← Κύπρος

Γεώργιος Θ. Παυλίδης ν. Χριστάκης Θ. Παυλίδης, Αρ. Αγωγής: 1032/2016, 7/11/2016

Γεώργιος Θ. Παυλίδης ν. Χριστάκης Θ. Παυλίδης, Αρ. Αγωγής: 1032/2016, 7/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1032/2016 Μεταξύ: Γεώργιος Θ. Παυλίδης, από την Κρήτου Τέρρα Ενάγοντα και Χριστάκης Θ. Παυλίδης, από την Λεμεσό Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 19.07.16 για έκδοση ενδιάμεσων προστακτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 07.11.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Β. Ιωάννου για κ.κ. Μ. Βασιλειάδη ΔΕΠΕ (η κα Η. Κωνσταντινίδου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Πατσαλίδου για κ.κ. Χρ. Πουργουρίδη & Σία ΔΕΠΕ (η κα Α. Μιχαήλ για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Την ίδια ημέρα που ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Αιτητής') καταχώρησε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος μέσα από την οποία αξιώνει εναντίον του Εναγομένου (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις καθώς και την έκδοση διαταγμάτων που να εξαναγκάζουν τον Ενάγοντα να υπογράψει αρχιτεκτονικά σχέδια και έγγραφα που απαιτούνται προς το σκοπό διαχωρισμού του ακινήτου 703, Φ/Σχ. 35/34 στην τοποθεσία Περτίτζια του χωριού Κρήτου Τέρρα στην επαρχία Πάφου (στο εξής το 'ακίνητο') και χορήγησης άδειας οικοδομής σχετικά με υποστατικό που ανέγειρε εντός αυτού, ο ίδιος προώθησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητεί τα πιο κάτω, το περιεχόμενο των οποίων θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: "Α) Διάταγμα το οποίο να εξαναγκάζει τον Εναγόμενο όπως υπογράψει τα αρχιτεκτονικά σχέδια, καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο απαιτείται από την Αρμόδια Αρχή, για σκοπούς διαχωρισμού και διανομής και διανομής του τεμ.701 του Φ/Σχ. 35/34, στην τοποθεσία Περτίτζια του χωρίου Κρήτου Τέρρα, αρ. Εγγραφής 0/

  1. Β) Διάταγμα το οποίο να εξαναγκάζει τον Εναγόμενο όπως υπογράψει τα αρχιτεκτονικά σχέδια, καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο απαιτείται από την Αρμόδια Αρχή, με σκοπό την εξασφάλιση από τον Ενάγοντα Άδειας Οικοδομής του υποστατικού εντός του τεμ.701 του Φ/Σχ. 35/34, στην τοποθεσία Περτίτζια του χωρίου Κρήτου Τέρρα, αρ. Εγγραφής 0/
  2. Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Δ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης." Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 2, 29, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 2, 4, 7-9 και 11-13 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων προστακτικής φύσεως διαταγμάτων περιέχονται σε ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 19.07.16, στην οποία επισυνάπτονται επτά έγγραφα ως τεκμήρια. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης ½ μεριδίου του πιο προαναφερομένου ακινήτου με τον αδελφό του, Καθ' ου η αίτηση, να είναι συνιδιοκτήτης έχοντας το υπόλοιπο ½ μερίδιο. Αντίγραφο στοιχείων συμφέροντος των διαδίκων ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήρια 1 και
  3. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, δυνάμει γραπτής συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής ακίνητης περιουσίας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 3, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ο διαχωρισμός του ακινήτου σε δύο τεμάχια ίσης έκτασης και προς τούτο η υπογραφή κάθε αναγκαίου εγγράφου προς το σκοπό αυτό αλλά και για εξασφάλιση άδειας από αρμόδια αρχή με σκοπό την ανέγερση οικοδομής. Είναι ισχυρισμός του Αιτητή ότι κατά το έτος 2012 ανέγειρε λυόμενο υποστατικό μεταλλικής κατασκευής εντός του ακινήτου στη βάση αρχιτεκτονικών σχεδίων που εκπονήθηκαν από αρχιτέκτονα/πολιτικό μηχανικό με το κόστος κατασκευής να ξεπερνά τα €48.500, πλην όμως παρόλο ότι κάλεσε τον Καθ' ου η αίτηση να τα υπογράψει προκειμένου να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής αυτός απέφυγε να το πράξει με αποτέλεσμα να τους επιδοθεί Ειδοποίηση Επιβολής ημερομηνίας 30.09.15 από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. Αντίγραφο της εν λόγω Ειδοποίησης Επιβολής επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο
  4. Είναι ακόμη ισχυρισμός του Αιτητή ότι παρόλο ότι εξασφάλισε παράταση στην προθεσμία που του τέθηκε από την αρμόδια αρχή μετά από επιστολή του ημερομηνίας 22.10.15, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 5, εντούτοις δεν κατάφερε να πείσει τον Καθ' ου η αίτηση να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα, ο οποίος φαίνεται να έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να πράξει κάτι τέτοιο. Προς το σκοπό αυτό αποστάληκαν στον Καθ' ου η αίτηση δύο επιστολές του δικηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 22.02.16 και 31.03.16, αντίγραφο των οποίων επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Σύμφωνα επίσης με τον Αιτητή, πρόσφατα έλαβε προειδοποίηση από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κρήτου Τέρρα ότι σε περίπτωση που δεν εξασφάλιζε άδεια οικοδομής, θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του με σκοπό την κατεδάφιση του εν λόγω υποστατικού. Επιπλέον είναι η θέση του Αιτητή ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ο ίδιος και η οικογένεια του όχι μόνο θα υποστούν οικονομική ζημιά αλλά θα απολέσουν το δικαίωμα κατοχής και απόλαυσης του υποστατικού τους. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:

(1)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
(2)Με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται ουσιαστικά η πλήρης και οριστική εκδίκαση και αποπεράτωση της πιο πάνω αγωγής.
(3)Ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι πρώτο απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και δεύτερο ο ίδιος έφερε τον εαυτό του σε δυσμενή θέση διαπράττοντας παρανομία.
(4)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς το μέρος του Καθ' ου η αίτηση και προς την κατεύθυνση της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων μέχρι το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης καθότι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα πλήττονται κατά τρόπο δραστικό και ανεπανόρθωτο τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Διαταγή 48 Κανονισμό 4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 29, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στις αρχές επιείκειας και στις λοιπές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 05.08.16 του Καθ' ου η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτεται ένα έγγραφο ως τεκμήριο που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι εάν υπέγραφε τα αρχιτεκτονικά σχέδια που ο Αιτητής του έθεσε υπόψη θα εκμηδένιζε την αξία του δικού του μεριδίου επί του ακινήτου επειδή δεν θα ήταν πλέον δυνατή η ανέγερση οποιασδήποτε άλλης οικοδομής εντός του ιδίου κτήματος λόγω των περιορισμών που υπάρχουν σε σχέση με το ακίνητο αφού το ακίνητο αυτό εμπίπτει στην πολεοδομική ζώνη Γ3 με κυριαρχούσα χρήση τη γεωργική. Προς ενίσχυση της θέσης του αυτής ο Καθ' ου η αίτηση επικαλέστηκε προφορική συζήτηση που είχε με τη λειτουργό του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου, κυρία Όλγα Σωτηρίου στην οποία αποτάθηκε όταν ο Αιτητής του είχε ζητήσει να υπογράψει τα προαναφερόμενα αρχιτεκτονικά έγγραφα όπου του επιβεβαιώθηκαν οι πιο πάνω περιορισμοί στο ακίνητο. Παράλληλα παρέπεμψε το Δικαστήριο σε επιστολή ημερομηνίας 06.06.13 Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου που του διαβιβάστηκε στην οποία περιγράφονται τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά του ακινήτου. Αντίγραφο της επιστολής αυτής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Α' στην παρούσα ένορκη δήλωση. Επιπλέον αποτελεί ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι ο ίδιος ο Αιτητής έφερε τον εαυτό του στη δυσμενή θέση που βρίσκεται επειδή ήταν αυτός που παράνομα ανέγειρε την οικοδομή χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής που ήταν αναγκαίες και απαραίτητες για τον σκοπό της ανέγερσης. Επίσης ο Καθ' ου η αίτηση δηλώνει ότι ο ίδιος είναι σε θέση να αποζημιώσει τον Αιτητή στην περίπτωση που η απαίτηση του τελευταίου κριθεί επιτυχής αφού είναι ιδιοκτήτης κινητής και ακίνητης περιουσίας πολύ μεγαλύτερης των ποσών που ο Αιτητής αξιώνει μέσα από την παρούσα αγωγή. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο και τέταρτο ένστασης, τους οποίους θα εξετάσω μαζί επειδή αμφότεροι άπτονται των κριτηρίων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Πρόκειται για προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Είναι βασικά η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αντίθετα ο Αιτητής θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται και έτσι δικαιολογείται η χορήγηση τους. Η έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Θα επιληφθώ πρώτα την τοποθέτηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή που καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση του και με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση μέσα από την ένσταση του δεν ασχολήθηκε με το πρώτο αιτούμενο διάταγμα όπου ζητείται ο εξαναγκασμός του Καθ' ου η Αίτηση να υπογράψει αρχιτεκτονικά σχέδια αλλά και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που απαιτείται από την αρμόδια αρχή για σκοπούς διαχωρισμού και διανομής του ακινήτου. Αυτό κατά τη γνώμη του εν λόγω συνηγόρου σημαίνει συναίνεση του Καθ' ου η αίτηση στην χορήγηση του προς όφελος του Αιτητή. Δεν συμμερίζομαι το συλλογισμό αυτό του συνηγόρου. Προσεκτική μελέτη του σώματος της ένστασης καθιστά σαφές ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι καλύπτουν και τα δύο αιτούμενα διατάγματα. Χωρίς να τους επαναλαμβάνω, παρατηρώ μέσα από την ανάγνωση τους ότι ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος που ο συνήγορος του Αιτητή θεωρεί ότι δεν υπάρχει αντίρρηση στην χορήγηση του. Επίσης προβάλλεται το νομικό επιχείρημα ότι το επίμαχο διάταγμα όπως και το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθούν επειδή τυχόν έκδοση τους θα οδηγήσει σε εξουδετέρωση της ανάγκης εκδίκασης της αγωγής. Επιπλέον ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται στην χορήγηση του διατάγματος, για το οποίο ο Αιτητής θεωρεί ότι η έκδοση του δεν αμφισβητείται, επειδή κατά τη γνώμη του ο Αιτητής δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Ακολούθως μέσα από την ένσταση του ο Καθ' ου η αίτηση καταγράφει τις θέσεις του που σχετίζονται με τους πιο πάνω λόγους. Οι παράγραφοι 6-9 είναι σχετικές με το υπό αναφορά ζήτημα. Ειδικότερα ο Καθ' ου η αίτηση δίδει την δική του εκδοχή ως προς το λόγο που δεν υπέγραψε τα αρχιτεκτονικά σχέδια που του ζητήθηκε από τον Αιτητή. Είναι προφανές ότι ο διαχωρισμός του ακινήτου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την σκοπούμενη ανάπτυξη του από τον Αιτητή. Είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ο Αιτητής με το διαχωρισμό του ακινήτου επιθυμεί την ανέγερση λυόμενου υποστατικού εντός αυτού. Επ' αυτού ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι αν συγκατατεθεί στο διαχωρισμό και την ανάπτυξη του ακινήτου με τον τρόπο που ο Αιτητής επιθυμεί θα εκμηδενίσει την αξία του δικού του μεριδίου ένεκα των πολεοδομικών χαρακτηριστικών που περιορίζουν την ανάπτυξη του ακινήτου συνεπεία της γεωργικής του χρήσης. Επ' αυτού ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι τα πιο πάνω ήταν εις γνώση του Αιτητή αλλά δεν αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση του με τον ίδιο να ενημερώνεται γι' αυτά από λειτουργό του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με την επιστολή που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 'Α' στην ένορκη δήλωση του. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο Καθ' ου η αίτηση κάθε άλλο παρά δεν αμφισβητεί την έκδοση του πρώτου αιτουμένου διατάγματος. Ωστόσο και να μην υπήρχε καταγεγραμμένο συγκεκριμένο επιχείρημα που να κατευθύνει την αρνητική θέση του Καθ' ου η αίτηση στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται στη βάση των αρχών και παραμέτρων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν έχει να αντιμετωπίσει μία τέτοια περίπτωση, στην οποία καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Συνεπώς η πιο πάνω τοποθέτηση του συνηγόρου του Αιτητή είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Προχωρώ στην εξέταση των κριτηρίων που απαιτούνται να συντρέχουν για να καταστήσουν την υπό κρίση αίτηση επιτυχή. Μέσα από πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, παρατηρώ ότι ο Αιτητής επικαλείται τη συνομολόγηση γραπτής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του Καθ' ου η αίτηση, αντίγραφο της οποίας, όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, επισυνάπτεται (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή). Με βάση το περιεχόμενο της οι διάδικοι φαίνεται να συμφώνησαν, ως εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες του ακινήτου με ½ μερίδιο έκαστος, γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος των μερών αλλά και φαίνεται από τα επισυνημμένα έγγραφα με τα στοιχεία και συμφέροντα των ιδιοκτητών του ακινήτου (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή), στο διαχωρισμό του κτήματος σε δύο ίσης έκτασης ανεξάρτητα τεμάχια με ξεχωριστούς τίτλους ιδιοκτησίας. Από το επισυνημμένο στη γραπτή συμφωνία σχέδιο που δηλώνεται να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης φαίνεται να συμφωνήθηκε όπως το ακίνητο διαχωριστεί σε Ε1 και Ε2 τεμάχια με έκαστο έκταση 1.505,50 τ.μ. Επίσης φαίνεται να συμφωνήθηκε όπως ο Αιτητής καταστεί ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Ε2 τεμαχίου και ο Καθ' ου η αίτηση καταστεί ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Ε1 τεμαχίου. Το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο περιέχει συγκεκριμένους όρους, ανάμεσα στους οποίους καταγράφεται ως υποχρέωση των διαδίκων η υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου που θα διευκολύνει τη διαδικασία διαχωρισμού και διανομής του ακινήτου προκειμένου να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας καθώς και για την ανέγερση οικοδομής σ' αυτό. Ο Αιτητής θεωρεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία όταν παρέλειψε να υπογράψει τα αρχιτεκτονικά σχέδια και έγγραφα που του ζητήθηκαν μετά την ανέγερση λυόμενου υποστατικού εντός του ακινήτου από τον Αιτητή. Περαιτέρω ο Αιτητής θεωρεί την πιο πάνω συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση ως αντισυμβατική, για την οποία εκτιμά ότι υπέστηκε ζημιές και απώλειες ύψους €841,72 ένεκα δικηγορικών εξόδων, εξόδων ιδιώτη επιδότη και έξοδα εκπόνησης σχεδίων διαχωρισμού του ακινήτου. Παράλληλα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που κληθεί να κατεδαφίσει το υποστατικό που κατασκεύασε θα επωμιστεί ζημιές ύψους €48.500 που ισοδυναμεί με το υπολογισμένο από τον ίδιο κόστος κατασκευής. Όπως γίνεται αντιληπτό, ο Αιτητής προωθεί την παρούσα αγωγή πάνω στη βάση παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας του Καθ' ου η αίτηση, ως αποτέλεσμα της οποίας διεκδικεί ως θεραπείες ειδικές αποζημιώσεις ύψους €841,72 μαζί με διατάγματα το περιεχόμενο των οποίων ταυτίζεται με τα αιτούμενα διατάγματα της υπό κρίση αίτησης, ή εναλλακτικά ειδικές αποζημιώσεις ύψους €48.500, πλέον γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ο Αιτητής θεωρεί ότι με τις πιο πάνω θεραπείες θα αποκατασταθεί η ζημιά που υπέστηκε και θα υποστεί εξαιτίας της συμπεριφοράς που αποδίδεται στον Καθ' ου η αίτηση. Είναι ακόμη προφανές ότι η αξίωση των διαταγμάτων αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του Καθ' ου η αίτηση να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της σύμβασης. Το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149) παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes, Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Το δε άρθρο 76 του Κεφ.149 παρέχει το δικαίωμα έκδοσης διατάγματος για πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων εφόσον η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Η σύμβαση θεωρείται δεκτική ειδικής εκτέλεσης εφόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις που παρέχονται υπό τα σημεία (α)-(δ) του εδαφίου 1 του άρθρου 76 (Χριστοφίδη v. Κοτζιαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718), Georgiades v. Patsalides 24 C.L.R. 275, Avgousti v. Papadamou
(1968)1 C.L.R. 66, Xenopoulos v. Makrides
(1969)1 C.L.R. 488 και HjiYianni v. The Attorney General
(1970)1 C.L.R. 32). Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτή έγγραφα, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν σοβαρά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια νομικά ζητήματα που έχουν αποκαλυφθεί στη βάση των εγγράφων αυτών είναι κατά πόσο υπήρξε παράβαση συμφωνίας από τον Καθ' ου η αίτηση, εάν ο Αιτητής υπέστηκε οποιεσδήποτε ζημιές ή απώλειες ένεκα τυχόν παράβασης τέτοιας συμφωνίας εξ' υπαιτιότητας του Καθ' ου η αίτηση, ο υπολογισμός τυχόν τέτοιων απωλειών καθώς και κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται σε ειδική εκτέλεση της σύμβασης μέσω της έκδοσης διατάγματος. Αυτά τα νομικά θέματα επισημαίνουν το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης του Αιτητή ως ενάγοντα της αγωγής και παράλληλα διαμορφώνουν το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα εκδικαστούν οι νομικές αξιώσεις του. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Στρεφόμενος στη δεύτερη προϋπόθεση, από την ενώπιον μου καταχωρημένη έκθεση απαίτησης αλλά και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα, φαίνεται πως το υποστατικό ανεγέρθηκε από τον Αιτητή εντός του ακινήτου χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίες και συνάμα προβλεπόμενες, δυνάμει των σχετικών νομοθεσιών, άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό από τις αναφορές του ιδίου του Αιτητή αλλά και από τα έγγραφα που ο ίδιος επισύναψε, η κατασκευή του υποστατικού στο εν λόγο ακίνητο πραγματοποιήθηκε περί το έτος 2012 αλλά επειδή για την ανέγερση του δεν είχε χορηγηθεί πολεοδομική άδεια, το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου απέστειλε στους διαδίκους, ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου που είναι, ειδοποίηση επιβολής δυνάμει του άρθρου 46 με την οποίαν καλούνταν εντός χρονικού διαστήματος 30 ημερών να μεριμνήσουν για την κατεδάφιση και απομάκρυνση της λυόμενης οικοδομής από το ακίνητο (παράγραφοι 9 και 10 της ένορκης δήλωσης Αιτητή καθώς και Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται σ' αυτή). Επίσης γίνεται αντιληπτό ότι σχετικά με την ανέγερση του υποστατικού εντός του ακινήτου ο Αιτητής δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη άδεια οικοδομής, γεγονός που δείχνει να προκάλεσε την αντίδραση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρα, στα κοινοτικά όρια του οποίου εμπίπτει η τοποθεσία του εν λόγω ακινήτου, το οποίο φαίνεται να απειλεί με τη λήψη δικαστικών μέτρων με σκοπό την κατεδάφιση του υποστατικού (παράγραφος 19 της ένορκης δήλωσης Αιτητή). Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 (Ν.90/72), στον οποίο περιλαμβάνεται ο Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2011 (Ν.46(Ι)/2011), επιτρέπεται ανάπτυξης σε ακίνητο εφόσον πρόκειται να πραγματοποιηθεί σε οικόπεδο για το οποίο έχει εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια ή άδεια σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96) για την μετατροπή του σε οικόπεδο ή τη διαίρεση του σε χωριστά οικόπεδα. Στην προκειμένη περίπτωση η ανέγερση λυόμενου υποστατικού φαίνεται να εμπίπτει στην έννοια και σημασία του όρου 'ανάπτυξης' τεμαχίου, πράγμα για το οποίο απαιτείτο η εκ των προτέρων εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Περαιτέρω το άρθρο 3
(1)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος (Κεφ.96) μετά των συναφών τροποποιήσεων ρητά αναφέρει ότι ουδείς μπορεί να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή χωρίς άδεια οικοδομής, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή. Στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας παρέχεται ο ορισμός της 'οικοδομής', σύμφωνα με τον οποίον η έννοια της 'οικοδομής' καλύπτει, ανάμεσα σ' άλλα, κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Είναι σαφές ότι στην ερμηνεία αυτή περιλαμβάνεται το είδος και η μορφή κατασκευής της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς φαίνεται ότι για την ανέγερση του υποστατικού, εκτός από πολεοδομική άδεια δυνάμει του Ν.90/72, απαιτείτο και η εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας οικοδομής δυνάμει του Κεφ. 96 από την αρμόδια αρχή που εδώ φαίνεται να είναι η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Από τα πιο πάνω φαίνεται πως πριν από οποιαδήποτε ενέργεια για την ανέγερση του υποστατικού εντός του ακινήτου ο Αιτητής έπρεπε να είχε εξασφαλίσει τόσο πολεοδομική άδεια όσο και άδεια οικοδομής. Η παράλειψη του να το πράξει φαίνεται να δημιούργησε μια εκ πρώτης όψεως παράνομη κατάσταση. Εξ' ου και οι προαναφερόμενες αντιδράσεις των αρμοδίων αρχών που αποσκοπούν στην κατεδάφιση του υποστατικού, δηλαδή στην αποκατάσταση της νομιμότητας θεωρώντας την υφιστάμενη κατασκευή παράνομη. Ο Αιτητής προτού ανεγείρει το υποστατικό στο ακίνητο θα έπρεπε πρώτα να είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες και να εξασφάλιζε την πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής. Αν το έπραττε θα συναντούσε κατά πάσα πιθανότητα την αντίδραση του Καθ' ου η αίτηση από τον οποίο θα απαιτείτο η υπογραφή του στη μελέτη που θα εκπονείτο για σκοπούς έκδοσης των απαραίτητων αδειών. Έτσι ο Αιτητής δεν θα χρειαζόταν να επωμιστεί τα έξοδα της κατασκευής του υποστατικού παρά μόνο όταν και εφόσον διδόταν η συγκατάθεση του Καθ' ου η αίτηση. Τα πιο πάνω δεδομένα δημιουργούν την ισχυρή εντύπωση ότι ο κίνδυνος της κατεδάφισης του υποστατικού προέκυψε από την επιλογή του Αιτητή να προχωρήσει με την κατασκευή του υποστατικού χωρίς να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες ως αποτέλεσμα της οποίας φαίνεται εκ πρώτης όψεως να προέκυψε παράνομη κατάσταση και όχι από την ισχυριζόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση. Ομοίως η αξιούμενη ζημιά που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα υποστεί από ενδεχόμενη κατεδάφιση του υποστατικού φαίνεται να πηγάζει από την απόφαση του να ανεγείρει το υποστατικό δίχως να εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες, ως αποτέλεσμα της οποίας εκ πρώτης όψεως δημιουργήθηκε μια παράνομη κατάσταση και όπως δείχνουν τα πράγματα όχι από την ισχυριζόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του Αιτητή ότι θα πληγούν δικαιώματα του σε σχέση με την κατοχή και απόλαυση του υποστατικού που κινδυνεύει με κατεδάφιση, ως αποτέλεσμα της οποία θέσης του διεκδικούνται ως θεραπείες γενικές αποζημιώσεις, τιμωρητικές αποζημιώσεις και η έκδοση διαταγμάτων ως τα σημεία (Β) και (Γ) της έκθεσης απαίτησης. Η δε θέση του Αιτητή ότι επωμίστηκε €341 ως έξοδα σχεδίων διαχωρισμού καθώς και €500 δικηγορικά έξοδα και έξοδα επίδοσης προειδοποιητικών επιστολών φαίνεται να έπονται της εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενης παράνομα τετελεσμένης κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά την κατασκευή του υποστατικού χωρίς τις απαιτούμενες άδειες και χωρίς να προηγηθεί διαβούλευση με τον Καθ' ου η αίτηση για εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης. Το Δικαστήριο αποτελεί το θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου (Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές, ήτοι το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου και η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου δια του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρα, έλαβαν συγκεκριμένη θέση που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή που ανεγέρθηκε εντός του ακινήτου είναι παράνομη και επομένως χρήζει κατεδάφισης. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως αρωγός προκειμένου να διορθωθεί μία εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενη παράνομη κατάσταση. Η αναζήτηση συνδρομής από το Δικαστήριο μέσω της αξίωσης για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση, πέραν του ότι ενδεχόμενη έκδοση τους θα παραγνωρίσει εντελώς τις θέσεις του Καθ' ου η αίτηση που όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της ένστασης του θα αποτελέσουν το πλαίσιο της υπεράσπισης του εν λόγω διαδίκου, στη βάση του οποίου η παρούσα αγωγή θα εκδικαστεί. Η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι ουδέποτε ερωτήθηκε για μελέτη που αφορούσε την ανέγερση του συγκεκριμένου υποστατικού, για το οποίο αν ζητείτο η άποψη του θα εξέφραζε επιφυλάξεις αφού θεωρεί ότι εκμηδενίζεται η αξία του δικού του μεριδίου και η ανάπτυξη του ακινήτου εξαντλείται με την κατασκευή του συγκεκριμένου υποστατικού με γνώμονα τους περιορισμούς που υπάρχουν στα πολεοδομικά χαρακτηριστικά του ακινήτου ένεκα της γεωργικής του χρήσης, είναι λογικοφανής και φαίνεται να ενισχύεται από τα προαναφερόμενα δεδομένα. Επιπλέον η θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση φαίνεται να ενισχύεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 'Α' που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του. Την ίδια στιγμή η αναφορά του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή μέσα από την αγόρευση του ότι το επίδικο λυόμενο υποστατικό έχει εμβαδό 60 τ.μ. δεν προκύπτει από μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Με γνώμονα τη γνωστή νομική αρχή ότι οι αγορεύσεις δεν είναι τρόπος αλλά ούτε και μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A
(2000)1A Α.Α.Δ. 447) η εν λόγω τοποθέτηση του συνηγόρου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Παράλληλα η υποχρέωση των διαδίκων να υπογράφουν οποιοδήποτε έγγραφο που θα διευκολύνει τη διαδικασία διαχωρισμού και διανομής του ακινήτου προκειμένου να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας καθώς και για την ανέγερση οικοδομής σ' αυτό, δεν σημαίνει λευκή επιταγή από οποιονδήποτε διάδικο προς τον άλλο σε τυχόν απαιτήσεις οποιουδήποτε που αποβαίνουν εις βάρος των συμφερόντων του άλλου ως συνιδιοκτήτη του ακινήτου. Είναι αυτονόητο ότι το είδος, ο χαρακτήρας και η μορφή που θα έχουν τόσο ο διαχωρισμός όσο και η ανάπτυξη του ακινήτου πρέπει να γίνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιούνται τα συμφέροντα αμφοτέρων διαδίκων, όπως εξάλλου είναι το πνεύμα που χαρακτηρίζει τη μεταξύ τους σύμβαση. Επομένως στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους θα έλεγα ότι η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής πάνω στις βάσεις που αυτή εδράζεται κάθε άλλο παρά ορατή φαίνεται να είναι. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν δικαιολογείται. Η μη ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής δεν φαίνεται να δημιουργεί συνθήκες πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ακόμη όμως και να αποδειχτεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά συνεπεία της οποίας ο Αιτητής υπέστηκε ζημιά, ως είναι η νομική βάση της απαίτησης του Αιτητή, ο Καθ' ου η αίτηση κατά πάσα πιθανότητα θα κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις, για τις οποίες ο υπολογισμός τους δεν θα είναι δύσκολος αφού η ζημιά που τυχόν προκληθεί θα είναι συγκεκριμένης φύσεως. Αυτό καθιστά την όποια ζημιά μη ανεπανόρθωτης φύσεως και συνάμα την επιδίκαση αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία. Όσον αφορά την οικονομική δυνατότητα του Καθ' ου η αίτηση να παρέχει τέτοιες αποζημιώσεις στο βαθμό και την έκταση που τυχόν επιδικαστούν, κανένα στοιχείο ή δεδομένο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί καθεστώς αμφιβολίας ως προς την φερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση και την οικονομική ικανότητα του να ανταποκριθεί εάν και εφόσον κληθεί να το πράξει. Η όποια αντισυμβατική συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση τυχόν αποδειχτεί δεν φαίνεται να συγκεντρώνει σοβαρές πιθανότητες να συνδεθεί με τυχόν απώλεια δικαιώματος του Αιτητή για κατοχή και απόλαυση του υποστατικού από ενδεχόμενη κατεδάφιση του έχοντας ως δεδομένο το πως προέκυψε η εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενη παράνομη κατάσταση. Στη βάση των πιο πάνω δεν βλέπω πως εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Παράλληλα η μη πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον Αιτητή σε συνδυασμό με την αποτυχία απόδειξης αφερεγγυότητας και οικονομικής αδυναμίας του Καθ' ου η αίτηση να ικανοποιήσει χρηματικά τον Αιτητή σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του με επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων αλλά και με γνώμονα την αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας από το Δικαστήριο που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι ενθαρρύνει ή παρέχει κάλυψη στην εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενη παράνομη κατάσταση, τείνει να καταδείξει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ της χορήγησης των αιτουμένων διαταγμάτων αλλά συγκλίνει στην διατήρηση της υφιστάμενης κατάσταση των πραγμάτων. Πέραν όμως των πιο πάνω παρατηρώ ότι τα αιτούμενα διατάγματα της υπό κρίση αίτησης είναι ακριβώς τα ίδια με τα διατάγματα που ζητούνται ως μέρος των θεραπειών στην έκθεση απαίτησης. Η νομολογία υποδεικνύει ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την εκδίκαση της αγωγής, η έγκριση του θα πρέπει να αποφεύγεται (Σταυράκης και άλλος v. Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε68/13, ημερ. 24.03.15). Τούτο λεχθέντος χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με της αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση, χωρίς έτσι να αποκλείεται κατά κανόνα η χορήγηση τους (Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 ημερ. 13.01.14). Το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης εκεί όπου η ανάγκη και η φύση το επιβάλλει. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι στην υπόθεση Ηλιάδη-Καλησπέρα κ.α. v. Ακίνητα Σ.Ζ. Ηλιάδης Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1076 ακυρώθηκε διάταγμα επειδή στην ουσία ισοδυναμούσε με ειδική εκτέλεση. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ισοδυναμεί με ειδική εκτέλεση από τον Καθ' ου η αίτηση προκειμένου να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Αιτητή. Κάτι τέτοιο θεωρώ ότι θα επιφέρει τον τερματισμό της εκδίκασης της αγωγής και κατ' επέκταση των διαφορών των διαδίκων. Η τυχόν εφαρμογή των προστακτικής φύσεως διαταγμάτων από τον Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης θα καταστήσει άνευ σημασίας τον ισχυρισμό του Αιτητή για αντισυμβατική συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση και κατ' επέκταση θα καταστήσει ανίσχυρες τις υπόλοιπες αξιούμενες θεραπείες της αγωγής. Αυτό με τη σειρά του θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την συνέχιση προώθησης και εκδίκασης της αγωγής. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 με αποτέλεσμα ο πρώτος και τέταρτος λόγος ένστασης να επιτυγχάνουν. Την ίδια στιγμή θεωρώ ότι μέσα από τα πιο πάνω έχει εξεταστεί και ο δεύτερος λόγος ένστασης που θεωρώ ότι και αυτός επιτυγχάνει. Η προδιαγραφόμενη κατάληξη αυτής της αίτησης καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης που αν γίνει θα έχει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.