ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. C.T. PRICE WISE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2127/2011, 23/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2127/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- C.T. PRICE WISE LTD, από την Πάφο
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, από την Πάφο
- ΑΝΘΟΥΛΛΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 23.12.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Χ. Καλογήρου για κ.κ. Χ. Καλογήρου & Σία ΔΕΠΕ (o κ. Λ. Νεοφύτου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους 1, 2 & 3: κα Δ. Καρακώστα για κ.κ. Α. Χρ. Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγομένους 1, 2 και 3 (στο εξής οι 'Εναγόμενοι') αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την πληρωμή ποσού €37.305,34 πλέον τόκο προς 12,5% ετησίως επί ποσού €717,40 από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 πλέον νόμιμο τόκο ετησίως επί ποσού €26.544,34 πλέον δικηγορικά έξοδα ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν στη βάση διάρρηξης συμφωνίας ενοικιαγοράς δύο οχημάτων από την Εναγόμενη 1 και παράβασης συμφωνίας εγγύησης από τους Εναγομένους 2 και 3, διαζευκτικά ως οφειλόμενο υπόλοιπο που κατ' ισχυρισμό προέκυψε μετά την παροχή δανείου για την ενοικιαγορά αυτή των οχημάτων χωρίς χαριστική πρόθεση και ως αποζημιώσεις λόγω ζημιάς που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν δυνάμει αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων εις βάρος τους. Περαιτέρω οι Ενάγοντες διεκδικούν την έκδοση διατάγματος που να υποχρεώνει την Εναγόμενη 1 να παραδώσει τα δύο επίδικα οχήματα στους Ενάγοντες στο κεντρικό τους κατάστημα στην Πάφο, ήτοι στην οδό γωνίας Χαράλαμπου Μούσκου και Γρηγόρη Αυξεντίου, 5ος όροφος, γραφείο 507, Πάφος, εντός 5 ημερών από την επίδοση του εν λόγω διατάγματος στην Εναγόμενη 1 με σκοπό να πωληθούν και το τίμημα της πώλησης να διατεθεί για εξόφληση ή έναντι των αξιούμενων ποσών. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τις απαιτήσεις των Εναγόντων και ανταπαιτούν από αυτούς την καταβολή ποσού €37.305,34, έξοδα μαρτύρων και εμπειρογνωμόνων και γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο επί επιδικαζόμενου ποσού και δικηγορικά έξοδα συνεπεία ζημιών που ισχυρίζονται ότι επωμίστηκαν λόγω επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδουν στους Ενάγοντες. Επιπλέον οι Εναγόμενοι επιδιώκουν δήλωση με την οποία να κηρύσσονται άκυρες και/ή χωρίς νομική ισχύ οι συμφωνίες ενοικιαγοράς και εγγύησης. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 28.07.09 στην Πάφο μεταξύ αυτών και της Εναγομένης 1, ενοικίασαν στην τελευταία τα οχήματα μάρκας BMW και Mitsubishi με αριθμούς εγγραφής KRV 209 και KQH 384 αντίστοιχα έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των €43.044,54 συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων ενοικιαγοράς και συναφών εξόδων. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες το τίμημα ενοικιαγοράς θα ήταν πληρωτέο σε 60 μηνιαίες δόσεις έκαστη ύψους €717,40 και με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την 31.08.09 και στη συνέχεια την τελευταία ημέρα εκάστου επομένου μήνα μέχρι εξόφλησης. Σύμφωνα ακόμη με τους Ενάγοντες συμφωνήθηκε ο τόκος υπερημερίας να είναι κατά 7 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο που θα ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της καθυστέρησης υπολογισμένο από την ημερομηνία που έπρεπε να είχε γίνει η πληρωμή μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Επίσης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά και/ή κεχωρισμένα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία ενοικιαγοράς. Παράλληλα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν.160(Ι)/99)τους παρέχει δικαίωμα διαφοροποίησης το ποσοστό επιτοκίου επί των καθυστερήσεων δόσεων, για τις οποίες αναθεωρήσεις ενημέρωναν τους Εναγομένους με γραπτή επιστολή και/ή με ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι έναντι τους συμφωνημένου τιμήματος πληρώθηκε το ποσό των €5.739,20 που αντιστοιχεί στις δόσεις από 31.08.09 μέχρι 31.03.10 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων ενώ βρίσκονται σε εκκρεμότητα οι δόσεις από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, το ύψος των οποίων ανέρχεται στα €10.761 πλέον τόκους υπερημερίας. Περαιτέρω είναι η θέση των Εναγόντων ότι με επιστολή τους ημερομηνίας 08.07.11 προς τους Εναγομένους τερμάτισαν την συμφωνία ενοικιαγοράς αξιώνοντας την πληρωμή του υπολοίπου ποσού, το ύψος των οποίων, εκτός από αυτό των καθυστερημένων δόσεων, ανέρχεται στα €26.544,34, ποσά τα οποία παραμένουν οφειλόμενα μέχρι σήμερα. Παράλληλα κάλεσαν την Εναγόμενη 1 να τους παραδώσει τα επίδικα οχήματα, πλην όμως αυτή παρέλειψε να το πράξει μέχρι σήμερα. Από την άλλη οι Εναγόμενοι απορρίπτουν όλες τις θέσεις των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι αυτό που συμφωνήθηκε ήταν η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων εις το όνομα της αναφερόμενης από τους Ενάγοντες συμφωνίας ενοικιαγοράς. Επ' αυτού οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν κατέχουν τα επίδικα οχήματα. Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων ότι αν ήθελε αποδειχτεί η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας ενοικιαγοράς και εγγυήσεων, αυτές είναι παράνομες και κατ' επέκταση άκυρες και/ή ακυρώσιμες επειδή έγιναν χωρίς την ελεύθερη βούληση τους και επειδή αποτελούν προϊόν αμέλειας, απάτης και/ή δόλου, ψευδών παραστάσεων, αθέμιτου επιρροής, παράβασης εμπιστευτικής σχέσης, παράβασης επαγγελματικού καθήκοντος, σύγκρουσης συμφερόντων και άσκησης ψυχικής πίεσης από τους Ενάγοντες εις βάρος των Εναγομένων, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται μέσα από το κοινό δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης τους. Επίσης οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι όροι της μεταξύ των ιδίων και των Εναγόντων συμφωνίας είναι αυτοί που οι Ενάγοντες επικαλούνται στην έκθεση απαίτησης τους. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην πληρωμή οποιουδήποτε αξιούμενου ποσού. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τη θέση των Εναγόντων ότι οι συμφωνίες που οι Ενάγοντες επικαλούνται έχουν νόμιμα τερματιστεί και ότι τα ποσά που διεκδικούν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα, οφειλόμενα και απαιτητά. Επιπλέον είναι η θέση των Εναγομένων ότι τα ποσά που οι Ενάγοντες αξιώνουν περιέχουν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις, οι οποίες παραβαίνουν τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/96)αλλά και αντιβαίνουν τις παράλληλες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των Εναγόντων. Επιπροσθέτως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες επέδειξαν τέτοια συμπεριφορά και προέβηκαν σε τέτοιες ενέργειες αλλά και σε παραλείψεις που τους προκάλεσαν ζημιές που για την παρούσα υπόθεση αναλογούν στο ύψος που ανταπαιτούν. Εις αντίκρουση των θέσεων αυτών των Εναγομένων, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τη συμπεριφορά που τους αποδίδεται καθώς και για πράξεις και παραλείψεις που τους χρεώνονται λέγοντας πως ουδέποτε ανέλαβαν και/ή διεξήγαγαν επαγγελματική μελέτη καθώς επίσης ουδέποτε παρείχαν συμβουλές και διαβεβαιώσεις στους Εναγομένους αναφορικά με επαγγελματικές δραστηριότητες και επενδύσεις τους. Παράλληλα ισχυρίζονται ότι ουδεμία ευθύνη φέρουν για την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες ακόμη αρνούνται ότι εξ' υπαιτιότητας συμπεριφοράς τους οι Εναγόμενοι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά, βλάβη ή απώλεια και ισχυρίζονται ότι τα ποσά που απαιτούν δεν σχετίζονται με οποιοδήποτε αναπτυξιακό ή επιχειρησιακό ή επενδυτικό σχέδιο των Εναγομένων. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν είχαν κάποιο αναπτυξιακό ή επιχειρησιακό ή επενδυτικό σχέδιο που αποσκοπούσαν να είναι επικερδές ή βιώσιμο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες, ήτοι την κυρία Άννα Κωνσταντίνου (ΜΕ1) που κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στο τμήμα αποδοχής συμβολαίου στην υπηρεσία χρηματοδοτήσεων των Εναγόντων στην Πάφο και την κυρία Θεοδώρα Κωνσταντινίδου (ΜΕ2), η οποία κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στην πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ενώ σήμερα βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ). Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι κάλεσαν ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα τον Εναγόμενο 2 (ΜΥΑ). Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 10 τεκμήρια. Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας αφού πλήρης έκταση του είναι καταγραμμένο στα πρακτικά. Αναφορά στη μαρτυρία καθώς και στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια θα γίνεται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης τους, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία και σε διάφορε νομοθεσίες να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους μάρτυρες των πελατών του κρίνοντας τους ως μάρτυρες αλήθειας. Παράλληλα ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των Εναγομένων δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή επειδή είναι γενική και αόριστη. Είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι όλοι ισχυρισμοί που συνθέτουν το πλαίσιο υπεράσπισης των Εναγομένων θα πρέπει να απορριφθούν με έξοδα εναντίον τους επειδή στερούνται επαρκούς στοιχειοθέτησης. Παράλληλα ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση εναντίον των Εναγομένων ως οι αξιούμενες θεραπείες που σημειώνονται στην έκθεση απαίτησης επειδή οι Ενάγοντες απέδειξαν την απαίτησης τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Για τον ίδιο λόγο, ήτοι το ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που θα οδηγούσε σε απόδειξη της, ο εν λόγω συνήγορος υπέβαλε ότι θα πρέπει να απορριφθεί η ανταπαίτηση των Εναγομένων με έξοδα εις βάρος τους. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, ο οποίος υποστήριξε ότι μέσα από την μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχθεί όλες οι υπερασπιστικές θέσεις των πελατών του. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο όλοι οι μάρτυρες των Εναγόντων θα πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι. Είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι όλοι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων παρέμειναν γενικοί, αόριστοι αστήριχτοι και μετέωροι, συνεπεία των οποίων οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους ως όφειλαν, η οποία, όπως εισηγήθηκε, θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον τους. Καταλήγοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ των πελατών του και εναντίον των Εναγόντων ως η ανταπαίτηση. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Το νομικό καθεστώς της Εναγομένης 1 είναι ζήτημα που δεν αμφισβητήθηκε μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Επίσης είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής της Εναγομένης 1 και η Εναγόμενη 3 ήταν η μητέρα του Εναγομένου
- Τα γεγονότα αυτά που δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων: Στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ειδικότερα στις παραγράφους 2 και 3 καταγράφονται δύο προδικαστικές ενστάσεις. Οι Εναγόμενοι όμως επέλεξαν να μην προβούν στα δέοντα δικονομικά διαβήματα έτσι ώστε να εκδικαστούν πριν από την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Η μη προώθηση τους σφραγίζει τη μοίρα των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων. Ανεξάρτητα της πιο πάνω αναπόφευκτης κατάληξης, η πρώτη προδικαστική ένσταση αναφέρεται σε ισχυριζόμενους παράνομους και αντισυμβατικούς τόκους και/ή χρεώσεις που σύμφωνα με τους Εναγομένους συνιστούν ποινική ρήτρα και παραβαίνουν τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο του 1996 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.93(Ι)/96), τα σημεία της οποίας που τη συνθέτουν αποτελούν μέρος των δικογραφημένων υπερασπιστικών θέσεων των Εναγομένων, οι οποίες, όπως και οι υπόλοιπες, θα εξεταστούν στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που θα αξιολογηθεί. Σε σχέση με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, ανεξαρτήτως της μοιραίας πορείας της, η οποία αναφέρει ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να καθορίσουν εξ' αρχής την εμβέλεια των επιθυμούμενων εξασφαλίσεων τους σε περιουσιακά στοιχεία και ότι είναι ορθό, έντιμο και δίκαιο να στραφούν πρώτα στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα προτού οχλήσουν τους Εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές, θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής οι Εναγόμενοι ή εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές, δεν έθεσαν θέμα προστασίας τους με ισχυρισμό για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης στην περίπτωση που κριθεί ότι θα εκδοθεί εναντίον τους προκειμένου να εξεταστεί στη βάση προσκομισθείσας μαρτυρίας σύμφωνα με τη διαδικασία που προνοείται από τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.197(Ι)/2003)και ως εκ τούτου περαιτέρω σχολιασμός επί ενός τέτοιου ζητήματος είναι άνευ ουσίας και αντικειμένου. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Προτού ασχοληθώ με τον κάθε ένα μάρτυρα ξεχωριστά που παρουσιάστηκε και κατέθεσε ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, θα εξετάσω το επίδικο ζήτημα που αφορά το είδος των εργασιών που η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ διεξήγαγε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η οποία φέρει την ταυτότητα των Εναγόντων στην υπόθεση αυτή. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και συνεχίζουν να διεξάγουν τραπεζικές και χρηματοδοτικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Από την άλλη οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται τη θέση αυτή των Εναγόντων. Στα πλαίσια απόδειξης της πιο πάνω θέσης ως οφειλόταν, κατατέθηκε το Τεκμήριο 6 που είναι πιστοποιητικό σύστασης των Εναγόντων από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 05.08.
- Μέσα από μελέτη και αξιολόγηση του, του οποίου εγγράφου η ορθότητα και αλήθεια του περιεχομένου του δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι, διαπιστώνω ότι πρόκειται για βεβαίωση από το αρμόδιο τμήμα, ήτοι τον Έφορο Εταιρειών, με την οποίαν πιστοποιείται ότι πρόκειται για νομικό πρόσωπο που ενεγράφη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών την 31.12.
- Η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να δημιουργεί την εντύπωση διαγραφής του εν λόγω οργανισμού από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών με οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ότι ο οργανισμός αυτός εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με την επωνυμία που είχε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο αλλά και να συνεχίζει σήμερα να φέρει αυτή που σημειώνεται στο προαναφερόμενο τεκμήριο. Παράλληλα δόθηκε μαρτυρία τέτοια που καθιστά αντιληπτό ότι οι Ενάγοντες είναι κυπριακή τράπεζα που ασκεί στην Κύπρο εργασίες σχετικές με τον τραπεζικό τομέα. Περαιτέρω συνδυασμένη μελέτη των προνοιών του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 έως 2016 (Ν.66(Ι)/97), του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)και των Διαταγμάτων Πώλησης των Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, όλα μετά των συναφών τροποποιήσεων, καθιστά σαφές ότι οι Ενάγοντες είναι κυπριακή τράπεζα που ασκεί εργασίες τραπεζικής φύσεως παρέχοντας δάνεια, χρηματοδοτήσεις, ενοικιαγορές, πιστωτικές διευκολύνσεις και άλλων σχετικών με τον τραπεζικό τομέα υπηρεσιών. Πέραν όμως αυτού το ότι οι Ενάγοντες είναι κυπριακή τράπεζα αδειούχα στο να διεξάγει τραπεζικές και χρηματοδοτικές εργασίες είναι γεγονός για το οποίο έχω δικαστική γνώση. Το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες το έτος 2013 ανέλαβαν ως αποκτών πρόσωπο τα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και γενικότερα τη διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Βέβαια αυτό το γεγονός ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αγωγής όπως βασικά δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μέχρι την ανάληψη των εργασιών της από τους Ενάγοντες λειτουργούσε ως κυπριακή τράπεζα. Προηγουμένως και συγκεκριμένα μέχρι τις 05.04.12 η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ονομαζόταν Marfin Popular Bank Public Co Ltd και τούτο καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 1 που είναι πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 05.04.
- Μέσα από μελέτη και αξιολόγηση του, του οποίου εγγράφου η ορθότητα και αλήθεια του περιεχομένου του δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι, παρατηρώ ότι υπήρξε αλλαγή της επωνυμίας του εν λόγω οργανισμού δυνάμει ειδικού ψηφίσματος. Γενικά θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός αυτό ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Από τα πιο πάνω δεδομένα και στοιχεία προκύπτει ότι η επίδικη συναλλαγή που εμπλέκει τους Εναγομένους ξεκίνησε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, η οποία αργότερα και συγκεκριμένα στις 05.04.12 μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ενώ ακολούθως η συναλλαγή αυτή, όπως και άλλες συναλλαγές, υποχρεώσεις και εργασίες της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, γνωστής στο κοινό ως 'Λαϊκή Τράπεζα', αναλήφθηκε από τους Ενάγοντες στα πλαίσια απόκτησης των υποχρεώσεων και εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων. Η ΜΕ1 δημιούργησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Με σεβασμό στην αλήθεια η εν λόγω μάρτυρας ήλθε και με ειλικρίνεια παρουσίασε τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπική της γνώσης. Στις διάφορες ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν απαντούσε απλά, αυθόρμητα, με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές. Εκεί που δεν γνώριζε κάτι ή αδυνατούσε να απαντήσει επειδή δεν ήταν αρμόδια το έθετε ευθέως χωρίς έτσι να παραπλανεί ή να παραπληροφορεί. Αυτά αποτελούν δείγματα της ειλικρίνειας της ΜΕ
- Σε καμία περίπτωση η μάρτυρας αυτή μου έδωσε την εντύπωση ότι οι τοποθετήσεις της ήταν κατασκευασμένες ή ότι περιείχαν το στοιχείο της υπερβολής. Η δε μαρτυρία της είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της. Την ίδια στιγμή διάφορες αναφορές της στα γεγονότα που επικαλέστηκε ότι διαδραματίστηκαν υποστηρίζονται από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στοιχείο που καθιστά την μαρτυρία της πειστική. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ορισμένες διαφορές που παρατηρούνται στην μαρτυρία της ΜΕ1, πλην όμως αυτές αντικριζόμενες υπό το πρίσμα όλης της μαρτυρίας της αφορούσαν επουσιώδη ζητήματα. Πρόκειται για διαφοροποιήσεις της ΜΕ1 σε τοποθετήσεις της επί παρεμφερών λεπτομερειών, η διάσταση των οποίων όμως δεν αλλοιώνει την ουσία των αναφορών της. Οι διαφορές αυτές δεν έχουν κηλιδώσει την ειλικρίνεια και φιλαλήθεια της μάρτυρας αυτής με αποτέλεσμα να μην έχει πληγεί η αξιοπιστία της. Αντίθετα θα έλεγα ότι αυτές οι επουσιώδεις διαφορές ενδυναμώνουν το επίπεδο αξιοπιστίας της ΜΕ1 δείχνοντας έτσι ότι δεν είχε προσχεδιάσει τις απαντήσεις που έδωσε κατά τη διάρκεια της ένορκης μαρτυρίας της. Τις αποδίδω στην στιγμιαία αδυναμία να έχει καθαρή μνήμη στα εν λόγω επιμέρους ζητήματα λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από τότε που τα γεγονότα συνέβησαν μέχρι που η ίδια κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με την πίεση που η ΜΕ1 φυσιολογικά αισθανόταν κατά τη διάρκεια της ένορκης μαρτυρίας της. Ειδικότερα είναι γεγονός ότι μέσα από την μαρτυρία της ΜΕ1 δεν έχει γίνει απόλυτα ξεκάθαρο πότε ακριβώς εξηγήθηκαν στους Εναγομένους το πως λειτουργεί μία συμφωνία ενοικιαγοράς, οι όροι που θα περιέχονταν στη σύμβαση ενοικιαγοράς της προκειμένης περίπτωσης, οι εξασφαλίσεις που θα δίδονταν για την παρούσα χρηματοδότηση καθώς και για τα δικαιώματα των Εναγόντων, όπως η ίδια είχε πει. Είναι εις γνώση του Δικαστηρίου ότι ενώ στη γραπτή δήλωση της που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.9) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της η μάρτυρας αναφέρει ότι οι πιο πάνω εξηγήσεις δόθηκαν περί τα τέλη Ιουλίου 2009 και αφού υπήρξε συμφωνία στη συνέχεια η εν λόγω μάρτυρας προχώρησε στην ετοιμασία του συμβολαίου ενοικιαγοράς, στην αρχή της αντεξέτασης της ανάφερε ότι οι εξηγήσεις αυτές δόθηκαν την ημέρα που υπογράφηκε η σύμβαση ενοικιαγοράς όταν η ΜΕ1 συναντήθηκε μαζί με τους Εναγομένους. Μάλιστα στη συνέχεια της αντεξέτασης της η εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι περί τα μέσα Ιουλίου 2009 οι Εναγόμενοι προσήλθαν στα γραφεία των Εναγόντων όπου αφού τους εξηγήθηκαν τα προαναφερόμενα ζητήματα συμφώνησαν για το περιεχόμενο της σύμβασης ενοικιαγοράς και ακολούθησε αίτημα του Εναγομένου 2, ως διευθυντής της Εναγομένης 1, για παροχή χρηματοδότησης, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε μετά πάροδο μερικών ημερών. Στη συνέχεια ετοιμάστηκε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και όταν οι Εναγόμενοι παρουσιάστηκαν εκ νέου στα γραφεία των Εναγόντων για υπογραφή της συμφωνίας τους εξηγήθηκαν ξανά τα προαναφερόμενα ζητήματα προτού υπογράψουν και ύστερα προχώρησαν με την υπογραφής της σύμβασης. Παρά την πιο πάνω διάσταση αυτό που αναδεικνύεται με ασφάλεια είναι ότι η ΜΕ1 εξήγησε στους Εναγομένους 2 και 3 τα προαναφερόμενα θέματα προτού αυτοί αποφασίσουν να προχωρήσουν με την υπογραφή της σύμβασης και αφού πρώτα ακολουθήθηκε η διαδικασία στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ήταν τότε που είχε αναφέρει στους Εναγομένους ότι μπορούν να λάβουν συμβουλή από δικηγόρο και/ή λογιστή χωρίς όμως αυτοί να το πράξουν. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι ενώ η ΜΕ1 στη σελίδα 6 της γραπτής δήλωσης της καθορίζει το βασικό επιτόκιο σε 5,5% στην αντεξέταση της το προσδιορίζει σε 4,85%, εξηγώντας όμως ότι προβαίνει σε διορθωτική αναφορά επειδή αυτό είναι το ύψος που σημειώνεται στη σύμβαση ενοικιαγοράς που υπογράφηκε μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης δεν αγνοώ ότι ενώ η ΜΕ1 στη σελίδα 5 της γραπτής δήλωσης της αναφέρει ότι οι Ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 08.07.11, μέσα από την αντεξέταση της που κατατέθηκε η εν λόγω επιστολή ως Τεκμήριο 5 διαπιστώνεται ότι το έγγραφο αυτό ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες και όχι από τους δικηγόρους τους. Ωστόσο είναι άνευ σημασίας εάν η επιστολή ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους. Αυτό που παραμένει ως ουσιαστικό είναι η ύπαρξη του Τεκμηρίου 5 και η θέση ότι αποστάληκε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία ως πρωτοφειλέτη με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εναγομένης
- Με γνώμονα τα πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων της υπόθεσης, περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 2, 3Α, 3Β και 5 που αποτελούν μέρος της. Από την μαρτυρία της ΜΕ1 δέχομαι τα πιο κάτω που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Περί τα τέλη Ιουλίου 2009 ο Εναγόμενος 2 προσήλθε στα γραφεία της τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd, μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, γνωστής στο κοινό ως 'Λαϊκή Τράπεζα', ζητώντας να χορηγηθεί χρηματοδότηση στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, στην οποία ήταν διευθυντής, με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς. Ως εκ της θέσεως της στην υπηρεσία, η ΜΕ1 εξήγησε τόσο στον ίδιο όσο και στην Εναγόμενη 3 που επίσης κάποια στιγμή μετέβηκε στα ίδια γραφεία το πως λειτουργεί μία συμφωνία ενοικιαγοράς, οι όροι που θα περιέχονταν, οι εξασφαλίσεις που θα δίδονταν για την χρηματοδότηση καθώς και για τα δικαιώματα του πιστωτικού οργανισμού που θα παρείχε τη χρηματοδότηση. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 πρόταξαν τους εαυτούς τους ως εγγυητές της Εναγομένης 1 που ήταν ο οργανισμός που ζήτησε από την 'Λαϊκή Τράπεζα' να λάβει χρηματοδότηση με ενοικιαγορά. Μπροστά σ' αυτές τις εξηγήσεις ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε δύο οχήματα που θα ήταν τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς. Επρόκειτο για τα οχήματα μάρκας BMW και Mitsubishi με αριθμούς εγγραφής KRV 209 και KQH 384 αντίστοιχα, τα οποία ήταν ιδιοκτησίας της εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd, της οποίας διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος
- Ακολούθησε η διαδικασία που αποτελούσε την πρακτική που ο εν λόγω πιστωτικός οργανισμός εφάρμοζε στην περίπτωση ενοικιαγοράς. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση για χορήγηση χρηματοδότησης με ενοικιαγορά των πιο πάνω οχημάτων. Μέσα από την αίτηση και σε συνεννόηση με την ΜΕ1 προτάθηκαν εξασφαλίσεις, η διάρκεια που θα βρισκόταν σε ισχύ η ενοικιαγορά, το ύψος της μηνιαίας δόσης/μισθώματος και το επιτόκιο. Η αίτηση διαβιβάστηκε σε ανώτερη αρχή του εν λόγω πιστωτικού οργανισμού από την ΜΕ1 και αφού έτυχε εξέτασης εγκρίθηκε. Στη συνέχεια τα οχήματα της ενοικιαγοράς πωλήθηκαν από τον ιδιοκτήτη τους, ήτοι την εταιρεία C & A Theophanous Property Shop Ltd, στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd και μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Προς τούτο στις 22.07.09 η εταιρεία C & A Theophanous Property Shop Ltd εξέδωσε εις το όνομα της τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd το τιμολόγιο υπ' αριθμό 062931 που αφορούσε το όχημα μάρκας Mitsubishi με αριθμούς εγγραφής KQH 384 με τίμημα πώλησης €15.026,62 και το τιμολόγιο υπ' αριθμό 062392 που αφορούσε το όχημα μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής KRV 209 με τίμημα πώλησης €19.499,
- Αυτό επαληθεύεται από την κατάθεση των Τεκμηρίων 3Α και 3Β που είναι τα πιο πάνω τιμολόγια. Η κυριότητα των οχημάτων μεταβιβάστηκε στον εν λόγω πιστωτικό οργανισμό και στην Εναγόμενη 1 στις 24.07.09 για σκοπούς ενοικιαγοράς, η δε κατοχή τους στην Εναγόμενη
- Μετά την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των επιδίκων οχημάτων η ΜΕ1 ετοίμασε τη σύμβαση ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 2). Η θέση της εν λόγω μάρτυρος ότι οι βασικοί όροι της σύμβασης ήταν προτυπωμένοι και στο περιεχόμενο αυτής συμπληρώθηκαν τα στοιχεία του μισθωτή, οι εξασφαλίσεις, τα ποσά, η διάρκεια και τα δικαιώματα του εν λόγω πιστωτικού οργανισμού εύκολα διαπιστώνεται από το κείμενο της σύμβασης ενοικιαγοράς. Επίσης αποδέχομαι την αναφορά της ΜΕ1 ότι προτού το Τεκμήριο 2 υπογραφεί είχε πει στους Εναγομένους ότι μπορούν να λάβουν συμβουλή από δικηγόρο και/ή λογιστή αν επιθυμούσαν, χωρίς όμως αυτοί να το πράξουν. Παράλληλα δέχομαι τη θέση της ΜΕ1 ότι τα πιο πάνω στοιχεία συμπληρώθηκαν στην παρουσία των Εναγομένων. Επίσης διαπιστώνεται ότι το Τεκμήριο 2 υπογράφηκε στις 28.07.09 από τον εν λόγω πιστωτικό οργανισμό ως νέος ιδιοκτήτης των οχημάτων και από τον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγομένης 1 ως μισθωτής. Η αναφορά της ΜΕ1 ότι το ποσό της χρηματοδότησης με ενοικιαγορά ανερχόταν στα €34.643,49 πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς €8.401,05, αποδεικνύεται εξόφθαλμα ως ορθή με μια απλή ματιά στο Τεκμήριο
- Επιπλέον η αναφορά της ΜΕ1 ότι το συνολικό ποσό των €43.044,54 θα πληρωνόταν από την Εναγόμενη 1 σε 60 μηνιαίες δόσεις εκ €717,40 η κάθε μία, αρχής γενομένης την 31.08.09 και ακολούθως την τελευταία ημέρα κάθε επόμενου μήνα επίσης εύκολα αποδεικνύεται ως ορθή πάλι από μια πρώτη ματιά του Τεκμηρίου
- Η τοποθέτηση της ΜΕ1 ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εγγυήθηκαν προσωπικά τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 που πηγάζουν μέσα από τους όρους της σύμβασης ενοικιαγοράς αποδεικνύεται επίσης να είναι ορθή αφού στο Τεκμήριο 2 φαίνεται ενσωματωμένο έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης που είναι υπογραμμένο από τους Εναγομένους 2 και
- Στο έγγραφο αυτό σημειώνεται πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 εκτός του ότι εγγυήθηκαν την Εναγόμενη 1 ανέλαβαν προσωπικά, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την ευθύνη να αποζημιώσουν τον εν λόγω πιστωτικό οργανισμό από οποιαδήποτε ζημιά που υποστεί συνεπεία παράβασης της σύμβασης ενοικιαγοράς από την Εναγόμενη
- Οι βασικοί όροι του εγγράφου αυτού είναι προτυπωμένοι και σ' αυτό συμπληρώθηκαν τα στοιχεία των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητές στην παρουσία των τελευταίων. Επιπροσθέτως αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ1 ότι μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής πληρώθηκε το ποσό των €5.739,20 ως έναντι του συνολικού ποσού της πίστωσης που αφορά τις δόσεις από 31.08.09 μέχρι 31.03.10 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Επ' αυτού δεν υπήρξε αμφισβήτηση από τους Εναγομένους. Ακόμη αποδέχομαι την τοποθέτηση της ΜΕ1 ότι καθυστερείται η πληρωμή του ποσού των €10.761,00 που αντιστοιχεί στις μηνιαίες δόσεις από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Οι εν λόγω αναφορές συνάδουν με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4Β που είναι ηλεκτρονική κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 28.07.09 μέχρι 10.04.10 και δείχνει αναλυτικά τις πληρωμές των μηνιαίων δόσεων. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω καθυστερημένων δόσεων, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 08.07.11 που απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτη με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές, τερμάτισε τη σύμβαση ενοικιαγοράς και ζήτησε από τους Εναγομένους την πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων πλέον το ποσό των υπόλοιπων δόσεων πλέον τόκους και έξοδα. Το πιο πάνω γεγονός φαίνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 που είναι η εν λόγω επιστολή. Στο σημείο αυτό θα σχολιάσω τον ισχυρισμό των Εναγομένων, όπως αυτός καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, με τον οποίο αρνούνται ότι το Τεκμήριο 5 έχει αποσταλεί, ως είναι η θέση της ΜΕ1 και κατ' επέκταση των Εναγόντων ότι τέτοια αποστολή έγινε με ταχυδρομείο. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι μέσα από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων δεν δικογραφείται συγκεκριμένα η θέση ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται την αποστολή του Τεκμηρίου
- Αυτό που δικογραφείται είναι οι θέσεις ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς δεν έχει τερματιστεί και ότι τα ισχυριζόμενα ποσά δεν έχουν καταστεί νομότυπα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά έτσι ώστε να ζητηθεί νομότυπα η εξόφληση τους. Ούτε όμως μέσα από την αντεξέταση της ΜΕ1 αλλά και της ΜΕ2 οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν την αποστολή του Τεκμηρίου 5 με το ταχυδρομείο. Συνεπώς ο εκ των υστέρων ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων δεν λαμβάνεται υπόψη ενώ παράλληλα δέχομαι τη θέση της ΜΕ1 και κατ' επέκταση των Εναγόντων ότι το Τεκμήριο 5 αποστάληκε με το ταχυδρομείο. Την ίδια στιγμή παρατηρώ ότι οι Εναγόμενοι περιορίζονται στο να αμφισβητήσουν τη θέση των Εναγόντων ότι το Τεκμήριο 5 παραλήφθηκε από τους Εναγομένους. Το θέμα της παραλαβής ή όχι του Τεκμηρίου 5 από τους Εναγομένους είναι ζήτημα με το οποίο θα ασχοληθώ στη συνέχεια. Η ΜΕ2 εργαζόταν στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd τον Ιούλιο 2009 που υπογράφηκε η σύμβαση ενοικιαγοράς από την Εναγόμενη 1 εταιρεία αλλά και η ενσωματωμένη σ' αυτή εγγύηση και αποζημίωση, η οποία υπογράφηκε από τους Εναγομένους 2 και 3, δηλαδή το Τεκμήριο
- Όπως σημειώνεται στη μαρτυρία της, ήταν το άτομο στο οποίο είχε ανατεθεί η διεκπεραίωση της πληρωμής του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς των προαναφερόμενων δύο οχημάτων από την 'Λαϊκή Τράπεζα' που ήταν ο αγοραστής τους προς την εταιρεία C & A Theophanous Property Shop Ltd που ήταν ο πωλητής. Ήταν το άτομο που στις 28.07.09 έλαβε ενυπόγραφες οδηγίες από τον διευθυντή της C & A Theophanous Property Shop Ltd, Εναγόμενο 2, όπως το συνολικό ποσό €34.526,38 που αναμενόταν να καταβληθεί από την τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd στα πλαίσια πώλησης των οχημάτων μάρκας Mitsubishi με αριθμούς εγγραφής KQH 384 και μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής KRV 209 διαβιβαστεί στους Ενάγοντες για την πληρωμή πιστωτικών διευκολύνσεων που ο εν λόγω οργανισμός παρείχε στην εταιρεία C & A Theophanous Property Shop Ltd. Οι οδηγίες που η ΜΕ2 έλαβε από τον Εναγόμενο 2 βεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 8, 9 και
- Ανταποκρινόμενη στις οδηγίες αυτές η ΜΕ2 προχώρησε την ίδια ημέρα στην έκδοση των επιταγών υπ' αριθμό 8186093 για το ποσό των €15.026,62 και υπ' αριθμό 8186094 για το ποσό των €19.499,76 (Τεκμήρια 9 και 10). Αμφότερες επιταγές έχουν ως εκδότη την τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd, φέρουν ημερομηνία πληρωμής την 28.07.09, αφορούν το λογαριασμό υπ' αριθμό 189-245-90011 και κατονομάζουν ως δικαιούχο τους Ενάγοντες. Όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 9 και 10 το συνολικό ποσό των επιταγών ανέρχεται στα €34.526,38 που ισοδυναμεί με το συνολικό ποσό του τιμήματος πώλησης των πιο πάνω οχημάτων. Η ΜΕ2 ήταν ακόμη το άτομο που παρέδωσε προσωπικά τις δύο επιταγές στον Εναγόμενο 2 ως διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας, ο οποίος τις παρέλαβε. Επίσης η ΜΕ2 επιβεβαίωσε την μεταβίβαση της ιδιοκτησίας των πιο πάνω οχημάτων στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd καθώς και στην Εναγόμενη 1 δυνάμει της σύμβασης ενοικιαγοράς εντοπίζοντας μέσα από τον τραπεζικό φάκελο αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας των εν λόγω οχημάτων εξηγώντας μάλιστα ότι τα πρωτότυπα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή της Εναγομένης 1 εταιρείας. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και λέχθηκε από την ΜΕ2, η διεκπεραίωση της πληρωμής του συμφωνημένου τιμήματος των πιο πάνω οχημάτων με τον τρόπο που της υποδείχτηκε από τον Εναγόμενο 2 αποτελεί τη μόνη ανάμιξη που η ίδια είχε με την υπόθεση αυτή. Ως μάρτυρας η ΜΕ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλή και σαφής στις τοποθετήσεις της περιοριζόμενη να αναφέρει γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση και ανάμιξη. Κατά την ένορκη μαρτυρία της δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν την αξιοπιστία της ενώ το περιεχόμενο της επαληθεύεται από έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Αυτά είναι στοιχεία που καθιστούν την ΜΕ2 φιλαλήθη και ειλικρινή άτομο. Έχοντας υπόψη αυτά αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της. Όσα δε έχω καταγράψει προηγουμένως ως γεγονότα που απορρέουν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ2 αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η θέση των Εναγομένων ότι δεν έγινε μεταβίβαση των επιδίκων οχημάτων επειδή δεν προσκομίστηκαν στοιχεία που να δικαιολογούν ένα τέτοιο γεγονός δεν με έχει πείσει. Τούτο επειδή υπάρχει θετική μαρτυρία που καταρρίπτει τέτοια εκδοχή. Εκτός από τη δια ζώσης μαρτυρία της ΜΕ1 για μεταβίβαση της κυριότητας των εν λόγω οχημάτων στον εν λόγω πιστωτικό οργανισμό και στην Εναγόμενη 1 και την κατοχή αυτών στην Εναγόμενη 1 καθώς επίσης και την ένορκη κατάθεση της ΜΕ2 που επιβεβαιώνει την ύπαρξη τίτλων ιδιοκτησίας των εν λόγω οχημάτων εντοπίζοντας αντίγραφα τους στον σχετικό τραπεζικό φάκελο, μαρτυρίες που έγιναν δεκτές από το Δικαστήριο, τα προαναφερόμενα τιμολόγια (Τεκμήρια 3Α και 3Β) καταδεικνύουν την πώληση των επιδίκων οχημάτων στον εν λόγω πιστωτικό οργανισμό καθώς επίσης τα Τεκμήρια 9 και 10, τα οποία κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, δέχομαι ως ορθά και αληθή, που δείχνουν την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης τους προς όφελος της εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd, η οποία ήταν ο ιδιοκτήτης των οχημάτων αυτών, σε πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ. Πρόκειται για τις επιταγές των Τεκμηρίων 9 και
- Οι πληρωμές αυτές με επιταγές έγιναν μετά από οδηγίες του Εναγομένου 2 ως διευθυντή της πωλήτριας εταιρείας που δόθηκαν την ίδια ημέρα των πληρωμών από την 'Λαϊκή Τράπεζα'. Αυτό εύκολα διαπιστώνεται από τη συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 9 και 10 καθώς και από το Τεκμήριο 8, το περιεχόμενο του οποίου, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ως ορθό και αληθές. Πέραν αυτού όμως υπάρχει και το Τεκμήριο 7, το περιεχόμενο του οποίου, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω, σύμφωνα με το οποίο ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας στις 13.10.15 για κλοπή του οχήματος μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής KRV 209 την περίοδο μεταξύ τέλη Νοεμβρίου και τέλη Δεκεμβρίου 2014 (είναι προφανές ότι η αναφορά σε 2015 οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα επίδικα οχήματα της σύμβασης ενοικιαγοράς πωλήθηκαν από την C & A Theophanous Property Shop Ltd στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, στον οποίον οργανισμό μαζί με την Εναγόμενη 1 η κυριότητα τους μεταβιβάστηκε, ως είναι η θέση των Εναγόντων, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό των Εναγομένων που απορρίπτεται ως αναληθής. Παράλληλα η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι τα επίδικα οχήματα δεν βρίσκονται στην κατοχή τους είναι κενού περιεχομένου αν αφορά περίοδο εκτός του ουσιώδη χρόνου. Αν εκληφθεί ότι παραπέμπει στον ουσιώδη χρόνο της αγωγής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα υπό το φως της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας. Σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς ήταν υπαρκτά οχήματα καταρρίπτοντας έτσι οποιαδήποτε υπόνοια των Εναγομένων για εικονικότητα της σύμβασης ενοικιαγοράς. Ο ΜΥΑ (Εναγόμενος 2), ο οποίος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας των Εναγομένων στα πλαίσια παρουσίασης της υπεράσπισης τους μπροστά στην απαίτηση των Εναγόντων καθώς και για σκοπούς προώθησης της ανταπαίτησης τους, έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με διάφορες προφάσεις και πλασματικές δικαιολογίες επέρριψε την ευθύνη της υπόθεσης αυτής στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, σε πρώην λειτουργούς αυτής και ειδικότερα στον κύριο Έρμο Μιχαηλίδη και την ΜΕ1 καθώς και στους Ενάγοντες παρουσιάζοντας τον εαυτό του αλλά και τους υπόλοιπους Εναγομένους ως θύματα, όπως αφήνεται να εννοηθεί, ενός οργανωμένου σχεδίου που εκτελέστηκε εις βάρος των συμφερόντων τους. Πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις του Εναγομένου 2 προκειμένου οι Εναγόμενοι να απαλλαγούν από τις συνέπειες που δημιουργήθηκαν μέσα από τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που συνειδητά και με τη θέληση τους ανέλαβαν. Ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε αναφορές που από έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια αποδεικνύονται όχι απλά ανακριβείς αλλά ότι ποσώς δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επίσης ο μάρτυρας αυτός τοποθετήθηκε επί ζητημάτων που στερούνται λογικής και σοβαρότητας και σε θέματα που απλά είναι εικασίες. Παράλληλα αγνοώντας ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να καταθέσει ως μάρτυρας γεγονότων, ο ΜΥΑ προχώρησε στην εξαγωγή νομικών συμπερασμάτων προκειμένου να παρουσιάσει μία κατά τη γνώμη του πειστικότερη εκδοχή. Για χάριν εντυπωσιασμού ο εν λόγω μάρτυρας εξέφρασε διάφορους ισχυρισμούς που όμως χαρακτηρίζονται από στοιχεία γενικότητας και αοριστίας. Θα έλεγα ακόμη ότι η μαρτυρία του ΜΥΑ όχι μόνο δεν περιέχει αναφορές που να είναι σαφείς αλλά στερείται ικανοποιητικών εξηγήσεων που θα τη δικαιολογούσαν και ούτε συνοδεύεται από επαρκή στοιχεία που να την τεκμηριώνουν. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του ΜΥΑ δεν είναι από αυτές που κάποιος θα την αποκαλούσε σταθερή και συνεπή αφού ο εν λόγω μάρτυρας υπέπεσε σε διάφορες ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥΑ δεν συγκεντρώνει τα γνωρίσματα εκείνα που θα με βοηθούσαν να στηριχτώ σ' αυτήν και να καταλήξω με ασφάλεια σε ευρήματα. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥΑ ως αληθή και αξιόπιστη. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Η θέση του Εναγομένου 2 ότι η εταιρεία C & A Theophanous Property Shop Ltd πώλησε τα δύο προαναφερόμενα επίδικα οχήματα στην Εναγόμενη 1 καταρρίπτεται ως αναληθής από τα Τεκμήρια 2, 3Α, 3Β, 9 και 10, τα οποία αποδεικνύουν πώληση τους στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, εις το όνομα της οποίας εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια και η οποία μετά από σχετικές οδηγίες του Εναγομένου 2 πλήρωσε το συμφωνημένο τίμημα πώλησης τους στους Ενάγοντες προτού αναλάβει τις υποχρεώσεις, περιουσιακά στοιχεία και εργασίες της πρώτης ως αποκτών πρόσωπο προς όφελος της εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd. Πέραν αυτού, η πιο πάνω θέση του Εναγομένου 2 δεν συνάδει με την τοποθέτηση του ιδίου για ενοικιαγορά των εν λόγω οχημάτων. Ο ίδιος δεν εξήγησε πως δικαιολογείται το σκεπτικό της ενοικιαγοράς αν κατά την γνώμη του τα επίδικα οχήματα πωλήθηκαν στην Εναγόμενη
- Η δε αναφορά του ΜΥΑ ότι ουδέποτε ο ίδιος έλαβε το ποσό της χρηματοδότησης από την ενοικιαγορά δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση. Όπως λέχθηκε αμέσως προηγουμένως, ο ίδιος ο Εναγόμενος 2, ως διευθυντής της πωλήτριας εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd, έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες στην ΜΕ2 που εργαζόταν στην υπηρεσία του τότε αγοραστή Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, το συμφωνημένο τίμημα πώλησης των επιδίκων οχημάτων να καταβληθεί προς όφελος της πιο πάνω πωλήτριας εταιρείας στους Ενάγοντες, οι οποίοι ενεργούσαν ως τραπεζικός οργανισμός προτού αναλάβει τις υποχρεώσεις, περιουσιακά στοιχεία και εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας ως αποκτών πρόσωπο. Εξίσου παραπλανητική είναι η αναφορά του Εναγομένου 2 ότι με το ποσό της σύμβασης ενοικιαγοράς εξοφλήθηκε η αρχική συμφωνία ενοικιαγοράς που ο ίδιος είχε συνάψει για τα οχήματα. Τα επίδικα οχήματα δεν ανήκαν στον ίδιο προσωπικά αλλά ήταν ιδιοκτησίας της εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd, στην οποίαν ήταν διευθυντής. Η Εναγόμενη 1 έλαβε χρηματοδότηση με την ενοικιαγορά υπαρκτών οχημάτων από την τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, η οποία τα είχε αγοράσει από την C & A Theophanous Property Shop Ltd. Περαιτέρω είναι η θέση του Εναγομένου 2 ότι ο ίδιος μαζί με την μητέρα του (Εναγόμενη 3) αποδέχτηκαν και υπέγραψαν το ενσωματωμένο στο Τεκμήριο 2 έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης βασιζόμενοι στα λόγια της ΜΕ1 και στην καθοδήγηση του Έρμου Μιχαηλίδη χωρίς ποτέ να τους επεξηγηθεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Με κάθε σεβασμό στον Εναγόμενο 2 η θέση του αυτή στερείται λογικής και σοβαρότητας και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Είναι άξιο απορίας πως οι Εναγόμενοι πείστηκαν από τα λεγόμενα της ΜΕ1 και του Μιχαηλίδη χωρίς να υπάρξει καμία αναφορά ή επεξήγηση επί του περιεχομένου των όρων ενός εγγράφου για το οποίο θα τους ζητείτο να υπογράψουν. Ειλικρινά διερωτώμαι τι είδους συζήτηση μπορούσε να διεξαχθεί από την οποίαν οι Εναγόμενοι να πειστούν και να υπογράψουν το Τεκμήριο 2 χωρίς να προηγηθεί επεξήγηση επί του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου. Αναρωτιέμαι πως οι Εναγόμενοι έτυχαν συμβουλής από την ΜΕ1 και τι είδους καθοδήγηση είχαν από τον Μιχαηλίδη σε βαθμό μάλιστα που να πειστούν να υπογράψουν συγκεκριμένο έγγραφο, όπως ο Εναγόμενος 2 λέει, χωρίς πρώτα να υπάρξει αναφορά και επεξήγηση επί των όρων του εγγράφου αυτού που υποτίθεται ότι τους συμβούλευσαν και καθοδήγησαν να αποδεχτούν το περιεχόμενο του και να το υπογράψουν. Παράλληλα μέσα από την μαρτυρία του ο Εναγόμενος 2 εκφράζει τις πιο κάτω θέσεις: (α) η σύμβαση ενοικιαγοράς δεν ήταν νόμιμη, (β) δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας ενοικιαγοράς, (γ) ότι το ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό επειδή δεν ζητήθηκε νομότυπα η εξόφληση του, (δ) οι συμφωνίες ενοικιαγοράς και εγγύησης είναι άκυρες και εφόσον δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα είναι ανύπαρκτες. Με σεβασμό στις τοποθετήσεις αυτές πρόκειται για νομικά συμπεράσματα που ο Εναγόμενος 2 καταλήγει χωρίς, πάντοτε ταπεινά, να έχει καταδειχθεί ότι διαθέτει νομικές γνώσεις για να μπορεί να τις θέτει μαζί με την εκδοχή του ως προς τα γεγονότα που ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν ως μάρτυρας γεγονότων που είναι. Την ίδια στιγμή κανένα μαρτυρικό υλικό τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα το βοηθούσε να κρίνει αν από τα ενώπιον του στοιχεία στοιχειοθετείτο οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Συνεπώς οι πιο πάνω αναφορές του εν λόγω μάρτυρα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Στρεφόμενος στο Τεκμήριο 5 (επιστολή Εναγόντων ημερομηνίας 08.07.11) ο Εναγόμενος 2 πιστεύει ότι αυτή ουδέποτε αποστάληκε στους Εναγομένους. Χωρίς να εξηγείται από πού αντλείται αυτή η πίστη, η εν λόγω τοποθέτηση παραμένει εικασία που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επιπροσθέτως είναι η θέση του ΜΥΑ ότι το επίδικο όχημα μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής KRV 209 είχε κλαπεί την περίοδο μεταξύ τέλη Νοεμβρίου και τέλη Δεκεμβρίου 2014 και προς τούτο προέβηκε σε σχετική καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι όντως έγινε τέτοια καταγγελία, πλην όμως μία τέτοια καταγγελία δεν διαγράφει το δικαίωμα των Εναγόντων να ζητήσουν ως θεραπεία την επιστροφή των δύο επιδίκων οχημάτων όταν, ανάμεσα σ' άλλα, η Εναγόμενη 1 ως μισθωτής τους παραλείψει να πληρώσει οφειλόμενη πληρωμή ή παραβιάσει τη συμφωνία, όπως αυτό το δικαίωμα πηγάζει μέσα από τους όρους της σύμβασης ενοικιαγοράς και συγκεκριμένα από τον όρο 4 αυτής (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα επίσης με τον Εναγόμενο 2 η τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αποφάσισε να διαθέσει τα χρήματα από την πώληση των επιδίκων χρημάτων για την πληρωμή δανείων της εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd που ουσιαστικά ήταν κατεστραμμένη και να μεταφερθούν τα οχήματα στην Εναγόμενη 1 που είχε ιδρυθεί. Η θέση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η αναφορά του ότι τα χρήματα της πώλησης των οχημάτων χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση άλλης συμφωνίας χρηματοδότησης που η εταιρεία C & A Theophanous Property Shop Ltd είχε στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Ούτε όμως ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι η πληρωμή του ποσού της πώλησης των οχημάτων ήταν αποτέλεσμα διλήμματος που του έθεσε η τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ευσταθεί. Όπως ο Εναγόμενος 2 παραδέχτηκε μέσα από την αντεξέταση του, ο ίδιος προέβηκε σε αίτηση για σύναψη συμφωνίας ενοικιαγοράς με αντικείμενα τα δύο επίδικα οχήματα και όπως διαπιστώνεται από τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 ήταν ο ίδιος, ως διευθυντής της C & A Theophanous Property Shop Ltd, που έδωσε οδηγίες στην ΜΕ2 να καταβάλει ολόκληρο το συμφωνημένο ποσό του τιμήματος και για τα δύο οχήματα στους Ενάγοντες προ όφελος της πωλήτριας εταιρείας, οι οποίοι Ενάγοντες κατά το χρόνο εκείνο δεν είχαν αποκτήσει τα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και εργασίες της τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και ενεργούσε ως ξεχωριστός τραπεζικός οργανισμός. Τα πιο πάνω τεκμήρια φέρουν την υπογραφή του εντολέα, την οποία ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε ως τη δική του. Παράλληλα από την ενώπιον μου μαρτυρία διαπιστώνω ότι τα επίδικα οχήματα ενοικιάστηκαν στην Εναγόμενη 1 για τη συμφωνημένη περίοδο και για το συμφωνημένο ποσό που σημειώνονται στο Τεκμήριο 2 ενώ η κυριότητα τους μεταβιβάστηκε στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και στην Εναγόμενη 1, η δε κατοχή τους στην Εναγόμενη
- Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι ενώ στην παράγραφο 11 της γραπτής δήλωσης του που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.9) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ρητά ότι με τον Έρμο Μιχαηλίδη ανέπτυξε φιλικές σχέσεις, στην αντεξέταση του το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Είναι προφανές ότι η υπαναχώρηση έγινε όταν ο Εναγόμενος 2 αντιλήφθηκε ότι έτσι θα ενισχυόταν η εκδοχή του σε σχέση με την επίρριψη ευθυνών στους Ενάγοντες. Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι στην αντεξέταση του ο Εναγόμενος 2 ανάφερε ότι τα χρήματα από την πώληση των επιδίκων οχημάτων χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή άλλου δανείου της εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd στην τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετέπειτα ονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, αναφορά η οποία όμως διαψεύδεται από τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 που τεκμηριώνουν ότι με οδηγίες του Εναγομένου 2 ολόκληρο το ποσό της πώλησης του δόθηκε στους Ενάγοντες στις 28.07.
- Να σημειωθεί ότι τα τεκμήρια αυτά κατατέθηκαν από τον Εναγόμενο 2 κατά την αντεξέταση του μετά από αίτημα του συνηγόρου των Εναγόντων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο ΜΥΑ είχε αποφύγει να προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά επί του περιεχομένου των εν λόγω τεκμηρίων σε μια προσπάθεια του να πείσει για την αρχική του θέση που στη συνέχεια υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει. Αυτά είναι στοιχεία δείγματος της ανειλικρίνειας και του μη σεβασμού του Εναγομένου 2 προς την αλήθεια, τα οποία σαφώς έχουν προκαλέσει σοβαρό ρήγμα στην αξιοπιστία του. Αναφερόμενος στο αξιούμενο από τους Ενάγοντες ποσό ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι αυτό είναι προϊόν παράνομων, αντισυμβατικών και αυθαίρετων χρεώσεων και τόκων. Πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς που στερούνται εξήγησης και τεκμηρίωσης με αποτέλεσμα να παραμείνουν μετέωροι. Καμία χειροπιαστή μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να σχετίζεται με τις θέσεις αυτές του ΜΥΑ. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 2 δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ποιες χρεώσεις και τόκους είναι αυτούς που εντόπισε ως παράνομους, αυθαίρετους και αντισυμβατικούς. Δεν έχει επίσης προσδιορίσει το ύψος αυτών των επίμαχων χρεώσεων και τόκων. Δεν έχει παρουσιάσει κανένα σχετικό έγγραφο με τέτοιους υπολογισμούς. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας δεν έχει εξηγήσει γιατί θεωρεί τις χρεώσεις και τους τόκους αυθαίρετους, παράνομους και αντισυμβατικούς. Κανένα στοιχείο δεν έχει εκτεθεί που να στοιχειοθετεί τέτοια αυθαιρεσία, παρανομία και μη συμφωνημένη χρέωση και τόκο και ειδικότερα τέτοιο μαρτυρικό υλικό που να δικαιολογεί ότι ο τρόπος υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και το ύψος αυτού που χρεωνόταν είναι αυθαίρετος, παράνομος ή αντισυμβατικός. Όσον αφορά την τοποθέτηση του ΜΥΑ για επιβολή τόκου επί τόκου που έχει ήδη επιβληθεί, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τον εν λόγω μάρτυρα που να προσδιορίζει που και πότε ακριβώς εντοπίζει κάτι τέτοιο. Ενδεικτικό της γενικότητας, αοριστίας και ασάφειας που χαρακτηρίζει τις εν λόγω θέσεις του στα θέματα αυτά είναι η αναφορά του ότι ανακάλυψε παράνομες χρεώσεις σε όλους τους λογαριασμούς του που θεωρεί ότι ξεπερνούν το συνολικό ποσό των €90.000 χωρίς όμως να είναι σε θέση να υπολογίσει την αξία των ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων, αντισυμβατικών και αυθαίρετων χρεώσεων και τόκων που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά και δίχως πάλι να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε έγγραφο που να τεκμηριώνει την εν λόγω αναφορά του. Εξίσου γενικός, αόριστος και ασαφές είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι από τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημιές και απώλειες ύψους €37.305,34 πλέον τόκους, τα οποία διεκδικούν ανταπαιτητικά. Καμία εξήγηση δόθηκε και κανένα ίχνος στοιχείου προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς έχει όντως υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια. Ακόμη όμως και να γίνει δεκτό για σκοπούς συζήτησης ότι οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς υπέστηκε ζημιές και απώλειες, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρικού υλικού που να στοιχειοθετεί ότι οι ζημιές και οι απώλειες ανέρχονται στο ισχυριζόμενο ύψος των €37.305,34 ενώ παράλληλα καμία μαρτυρία υπάρχει που να υπολογίζει τους επικαλούμενους τόκους. Το κυριότερο όμως είναι ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να στοιχειοθετεί ότι για την πρόκληση της ισχυριζόμενης αυτής ζημιάς και απώλειας στους Εναγομένους ευθύνονται καθ' οιονδήποτε τρόπο οι Ενάγοντες. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα ο ισχυρισμός αυτός του Εναγομένου 2 παρέμεινε κενού περιεχομένου και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του.
(1)Η θέση ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε το Τεκμήριο 2 τη στιγμή που αδυνατούσε να το αναγνώσει Κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής οι Εναγόμενοι προώθησαν με μαρτυρία ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 2 αδυνατούσε να αναγνώσει το Τεκμήριο 2 που υπέγραψε. Ωστόσο τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων, όπως θα έπρεπε. Τα δικόγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς κάθε ενός διαδίκου υπό τη μορφή συνοπτικής έκθεσης των ουσιωδών γεγονότων που υποστηρίζουν την απαίτηση/ανταπαίτηση ή υπεράσπιση αναλόγως της υπόθεσης (Δ.19 Κ.4 Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας). Είναι γνωστή η νομική αρχή ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται μέσα από τη δικογραφία και εξετάζονται στην ακρόαση στη βάση μαρτυρίας που προσκομίζεται (Καθητζιώτης v. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1Α Α.Α.Δ. 252). Η εξέταση θεμάτων που δεν αποτελούν επίδικα θέματα αποτελεί σφάλμα. Μαρτυρία δε που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718). Με βάση αυτό το σκεπτικό ο εν λόγω ισχυρισμός δεν λαμβάνεται υπόψη. Ακόμη όμως και να μπορούσε να λεχθεί ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός καλύπτεται από το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτός τη στιγμή που ο ίδιος δεν παραπονέθηκε για αδυναμία ή έστω δυσκολία στην αντίληψη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 8 που και αυτό είναι συνταγμένο στην ελληνική γλώσσα και φέρει την υπογραφή του Εναγομένου 2, ο οποίος και την αναγνώρισε όταν κατέθεσε το έγγραφο αυτό κατά την αντεξέταση του. Το γεγονός αυτό θα ενίσχυε τη θετική μαρτυρία της ΜΕ1 μέσα από την οποία είχε αναφερθεί ότι οι συνεννοήσεις και συζητήσεις που η εν λόγω μάρτυρας είχε με τον Εναγόμενο 1 έγιναν με τη χρήση της ελληνικής γλώσσας.
(2)Κατά πόσο οι συμφωνίες ενοικιαγοράς και εγγύησης έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι στο Τεκμήριο 2 περιλαμβάνεται η επίμαχη σύμβαση ενοικιαγοράς που στις 28.07.09 υπογράφηκε από τους Ενάγοντες και της Εναγομένης 1 δια του Εναγομένου 2 ως διευθυντή αυτής. Στο ίδιο τεκμήριο βρίσκεται ενσωματωμένο έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης (guarantee and indemnity) που υπογράφηκε την ίδια ημέρα με τη σύμβαση ενοικιαγοράς από τους Ενάγοντες και τους Εναγομένους 2 και
- Με τη σύμβαση ενοικιαγοράς οι Ενάγοντες παρέδωσαν την κατοχή των δύο επιδίκων οχημάτων με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς (hire purchase) έναντι του τιμήματος των €34.643,49 πλέον δικαιώματα που ανέρχονται στο ποσό των €8.401,05, ήτοι σύνολο €43.044,54, το οποίο η Εναγόμενη 1 εταιρεία ανέλαβε να αποπληρώσει σε 60 μηνιαίες δόσεις έκαστη ύψους €717,40 με την πρώτη δόση/μίσθωμα να αρχίζει από 31.08.09 και στη συνέχεια την τελευταία ημέρα κάθε επόμενου μήνα. Στην τελευταία δόση/μίσθωμα προστίθετο ποσό ύψους €25,60 ως δικαίωμα αγοράς των επιδίκων οχημάτων. Σύμφωνα με το ενσωματωμένο έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την ορθή εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικιαγοράς από την Εναγόμενη 1 και παράλληλα ανέλαβαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες αναφορικά με οποιαδήποτε ζημιά που υποστούν ένεκα παράβασης της σύμβασης ενοικιαγοράς εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης
- Αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι οι πιο πάνω συμφωνίες δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση τους. Εξ' όσον μπορεί να γίνει κατανοητό από το πολυσέλιδο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση αυτή επικαλούμενοι ότι οι προαναφερόμενες συμφωνίες είναι προϊόν ψευδών παραστάσεων, απάτης και/ή δόλου και ψυχικής πίεσης. (α) Ψευδείς παραστάσεις: Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό από το πολυσέλιδο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, λεπτομέρειες που παραπέμπουν σε ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις περιέχονται στις παραγράφους 22.1, 22.5, 22.6, 25, 31.8.2 και 31.11 του εν λόγω εγγράφου. Επειδή η εκ νέου παράθεση αυτών των λεπτομερειών δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό δεν θα τις επαναδιατυπώσω. Αυτό όμως που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το περιεχόμενο αυτών των λεπτομερειών κανένα απολύτως έρεισμα έχει με την ουσία της παρούσας αγωγής, η οποία, όπως διαμορφώθηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αφορά απλά χρηματοδότηση (πιστωτική διευκόλυνση) για την εξασφάλιση των δύο επιδίκων οχημάτων υπό τη μορφή ενοικιαγοράς, χωρίς έτσι καμία σχέση να έχει με τη βιωσιμότητα, επιχειρηματική ανάπτυξη και επενδυτική πολιτική της Εναγομένης
- Πέραν και ανεξαρτήτως αυτού, η παρούσα υπερασπιστική θέση δεν έχει προωθηθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής και ως εκ τούτου θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα. (β) Απάτη και/ή δόλος: Είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγομένων ότι προέβησαν στις πιο πάνω συμφωνίες ως αποτέλεσμα εξαπάτησης τους από τους Ενάγοντες. Περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι η παρούσα υπερασπιστική θέση δεν έχει προωθηθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής και ως εκ τούτου εκλαμβάνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα. (γ) Ψυχική πίεση: Είναι η θέση των Εναγομένων ότι για την υπογραφή της σύμβασης ενοικιαγοράς και του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης τους ασκήθηκε ψυχική πίεση από τους Ενάγοντες. Ο ορισμός της ψυχικής πίεσης δίδεται μέσα από το άρθρο 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149). Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου για καλύτερη αντίληψη του ζητήματος: "16.—
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο— (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου· ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου." Από τη μελέτη των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι για να εκληφθεί ότι η σύμβαση συνάφθηκε ως αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης απαιτείται το ένα μέρος να χρησιμοποιεί τη θέση του και να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου επωφελούμενος εις βάρος του. Όταν αποδειχτεί η κυριαρχία του ενός στη θέληση του άλλου και η σύμβαση φαίνεται από το ενυπάρχον αποδεικτικό υλικό ότι είναι υπέρμετρα επαχθής το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν είναι προϊόν ψυχικής πίεσης βρίσκεται τους ώμους του ατόμου που είναι σε θέση να κυριαρχήσει στη θέληση του άλλου. Συνεπώς είτε θα πρέπει η κυριαρχία του ενός λόγω της θέσης του στη θέληση του άλλου να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός από το πρόσωπο που την επικαλείται είτε αν εμπίπτει στις νομοθετικές περιπτώσεις που εκλαμβάνεται ότι ένα άτομο βρίσκεται σε θέση να κυριαρχήσει στη θέληση του άλλου τεκμαίρεται ότι υπάρχει ψυχική πίεση και το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη έχει το βάρος να αποδείξει ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις απαιτείται να καταδειχτεί από το μαρτυρικό υλικό ότι η εν λόγω σύμβαση είναι υπέρμετρα επαχθής. Μία από τις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο εκλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε θέση να κυριαρχήσει στη θέληση του άλλου είναι όταν υπάρχει πραγματική προφανή εξουσία ή σχέση εμπιστοσύνης. Η απόδειξη άσκησης πίεσης στη συνομολόγηση μιας σύμβασης επηρεάζει τη συναίνεση που πρέπει ελεύθερα να παρέχεται από τους συμβαλλομένους. Με βάση το άρθρο 10 του Κεφ.149 η παροχή ελεύθερης συναίνεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε νόμιμης σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κεφ.149, σύμβαση που προέκυψε από την άσκηση ψυχικής πίεσης δεν είναι άκυρη αλλά ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση εξασφαλίστηκε με τον τρόπο αυτό. Αυτό σημαίνει ότι το αθώο μέρος θα επιδιώξει την ακύρωση της και θα πρέπει να το πράξει τούτο με βάση τους γενικούς κανόνες του δικαίου της επιείκειας ως δόγμα τέτοιο που η ψυχική πίεση αποτελεί και από το οποίο αναζητείται προστασία. Με το θέμα της ψυχικής πίεσης ασχολήθηκε η υπόθεση Κεφάλας και άλλη v. Νικόλα
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1226 στην οποίαν τονίστηκαν, ανάμεσα σ' άλλα τα πιο κάτω: "Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε." Το ζήτημα της ψυχικής πίεσης εξετάστηκε εξαντλητικά στην μεταγενέστερη υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Κώστα Πουλλά και άλλων
(2004)1Β Α.Α.Δ. 961 όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής: "Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750). Το άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149, προνοεί ότι σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (άρθρο 16
(2)του Κεφ.149. Βλέπε επίσης Δημητρίου κ.ά. ν. Κωνσταντινίδη, Π.Ε. 10792, ημερ. 10.10.2002). Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555, Chitty on Contract, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ. 7-024). Οι συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Στη δεύτερη περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226). Όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει το όφελος βαρύνεται να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλιστεί λόγω ψυχικής πίεσης (βλέπε άρθρο 16
(3)του Κεφ.149 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, ανωτέρω). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ([1985] Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar [1919] L.R. 47 Ind. App.1) ή όπως τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell [1987] Ch. 378, 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Allcard v. Skinner 56 L.J. Ch. 1052 η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στη συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα η αρχή αυτή επεκτείνεται όχι μόνο σε υποθέσεις άσκησης πίεσης, αλλά και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες η επιρροή αποκτάται και της γίνεται κατάχρηση, όπου η εμπιστοσύνη επιδεικνύεται και προδίδεται (Smith v. Kay [1859] 7 H.L.C. 750, 779). Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί, (Smith v. Kay, ανωτέρω, Bank of Montreal v. Stuart [1911] A.C. 120. Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another [1986] 1 All E.R. 429). Η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Όταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni [1952] 2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley [1807] 14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1929] A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752). Σε υποθέσεις αυτού του είδους εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι το καθήκον που προκύπτει από τη σχέση εμπιστοσύνης έχει εκπληρωθεί. Τι συνιστά εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά γενικά το καθήκον αυτό απαιτεί ότι το πρόσωπο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει επηρεαστεί ήταν σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση (Lloyd΄s Bank Ltd v. Bundy [1974] 3 All E.R. 757). Όπου διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης (Chitty on Contracts, ανωτέρω, παραγρ. 7-040)." Οι πιο πάνω νομικές αρχές της ψυχικής πίεσης επαναλαμβάνονται σε συντομία και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131, στην οποία και παραπέμπω. Αναφορικά με το θέμα αυτό άντλησα επίσης καθοδήγηση από το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο των Συμβάσεων' του Πολύβιου Π. Πολυβίου, Τόμος 'Α', σελίδες 291-319, στις οποίες και παραπέμπω. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ αυτών και του λειτουργού της Λαϊκής Τράπεζας κυρίου Έρμου Μιχαηλίδη δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης, ο οποίος, όπως λένε, τους συμβούλευε και τους καθοδηγούσε σε επαγγελματικά και οικονομικά τους ζητήματα. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι αυτή η σχέση εμπιστοσύνης που επικαλούνται έχει παραβιαστεί από τους Ενάγοντες. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αναφορές αυτές των Εναγομένων δεν με έχουν πείσει. Ο κύριος Μιχαηλίδης ουδεμία αρμοδιότητα είχε στην συγκεκριμένη περίπτωση της ενοικιαγοράς. Ούτε και μπορούσε να είχε επειδή αρμόδια υπάλληλος που είχε καθήκον να χειριστεί την περίπτωση αυτή, την οποία και ανέλαβε και χειριζόταν, είναι η ΜΕ
- Αυτό διαπιστώνεται μέσα από την μαρτυρία της αλλά και παραδέχεται ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 μέσα από την παράγραφο 15 της γραπτής δήλωσης του. Επομένως η όποια συμβουλή ή καθοδήγηση έτυχαν, εάν και εφόσον έτυχαν, οι Εναγόμενοι από τον Μιχαηλίδη έγινε στη βάση προσωπικού του ενδιαφέροντος και όχι ως εκπρόσωπος της Λαϊκής Τράπεζας με γνώμονα τις φιλικές σχέσεις που είχε αναπτύξει με τους Εναγομένους, κάτι που παραδέχτηκε ο Εναγόμενος 2 στην παράγραφο 11 της γραπτής δήλωσης του. Παράλληλα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ1 έχω σχολιάσει το πλαίσιο συζήτησης και συνεννόησης που η εν λόγω μάρτυρας είχε με τους Εναγομένους και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο και σ' αυτό δεν περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 2, όπως αυτοί καταγράφονται στις παραγράφους 15-17 της γραπτής του δήλωσης. Σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχτεί από το ενώπιον μου αποδεκτό μαρτυρικό υλικό ότι η ΜΕ1 ανέλαβε οποτεδήποτε ρόλο συμβούλου ή καθοδηγητή των Εναγομένων σε σχέση με τη σύμβαση ενοικιαγοράς και του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης. Στη βάση αυτών των δεδομένων καταλήγω ότι στην περίπτωση της σύμβασης ενοικιαγοράς και του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης δεν δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Λαϊκής Τράπεζας και των Εναγομένων και συνεπώς ουδεμία παραβίαση τέτοιας σχέσης υπήρξε. Την ίδια στιγμή που έχει καταδειχτεί ότι οι Ενάγοντες δεν βρίσκονταν σε οποιαδήποτε εμπιστευτική σχέση με τους Εναγομένους, παρατηρώ ότι το αντάλλαγμα που η Εναγόμενη 1 έλαβε, τις υποχρεώσεις της οποίας που πηγάζουν μέσα από τη σύμβαση ενοικιαγοράς εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, δεν την έθεσε σε μειονεκτική θέση. Η ίδια η Εναγόμενη 1, δια του διευθυντή της (Εναγόμενο 2) είναι αυτή που προσέγγισε την Λαϊκή Τράπεζα και ζήτησε χρηματοδότηση με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς. Όταν της εξηγήθηκαν το πως θα λειτουργούσε αποφάσισε να προχωρήσει και το αποτέλεσμα ήταν η συνομολόγηση του Τεκμηρίου
- Τα επίδικα οχήματα ήταν της εταιρείας C & A Theophanous Property Shop Ltd στην οποίαν διευθυντής ήταν πάλι ο Εναγόμενος 2, τα οποία πωλήθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα με το συμφωνημένο τίμημα πώλησης να χρησιμοποιείται προς όφελος της εν λόγω εταιρείας μετά από οδηγίες του Εναγομένου
- Με τη συναλλαγή αυτή ωφελήθηκαν δύο εταιρείες στις οποίες διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος 2 και κάποιος θα έλεγε ότι διευκολύνθηκε και ο Εναγόμενος 2 ως αξιωματούχος των δύο εταιρειών. Είναι προφανές ότι όλες οι αναφορές του Εναγομένου 2 στην μαρτυρία του είναι εκ των υστέρων προφάσεις και ατεκμηρίωτες δικαιολογίες προκειμένου να βοηθήσει τους Εναγομένους, περιλαμβανομένου του εαυτού του, να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων και υποχρεώσεων τους. Αυτά είναι στοιχεία που αποδεικνύουν ότι όχι μόνο οι Ενάγοντες δεν βρίσκονταν σε θέση να κυριαρχήσουν στη θέληση των Εναγομένων αλλά απουσιάζει και το πραγματικό υπόβαθρο που θα θεμελίωνε ότι η εν λόγω σύμβαση ενοικιαγοράς καθώς και το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης είναι υπέρμετρα επαχθή. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς και το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης δεν είναι προϊόν ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε από τους Ενάγοντες εις βάρος των Εναγομένων αλλά πρόκειται για έγγραφα που συνομολογήθηκαν με την συναίνεση και ελεύθερη βούληση των Εναγομένων.
(3)Η θέση των Εναγομένων ότι δεν τους εξηγήθηκε το περιεχόμενο και οι κίνδυνοι του Τεκμηρίου 2 και δεν ενημερώθηκαν ότι θα μπορούσαν να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το εν λόγω έγγραφο Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν τους επεξήγησαν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και δεν τους πληροφόρησαν ότι δύναται να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το τεκμήριο αυτό. Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της Εναγομένης 1 που μαζί με τους Ενάγοντες ήταν τα συμβαλλόμενα μέρη στην σύμβαση ενοικιαγοράς και ταυτόχρονα είναι υιός της Εναγομένης 3. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση των Εναγομένων, θα πρέπει να λεχθεί ότι η ΜΕ1 εξήγησε προσωπικά στους Εναγομένους το πως λειτουργεί μία συμφωνία ενοικιαγοράς, οι όροι που θα περιέχονταν στη σύμβαση ενοικιαγοράς της προκειμένης περίπτωσης, οι εξασφαλίσεις που θα δίδονταν για την παρούσα χρηματοδότηση καθώς και για τα δικαιώματα των Εναγόντων πριν από την υπογραφή του εγγράφου αυτού σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχαν για το σκοπό αυτό στο γραφείο της εν λόγω μάρτυρος. Επίσης η ΜΕ1 ήταν αυτή που είπε στους Εναγομένους, στα πλαίσια της πρακτικής και διαδικασίας που η ίδια ακολουθούσε, ότι θα μπορούσαν να ζητήσουν συμβουλή από δικηγόρο και/ή λογιστή, χωρίς όμως αυτοί να το πράξουν. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν άπειρος με τέτοιου είδους θέματα αλλά είχε τριβή με ζητήματα πιστωτικών διευκολύνσεων από τραπεζικούς οργανισμούς. Ο ίδιος ασκούσε για μια σειρά ετών το επάγγελμα του πωλητή ακίνητης ιδιοκτησίας είτε ως υπάλληλος σε ιδιωτική εταιρεία είτε ως ιδιοκτήτης επιχείρησης συναφούς με την επαγγελματική του εργασία. Καθ' όλη αυτή τη διάρκεια συνόδευσε, όπως ο ίδιος είπε, εκατοντάδες πελάτες σε τραπεζικά ιδρύματα με σκοπό την απόκτηση δανειοδότησης και εξασφάλισης χρηματοδότησης γι' αυτούς. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις συνομολογήθηκαν σχετικές συμβάσεις. Σε προσωπικό δε επίπεδο η παρούσα περίπτωση δεν ήταν η πρώτη φορά για τον Εναγόμενο 2 να προβεί σε συμφωνία με τραπεζικό οργανισμό για την εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ίδιος γνώριζε τι σημαίνει να είναι κάποιος εγγυητής και γνώριζε και τι υπέγραφε. Η μακρόχρονη εμπειρία και τριβή του Εναγομένου 2 με τραπεζικά ιδρύματα σε θέματα χρηματοδοτήσεων υπαγορεύουν τουλάχιστο όχι άγνοια του ιδίου για τη σημασία, τις υποχρεώσεις που θα αναλάμβανε, τους κινδύνους και τις συνέπειες που το Τεκμήριο 2 ενείχε τόσο σε σχέση με τον ίδιο προσωπικά όσο και με την Εναγόμενη 1 που την εκπροσωπούσε υπό την ιδιότητα του διευθυντή της. Αναφορικά με την Εναγόμενη 3, θα πρέπει να λεχθεί ότι οι εγγυήσεις και η ανάληψη ευθύνης που έδωσε δεν ήταν προς όφελος του υιού της αλλά προς όφελος της Εναγομένης 1 εταιρείας στην οποίαν ο Εναγόμενος 2 ήταν απλά διευθυντής. Η ίδια ήλθε ενσυνείδητα και με τη θέληση της για να υπογράψει το Τεκμήριο 2 που αφορούσε την Εναγόμενη 1, με την οποία ουδεμία σχέση είχε. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και η Εναγόμενη 3 είχαν στη διάθεση τους το Τεκμήριο 2, το οποίο είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν, αφού πρώτα τους επεξηγήθηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν τη φύση και το είδος του εγγράφου που θα υπέγραφαν, χωρίς να διατυπώσουν οποιαδήποτε απορία ή επιφύλαξη επί οποιουδήποτε σημείου του ή να ζητήσουν από την ΜΕ1 να τους διευκρινιστεί οποιοδήποτε ζήτημα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Barclay's Bank plc v. O' Brien [1993] 4 All E.R. 417, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1101, Μαρκίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ. 324 και Μαυροσκούφη v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (πρώην Arab Bank Plc) Πολιτική Έφεση Αρ. 352/2008 ημερομηνίας 16.04.14, στις οποίες και παραπέμπω. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα και με γνώμονα ότι δεν έχει αποδειχτεί να υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, οι εν λόγω θέσεις των τελευταίων κρίνονται αβάσιμες και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
(4)Ενδεχόμενη αμέλεια Εναγόντων Παρόλο ότι δικογραφείται ισχυρισμός των Εναγομένων για επίδειξη αμελούς συμπεριφοράς από τους Ενάγοντες στη βάση διαφόρων ενεργειών και παραλείψεων που τους αποδίδονται εντούτοις τέτοια υπερασπιστική θέση δεν προωθείται κατά την εκδίκαση της αγωγής και ως εκ τούτου θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα.
(5)Αθέμιτη επιρροή και παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος από τους Ενάγοντες Οι εν λόγω δικογραφημένες υπερασπιστικές θέσεις των Εναγομένων δεν έχουν προωθηθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης και συνεπώς εκλαμβάνεται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν υφίσταται κανένα από αυτά τα δύο ζητήματα.
(6)Τυχόν οφειλόμενες δόσεις/μισθώματα από την Εναγόμενη 1: Όπως έχει ήδη λεχθεί, με βάση τη σύμβαση ενοικιαγοράς η μηνιαία δόση ανερχόταν στα €717,40 με την πρώτη δόση/μίσθωμα να αρχίζει από 31.08.09 και στη συνέχεια την τελευταία ημέρα κάθε επόμενου μήνα. Από το ενώπιον μου αποδεκτό μαρτυρικό υλικό, το οποίο πηγάζει τόσο από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ1 όσο και από το Τεκμήριο 4Β, διαπιστώνεται ότι η Εναγόμενη 1 πλήρωσε συνολικά μέχρι σήμερα το ποσό των €5.739,20 το οποίο αντιστοιχεί σε οκτώ
(8)μηνιαίες δόσεις και συγκεκριμένα σ' αυτές από 31.08.09 μέχρι 31.03.10 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Με βάση το ίδιο μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε ν πληρώσει 15 (δεκαπέντε) μηνιαίες δόσεις και συγκεκριμένα αυτές που αφορούν από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό των μηνών που η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει με το συμφωνημένο ύψος της μηνιαίας δόσης, ήτοι 15 μήνες χ μηνιαία δόση €717,40 και με γνώμονα ότι, εκτός από τις προαναφερόμενες πληρωμές καμία άλλη πληρωμή έχει γίνει μέχρι σήμερα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει δεκαπέντε μηνιαίες δόσεις για τους προαναφερόμενους μήνες που παρέλειψε να πληρώσει, το ύψος των οποίων ανέρχεται στα €10.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση τον όρο 2 της σύμβασης ενοικιαγοράς η Εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να καταβάλλει έγκαιρα και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση κάθε μηνιαία δόση, συμβατική δέσμευση που δεν έχει τηρήσει. Επίσης δυνάμει του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης οι Εναγόμενοι 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εγγυήθηκαν την επακριβή πληρωμή των μηνιαίων δόσεων από την Εναγόμενη 1 που θα καταστούν οφειλόμενα και παράλληλα ανέλαβαν την ευθύνη πληρωμής τέτοιων οφειλόμενων ποσών. Συνεπώς δυνάμει του εγγράφου αυτού, οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι υπόλογοι για την πληρωμή του ποσού των €10.761 στους Ενάγοντες. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η κατάσταση με την κίνηση του λογαριασμού της Εναγομένης 1 που αφορά την παρούσα αγωγή, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Β δεν πληροί τις πρόνοιες των άρθρων 22 και 35 του Κεφ.
- Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή, την οποία και απορρίπτω ως αβάσιμη. Η αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ1 αναφέρει κατά τρόπο σαφή και θετικό, μεταξύ άλλων, ότι το Τεκμήριο 4Β αποτελεί μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων. Η ΜΕ1 ήταν αυτή που εκτύπωσε το Τεκμήριο 4Β έχοντας πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμό της Εναγομένης 1, πράγμα που επιβεβαιώνεται μέσα από προσεκτική μελέτη του εν λόγω τεκμηρίου που κατονομάζει την εν λόγω μάρτυρα ως 'Operator'. Ως εκ της θέσεως της σαν υπάλληλος στην υπηρεσία χρηματοδοτήσεων των Εναγόντων στην Πάφο ήταν αυτή στην οποία είχε ανατεθεί η υπόθεση αυτή των Εναγομένων και ήταν αυτή που προέβηκε σε συγκεκριμένες και ειδικότερα ήταν αυτή που έλεγξε πως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4Β αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης από το τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων που έχει τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου και είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Η ΜΕ1 ήταν ακόμη το πρόσωπο αυτό που βεβαιώνει ότι οι καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 4Β έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων, ότι το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και τελεί υπό τον έλεγχο μόνο των λειτουργών και αυτή που βεβαιώνει ότι οι καταχωρήσεις του Τεκμηρίου 4Β συγκρίθηκαν με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκαν ότι είναι ορθές. Αυτά όλα καταδεικνύουν ότι η ΜΕ1 είναι αρμόδια λειτουργός ως απαιτούν οι πρόνοιες του άρθρου 35 του Κεφ.
- Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΕ1 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ικανοποιεί σωρευτικά τις προϋποθέσεις των άρθρων 22 και 35 του Κεφ.
- Η κατάθεση του Τεκμηρίου 4Β δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ.9 αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, δοσοληψιών και συναλλαγών που περιέχονται σ' αυτό. Από τη στιγμή που το Τεκμήριο 4Β κατατέθηκε από την ΜΕ1 και όχι αυτόνομα θα έλεγα ότι εκ του περισσού κατατέθηκε το Τεκμήριο 4Α, το οποίο αποτελεί πιστοποιητικό υπογραμμένο από την ΜΕ1 όπου πιστοποιείται και εγγράφως ότι οι καταχωρήσεις του Τεκμηρίου 4Β αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων (Κλεάνθους και άλλος v. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1344). Μελετώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4Β εξάγονται με ασφάλεια τα εξής συμπεράσματα: (α) Ο επίδικος λογαριασμός της ενοικιαγοράς έχει χρεωθεί με το συμφωνημένο ποσό των €34.526,38, ήτοι σε μία ημερομηνία με το ποσό των €19.499,76, σε δεύτερη ημερομηνία με το ποσό των €13.066,63 και σε τρίτη ημερομηνία με το ποσό των €1.959,99. (β) Ο επίδικος λογαριασμός της ενοικιαγοράς χρεώθηκε επιπλέον με τα ποσά €4.728,69, €28,40, €60, €57,11 και €3.643,51 σε τέσσερις διαφορετικές ημερομηνίες, οι οποίες είναι χρεώσεις που αντιστοιχούν στα ποσά που σημειώνονται ως δικαιώματα ενοικιαγοράς, χαρτόσημα και άλλα έξοδα στο συμφωνημένο Πίνακα του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ενοικιαγοράς. (γ) Ο επίδικος λογαριασμός της ενοικιαγοράς έχει πιστωθεί σε οκτώ διαφορετικές ημερομηνίες με το συνολικό ποσό των €5.739,20 το οποίο αντιστοιχεί στις οκτώ μηνιαίες δόσεις εκ €717,40 η κάθε μία που η Εναγόμενη 1 πλήρωσε και συγκεκριμένα αφορούν από 31.08.09 μέχρι 31.03.10 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων.
(7)Χρεώσεις αντίθετες στον περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών Νόμος του 2001) (Ν.39(Ι)/2001): Είναι η θέση των Εναγομένων ότι στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό περιέχονται χρεώσεις που παραβιάζουν τον περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών Νόμος του 2001 (Ν.39(Ι)/2001)μετά των συναφών τροποποιήσεων. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή των Εναγομένων. Όπως εξηγείται στο άρθρο 8 του Ν.39(Ι)/2001 η σύμβαση ενοικιαγοράς συνάπτεται μεταξύ πιστωτή και μισθωτή και θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας αυτής παρέχεται η ερμηνεία, μεταξύ άλλων, του όρου 'μισθωτής', ο οποίος είναι ο 'καταναλωτής' που λαμβάνει, προτίθεται να λάβει ή έχει λάβει την κατοχή αγαθών από ιδιοκτήτη δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς με αντάλλαγμα περιοδικές πληρωμές. Ανατρέχοντας στον ορισμό του καταναλωτή στο ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο, παρατηρώ ότι σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, για σκοπούς των συναλλαγών που καλύπτονται από την παρούσα νομοθεσία, ενεργεί εκτός της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του. Επομένως διαπιστώνεται ότι το πεδίο εφαρμογής της παρούσας νομοθεσίας καλύπτει μόνο καταναλωτές που είναι φυσικά πρόσωπα. Οι πρόνοιες της παρούσας νομοθεσίας δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση όπου ο καταναλωτής σε σύμβαση ενοικιαγοράς είναι νομικό πρόσωπο, όπως εδώ είναι η Εναγόμενη 1. Η μη εφαρμογή των προνοιών της εν λόγω νομοθεσίας επεκτείνεται και στην περίπτωση του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης, με το οποίο η σύμβαση ενοικιαγοράς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη.
(8)Χρεώσεις που αντιβαίνουν παράλληλες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις των Εναγόντων: Είναι η θέση των Εναγόντων ότι στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό υπάρχουν χρεώσεις που αντιβαίνουν παράλληλες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις των Εναγόντων. Κατά την ακρόαση η μαρτυρία που δόθηκε περιοριζόταν σε γενικούς, αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Συνεπώς η εν λόγω θέση των Εναγομένων προωθήθηκε χωρίς να εδράζεται σε συγκεκριμένο και συνάμα αποδεκτό από το Δικαστήριο πραγματικό υπόβαθρο. Η απουσία επαρκούς μαρτυρικού υλικού που θα τη θεμελίωνε οδηγεί την εν λόγω υπερασπιστική θέση των Εναγομένων σε απόρριψη.
(9)Καταχρηστικές Ρήτρες Είναι η θέση των Εναγομένων ότι οι επίμαχες συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικούς όρους με αποτέλεσμα να παραβιάζεται ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93(Ι)/96)μετά των συναφών τροποποιήσεων. Δεν μπορώ να ασπαστώ τη θέση αυτή των Εναγομένων επειδή κρίνω ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα αγωγή. Το άρθρο 5 της κείμενης νομοθεσίας παρέχει τον ορισμό της 'καταχρηστικής ρήτρας' που είναι κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Ποιος μπορεί να είναι καταναλωτής εξηγείται στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του νόμου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, "καταναλωτής" σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι µε την άσκηση της επιχείρησης του. Με γνώμονα ότι στην παρούσα περίπτωση ο καταναλωτής δεν είναι φυσικό πρόσωπο ως ορίζει η νομοθεσία για να μπορούν οι πρόνοιες της να εφαρμοστούν, αλλά νομικό πρόσωπο, οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν βρίσκουν εδώ οποιοδήποτε έρεισμα σε σχέση τόσο με τη σύμβαση ενοικιαγοράς όσο και με το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσής, ανάμεσα στα οποία υπάρχει άρρηκτα συνδεδεμένη σχέση.
(10)Παράνομες χρεώσεις και συμβατικοί όροι που αποτελούν ποινική ρήτρα: Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στα αξιούμενα από τους Ενάγοντες ποσά περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις ενώ στη σύμβαση ενοικιαγοράς περιέχονται όροι που αποτελούν ποινική ρήτρα, στοιχεία που κατά τη γνώμη τους καθιστούν τη σύμβαση ενοικιαγοράς και κατ' επέκταση το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης παράνομα και συνεπώς άκυρα. Στις εν λόγω θέσεις τους οι Εναγόμενοι συμπεριλαμβάνουν τον τόκο υπερημερίας. Έχω εξετάσει τις θέσεις αυτές των Εναγομένων και κρίνω ότι δεν ευσταθούν. Μελετώντας το Τεκμήριο 4Β, το περιεχόμενο του οποίου έγινε αποδεκτό ως ορθό και αληθές, παρατηρώ ότι καμία παράνομη χρέωση έχει γίνει, όπως λανθασμένα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται. Σε σχέση με τις χρεώσεις που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 4Β έχω αναφερθεί προηγουμένως κατά την αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου, μέσα από τις οποίες έχουν εξαχθεί και συμπεράσματα, στα οποία και παραπέμπω. Παρόλα αυτά αισθάνομαι την ανάγκη να επαναλάβω ότι στο Τεκμήριο 4Β περιλαμβάνονται ως χρεώσεις μόνο τα ποσά που συμφωνήθηκαν να χρεωθούν με βάση τον συμφωνημένο Πίνακα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου
- Ειδικότερα στο Τεκμήριο 4Β έχουν χρεωθεί το συμφωνημένο ποσό της χρηματοδότησης (€34.643,49) καθώς και το συμφωνημένο ποσό των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς (€8.401,05), δηλαδή σύνολο €43.044,
- Οι χρεώσεις έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες, ανάλυση των οποίων καθώς και το σύνολο αυτών σημειώνονται επί του εν λόγω τεκμηρίου. Επίσης στο Τεκμήριο 4Β περιλαμβάνονται ως πιστώσεις η πληρωμή των οκτώ μηνιαίων δόσεων/μισθωμάτων σε οκτώ διαφορετικές ημερομηνίες (συνολικό ποσό πίστωσης €5.739,20), ανάλυση των οποίων επίσης σημειώνεται στο ίδιο έγγραφο. Συνεπώς το ποσό των €37.305,34 που εμφανίζεται στο Τεκμήριο 4Β εύκολα διαπιστώνεται ότι προέκυψε από την αφαίρεση του συνολικού ποσού των πιστώσεων (€5.739,20) από αυτό των χρεώσεων (€43.044,54). Καμία άλλη χρέωση ή πίστωση σημειώνεται στο Τεκμήριο 4Β. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο τέλος του εγγράφου σημειώνεται ποσό €5.355,34 με την ονομασία "Overdue Interest", το οποίο όμως όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό δεν αποτελεί χρέωση και ούτε προστίθεται στο τελικό ποσό του λογαριασμού που εξακολουθεί να είναι €37.305,34 (Closing Balance Outstanding Amount). Συνεπώς καταλήγω ότι το Τεκμήριο 4Β δεν περιέχει οποιαδήποτε χρέωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη. Παράλληλα καταλήγω ότι και τα αξιούμενα από τους Ενάγοντες ποσά είναι απαλλαγμένα από χρεώσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως παράνομες. Το ποσό των €10.761 που διεκδικείται από τους Ενάγοντες με το Τεκμήριο 5 είναι το σύνολο των 15 μηνιαίων δόσεων που η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώσει και αφορούν την περίοδο από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, ενώ το ποσό των €26.544,34 που οι Ενάγοντες επίσης διεκδικούν με το Τεκμήριο 5 είναι το σύνολο των υπολειπόμενων 37 μηνιαίων δόσεων από τον ισχυριζόμενο τερματισμό της σύμβασης ενοικιαγοράς και έπειτα. Σε σχέση με το ζήτημα της ποινικής ρήτρας θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εντοπισμός της σε μία σύμβαση, εάν και εφόσον κριθεί ότι ο επίμαχος όρος εμπίπτει στην έννοια της ποινικής ρήτρας, δεν την καθιστά παράνομη και δεν οδηγεί σε ακυρότητα της. Θα υπάρχει απλά περιορισμός στο ύψος επιδίκασης αποζημίωσης στην περίπτωση που αποδειχτεί πρόκληση ζημιάς ή απώλειας λόγω παράβασης σύμβασης, ως εξηγείται από το άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149). Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που θα μπορούσε να θέσει σε αμφιβολία τη νομιμότητα και εγκυρότητα τόσο της σύμβασης ενοικιαγοράς όσο και του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης, τα οποία κρίνονται καθ' όλα νόμιμα και έγκυρα.
(11)Κατά πόσο η σύμβαση ενοικιαγοράς τερματίστηκε νόμιμα Το κατά πόσο η σύμβαση ενοικιαγοράς τερματίστηκε νόμιμα ή όχι αποτελεί επίδικο θέμα. Με την κατάθεση της επιστολής τους ημερομηνίας 08.07.11 από την ΜΕ1 (Τεκμήριο 5) οι Ενάγοντες υποστήριξαν ότι η εν λόγω σύμβαση τερματίστηκε νόμιμα. Αντίθετα οι Εναγόμενοι κατά την εκδίκαση της αγωγής προώθησαν τη θέση ότι το Τεκμήριο 5 δεν παραλήφθηκε από τους Εναγομένους και ως εκ τούτου δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της σύμβασης ενοικιαγοράς με αποτέλεσμα το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό να μην έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και άλλοι
(2009)1Α Α.Α.Δ., η οποία παραπέμπει στις υποθέσεις Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 και Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, εξετάστηκε ακριβώς το ίδιο με εδώ νομικό ζήτημα. Στην υπόθεση εκείνη τονίστηκε ότι η μη επιστροφή μίας επιστολής από το ταχυδρομείο όταν αυτή αποσταλεί κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται. Στρεφόμενος στην παρούσα αγωγή παρατηρώ ότι το Τεκμήριο 5 απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 με το οποίο γνωστοποιείται ο τερματισμός της σύμβασης και απαιτείται η πληρωμή των καθυστερημένων μηνιαίων δόσεων ύψους €10.761, η πληρωμή των υπολοίπων δόσεων ύψους €26.544,34 ως αποζημιώσεις στη βάση παράβασης συμφωνίας καθώς και η παράδοση των επιδίκων οχημάτων. Παράλληλα η ίδια επιστολή σημειώνει κοινοποίηση του περιεχομένου της στους εγγυητές Εναγομένους 2 και 3 με αναφορά για κλήση προς πληρωμή από αυτούς. Μέσα από την ακρόαση της αγωγής δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η επιστολή διαβιβάστηκε στο ταχυδρομείο από τους Ενάγοντες για να αποσταλεί σε όλους τους Εναγομένους. Επίσης μέσα από την ακρόαση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το ταχυδρομείο προέβηκε στην ταχυδρόμηση της (αποστολή της) εν λόγω επιστολής ως πράττει με κάθε αλληλογραφία που παραλαμβάνει. Την ίδια στιγμή έχω διαπιστώσει ότι στο Τεκμήριο 5 αναγράφονται ως ονόματα των Εναγομένων αυτά που σημειώνονται στο κλητήριο ένταλμα. Ούτε βέβαια υπήρξε αμφισβήτηση ως προς την ορθότητα των ονομάτων των Εναγομένων που σημειώνονται στην εν λόγω επιστολή. Επιπλέον δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα των διευθύνσεων των Εναγομένων που σημειώνονται στο Τεκμήριο 5, στις οποίες η εν λόγω επιστολή έχει αποσταλεί με το ταχυδρομείο. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η επίμαχη επιστολή δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο και επ' αυτού δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ενώ το αντίγραφο της επιστολής που αποστάληκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς ένσταση από μέρους των Εναγομένων. Στ βάση των πιο πάνω δεδομένων το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η επίμαχη επιστολή τερματισμού έχει αποσταλεί στους προορισμούς της και ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς έχει νόμιμα τερματιστεί. Χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει την εγκυρότητα της εν λόγω επιστολής τερματισμού υπό αμφισβήτηση, το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
(12)Ενδεχόμενη παράβαση σύμβασης ενοικιαγοράς από την Εναγόμενη 1 Η έγκαιρη και τακτική πληρωμή της μηνιαίας δόσης/μισθώματος στις συμφωνημένες ημερομηνίες αποτελεί ουσιώδη της σύμβασης ενοικιαγοράς. Αυτό καθίσταται σαφές από τη συνδυασμένη μελέτη των όρων 2(β) και 15 της εν λόγω σύμβασης. Σε περίπτωση που οποιαδήποτε δόση δεν πληρωθεί έγκαιρα τότε με βάση τον όρο 4 της σύμβασης ενοικιαγοράς οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να την τερματίσουν είτε δίδοντας σχετική ειδοποίηση στην Εναγόμενη 1 είτε με την ανάκτηση κατοχής των επιδίκων οχημάτων. Το δε δικαίωμα της Εναγομένης 1 για κατοχή των επιδίκων οχημάτων τερματίζεται αμέσως. Χωρίς αμφιβολία η παράλειψη της Εναγομένης 1 να καταβάλει 15 μηνιαίες δόσεις, ήτοι από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, αποτελεί ουσιώδη παράβαση της σύμβασης ενοικιαγοράς από μέρους της. Οι Ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν με τερματισμό της σύμβασης, απαίτηση πληρωμής του οφειλομένου ποσού, αξίωση ειδικών αποζημιώσεων που έχουν υπολογίσει ότι υπέστηκαν συνεπεία της παράβασης αυτής εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης 1 και απαίτηση για επιστροφή των επιδίκων οχημάτων, πράγμα που έπραξαν με το Τεκμήριο 5.
(13)Αδικαιολόγητος πλουτισμός: Η εν λόγω δικογραφημένη θέση των Εναγόντων δεν έχει προωθηθεί κατά την ακρόαση της αγωγής και ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με αυτή μέσα από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου τους. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η εν λόγω θέση έχει εγκαταλειφθεί.
(14)Έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης: Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού οι Εναγόμενοι 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εγγυήθηκαν την δέουσα εκτέλεση και τήρηση όλων των όρων και υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που πηγάζουν από τη σύμβαση ενοικιαγοράς και παράλληλα ανέλαβαν την ευθύνη να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες για τις ζημιές που θα υποστούν ένεκα παράβασης της εν λόγω συμφωνίας από την Εναγόμενη
- Η παράλειψη πληρωμής 15 μηνιαίων δόσεων από την Εναγόμενη 1, γεγονός που αποτελεί ουσιώδη παράβαση της σύμβασης ενοικιαγοράς και οδήγησε στον τερματισμό της με αξίωση καταβολής των μη πληρωθέντων δόσεων καθώς και ειδικών αποζημιώσεων, ενεργοποιεί την ανάληψη υποχρέωσης από τους Εναγομένους 2 και 3 για αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη οικονομική κάλυψη όλων των ζημιών που οι Ενάγοντες υπέστηκαν εξαιτίας της συμπεριφοράς της Εναγομένης
- Με το Τεκμήριο 5 οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγομένους 2 και 3 να τιμήσουν τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης και αφορούν κάλυψη συγκεκριμένων οικονομικών απαιτήσεων που καθορίζουν. Η μη συμμόρφωση τους στο κάλεσμα των Εναγόντων τους καθιστά εξίσου με την Εναγόμενη 1 υπόλογους και εκτεθειμένους.
(15)Αξιούμενες θεραπείες από τους Ενάγοντες: (α) Οφειλόμενο ποσό (καθυστερημένες μηνιαίες δόσεις) Η παράλειψη πληρωμής των 15 μηνιαίων δόσεων που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €10.761 για την περίοδο από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, καθιστά το ποσό που δεν καταβλήθηκε οφειλόμενο, το οποίο με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία έχει αποδειχτεί. Η μη πληρωμή του ποσού αυτού αποτελεί αντίστοιχη ζημιά που οι Ενάγοντες υπέστηκαν και διαζευκτικά ανακτάται από τους Ενάγοντες ως μέρος των ειδικών αποζημιώσεων στη βάση παράβασης της σύμβασης ενοικιαγοράς και μη τίμησης του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης. Συνεπώς καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση ποσού €10.761. Έκαστη απλήρωτη μηνιαία δόση θα φέρει τόκο από την ημερομηνία της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση της. Σύμφωνα με τον όρο 2(γ) της σύμβασης ενοικιαγοράς στην περίπτωση παράλειψης πληρωμής μηνιαίας δόσης/μισθώματος αυτή θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας που συμφωνήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι 7 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το βασικό επιτόκιο της τότε Λαϊκής Τράπεζας, η οποία έχει δικαίωμα είτε να το αυξάνει είτε να το μειώνει και θα το δημοσιεύει με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση. Τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία της δημοσίευσης ή της γραπτής ειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε δημοσίευση που έγινε στον τύπο για μεταβολή του βασικού επιτοκίου. Ούτε κατατέθηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση για τέτοια αυξομείωση του. Ούτε ακόμη το Τεκμήριο 5 γνωστοποιεί στους Εναγομένους για οποιαδήποτε μεταβολή του βασικού επιτοκίου. Με δεδομένο τη μη απόδειξη από τους Ενάγοντες μεταβολής του βασικού επιτοκίου με τον τρόπο που η σύμβαση ενοικιαγοράς προνοεί αλλά και με τους τρόπους που υποδεικνύονται από το άρθρο 3
(1)του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999) μετά των συναφών τροποποιήσεων, το ύψος του βασικού επιτοκίου παρέμεινε στο επίπεδο του συμβατικού που με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ1 αλλά και όπως φαίνεται στον Πίνακα του Τεκμηρίου 2 συμφωνήθηκε στο 4,85%. Σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας το άρθρο 3(1β) του Ν.160(Ι)/1999, οι διατάξεις του οποίου τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση επειδή πρόκειται για σύμβαση που τερματίστηκε πριν από τις 07.05.15 που τέθηκε σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015, οι Ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν ότι ο τόκος υπερημερίας 7% που αξιώνουν αντιπροσωπεύει την πραγματική τους ζημιά. Δεν υπάρχει όμως ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία και ούτε έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να θεμελιώνει κάτι τέτοιο. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, καταλήγω ότι κάθε μία από τις οκτώ απλήρωτες μηνιαίες δόσεις θα φέρει τόκο προς 4,85% ετησίως από την ημερομηνία της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση της. (β) Ειδικές αποζημιώσεις (υπόλοιπες μηνιαίες δόσεις) Ο τερματισμός της σύμβασης ενοικιαγοράς λόγω παράβασης της από την Εναγόμενη 1 προκαλεί ζημιά στους Ενάγοντες. Η αρμόζουσα θεραπεία είναι η επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων στη βάση παράβασης της σύμβασης ενοικιαγοράς και μη τίμησης του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης. Οι αρχές του τρόπου υπολογισμού τέτοιων αποζημιώσεων τέθηκαν στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ και άλλη v. Τσαρτελλή
(2003)1Α Α.Α.Δ. 246 και λίγο αργότερα επαναδιατυπώθηκαν στην υπόθεση Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1Α Α.Α.Δ.
- Με βάση τα λεχθέντα στις υποθέσεις αυτές, η ζημιά καθορίζεται κατά το χρόνο τερματισμού της σύμβασης και μη επιστροφής των αντικειμένων της ενοικιαγοράς και ισοδυναμεί με το ποσό που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της αξίας των αντικειμένων αφαιρουμένου ποσού ίσου προς το προσποριζόμενο από τον εκμισθωτή όφελος, από το γεγονός ότι λαμβάνει την αξία των αντικειμένων νωρίτερα από ότι θα την έπαιρνε. Όπως επίσης τονίστηκε, ένας πρόσφορος τρόπος καθορισμού του οφέλους που αποκτά ο εκμισθωτής παρέχεται με την αφαίρεση από το ποσό που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της αξίας των αντικειμένων ποσού ίσου προς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνεται στις υπολειπόμενες μηνιαίες δόσεις. Όσον αφορά τον τόκο που θα φέρει το ποσό που θα προκύψει από την πιο πάνω αφαίρεση, υποδείχτηκε ότι αυτός θα είναι νόμιμος από την καταχώρηση της αγωγής. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην προκειμένη περίπτωση, καταλήγω στα εξής: Δυνάμει της σύμβασης ενοικιαγοράς τα δικαιώματα των Εναγόντων ανέρχονται στο ποσό των €8.401,
- Αυτό σημαίνει ότι αν η σύμβαση ενοικιαγοράς ολοκληρωνόταν απρόσκοπτα η τράπεζα, σε 60 μηνιαίες δόσεις που ήταν η συμφωνημένη συνολική διάρκεια αποπληρωμής, θα δικαιούταν να εισπράξει το εν λόγω ποσό. Ωστόσο η σύμβαση ενοικιαγοράς κρίθηκε ότι νόμιμα τερματίστηκε μετά πάροδο 23 μηνιαίων δόσεων. Εφαρμόζοντας την αυτονόητη μαθηματική φόρμουλα γνωστής ως 'μέθοδο των τριών' χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα, ήτοι (€8.401,05 χ 37 μήνες) ¸ 60 μήνες, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα αναλογούντα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνονται στις υπολειπόμενες μηνιαίες δόσεις ανέρχονταν στο ποσό των €5.180,
- Το ποσό αυτό αντανακλά το προσποριζόμενο από τους Ενάγοντες όφελος από το γεγονός ότι λαμβάνουν την αξία των επιδίκων οχημάτων νωρίτερα από ότι θα την έπαιρναν. Το ποσό που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της αξίας των επιδίκων οχημάτων υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των 37 υπολοίπων μηνιαίων δόσεων με το ύψος της μηνιαίας δόσης εκ €717,
- Το γινόμενο της πράξης αυτής ανέρχεται στα €26.543,
- Για τον υπολογισμό της ζημιάς λόγω παράβασης σύμβασης ενοικιαγοράς εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης 1 αφαιρείται από το ποσό των €26.543,80 το ποσό των €5.180,65 με αποτέλεσμα το ύψος της ζημιάς των Εναγόντων να ανέρχεται στο ποσό των €21.363,
- Συνεπώς καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση του επιπλέον ποσού των €21.363,
- Το ποσό αυτό θα επιβαρύνεται με νόμιμο τόκο ετησίως από την καταχώρηση της αγωγής, δηλαδή από τις 08.08.11, μέχρι εξόφλησης. (γ) Επίδικα οχήματα Ένεκα του τερματισμού της σύμβασης εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης 1, η τελευταία παύει αμέσως να έχει δικαίωμα κατοχής των επιδίκων οχημάτων καθώς και ευκαιρία αγοράς τους, την κατοχή των οποίων με βάση τους όρους της σύμβασης ενοικιαγοράς αποκτούν πλέον οι Ενάγοντες. Η μέχρι σήμερα κατακράτηση τους από την Εναγόμενη 1 δίδει το δικαίωμα στους Ενάγοντες ως ιδιοκτήτες που είναι να απαιτήσουν την επιστροφή τους. (δ) Αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και κατακράτησης επιδίκων οχημάτων Η μη προώθηση της δικογραφημένης θέσης των Εναγόντων για αδικαιολόγητο πλουτισμό καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση χορήγησης θεραπείας σύμφωνα με αυτή. Σε σχέση με την κατακράτηση των επιδίκων οχημάτων από την Εναγόμενη 1, οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία και δεδομένα που θα καθιστούσαν δυνατή την εξέταση χορήγησης θεραπείας στη βάση αυτού του ζητήματος. (ε) Κατά πόσο οι Ενάγοντες κωλύονται και/ή εμποδίζονται να ζητούν αποκατάσταση (restitution) Είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να ζητούν θεραπεία δυνάμει της αρχής της αποκατάστασης. Δεν θα ασχοληθώ με το θέμα αυτό επειδή η εν λόγω υπερασπιστική θέση δεν έχει προωθηθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης και συνεπώς εκλαμβάνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Ανταπαίτηση Εναγομένων: Μία από τις θέσεις της ανταπαίτησης των Εναγομένων είναι ότι υπέστηκαν ζημιές και απώλειες ύψους €37.305,34 εξαιτίας επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδουν στους Ενάγοντες. Ωστόσο ενώπιον μου δεν υπάρχει καμία αποδεκτή μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος παρέμεινε σε θεωρητικό επίπεδο. Ειδικότερα ουδεμία εξήγηση δόθηκε και κανένα στοιχείο προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς έχει όντως υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια. Ακόμη όμως και να γίνει δεκτό για σκοπούς συζήτησης ότι οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς υπέστηκε ζημιές και απώλειες, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρικού υλικού που να στοιχειοθετεί ότι οι ζημιές και οι απώλειες ανέρχονται στο ισχυριζόμενο ύψος των €37.305,34 ενώ παράλληλα καμία μαρτυρία υπάρχει που να υπολογίζει τους επικαλούμενους τόκους και τα έξοδα των επικαλούμενων μαρτύρων και εμπειρογνωμόνων. Το κυριότερο όμως είναι ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να στοιχειοθετεί ότι για την πρόκληση της ισχυριζόμενης αυτής ζημιάς και απώλειας στους Εναγομένους ευθύνονται καθ' οιονδήποτε τρόπο οι Ενάγοντες. Ολόκληρη η μαρτυρία των Εναγομένων δια του μοναδικού μάρτυρα τους, Εναγομένου 2, περιορίστηκε σε γενικούς, αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς, οι οποίοι παρέμεναν μετέωροι και δεν γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Ακόμη η αδυναμία απόδειξης οποιασδήποτε ζημιάς και απώλειας που δεν μπορεί να υπολογιστεί, δεν θεμελιώνει την αξίωση των Εναγομένων για γενικές αποζημιώσεις. Επιπλέον μέσα από την ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι αξιώνουν ουσιαστικά ακύρωση της σύμβασης ενοικιαγοράς και του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν στοιχειοθετείται μέσα από το ενώπιον μου αποδεκτό μαρτυρικό υλικό. Για περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω στους σχολιασμούς που έγιναν πιο πάνω χωρίς να χρειάζεται να τους επαναλάβω. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, στο βαθμό και την έκταση βέβαια που αναφέρεται πιο πάνω. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για τα πιο κάτω:
- €10.761 που είναι το οφειλόμενο ποσό των 15 μη πληρωμένων μηνιαίων δόσεων από 30.04.10 μέχρι 30.06.11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων (μέχρι τον τερματισμό της σύμβασης ενοικιαγοράς) πλέον τόκο προ 4,85% ετησίως από την ημερομηνία μη καταβολής εκάστης απλήρωτης δόσης μέχρι εξόφλησης,
- €21.363,15 ως ειδικές αποζημιώσεις και αφορά τις 37 υπόλοιπες δόσεις από τον τερματισμό της σύμβασης ενοικιαγοράς και μέχρι το τέλος πλέον νόμιμο τόκο ετησίως επί του ποσού αυτού από την καταχώρηση της αγωγής (ήτοι 08.08.11) μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εναντίον της Εναγομένης 1 εκδίδονται διατάγματα ως τα σημεία (Α) και (Β) της παραγράφου 11 της έκθεσης απαίτησης. Αντίθετα, στη βάση των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου και σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύχθηκε οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 απέτυχαν να αποδείξουν της ανταπαίτηση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η οποία και απορρίπτεται. Τα έξοδα της απαίτησης και ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
- Ενόψει της παράλληλης εκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............................................ Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Hire-Purchase Contract/Guarantee and Indemnity Document/ Special and General Damages/Final Judgment Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Σύμβαση Ενοικιαγοράς/Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημίωσης/ Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο