← Κύπρος

FROSTIN LIMITED ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 204/16, 14/11/2016

FROSTIN LIMITED ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 204/16, 14/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A251 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 204/16 Επί τοις αφορώσιν τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) και Επί τοις αφορώσι τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (ΚΕΦ.224) Μεταξύ: FROSTIN LIMITED και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ----------------- Ημερομηνία: 14.11.2016 Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Α. Μιχαήλ για Α. Γεωργιάδη και κα Ν. Παπούτσα (κα Μ. Πατσαλίδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Στ. Πολυβίου με κα Χ. Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (κα Χ. Ππεκρή για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με σύμβαση υποθήκης με αρ. Υ328/04, ημερ. 30.1.2004 η Αιτήτρια-Εφεσείουσα υποθήκευσε το ακίνητο υπ΄ αρ. εγγραφής 0/4160, Φ/Σχ. 51/180302, τεμ. 309 στην Κάτω Πάφο, προς όφελος της Εφεσίβλητης για εξασφάλιση δανείου το οποίο της χορήγησε η τελευταία. Το ποσό του δανείου ανερχόταν στις Λ.Κ.460.000,

  1. Το εξασφαλισθέν δια της υποθήκης ποσό περιορίστηκε σε αυτό των Λ.Κ.443.000,
  2. Συνεπεία μη πληρωμής του δανείου η Εφεσίβλητη τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία και καταχώρησε την υπ΄ αρ. αγωγή 1960/14 εναντίον της Εφεσείουσας και ακόμη ενός φυσικού προσώπου (Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την αίτηση). Μεταξύ των εγειρόμενων αξιώσεων πέραν αυτής για καταβολή του οφειλόμενου ποσού επιζητείται η έκδοση διατάγματος για εκποίηση της υποθήκης με αρ. υποθήκης Υ328/04 για ποσό £443.000 και διάθεση του προϊόντος της πώλησης προς ικανοποίηση του οφειλόμενου ποσού, οιουδήποτε δε εναπομείναντος υπολοίπου παραμένει προς πίστην της Εναγόμενης 1 (Εφεσείουσας-Αιτήτριας). Η Εφεσίβλητη Τράπεζα ενεργοποίησε το μηχανισμό και προώθησε τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό προωθούμενον από το δανειστή, όπως προνοούν οι διατάξεις του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν.142(Ι)/
  3. Εξέδωσε και επέδωσε στην Εφεσείουσα τις ειδοποιήσεις Τύπου Ι, Θ, ΙΑ και ΙΒ. Η Εφεσείουσα κατεχώρησε την παρούσα αίτηση/έφεσης στις 14.10.2016, με την οποία επιζητείται: α) Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η ειδοποίηση με τίτλο Τύπος Ι που επιδόθηκε στην Εφεσείουσα-Αιτήτρια την 27.5.
  4. β) Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η ειδοποίηση με τίτλο Τύπος ΙΑ που επιδόθηκε στην Εφεσείουσα-Αιτήτρια την 16.9.
  5. γ) Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η ειδοποίηση με τίτλο Τύπος ΙΒ που επιδόθηκε στην Εφεσείουσα-Αιτήτρια την 16.6.2016 (η ορθή ημερομηνία είναι 16.9.2016). δ) Διάταγμα ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/4160, Φ/Σχ 51/180302, Τμήμα 3, τεμάχιο 309, στην Κάτω Πάφο που ξεκίνησε κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του
  6. Προβάλλονται τέσσερις λόγοι για τους οποίους επιζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός των ειδοποιήσεων, με ειδική αιτιολογία μετά την παράθεση ενός εκάστου, οι οποίοι εξετάζονται κατωτέρω. Την Αίτηση/Έφεση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Ευθύμιου Ευσταθίου, διευθυντή της Εφεσείουσας. Αναφέρεται στο ιστορικό της καταχώρισης της αγωγής 1960/14 και της αποστολής των σχετικών ειδοποιήσεων και εκφράζεται η θέση πως η παρούσα διαδικασία αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της Εφεσίβλητης, καθόσον επιδιώκεται με πολλαπλές διαδικασίες η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Υποστηρίζεται ότι στο κατ΄ ισχυρισμό χρέος έχουν διαπιστωθεί πολλές υπερχρεώσεις και ανατοκισμοί που είναι παράνομοι και ως εκ τούτου το ποσό που οφείλεται αμφισβητείται τόσο μέσω της Έκθεσης Υπεράσπισης στην αγωγή 1960/14 όσο και με επιστολές που έχουν στείλει οι δικηγόροι της Εφεσείουσας-Αιτήτριας προς την Εφεσίβλητη με σκοπό τη διευθέτηση της εν λόγω αγωγής. Αναφέρει περαιτέρω πως καταβάλλονται ήδη προσπάθειες από μέρους του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και σε περίπτωση που επιτευχθεί τέτοια πώληση το ποσό που θα εισπραχθεί θα δοθεί προς όφελος του χρέους προς την Εφεσίβλητη-Καθ΄ ης η αίτηση. Τονίζει επίσης πως με τη συμπεριφορά της η Εφεσίβλητη-Καθ΄ ης η αίτηση δεν σκοπεί να μειώσει τη ζημιά της η οποία προκύπτει από την υπερημερία της Εφεσείουσας-Αιτήτριας, αφού σκοπεί να προβεί σε προγραμματισμένο πλειστηριασμό, αποδεχομένη ποσό πολύ μικρότερο της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης επικαλούμενη εννέα

(9)λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση δεν πρέπει να επιτύχει. Επικαλείται μεταξύ άλλων το δικαίωμα της να προχωρήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με οιονδήποτε τρόπο επιλέξει και/ή με τη χρήση παράλληλων διαδικασιών. Προβάλλει επίσης ως λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια ερμηνεύει λανθασμένα τις διατάξεις του Νόμου 9/
  1. Ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει διότι η μόνη ειδοποίηση η οποία δύναται να εφεσιβληθεί είναι του τύπου ΙΑ και μάλιστα για συγκεκριμένους λόγους. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών της Εφεσίβλητης. Αναφέρει σ΄ αυτήν τα γεγονότα της σύμβασης δανείου μεταξύ Εφεσείουσας και Εφεσίβλητης, της καταχώρισης της αγωγής 1960/14 εναντίον της Εφεσείουσας, λόγω μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων και περαιτέρω καταγράφει την αλληλουχία των γεγονότων για προσπάθειες που έγιναν μεταξύ των διαδίκων για διευθέτηση της υπόθεσης οι οποίες δεν ευοδώθησαν. Συνεπεία της μη επίτευξης βιώσιμης, όπως την χαρακτηρίζει, λύσης η Εφεσίβλητη προχώρησε με την προώθηση της διαδικασίας ιδιωτικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, σε σχέση με την υποθήκη Υ328/04, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. Την 27.5.2016 μέσω ιδιώτη επιδότη επιδόθηκαν στην Αιτήτρια οι ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Ι μαζί με την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους. Μετά την αποστολή των ειδοποιήσεων Ι και Θ ανταλλάγησαν και πάλιν επιστολές μεταξύ των διαδίκων με προτάσεις εκ μέρους της Εφεσείουσας για διευθέτηση. Η απάντηση της Εφεσίβλητης ήταν πως το μόνο αποδεκτό πλαίσιο λύσης ήταν το προτεινόμενο στην επιστολή ημερομηνίας 21.3.2016 (Τεκμήριο 3) μεταξύ των όρων της οποίας ήταν η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από την Αιτήτρια εντός 12 μηνών. Παρά το γεγονός ότι συνεχίστηκε η αλληλογραφία με ανταλλαγή προτάσεων δεν κατέληξαν σε θετικό αποτέλεσμα. Για τούτο η Εφεσίβλητη επέδωσε τις ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και Τύπου ΙΒ στις 16.9.
  2. Με την Τύπου ΙΑ ενημερωνόταν η Αιτήτρια ότι επρόκειτο να διεξαχθεί πλειστηριασμός στις 12.12.2016 Προτού προχωρήσω στην εξέταση των επιμέρους λόγων έφεσης πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, σε περίπτωση υπερημερίας ως ορίζει το άρθρο 27, αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία διαρκεί πέραν των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην προβλεπόμενη από το Μέρος VIA διαδικασία (άρθρο 44Β(γ)). Η έναρξη της διαδικασίας επιτυγχάνεται με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου Ι (άρθρο 44Γ) η οποία όταν ο δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συνοδεύεται από την ειδοποίηση Θ (άρθρο 44Β 2(α)). Με την ειδοποίηση Τύπου Ι αποστέλλεται και κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, τόκων κ.λ.π.. Με αυτήν καλείται ο οφειλέτης όπως εξοφλήσει εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης το οφειλόμενο ποσό. Στο ίδιο άρθρο υπάρχει η εξής επιφύλαξη: «44Γ-
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «I» του ∆εύτερου Παραρτήµατος, συνοδευόµενη από κατάσταση λογαριασµού του οφειλόµενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύµφωνα µε την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασµού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσµία όχι µικρότερη των τριάντα
(30)ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόµενου ποσού: Νοείται ότι, µε την ειδοποίηση ενηµερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση µη εξόφλησης του οφειλόµενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωµά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µε βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι εστάλη η ειδοποίηση Τύπου Ι συνοδευόμενη από τη Θ και από κατάσταση λογαριασμού στις 27.5.2016. Ο λόγος έφεσης που προβάλλεται και εξετάζεται κατωτέρω είναι, πως η ειδοποίηση Τύπου Θ έπρεπε να προηγηθεί εκείνης του Τύπου Ι. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς τις απαιτήσεις της ειδοποίησης Ι, τότε αποστέλλεται προς τον οφειλέτη και προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό· η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο ΙΑ του ∆ευτέρου Παραρτήµατος, εντός περιόδου όχι µικρότερης των τριάντα
(30)ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Γ
(2)). Η δεύτερη αυτή ειδοποίηση (ήτοι η ΙΑ, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση Ευσταθίου) επιδόθηκε σε αυτόν στις 16.9.2016 και τον ενημέρωνε ότι ο δανειστής προτίθετο να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στις 12.12.2016. Ταυτόχρονα απεστάλη η ειδοποίηση τύπου ΙΒ (άρθρο 44Δ
(2)) με την οποίαν ενημερωνόταν ο Εφεσείων ότι η Εφεσίβλητη θα προχωρούσε εντός 10 ημερών στο διορισμό εκτιμητή για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου (Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης Ευσταθίου). Δικαίωμα διορισμού δεύτερου εκτιμητή παρέχεται δια του άρθρου 44Δ
(1)και στον οφειλέτη, ώστε να ετοιμαστούν ανεξάρτητες εκτιμήσεις. Με την πάροδο 10 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης ΙΒ, ο οφειλέτης οφείλει να ενημερώσει την τράπεζα για την ταυτότητα του εκτιμητή που διόρισε. Στην παρούσα περίπτωση η Εφεσείουσα επιζητεί ακύρωση και αυτής της ειδοποίησης για τους ίδιους λόγους που αφορούν τις υπόλοιπες ειδοποιήσεις. Η κρινόμενη έφεση στρέφεται όπως ελέχθη, εναντίον του κύρους της ειδοποίησης Τύπου Ι, ΙΑ και ΙΒ. Αποτελεί τη θέση της συνηγόρου της Εφεσίβλητης πως η μόνη ειδοποίηση η οποία δύναται να προσβληθεί είναι εκείνη του Τύπου ΙΑ, για τους συγκεκριμένους λόγους που καταγράφονται στο άρθρο 44Γ
(3). Απαντά στο θέμα τούτο η συνήγορος της Αιτήτριας με παραπομπή στο λεκτικό του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου. Ότι δηλαδή προβλέπεται άσκηση έφεσης εναντίον οιασδήποτε απόφασης ή ειδοποίησης που αποστέλλεται δυνάμει του Μέρους VIA. Προνοεί σχετικά το άρθρο 44ΙΓ: «44ΙΓ. Αναφορικά µε την άσκηση των δικαιωµάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο, του οποίου τα έννοµα συµφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του παρόντος Μέρους, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ηµέρες από την ηµεροµηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό ∆ικαστήριο: Νοείται ότι, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) Νόµου εφαρµόζονται, κατ' αναλογίαν και όπου στα πιο πάνω άρθρα αναφέρεται η λέξη «∆ιευθυντής», για σκοπούς εφαρµογής των ανωτέρω διατάξεων, αυτή αντικαθίσταται µε τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής». Συνάγεται συνεπώς από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, ότι παρέχεται δικαίωμα αμφισβήτησης οποιασδήποτε ειδοποίησης η οποία αποστέλλεται δυνάμει του Μέρους VIA και η οποία βέβαια παραβλάπτει ή επηρεάζει τα έννομα συμφέροντα του οφειλέτη. Θεωρώ πως σε αυτή την κατηγορία δεν μπορεί να εντάσσεται οποιαδήποτε ενημέρωση προς τον οφειλέτη με την οποία να ενημερώνεται για τα δικαιώματα που του πληροφορείται από το Νόμο. Βέβαια η εν λόγω διάταξη είναι πολύ γενική και όχι τόσο ειδικής και επιτακτικής φύσεως όσον εκείνη της 44Γ
(3)η οποία καθορίζει ειδικά την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ και τους λόγους για τους οποίους αυτή μπορεί να ακυρωθεί. Τυχόν δε ακύρωση της ειδοποίησης αυτής συμπαρασύρει, ως είναι φυσικό, και τις μεταγενέστερες ειδοποιήσεις και πράξεις. Με το άρθρο 44ΙΓ, τάσσονται ουσιαστικά δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη να παραβλάπτονται συμφέροντα του Αιτητή και η δεύτερη τάσσει προθεσμία 30 ημερών από της επίδοσης της ειδοποίησης για άσκηση έφεσης εναντίον της οποίας στρέφεται. Συνεπώς το αιτητικό Α, το οποίο στρέφεται εναντίον του κύρους της Ειδοποίησης Ι δεν μπορεί να επιτύχει, αφού καταχωρήθηκε εκτός της προθεσμίας των 30 ημερών (επιδόθηκε 27.5.2016 ενώ η αίτηση/έφεση καταχωρήθηκε την 14.10.2016). Στο ίδιο κώλυμα προσκρούει και η ειδοποίηση Τύπου Θ, αφού επιδόθηκε την ίδια ημερομηνία με την ειδοποίηση Τύπου Ι. Λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ όπως κατ΄ εξαντλητικό τρόπο απαριθμούνται στο άρθρο 44Γ
(3)είναι: «(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).3.» Υποδεικνύει η συνήγορος της Εφεσίβλητης, και ορθά, ότι κανένας από τους πιο πάνω λόγους δεν ευσταθεί. Σε σχέση με τα ανωτέρω υποδεικνύονται τα εξής: Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προβάλλεται λόγος απόρριψης της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, σχετικός με τους προβλεπόμενους από το Νόμο λόγους. Προκύπτει αβίαστα από τα Τεκμήρια 2, 3, 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και το Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης της Εφεσίβλητης πως: «(α) Η ειδοποίηση τύπου ΙΑ όπως και όλες οι άλλες πληρούν τον τύπο τον προβλεπόμενο από το Δεύτερο Παράρτημα. Μια αντιπαραβολή τους με τον τύπο εκείνο το αποδεικνύει. (β) Η ειδοποίηση ΙΑ καθώς και όλες οι άλλες έχουν επιδοθεί δεόντως. Εξάλλου δεν έχει προβληθεί ή προταθεί το αντίθετο. (γ) Η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ έχει εκδοθεί και αποσταλεί στις 22.8.2016 ήτοι μετά τη λήξη της προθεσμίας για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού όπως τάχθηκε με την ειδοποίηση Τύπου Ι η οποία επιδόθηκε στην Εφεσείουσα στις 27.5.2016 (όπως είναι αποδεκτό από την Εφεσείουσα). Αναφορικά με το θέμα τούτο, η Εφεσείουσα ισχυρίζεται πως έχει ήδη αμφισβητηθεί το ύψος του οφειλόμενου ποσού, έχει εκφράσει τη διαφωνία της για τούτο και συνεπώς κωλυόταν η Εφεσίβλητη να προωθήσει τη διαδικασία δυνάμει του Μέρους VIA. Τούτο το θέμα αποτελεί τον τρίτο λόγο έφεσης. Συγκεκριμένα: Μετά τη λήψη της ειδοποίησης Τύπου Ι η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή ημερ. 15.6.2016 (Τεκμήριο 7) με την οποία προτείνει τρόπους διευθέτησης της αγωγής. Οι λύσεις αυτές δεν έγιναν αποδεκτές, όπως ήδη έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Στην επιστολή Τεκμήριο 7, η Εφεσείουσα εκφράζει τη διαφωνία της για αξιούμενο ποσό, επικαλούμενη υπερχρεώσεις. Η ειδοποίηση Τύπου Ι, μετά το κείμενο της κλήσης για πληρωμή εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 30 ημερών περιέχει στο τέλος του κειμένου την εξής παράγραφο: «Εάν έχετε διαφορετική γνώμη, παρακαλώ όπως πληροφορήσετε την Τράπεζα για τούτο γραπτώς, σε διάστημα τριάντα
(30)ημερών, από την παραλαβή της παρούσας ειδοποίησης στη διεύθυνση.» Επιχειρηματολογώντας η συνήγορος της Εφεσείουσας για το ζήτημα τούτο σημειώνεται πως: «Η εξακολούθηση της διαδικασίας από την Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη αγνοώντας το περιεχόμενο της επιστολής της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ημερομηνίας 15/06/2016 είναι και καταχρηστική ως καταπιεστική προς την Αιτήτρια/Εφεσείουσα αλλά και περιφρονεί το πνεύμα του νόμου. Ο νομοθέτης έθεσε στο πρότυπο της Ειδοποίησης υπό τον τίτλο ΤΥΠΟΣ Ι προθεσμία 30 ημερών για τον ενυπόθηκο οφειλέτη να θέσει τη διαφωνία του αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο γραπτώς, πράγμα το οποίο και έπραξε στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια. Εντούτοις κανένα αποτέλεσμα δεν είχε η ενέργεια της αυτή στην όλη διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό η παράγραφος που προνοεί τη δυνατότητα διαφωνίας εντός 30 ημερών από την επίδοση του ΤΥΠΟΥ Ι παρέμεινε σε αχρησία ως εάν να μην υπάρχει, αψηφώντας έτσι τη βούληση του νομοθέτη.» Απαντά από την αντίπερα όχθη η συνήγορος της Εφεσίβλητης ότι «η αμφισβήτηση της Αιτήτριας αναφέρεται στο οφειλόμενο ποσό δυνάμει της σύμβασης δανείου και όχι σε αμφισβήτηση του ποσού του ενυπόθηκου χρέους, το ύψος του οποίου καθορίζεται βάσει των όρων της σύμβασης υποθήκης. Είναι η θέση μας ότι καμία διάταξη του Μέρους VIA του Νόμου δεν αναφέρει ως λόγο ακύρωσης της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου την αμφισβήτηση είτε του οφειλόμενου ποσού βάσει της σύμβασης δανείου είτε του οφειλόμενου ποσού βάσει της σύμβασης υποθήκης.» Η σύμβαση υποθήκης εξασφαλίζει ποσό ύψους £443.000 (€785,956,66), πλέον τόκους. Εξ΄ όσων προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης και Έκθεση Υπεράσπισης (Τεκμήρια 1 και 6) η Εναγόμενη, τώρα Εφεσείουσα, αμφισβητεί το ύψος του οφειλόμενου δυνάμει του δανείου ποσού, επικαλούμενη ανατοκισμό και υπερχρεώσεις. Εκείνο όμως που πρέπει να τονισθεί είναι πως ο Νόμος 9/65 και ιδιαίτερα το άρθρο 44Γ
(1)με τον πλαγιότιτλο «Επίδοση Ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση», αναφέρεται σε κλήση για εξόφληση του ποσού εντός τριάντα ημερών και ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Συνάγεται συναφώς πως το προαπαιτούμενο του Νόμου είναι η εξόφληση. Η οποιαδήποτε διαφωνία ή αμφισβήτηση του ποσού, ενώ δίδει τη δυνατότητα και ευχέρεια για διαπραγματεύσεις, εντούτοις δεν προσφέρει λόγο είτε για αναστολή είτε για ακύρωση της αρχόμενης διαδικασίας του Μέρους VIA. Συνεπώς τόσο το αιτητικό Α όσο και ο λόγος αρ. 3 δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. (δ) Δεν εκκρεμεί αγωγή για ακύρωση της ειδοποίησης Ι του άρθρου 44Γ
(1). Συνακόλουθα δεν συντρέχει λόγος για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και το αιτητικό Β απορρίπτεται. Παρά τα ανωτέρω λεχθέντα θα εξετασθούν οι λοιποί λόγοι ακύρωσης, αφού η κατάχρηση διαδικασίας την οποία επικαλείται η Εφεσείουσα δύναται να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, και για τον πρόσθετο λόγο πως οι ίδιοι λόγοι καταγράφονται ως λόγοι ακυρότητας και των ειδοποιήσεων Τύπου Ι, ΙΑ, ΙΒ και της διαδικασίας πλειστηριασμού. Λόγοι έφεσης 1 και 2 Αμφότεροι οι λόγοι 1 και 2 στρέφονται εναντίον της τηρηθείσας και χρησιμοποιηθείσας από την Εφεσίβλητη διαδικασίας την οποία χαρακτηρίζουν ως καταχρηστική και καταστρατηγούσα το πνεύμα του Μέρους VIA. Προβάλλεται ως αντιλογία η ύπαρξη της αγωγής 1960/14 με την οποία επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και υποδεικνύεται ότι η χρήση πολλαπλών διαδικασιών για την επιδίωξη του ιδίου σκοπού συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά. Ως αιτιολογία του δεύτερου λόγου, δηλαδή ότι καταστρατηγείται το πνεύμα του Νόμου, αναφέρεται το άρθρο 44Α
(4)το οποίο δίδει δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την έγερση αγωγής. Συνεπώς, καταλήγει η εισήγηση, η φράση αυτή καταδεικνύει το πνεύμα του νομοθέτη ο οποίος είχε κατά νου ότι τέτοια διαδικασία εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει ήδη κινηθεί αγωγή που να σκοπεί στην έκδοση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Επίσης, το γεγονός ότι ο Νόμος προβλέπει την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου Θ για το πιθανό δικαίωμα του οφειλέτη για αναδιάρθρωση του χρέους του, όμως τέτοιο δικαίωμα δεν υφίσταται σε περίπτωση που ήδη έχει κινηθεί αγωγή. Με την αγόρευση της συνηγόρου της Εφεσείουσας, πέραν της ανάπτυξης των ανωτέρω λόγων, έχει γίνει παραπομπή μεταξύ άλλων στις αποφάσεις στις υποθέσεις Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος v. Χριστάκη Σταύρου Χριστοφόρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Λέχθηκε σε αυτές και επαναλήφθηκε σε μεταγενέστερες πως η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ιδίου στόχου. Στους λόγους ένστασης αλλά και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει αντικρούεται η ισχυριζόμενη καταχρηστικότητα με τους ισχυρισμούς ότι: «
  2. Η απόφαση ιδιωτικού πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ΄ ης η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα δικαιώματα της. Ειδικότερα, η κείμενη νομοθεσία δεν εμποδίζει την Τράπεζα από το να προχωρήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με οιονδήποτε τρόπο επιλέξει και/ή με τη χρήση παράλληλων διαδικασιών.
  3. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, δηλαδή σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης και η προώθηση των διαδικασιών πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Νόμου δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να καταχωρεί παράλληλα και πολιτική αγωγή.» Επιχειρηματολογώντας η συνήγορος της Εφεσίβλητης υποστηρίζει, αφού παραπέμπει στο λεκτικό του άρθρου 44Α (1-4) ότι: «Είναι προφανές από το λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι να παρέχει στον ενυπόθηκο οφειλέτη την επιλογή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με όποιον τρόπο επιλέξει και χωρίς να τον εμποδίζει να χρησιμοποιεί παράλληλες διαδικασίες με σκοπό να εξασφαλίσει το λαβείν του.» Παραπέμπει προς επίρρωση της θέσης της σε αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστών στις οποίες επιτράπηκε η πώληση δυνάμει του Μέρους VIA, ενώ ήδη είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση και καταλήγει με τη θέση ότι: «οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου ερμηνεύονται εσφαλμένα από την Αιτήτρια. Η Καθ΄ ης η Αίτηση έχει εκκινήσει τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου βάσει των δυνατοτήτων που της παρέχει ο σχετικός Νόμος με σκοπό να εισπράξει το λαβείν της». Το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοιο θέμα, δηλαδή της δυνατότητας ή όχι πώλησης ενυπόθηκου με βάση το Μέρος VIA, όταν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στην υπόθεση Χριστοφής Κούνουνας κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση/Έφεση 195/2016, ημερομηνίας 7.11.
  4. Επαναλαμβάνονται τα όσα εκεί λέχθηκαν: «Η προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος και απάντησης του εύλογου ερωτήματος του τι δέον γενέσθαι στην περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης και διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αποτελεί εγχείρημα όχι και τόσο απλό, αφού αμφότερες οι απόψεις είναι λογικές. Πιστεύω πως μια αναδρομή στη σκοπιμότητα του Νόμου θα βοηθήσει την ερμηνεία του. Στόχος της θέσπισης του μέρους VIA, ήταν η πρόσδοση ταχύτητας στις διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και η είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την υποθήκη ποσό ή ποσά. Για τούτο και οι προθεσμίες των 30 ημερών που τίθενται για πληρωμή αλλά ακόμη και η «ασφυκτική» προθεσμία των 30 ημερών από της καταχώρησης της αίτησης εντός της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί (ο περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός 4/2015, άρθρο 14). Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου άσχετη η έναρξη του Μέρους VIA με το άρθρο 44Α το οποίο καθορίζει την εφαρμογή του μέρους αυτού σε κάθε σύμβαση υποθήκης προγενέστερης ή μεταγενέστερης του Νόμου. Καθορίζει ρητά πως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Προχωρεί περαιτέρω ο Νόμος συσχετίζοντας το παρόν Μέρος VIA με το προηγούμενο Μέρος VI, με το οποίο η πώληση επιτυγχανόταν μετά από αίτηση προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, και αναφέρει πως: «
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Για να συνεχίσει στην επόμενη διάταξη όπου διαβάζουμε πως: «
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI:» Τίθεται δε επιπροσθέτως η κάτωθι επιφύλαξη με την οποία οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται με το Μέρος VIA να αναπροσαρμόζονται και σε όσα ποσά έχουν καταστεί πληρωτέα πριν την εφαρμογή του: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Τίποτα συνεπώς και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Ούτε βέβαια μπορούμε να μιλάμε για αναδιάρθρωση «δανείου» (τύπος Θ) αφού το δάνειο έχει καταστεί εξ΄ αποφάσεως χρέος. Εκείνο βέβαια που παραμένει είναι το χρέος. Εισέτι οφειλόμενο. Για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίον του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος παρέχει δικαιώματα στον εξ΄ αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει." Πρόσθετα, στην κρινόμενη περίπτωση όπου εκκρεμεί η αγωγή, η διάταξη αρ. 4 του άρθρου 44A επιτρέπει και όχι αποκλείει την παράλληλη διαδικασία επιδίωξης διατάγματος δι΄ αγωγής και προώθηση της διαδικασίας πώλησης από τον ενυπόθηκο δανειστή: «
(4)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει µε την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγµατος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ουσιαστικά δεν επιζητείται η εξασφάλιση ενός νέου διατάγματος, αλλά η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, του ιδίου αποτελέσματος που θα προκύψει από την εφαρμογή της έκδοσης διατάγματος πώλησης. Το ίδιο αποτέλεσμα, όπως οι ήδη υπάρχουσες διαδικασίες τις οποίες ο νομοθέτης δεν έχει καταργήσει και σε σχέση με τις οποίες επέλεξε όπως προσθέσει και προσφέρει μια εναλλακτική διαδικασία. Επισημαίνεται και πάλιν πως η σχετική διάταξη του άρθρου 44
(4)δεν απαγορεύει ούτε και αποκλείει τη συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας του Μέρους VIA. Λόγος έφεσης 4 Προβάλλεται με τον ανωτέρω λόγο ο ισχυρισμός ότι δεν τηρήθηκε ορθά η διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος 9/1965. Ως αιτιολογία του λόγου τούτου προβάλλονται οι πιο κάτω θέσεις οι οποίες επαναλήφθηκαν τόσο με την ένορκη δήλωση όσο και την αγόρευση. «Α) Τηρουμένων ων διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος.» Στην προκειμένη περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη επέδωσε την Ειδοποίηση ΤΥΠΟΣ Θ μαζί με την Ειδοποίηση ΤΥΠΟΣ Ι και όχι προγενέστερα. Β) Από το λεκτικό του Νόμου φαίνεται ότι για να προχωρήσει ο ενυπόθηκος δανειστής στην επίδοση Ειδοποίησης ΤΥΠΟΥ Ι θα πρέπει προηγουμένως να έχει τηρήσει το Άρθρο 44Β το οποίο προβλέπει την επίδοση Ειδοποίησης ΤΥΠΟΣ Θ, πράγμα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη δεν έχει πράξει.» Η αντίθετη βέβαια άποψη της Εφεσίβλητης είναι πως ακολουθήθηκε το γράμμα του Νόμου και ότι απεστάληκαν σωστά όλες οι ειδοποιήσεις. Παρατηρεί δε με την αγόρευση της η συνήγορος της Εφεσίβλητης πως υπάρχει αντιφατικότητα στους ισχυρισμούς της Εφεσείουσας. Από τη μια να επικαλείται τη μη εφαρμογή του Μέρους VIA στην κρινόμενη περίπτωση και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκε ορθά. Είναι ορθή η παρατήρηση αυτή της συνηγόρου. Είναι αντιληπτό βέβαια από το περιεχόμενο της Αίτησης/Έφεσης, των λόγων και της αιτιολογίας αυτής, πως παρά τον ισχυρισμό περί μη εφαρμογής της διαδικασίας του Μέρους VIA στην κρινόμενη περίπτωση, εντούτοις, ακόμη και να είναι εφαρμόσιμη, αυτή δεν τηρήθηκε κατά το δέοντα τρόπο. Έχει, στην αρχή της απόφασης, παρατεθεί ο τρόπος έναρξης της διαδικασίας του Μέρους VIA. Η ειδοποίηση Τύπος Θ συνοδεύει απαραίτητα την ειδοποίηση Τύπος Ι όταν ο δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα. Από το λεκτικό του άρθρου 44Β
(2)(α) προκύπτει ότι η ειδοποίηση Τύπου Θ συνοδεύει οποιαδήποτε ειδοποίηση αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή και αφορά υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή ενυπόθηκου χρέους. Το ενυπόθηκο χρέος απαιτήθηκε από την Καθ΄ ης η αίτηση στις 21.3.2014 (όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, Τεκμήριο 1 και παράγραφο 8.2 ένορκης δήλωσης Σταυρινού) και επομένως δεν θα μπορούσε να συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπου Θ διότι οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου τέθηκαν σε ισχύ την 9.9.2014. Από την 9.9.2014 που οι εν λόγω διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ και μέχρι την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου Ι, η Καθ΄ ης η αίτηση δεν απέστειλε οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση προς την Αιτήτρια όσον αφορά το ενυπόθηκο χρέος ώστε να υποχρεούται να συμπεριλάβει σε τέτοια ειδοποίηση την ειδοποίηση Τύπου Θ. Έχοντας υπόψη τη διαδικασία την οποία η Εφεσίβλητη ακολούθησε, όπως ανωτέρω εξηγήθηκε, σε σχέση με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου Ι συνοδευόμενης από την ειδοποίηση Τύπου Θ, είναι αβάσιμη η θέση ως προς το ότι η διαδικασία την οποία η Εφεσίβλητη ακολούθησε είναι λανθασμένη και πάσχει διότι η επίδοση του Τύπου Θ έπρεπε να γίνει νωρίτερα από την επίδοση του Τύπου Ι, ή ότι για να προχωρήσει η διαδικασία με την επίδοση του Τύπου Ι, έπρεπε να προηγηθεί η ειδοποίηση Τύπου Θ. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως επί αυτού του θέματος η Εφεσίβλητη έχει ακολουθήσει ορθά τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου και πως τα όσα αναφέρει σχετικά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης δεν ευσταθούν έτσι ώστε να δημιουργείται καν το οποιοδήποτε υπόβαθρο εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο πρέπει να ακυρωθεί η διαδικασία πλειστηριασμού. Συνεπώς, επαναλαμβάνοντας όσα ανωτέρω λέχθηκαν, κρίνεται ότι η Αίτηση/Έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: (Ακύρωση πώλησης ακινήτου, συνταγματικότητα Νόμου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.