Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α., Αγ. Αρ. 981/2011, 21/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A291 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΩΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 981/2011 Μεταξύ:
- Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου Αλέκας Π. Παπακόκκινου ως διαχειριστριών της περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου
- Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
- Αλέκας Π. Παπακόκκινου -------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21/12/
- Εμφανίσεις: Αιτήτρια κα Αλέκα Παπακόκκινου: Προσωπικά Για την Καθ' ής η Αίτηση αρ. 1: κα Κ. Χριστοφόρου για κ.κ. ARISTI KORAKIDOU MAKRIDOU LLC. Για τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2: κ. Λ. Νεοφύτου για κ.κ. Haris Kalogirou & Co LLC Για την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 3: κ. Γ. Δημητριάδης για κ.κ. Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ. Για του Καθ' ών η Αίτηση αρ. 4-8: κα Μ. Κωνσταντινίδου για Ε & Μ Κωνσταντινίδου ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και από την αίτηση, στις 13/01/2014 η αγωγή των εναγόντων απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας (Want of prosecution). Η εν λόγω απόρριψη της αγωγής έγινε δυνάμει της Δ. 31 Θ.10
(1). Στις 07/09/2016 η αιτήτρια καταχώρησε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση με την οποία, ουσιαστικά, ζητά την επαναφορά της αγωγής των εναγόντων. Στα πλαίσια της αίτησης αυτής, η αιτήτρια συνένωσε ως καθ' ών η αίτηση τον Κρις Παύλου ως ειδικό διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Ματθαίο Αταλιώτη, την Μυράντα Χρυσάνθου, υπάλληλο του Δικαστηρίου Πάφου, τον Κώστα Κωνσταντίνου, δικηγόρο, το δικηγορικό γραφείο Κώστα Κωνσταντίνου εκ Πάφου, την Αναστασία Κωνσταντίνου δικηγόρο εκ Πάφου του δικηγορικού γραφείου του Κ. Κωνσταντίνου και/ή της δικηγορικής εταιρείας Κώστας Κωνσταντίνου και Σια ΔΕΠΕ εκ Πάφου, τη δικηγορική εταιρεία Κώστας Κωνσταντίνου και Σια ΔΕΠΕ εκ Πάφου και τον Κώστα Κωνσταντίνου ως διευθυντή της δικηγορικής εταιρείας Κώστας Κωνσταντίνου και Σια ΔΕΠΕ εκ Πάφου. Παράθεσα τα ονόματα όλων των καθ' ων η αίτηση εναντίον των οποίων στρέφεται η αίτηση, όπως η αιτήτρια τα αναφέρει στη αίτηση της. Ουσιαστικά ζητά εναντίον τους διατάγματα ότι επέδειξαν βαριά αμέλεια και παρέλειψαν να εκτελέσουν το καθήκον τους και να ειδοποιήσουν την αιτήτρια για σχετικές ειδοποιήσεις που παρέλαβαν από τον Πρωτοκολλητή και τη δικαστικό επιδότη και αποζημιώσεις. Δεν θα επεκταθώ άλλο στον τύπο και ουσία της αίτησης, καθότι δεν είναι το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Το αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η δικαιοδοσία του παρόντος του Δικαστηρίου να εκδικάσει την πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση. Όταν η εν λόγω αίτηση τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού Δικαστήριο με άλλη σύνθεση εξαιρέθηκε, με σκοπό τον προγραμματισμό της ακρόασης της αίτησης, η Αιτήτρια έθεσε θέμα καθ' ύλη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης. Επειδή ζητήματα δικαιοδοσίας είναι σοβαρά ζητήματα, άπτονται της δημοσίας τάξης και μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225), δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια να αγορεύσει και να υποστηρίξει το αίτημα της. Τα όσα η Αιτήτρια ανάφερε είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Συνοπτικά όμως, η Αιτήτρια, αναφερόμενη στις σχετικές πρόνοιες του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 και στο άρθρο 22 το οποίο καθορίζει τη δικαιοδοσία του Ανώτερου και Επαρχιακού Δικαστή ισχυρίστηκε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει την παρούσα αίτηση καθότι η κλίμακα της αγωγής υπερβαίνει τις €500,000 και δικαιοδοσία να της επιληφθεί έχει Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου και όχι Επαρχιακός Δικαστής. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι η εκκρεμούσα αίτηση δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση καθότι το αποτέλεσμα της θα έχει σοβαρή επίπτωση στην ουσία της αγωγής. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είπε και επαναφερθεί η αγωγή τότε θα ζημιωθεί η πλευρά της Αιτήτριας. Για να υποστηρίξει τη θέση της ότι δεν πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση παράπεμψε στην CENTRAL CO-OPERATIVE BANK LTD v. CY.E.M.S. CO LTD
(1984)1 C.L.R. 435 όπου αποφασίστηκε ότι οποιαδήποτε αίτηση γίνεται μετά την έκδοση απόφασης με βάση τις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για την εκτέλεση της είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση και θα πρέπει να τίθεται ενώπιον Δικαστή που έχει δικαιοδοσία να την εκδικάσει ανάλογα με το αντικείμενο και το ύψους του ποσού που ζητείται. Αντίθετη ήταν η θέση όλων των καθ' ών η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούσει την εκκρεμούσα αίτηση και παράπεμψαν στην Mesologitis v. Koutas
(1986)1 C.L.R. 161 η οποία αφορούσε αίτηση επαναφοράς αγωγής και αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο και κατά τη θέση τους, δεν έχει σχέση η κλίμακα της αγωγής. Ξεκινώντας από την τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, θεωρώ ότι αυτή δεν είναι βοηθητική στην επίλυση του ζητήματος που εγέρθηκε από την Αιτήτρια. Η πιο πάνω απόφαση αφορούσε επαναφορά αγωγής που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της κατά την ημέρα της δίκης και κατόπιν αίτησης του ενάγοντα, στηριζόμενη στις πρόνοιες της Δ.33, Θ.1 - 5, αυτή επαναφέρθηκε. Σε έφεση που ακολούθησε από τους εναγομένους προβλήθηκε η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επαναφέροντας την αγωγή ενέργησε ως εφετείο του εαυτού του. Τα Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, εν όψει των προνοιών της Δ. 33, Θ.4 και 5, ότι η δικαιοδοσία επαναφοράς αγωγής ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου είναι δυνατό είναι προτιμητέο να γίνεται από δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση. Στην Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1800 η οποία αφορούσε έφεση εναντίον απόφασης για να επαναφερθεί αγωγή που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη κατόπιν σχετικής αίτησης, επαναβεβαιώθηκε, με αναφορά στην Mesologitis v. Koutas (ανωτέρω), ότι η δικαιοδοσία ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Εγέρθηκε όμως το θέμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης δεν είχε δικαιοδοσία να το πράξει και ότι τούτο θα έπρεπε να κάμει Δικαστής που είχε απορρίψει την αγωγή. Εκείνο το οποίο αποφασίστηκε ήταν ότι η εκδίκαση της αίτησης από άλλο Δικαστή, δεν καθιστούσε άκυρη την απόφαση αφού η δικαιοδοσία ανήκει γενικά στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Περαιτέρω, στην Costas Evagorou v. Kokos Christodoulou and Another
(1982)1 A.A.Δ. 771 αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να επαναφέρει αγωγή δυνάμει των προνοιών της Δ. 26, Θ.14 η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ. 17, Θ.14
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το ζητούμενο όμως στην παρούσα περίπτωση, χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία του αιτήματος για επαναφορά της αγωγής, είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να επιληφθεί της εν λόγω αίτησης και όχι κατά πόσο έπρεπε να έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστή που την απέρριψε, ζήτημα άλλωστε που έχει διευκρινιστεί από τη νομολογία, σε σχέση πάντοτε με αίτηση που βασίζεται στις πρόνοιες της Δ.33, Θ.3 και 4. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστή καθορίζεται στο άρθρο 22
(3)του Ν. 14/60 και αυτός έχει δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται αγωγών όπου το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τις €100,000. Πέραν από την πιο πάνω πρόνοια, σχετικές είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 22
(4)του Ν. 14/60 το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(4)Παρά τας διατάξεις οιουδήποτε άλλου νόµου και παρά το ότι το υπό αµφισβήτησιν ποσόν ή η αξία της επιδίκου διαφοράς υπερβαίνει την ανατιθεµένην εις αυτόν δικαιοδοσίαν, Ανώτερος Επαρχιακός ∆ικαστής ή Επαρχιακός ∆ικαστής θα έχη εξουσίαν— (α) να εκδίδη απόφασιν εις οιανδήποτε αγωγήν εν τη οποία— (αα) ο εναγόµενος παραλείπει να καταχωρίση εµφάνισιν εντός της προθεσµίας διά την τοιαύτην εµφάνισιν, ή (ββ) εκάτερος των διαδίκων παραλείπει να εµφανισθή κατά την ακρόασιν της αγωγής, ή (γγ) εκάτερος των διαδίκων παραλείπει να παραδώση οιασδήποτε εγγράφους προτάσεις εντός της προθεσµίας της προβλεποµένης υπό του διαδικαστικού κανονισµού του αφορόντος εις την κατά καιρόν ισχύουσαν πολιτικήν δικονοµίαν, ή (δδ) έχει καταχωρισθή αίτησις διά συνοπτικήν απόφασιν δυνάµει του διαδικαστικού κανονισµού του αφορώντος εις την κατά καιρόν ισχύουσαν πολιτικήν δικονοµίαν, ή (εε) η απαίτησις οιουδήποτε διαδίκου είναι παραδεκτή εν όλω ή όταν είναι παραδεκτή εν µέρει, ως προς το παραδεκτόν µέρος· (β) να εκδίδη οιονδήποτε διάταγµα εν οιαδήποτε αγωγή, µη διαγιγνώσκον την ουσίαν της αγωγής.» Προκύπτει δηλαδή ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις ο Επαρχιακός Δικαστής έχει εξουσία να επιληφθεί αγωγής στην οποία η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του. Το κύριο ερώτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί για το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αίτησης είναι κατά πόσο αυτή εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 22
(4)ανωτέρω. Η CENTRAL CO-OPERATIVE BANK LTD v. CY.E.M.S. CO LTD (ανωτέρω) στην οποία έκανε αναφορά η κα Παπακόκκινου αφορούσε στα μέτρα εκτέλεσης και κρίθηκε ότι τέτοιου είδους αιτήσεις είναι αυτοτελείς και όχι ενδιάμεσες και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 22
(4)του Ν. 14/60 αφού ληφθεί υπόψη φυσικά το ποσό που αφορά το μέτρο εκτέλεσης και όχι η κλίμακα της αγωγής (βλ. επίσης Αναφορικά με την Αίτηση της Κυριακής Χατζηκωνσταντά, Πολ. Αίτηση Αρ. 167/2013, Ημερ. 25/02/2015, Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 C.L.R. 97 και Κιταλίδης v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1759). Το ζητούμενο κατά πόσο μια αίτηση είναι αυτοτελής ή ενδιάμεση και κατ' επέκταση καταλήγει στην έκδοση διατάγματος με το οποίο διαγιγνώσκεται η ουσία της αγωγής εν τη έννοια που της αποδίδεται από το Νόμο και τους Θεσμούς, εξαρτάται από τη φύση της αίτησης. Στην 1. Wilfrid Wortham κ.α. v. 1. Α) Ντίνας Κώστα Τσιμον κ.α.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1442 όπου έγινε εξέταση της αγγλικής νομολογίας το Δικαστήριο με αναφορά στην White v. Brunton [1984] 2 All E.R. 606 κατέληξε ότι το κριτήριο στο κατά πόσο μια αίτηση είναι ενδιάμεση ή τελική δεν είναι η φύση του διατάγματος που εκδίδεται (order approach) αλλά η φύση της αίτησης ή η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας δύναται να εκδοθεί (application approach). Aναφέρθηκε επίσης ότι «για το συζητούμενο σκοπό, τελικό είναι το διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο αίτησης ή διαδικασίας που θα απέληγε σε τελική επίλυση του επίδικου θέματος, όποιος από τους διάδικους και αν κέρδιζε.» Παραπέμπω επίσης στο πιο κάτω απόσπασμα από την Κιταλίδης v.Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω): «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων (σημ. των δικαιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε) είναι, κατά την άποψη μας, πρόδηλο, ότι κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι [(άρθρ. 22
(4)(β))» (βλ. επίσης 1. Άντρη Ιωακείμ κ.α. v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1 Α Α.Α.Δ. 198). Η κα Παπακόκκινου εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδιάμεση καθότι αν αυτή απορριφθεί θα κρίνει τελεσίδικα την αγωγή. Σε συνέχεια αυτού όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε περίπτωση που δεν απορριφθεί, η αγωγή θα μπορεί να προχωρήσει για να εκδικαστεί επί της ουσίας της. Στην Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. v. Liberty Life Insurance Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ 1140, κρίθηκε ότι απόφαση που λήφθηκε σε αγωγή κατ' επίκληση και εφαρμογή των διατάξεων της Διαταγής 18 είναι ενδιάμεση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι η σχετική αίτηση «μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα είτε τη διεκπεραίωση της αγωγής είτε τη συνέχιση της». Ομοίως και στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, κρίνω ότι η αίτηση επαναφοράς αγωγής είναι ενδιάμεση αίτηση και όχι αυτοτελής και το διάταγμα που θα εκδοθεί σε αυτή δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής. Η κατάληξη μου είναι ότι εφόσον πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση που δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την κρίση της ουσίας της αγωγής και εφόσον η δικαιοδοσία για επαναφορά αγωγής ανήκει γενικά στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να την εκδικάσει. Θεωρώ ότι είναι διαδικασία που εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 22
(4)(β) του Ν.14/60 και το αίτημα της Αιτήτριας δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό και απορρίπτεται. Εν όψει της φύσης του αιτήματος, κρίνω ορθό τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να είναι στην πορεία της αίτησης και να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ................ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο