά προϋπολογισμός του έργου. Αυτός ο προϋπολογισμός ήταν £500,000 για τις κύριες οικοδομικές εργασίες και £300,000 για τις εργασίες των διορισμένων υπεργολάβων και προμήθειες υλικών από ιδιοκτήτη. Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι τελικό ποσό εργολάβου ανέρχεται σε £443.
- Πώς προκύπτει αυτό το ποσό όμως δεν αποκαλύπτεται με ανάλογη μαρτυρία. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία και συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να φαίνεται πώς προκύπτει το αξιούμενο ποσό. Κανένα τέτοιο στοιχείο έχουν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, οι θέσεις των εναγομένων και οι ισχυρισμοί τους ότι κατέβαλαν των συνολικό ποσό των £526,051.00 με τον τρόπο που ισχυρίζονται ότι το έπραξαν δεν απαντούνται από τους ενάγοντες. Πέραν των πιο πάνω, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να καταδεικνύει πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται την αξίωση τους για τα χρηματοδοτικά έξοδα που ισχυρίζονται στην αγωγή τους ή πώς αυτά προκύπτουν ή ότι υπέστηκαν τέτοια έξοδα. Οι αιτητές έχουν το βάρος να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία για να καταδείξουν ότι το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί και στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Ελλείψει οποιονδήποτε στοιχείων ή μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι αυτοί έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχουν στο στάδιο αυτό. Οι αόριστοι και γενικοί ισχυρισμοί τους περί συγκεκριμένων οφειλών δεν αρκούν. Το ίδιο και οι ισχυρισμοί στην Έκθεση Απαίτησης τους. Απαιτείτο στο στάδιο αυτό να προσκόμιζαν κάποιου είδους μαρτυρία που να καταδείκνυε, όπως έχω αναφέρει και ανωτέρω, ορατή πιθανότητα οι ισχυρισμοί τους αυτοί να ευσταθούν και να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Παραπέμπω στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUCTIONS των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, σελ 128 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Εκείνο που προκύπτει από την καθοδήγηση στην Odysseos είναι ότι ούτε εδώ το επίπεδο είναι πολύ ψηλό, γιατί δεν αναμένεται από το δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες, με βάση τα όσα έχουν παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Εν όψει την πιο πάνω κατάληξης μου κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του άρθρου 32 αφού η αίτηση, εν όψει της μη στοιχειοθέτησης της πιο πάνω προϋπόθεσης, δεν θα μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο