Χριστοφή Κούνουνα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 195/16, 7/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A241 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 195/16 Επί τοις αφορώσιν τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε και Νόμος 142(Ι)/2014 και Επί τοις αφορώσιν την Αίτηση των: 1) Χριστοφή Κούνουνα από την Αργάκα 2) Χριστοφή Κούνουνα από την Αργάκα, ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Στέλλας Κούνουνα Αιτητών-Εφεσειόντων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εκ Λευκωσίας Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητη ----------------- Ημερομηνία: 7.11.2016 Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Ευαγγελία Πουλλά (κα Έφη Πουλλά για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Στ. Πολυβίου με κα Χ. Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (κα Ρ. Χαραλάμπους για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με σύμβαση υποθήκης υπ΄ αρ. Υ1918/05, ημερ. 2.6.2005 ο Αιτητής-Εφεσείων 1 υποθήκευσαν προς όφελος της Εφεσίβλητης το ακίνητο τους στην Αργάκα, υπ΄αρ. εγγραφής 0/2236, Φ/Σχ. 26/37, τεμ. 77, εκτάσεως 7 δεκαρίων και 24 τ.μ., για εξασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης και συγκεκριμένα, δύο δανείων που τους παραχωρήθηκαν από την Εφεσίβλητη. Ακολούθησε καταχώριση αγωγής εκ μέρους της Τράπεζας-Εφεσίβλητης και εναντίον των Εναγομένων-Εφεσειόντων, η υπ΄ αριθμό 1512/10, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση για: (α) ποσό €155.008.60σ., πλέον τόκο προς 10,731% το χρόνο επί του ποσού των €151.454,76σ. από 28.4.10 μέχρι εξοφλήσεως και/ή νόμιμο τόκο και/ή διαφορετικά με κεφαλαιοποίηση τους στις 30/6 και 31/12 εκάστους έτους μέχρι εξοφλήσεως. (β) ποσό €100.192,33σ., πλέον τόκο προς 13,75% το χρόνο επί του ποσού των €96.967,49σ. από 28.4.10 μέχρι εξοφλήσεως και/ή νόμιμο τόκο και/ή διαφορετικά με κεφαλαιοποίηση του στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Διατάχθηκε επίσης η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που καλύπτετο με την ανωτέρω υποθήκη ή δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του. Εξ΄ όσων προκύπτει το εξ΄ αποφάσεως χρέος δεν εξοφλήθηκε ούτε το ενυπόθηκο ακίνητο πωλήθηκε. Η Εφεσίβλητη Τράπεζα ενεργοποίησε το μηχανισμό και προώθησε τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό προωθούμενον από το δανειστή, όπως προνοούν οι διατάξεις του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν.142(Ι)/
- Στις 22.8.20016 εξέδωσε την ειδοποίηση ΙΑ η οποία επιδόθηκε στους Εφεσείοντες στις 8.9.
- Η κρινόμενη Αίτηση/Έφεση στρέφεται εναντίον αυτής της ειδοποίησης επιζητούσα μεταξύ άλλων ακύρωση της και κήρυξη των άρθρων 37 και 44Α μέχρι 44ΙΖ ως αντισυνταγματικών. Επιζητείται επίσης ο καθορισμός της αγοραίας αξίας του κτήματος στο ποσό των €700.
- Οι λόγοι για τους οποίους αξιώνεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της ειδοποίησης τύπου ΙΑ εξετάζονται κατωτέρω και το θεωρώ αχρείαστη επανάληψη να καταγραφούν αυτολεξεί. Η Αίτηση/Έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χριστοφή Κούνουνα, στην οποία, πέραν των αναφερθέντων γεγονότων, παραδεκτά από όλους, εκφράζει απόψεις τις οποίες έλαβε μετά από νομική συμβουλή. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση με την οποία επικαλείται 13 λόγους για τους οποίους θεωρεί την έφεση απορριπτέα. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Α. Σταυρινού. Σ΄ αυτήν καταγράφεται επίσης επιχειρηματολογία που ελήφθη κατόπιν νομικής συμβουλής, όπως και η ακολουθία των γεγονότων αποστολής των σχετικών ειδοποιήσεων σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου. Αναφέρει επίσης «πως από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και τον Ιούνιο του 2015, πέραν μιας συνάντησης περί τον Αύγουστο του 2012, οι Αιτητές δεν κατέδειξαν κανένα ενδιαφέρον για αποπληρωμή του χρέους τους. Συγκεκριμένα, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2015 υπήρξαν μερικές προφορικές συζητήσεις για την αγορά του επίδικου ακινήτου από τον αδερφό του Αιτητή, αλλά δεν λήφθηκε οιαδήποτε επίσημη γραπτή πρόταση αγοράς. Μεταξύ Σεπτεμβρίου και Ιουνίου 2015 υπήρξαν τηλεφωνικές επαφές και συνάντηση που αφορούσαν τις εξ΄ εγγυήσεως υποχρεώσεις της αποβιώσασας συζύγου του ομνύοντα, εφόσον είχε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας της. Τον Ιανουάριο του 2016 ο Αιτητής ενημερώθηκε για τη δυνατότητα ανταλλαγής του ακινήτου του έναντι του υφιστάμενου χρέους (D4AS) και απάντησε ότι δεν τον ενδιέφερε εφόσον η αγορά θα πραγματοποιείτο με βάση καταναγκαστική τιμή πώλησης που θεωρούσε ότι θα ήταν χαμηλή τη δεδομένη χρονική περίοδο. Πράγματι, μεταξύ Μαϊου και Σεπτεμβρίου 2016 υπήρξε επαφή μεταξύ της Τράπεζας και της δικηγόρου των Αιτητών, η οποία όμως δεν καρποφόρησε. Ως εκ τούτου, ο επίδικος πλειστηριασμός ορίστηκε την 16.11.2016 η ώρα 12:30 και επιδόθηκε το Δελτίο Α σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.» Δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου, σε περίπτωση υπερημερίας ως ορίζει το άρθρο 27, αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία διαρκεί πέραν των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην προβλεπόμενη από το Μέρος VIA διαδικασία (άρθρο 44Β(γ)). Η έναρξη της διαδικασίας επιτυγχάνεται με την αποστολή της ειδοποίησης τύπου Ι (άρθρο 44Γ) η οποία όταν ο δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συνοδεύεται από την ειδοποίηση Θ (άρθρο 44Β 2(α)). Με την ειδοποίηση τύπου Ι αποστέλλεται και κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, τόκων κ.λ.π.. Με αυτήν καλείται ο οφειλέτης όπως εξοφλήσει εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης το οφειλόμενο ποσό. Στο ίδιο άρθρο υπάρχει η εξής επιφύλαξη: «44Γ-
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «I» του ∆εύτερου Παραρτήµατος, συνοδευόµενη από κατάσταση λογαριασµού του οφειλόµενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύµφωνα µε την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασµού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσµία όχι µικρότερη των τριάντα
(30)ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόµενου ποσού: Νοείται ότι, µε την ειδοποίηση ενηµερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση µη εξόφλησης του οφειλόµενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωµά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µε βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι εστάλη η ειδοποίηση τύπου Ι συνοδευόμενη από τη Θ και από κατάσταση λογαριασμού. Από τα επισυναφθέντα τεκμήρια προκύπτει ότι η ειδοποίηση Ι επεδόθη στις 19.5.2016. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς τις απαιτήσεις της ειδοποίησης Ι, τότε αποστέλλεται προς τον οφειλέτη και προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό· η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του ∆ευτέρου Παραρτήµατος, εντός περιόδου όχι µικρότερης των τριάντα
(30)ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Γ
(2)). Η δεύτερη αυτή ειδοποίηση (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση Χ. Κούνουνα) επιδόθηκε σε αυτόν στις 8.9.2016 και τον ενημέρωνε ότι ο δανειστής προτίθετο να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στις 16.11.2016. Ταυτόχρονα απεστάλη η ειδοποίηση τύπου ΙΒ (άρθρο 44Δ
(2)) με την οποίαν ενημερωνόταν ο Εφεσείων ότι η Εφεσίβλητη θα προχωρούσε εντός 10 ημερών στο διορισμό εκτιμητή για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Δικαίωμα διορισμού δεύτερου εκτιμητή παρέχεται δια του άρθρου 44Δ
(1)και στον οφειλέτη, ώστε να ετοιμαστούν ανεξάρτητες εκτιμήσεις. Με την πάροδο 10 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης ΙΒ, ο οφειλέτης οφείλει να ενημερώσει την τράπεζα για την ταυτότητα του εκτιμητή που διόρισε. Στην παρούσα περίπτωση ο Εφεσείων διόρισε τον κ. Ρ. Πίτρο και απέστειλε την ετοιμασθείσα εκτίμηση του προς την Εφεσίβλητη στις 8 Σεπτεμβρίου 2016 και εκ νέου στις 21.9.
- Στις 10.10.2016 εξεδόθη το Δελτίο Α με το οποίο ανακοινώνετο η πώληση του ακινήτου το οποίο επιδόθηκε στις 12.10.
- Η κρινόμενη έφεση στρέφεται όπως ελέχθη, εναντίον του κύρους της ειδοποίησης τύπου ΙΑ. Είναι η θέση της συνηγόρου της Εφεσίβλητης πως εξ΄ όσων προκύπτει από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, εναντίον της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, δυνατό να καταχωρηθεί έφεση για παραμερισμό της, εάν συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι, οι οποίοι τίθενται στο εδάφιο 3 του άρθρου 44Γ. Αντίθετα, η εισήγηση της συνηγόρου των Εφεσειόντων είναι πως το άρθρο 51 του Νόμου παρέχει εξουσία για καταχώριση έφεσης, για οιονδήποτε λόγο, χωρίς εξειδίκευση ή περιορισμό και ως γενικό υπερισχύει του άρθρου 44 για το οποίο κάνει μνεία. Το Δικαστήριο δεν το βρίσκει σύμφωνο η εν λόγω θέση για τους κάτωθι λόγους: Το άρθρο 51 προνοεί τα εξής: «51.—
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόµιµα συµφέροντα παραβλάπτονται εξοιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του ∆ιευθυντού δυνάµει του παρόντος Νόµου, δύναται εντός τριάκοντα ηµερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ ∆ικαστηρίω· επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµησις) Νόµου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµησις) Κανονισµών θα τυγχάνωσι, τηρουµένων των αναλογιών, εφαρµογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάµει των διατάξεων του ειρηµένου Νόµου: Νοείται ότι το Ανώτατον ∆ικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισµούς δι' οιονδήποτε ζήτηµα ή διαδικασίαν αγοµένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου.
(2)Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαµβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήµατος αναφορικώς προς ο ο ∆ιευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).» Το άρθρο 44 στο οποίο αναφέρεται βρίσκεται στο Μέρος VI του Νόμου που φέρει τίτλο «Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου». Το Μέρος VI προνοεί για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από το Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Το άρθρο 44 διαφυλάσσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώξει την «δια πολιτικής αγωγής πώλησιν του ακινήτου προς εξόφληση του δια της υποθήκης εξασφαλιζόμενου ποσού.». Αναφέρεται δε το άρθρο 51 σε απόφαση ή ειδοποίηση του Διευθυντή, σχετικά με τον παρόντα Νόμο. Αποτελεί επομένως μια γενική διάταξη για όλο το Νόμο σε αντίθεση με την ειδική διάταξη του άρθρου 44Γ
(3), η οποία εξειδικεύει ειδικά τον τρόπο και τους λόγους έφεσης για τη συγκεκριμένη ειδοποίηση τύπου ΙΑ και μάλιστα με εξαντλητικό τρόπο. Είναι δε γνωστή η αρχή δικαίου πως το ειδικό υπερισχύει του γενικού και στην παρούσα περίπτωση η ειδική διάταξη του άρθρου 44Γ
(3)υπερισχύει της γενικής πρόνοιας του άρθρου 51. Δυνάμει επομένως των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)η συγκεκριμένη ειδοποίηση παραμερίζεται όταν: «(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Όπως υποδεικνύει και η συνήγορος της Εφεσίβλητης, κανένας από τους τέσσερις ως ανωτέρω λόγους προβάλλεται ως λόγος έφεσης. Η μόνη αναφορά που αγγίζει τον τύπο της αίτησης γίνεται στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης Κούνουνα όπου αναφέρει ότι «η ειδοποίηση για εκποίηση της περιουσίας μου για τις 16/11/2016 μεταξύ των ωρών 9:00 π.μ. και 5:00μ.μ. στην Οδό Χαράλαμπου Κύριλλου, κατ. 1 στην Έμπα, είναι παράλογη και καταχρηστική. Δεν μπορεί να καθορίζεται χρόνος 8 ωρών για τον πλειστηριασμό. Θα έπρεπε να καθοριστεί συγκεκριμένο λογικό χρονικό περιθώριο». Τούτο όμως δεν ευσταθεί. Ο τύπος ΙΑ που ανακοινώνει την πρόθεση εκποίησης χρησιμοποιεί την αναφορά μεταξύ των ωρών 9:00 μέχρι 17:00, αφού στον Κανονισμό 3
(2)της Κ.Δ.Π. 185/2015 καθορίζεται πως: «Η διεξαγωγή των δημοπρασιών λαμβάνει χώραν σε οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας εκτός Σαββάτου και Κυριακής της πρώτης δημοπρασίας αρχομένης στις 9:00π.μ. και της τελευταίας στις 5:00μ.μ. εκτός από τις ημέρες που περιλαμβάνονται στον Πίνακα του Πρώτου Παραρτήματος». Το αποσταλέν Δελτίο Α που ακολούθησε καθορίζει την ώρα διενέργειας του πλειστηριασμού στις 12:30. Προκύπτει αβίαστα από τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στις ένορκες δηλώσεις πως: (α) Η ειδοποίηση τύπου ΙΑ όπως και όλες οι άλλες πληρούν τον τύπο τον προβλεπόμενο από το Δεύτερο Παράρτημα. Μια αντιπαραβολή τους με τον τύπο εκείνο το αποδεικνύει. (β) Η ειδοποίηση ΙΑ καθώς και όλες οι άλλες έχουν επιδοθεί δεόντως. Εξάλλου δεν έχει προβληθεί ή προταθεί το αντίθετο. (γ) Η ειδοποίηση ΙΑ έχει αποσταλεί στις 22.8.2016 δηλαδή μετά τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής, η οποία τάχθηκε με τις ειδοποιήσεις Ι και Θ, οι οποίες επιδόθηκαν στις 19.5.2016 (αποδοχή του γεγονότος τούτου με ένορκη δήλωση Κούνουνα και αγόρευση συνηγόρου του). Σχετικά με τούτο το λόγο θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Εφεσείων παραπονείται πως ενώ έχει προβεί σε συγκεκριμένες προτάσεις προς την Εφεσίβλητη αυτές αγνοήθηκαν. Πράγματι, διαπιστώνεται πως μετά τη λήψη της ειδοποίησης Ι, με επιστολή της συνηγόρου του, ημερ. 30.5.2016, πρότεινε κάποιες λύσεις. Όμως η πρόταση για αναδιάρθρωση ή η πληρωμή δια μηνιαίων δόσεων δεν πληρούν το τυπικό προαπαιτούμενο της εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού εντός της προθεσμίας των 30 ημερών. (δ) Δεν εκκρεμεί αγωγή για ακύρωση της ειδοποίησης Ι του άρθρου 44Γ
(1). Παρά το ανωτέρω εύρημα, για την περίπτωση που αυτό είναι λανθασμένο, θα εξετασθούν οι προβληθέντες από τους Εφεσείοντες λόγοι. Αφήνοντας τελευταίο τον πρώτο λόγο περί αντισυνταγματικότητας ξεκινώ από τους υπόλοιπους. Λόγοι έφεσης 2 και 3 Με τους πιο πάνω λόγους οι Εφεσείοντες επικαλούνται κατάχρηση των διαδικασιών. Εισηγούνται επικαλούμενοι την απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας στην Αίτηση/Έφεση 39/16, ότι δεν υπάρχει οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τη δήλωση σύμβασης υποθήκης, αλλά εξ΄ αποφάσεως χρέος. Ότι δεν υφίσταται ποσό που έγινε απαιτητό, αλλά δικαστική απόφαση και συνεπώς η Εφεσίβλητη δεν δικαιούται να προωθεί τη διαδικασία του Μέρους VIA. Επαναλαμβάνοντας τη θέση τούτη στην αγόρευση της, η συνήγορος του Εφεσείοντα υπογραμμίζει πως ο ενυπόθηκος δανειστής περιφρονεί, αρνείται να εφαρμόσει και δεν λαμβάνει υπόψη τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου έστω και πρωτοδίκως. Την απόλυτη διαφωνία της εκφράζει η συνήγορος της Εφεσίβλητης. Αφού αναφέρει ότι η απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης αλλά ούτε και αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο, υπέδειξε την ύπαρξη αποφάσεων άλλων Επαρχιακών Δικαστών, οι οποίοι έχουν αποφασίσει διαφορετικά, και εξέδωσαν αντίθετες αποφάσεις, οι οποίες επιτρέπουν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου παρά την ύπαρξη δικαστικής απόφασης. Υπέδειξε περαιτέρω με παραπομπή σε σχετικά άρθρα του Νόμου, τη δυνατότητα αυτή. Έχω μελετήσει με προσοχή τα παρατεθέντα από τις συνηγόρους και εκτιμώ ιδιαίτερα τα αποφασισθέντα από έναν έκαστον Επαρχιακό Δικαστή, των οποίων τις αποφάσεις έθεσαν οι συνήγοροι ενώπιον μου. Η προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος και απάντησης του εύλογου ερωτήματος του τι δέον γενέσθαι στην περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης και διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αποτελεί εγχείρημα όχι και τόσο απλό, αφού αμφότερες οι απόψεις είναι λογικές. Πιστεύω πως μια αναδρομή στη σκοπιμότητα του Νόμου θα βοηθήσει την ερμηνεία του. Στόχος της θέσπισης του μέρους VIA, ήταν η πρόσδοση ταχύτητας στις διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και η είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την υποθήκη ποσό ή ποσά. Για τούτο και οι προθεσμίες των 30 ημερών που τίθενται για πληρωμή αλλά ακόμη και η «ασφυκτική» προθεσμία των 30 ημερών από της καταχώρησης της αίτησης εντός της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί (ο περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός 4/2015, άρθρο 14). Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου άσχετη η έναρξη του Μέρους VIA με το άρθρο 44Α το οποίο καθορίζει την εφαρμογή του μέρους αυτού σε κάθε σύμβαση υποθήκης προγενέστερης ή μεταγενέστερης του Νόμου. Καθορίζει ρητά πως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Προχωρεί περαιτέρω ο Νόμος συσχετίζοντας το παρόν Μέρος VIA με το προηγούμενο Μέρος VI, με το οποίο η πώληση επιτυγχανόταν μετά από αίτηση προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, και αναφέρει πως: «
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Για να συνεχίσει στην επόμενη διάταξη όπου διαβάζουμε πως: «
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI:» Τίθεται δε επιπροσθέτως η κάτωθι επιφύλαξη με την οποία οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται με το Μέρος VIA να αναπροσαρμόζονται και σε όσα ποσά έχουν καταστεί πληρωτέα πριν την εφαρμογή του: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Τίποτα συνεπώς και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Ούτε βέβαια μπορούμε να μιλάμε για αναδιάρθρωση «δανείου» (τύπος Θ) αφού το δάνειο έχει καταστεί εξ΄ αποφάσεως χρέος. Εκείνο βέβαια που παραμένει είναι το χρέος. Εισέτι οφειλόμενο. Για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίον του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος παρέχει δικαιώματα στον εξ΄ αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει. Επισημαίνεται περαιτέρω, πως οι Εφεσείοντες έλαβαν μέρος στη διαδικασία, διόρισαν εκτιμητή, προέβησαν σε προτάσεις προς την Εφεσίβλητη και συνεπώς δεν μπορούν εκ των υστέρων να χαρακτηρίζουν καταχρηστική τη διαδικασία. Λόγος Έφεσης 4 Με το λόγο αυτό οι Εφεσείοντες εισηγούνται ότι δεν τηρήθηκε ο κώδικας συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως εξηγείται στην ένορκη δήλωση Κούνουνα, το παράπονο του εστιάζεται στο γεγονός ότι η Εφεσίβλητη, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που επρόβαλε, δεν αποδέχθηκε την προταθείσα διευθέτηση και έσπευσε στην έκδοση των σχετικών ειδοποιήσεων. Απαντά η Εφεσίβλητη πως οι διαπραγματεύσεις στις οποίες προέβηκε καταδεικνύουν ακριβώς ότι έδρασε καλόπιστα με σκοπό να βοηθήσει τους Εφεσείοντες, χωρίς αυτό να τη δεσμεύει απέναντι τους. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Κώδικας Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή το 2013 και τροποποιήθηκε το 2015, αφορά σε περιπτώσεις όπου παρουσιάζονται καθυστερήσεις πληρωμών δανείου για αναδιάρθρωση του χρέους πριν η σύμβαση δανείου τερματιστεί και εκ των πραγμάτων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπου το χρέος είχε τερματισθεί προγενέστερα της εφαρμογής του Κώδικα. Λόγος Έφεσης 5 Παραπονούνται οι Εφεσείοντες πως κακά και εσφαλμένα απεφάσισε ο ενυπόθηκος δανειστής και ότι το ποσό που διεκδικεί δεν ανταποκρίνεται στα ορθά, αληθινά και πραγματικά οφειλόμενα υπόλοιπα. Ότι υπάρχουν παράνομες υπερχρεώσεις και παράνομοι τόκοι υπερημερίας. Στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης Κούνουνα επαναλαμβάνεται το ίδιο λεκτικό, ενώ στην παράγραφο 25 της ίδιας ένορκης δήλωσης καταγράφεται πως καμία αναλυτική κατάσταση δόθηκε από τον ενυπόθηκο δανειστή. Ενώ δεν παρατίθεται μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό, εντούτοις απαντά η ένσταση και η ένορκη δήλωση Σταυρινού, παράγραφος 12 όπου αναφέρεται πως η τράπεζα έχει επιδώσει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στις 19.5.2016 μαζί με τις ειδοποιήσεις Ι και Θ και επιπρόσθετα έχει αποστείλει προς τον κ. Κούνουνα στις 23.11.2015 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Τούτο επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 1 και
- Λόγος Έφεσης 6 Αμφισβητείται με το λόγο τούτο η διαδικασία της εκτίμησης του ακινήτου, ότι δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της εκτιμητικής επιστήμης και ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν συγκριτικά. Εν αντιθέσει με τους Εφεσείοντες οι οποίοι προέβησαν σε εκτίμηση με τον κ. Πίτρο του οποίου η εκτίμηση είναι εμπεριστατωμένη και βασισμένη σε επιστημονικά δεδομένα. Παράλληλα οι Εφεσείοντες ζητούν όπως το Δικαστήριο καθορίσει την αγοραία αξία του ακινήτου στις €700.
- Η εφεσίβλητη αρνείται όσα της καταλογίζει για άσκηση επιρροής και/ή δόλου στην ετοιμασία των εκτιμήσεων υποδεικνύοντας πως: - Η διαδικασία διεξαγωγής εκτιμήσεων δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης τύπου ΙΑ. - Δεν υφίσταται εξουσία του Δικαστηρίου για καθορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου. - Ο καθορισμός της αγοραίας αξίας από το Δικαστήριο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στη διαδικασία. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κατανοήσει το συγκεκριμένο αίτημα των Εφεσειόντων. Τέτοια δυνατότητα και εξουσία δεν παρέχεται από το Νόμο και μια τέτοια προσπάθεια του Δικαστηρίου θα το μετέτρεπε σε ρόλο εκτιμητή, κάτι άκρως ανεπιθύμητο και μη επιτρεπτό. Η διαδικασία των εκτιμήσεων προνοείται από το άρθρο 44Δ του Νόμου και από όσα έχουν τεθεί στο Δικαστήριο μέσα από την ένορκη δήλωση Σταυρινού και τα Τεκμήρια 5 και 6 φαίνεται ότι ακολουθήθηκαν. Δηλαδή: (α) Η τράπεζα έλαβε την εκτίμηση του Αιτητή την 8.9.2016 και ακολούθως εκ νέου στις 21.9.2016, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο εκτιμάται στο ποσό των €700.000 με καταναγκαστική αξία πώλησης στις €560.
- (β) Η τράπεζα διόρισε εκτιμητή για να προβεί σε εκτίμηση του ακινήτου, σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο εκτιμήθηκε στο ποσό των €386.000 με καταναγκαστική αξία πώλησης, αυτή των €270.
- (γ) Λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ των δύο εκτιμήσεων, η τράπεζα προχώρησε με τον διορισμό εκτιμητή από το ΕΤΕΚ σύμφωνα με τον οποίο το ακίνητο εκτιμήθηκε σε αξία στο ποσό των €400.000 και καταναγκαστική αξία πώλησης €280.
- (δ) Η ειδοποίηση τύπου ΙΒ επιδόθηκε στις 8.9.
- Με την πάροδο 10 ημερών η τράπεζα διόρισε εκτιμητή και όριζε ότι εντός 24 ημερών από την πάροδο των 10 ημερών προθεσμίας θα έπρεπε να παραδοθούν οι εκτιμήσεις. Επομένως η εκτίμηση της τράπεζας θα έπρεπε να παραδοθεί μέχρι την 11.10.
- Την 5.10.2016 η εκτίμηση της τράπεζας στάλθηκε στη δικηγόρο των Αιτητών με ηλεκτρονική αλληλογραφία από τον κ. Σάββα. Την 6.10.2016, η κα Ιωάννου ενημέρωσε με ηλεκτρονικό της μήνυμα το δικηγόρο των Αιτητών, ότι η τράπεζα ζήτησε από το ΕΤΕΚ τον διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή, λόγω της διαφοράς που υπήρχε μεταξύ των δύο εκτιμήσεων. Όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από την αλληλογραφία που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του κ. Κούνουνα και αποδεικνύουν ότι η διαδικασία ακολουθήθηκε ορθά. Συνεπώς η εκτίμηση από εκτιμητή του ΕΤΕΚ, ετοιμάστηκε μετά την καταχώριση της παρούσας έφεσης (η οποία στις καταχωρήθηκε 7.10.2016) γι΄ αυτό δεν την είχε η συνήγορος των Αιτητών όπως παραπονείτο, όταν καταχωρούσε την αίτηση. Εκείνο που θα ήθελα να θίξω στο σημείο τούτο είναι πως ο ισχυρισμός περί δόλου μεταξύ εκτιμητών και τράπεζας και η επιχειρηματολογία της συνηγόρου των εφεσειόντων ότι: «Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι οι Τράπεζες με την ισχύ τους και την οικονομική δυνατότητα τους να προσφέρουν εργασία σε οιοδήποτε εκτιμητή τούτο δεν αφήνει αμφιβολίες δια την επιρροή τους στα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσονται σε βάρος των ενυπόθηκων οφειλετών», είναι τουλάχιστον ατυχής. Δεν μπορεί να θίγεται με αυτό τον τρόπο ολόκληρη επιστημονική κοινότητα ατόμων, τα οποία αποτελούν μέλη Επιστημονικών Επιμελητηρίων. Λόγος Έφεσης 1 Με το λόγο τούτο πλήττεται η ισχύς των «άρθρων 37 και 44Α- 44ΙΖ» τα οποία χαρακτηρίζονται αντισυνταγματικά καθώς παραβιάζουν τις διατάξεις του Συντάγματος καθώς και άλλων Νόμων. Παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό Β της αίτησης: «(Β) Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των άρθρων 37 & 44Α-44ΙΖ όπως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 με τον Ν.142(Ι)/2014 είναι αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, τα Άρθρα 10-23, 73, 74, 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου, τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο, τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, καθώς και επίσης παραβιάζουν τα άρθρα 6, 13, 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης και των Συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισσαβώνας και των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών Οδηγιών 84/450/ΕΟΚ, 85/577/ΕΟΚ, 87/102/ΕΟΚ, 87/103/ΕΟΚ, 90/88/ΕΟΚ, 93/13/ΕΟΚ, 97/7/ΕΚ, 97/489/ΕΚ, 98/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 1999/468/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/29/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ, 2009/22/ΕΚ και 2008/48/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1896/2006 και 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και άλλες σχετικές με το θέμα οδηγίες και Κανονισμούς.» Ο λόγος τούτος δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου ΙΑ. Όμως ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας δύνανται να εγερθούν στο πλαίσιο οιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας γι΄ αυτό και εξετάζονται. Όπως ορθά υποδεικνύει η συνήγορος της εφεσίβλητης: «Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις, όπως παρατίθεται στο αιτητικό (Β) της υπό κρίση Αίτησης. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις του Συντάγματος και όχι άλλου εν ισχύ Νόμου. Τέτοια εξέταση του θέματος θα ισοδυναμούσε σε αναταξινόμηση της ιεραρχίας των πηγών δικαίου, που εναποθέτει ως ανώτερο ιεραρχικά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έπειτα το Κυπριακό Σύνταγμα στην κυπριακή έννομη τάξη». Δεν είναι επομένως δυνατό να κριθεί ή χαρακτηρισθεί ένας Νόμος αντισυνταγματικός συγκρινόμενος με τις διατάξεις άλλου Νόμου, οι οποίοι έχουν την ίδια ισχύ με εκείνον. Συνεπώς η οποιαδήποτε σύγκριση ή αναφορά για κρίση με ισοδύναμους Νόμους απορρίπτεται. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και είναι οι ακόλουθες:
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
- To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» Η συνήγορος της Εφεσίβλητης έχει αναλώσει αρκετό μέρος της αγόρευσης της για εξέταση και ανάλυση του θέματος καθώς και εξέταση και αντιπαραβολή ενός εκάστου των άρθρων του Συντάγματος τα οποία κατ΄ ισχυρισμό συγκρούονται με τον παρόντα Νόμο. Έχει επίσης παραπέμψει σε νομολογία για ένα έκαστο θέμα. Στην αγόρευση των Εφεσειόντων δεν υπάρχει αυτή η εξειδίκευση και εξέταση των συνταγματικών διατάξεων τα οποία κατ΄ ισχυρισμό πλήττονται. Ούτε στην ένορκη δήλωση εξηγείται ή τίθεται το αιτιολογικό υπόβαθρο ώστε να εξηγείται ο ισχυρισμός περί Αντισυνταγματικότητας και τοιουτοτρόπως να αποσείεται το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού και να εκθεμελιώνεται το τεκμήριο της συνταγματικότητας του Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως ορθά παρατηρεί η συνήγορος της Εφεσίβλητης: «παρατίθεται έκαστο άρθρο του Νόμου σε αντιπαραβολή με το άρθρο του Συντάγματος στο οποίο αυτό αντίκειται, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της συνταγματικότητας εκάστης νομοθετικής διάταξης. Με τον τρόπο που τίθενται οι νομοθετικές διατάξεις, δηλ. «τα άρθρα 37 & 44Α - 44ΙΖ» γενικά και αόριστα, καθίσταται αδύνατο να εξετασθεί η κατ΄ ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα τους. Ούτε δύναται η πλευρά των Αιτητών να αιτείται την ακύρωση ενός ολόκληρου μέρους του Νόμου, χωρίς να εξειδικεύει πως ολόκληρο μέρος του Νόμου είναι αντισυνταγματικό. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα έπρεπε να εξειδικευτεί η σύγκρουση μεταξύ των επίδικων νομοθετικών διατάξεων με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και Κανονισμών που παραθέτουν οι Αιτητές απλώς ονομαστικά.» Το άρθρο 37 του Νόμου 9/1965 αφορά στη διαδικασία εκποίησης μέσω του Κτηματολογίου, ενώ τα άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ συναποτελούν το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965, καθιστώντας ακόμη δυσχερέστερη την εξέταση της κατ΄ ισχυρισμόν αντισυνταγματικότητας τους, εφόσον δεν φαίνεται αν οι Αιτητές θεωρούν αντισυνταγματική γενικά τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή ή και τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Εξετάζοντας τις υποθέσεις στις οποίες στηρίζεται η αιτιολογία της επιχειρηματολογίας των Εφεσειόντων παρατηρείται πως αυτή επκεντρώνεται κυρίως σε υποθέσεις παραπομπών για απαλλοτριώσεις ακινήτων, με ιδιαίτερη έμφαση στη μέθοδο εκτίμησης και την αξιολόγηση της προσφερθείσας από τους εκτιμητές μαρτυρίας. Επιχειρείται κατωτέρω, εξέταση του Νόμου και της συνταγματικότητας αυτού με τις κατ΄ ισχυρισμό παραβιαζόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Άρθρο 23 του Συντάγματος Δεν επεξηγούν οι Αιτητές με ποιον τρόπο ο Νόμος παραβιάζει το άρθρο τούτο. Προβλέπει το άρθρο 23: «
- Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Η απόκτηση χρήση και διάθεση της περιουσίας του ατόμου αποτελούν ιδιωτική του υπόθεση. Τα περιουσιακά στοιχεία του ατόμου συνιστούν μέσα για την εξασφάλιση της ύπαρξης, τη διαμόρφωση του τρόπου ζωής και τον προγραμματισμό της μελλοντικής πορείας του. Επέμβαση χωρεί μόνο, εφόσον εξουσιοδοτείται από το νόμο και είναι αποκλειστικά αναγκαία για ένα ή περισσότερους σκοπούς, που καθορίζονται στην ίδια διάταξη του Συντάγματος. Αποτελεί τη θέση της Εφεσίβλητης πως: «μεταξύ των δικαιωμάτων του κυρίου μιας περιουσίας, περιλαμβάνεται και αυτό της διάθεσης αυτής της περιουσίας. Ως «διάθεση» σύμφωνα με ερμηνεία της νεοελληνικής γλώσσας, θεωρείται μεταξύ άλλων και «η παραχώρηση της δυνατότητας χρήσεως (πράγματος) σε άλλον». Στην προκειμένη περίπτωση, η διάθεση του περιουσιακού στοιχείου του Αιτητή πραγματώθηκε με την παραχώρηση του ενυπόθηκου ακινήτου ως εξασφάλιση στην Τράπεζα για τη λήψη δανείου.» Είναι σαφές ότι στην κρινόμενη περίπτωση οι Εφεσείοντες επέλεξαν τη δέσμευση της ακίνητης περιουσίας τους συνάπτοντας σύμβαση υποθήκης, για εξυπηρέτηση δικής τους οικονομικής ανάγκης. Υπογραμμίζει η Εφεσίβλητη πως το άρθρο 23 επιτρέπει περιορισμούς όταν για παράδειγμα πρόκειται για προστασία των δικαιωμάτων τρίτων ή δια Νόμου (δέστε Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, σελ 366, Δρ. Κ. Παρασκευά 2015). Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία προασπίζεται επίσης από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, η οποία έχει ενσωματωθεί στο κυπριακό δίκαιο και μάλιστα με αυξημένη τυπική ισχύ μέσω του Νόμου 39/62, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύ Νόμος ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.» Η προστασία που παρέχει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνίσταται στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του προσώπου, δηλαδή του δικαιώματος του να κατέχει, χρησιμοποιεί, διαθέτει, ενεχυριάζει, δανείζει ή καταστρέφει την περιουσία του. Ειδικότερα, η ερμηνεία που έχει προσδώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας έχει δημιουργήσει τρεις κανόνες: (α) Ο πρώτος κανόνας συνίσταται στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. (β) Ο δεύτερος κανόνας καλύπτει τη στέρηση της κυριότητας την οποία θέτει υπό την αίρεση ορισμένων όρων. (γ) Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούνται μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικόν συμφέρον. Προκύπτει επομένως ότι το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ επιτρέπει τον περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας και για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας, καθώς επίσης και για εξασφάλιση καταβολής εισφορών, περιορισμοί στους οποίους εμπίπτουν οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Συνεπώς κρίνεται με βάση τα ανωτέρω πως καμία παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος αποδεικνύεται ότι έγινε. Ούτε και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Άρθρο 26 του Συντάγματος Με το ανωτέρω άρθρο προστατεύονται το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και τούτο το δικαίωμα υπόκειται «εις όρους περιορισμούς ή δεσμεύσεις, τιθέμενους επί τη βάσει των Γενικών Αρχών του δικαίου των συμβάσεων». Καμία αναφορά ή αιτιολογία ή εξήγηση δίδεται από τους Εφεσείοντες για τον τρόπο με τον οποίο το δικαίωμα αυτό επηρεάσθηκε ή επηρεάζεται από το Νόμο 9/
- Επαναλαμβάνεται και εδώ αυτό που καταγράφηκε στην προηγούμενη ενότητα πως η σύμβαση υποθήκης αλλά και η σύμβαση δανείου συνάφθηκαν με την ελεύθερη βούληση των Εφεσειόντων χωρίς οι τελευταίοι να θέτουν οποιοδήποτε θέμα για την εγκυρότητα τους. Ορθά υποδεικνύεται πως η εφαρμογή του επίδικου Νόμου αποσκοπεί στην τήρηση των συμφωνηθέντων καθώς η τράπεζα δεν έχει εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά και προς το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί την παραχωρηθείσα εξασφάλιση. Συνεπώς δεν αποδεικνύεται παραβίαση του συγκεκριμένου άρθρου. Άρθρο 28 του Συντάγματος Με το άρθρο 28 εξασφαλίζεται η ισότητα πάντων έναντι του Νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης. Δεν έχει εξηγηθεί ούτε αναλυθεί αλλά ούτε και αποδειχθεί πως παραβιάζεται η ισότητα των Εφεσειόντων από το συγκεκριμένο Νόμο. Ο Νόμος 9/1965 καθορίζει τον τρόπο πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο ο Εφεσείων παραχώρησε ως εξασφάλιση, χωρίς να διαφοροποιεί καταστάσεις ή να κατηγοριοποιεί χρεώστες ή οφειλέτες. «Δεν ρυθμίζει όμοιες καταστάσεις με ανόμοιο τρόπο ή το αντίθετο.» Άρθρο 30 του Συντάγματος Το εν λόγω άρθρο διασφαλίζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και/ή δυνατότητας προσφυγής στο Δικαστήριο: Προνοεί: «
- Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος...» Δεν έχει τεκμηριωθεί παραβίαση του δικαιώματος αυτού από το συγκεκριμένο Νόμο, όταν οι διατάξεις του ιδίου του Νόμου προνοούν για άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης/έφεσης. Δικαίωμα το οποίο οι Εφεσείοντες άσκησαν και το οποίο εξετάστηκε άμεσα σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Υποδεικνύει εν τέλει η συνήγορος της εφεσίβλητης πως: «Το θέμα των προθεσμιών εντός των οποίων είναι δυνατό να καταχωρηθεί έφεση είναι άμεσα συνυφασμένο με την πρακτική εφαρμογή του Νόμου και εν πάση περιπτώσει δεν είναι δυνατό να αποτελεί λόγο παραβίασης του άρθρου 30 του Συντάγματος, όταν το ίδιο το άρθρο 146 του Συντάγματος θέτει προθεσμίες, και μάλιστα ανατρεπτικές, για την άσκηση προσφυγής εναντίον των αποφάσεων της διοίκησης». Συνεπώς ο λόγος έφεσης 1 αλλά και το αιτητικό Β δεν μπορεί να επιτύχει αφού: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί, έτσι ώστε να κριθεί ένας νόμος αντισυνταγματικός. (β) Δεν έχει εξειδικευτεί πως εκάστη νομοθετική διάταξη παραβιάζει ειδικά έκαστο άρθρο του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των τιθέμενων ευρωπαϊκών νομοθετημάτων. (γ) Δεν είναι δυνατό να εξετάζεται η συνταγματικότητα ενός Νόμου υπό το φως άλλων νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες έχουν την ίδια ισχύ με τον επίδικο Νόμο. Συνακόλουθα, ενόψει όλων όσων ανωτέρω εξετάσθηκαν, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: (Ακύρωση πώλησης ακινήτου, συνταγματικότητα Νόμου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο