Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ ν. Παντελή Ν. Μανταλένο, Αρ. Αγ.: 975 / 2013, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 975 / 2013 Μεταξύ: Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ από την Πάφο Εναγόντων και Παντελή Ν. Μανταλένο από τη Λευκωσία Εναγομένου --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 27/04/2016 Ημερομηνία: 30/11/
- Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Ελ. Αντωνίου για κ. Ε. Πίτρο. Για την Ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Φ. Κυπριανίδης για Χριστάκης Λουκά & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, ο εναγόμενος - αιτητής, αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του αιτητή και σε αυτή αναφέρει ότι στις 07/07/2014 καταχώρησε την Έκθεση Υπεράσπισης του μέσω του προηγούμενου δικηγόρου του. Στις 21/01/2016 ο μέχρι τότε δικηγόρος του λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων αποσύρθηκε και στις 21/01/2016 διόρισε άλλο δικηγόρο, το νυν δικηγόρο του. Σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχε με το νυν δικηγόρο του και όταν του εξήγησε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αυτός του είπε ότι η Έκθεση Υπεράσπισης του δεν συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα που του ανέφερε. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν είχε αναγνώσει την Έκθεση Υπεράσπισης που συντάχθηκε από τον προηγούμενο δικηγόρο του καθότι δεν ξέρει να διαβάζει και επίσης δεν βλέπει καλά λόγω σοβαρού προβλήματος το οποίο έχει με την όραση του. Είναι η θέση του επίσης ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να του δοθεί η άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του ώστε να παρουσιάσει τα γεγονότα ως έχουν στην πραγματικότητα. Με την ένσταση τους στην πιο πάνω αίτηση, οι ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση προβάλλουν 15 λόγους γιατί η αίτηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί ως εμφαίνονται στο σώμα αυτής. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία κάποιου Βασίλη Βασιλείου, υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση στην οποία αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται με απώτερο σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία. Δεν είναι δυνατό, αναφέρει, να υπάρχει τέτοια διάσταση στα γεγονότα που ανέφερε στον προηγούμενο δικηγόρο του με αυτά που ανέφερε στο νυν δικηγόρο του και ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θέτουν νέα βάση υπεράσπισης εντελώς αντίθετη με αυτή που έχει καταχωρηθεί. Αναφέρει περαιτέρω, ότι ο αιτητής δεν αναφέρει σε κανένα σημείο ότι αυτά που επιχειρεί να θέσει με την παρούσα τροποποίηση τα είχε αναφέρει στον προηγούμενο δικηγόρο του αλλά αυτός παρέλειψε να τα συμπεριλάβει και/ή εκ λάθους δεν τα κατέγραψε. Επιχειρεί, συνεχίζει, να αναιρέσει παραδοχές σε ουσιώδη γεγονότα της υφιστάμενης υπεράσπισης χωρίς να θέτει οποιαδήποτε δικαιολογία για ποιο λόγο έγιναν. Είναι η θέση του ότι ο αιτητής τίποτε από αυτά που ζητεί να μπουν στην Έκθεση Υπεράσπισης του έχει αναφέρει στον προηγούμενο δικηγόρο του ο οποίος ήταν σε πλήρη συνάρτηση με το πνεύμα και την υφιστάμενη παραδοχή του αιτητή ότι έλαβε και υπόγραψε το επίδικο δάνειο. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι η υπόθεση είχε οριστεί με τη σύμφωνη γνώμη του πρώτου δικηγόρου του για συμβιβασμό και αυτός απέστειλε στους δικηγόρους των καθ' ών η αίτηση επιστολή ημερομηνίας 01/12/2015 με την οποία υπέβαλλε πρόταση διευθέτησης της υπόθεσης με την οποία αποδεχόταν την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση με αναστολή για 8 μήνες. Επισυνάπτει στην ένορκη του ομολογία την σχετική επιστολή ως τεκμήριο Α. Μέχρι να εξεταστεί η πρόταση του άλλαξε δικηγόρο και επιχειρεί να μεταβάλει και μεταλλάξει εντελώς την υπεράσπιση του, γεγονός το οποίο είναι άδικο για τους ενάγοντες. Είναι ξεκάθαρο αναφέρει ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και δεν αποτελεί γνήσιο αίτημα τροποποίησης και ούτε εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σε αυτές γίνεται παραπομπή στις αρχές που έχει θέσει η νομολογία αναφορικά με την τροποποίηση ενός δικογράφου σε συσχετισμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους κατωτέρω και εφόσον κριθεί σκόπιμο κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ.
- Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το όλο ζήτημα αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΚAYAT TRADING LIMITED v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2012, Ημερ. 4 Μαρτίου 2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από τη νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτη Λτδ κα
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 237. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον του εναγομένου το ποσό των €18,328.33 πλέον τόκους και έξοδα ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης. Ο εναγόμενος, στην Έκθεση Υπεράσπισης του, παραδέχεται την παραχώρηση από τους ενάγοντες σε αυτόν δάνειο ύψους €5,125.80, αρνείται όμως τους όρους της συμφωνίας για την παραχώρηση του εν λόγω δανείου όπως αναφέρονται στις παραγράφους 4.1 - 4.6 της Έκθεσης Απαίτησης. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εν λόγω συμφωνία δεν έχει τερματιστεί και περαιτέρω αρνείται το αξιούμενο ποσό καθότι αυτό περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις, προστίματα, ανατοκισμούς και έξοδα και υπερχρεώσεις για τις οποίες παραθέτει λεπτομέρειες. Με την παρούσα αίτηση, ζητείται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και σύμφωνα με το αιτητικό της αίτησης ζητείται η εισαγωγή ισχυρισμών με τους οποίους ουσιαστικά να αμφισβητείται η ύπαρξη και εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου. Δεν ήταν πελάτης των εναγόντων αναφέρεται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις και πέραν της άρνησης των όρων της επίδικης συμφωνίας ως αναφέρονται στις παραγράφους 4.1 - 4.6 της Έκθεσης Απαίτησης, ζητείται να προστεθεί και η άρνηση της παραγράφου 4 που αναφέρεται στην συμφωνία δανείου αυτή καθεαυτή και ισχυρισμού ότι ουδέποτε αιτήθηκε δάνειο. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ζητείται η συμπερίληψη ισχυρισμών ότι οι ενάγοντες αυθαίρετα και/ή χωρίς τη νόμιμη και/ή έγκυρη συγκατάθεση του εναγομένου προχώρησαν στην συμπερίληψη του εναγομένου ως πρωτοφειλέτη, παραπλανώντας τον και/ή στη βάση ψευδών παραστάσεων και παραθέτει στις προτεινόμενες τροποποιήσεις σχετικές λεπτομέρειες. Ουσιαστικά αναφέρει ότι μετέβηκε με την πρώην σύζυγο του στην ΣΠΕ Σίμου για να λάβει η ίδια δάνειο και οι υπάλληλοι της του ανέφεραν ότι αφού είναι παρόν, να υπογράψει ως μάρτυρας και αντί αυτού υπέγραψε ως πρωτοφειλέτης χωρίς να του το αναφέρουν. Επίσης, αναφέρεται ότι ουδέποτε του ανέφεραν τί είδους έγγραφα υπέγραφε ούτε του εξήγησαν ότι δικαιούται νομικής συμβουλής. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο εναγόμενος επιχειρεί να εισάξει ισχυρισμούς που αφορούν την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και να αμφισβητήσει την παραχώρηση δανείου προς αυτόν. Με τους λόγους ένστασης με αριθμό 5 και 6 προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί καθότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλεται η αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και δημιουργείται νέα, εντελώς αντίθετη με το πνεύμα της υφιστάμενης. Επίσης, αναφέρεται ότι αναιρούνται παραδοχές που έγιναν με την υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης χωρίς να δίνονται λόγοι γι αυτό. Είναι γεγονός ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να εισαχθεί νέα βάση υπεράσπισης στην υφιστάμενη η οποία θα θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη και την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και την παραχώρηση στον εναγόμενο πιστωτικής διευκόλυνσης. Αυτό από μόνο του όμως, δεν αποτελεί λόγο για την μη έγκριση της αίτησης. Στην Αντώνης Ανδρέου v. Αdboard Media Ltd κ.α. Αγ. Αρ. 4/11, Ημερ. 16/09/2014 η οποία αφορούσε αίτηση τροποποίησης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης και λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Η εισαγωγή νέου ζητήματος, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου πάντοτε, ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στην άλλη πλευρά.» Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί στην πιο πάνω απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση της εισαγωγής νέου ζητήματος ή νέας βάσης αγωγής, η αίτηση δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται πάντοτε υπό το πρίσμα των στοιχείων της κάθε περίπτωσης. Κυρίαρχος παράγοντας κατά πάντα χρόνο και σε κάθε περίπτωση ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση, συνιστά το συμφέρον της δικαιοσύνης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και έχοντας διεξέλθει της Έκθεσης Υπεράσπισης, κρίνω κατ΄ αρχή ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες. Πρόκειται για τροποποιήσεις που αφορούν την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας που δεν περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης και για να μπορεί ο εναγόμενος να προσκομίσει μαρτυρία για τις θέσεις του αυτές, θα πρέπει να δικογραφηθούν. Η θέση που εκφράζεται με την ένσταση ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν δεν είναι επί του παρόντος να εξεταστεί αλλά στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Η δε αποστολή της επιστολή ημερομηνίας 01/12/2015, τεκμήριο Α από τον προηγούμενο δικηγόρο του για σκοπούς εξώδικου συμβιβασμού και άνευ βλάβης δεν θεωρώ ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη για να καταδείξει το ανυπόστατο των προτεινόμενων ισχυρισμών. Ούτε, επαναλαμβάνω είναι του παρόντος να εξεταστεί ένα τέτοιο ζήτημα. Πέραν των πιο πάνω, προβάλλεται με την ένσταση η θέση ότι δεν αναφέρονται οι λόγοι που οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική υπεράσπιση του εναγομένου ούτε αναφέρεται ότι τα γεγονότα αυτά λέχθηκαν στον προηγούμενο δικηγόρο του και δεν τα συμπεριέλαβε. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι επιχειρείται η αναίρεση παραδοχών που έγιναν στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης και αυτό μπορεί να γίνει μόνο υπό κάποιες προϋποθέσεις και παραπέμπει στα κάτωθι, σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα, αποσπάσματα τα οποία αναφέρθηκαν σε πρωτόδικη απόφαση στην Αγ. Αρ. 6892/2005 TAREK SAYED RAJAB v. Μαρίας Ξενοφώντος κ.α. Ημερ. 25/05/2009 του έντιμου Προέδρου κ. Χ. Μαλακτού: «Στην Ετήσια Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας διαχρονικά υπό τη Δ.28, θ.1 πριν το 1962 και Δ.20/5-8/16 στη συνέχεια, καταγράφεται η θέση πως μια παραδοχή που έγινε εκ παραδρομής (inadvertently) μπορεί να αποσυρθεί και το δικογράφημα που την εμπεριέχει να τροποποιηθεί ανάλογα. Γίνεται παραπομπή στις Clarke v. Yorke
(1882)W.R. 62, σελ. 63 και Hollis v. Burton
(1892)3 Ch. 226, σελ. 236. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση 1975, υπό τον τίτλο «τροποποιήσεις που δεν επιτρέπονται» αναφέρεται στη σελίδα 131 ότι όπου μια τροποποίηση επιδιώκει να αποσύρει μια παραδοχή το Δικαστήριο θα διερευνήσει (inquire) τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η παραδοχή και θα επιτρέψει τέτοια τροποποίηση μόνο όπου η παραδοχή έγινε εκ παραδρομής. Γίνεται παραπομπή στις δύο αμέσως πιο πάνω αυθεντίες. Προστίθεται ακόμη πως η τροποποίηση μπορεί ακόμη να επιτραπεί όταν νέα γεγονότα έχουν έρθει στην επιφάνεια που δικαιολογούν την απόσυρση της παραδοχής.» Πέραν των πιο πάνω όμως, στην εν λόγω απόφαση γίνεται και αναφορά και στην H. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson
(1965)1 All E.R. 934, όπου επεξηγείται, στην ουσία, πέραν από τη δικαιολογία και το πότε μπορεί μια παραδοχή να αναιρεθεί. Το εν λόγω απόσπασμα έχει ως ακολούθως: «Στην H. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson
(1965)1 All E.R. 934, το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας ζήτημα ανάκλησης προφορικής παραδοχής από δικηγόρο διάδικου αναφέρει πως αν ο αντίδικος έχει ενεργήσει στη βάση της παραδοχής εις βλάβη του μπορεί να μην επιτραπεί ανάκληση της. Γίνεται παράλληλη αναφορά (σελ. 936) στην περίπτωση όπου από λάθος γίνεται μια παραδοχή σε ένα δικόγραφο. Σημειώνεται πως αυτή μπορεί να ανακληθεί αν ο αντίδικος δεν έχει δυσμενώς επηρεαστεί ή ακόμη αν οιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός μπορεί να θεραπευτεί με αποζημίωση σε έξοδα. Μνημονεύεται ακόμη το παράδειγμα της Δ.27 θ.2
(2)των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας υπό την οποία επίσημη παραδοχή σε δικόγραφο μπορεί να αποσυρθεί καθ΄ οιονδήποτε στάδιο με όρους που θα κριθούν δίκαιοι.» Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η αναίρεση παραδοχών σε ένα δικόγραφο μπορεί να επιτραπεί στην περίπτωση που δίδεται λόγος για την συμπερίληψη τους και ότι ουσιαστικά αυτές έγιναν κατόπιν λάθους ή παραδρομής αλλά το κυριότερο στην περίπτωση που δεν θα προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενείς επηρεασμός στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Τα πιο πάνω συνάδουν και με την γενική αρχή της νομολογίας μας ότι κυρίαρχος παράγοντας για την έγκριση μιας τροποποίησης ακόμη και στην περίπτωση που σκοπείται η εισαγωγή νέας βάση υπεράσπισης και αναιρούνται παραδοχές, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Είναι γεγονός στην παρούσα περίπτωση, ότι στην ένορκη δήλωση του αιτητή δεν επεξηγείται ακριβώς και με λεπτομέρεια ο λόγος που οι ισχυρισμοί αυτοί δεν περιλήφθηκαν στην αρχική του υπεράσπιση και γιατί σε αυτή υπάρχει παραδοχή της λήψης της ισχυριζόμενης στην Έκθεση Απαίτησης πιστωτικής διευκόλυνσης και της συμφωνίας δανείου. Από την ανάγνωση όμως των παραγράφων 6, 7 και 8 της ένορκης του δήλωσης, μπορεί να διαπιστωθεί και να εξαχθεί ο λόγος αυτός και ότι ουσιαστικά πρόκειται για λάθος του προηγούμενου του δικηγόρου. Τα όσα ανάφερε στο νυν δικηγόρο του λέει για την παρούσα υπόθεση δεν συνάδουν με την Έκθεση Υπεράσπισης του. Επίσης, αναφέρει ότι ο ίδιος δεν είχε αναγνώσει την Έκθεση Υπεράσπισης που συντάχθηκε από τον προηγούμενο δικηγόρο του και τέλος ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως έχουν στην πραγματικότητα. Από όλα τα πιο πάνω εκείνο το οποίο συνάγεται είναι ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν συνάδουν με την Έκθεση Υπεράσπισης του την οποία συνέταξε ο προηγούμενος δικηγόρος του και ο ίδιος ο εναγόμενος δεν την έχει διαβάσει, για τον οποιονδήποτε λόγο αυτός προβάλλει. Προκύπτει δηλαδή ότι τα γεγονότα αυτά δεν περιλήφθηκαν στην υπεράσπιση του από τον προηγούμενο δικηγόρο του και ο ίδιος δεν το είχε αντιληφθεί διότι δεν την διάβασε. Να σημειωθεί ότι ο αιτητής δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τις πιο πάνω θέσεις του και κρίνω ότι μπορώ να τις λάβω υπόψη μου. Θα μπορούσε ο αιτητής να ήταν πιο επεξηγηματικός γι αυτό το ζήτημα αλλά δεν θεωρώ ότι με τα όσα αναφέρει δεν μπορεί να καταδειχθεί ο λόγος της μη συμπερίληψη των προτεινόμενων ισχυρισμών. Προφανώς είναι γεγονότα που είχε αναφέρει στον προηγούμενο δικηγόρο του και ο οποίος δεν τα συμπεριέλαβε. Ο παράγοντας αυτός και η δικαιολογία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αφού έχει αναγνωριστεί και από την νομολογία μας. Ουσιαστικά οι καθ' ών η αίτηση θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτές τις αναφορές του αιτητή και ισχυρίζονται ότι δεν μπορεί να υπάρχει τέτοια διάσταση στα γεγονότα της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης με αυτά που επιχειρούνται να εισαχθούν και για σκοπούς υποστηρίξεως της θέσης αυτής παραπέμπουν στο τεκμήριο Α. Όλα αυτά όμως θεωρώ ότι άπτονται του γεγονότος κατά πόσο ευσταθούν ή όχι αυτοί οι ισχυρισμοί, ζήτημα που εκφεύγει του σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Πέραν του ότι το τεκμήριο Α είναι επιστολή που στάληκε για σκοπούς εξώδικου συμβιβασμού άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του αιτητή. Ούτε έχει προκύψει ή υπάρχει ισχυρισμός ότι ένεκα της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και των παραδοχών σε αυτή, οι ενάγοντες ενέργησαν σε βλάβη τους έτσι να μην είναι δυνατό να επιτραπεί στο στάδιο αυτό η αναίρεση τους. Το σημαντικό επίσης που θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα αίτηση είναι κατά πόσο αυτή γίνεται κακόπιστα και με καθυστέρηση έτσι ώστε να διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα των εναγόντων η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Όσον αφορά το χρόνο υποβολής της παρούσας αίτησης, παρατηρώ ότι η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 07/07/2014 και η παρούσα αίτηση στις 27/04/2016. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης όμως, προκύπτει, να δικαιολογείται με την ένορκη ομολογία του αιτητή αφού αυτός επικαλείται την αλλαγή δικηγόρου που έγινε στις 21/01/2016. Σίγουρα η αλλαγή δικηγόρου δεν εξυπακούει και την ύπαρξη ανάγκης τροποποίησης της υπεράσπισης. Στην Γραμμές Στριντζή v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 λέχθηκε ότι «Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος.» Αναφέρει όμως ο αιτητής ότι σε κατ' ιδία συνάντηση που είχε με το νέο του δικηγόρου και όταν του εξήγησε τα γεγονότα και περιστατικά της παρούσας υπόθεσης του ανάφερε ότι αυτά δεν συνάδουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Αναφέρεται δηλαδή ότι είναι μετά από αυτά που καταδείχθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης και θεωρώ ότι παρέχεται δικαιολογία για το χρόνο υποβολής της παρούσας αίτησης. Άλλωστε θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο χρόνος υποβολής μιας τέτοιας αίτησης και η όποια καθυστέρηση παρατηρείται, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Σε σχέση με τη θέση περί ύπαρξης κακοπιστίας στην υποβολή της αίτησης και ότι ο σκοπός είναι να καθυστερήσει η διαδικασία, κρίνω ότι αυτό δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η θέση αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις αναιρούνται θέσεις της υφιστάμενης υπεράσπισης και ότι είχε γίνει πρόταση για συμβιβασμό. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στα ζητήματα αυτά και ουσιαστικά στο γεγονός ότι η αλλαγή βάσης της υπεράσπισης ή η εισαγωγή νέας υπεράσπισης δεν σημαίνει κατ' ανάγκη την απόρριψη της αίτησης. Επίσης, αναφέρθηκε ότι η ορθότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν θα κριθεί στο στάδιο αυτό. Το σημαντικό και ουσιώδες που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τυχόν έγκριση της αίτησης θα απέληγε στο να παραβλαφτούν τα δικαιώματα των εναγόντων ή θα τους φέρει σε δυσμενή θέση και θα δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με χρήμα. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι είναι άδικο για τους ενάγοντες να επιτραπεί η μεταβολή και μετάλλαξη της υφιστάμενης υπεράσπισης. Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι επαρκή στοιχείο για να απορριφθεί η αίτηση. Δηλαδή, το γεγονός ότι ο αιτητής επιχειρεί να εισάξει νέα γεγονότα που αλλάζουν ή προσθέτουν και νέα βάση υπεράσπισης, δεν θεωρώ ότι στο στάδιο αυτό, που η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει, θα έχει καταλυτικές συνέπειες στα δικαιώματα των εναγόντων που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος αφού κατ΄ αυτό τον τρόπο εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες έτσι ώστε ο αιτητής να μπορέσει να παρουσιάσει τη σχετική μαρτυρία και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτά τα γεγονότα κατά την ακρόαση της αγωγής. Η έγκριση της αίτησης δεν θα έχει καταλυτικές συνέπειες στα δικαιώματα των εναγόντων ούτε θα τους επηρεάσει με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο που δεν θα μπορεί να αποζημιωθούν με χρήμα. Επομένως, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η αίτηση, παράγραφος Α 1,2,3,4,5,6, Β και Γ. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Απάντηση στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 7 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο