Kounounas Constractions Limited κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd κ.α., Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 146/2016, 8/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A277 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: - Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 146/2016 Επί τοις αφορώσιν τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε και Νόμος 142 (Ι) / 2014 και Επί τοις αφορώσιν την Αίτηση των:
- Kounounas Constractions Limited
- Χριστοφή Κούνουνα
- Χριστοφή Κούνουνα ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Στέλλας Κούνουνα Αιτητών - Εφεσειόντων Και
- Alpha Bank Cyprus Ltd.
- Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων Ημερομηνία :- Πέμπτη 8η Δεκεμβρίου 2016 Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες 1, 2 και 3 :- κα. Ευαγγελία Πουλλά για κα. Ειρήνη Χρύσω Πουλλά και κα. Ευσταθία Μαρία Πουλλά Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ειρήνη Χρύσω Πουλλά Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη 1 :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση - Εφεσίβλητο 2 :- Καμία Εμφάνιση Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Στάθης Ερωτοκρίτου Τελικη Απόφαση [1] Με τη ψήφιση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014 Ν.142(Ι)/2014(στο εξής θα καλείται ο «Τροποποιητικός Νόμος του 2014») προστέθηκε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/65όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται «ο σχετικός Νόμος») το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου με το οποίο καθορίζεται διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. [2] Ο Τροποποιητικός Νόμος του 2014 τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δηλαδή από τις 9/9/2014, ενώ σε σχέση με ενυπόθηκο ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία τέθηκε σε ισχύ από την 1/1/
- Αξίζει να σημειωθεί πως στον Τροποποιητικό Νόμο δεν υπάρχει οποιοδήποτε προοίμιο αναφορικά με το σκοπό ψήφισης του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. [3] Υπενθυμίζω απλά πως πριν από την τροποποίηση του σχετικού Νόμου προβλεπόταν, σύμφωνα με το προϋπάρχον Μέρος VI, διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου όχι από τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά από τον Διευθυντή, δηλαδή τον Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο ορισμού του σχετικού Νόμου περιλαμβάνει «...Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόμενον υπό του Διευθυντού δι΄ άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόμου, είτε γενικώς είτε δι΄ειδικόν τινα σκοπόν» (στο εξής θα καλείται ο «Διευθυντής»). [4] Βεβαίως, σύμφωνα με το άρθρο 44 του σχετικού Νόμου ο ενυπόθηκος δανειστής είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει και με πολιτική αγωγή την πώληση ενός ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφληση του ποσού το οποίο εξασφαλιζόταν από την υποθήκη. [5] Συνεπώς η βασικότερη διαφορά σε σχέση με τη διαδικασία η οποία προβλεπόταν και εξακολουθεί να προβλέπεται στο Μέρος VI του σχετικού Νόμου είναι πως πλέον η διαδικασία πώλησης ενεργοποιείται και προωθείται από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή και όχι από τον Διευθυντή. [6] Ως προς τη διαδικασία η οποία έχει προηγηθεί της επιφύλαξης αυτής της απόφασης υπενθυμίζω πως σε σχέση με την παρούσα Αίτηση/Έφεση (στο εξής θα καλείται η «έφεση») έχει καταχωρηθεί ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης από την εφεσίβλητη 1 η οποία υποστηρίζεται από 15 λόγους ένστασης. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τους λόγους ένστασης στο σύνολο τους. Ασφαλώς αυτοί λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της βασιμότητας της έφεσης δίχως παράλληλα εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης να κρίνεται αναγκαία η ξεχωριστή εξέταση του κάθε λόγου ενώ υπάρχει αναφορά σε αυτούς σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτή κρίνεται σχετική από το Δικαστήριο. [7] Ο εφεσίβλητος 2 δεν έχει καταχωρήσει ένσταση. Σύμφωνα με δήλωση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του θεωρεί πως η διαφορά είναι ιδιωτικής φύσης και πως ο εφεσίβλητος 2 έχει συνενωθεί ως αναγκαίος διάδικος διότι λόγω και της ιδιότητας του εφαρμόζει τη νομοθεσία. Δήλωσε επίσης πως ο εφεσίβλητος 2 θα ακολουθήσει οποιοδήποτε διάταγμα το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιο. [8] Διευκρινίζεται απλά πως σε σχέση με την πραγματική πτυχή της έφεσης το Δικαστήριο βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη τόσο της έφεσης όσο και της ένστασης και των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται σε αυτές. Υπενθυμίζεται πως οι ενόρκως δηλούντες δεν έχουν αντεξεταστεί δίχως να διαπιστώνεται πως το γεγονός αυτό έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία εντός του πλαισίου των θεμάτων τα οποία εξετάζονται με αυτή την απόφαση. Συνεπώς, οι αναφορές του Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε δεδομένα προκύπτουν από και βασίζονται στο προαναφερόμενο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των επισυνημμένων τεκμηρίων. [9] Έχοντας υπόψη τις αιτούμενες θεραπείες της έφεσης ευθύς εξ αρχής προκύπτει ως βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου πως η έφεση συνδέεται άρρηκτα με την αγωγή 930/16 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου (στο εξής θα καλείται η «αγωγή του 2016») η οποία σημειωτέον καταχωρήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησης και της έφεσης. Η συγκεκριμένη διασύνδεση προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση και περιεχόμενο των θεραπειών την επιδίκαση των οποίων ζητούν οι Αιτητές/Εφεσείοντες (στο εξής θα καλούνται οι «εφεσείοντες»). Θέτοντας το πολύ απλά οι εφεσείοντες - τουλάχιστον σε σχέση με αυτό το θέμα - δεν ζητούν την επιδίκαση οποιωνδήποτε τελικών θεραπειών. Δηλαδή, η χρονική διάρκεια των διαταγμάτων των οποίων ζητείται η έκδοση καθορίζεται μέχρι την εκδίκαση της αγωγής του 2016 ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. [10] Η μοναδική θεραπεία η οποία δεν επηρεάζεται από αυτή τη χρονική πτυχή είναι αυτή της παραγράφου (Ζ) με την οποία ζητείται από το Δικαστήριο διάταγμα ή απόφαση ή δήλωση με την οποία να κηρύσσονται ως αντισυνταγματικές και/ή άκυρες οι πρόνοιες των άρθρων 37 και 44Α έως 44ΙΖ του σχετικού Νόμου. Βεβαίως η επιδίκαση αυτής της θεραπείας ουσιαστικά θα εξουδετέρωνε εντελώς την οποιαδήποτε δυνατότητα εφαρμογής του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου καθιστώντας με αυτό τον τρόπο ατελέσφορη την οποιαδήποτε εφαρμογή της προβλεπόμενης διαδικασίας πώλησης από τον ενυπόθηκο δανειστή. [11] Αναφορικά με τις αιτούμενες θεραπείες σύμφωνα και με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης αναφέρεται ρητά πως αυτό το οποίο «... ζητείται ουσιαστικά από το Δικαστήριο είναι να αποφασίσει τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση του πλειστηριασμού μέχρι της εκδίκασης της αγωγής 930/16 Ε.Δ.Πάφου και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του, αφού πρώτα αποφασίσει το θέμα της αντισυνταγματικότητας του Νόμου 146(Ι)/2014 σε σχέση με τα ακίνητα για τα οποία εστάλησαν οι Εφεσιβαλλόμενες ειδοποιήσεις για πώληση τους από τον ενυπόθηκο δανειστή και της κατάχρησης της διαδικασίας εκ μέρους της Τράπεζας». [12] Βεβαίως η διατύπωση των θέσεων των εφεσειόντων επεκτείνεται και σε άλλα θέματα αλλά όπως οι ίδιοι οι δικηγόροι των εφεσειόντων σαφώς δηλώνουν με τη γραπτή αγόρευση τους και όπως επίσης αναδεικνύεται και από όλες τις αιτούμενες θεραπείες, με μοναδική εξαίρεση τη θεραπεία της παραγράφου (Ζ), η ουσία της έφεσης έγκειται στην αμφισβήτηση της απόφασης η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 1413/05 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου και για την ακύρωση της οποίας καταχωρήθηκε η αγωγή του
- [13] Αναφορικά με τις αιτούμενες θεραπείες υπενθυμίζεται απλά πως η θεραπεία της παραγράφου (ΖΑ) έχει ακυρωθεί σύμφωνα με προνομιακό ένταλμα τύπου certiorari το οποίο εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 6/9/
- [14] Επιπλέον, ανεξάρτητα και από τα όσα αναφέρονται εντός της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της έφεσης, το Δικαστήριο ασφαλώς λαμβάνει υπόψη του την ίδια τη διατύπωση των θεραπειών οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έφεση και οι οποίες κυρίως έχουν σχέση με τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», η επίδοση της οποίας προνοείται από το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Γ το οποίο ανήκει στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. [15] Βεβαίως με την έφεση ζητούνται και ως θεραπείες διατάγματα παραμερισμού ή ακύρωσης σε σχέση με τις ούτω καλούμενες «ειδοποιήσεις» για αναγκαστική πώληση ακινήτων και απαγορευτικά διατάγματα εναντίον τόσο του ενυπόθηκου δανειστή όσο και του Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος, δηλαδή του εφεσίβλητου
- [16] Αξίζει να σημειωθεί πως με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αναφορικά με αυτές τις θεραπείες. Παρά και το γεγονός αυτό θεωρώ πως το Δικαστήριο έστω και επιγραμματικά οφείλει να αναφερθεί και σε αυτές τις θεραπείες. Οι θεραπείες αυτές έχουν σχέση - σύμφωνα και με τον τίτλο τους - με γνωστοποιήσεις προς τον εξ αποφάσεως χρεώστη για κατάθεση αίτησης για αναγκαστική πώληση ακινήτου σύμφωνα με τα άρθρα 98 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως είχε τροποποιηθεί μέχρι και την ημερομηνία των γνωστοποιήσεων. [17] Ήδη η νομική πτυχή του θέματος περιγράφεται στις παραγράφους [51] έως και [53] της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/9/2016 (σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) και θεωρώ πως δεν χρειάζεται η επανάληψη της εντός αυτής της απόφασης. Βασίζεται το Δικαστήριο και επί αυτής της νομικής πτυχής και σε σχέση με την ουσία της έφεσης έτσι ώστε να καταλήξει πλέον σε συμπέρασμα πως δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιωνδήποτε εκ των διαταγμάτων η επιδίκαση των οποίων ζητείται με τις παραγράφους (Γ) έως και (ΣΤ) της έφεσης. [18] Κατ΄ αρχάς, παρατηρείται από το Δικαστήριο ανεξάρτητα και από τη νομική βάση της έφεσης πως σύμφωνα και με τον τίτλο της αυτή έχει καταχωρηθεί αναφορικά με το σχετικό Νόμο, δηλαδή όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο του 2014 και όχι αναφορικά με τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (ανεξάρτητα και από το κατά πόσο τέτοια δυνατότητα υπήρχε όπως αναφέρεται πιο κάτω στην παράγραφο [21] αυτής της απόφασης) ενώ βεβαίως οι θεραπείες η επιδίκαση των οποίων επιδιώκεται με τις παραγράφους (Γ) έως και (Στ) δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την ύπαρξη υποθήκης ή τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA. [19] Επισημαίνεται και από τον όγδοο λόγο ένστασης η διαφορετικότητα μεταξύ της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου και αναγκαστικής πώλησης ακινήτου μέσω αίτησης στο Κτηματολόγιο. Όμως, παρά και το γεγονός πως όντως συμπλέκουν οι εφεσείοντες δύο διαφορετικές διαδικασίες το Δικαστήριο δεν συμφωνεί πως αυτό καθιστά την έφεση «... ουσιαστικά και τυπικά εσφαλμένη εφόσον τόσο δια της νομικής της βάσης, όσο και δια του αιτητικού και του τίτλου της προκύπτει ότι συγχέει τις διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ως εκ τούτου καθίσταται και καταχρηστική» έστω και εάν βεβαίως δικονομικά υπήρχε η δυνατότητα η έφεση να ήταν πιο στοχευμένη κυρίως ως προς την αμφισβήτηση της εφαρμογής του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. Δεν θεωρώ όμως πως η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί βάσει του όγδοου λόγου ένστασης. Θέτοντας το πολύ απλά το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως ορθή τη θέση πως η έφεση στο σύνολο της καθίσταται καταχρηστική εξαιτίας και των όσων αναφέρονται στον όγδοο λόγο ένστασης. [20] Τέλος, υπενθυμίζω πως η δυνατότητα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία καλύπτεται από επιβάρυνση εγγραφής δικαστικής απόφασης υπάρχει χωρίς τη συναίνεση του εξ αποφάσεως οφειλέτη ή διάταγμα του Δικαστηρίου σε περίπτωση παρέλευσης ενός χρόνου από το έτος κατά το οποίο αυτή έχει επιβαρυνθεί με εγγραφή της δικαστικής απόφασης. Η μοναδική εξαίρεση σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης σύμφωνα με το άρθρο 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου είναι η περίπτωση αμφισβήτησης του ποσού του οφειλόμενου χρέους και στην οποία περίπτωση το ζήτημα παραπέμπεται σε Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Όμως εντός του πλαισίου αυτής της έφεσης η γνωστοποίηση η οποία δίδεται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου αποτελεί περισσότερο κοινοποίηση ενημερωτικής φύσης προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία βαρύνεται με εγγραφή δικαστικής απόφασης παρά με απόφαση του ίδιου του Διευθυντή, δηλαδή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου έτσι ώστε κατ΄ επέκταση να παρέχεται η δυνατότητα ενεργοποίησης των διατάξεων του άρθρου 51 του σχετικού Νόμου. Εάν βεβαίως η εφαρμογή αυτού είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ορθή σε σχέση με την εφαρμογή προνοιών άλλης νομοθεσίας, δηλαδή του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Εφόσον δηλαδή το άρθρο 51 του σχετικού Νόμου σαφώς αναφέρεται σε γνωστοποίηση «...δυνάμει του παρόντος Νόμου..». Επιπλέον ακόμη και να ήταν εφικτό να θεωρηθεί πως αυτή η δυνατότητα υπήρχε, βάσει και της μαρτυρίας προς υποστήριξη της έφεσης, η έφεση σε σχέση με τις συγκεκριμένες θεραπείες θα ήταν εκπρόθεσμη έχοντας υπόψη και τις ημερομηνίες οι οποίες αναφέρονται επί αυτών των γνωστοποιήσεων. [21] Επιπλέον, αναφορικά και με την έλλειψη δυνατότητας εφαρμογής της διαδικασίας την οποία επέλεξαν οι εφεσείοντες θεωρώ πως σχετική είναι και η απόφαση Lombard Natwest Bank Limited v.
- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ. ά.
(2002)1 Α. Α. Δ. 1990 με την οποία εξετάζεται και θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως από τη διατύπωση τόσο του άρθρου 80 του Κεφ.224 όσο και του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 είναι σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή έφεσης/αίτησης στο Δικαστήριο εναντίον οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι ότι αυτή θα πρέπει να έχει εκδοθεί, δοθεί ή ληφθεί είτε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.224 είτε δυνάμει των διατάξεων του Ν.9/65 ενώ στην περίπτωση υπό εξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο επισημάνθηκε πως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν είχε λάβει οποιαδήποτε απόφαση είτε δυνάμει του Κεφ.224 είτε δυνάμει του Ν.9/65 διότι το μεν άρθρο 80 του Κεφ.224 δεν αφορούσε αποφάσεις σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης, εφόσον τέτοια διαδικασία δεν προβλεπόταν στο Κεφ.224, ενώ το δε άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 αφορούσε μόνο αποφάσεις σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης η οποία προβλεπόταν ρητά στο Ν.9/65και όχι άλλες διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης, όπως είναι η διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 ή δυνάμει των διατάξεων του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, Κεφ.223. [22] Συγκεκριμένα η περίπτωση υπό εξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο αφορούσε αναγκαστική πώληση δυνάμει δικαστικού εντάλματος πώλησης (writ of sale) σε αγωγή της εφεσείουσας εναντίον της εφεσίβλητης 3, δηλαδή, διαδικασία αναγκαστικής πώλησης δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.223 και συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί κατ' έφεση είτε στα πλαίσια του άρθρου 80 του Κεφ.224 είτε στα πλαίσια του άρθρου 51
(1)του Ν.9/
- Βεβαίως το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως το Κεφ. 223 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο του 2002 Ν.82(Ι)/2002όμως θεωρώ πως τα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση Lombard Natwest Bank Limited v.
- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ. ά. αναδεικνύουν και τα όσα το Δικαστήριο αναφέρει πιο πάνω σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας υπό εξέταση με αυτή την απόφαση στις διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης δυνάμει των άρθρων 98 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. [23] Συνεπώς, οι μόνες θεραπείες οι οποίες απομένουν προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι αυτές των παραγράφων (Α), (Β) και (Ζ) της έφεσης. [24] Σε σχέση με τις παραγράφους (Α) και (Β) βεβαίως αυτό το οποίο εξετάζεται από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο υπάρχει οποιοσδήποτε από τους τέσσερεις λόγους έτσι ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης τύπου ΙΑ η οποία είχε δοθεί σε σχέση με δύο ξεχωριστά ακίνητα. Σχετικός επί του θέματος είναι και ο λόγος ένστασης
- [25] Με τη μαρτυρία προς απόδειξη της ύπαρξης των τριών πρώτων εκ των τεσσάρων αυτών λόγων (παράγραφος 26 της ένορκης δήλωσης του Χριστοφή Κούνουνα) αναφέρεται συλλήβδην πως οι «...δοθείσες ειδοποιήσεις δεν έχουν δεόντως επιδοθεί, δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο , προϋποθέσεις και έχουν αποσταλεί πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής στον ενυπόθηκο δανειστή». Ουσιαστικά, η μαρτυρία προς υποστήριξη της έφεσης η οποία προκύπτει από αυτή τη σύντομη αναφορά του ενόρκως δηλούντος απλά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται σχετικά στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. [26] Πραγματικά όχι μόνο δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη άμεσα σχετική μαρτυρία επί του θέματος προς υποστήριξη της έφεσης αλλά ούτε και διαπιστώνεται σε σχέση με το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων να ευσταθούν αυτές οι θέσεις του ενόρκως δηλούντος. Επιπλέον βεβαίως δεν είναι επιτρεπτό, δίχως να έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία έστω και υπό μορφή αναφορών του ενόρκως δηλούντος ως προς τους λόγους εξαιτίας των οποίων ο ίδιος ισχυρίζεται την ύπαρξη αυτών των κατ΄ ισχυρισμό δεδομένων, στη συνέχεια να καταβάλλεται προσπάθεια συμπλήρωσης οποιωνδήποτε κενών με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης. Ούτε και είναι σχετικό αναφορικά με τον πρώτο λόγο παραμερισμού της παραγράφου (α), ο οποίος έχει σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» να προβάλλεται επιχειρηματολογία σε σχέση με το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Ενώ οι ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είχαν αποσταλεί, σύμφωνα με την ημερομηνία επί αυτών (δηλαδή, 24/5/2016) μετά και από τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή η οποία είχε δοθεί σύμφωνα και με τις ειδοποιήσεις Τύπου «Ι», ημερομηνίας 9/2/2016. [27] Ουσιαστικά οι εφεσείοντες βάσει αυτής της μαρτυρίας και μόνο και έστω και σε συνδυασμό με τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος καλούν το Δικαστήριο να κρίνει πως ικανοποιούνται οι τρεις από τους τέσσερεις λόγους οι οποίοι αναφέρονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ όπως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ). Πραγματικά δεν διαπιστώνεται πως είναι δυνατό βάσει αυτής της μαρτυρίας ή ακόμη και του οποιουδήποτε τεκμηρίου το οποίο επισυνάπτεται στην έφεση όντως να είναι δυνατό να κριθεί ότι ικανοποιείται οποιοσδήποτε από τους συγκεκριμένους λόγους. Συνεπώς, ο μόνος λόγος ο οποίος παραμένει προς εξέταση είναι ο λόγος (δ). [28] Σύμφωνα με το λόγο (δ) για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης θα πρέπει να «...εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)...» δηλαδή την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Υπενθυμίζω επίσης, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, πως λαμβάνοντας υπόψη τις αιτούμενες θεραπείες η έφεση συνδέεται άρρηκτα με την αγωγή του
- [29] Υπάρχει αναφορά στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης στην αγωγή του
- Βεβαίως η αγωγή του 2016 καταχωρήθηκε την ίδια ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε και η έφεση, δηλαδή στις 29/6/
- Η έφεση καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας η οποία προβλέπεται από το σχετικό Νόμο αναφορικά με τις ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» οι οποίες επιδόθηκαν στις 30/5/
- Όμως θεωρώ πως η αναφορά στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου σε εκκρεμότητα αγωγής για την ειδοποίηση Τύπου «Ι» (δηλαδή, ότι «.εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)», η οποία είναι η ειδοποίηση τύπου «Ι») χρονικά συνδέεται με την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Δηλαδή, με την απλή γραμματική ερμηνεία της παραγράφου (δ) και ιδιαίτερα της λέξης «εκκρεμεί» θεωρώ πως η συγκεκριμένη εκκρεμότητα θα έπρεπε να υφίσταται κατά την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Δηλαδή, ουσιαστικά, πριν από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». [30] Στην απουσία οποιασδήποτε εξειδικευμένης έννοιας η οποία να καθορίζεται από το σχετικό Νόμο (παραδείγματος χάριν, σε άρθρο ερμηνείας με σχετικό κατάλογο ορισμών συγκεκριμένων λέξεων ή φράσεων) όπως είναι δυνατό εννοιολογικά να γίνει αντιληπτό το ρήμα «εκκρεμώ», αυτό αναφέρεται σε μία κατάσταση ή ένα θέμα η οποία ή το οποίο δεν έχει επιλυθεί ακόμη ή διευθετηθεί ή αναλόγως ρυθμιστεί ή αντιμετωπιστεί έτσι ώστε να παύσει πλέον να υφίσταται ως μία εκκρεμότητα. [31] Συνεπώς θεωρώ πως η έννοια της αναφοράς σε εκκρεμότητα στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ οδηγεί στο εξής συμπέρασμα. Η αγωγή θα πρέπει να εκκρεμεί κατά την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και όχι, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση, να καταχωρείται ταυτόχρονα, δηλαδή κατά την ίδια ημερομηνία, καταχώρησης της έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, δηλαδή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [32] Η ενέργεια αυτή εύλογα οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως ουσιαστικά οι εφεσείοντες τεχνητά έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν, δηλαδή να πλάσουν, την εκκρεμότητα η οποία αναφέρεται στο λόγο της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ έτσι ώστε να ικανοποιείται ο λόγος αυτός. Θα ήταν πραγματικά παράδοξο εάν ο σχετικός Νόμος θέτει ένα λόγο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», δηλαδή ουσιαστικά μία προϋπόθεση προς έγκριση της έφεσης, και να παρείχε ταυτόχρονα τη δυνατότητα δημιουργίας αυτής της προϋπόθεσης μετά και από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και ιδιαίτερα δε κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης. Ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο θα επιτρεπόταν μία κατασκευή εκ των υστέρων προϋπόθεσης η οποία λογικά θα έπρεπε να προϋπήρχε της επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Επί αυτού του θέματος υπάρχει και άλλη σχετική αναφορά του Δικαστηρίου πιο κάτω στην παράγραφο [52] αυτής της απόφασης, κατά την εξέταση εισήγησης σε σχέση με την ταυτόχρονη αποστολή των ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και Τύπου «Ι». [33] Επιπλέον, θεωρώ πραγματικά πως η συγκεκριμένη αναφορά σε εκκρεμότητα θα πρέπει να ιδωθεί και εντός του προβλεπόμενου πλαισίου της διαδικασίας πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου. Επί αυτού του σημείου αξίζει βεβαίως να αναφερθεί μερικώς το Δικαστήριο και στο είδος της αγωγής το οποίο καταχωρήθηκε, δίχως βεβαίως να προδικάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από αυτή την απόφαση η έκβαση της αγωγής έστω και εάν αυτή δεν καλύπτεται από την δικαιοδοσία αυτού του Δικαστηρίου λόγω και της κλίμακας της. [34] Κατ΄ αρχάς σύμφωνα και με τη συγκεκριμένη αναφορά η αγωγή θα πρέπει να εκκρεμεί σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Δεν θεωρώ σκόπιμο εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης και έχοντας καταλήξει ως προς τη μη ικανοποίηση της προϋπόθεσης της εκκρεμότητας της αγωγής να εξεταστεί από το Δικαστήριο η έννοια της προβλεπόμενης σχετικότητας της αγωγής με την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Όμως, βάσει και της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου με τις αναφορές στις ένορκες δηλώσεις σε ψυχική πίεση την οποία είχε κατ΄ ισχυρισμό δεχτεί η δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους των εφεσειόντων κατά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 1413/05 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου και το φωτοαντίγραφο της γενικής οπισθογράφησης της αγωγής του 2016, τότε τα επίδικα θέματα αυτής, όπως αυτά προκύπτουν βάσει των προαναφερόμενων στοιχείων, είναι η ύπαρξη κυρίως ψυχικής πίεσης εξαιτίας και της οποίας εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή 1413/05 και της οποίας ζητείται, με την αγωγή του 2016, ο παραμερισμός. Με αναφορές βεβαίως και σε ύπαρξη δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παρανομίας και λάθους. [35] Επομένως, ανεξάρτητα και από το βαθμό της οποιασδήποτε προβαλλόμενης σύνδεσης του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή 1413/05 και των ποσών τα οποία αναφέρονται εντός των ειδοποιήσεων Τύπου «Ι», θεωρώ πραγματικά πως η επικαλούμενη σύνδεση μεταξύ αυτών και της αγωγής του 2016 θα ήταν εκτός είτε της πραγματικής πτυχής είτε της νομικής πτυχής του όλου πλαισίου το οποίο καθορίζεται από το σχετικό Νόμο σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. [36] Βεβαίως αυτό το οποίο έχει καθοριστική σημασία είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς την μη ικανοποίηση της προϋπόθεσης της εκκρεμότητας αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «Ι». [37] Συνεπώς ούτε ο λόγος (δ) ικανοποιείται έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο για παραμερισμό των ειδοποιήσεων της σκοπούμενης πώλησης. Απομένει επομένως προς εξέταση η θεραπεία της παραγράφου (Ζ) αναφορικά με το θέμα της συνταγματικότητας του σχετικού Νόμου και συγκεκριμένα, όπως τίθεται εντός αυτής, των άρθρων 37 και τα άρθρα 44Α έως και 44ΙΖ του σχετικού Νόμου τα οποία προστέθηκαν στο σχετικό Νόμο από τον Τροποποιητικό Νόμο του 2014. [38] Η παράγραφος (Ζ) της έφεσης αποτελείται από ένα συνονθύλευμα αναφορών σε άρθρα του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα από διάφορους Νόμους, άρθρα της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, γνωστή και ως Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ευρωπαϊκές Κοινοτικές Οδηγίες, Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και γενικά και αόριστα ".άλλες σχετικές με το θέμα οδηγίες και Κανονισμούς". Το Δικαστήριο δεν θα παραθέσει λέξη προς λέξη το περιεχόμενο της παραγράφου (Ζ) εντός αυτής της απόφασης. Αυτό λαμβάνεται υπόψη ως έχει αλλά κυρίως και όπως αυτό έχει προωθηθεί με σχετική επιχειρηματολογία. [39] Σύμφωνα με αυτή την επιχειρηματολογία εάν η εφαρμογή ενός Νόμου δεν δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελεγχθούν οι ενέργειες και πράξεις προσώπων που ενεργούν και επηρεάζουν τα συμφέροντα οποιουδήποτε προσώπου τότε αυτός ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός και οι πρόνοιες του δεν πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Αναφορικά με αυτή τη θέση αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι ότι ο σχετικός Νόμος και ιδιαίτερα ο Τροποποιητικός αυτού Νόμος του 2014 εμπεριέχει επαρκή αριθμό ασφαλιστικών δικλίδων προς προστασία ενός ενυπόθηκου οφειλέτη σε βαθμό μάλιστα που να καθίσταται ακόμη και δυσλειτουργικός στην εφαρμογή του καθώς δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο της αναπάντεχης έγερσης διαφόρων δικαστικών διαδικασιών με τις οποίες να τίθεται υπό αμφισβήτηση η δυνατότητα όχι μόνο της σύντομης αλλά ακόμη και της ίδιας της διεκπεραίωσης της προβλεπόμενης διαδικασίας πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του πλειστηριασμού του. [40] Αρκεί ως παράδειγμα αυτής της διαπίστωσης να επισημανθεί η ύπαρξη του άρθρου 44ΙΓ του σχετικού Νόμου σύμφωνα με το οποίο αναφορικά ".µε την άσκηση των δικαιωµάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο, του οποίου τα έννοµα συµφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του παρόντος Μέρους, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ηµέρες από την ηµεροµηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό ∆ικαστήριο.". Θεωρώ πως η αναφορά εντός αυτού του άρθρου σε οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη στα πλαίσια του Μέρους VIA είναι τόσο γενική και απεριόριστη έτσι ώστε να διερωτώμαι πραγματικά πως είναι δυνατό να προβάλλεται η θέση πως ο σχετικός Νόμος δεν δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελεγχθούν οι ενέργειες και πράξεις προσώπων που ενεργούν και επηρεάζουν τα συμφέροντα οποιουδήποτε προσώπου. Η δε αναφορά σε άσκηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA θεωρώ πως είναι εύλογο στο όλο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου να συνδεθεί με το ενδεχόμενο της ύπαρξης της οποιασδήποτε ειδοποίησης ή πράξης έτσι ώστε να είναι δυνατό επίσης να θεωρείται πως τέτοια ειδοποίηση ή πράξη θα προκύπτει ως αποτέλεσμα ενεργειών του ενυπόθηκου δανειστή, έστω και εάν το συγκεκριμένο άρθρο δεν περιορίζει ρητά αυτό το ενδεχόμενο. Βεβαίως το Δικαστήριο αναγνωρίζει και την επιφύλαξη ουσιαστικά ως προς την αναγκαιότητα ή προϋπόθεση να προκαλείται ζημιά στα έννομα συμφέροντα είτε του ενυπόθηκου οφειλέτη είτε του οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου, όμως εύλογα εγείρεται το εξής ερώτημα. Πως θα είναι εφικτό να κριθεί εκ των προτέρων εάν όντως παραβλάπτονται ή όχι τέτοια έννομα συμφέροντα δίχως πρώτα να προσφεύγει το συγκεκριμένο άτομο στο Δικαστήριο; Διαπιστώνεται δηλαδή η ύπαρξη ενός ισχυρού αλλά παράλληλα εκ πρώτης όψεως και απεριόριστου δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Επομένως, καθόλου δεν πείθει η θέση πως η εφαρμογή του σχετικού Νόμου δεν δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελεγχθούν οι ενέργειες και πράξεις προσώπων που ενεργούν και επηρεάζουν τα συμφέροντα οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Αντιθέτως, αναμφίβολα η δυνατότητα αυτή υπάρχει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε γενικά, δηλαδή και σε άλλες περιπτώσεις παρόμοιες με την παρούσα περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, η εφαρμογή του σχετικού Νόμου να δοκιμάζεται κατ΄ επανάληψη ενώπιον και αυτού του Δικαστηρίου. [41] Παρόμοια γενικότητα και σχεδόν απεριόριστη εμβέλεια ελέγχου παρατηρείται και στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου, το οποίο αναφέρεται ως επιπρόσθετο παράδειγμα της προαναφερόμενης διαπίστωσης του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο εκτός εάν «.προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωµά του να προχωρήσει µε ένδικα µέσα ενώπιον Επαρχιακού ∆ικαστηρίου µε βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόµους και Κανονισµούς αµφισβητώντας το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». Σημειωτέον βεβαίως πως η αναφορά στο «παρόν Μέρος» τόσο στο άρθρο 44ΙΓ όσο και στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Β είναι στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου το οποίο βεβαίως προνοεί για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. [42] Επίσης προτάσσεται ως επιχείρημα και η θέση πως οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2014 (Ν. 142(Ι)/2014)οι οποίες αφορούν τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή και όχι το Κτηματολόγιο είναι αντισυνταγματικές καθότι δεν καθορίζεται η αμεροληψία κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Υπάρχει επίσης στην επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτής της θέσης και η εξής επιτιμητική αναφορά σύμφωνα με την οποία όλοι «.γνωρίζομε τις συνθήκες ψήφισης του εν λόγω Νόμου δια την ικανοποίηση των δανειστών.» και πως θα «.έπρεπε το κράτος με τα συντεταγμένα όργανα του, νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, να εξεύρει τρόπους διεκπεραίωσης σε σύντομο χρονικό διάστημα και να διενεργεί με αμεροληψία πλειστηριασμούς και όχι ανεξέλεγκτα να αφήνονται να διεξάγονται από τις Τράπεζες εν όψει της ισχύος που διαθέτουν». Όμως πραγματικά δεν πείθει η θέση πως δεν εγκαθιδρύεται ο απαραίτητος έλεγχος της διαδικασίας πώλησης από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου είναι επαρκώς αυστηρές ως προς την εφαρμογή μίας πραγματικά επιμελούς και μεθοδικής διαδικασίας πώλησης από τον ενυπόθηκο δανειστή η οποία ελέγχεται σε όλα τα στάδια της εφαρμογής της. Επιπλέον, παρά και το ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια εντός αυτής της απόφασης για ένα τέτοιο εγχείρημα, μία σύγκριση της διαδικασίας πώλησης μέσω του Διευθυντή και αυτής μέσω του ενυπόθηκου δανειστή θα αναδείκνυε παραστατικά και τον έλεγχο από τα Δικαστήρια τον οποίο ο νομοθέτης επεδίωξε ως προς την εφαρμογή του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου, παρά και το γεγονός πως η διαδικασία αυτή διεξάγεται από τον ενυπόθηκο δανειστή. [43] Προβάλλεται επίσης η εισήγηση πως ο σχετικός Νόμος είναι αντισυνταγματικός επειδή περιέχει αντιφάσεις αναφορικά με τις ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και Τύπου «Ι». Το ερώτημα το οποίο προκύπτει βάσει αυτής της εισήγησης είναι το εξής. Πως είναι δυνατό να αποστέλλεται η ειδοποίηση Τύπου «Θ» με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και την ίδια ώρα ο ενυπόθηκος δανειστής να δικαιούται να αποστέλλει την ειδοποίηση Τύπου «Ι»; Προσθέτοντας πως οι συγκεκριμένες διατάξεις αντιστρατεύονται η μία την άλλη. Υποθέτει το Δικαστήριο - εφόσον αυτό δεν διευκρινίστηκε - πως η αναφορά στις συγκεκριμένες ειδοποιήσεις έχει σχέση με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου 2 του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου και στην παράγραφο (β) του ίδιου εδαφίου. [44] Σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου 2 του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου οποιαδήποτε «..ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερηµερία ή απαίτηση για πληρωµή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτηµένο πιστωτικό ίδρυµα δυνάµει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυµάτων Νόµου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο "Θ" του Δεύτερου Παραρτήματος". [45] Ενώ σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου 2 του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου η ειδοποίηση «.που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» συνοδεύει και την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ, δεν συνοδεύει όµως οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση προβλέπεται στο παρόν Μέρος». [46] Βεβαίως η ειδοποίηση η οποία προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ είναι η ειδοποίηση Τύπου «Ι». Πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο πως προκύπτει η οποιαδήποτε αντίφαση από την αποστολή ταυτόχρονα και των δύο τύπων ειδοποίησης. Μάλιστα ανακριβώς αναφέρεται ως μέρος της επιχειρηματολογίας πως ο ενυπόθηκος δανειστής «δικαιούται» την ίδια ώρα να αποστείλει την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Η αποστολή δεν είναι θέμα δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή. Ο σχετικός Νόμος επιτακτικά επιβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή την αποστολή και της ειδοποίησης Τύπου «Θ» όταν και εφόσον επιλέξει να αποστείλει την ειδοποίηση Τύπου «Ι». [47] Ουσιαστικά ο σχετικός Νόμος επιβάλει υποχρέωση στον ενυπόθηκο δανειστή, όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, σε περίπτωση κατά την οποία στείλει οποιαδήποτε ειδοποίηση είτε ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους όπως αυτή η ειδοποίηση να συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπου «Θ». Ενώ σε σχέση με οποιεσδήποτε άλλες ειδοποιήσεις οι οποίες προβλέπονται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου, με εξαίρεση την ειδοποίηση Τύπου «Ι», δεν υπάρχει παρόμοια υποχρέωση. [48] Δηλαδή, σε οποιαδήποτε περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα και επιλέξει όπως αποστείλει προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη είτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία είτε απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους τότε αυτή η ειδοποίηση ή απαίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπου «Θ». Δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός ως προς τον αριθμό ή χρόνο αποστολής τέτοιας ειδοποίησης ή απαίτησης. Ούτε και καθορίζεται συγκεκριμένος τύπος ειδοποίησης ή απαίτησης. Δηλαδή, ένας ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, προτού επιλέξει να ενεργοποιήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου, έχει την υποχρέωση κάθε φορά που θα στείλει τέτοια ειδοποίηση ή απαίτηση να μεριμνήσει έτσι ώστε αυτή να συνοδεύεται και από την ειδοποίηση Τύπου «Θ». [49] Συνεπώς, υπάρχει η δυνατότητα όπως η ειδοποίηση Τύπου «Θ», πριν από την έναρξη της διαδικασίας η οποία θα οδηγήσει στον πλειστηριασμό ενός ενυπόθηκου ακινήτου, να διαδραματίζει ένα εντελώς αυθύπαρκτο ρόλο. Η κύρια διασύνδεση της με τη διαδικασία πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου αρχίζει αλλά παράλληλα και τελειώνει όταν πλέον ο ενυπόθηκος δανειστής επιλέγει να αρχίσει τη διαδικασία πώλησης η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Βεβαίως η αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι» σύμφωνα με το άρθρο 44Γ του σχετικού Νόμου προϋποθέτει και τήρηση των όσων προνοούνται από το άρθρο 44Β εντός του οποίου υπάρχει και αναφορά στην ειδοποίηση Τύπου «Θ». [50] Το κύριο επιχείρημα προς εξέταση ως προς την προτεινόμενη αντισυνταγματικότητα του σχετικού Νόμου είναι η εισήγηση ύπαρξης αντιφάσεων μεταξύ του περιεχομένου των ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και Τύπου «Ι». Προφανώς η αναφορά στην εισήγηση ως προς την αποστολή «την ίδια ώρα» έχει σχέση με τις δυνατότητες ως προς το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του χρέους στην ειδοποίηση Τύπου «Θ» ενώ με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» ουσιαστικά ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης πως εάν δεν καταβάλει εντός 30 ημερών το απαιτητό ποσό σύμφωνα με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού τότε ο ενυπόθηκος δανειστής θα προχωρήσει με τη διαδικασία πλειστηριασμού όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Παρέχεται βεβαίως ακόμη και με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» η δυνατότητα εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει διαφορετική γνώμη όπως πληροφορήσει γραπτώς τον ενυπόθηκο δανειστή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης. [51] Διατηρώντας υπόψη τόσο τη δυνατότητα ξεχωριστής και προγενέστερης αποστολής της ειδοποίησης Τύπου «Θ» αλλά και το διαφορετικό σκοπό της καθεμίας από αυτές τις δύο ειδοποιήσεις θεωρώ ότι δεν προκύπτει αντίφαση μεταξύ των δύο τύπων ειδοποίησης. Ούτε και θεωρώ ως τυχαία την πρόνοια στο σχετικό Νόμο ως προς την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Θ» μαζί με την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Επισημαίνω πως εντός της ειδοποίησης Τύπου «Θ» υπάρχει και η εξής σημαντική αναφορά σε σχέση με την δυνατότητα προσφυγής από τον ενυπόθηκο οφειλέτη στο Δικαστήριο. Αναφέρεται συγκεκριμένα πως εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει επαρκείς λόγους να πιστεύει ότι δεν οφείλει στο δανειστή του το απαιτούμενο ποσό ή ακόμη και εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει επαρκείς λόγους να πιστεύει ότι ο ενυπόθηκος δανειστής δεν έχει ενεργήσει σύμφωνα με το Νόμο τότε ενδεχομένως να έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους. [52] Προστίθεται επίσης και η εξής σημαντική αναφορά εντός της ειδοποίησης Τύπου «Θ» η οποία θεωρώ έχει σχέση και με την παράγραφο (δ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Ότι δηλαδή οποιαδήποτε πράξη πρέπει να αρχίσει πριν την επίδοση της ειδοποίησης προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Δηλαδή, πριν από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Συνεπώς, η παράλληλη αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Θ» με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» παρέχει και αυτή τη σημαντική επισήμανση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ως προς τις συνέπειες της πιθανής απραξίας του μετά και από την επίδοση προς αυτόν της ειδοποίησης Τύπου «Ι» αλλά πριν από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». [53] Επομένως, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως βάσιμη τη θέση ως προς το ότι είναι δυνατό να κριθεί ως αντισυνταγματικός ο σχετικός Νόμος εξαιτίας της παράλληλης αποστολής των ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και Τύπου «Ι» ή ότι οι διατάξεις σε σχέση με αυτές τις ειδοποιήσεις αντιστρατεύουν η μία την άλλη. [54] Βεβαίως οι εισηγήσεις ως προς την αντισυνταγματικότητα και άλλων διατάξεων του σχετικού Νόμου προβάλλονται ουσιαστικά με ένα ρητορικό κυρίως τρόπο αντί με την επιβαλλόμενη ανάλυση της αντίθεσης συγκεκριμένων προνοιών του σχετικού Νόμου με συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος. Εύστοχη η αναφορά στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη του τρίτου λόγου ένστασης ως προς το ότι θα έπρεπε να υπήρχε παράθεση του κάθε άρθρου του σχετικού Νόμου σε αντιπαραβολή με το άρθρο του Συντάγματος στο οποίο αυτό αντίκειται και όχι να τίθενται γενικά και αόριστα το άρθρο 37 και ουσιαστικά ολόκληρο το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου προς εξέταση της αντισυνταγματικότητας αυτών. [55] Επιπλέον και οι αναφορές του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της έφεσης επί του συγκεκριμένου θέματος είναι γενικές και αόριστες όμως χάριν της πληρότητας της εξέτασης της επιχειρηματολογίας η οποία προτάθηκε ως προς την αντισυνταγματικότητα του σχετικού Νόμου το Δικαστήριο έκρινε ορθό και δίκαιο όπως εξετάσει τις εισηγήσεις οι οποίες προτάθηκαν με την επιχειρηματολογία σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα του σχετικού Νόμου. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτό είναι εφικτό έχοντας υπόψη και την επιχειρηματολογία η οποία προτάθηκε προς στοιχειοθέτηση αυτών των θέσεων. [56] Ερωτούν οι δικηγόροι των εφεσειόντων πως είναι συνταγματικός ο Νόμος «...όταν οι εκτιμήσεις οι οποίες διεξάγονται δεν μπορούν να ελεχθούν αναφορικά με την ορθότητα τους από το Δικαστήριο;» προβάλλοντας παράλληλα και εισήγηση ως προς το ότι το μέρος αυτό του σχετικού Νόμου παραβιάζει το άρθρο 28 του Συντάγματος. Αυτή στο σύνολο της είναι η επιχειρηματολογία επί του συγκεκριμένου θέματος. Καμία εξήγηση, ή σύγκριση ενδεχομένως με άλλη νομοθεσία ή ακόμη ενδεχομένως και με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, δεν προσφέρεται ως προς τους λόγους βάσει των οποίων οι πρόνοιες για ετοιμασία εκτιμήσεων στο σχετικό Νόμο παραβιάζουν τη βασική αρχή του άρθρου 28 του Συντάγματος ως προς το ότι δηλαδή όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοίκησης και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχουν ίσης προστασίας και μεταχείρισης. [57] Προσεχτική ανάγνωση του άρθρου 44Δ το οποίο προνοεί για τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου αναδεικνύει την επιμελή ρύθμιση του όλου θέματος από τον νομοθέτη έτσι ώστε να διασφαλίζεται με όσο το δυνατό ορθότερο τρόπο ο καθορισμός της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Ουσιαστικά αυτό το οποίο υποστηρίζεται και προτείνεται από την επιχειρηματολογία σε σχέση με το θέμα των εκτιμήσεων είναι η ύπαρξη μίας δικαστικής διαδικασίας για καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Ενδεχομένως όπως και στην περίπτωση καθορισμού δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης μετά από την απαλλοτρίωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Όμως η πρόνοια για την ένταξη μίας τέτοιας δικαστικής διαδικασίας στη διαδικασία πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου ασφαλώς και δεν θα ήταν πρακτική και ούτε και θα αποκλειόταν αυτή εν τέλει να αποδεικνυόταν αναποτελεσματικά χρονοβόρα. Επιπλέον θα πρέπει να διατηρηθεί υπόψη πως στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό το οποίο καθορίζεται είναι η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου με εφαρμογή επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης για τον πλειστηριασμό ο οποίος θα ακολουθήσει. Στον οποίο δεν αποκλείεται το ενυπόθηκο ακίνητο να πωληθεί σε ψηλότερη μεν αλλά σε καμία περίπτωση σε χαμηλότερη τιμή από αυτή της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης. [58] Πραγματικά δεν πείθει καθόλου η εισήγηση πως ο σχετικός Νόμος θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματικός διότι δεν προνοεί για δικαστικό έλεγχο των εκτιμήσεων στη βάση ότι αυτό παραβιάζει το άρθρο 28 του Συντάγματος. Επιπλέον υπενθυμίζω και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω γενικά ως προς τις δυνατότητες αμφισβήτησης οι οποίες παρέχονται είτε στον ενυπόθηκο οφειλέτη είτε σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο αναφορικά με την όλη διαδικασία πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου, μέρος της οποίας βεβαίως αποτελείται και από τη διαδικασία εκτίμησης ενυπόθηκου ακινήτου. [59] Προβάλλεται με γενικό και αόριστο τρόπο πως «...παραβιάζονται όλα τα άρθρα [η υπογράμμιση είναι δική μου] συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 23 & 26 του Συντάγματος, αφού ο Ενυπόθηκος δανειστής παραβλέπει την ίδια την απόφαση βάσει της οποίας ο ίδιος προχωρεί σε πλειστηριασμό των ακινήτων του Εφεσείοντα Νο. 2 μη λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι υποθήκες των κτημάτων των οποίων ζητείται η εκποίηση υποθηκεύθηκαν μόνο για συγκεκριμένα καθορισμένο ποσό και συγκεκριμένο επιτόκιο (Βλέπε ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην Έφεση)». [60] Πραγματικά έχοντας υπόψη το περιεχόμενο τόσο της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» όσο και της ειδοποίησης Τύπου «Ι» με αναφορές στο ενυπόθηκο χρέος εξασφαλισμένο με συγκεκριμένες υποθήκες προκαλεί απορία η θέση πως παραβλέπει με οποιοδήποτε τρόπο ο ενυπόθηκος δανειστής την απόφαση βάσει της οποίας έχει επιλέξει να προχωρήσει στη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων. Ιδιαίτερα δε στις ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» επί των οποίων επισυνάπτονται καταστάσεις λογαριασμού όπως προβλέπεται από το σχετικό Νόμο με σχετικές λεπτομέρειες εντός των οποίων αναφέρονται σε σχέση με την κάθε υποθήκη τα ποσά του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και το συνολικό οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος. Πραγματικά δεν πείθεται το Δικαστήριο με τα όσα αναφέρονται σχετικά πως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σχετικός Νόμος θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματικός διότι αυτός αντίκειται είτε προς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (άρθρο 23) είτε προς το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» (άρθρο 26). Δεν εξηγεί καν η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της συγκεκριμένης θέσης πως ακριβώς παραβιάζεται είτε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας είτε η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. [61] Βεβαίως η επιχειρηματολογία επεκτείνεται και σε εισήγηση ως προς την παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. Σύμφωνα με αυτή την εισήγηση υπάρχει καταστρατήγηση του άρθρου 30 επειδή υπάρχει περιορισμός της προσφυγής στο Δικαστήριο μόνο για 4 λόγους σύμφωνα με το άρθρο 44Γ. Προφανώς η εισήγηση αναφέρεται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ και τους 4 λόγους οι οποίοι αναφέρονται εντός αυτού για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, δηλαδή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Δεν διαπιστώνεται πως με τον καθορισμό συγκεκριμένων προϋποθέσεων για παραμερισμό μίας από τις ειδοποιήσεις οι οποίες προβλέπονται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου στερήθηκαν οι αιτητές του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ή πρόσβασης στο Δικαστήριο έτσι ώστε να είναι δυνατό να γίνει δεκτό πως η συγκεκριμένη πρόνοια του σχετικού Νόμου αντίκειται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. [62] Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος της συνταγματικότητας ενός Νόμου το Δικαστήριο συμφωνεί γενικά με την ανάλυση η οποία επιμελώς παρατίθεται εντός της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων της εφεσίβλητης δίχως παράλληλα να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη και παράθεση της εντός αυτής της απόφασης. [63] Επομένως, έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως δεν δικαιολογείται η επιδίκαση οποιασδήποτε από τις θεραπείες τις οποίες οι εφεσείοντες αιτούνται με την έφεση τους. Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ έχοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος των εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [64] Τέλος, διατηρώντας υπόψη πρώτο, την αναστολή της εκδίκασης και έκδοσης τελικής απόφασης στη μεταγενέστερη διαδικασία της Αίτησης/Έφεσης 172/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μέχρι και την εκδίκαση αυτής της έφεσης και την έκδοση τελικής απόφασης σε αυτή και δεύτερο, την έκδοση πλέον αυτής της τελικής απόφασης, θεωρώ πως η ακόλουθη ρύθμιση θα ήταν η ορθότερη αλλά και πιο δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Αντί το Δικαστήριο να προχωρήσει απευθείας στην έκδοση της τελικής του απόφασης στην Αίτηση/Έφεση 172/16, αυτή να οριστεί πρώτα για οδηγίες έτσι ώστε να δηλωθεί από τους δικηγόρους των διαδίκων κατά πόσο, έχοντας πλέον υπόψη και την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την εκδίκαση αυτής της έφεσης, επιθυμούν όπως προσθέσουν οτιδήποτε σε σχέση με την επιχειρηματολογία τους, βάσει και της οποίας στις 10/10/2016 επιφυλάχθηκε η σχετική απόφαση και σε σχέση με την οποία εκδόθηκε στη συνέχεια σχετικό διάταγμα αναστολής στις 19/10/2016. Προτού δηλαδή το Δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση της τελικής του απόφασης σε σχέση και με την Αίτηση/Έφεση 172/16. [65] Συνεπώς, η Αίτηση/Έφεση 172/16 ορίζεται για οδηγίες αύριο στις 9/12/2016 και ώρα 09:00. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο