CONTRIVEN LIMITED (HE 247501) ν.
- EVANS DEVELOPMENTS LIMITED (HE 178877) υπό διαχείριση με διορισμένο τον Κρις Ιακωβίδη Διαχειριστή Παραλήπτη κ.α., Αρ. αγωγής: 714/2016, 14/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A280 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 714/2016 Μεταξύ: CONTRIVEN LIMITED (HE 247501) Ενάγοντες και
- EVANS DEVELOPMENTS LIMITED (HE 178877) υπό διαχείριση με διορισμένο τον Κρις Ιακωβίδη Διαχειριστή Παραλήπτη.
- Κρις Ιακωβίδης, εκ Λευκωσίας
- Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ Λευκωσίας
- Νίκος Νικολάου ως εκκαθαριστής της Salitro Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για Αντεξέταση ημερομηνίας 07/06/2016 Ημερ.: 14/12/
- Για τους Εναγόμενους αρ. 3 - Αιτητές : κα Σάββια Ζαχαρία για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ' ής η Αίτηση: κα Χαρά Φιλίππου για κ.κ. Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11/05/2016 η ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 - 4 με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την οποία αξιώνει από το Δικαστήριο διάφορες αναγνωριστικές δηλώσεις σε σχέση με την παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 και σε σχέση με τη συμφωνία ενοικίασης και διαχείρισης ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ εναγόντων και της εταιρείας Salitro στην οποία είναι εκκαθαριστής ο εναγόμενος αρ. 4 και ότι αυτές βρίσκονται σε ισχύ. Επίσης, αξιώνει διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται όλοι οι εναγόμενοι να μην επεμβαίνουν και/ή να παύσουν να επεμβαίνουν σε συγκεκριμένο ακίνητο επί του οποίου βρίσκεται το ξενοδοχείο Pafiana Heights καθώς επίσης και γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και ιδιοποίηση περιουσίας. Περαιτέρω, αξιώνουν αποζημιώσεις για υλικές ζημιές και ζημιές στη φήμη και πελατεία των εναγόντων, αποζημιώσεις λόγω απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνομωσίας και/ή διαζευκτικά λόγω αμέλειας καθώς επίσης και αποζημιώσεις λόγω παράβασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας, άσκησης επαγγέλματος και του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι. Την ίδια ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να εμποδίζονται όλοι οι εναγόμενοι να επεμβαίνουν στο ξενοδοχείο Pafiana Heights και/ή να παύσουν να επεμβαίνουν. Κατά το στάδιο εξέτασης της πιο πάνω αίτησης από το Δικαστήριο, εμφανίστηκε συνήγορος εκ μέρους της εναγομένης 3, δήλωσε ότι λαμβάνει γνώση της αίτησης και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η συνήγορος των εναγόντων, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της αυτό συμφώνησε και παράλληλα δεν επέμεινε στην έκδοση μονομερώς των αιτουμένων διαταγμάτων ούτε εναντίον και των υπόλοιπων εναγομένων. Ως εκ τούτου, διατάχθηκε να επιδοθεί και σε αυτούς η αίτηση εκείνη. Ακολούθως και αφού έλαβαν γνώση για την αίτηση όλοι οι εναγόμενοι, εμφανίστηκαν, ζήτησαν χρόνο και εν τέλει καταχώρησαν ενστάσεις. Πέραν των ενστάσεων καταχωρήθηκαν και σωρεία άλλων αιτήσεων μεταξύ αυτών και η αίτηση ημερομηνίας 07/06/2016 εκ μέρους του εναγομένου αρ. 4 με την οποία ζητείτο, μεταξύ άλλων, η αναστολή της διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας. Λόγω των συνεπειών που θα είχε τυχόν έγκριση της εν λόγω αίτησης, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των διαδίκων, εκδικάστηκε πρώτη και το Δικαστήριο στις 07/10/2016 εξέδωσε την απόφαση του με την οποία απέρριψε την αίτηση. Εν όψει των πιο πάνω, συνέχισαν να προωθούνται οι υπόλοιπες αιτήσεις και μια από αυτές είναι και η υπό κρίση αίτηση. Οι εναγόμενοι αρ. 3 - Αιτητές, με την παρούσα αίτηση, εξαιτούνται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η παρουσία του κ. Διόφαντου Χατζημιτσή, ενόρκως δηλούντα στην αίτηση ημερομηνία 11/05/2016 για σκοπούς αντεξέτασης του. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν το πιο πάνω αίτημα φαίνονται στην ένορκη δήλωση κάποιου Μάριου Θεοδούλου, υπαλλήλου των εναγομένων 3, ημερομηνίας 07/06/
- Ο εν λόγω ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι εναγόμενοι αρ. 3 - αιτητές έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 11/05/2016 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Για σκοπούς υποστήριξης της αίτησης αυτή αναφέρει τα κάτωθι τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Έχω αναγνώσει την αίτηση των εναγόντων και την ένορκη δήλωση ημερ. 11.05.2016 και οι εναγόμενοι 3 διαφωνούν καθέτως όπως φαίνεται στις ένορκες δηλώσεις κ.κ. Παπαλαμπριανού και Θεοδούλου.
- Λόγω του περιεχομένου της ρηθείσας ενόρκου δηλώσεως του κ. Χατζημιτσή και συγκεκριμένα λόγω των αντιφάσεων που περιέχονται στις παραγράφους 2,4,5,6,7,8,10,12,13,14,15,16,17,18,19,20,21,29 της αλλά και λόγω της φύσεως των διαταγμάτων που ζητούν οι ενάγοντες να εκδοθούν, εντίμως πιστεύω ότι η παρουσία του εν λόγω ενόρκως δηλούντα στο Δικαστήριο προς το σκοπό αντεξετάσεως αυτού είναι απαραίτητη.» Ουσιαστικά ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι είναι αναγκαία η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος καθότι διαφωνεί με τα όσα αναφέρει. Η ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση έλαβε γνώση της παρούσας αίτησης και καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας 14 λόγους ένστασης. Υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του διευθυντή της ενάγουσας κ. Διόφαντου Χ΄΄Μιτσή στην οποία ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να εγκριθεί η παρούσα αίτηση και ότι γίνεται με σκοπό την κωλυσιεργία και καθυστέρηση της αίτησης ημερομηνίας 11/05/
- Είναι αόριστη η αίτηση ισχυρίζεται, και η αντεξέταση δεν θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας αφού ουσιαστικά επικεντρώνεται στην αξιοπιστία των ισχυρισμών και τυχόν έγκριση της θα έχει ως αποτέλεσμα να μετατρέψει τη διαδικασία σε ακρόαση της αγωγής. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση έγινε στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Οι εναγόμενοι αρ. 3 δεν καταχώρησαν οποιαδήποτε αγόρευση και η συνήγορος περιορίστηκε στο να υιοθετήσει την ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση τους. Η πλευρά της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση καταχώρησε γραπτή αγόρευση, η οποία έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο της. Θα αρχίσω με την εξέταση του έκτου λόγου ένστασης στον οποίο αναφέρεται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής ή/και δεν δικαιολογεί ή/και δεν στηρίζει τις αιτούμενες θεραπείες. Η νομική βάση της αίτηση, όπως αναγράφεται σε αυτή, είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.49, Θ.1, Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3,8 και 9 και η πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και οι Γενικές Αρχές του Νόμου. Είναι γεγονός ότι η Δ.49 και η υπόλοιπη νομική βάση της αίτησης δεν δίνει εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης περιέχεται στη Δ.39, Θ.1 η οποία ελλείπει από τη νομική βάση της αίτησης. Η ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση στην αγόρευση της επικαλείται την απόφαση στη Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 για να καταδείξει την αναγκαιότητα η αίτηση να βασίζεται στο σωστό θεσμό ή άρθρο του Νόμου για να αποτελεί έγκυρο δικονομικό διάβημα και είναι η θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση η αίτηση είναι νομικά αστήριχτη και θα πρέπει να απορριφθεί. Εφόσον η αίτηση δεν στηρίζεται στο ορθό θεσμό το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αστήριχτη ή μπορεί να διασωθεί κατ' επίκληση της Δ.64 με την οποία παρέχεται η εξουσία του Δικαστηρίου να θεραπεύει παρατυπίες. Μετά την θέσπιση της νέας Δ.64 με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί κάτω υπό κάποιες περιστάσεις από το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια (βλ. ΕΤΑΙRIA DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD v. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ,
(2009)1Α Α.Α.Δ. 356). Η Διάταξη αυτή όμως, δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, απλώς παρέχει ένα ένδικο μέσο για να θεραπεύονται τυχόν παρεκκλίσεις από τους Θεσμούς. Όπως έχει λεχθεί και στην Aννα Πετρίχου v Xατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει τις παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (βλ. MI HOLDINGS PUBLIC LTD v. ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ
(2006)1 Α.Α.Δ. 298). Σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην ETAIREIA DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD V ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ (ανωτέρω) λέχθηκε με αναφορά στην Καλιά κ.α v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 149 ότι η θεραπεία της παρατυπίας επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. Ο τρόπος που ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις και οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη έχουν αναλυθεί στην Wunderlich κ.α v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Έχει λεχθεί ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά του εναγομένου στην παρατυπία και κατά πόσο έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του επί της παρατυπίας. Επίσης, κατά πόσο θα υπάρξει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο από αυτή την παρατυπία. Στην παρούσα περίπτωση, η αίτηση είναι παράτυπη αφού δεν στηρίζεται στο ορθό θεσμό και επίσης οι αιτητές ουδέν διάβημα έλαβαν για να θεραπεύσουν αυτή την παρατυπία. Θεωρώ ότι σε περίπτωση που στα πλαίσια της αίτησης αυτής το Δικαστήριο θα μπορούσε να θεραπεύει παρατυπίες αυτεπαγγέλτως, αυτό θα συνιστούσε ουσιαστικά κατάργηση των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.48, Θ. 1 προνοεί ότι μια αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου επί του οποίου στηρίζεται, πέραν από τη φύση της θεραπείας που ζητείται. Οι αιτητές ακόμη και μέχρι σήμερα δεν προέβηκαν σε οποιονδήποτε διάβημα για να διορθώσουν την συγκεκριμένη παρατυπία ούτε αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν διάταγμα άρσης της. Οι δε εναγόμενοι, παρόλο που έχουν καταχωρήσει ένσταση δεν φαίνεται να έχουν παραιτηθεί από την παρατυπία αυτή αφού το προβάλλουν ως λόγο ένστασης και τον υποστήριξαν. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως έχει δημιουργηθεί και υφίσταται. Η παρατυπία στην παρούσα περίπτωση εξακολουθεί να υφίσταται και οι αιτητές οποίοι είχαν την ευκαιρία, δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε διάβημα για άρση της, ασχέτως ότι αυτή πιθανόν να μην παραβλάπτει τα δικαιώματα των καθ' ών η αίτηση (βλ. Βάσω Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λιμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157). Θεωρώ ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως θεράπευε την παρατυπία θα ισοδυναμούσε με κατάργηση των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η αίτηση είναι καταδικασμένη καθότι δεν στηρίζεται στον ορθό δικονομικό κανόνα και δεν παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εξετάσει. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως, ακόμη και να μπορούσα να εξετάσω την αίτηση επί της ουσίας της, αυτή πάλι είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Σύμφωνα με τη Δ.39, Θ.1 το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα σε διαδικασία ενδιάμεσης αίτησης. Το ερώτημα είναι πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου. Στο Ηalsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ.878. κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «Τhe Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης στο Annual Practice 1956, όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το O.38, εξηγείται ακριβώς πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψιν τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39, Θ.
- Λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Είναι ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση η κυρίως αίτηση αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει στην εν λόγω αίτηση τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
- Είναι νομολογημένο ότι αυτό θα το κάνει με βάση τα γεγονότα όπως αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και όπως διαφαίνονται από την δικογραφία. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα δικάσει την ουσία της υπόθεσης. (δέστε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263). Η πλευρά των εναγομένων 3 - αιτητών, η οποία ενίσταται στην αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος καταχώρισε πολυσέλιδη ένσταση η οποία συνοδεύεται από ένορκη ομολογία και πολλά τεκμήρια. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων στην αίτηση τους απαντώνται στις εν λόγω ενστάσεις και τις ένορκες ομολογίες που τις συνοδεύουν. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης θα λάβει υπόψη του την εν λόγω ένσταση των εναγομένων 3 και τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Η δύναμη της υπόθεσης των εναγόντων και η πιθανότητα επιτυχίας της θα αποφασιστούν από την δικογραφία και τις ένορκες ομολογίες των δύο πλευρών και το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν ενδείκνυται να αποφασίζει επί της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Οι εναγόμενοι με την παρούσα αίτηση τους ζητούν την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για γενικούς λόγους και ουσιαστικά για τον λόγο ότι διαφωνούν με τους ισχυρισμούς του όπως αυτό προκύπτει από την ένσταση τους. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων όπως διαφαίνονται από την ένορκη ομολογία του κ. Διόφαντου Χ΄΄ Μιτσή έχουν απαντηθεί με την ένσταση των εναγομένων 3. Το τί ζητείται με την παρούσα αίτηση είναι η διακρίβωση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των εν λόγω ισχυρισμών, οι οποίοι συγκρούονται και δεν συμφωνούν με τους ισχυρισμούς της ένστασης και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές. Σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα των εναγομένων 3, θα έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει και να εκτρέψει τη διαδικασία και η εκδίκαση της κυρίως αίτησης θα ισοδυναμεί κατά πολύ με εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Να αναφερθεί ότι με το αιτητικό ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα επί της ένορκης ομολογίας του χωρίς να καθορίζονται συγκεκριμένα μέρη αυτής και συγκεκριμένοι ειδικοί λόγοι. Στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση, συγκεκριμενοποιούνται οι παράγραφοι επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση αλλά φαίνεται και προκύπτει ότι και πάλι πρόκειται για αντεξέταση εφ' όλης της ύλης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Το περιεχόμενο όμως των εν λόγω παραγράφων σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης την οποία το Δικαστήριο δεν θα αποφασίσει στο στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, πέραν από το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 με τον τρόπο που έχει νομολογηθεί. Επομένως, εφόσον ο λόγος που ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα είναι ουσιαστικά για να διαφανεί το βάσιμο των ισχυρισμών του που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης, κρίνω ότι δεν θα μπορούσα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αίτησης. Αυτό θα ισοδυναμούσε με εκδίκαση της κυρίως υπόθεσης και θα εξέτρεπε την διαδικασία σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Γενικά κρίνω ότι, ακόμη και να μπορούσα να εξετάσω την αίτηση επί της ουσίας της, αυτή είναι εντελώς αβάσιμη, αδικαιολόγητη και αστήριχτη και δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο για να διατάξω την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της αίτησης. Πέραν του ότι ούτε υποστηρίχθηκε η αίτηση με οποιαδήποτε επιχειρηματολογία που να καταδεικνύει συγκεκριμένα γεγονότα που ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί και που σχετίζονται με την διαδικασία στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης και εναντίον των εναγομένων 3, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Πρωτοκολλητής (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντιγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο