Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Lumley Craig κ.α., Αριθμός Αγωγής:- 3102/2013, 7/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A240 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: - Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής:- 3102/2013 Μεταξύ:- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα Και
- Lumley Craig
- Lumley Shirley Allison
- AMK Gold Hexagon Developers Ltd Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 23/9/2015 Ημερομηνία :- Δευτέρα 7η Νοεμβρίου 2016 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Νικόδημος Φακοντής για Ιωάννης Παπαζαχαρίας Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Νικόδημος Φακοντής Για τους Εναγόμενους 1 και 2- Αιτητές :- κα. Μαρία Πιερή για Μιχαλάκης Κυπριανού Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ραλλία Δρακουλάκου Ενδιάμεση Απόφαση Α. Εισαγωγή [1] Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») διάφορες θεραπείες σε σχέση με την επίδοση της αγωγής και αναστολή της διαδικασίας κυρίως λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σημειωτέον πως οι εναγόμενοι, μετά και από σχετική αίτηση, καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Αναφορά στο περιεχόμενο των αιτούμενων θεραπειών γίνεται πιο κάτω κατά την εξέταση του αιτήματος των εναγομένων. [2] Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση με 28 συνολικά λόγους ένστασης η επανάληψη των οποίων εντός αυτής της απόφασης δεν κρίνεται απαραίτητη. [3] Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στη μαρτυρία η οποία εμπεριέχεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης και σε γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων. [4] Η προσέγγιση του Δικαστηρίου ως προς την εξέταση της αίτησης βασίζεται αρχικά στη χρονική πτυχή της διαδικασίας και στη συνέχεια σε επιλογή τριών βασικών θεμάτων προς εξέταση, ως ακολούθως. o Σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. o Ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. o Διάταγμα επίδοσης. o Forum non est conveniens. o Αποκλειστική αρμοδιότητα αγγλικών Δικαστηρίων. o Αναστολή διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Β. Θέματα προς Εξέταση Β.1 Σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος [5] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (ιθ) δεν ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ενώ οι εναγόμενοι ζητούν διάταγμα παραμερισμού ή ακύρωσης της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος «και/ή» της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος επειδή δεν εξασφαλίστηκε άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Επί του συγκεκριμένου θέματος δεν αναφέρεται οτιδήποτε εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Ούτε και στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των εναγομένων. Ουσιαστικά το αίτημα σε σχέση με την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος δεν προωθήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Εντούτοις το Δικαστήριο εξετάζει και αυτό το θέμα διατηρώντας υπόψη και την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας. [6] Σημειώνεται απλά πως το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη διάδικο εντός δικαιοδοσίας, δηλαδή στην εναγόμενη 3, στις 5/2/2014 ενώ η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καταχωρήθηκε στις 28/2/
- Το Δικαστήριο συμφωνεί γενικά με τα όσα αναφέρει σχετικά επί του θέματος ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση του. Θεωρώ πως όντως, σύμφωνα με τη νομολογία μας, σε περιπτώσεις όπως και η παρούσα, η εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος δεν είναι απαραίτητη. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Εμπεριέχεται επίσης σχετική ανάλυση σε προηγούμενη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου, ημερομηνίας 23/6/2014, στην αγωγή 1154/2012 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Major Joanne κ. ά.) το περιεχόμενο της οποίας είναι εύκολα διαθέσιμο στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα www.cylaw.org. Η ανάλυση αυτή υιοθετείται ως μέρος και αυτής της απόφασης, δίχως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη της. Β.2 Ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος [7] Σύμφωνα με τη παράλληλα συζευκτική και διαζευκτική διατύπωση του λόγου ένστασης (ικ) το κλητήριο ένταλμα «...ήταν εν ζωή και/ή δεν είχε λήξη [sic] και/ή ανανεώνετο καθόλι [sic] την διάρκεια της προσπάθειας επίδοσης αυτού στους εναγομένους ... και/ή κατά το χρόνο επίδοσης του ήταν ανανεωμένο». [8] Σχετικά με αυτό το θέμα οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση διατάγματος «...που να ακυρώνει και/ή διατάσσει τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης κλητηρίου και/ή το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω του ότι δεν ανανεώθηκε το κλητήριο ένταλμα πριν από την επίδοση του στους Εναγομένους...». [9] Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, παρά και την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος στις 29/10/2013 η ενάγουσα δεν εξασφάλισε άδεια από το Δικαστήριο με την οποία να ανανεώνεται το κλητήριο ένταλμα. Συνεπώς, όπως η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά «επιχειρηματολογεί», η ισχύς του κλητηρίου εντάλματος «και/ή» της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος κατά ή περί τις 31/7/2015, ημερομηνία επίδοσης προς τους εναγομένους, είχε εκπνεύσει και ως εκ τούτου η «διαδικασία» καθίσταται άκυρη. [10] Βεβαίως με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης επί του συγκεκριμένου σημείου πλέον γίνεται αντιληπτό από τους δικηγόρους των εναγομένων πως τα όσα αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Καθότι αναγνωρίζεται πλέον πως όντως είχε καταχωρηθεί αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Διατηρούν όμως οι εναγόμενοι τη θέση τους καθότι, όπως οι δικηγόροι τους επιχειρηματολογούν, η αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος καταχωρήθηκε σε ημερομηνία κατά την οποία το κλητήριο ένταλμα δεν ήταν σε ισχύ (δηλαδή, στις 17/11/2014). [11] Σύμφωνα και με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής οι δικηγόροι της ενάγουσας όντως καταχώρησαν αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος πριν από τη λήξη της ισχύς του, δηλαδή στις 15/9/
- Όμως η αίτηση αυτή απορρίφθηκε λόγω έλλειψης προώθησης της. Ως εκ τούτου καταχωρήθηκε νέα αίτηση η οποία όμως καταχωρήθηκε μετά και από τη λήξη της ισχύς του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή στις 17/11/
- Όμως πλέον με αυτή τη δεύτερη αίτηση η ενάγουσα ζητούσε και διάταγμα σύμφωνα με το οποίο θα παρατεινόταν ο χρόνος μέσα στον οποίο θα μπορούσε να ζητηθεί η ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Η συγκεκριμένη αίτηση εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με την έκδοση διαταγμάτων πρώτο, παράτασης του χρόνου μέσα στον οποίο να μπορούσε να ζητηθεί η ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος (επισημαίνεται πως μέρος της νομικής βάσης της αίτησης αποτελούσε και η Δ.57 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας[1]) και δεύτερο, ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος για χρονική περίοδο έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος δηλαδή μέχρι και 25/5/
- Στις 8/5/2015 καταχωρήθηκε νέα αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος η οποία εγκρίθηκε στις 14/5/
- Ως εκ τούτου το κλητήριο ένταλμα ανανεώθηκε για επιπρόσθετη χρονική περίοδο έξι μηνών, δηλαδή μέχρι και τις 14/11/
- Ως αποτέλεσμα όταν επιδόθηκαν τα διάφορα έγγραφα στους εναγομένους στις 3/8/2015 (σχετικό είναι το τεκμήριο 13 προς υποστήριξη της ένστασης), σύμφωνα με τη διαδικασία η οποία είχε ακολουθηθεί, το κλητήριο ένταλμα βρισκόταν σε ισχύ. [12] Αναφορικά με τη θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγομένων ως προς το ότι η αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος καταχωρήθηκε σε ημερομηνία κατά την οποία το κλητήριο ένταλμα δεν ήταν σε ισχύ (δηλαδή, στις 17/11/2014), επιπρόσθετα με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω υπενθυμίζω και την ύπαρξη νομολογίας επί του θέματος. [13] Σχετική είναι η απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. Ε180/2013, ημερομηνίας 25/6/2014, Σαββίδη κ. ά. ν. Α. Σαζεϊδης & Υιός Λτδ, στην οποία αναφέρεται ότι κλητήριο ένταλμα που δεν έχει επιδοθεί μέσα στους 12 μήνες από της εκδόσεως του παύει να βρίσκεται σε ισχύ μόνο για τους σκοπούς επίδοσής του ενώ δεν παύει να είναι έγκυρο κλητήριο ένταλμα για όλους τους άλλους σκοπούς. Επιπλέον, υπάρχει αναφορά στις πρόνοιες της Δ.4 και στο δεδομένο πως αυτές υπόκεινται σε επέκταση του χρόνου δυνάμει των προνοιών της Δ.57 θ. 2 με σχετική αναφορά στην Stylianides v. Flair Fashion
(1982)1 CLR 786. Ως επίσης και στην απόφαση The Cyprus Potato Marketing Board v. Thetis Shipping Co. PTE Ltd
(1988)1 Α. Α. Δ. 397, στην οποία η αίτηση για ανανέωση υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος, και όπου αναφέρεται πως η καταβολή λογικών προσπαθειών για την έγκαιρη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, αν αποδειχθεί, συνιστά ικανοποιητικό λόγο για την ανανέωση του. [14] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σαφώς ευσταθεί ο λόγος ένστασης (ικ) και η θεραπεία (Β) η οποία ζητείται στην αίτηση δεν μπορεί να δοθεί από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζω απλά πως με αυτή τη θεραπεία οι εναγόμενοι ζητούσαν διάταγμα ακύρωσης ή παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος «και/ή» της ειδοποίησης κλητηρίου ή ακόμη και διάταγμα αναστολής της διαδικασίας λόγω του ότι δεν ανανεώθηκε το κλητήριο ένταλμα πριν από την επίδοση του στους εναγομένους. Β.3 Διάταγμα επίδοσης [15] Αναφορικά με το ίδιο το διάταγμα επίδοσης δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Μέρος όμως της γραπτής αγόρευσης αφοσιώνεται σε εισήγηση ως προς την ύπαρξη παράτυπης επίδοσης με αναφορά και σε σχετική νομολογία. Ουσιαστικά η θέση των εναγομένων είναι πως η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε κατά παράβαση του κανόνα πως το Δικαστήριο δεν πρέπει να κλητεύει άτομα από το εξωτερικό επί των οποίων δε επεκτείνεται η «επικράτεια» του. Η θέση αυτή στηρίζεται στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 387/2011, ημερομηνίας 17/10/2014, Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd από την οποία παρατίθεται και σχετικό απόσπασμα. [16] Παρατηρείται πως υπάρχει διάσταση απόψεων στη νομολογία μας αναφορικά με το κατά πόσο η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι εισαγωγικό της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 και - ουσιαστικά κατ΄ επέκταση - κατά πόσο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εθνικό Δικαστήριο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σε θέση να θεωρήσει ως άκυρη την επίδοση ενός κλητηρίου εντάλματος η οποία έχει γίνει σε πλήρη συμμόρφωση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 για το λόγο ότι διαδικαστικός κανονισμός του κράτους/μέλους προβλέπει για επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και όχι του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος. [17] Βεβαίως το όλο θέμα όπως τίθεται με τη νομολογία μας δεν έχει σχέση τόσο με το κατά πόσο η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι εισαγωγικό της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 αλλά κατά πόσο θα πρέπει σε περίπτωση επίδοσης σε πολιτή και κάτοικο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμόζεται η Δ.6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας έτσι ώστε δηλαδή αντί κλητηρίου εντάλματος να επιδίδεται σε αυτόν ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος. [18] Θεωρώ πως το θέμα το οποίο τίθεται αφορά ουσιαστικά ερμηνεία της Δ.6 θ. 6 ή ακόμη και προσαρμογή της συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης σύμφωνα με τα νέα δεδομένα τα οποία πλέον ισχύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη σχετική τροποποίηση του Συντάγματος εξαιτίας αυτής της ένταξης. [19] Σχετική νομολογία επί του θέματος δεν είναι μόνο η απόφαση Consortia Europe Ltd. v. Fregata Holdings Ltd. αλλά και η απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 113/2012, V. K. C. Quality Investments Ltd. v. Shammusi-Deen Alabi, Shitta Bey, ημερομηνίας 4/3/2014 η οποία βεβαίως εκδόθηκε πριν από την απόφαση Consortia. [20] Όντως αυτές οι δύο αποφάσεις έχουν αντίθετες αιτιολογίες και καταλήξεις και ως αποτέλεσμα δημιουργούν δίλημμα αναφορικά με το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Μάλιστα η απόφαση Consortia αν και η πιο πρόσφατη από τις δύο αποφάσεις δεν αναφέρεται καν στην προηγούμενη απόφαση αλλά ούτε και στις αρχές βάσει των οποίων το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να αποκλίνει από προηγούμενη απόφαση του. Επιπλέον, βεβαίως στην απόφαση Consortia υπάρχει και απόφαση μειοψηφίας με εντελώς αντίθετη αιτιολογία και κατάληξη από την απόφαση της πλειοψηφίας. [21] Αναμφίβολα προκύπτει ερώτημα κατά πόσο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής η Δ.6 θ. 6 σε περιπτώσεις επίδοσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πολίτη και κάτοικο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει δηλαδή διάσταση απόψεων στη νομολογία μας σε σχέση με το είδος του εγγράφου το οποίο θα πρέπει να επιδίδεται σε πολίτη και κάτοικο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά πόσο αυτό θα πρέπει να είναι ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. [22] Θεωρώ πως η διάσταση αυτή έχει σχέση βεβαίως με το κατά πόσο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται η Δ.6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και πως αυτό είναι ερώτημα το οποίο συνδεέται άρρηκτα με ερμηνεία της Δ.6 θ. 6 εφαρμόζοντας βεβαίως το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. [23] Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τη Δ.6 θ. 6, όπως αυτή έχει αναπροσαρμοστεί από τη νομολογία μας μετά και από εφαρμογή του Συντάγματος, αντί αυτή να διαβάζεται ως ακολούθως, "When the defendant is neither a British subject nor in British Dominions, notice of the writ, and not the writ itself, is to be served upon him", θα πρέπει πλέον να διαβάζεται ως εξής, "When the defendant is not a Cypriot national, notice of the writ and not the writ itself is to be served upon him". [24] Σχετική επί αυτού του θέματος είναι η απόφαση E. Philippou Ltd. v. Littner Hampton Ltd.
(1984)1 Α. Α. Δ. 716 στην οποία βεβαίως παραπέμπει και η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων με τη γραπτή αγόρευση της. Απόφαση η οποία έκτοτε εφαρμόζεται πιστά από τα κυπριακά Δικαστήρια δίχως αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση να έχει τύχει οποιασδήποτε αμφισβήτησης. [25] Η ανάλυση η οποία εμπεριέχεται σε αυτή την απόφαση αναφορικά με την αναγκαιότητα προσαρμογής των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτοί ίσχυαν προ της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά και από την δημιουργία ενός νέου κράτους, αξίζει μελέτης και είναι δυνατό ακόμη και σήμερα να προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση με ανάλογο παραλληλισμό στον τομέα του ισχύοντος δικονομικού δικαίου στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αναγκαιότητα προσαρμογής αυτού του τομέα του εθνικού δικαίου βάσει αυτών των νέων δεδομένων. [26] Θεωρητικά δηλαδή, βάσει του ίδιου σκεπτικού το οποίο οδήγησε στην αναδιαμόρφωση από τη νομολογία μας της Δ.6 θ. 6 εξαιτίας του Συντάγματος, θα μπορούσε αυτή η δικονομική διάταξη να διαφοροποιηθεί εκ νέου έτσι ώστε αυτή πλέον να διαβαζόταν ωσάν να περιείχε την ακολούθη διατύπωση, "When the defendant is not a citizen and resident of another Member State of the European Union, notice of the writ and not the writ itself is to be served upon him". Σχετική αναφορά επί του προκειμένου υπάρχει και εντός της προτελευταίας παραγράφου της απόφασης μειοψηφίας στην Consortia. [27] Σύμφωνα δηλαδή και με τον περί της Πέµπτης Τροποποίησης του Συντάγµατος Νόµο του 2006 (Νόµος 127(Ι)/2006) ο οποίος ενσωμάτωσε και στο Σύνταγμα τη νομική ισχύ στη Δημοκρατία των Κανονισμών, Οδηγιών ή άλλων πράξεων ή δεσμευτικών μέτρων νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθώς δηλαδή πλέον το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πηγή δικαίου που έχει αυξημένη ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία και περιλαμβάνει και τους κανόνες που προέρχονται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λαμβάνουν την μορφή Κανονισμών, Οδηγιών ή Αποφάσεων. [28] Ανεξάρτητα και από την ύπαρξη της μεταγενέστερης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλαδή της απόφασης Consortia, η συγκεκριμένη απόφαση - με όλο τον προσήκοντα σεβασμό - δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως παραφωνία σε σχέση με τη νομολογία η οποία έχει προηγηθεί της έκδοσης της. Καθώς αυτή η απόφαση βρίσκεται σε δυσαρμονία όχι μόνο με προηγούμενη νομολογία αλλά και με βασικές αρχές ως προς την τήρηση της αρχής του δικαστικού προηγούμενου εφόσον μέρος αυτής της προηγούμενης νομολογίας δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη κατά την έκδοση της. [29] Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία βεβαίως έχει σχέση όχι μόνο με την απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. (βλ. σχετικά την παράγραφο [19] αυτής της απόφασης) αλλά και με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερομηνίας 13/9/2013 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v. 1. Si Senh Dau κ. ά. στην οποία η επίδοση και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος μαζί με το κλητήριο ένταλμα δεν θεωρήθηκε κακή επίδοση. [30] Η απόφαση αυτή επί του συγκεκριμένου θέματος ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε και με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/4/2016 στην ίδια υπόθεση (μετά και από εξέταση σχετικού προδικαστικού ερωτήματος και έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Παρά μάλιστα και την αντίθετη επί του θέματος εισήγηση του δικηγόρου των εφεσίβλητων με συγκεκριμένη αναφορά στην απόφαση Consortia. Μάλιστα το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την εισήγηση του δικηγόρου των εφεσίβλητων ανέφερε χαρακτηριστικά ότι με αυτή ουσιαστικά αποδοκιμαζόταν ".κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα όσα δικαστικώς αποφασίστηκαν από αυτό το Εφετείο και αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο" ενώ πρόσθεσε πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επιθυμούσε να σχολιάσει τα όσα είχαν αποφασισθεί στην Consortia εφόσον στη συγκεκριμένη απόφαση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της απόφασης του 2013 στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd. v. 1. Si Senh Dau κ. ά. ". προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου". [31] Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. με αναφορά στην απόφαση του 2013 της Alpha Bank Cyprus Ltd. v. 1. Si Senh Dau κ. ά. αν και σε εκείνη την περίπτωση είχε επιδοθεί τόσο πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, όσο και ειδοποίηση του κλητηρίου, εντούτοις τέθηκε προς εξέταση το ευρύτερο θέμα της εφαρμογής του ΕΚ 1393/2007 σε σχέση με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε με αναφορά στο προοίμιο
(1)ότι με τον ΕΚ 1393/2007 επιδιωκόταν «η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων. [32] Δίχως επανάληψη και των όσων αναφέρονταν στην απόφαση του 2013 της Alpha Bank Cyprus Ltd. v. 1. Si Senh Dau κ. ά. το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. περιορίστηκε στο να σημειώσει ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 υπερισχύει των εθνικών προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης ενώ παράλληλα επεσήμανε και την ύπαρξη του άρθρου 4
(2)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο, η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο» εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν. [33] Αναφέρεται επίσης στη συνέχεια, στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd., πως το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του κλητηρίου παραβίαζε την Δ.
- θ. 6, καθότι η προσέγγιση αυτή παραγνώριζε την ύπαρξη του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- [34] Επιπλέον, προστίθεται σημαντική αναφορά ως προς το ότι για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης (σχετική επί του θέματος είναι επίσης και η μεταγενέστερη απόφαση στην Πολιτική Αίτηση 193/2014 για την έκδοση εντάλματος της φύσης certiorari, ημερομηνίας 26/3/2015, Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd v. Andrew Timothy Edward Popple). Επισημαίνεται επίσης πως στόχος ουσιαστικά του Ευρωπαϊκού Κανονισμού είναι να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. [35] Αναφέρθηκε επιπλέον πως το γεγονός ότι η Δ.6 θ.6 δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής ενόψει της εισαγωγής του ΕΚ 1393/2007, δεν θα έπρεπε να είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Υπήρξε επίσης και σχετική αναφορά ως πρός την αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας με επισήμανση όμως πως μέχρι αυτό να γίνει κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε νa διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο αυτοί έχουν θεσπιστεί. [36] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν γίνεται δεκτή η θέση των εναγόμενων ως προς το ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή ακυρώνεται το διάταγμα επίδοσης το οποίο εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 17/3/2016 και με το οποίο επιτρεπόταν η επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος και ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Β.4 Forum non est conveniens [37] Αιτούνται οι εναγόμενοι με την παράγραφο (Α) της αίτησης τους την έκδοση ουσιαστικά όχι διατάγματος αλλά διαφόρων διαταγμάτων για «...την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή ειδοποίησης κλητηρίου και/ή το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή λόγω ακαταλληλότητας και/ή μη βολικότητας (forumnonestconveniens) [sic] του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση». [38] Διευκρινίζω πως σε αυτό το μέρος της απόφασης το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα του forum non est conveniens σε σχέση βεβαίως με το αίτημα των εναγόμενων όπως αυτό διατυπώνεται πιο πάνω δίχως όμως παράλληλα να εξετάζεται το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. [39] Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αυτού του μέρους του αιτήματος πως η επίλυση της επίδικης διαφοράς στην Κύπρο δεν είναι βολική για τους εναγομένους και πως θα τους επιβαρύνει με επιπρόσθετα έξοδα προσθέτοντας πως το γεγονός ότι η συμφωνία δανείου συνάφθηκε με σκοπό την αγορά ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο δεν θα πρέπει να αποτελέσει λόγο για να αναγκαστούν οι εναγόμενοι να επιλύσουν την επίδικη διαφορά στην Κύπρο. [40] Παρά και το γεγονός της καταχώρησης ένστασης με 28 συνολικά λόγους ένστασης δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ένστασης ο οποίος να αναφέρεται συγκεκριμένα στο θέμα του forum non est conveniens ενώ με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης απλά γίνεται μία ελάχιστη αναφορά στα όσα αναφέρονται επί του θέματος στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. [41] Αναφορικά με το θέμα του forum non est conveniens δεν αναφέρεται οτιδήποτε στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης ενώ το ίδιο ισχύει σε σχέση με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης. [42] Επί αυτού του θέματος παρατηρώ τα ακόλουθα. Έχοντας υπόψη διάφορα στοιχεία, όπως, παραδείγματος χάριν, το χώρο υπογραφής και εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας και διαμονής των πιθανών μαρτύρων οι οποίοι θα κληθούν κατά την εκδίκαση της αγωγής ή ακόμη και την ύπαρξη συνεναγομένου εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, πραγματικά δεν αποκλείεται να μην γινόταν δεκτή η θέση ότι αυτό το Δικαστήριο δεν είναι forum conveniens για σκοπούς εκδίκασης της αγωγής. Εάν βεβαίως το θέμα αυτό ήταν όντως σχετικό με την αίτηση των εναγομένων. [43] Καθότι όπως αναφέρεται στην απόφαση Hampton Advisory Group S. A. v.
- Bost Ad κ. ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 549 οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει σχετικά στην απόφαση της υπόθεσης C-281/02, ημερομηνίας 1/3/2005 Owusu v Jackson. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 46 της απόφασης Owusu (βλ. πιο πάνω) η Σύμβαση των Βρυξελλών απαγορεύει σε δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία την οποία αντλεί από το άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως με το σκεπτικό ότι δικαστήριο μη συμβαλλόμενου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους ή η ως άνω διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο συμβαλλόμενο κράτος. [44] Θέτοντας το πολύ απλά η θεωρία ή η αρχή του forum non conveniens δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Υπενθυμίζω βεβαίως πως σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 19 του Κανονισμού 44/2001 θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνέχιση της Σύμβασης των Βρυξελλών και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
- Επομένως, το αίτημα βάσει της παραγράφου Α της αίτησης όπως αυτό βασίζεται στην έλλειψη καταλληλότητας ή βολικότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή δεν γίνεται δεκτό. Β.5 Αποκλειστική αρμοδιότητα αγγλικών Δικαστηρίων [45] Η μαρτυρία αλλά και επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτού του μέρους του αιτήματος των εναγομένων βασίζεται στη θέση τους ότι αυτοί είναι καταναλωτές και ότι είναι υπό αυτή την ιδιότητα που είχαν υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου. Αυτή η ιδιότητα σύμφωνα με τους εναγόμενους καθιστά τα Δικαστήρια της Αγγλίας κατά τόπον αρμόδια για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. [46] Ακόμη και εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης υπάρχει αναφορά στη νομική πτυχή του όλου θέματος με αναφορά κυρίως στο άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 (στο εξής θα καλείται ο "Κανονισμός"). Σύμφωνα με το οποίο οι εναγόμενοι θεωρούνται καταναλωτές και ως εκ τούτου η διαδικασία θα έπρεπε να είχε εγερθεί στα Δικαστήρια της χώρας διαμονής τους σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού. Υπάρχει και αναφορά στο άρθρο 22 του Κανονισμού επί του οποίου αναμένεται από την ενόρκως δηλούσα πως η ενάγουσα θα βασίσει τη θέση της ως πρός την ύπαρξη δικαιοδοσίας για τα Κυπριακά Δικαστήρια. Απορρίπτοντας βεβαίως τη δυνατότητα να βασιστεί η ενάγουσα επί αυτού του άρθρου. [47] Υποστηρίζεται εντός της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης, με αναφορά στο άρθρο 15 του Κανονισμού, ότι ένα πρόσωπο θεωρείται ως καταναλωτής όταν συνάπτει συμβάσεις που ο σκοπός τους δεν σχετίζεται με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Βεβαίως το άρθρο 15 του Κανονισμού δεν είναι τόσο απλό στη διατύπωση του. Πέραν και από αναφορά επιφύλαξης στο άρθρο 4 και το σημείο 5 του άρθρου 5 του Κανονισμού τίθενται και ορισμένες προϋποθέσεις έτσι ώστε να θεωρείται πως η δικαιοδοσία σε σχέση με τέτοια σύμβαση θα καθορίζεται από το άρθρο
- [48] Συγκεκριμένα το άρθρο 15 ισχύει, πρώτο, όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή δεύτερο, όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή τρίτο, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σε αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων. Επιπλέον, προνοείται από την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Κανονισμού πως όταν ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, θεωρείται, ως προς τις διαφορές τις σχετικές με την εκμετάλλευση τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους αυτού. [49] Υπάρχει επίσης αναφορά στην επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης και στο άρθρο 16 του Κανονισμού και ιδιαίτερα στην παράγραφο 2 σύμφωνα με την οποία η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής. [50] Συνδεέται με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης, αναφορικά με την ιδιότητα των εναγομένων ως καταναλωτές, με αναφορά στο άρθρο 17 του Κανονισμού, η θέση ότι δεν χωρεί οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Κανονισμού λόγω της οποιασδήποτε ρήτρας δικαιοδοσίας παρά μόνο, μεταξύ άλλων, όταν αυτή είναι μεταγενέστερη από τη γένεση της διαφοράς. Υποστηρίζεται πως στην περίπτωση υπό εξέταση η ρήτρα δικαιοδοσίας συνομολογήθηκε πριν τη γένεση της διαφοράς, δεν επιτρέπει στους εναγόμενους να προσφύγουν σε άλλα Δικαστήρια και ούτε ισχύει οτιδήποτε άλλο το οποίο να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα ότι ο καταναλωτής ενάγεται στη χώρα διαμονής του. [51] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ασφαλώς έχει ιδιαίτερη σημασία το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο πως όντως οι εναγόμενοι είναι καταναλωτές σύμφωνα με τον Κανονισμό. [52] Σε σχέση με αυτό το θέμα υπάρχουν ορισμένα γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έτσι ώστε να απαντηθεί και το νομικό ερώτημα το οποίο τίθεται ως πρός το κατά πόσο οι εναγόμενοι όντως είναι ή δεν είναι καταναλωτές σύμφωνα και με τον Κανονισμό. Έχει σημασία δηλαδή και η πραγματική πτυχή της περίπτωσης των εναγομένων στο βαθμό στον οποίο βεβαίως αυτή είναι δυνατό να διαμορφωθεί βάσει και των στοιχείων τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκδίκαση της αίτησης. [53] Κατ΄ αρχάς η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται εντός της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης της πως οι εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον, όπως προκύπτει, επίσης από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, ο εναγόμενος 1, ως ο πρωτοφειλέτης, διόρισε συγκεκριμένο δικηγόρο στην Πάφο έτσι ώστε να υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου και οποιοδήποτε άλλο αναγκαίο έγγραφο. Η εναγόμενη 2 ενάγεται ως εγγυήτρια του πρωτοφειλέτη. Υπάρχει αναφορά και σε ύπαρξη πληρεξουσίου αντιπροσώπου της εναγόμενης
- Δεν αναφέρεται ακριβώς πως η ενάγουσα ενήργησε σε σχέση με τη σύναψη της οποιασδήποτε συμφωνίας είτε με τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη είτε με την εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια. Έχοντας υπόψη δηλαδή πως, όπως η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται, οι εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνδέεται βεβαίως με τα επίδικα θέματα και αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ του εναγόμενου 1 και της εναγόμενης 3 ως επίσης και συμφωνία εκχώρησης του συγκεκριμένου εγγράφου ως παράλληλη ασφάλεια προς εξασφάλιση της ενάγουσας για τις υποχρεώσεις του εναγόμενου
- [54] Επισυνάπτονται επίσης στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αντίγραφα σχετικών εγγράφων όπως πληρεξουσίων εγγράφων τα οποία υπογράφηκαν από τους εναγόμενους στην Ύπατη Αρμοστεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο στην Αγγλία. [55] Αξίζει να σημειωθεί βεβαίως πως επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σε σχέση με την οποιαδήποτε δραστηριότητα της ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο πως είτε η επίδικη συμφωνία δανείου είτε η επίδικη συμφωνία εγγύησης καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκούσε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου ή ότι η ενάγουσα κατεύθυνε με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου και πως οι συγκεκριμένες συμφωνίες εμπίπτουν στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων. Ούτε και έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ότι η ενάγουσα είχε υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο. [56] Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ως πρός τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος 1 οδηγήθηκε στην αγορά ακινήτου στην Κύπρο και στη συνέχεια σε εξασφάλιση δανείου από την ενάγουσα αναφέρονται σε επαφές του με λογιστή του ως επίσης και σε επικοινωνία με την εταιρεία πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου. Δεν προβάλεται καν ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με την οποιαδήποτε δραστηριότητα της ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο και η οποία να είχε οδηγήσει τους εναγόμενους στη σύναψη είτε της επίδικης συμφωνίας δανείου είτε της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. [57] Βεβαίως αναφέρεται πως ο εναγόμενος 1 αποτάθηκε στην "τράπεζα", προφανώς εννοώντας την ενάγουσα, για δάνειο και πως ζητήθηκε από την τράπεζα η εγγύηση της εναγομένης
- Επιπλέον, αναφέρεται πως η "εταιρεία πώλησης" καθησύχασε τον εναγόμενο 1 ότι είχαν επαφές στην τράπεζα και πως θα γινόταν σχετική διευθέτηση για την εξασφάλιση του δανείου. Υπάρχει βεβαίως αναφορά και σε παράλειψη της ενάγουσας να συμβουλέψει τους εναγόμενους για τους κινδύνους σε σχέση με τη λήψη δανείου σε ξένο νόμισμα. Ως επίσης ότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 αλλά υπογράφηκε από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου 1 δίχως να είχε επιστηθεί η προσοχή του σε οποιαδήποτε ρήτρα δικαιοδοσίας. [58] Αξίζει να σημειωθεί, σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της αίτησης, πως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης, πέραν και από τη γενικότερη διαφωνία του με τους ισχυρισμούς αυτούς, αναφέρει τα ακόλουθα. Αποδέχεται την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών στην Πάφο από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων δίχως όμως - παρά και την έκταση της ένορκης δήλωσης του - να προσθέτει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο τον οποίο η ενάγουσα και οι εναγόμενοι οδηγήθηκαν στην υπογραφή των συμφωνιών. Έστω και εάν αναφέρεται σε αίτημα του εναγομένου 1 για την παραχώρηση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. [59] Ουσιαστικά η ένορκη δήλωση του αναφέρεται περισσότερο στην παράλειψη πληρωμής των συμφωνημένων δόσεων, στη διαδικασία καταχώρησης της αγωγής και στις μεταγενέστερες εξελίξεις, δηλαδή την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία από τους εναγόμενους και της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ενώ καταβάλλεται και προσπάθεια προβολής λόγων εναντίον της αποδοχής της αίτησης, ουσιαστικά υπό μορφή επιχειρηματολογίας, βάσει της ενημέρωσης και συμβουλής του ενόρκως δηλούντος από τους δικηγόρους της ενάγουσας. [60] Σκοπίμως το Δικαστήριο επιλέγει να αποφύγει να αναλώσει χρόνο και να προσθέσει οτιδήποτε άλλο εντός αυτής της απόφασης αναφορικά με τον τρόπο τον οποίο αντί η ένορκη δήλωση να περιέχει μαρτυρία περιέχει κυρίως επιχειρηματολογία. Σαφώς διαφορετικός είναι ο ρόλος ενός μάρτυρα από αυτό του δικηγόρου ο οποίος στη συνέχεια θα υποστηρίξει με επιχειρηματολογία τη σημασία των όσων γεγονότων στα οποία θα υπάρχει αναφορά με τη μαρτυρία ενός ενόρκως δηλούντος. [61] Πραγματικά θα ήταν πιο χρήσιμο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης σε σχέση με την εξέταση της αίτησης εάν αυτό περιοριζόταν σε μαρτυρία αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας το οποίο αναμφίβολα είναι και το βασικότερο θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Βεβαίως εντός της ένορκης δήλωσης υπάρχουν αναφορές στην παράγραφο 23 σε γεγονότα σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας. [62] Δίχως να αποκλείεται το ενδεχόμενο της δυνατότητας παρουσίασης τόσο από τους εναγόμενους όσο και την ενάγουσα περισσότερων λεπτομερειών οι οποίες θα μπορούσαν να κριθούν ως χρήσιμες αναφορικά με την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας. Σημασία όμως έχουν τα στοιχεία τα οποία όντως εν τέλει τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. [63] Αυτά σε σχέση και με τα γεγονότα όπως αυτά παρουσιάστηκαν τόσο από την ενάγουσα όσο και από τους εναγόμενους αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [64] Σε σχέση με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται το αίτημα των εναγομένων, δηλαδή αυτό το οποίο καθορίζεται τόσο από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 όσο και από σχετική νομολογία, υπενθυμίζω τα ακόλουθα, διευκρινίζοντας παράλληλα πως το Δικαστήριο βασίζεται, ως πρός τον καθορισμό αυτού του νομικού πλαισίου, στα όσα αναφέρονται σχετικά σε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας ως ιδιαίτερο σημείο αναφοράς απόφαση στην οποία εξετάστηκε αίτηση προδικαστικού ερωτήματος ημερομηνίας 14/3/2013 στην υπόθεση C-419/11 στη δίκη Česká spořitelna, a.s. ν. Gerald Feichter. Τονίζω δηλαδή πως παρατηρείται παρόμοιος τρόπος καθορισμού του νομικού πλαισίου και σε άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όμως θεωρώ πως η αναφορά στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης απόφασης εξυπηρετεί επαρκώς τον απαιτούμενο σκοπό αιτιολόγησης αυτής της απόφασης. [65] Κατ΄ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζεται πως με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους ανεξάρτητα και από την ιθαγένεια τους. Ενώ με το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζεται πως τα πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α, του Κανονισμού στο Τμήμα 2 του Κεφαλαίου ΙΙ, το οποίο φέρει τον τίτλο "Ειδικές Δικαιοδοσίες", πρόσωπο το οποίο έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος ως προς θέματα σε σχέση με μία σύμβαση, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου εκτέλεσης της σχετικής υποχρέωσης. [66] Σημειώνω απλά ότι το Δικαστήριο σε αυτό το μέρος του Κανονισμού βασίζεται σε δική του ελεύθερη μετάφραση από τα Αγγλικά δηλαδή, της φράσης ".in matters relating to a contract, in the courts for the place of performance of the obligation in question", παρά στην επίσημη διατύπωση στα Ελληνικά σύμφωνα με την οποία αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η δυνατότητα να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος υπάρχει ".ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή". [67] Το Δικαστήριο καταβάλει παρόμοια προσπάθεια όσο το δυνατό καλύτερης αντίληψης του Κανονισμού στο σύνολο του διατηρώντας υπόψη τη διατύπωση του τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Αγγλικά. Υπενθυμίζω απλά πως η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης συντάσσεται σε όλες τις διάφορες επίσημες γλώσσες η καθεμία από τις οποίες, δηλαδή η κάθε περίπτωση σύνταξης της σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την ίδια ισχύ και όλες οι γλωσσικές εκδοχές αυτές της νομοθεσίας είναι εξίσου αυθεντικές (σχετικά είναι τα άρθρα 1 και 4 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1/1958). Θέτοντας το πολύ απλά τα κείμενα τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση αυτής της απόφασης δεν αποτελούν μεταφράσεις ενός αρχικού αυθεντικού κειμένου του Κανονισμού αλλά αυθεντικές διατυπώσεις του Κανονισμού σε δύο από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [68] Διατηρώντας υπόψη αυτή τη διευκρίνιση συνεχίζω με αναφορά στο σχετικό νομικό πλαίσιο. Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1 στο τμήμα 4 του Κανονισμού το οποίο φέρει τον τίτλο «Διεθνής Δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών» ορίζεται πως σε σύμβαση της οποίας ο σκοπός μπορεί να θεωρηθεί ως ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που συνάπτει αυτή, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία σε τρεις περιπτώσεις θα καθορίζεται από το Τμήμα 4 με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο
- [69] Οι πρώτες δύο περιπτώσεις αφορούν ενσώματα κινητά και συνεπώς δεν έχουν σχέση με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Η τρίτη περίπτωση αναφέρεται σε όλες τις άλλες περιπτώσεις όταν η σύμβαση έχει συνομολογηθεί με πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο κράτος μέλος της κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσο τέτοιου είδους δραστηριότητες σε αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου και του συγκεκριμένου κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο τέτοιων δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2 του Κανονισμού η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους. [70] Υπάρχουν διάφορες σχετικές αναφορές ως προς το νομικό πλαίσιο στις παραγράφους 25 έως και 34 της απόφασης Česká spořitelna, a.s. ν. Gerald Feichter. Επισημαίνω από την παράγραφο 26 την αναφορά ως προς το ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1 του Κανονισμού συνιστά παρέκκλιση τόσο από τον γενικό κανόνα δικαιοδοσίας του άρθρου 2, παράγραφος 1 του Κανονισμού, βάσει του οποίου διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, όσο και από τον κανόνα ειδικής δικαιοδοσίας επί θεμάτων σε σχέση με σύμβαση, τον οποίο θέτει το άρθρο 5, σημείο 1 του Κανονισμού βάσει του οποίου διεθνή δικαιοδοσία έχει το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της σχετικής υποχρέωσης. Συνεπώς, το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρέπει κατ΄ ανάγκη να γίνεται το αντικείμενο αυστηρής ερμηνείας. Υπενθυμίζεται στην παράγραφο 27 της απόφασης η σημασία της ερμηνείας στο παρελθόν σε σχέση με ισοδύναμες διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελλών του
- Υπάρχει αναφορά στην παράγραφο 28 σε προηγούμενη νομολογία βάσει της οποίας έχει κριθεί πως στο σύστημα του Κανονισμού το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, καταλαμβάνει, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 του Κανονισμού (σε σχέση δηλαδή με την προστασία του αδύναμου διαδίκου σε συμβάσεις καταναλωτών), την ίδια θέση και επιτελεί την ίδια λειτουργία προστασίας του καταναλωτή ως του πιο αδύναμου μέρους, όπως και το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, της Σύμβασης των Βρυξελλών. [71] Καθορίζονται στην παράγραφο 30 της απόφασης Česká spořitelna, a.s. ν. Gerald Feichter τρεις προϋποθέσεις έτσι ώστε να διαπιστωθεί πως το άρθρο 15, παράγραφος 1 του Κανονισμού τυγχάνει εφαρμογής. Πρώτο, το συμβαλλόμενο μέρος είναι καταναλωτής ο οποίος ενεργεί εντός ενός πλαισίου το οποίο είναι δυνατό να θεωρηθεί ως εκτός της επαγγελματικής δραστηριότητας του, δεύτερο, η σύμβαση μεταξύ του καταναλωτή και ενός επαγγελματία όντως έχει συναφθεί και τρίτο, η σύμβαση αυτή ανήκει σε μία από τις κατηγορίες τις οποίες αφορά η παράγραφος 1 στοιχεία αʹ έως γʹ του άρθρου
- [72] Αναφέρεται επίσης πως οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται σωρευτικά έτσι ώστε εάν μία από αυτές λείπει τότε η διεθνής δικαιοδοσία δεν δύναται να καθοριστεί σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις συμβάσεις καταναλωτών. Στην παράγραφο 33 της ίδιας απόφασης υπενθυμίζεται πως από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το ειδικό καθεστώς το οποίο οι διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελλών θέσπισαν σε σχέση με τη διεθνή δικαιοδοσία αναφορικά με τις συμβάσεις καταναλωτών εξυπηρετεί τη διασφάλιση της επαρκούς προστασίας του καταναλωτή, ο οποίος τεκμαίρεται, πρώτο, ότι από οικονομικής άποψης είναι το ασθενέστερο από τα συμβαλλόμενα μέρη, ως επίσης, δεύτερο, ότι από νομικής άποψης έχει μικρότερη πείρα από τον επαγγελματία αντισυμβαλλόμενο του. Τονίζεται πως η εφαρμογή των ειδικών κανόνων δικαιοδοσίας οι οποίοι προβλέπονταν από τη Σύμβαση των Βρυξελλών δεν θα πρέπει να επεκταθεί σε πρόσωπα για τα οποία δεν δικαιολογείται αυτή η προστασία. [73] Συνοψίζοντας, στην παράγραφο 34 της ίδιας απόφασης, διευκρινίζεται πως μόνο οι συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται εκτός και ανεξαρτήτως οποιασδήποτε δραστηριότητας ή σκοπού επαγγελματικής φύσης και με μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση ιδιωτικών καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου, εμπίπτουν στο ειδικό καθεστώς το οποίο η Σύμβαση των Βρυξελλών προέβλεπε σε σχέση με την προστασία του καταναλωτή, δίχως τέτοια προστασία να δικαιολογείται σε περίπτωση σύμβασης η οποία έχει ως σκοπό μία επαγγελματική δραστηριότητα. [74] Βεβαίως υπενθυμίζω πως όπως αναφέρεται και πιο πάνω θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις έτσι ώστε η διεθνής δικαιοδοσία να δύναται να καθοριστεί σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις συμβάσεις καταναλωτών. Η μοναδική προϋπόθεση η οποία θεωρώ πως δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί πως ικανοποιείται είναι αυτή της διαπίστωσης πως όντως η επίδικη συμφωνία δανείου ανήκει σε μία από τις κατηγορίες τις οποίες αφορά η παράγραφος 1 στοιχεία αʹ έως γʹ του άρθρου
- Ούτε η μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος διαπιστώνεται να είναι τέτοιας φύσης έτσι ώστε να υποστηρίζει τέτοια κατάληξη του Δικαστηρίου αλλά ούτε και η επιχειρηματολογία πείθει ως πρός την ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης. [75] Θεωρώ πως η απουσία της δυνατότητας να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε διαφορετική διαπίστωση αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα επισφραγίζει και το αποτέλεσμα εξέτασης αυτής της αίτησης ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας. Συνεπώς δεν απαιτείται η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος το οποίο εγείρεται είτε με την αίτηση των εναγόμενων (όπως, παραδείγματος χάριν, η εφαρμογή του άρθρου 22 του Κανονισμού) είτε με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της ενάγουσας και τους λόγους ένστασης οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται σε αυτή (όπως, παραδείγματος χάριν, το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έχει γίνει από δικηγόρο). [76] Οφείλω όμως να προσθέσω και το εξής σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κατέληγε σε αντίθετο συμπέρασμα. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη βασιμότητας οποιουδήποτε από τους λόγους ένστασης ο οποίος να μην συνδέεται άμεσα με τη θέση ως προς το ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή σε σχέση με τους εναγόμενους και η αποδοχή του οποίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Έστω και εάν δεν κρίνεται αναγκαίο, διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα στο οποίο το Δικαστήριο οδηγείται με αυτή την απόφαση, να εξεταστούν αναλυτικά όλοι οι λόγοι ένστασης. [77] Επιπλέον, οφείλω επίσης να προσθέσω και το εξής. Διαπιστώνεται γενικά η ύπαρξη μίας επαρκούς λογικής στην όλη θέση των εναγόμενων ως προς την ιδιότητα τους ως καταναλωτές βάσει της οποίας το Δικαστήριο δεν θα είχε οποιοδήποτε ενδοιασμό ως προς το να καταλήξει σε αποδοχή αυτής της θέσης και να είχε συνεπώς οδηγηθεί σε αντίθετο συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσο οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν εναχθεί στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν την κατοικία τους παρά στην Κύπρο. [78] Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ικανοποίησης όλων των απαραίτητων παραγόντων σε σχέση με την εφαρμογή του Κανονισμού. Συγκεκριμένα να υπήρχε η δυνατότητα να κριθεί από το Δικαστήριο, βάσει της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί και της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης, ότι η επίδικη συμφωνία δανείου όντως ανήκει σε μία από τις κατηγορίες τις οποίες αφορά η παράγραφος 1 στοιχεία αʹ έως γʹ του άρθρου
- Γ. Συμπερασμα [79] Συνεπώς εφόσον δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί σε σχέση και με την εξέταση του θέματος της αποκλειστικής αρμοδιότητας των αγγλικών δικαστηρίων ότι η αγωγή θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στο κράτος μέλος στο οποίο οι εναγόμενοι έχουν την κατοικία τους τότε δεν τίθεται καν θέμα εξέτασης της αναστολής της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. [80] Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως δεν δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης των εναγόμενων η οποία και απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "
- A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο